← Κύπρος

ΦΡΙΞΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ κ.α., Αριθ.Αγωγής: 4587/08, 17/6/2016

ΦΡΙΞΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ κ.α., Αριθ.Αγωγής: 4587/08, 17/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A377 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αριθ.Αγωγής: 4587/08

  1. ΦΡΙΞΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ,
  2. ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ - και -
  3. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ,
  4. ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΟΣ,
  5. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΜΑΧΑΙΡΑ,
  6. ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ,
  7. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ------------------------------------- Ημερομηνία: 17 Ιουνίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Χρίστος Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλλίδης & Συνεργάτες Για Εναγόμενο 1: Μάριος Χαρτσιώτης και Χριστόφορος Ιωάννου για Χρ. Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 2 και 3: Έλενα Στυλιανού, Θάλεια Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη 4: Λεωνίδας Γεωργίου, Νατάσα Ζερβού Για Εναγόμενο 5: Θεανώ Μαυρομουστάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ένσταση στην αποδεκτότητα μέρους της Γραπτής Δήλωσης ως μέρος της κύριας εξέτασης) Με την παρούσα αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιούν κατά των Εναγομένων διάφορες θεραπείες οι οποίες πηγάζουν από τον ισχυρισμό τους ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, επηρέασαν με ανεπίτρεπτο τρόπο τον υιόν τους Γεώργιο Θεοδούλου να γίνει μοναχός στην Ιερά Μονή Μαχαιρά. Οι αιτούμενες θεραπείες καλύπτουν ευρύ φάσμα και αναφορά σ΄ αυτές αλλά και στο περιεχόμενο της Εκθέσεως Απαιτήσεως θα γίνει πιο κάτω. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ως πρώτη μάρτυρας θα κατάθετε η Ενάγουσα 2, Μαρία Θεοδούλου, (Μ.Ε.1) η οποία είχε ετοιμάσει και κατέθεσε ως Έγγραφο Α, πολυσέλιδη Γραπτή Δήλωση, που αποτελεί μέρος της κύριας εξέτασής της. Προτού αρχίσει η ανάγνωση του Εγγράφου Α, οι Εναγόμενοι ήγειραν ένσταση σε μεγάλο μέρος του περιεχομένου του. Το Δικαστήριο έδωσε χρόνο σε όλες τις πλευρές να αγορεύσουν επί του θέματος αφού πρώτα κατατέθηκε η ίδια Γραπτή Δήλωση ξανά ως Έγγραφο Α1 και σημειώθηκαν σ΄ αυτήν τα διάφορα αποσπάσματα στα οποία η κάθε πλευρά εγείρει ένσταση. Σημειώνεται ότι τα αποσπάσματα στα οποία υπάρχει ένσταση είναι πάρα πολλά, σε κάποια συμπίπτει η θέση των Εναγομένων, σε άλλα όχι, κάποια είναι μακροσκελή και κάποια πολύ σύντομα. Οι θέσεις δε όλων των πλευρών έχουν τεθεί με σαφήνεια και εμπεριστατωμένα και το Δικαστήριο, θα τοποθετηθεί αφού έχει κατηγοριοποιήσει τα θέματα στα οποία έχουν εγερθεί οι ενστάσεις. Διαδικαστικά, σε ποίο σημείο δύναται να εγερθεί ένσταση ως προς την αποδεκτότητα μαρτυρίας; Η Δ.38, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι, ενστάσεις ως προς την αποδεκτότητα μαρτυρίας, γίνονται κατά το χρόνο που προσφέρεται η εν λόγω μαρτυρία και υποστηρίζονται και αποφασίζονται (argued and decided), εκείνη τη χρονική στιγμή. Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου (Ανήλικου)

(1992)(Α) Α.Α.Δ. 512, Ευάνθη ν. Νεοφύτου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A935, Π.Ε. 38/2010, ημερομηνίας 8.12.
  1. Η νομική αυτή αρχή δεν μεταβλήθηκε από τη θέσπιση του «Ειδικού Μέρους» του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, από το Άρθρο 4 του Ν.32(Ι)/2004, που ενσωμάτωσε τα Άρθρα 23-36 στο Κεφ.
  2. Μία σημαντική αλλαγή που επήλθε από την εν λόγω τροποποίηση, είναι αυτή με το Άρθρο 25 το οποίο εισήγαγε τη δυνατότητα υιοθέτησης γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης από μάρτυρα, η οποία θεωρείται ότι αποτελεί είτε μέρος, είτε όλη την κύρια εξέτασή του. Το Άρθρο 25, προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοσδήποτε μάρτυρας σε οποιαδήποτε διαδικασία δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσής του. Σε τέτοια περίπτωση, η εν λόγω γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση κατατίθεται στο Δικαστήριο και θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα, ή μέρος αυτής.» Με βάση το Άρθρο 25, το κρίσιμο σημείο που η γραπτή κατάθεση/δήλωση καθίσταται μαρτυρία, είναι η στιγμή της υιοθέτησής της. «Υιοθέτηση» δήλωσης, μπορεί να γίνει είτε στο σύνολό της, είτε ταυτόχρονα με την ανάγνωσή της. Η πρακτική που έχει εφαρμοσθεί, ορθή κατά τη γνώμη μου, είναι να δίδεται εκ των προτέρων η δήλωση στην αντίδικη πλευρά, προτού καν ο μάρτυρας αρχίσει την κύρια εξέτασή του. Με τον τρόπο αυτόν, η πλευρά που δύναται να εγείρει ένσταση ως προς την αποδεκτότητα, μέρους της ή του συνόλου της, την έχει ήδη μελετήσει και δύναται να τοποθετηθεί επί του ενστάσιμου μέρους της. Μετά που ο μάρτυρας ορκίζεται και δηλώνει ότι έχει στην κατοχή του δήλωση ως μέρος της κύριας εξέτασής του και την καταθέτει στο Δικαστήριο, αλλά προτού την υιοθετήσει ή αρχίσει να την αναγιγνώσκει, τότε, όπως και στην παρούσα περίπτωση, είναι το κατάλληλο στάδιο για να εγερθούν τυχόν ενστάσεις. Κάτι το οποίο συμβαίνει μερικές φορές, αλλά θεωρώ ότι, διαδικαστικά είναι λάθος, είναι να ερωτάται ο μάρτυρας και να δηλώνει ότι έχει ετοιμάσει γραπτή δήλωση, την οποία να υιοθετεί προτού καν την καταθέσει στο Δικαστήριο. Κάτι τέτοιο, αφήνει τη δήλωση μετέωρη αφού υιοθετείται έγγραφο που δεν υπάρχει ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου για να υπάρξει ταύτισή του με την μετέπειτα κατάθεσή του. Σε ποία θέματα δύνανται να εγερθούν ενστάσεις ως προς την αποδεκτότητα μαρτυρίας - Καθήκοντα και υποχρεώσεις του Δικαστηρίου - Διασφάλιση Δίκαιης Δίκης Το Άρθρο 30 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να τύχει δίκαιης δίκης. Εντός των πλαισίων αυτών, το Δικαστήριο πρέπει να επιβλέπει ούτως ώστε να μην γίνεται αποδεκτή μαρτυρία η οποία, για οποιοδήποτε λόγο, δεν έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή. Αποδεκτή μαρτυρία είναι μαρτυρία που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και δεν αποκλείεται από τους υπάρχοντες κανόνες αποκλεισμού, σε κάποιους από τους οποίους αναφορά θα γίνει πιο κάτω. Το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να επεμβαίνει για να κατοχυρώνει την εφαρμογή των κανόνων της αποδοχής μαρτυρίας και της ορθής διαδικασίας Evangelou and another v. Ambizas and Another
(1982)1 C.L.R. 41, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κλεάνθους κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 320, Κλεάνθους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. Ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν εγείρεται ένσταση σε μη αποδεκτή μαρτυρία, το Δικαστήριο οφείλει να επεμβαίνει και να διασφαλίζει ότι αυτή η μαρτυρία θα αποκλείεται R v. Hook, Times L.R. 11th November,
  2. Στην Βίκτωρος
(1992), πιο πάνω, περιγράφηκαν τόσο το καθήκον του Δικαστηρίου σε θέματα αποδεκτότητας μαρτυρίας, όσο και οι συνέπειες της αποδοχής μαρτυρίας που δεν έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή. Λέχθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, ότι παρέκκλιση από τις διατάξεις δικονομικού κανόνα δεν συνεπάγεται αυτόματα και την ακυρότητα της διαδικασίας. Αυτό δικαιολογείται σε δύο μόνο περιπτώσεις: (α) όπου ο κανόνας που παραβιάστηκε θεσμοθετεί τις προϋποθέσεις για τη γένεση της διαδικασίας, (β) όπου η παραβίαση συνιστά απόκλιση από τους θεμελιώδεις κανόνες απονομής της δικαιοσύνης. Συνεχίζοντας δε, ανέφερε ότι μόνο παραδεκτή μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αντεξέτασης προς το σκοπό διαπίστωσης της βαρύτητας που ενέχει η μαρτυρία. Η αβεβαιότητα ως προς την παραδεκτή μαρτυρία που άπτεται των επίδικων θεμάτων αφήνει αγεφύρωτο κενό στη διαδικασία και δημιουργεί ρήγμα στη στοιχειοθέτηση του αποδεικτικού υλικού. Δεν είναι ορθό οι διάδικοι να αφήνονται στο σκότος μέχρι και το πέρας της δίκης ως προς την αποδεκτή μαρτυρία. Η θέσπιση του «Ειδικού Μέρους» του Κεφ.9 (Άρθρα 23-36), στο οποίο αναφορά γίνεται πιο πάνω, επέφερε μία σημαντική αλλαγή στο θέμα της αποδεκτότητας μαρτυρίας αφού, δυνάμει του Άρθρου 24
(2)είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία. Προηγουμένως, κατά κανόνα, η εξ ακοής μαρτυρία αποκλείετο εκτός εάν ενέπιπτε στις αυστηρές εξαιρέσεις του κανόνα. Από την άλλη, η θέσπιση του Άρθρου 25, του Κεφ.9, που προνοεί για την υιοθέτηση γραπτής δήλωσης ως μέρος της κύριας εξέτασης, δεν σημαίνει ότι παρέχει απεριόριστο δικαίωμα σε ένα μάρτυρα να καταθέτει ό,τι επιθυμεί, εάν αυτό έρχεται σ΄ αντίθεση με τους κανόνες του δικαίου απόδειξης ή των δικογράφων Ζερβού κ.α. ν. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1999. Το καθήκον του Δικαστηρίου επεκτείνεται όμως και σε περιπτώσεις όπου, κατά τη δίκη, εμφιλοχωρεί μαρτυρία που δεν έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο, διατηρεί τη δυνατότητα, αλλά έχει και καθήκον, στο τέλος της δίκης να αγνοήσει τέτοια μαρτυρία και να βασισθεί μόνο σε αποδεκτή μαρτυρία, έστω και εάν δεν είχε εγερθεί ένσταση κατά την εισαγωγή της Miorage v. Radivojenik
(1998)1 (B) Α.Α.Δ.
  1. Βασικός κανόνας αποδεκτότητας, είναι η μαρτυρία να καλύπτεται από τα δικόγραφα. Το τι πρέπει να εμπεριέχει ένα δικόγραφο, καλύπτεται από τη Δ.19, θ.4 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί ότι, κάθε δικόγραφο πρέπει να περιλαμβάνει μόνο δηλώσεις σε συνοπτική μορφή εκείνων των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπισή του. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ν. Κακαβού, ECLI:CY:AD:2015:A683, Π.Ε. 278/10, ημερομηνίας 15.10.
  2. Μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και το θέμα θα πρέπει να αποφασίζεται κατά τη στιγμή που επιχειρείται η εισαγωγή τέτοιου είδους μαρτυρίας. Ευάνθη
(2014), πιο πάνω. Τέλος, υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό θέμα το οποίο αξίζει αναφοράς αφού σε πάμπολλες περιπτώσεις έχει τύχει σύγχυσης και λανθασμένης καθοδήγησης: αυτό είναι η διάκριση μεταξύ αποδεκτότητας μαρτυρίας και βαρύτητας που θα δοθεί σ΄ αυτήν. Όπως λέχθηκε στην Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 142/14, ημερομηνίας 17.12.2015, η αποδεκτότητα της μαρτυρίας είναι ένα ξέχωρο κεφάλαιο από την ίδια τη βαρύτητα που θα δοθεί εν τέλει από το εκδικάζον Δικαστήριο (Τ.Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.). Όπως δε έχει αναφερθεί πιο πάνω, θέματα αποδεκτότητας θα πρέπει να αποφασίζονται κατά τη στιγμή που η μαρτυρία επιχειρείται να εισαχθεί, ενώ η βαρύτητα αποφασίζεται στο τέλος και αποτελεί μέρος της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Η βασική αρχή του δικαίου της απόδειξης είναι ότι, αφής στιγμής μαρτυρία γίνεται αποδεκτή, τότε αυτή θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης. Το δε μέτρο αξιολόγησης είναι, μεταξύ άλλων, τα Άρθρα 26 και 27 του Κεφ. 9. Βασιλική Αντωνάκη Αγρότου κ.α. ν. Ιωάννα Αντωνάκη Αγρότου, ECLI:CY:AD:2016:A263, Π.Ε. 288/10, 31.5.2016 Ναθαναήλ, Δ. Απόφαση Πλειοψηφίας). Από την άλλη, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπ΄ όψιν του ότι, το γεγονός ότι μαρτυρία έχει γίνει αποδεκτή, δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ότι θα πρέπει να της αποδοθεί και βαρύτητα. Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1711. Έχοντας υπ΄ όψιν τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ στην εξέταση των ενστάσεων ως προς την αποδεκτότητα των μερών της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, ανάλογα με τους λόγους ένστασης που εγείρονται. Ενστάσεις ως προς τη Σχετικότητα Μαρτυρίας Όπως αναφέρεται πιο πάνω, η μαρτυρία, για να είναι αποδεκτή, πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα Η Απόδειξη Γ. Π. Κακογιάννη,
(1983)σελ. 15-17, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης και Σάντης
(2014)σελ. 68-71, Phipson on Evidence, 7η έκδοση, σελ. 187-
  1. Υπενθυμίζεται, επιπρόσθετα, το δικαίωμα κάποιου διαδίκου να καταχωρίσει αίτηση για διαγραφή δικογράφων, ακόμη και της αγωγής αυτής καθ΄ εαυτής, σε περίπτωση που θεωρεί ότι στο δικόγραφο εμπεριέχονται ισχυρισμοί και γεγονότα άσχετα, ενοχλητικά ή σκανδαλώδη. Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.
  2. Τέτοια αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται σε προδικαστικό στάδιο και εν πάση περιπτώσει προγενέστερα της προσαγωγής μαρτυρίας. Στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι και ιδιαίτερα ο Εναγόμενος 1, εγείρει ένσταση σε οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας ή τεκμηρίου τα οποία τείνουν να αποδείξουν ότι ο Γιώργος Θεοδούλου, νυν μοναχός Ιουστίνος, έγινε μοναχός ή βρίσκεται στην Ιερά Μονή Μαχαιρά, χωρίς τη θέλησή του. Κατά τη γνώμη τους η μαρτυρία που επιχειρείται να κατατεθεί και που ρητώς προσδιορίζεται στο Έγγραφο Α1, είναι άσχετη με την προσπάθεια να αποδειχθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί. Τα ενστάσιμα μέρη του Εγγράφου Α1 είναι πάμπολλα. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι, οι Ενάγοντες δεν έχουν κηρύξει τον υιό τους, Μοναχό Ιουστίνο, κατά κόσμο Γιώργο Θεοδούλου, ως ανίκανο πρόσωπο, ώστε να διοριστούν με βάση διάταγμα Δικαστηρίου, ως διαχειριστές του δυνάμει των προνοιών του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμο 23(Ι)/
  3. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την εισαγωγή ισχυρισμών ότι ο υιός τους δεν ήταν σε θέση να ασκήσει της επιλογές του με αυτογνωσία, ελεύθερα και συνειδητά και να ασκήσει τα θεμελιώδη ανθρώπινα του δικαιώματα όπως ο ίδιος κρίνει. Αντίθετα, ο υιός τους και ενήλικας είναι, αλλά και σώφρων. Το σημείο αυτό είναι κατάλληλο για να γίνει μία περιγραφή τόσο των ισχυρισμών αλλά και των θεραπειών που περιλαμβάνει η Έκθεση Απαιτήσεως: (α) Οι Ενάγοντες είναι οι γονείς του Γεώργιου Θεοδούλου, γεννηθέντος στις 29.9.1973 («ο υιός»). (β) Παραδοσιακά και μέχρι την απομάκρυνση του υιού τους από τον πυρήνα της οικογένειας, η οικογένεια, συμπεριλαμβανομένης και της αδελφής του, διατηρούσαν πολύ στενές σχέσεις και ήταν μία καθόλα αγαπημένη οικογένεια. (γ) Ο υιός τους συμπλήρωσε με επιτυχία κύκλο σπουδών στο εξωτερικό και στην Κύπρο από όπου απέκτησε δίπλωμα και διδακτορικό στα Οικονομικά. (δ) Ακολούθως εργάστηκε σε διάφορες θέσεις. (ε) Ήταν άτομο κοινωνικο-πολιτικά ευαισθητοποιημένο σαν Πρόεδρος της Φοιτητικής Ένωσης Πρωτοπορίας, μέλος ΝΕΔΗΣΥ και ασχολείτο με τον προσκοπισμό και τον αθλητισμό. Διατηρούσε σοβαρό δεσμό με συμφοιτήτριά του. (στ) Κατά ή περί το έτος 2002, ο Εναγόμενος 1, με διάφορους τρόπους και επαφές, υποσχέσεις και ψυχολογική επιρροή και μεθόδους προσηλυτισμού, πέτυχε να προσηλυτίσει τον υιό προς το μοναχισμό, με αποτέλεσμα αυτός να εισαχθεί στην Ιερά Μονή Μαχαιρά με στόχο να αναδειχθεί σε μοναχό. (Στην Έκθεση Απαιτήσεως δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες των πιο πάνω). (ζ) Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι πιο πάνω πράξεις του Εναγομένου 1, για τις οποίες ευθύνη φέρουν και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι, παραβίασαν τα ατομικά τους δικαιώματα. (η) Συγκεκριμένα, ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κύπρου, καθώς και οι πράξεις και παραλείψεις των Εναγομένων, παραβιάζουν το δικαίωμα της οικογενειακής ζωής των Εναγόντων, στο βαθμό που έχουν ουσιαστικά επέμβει στον πυρήνα της οικογενειακής ζωής τους και έχουν απομακρύνει τον υιό τους από τους Ενάγοντες και την οικογένειά του και εμποδίζουν αυτόν από του να διατηρεί οποιαδήποτε ζωή μετά των Εναγόντων. (θ) Αναφορικά με την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία εκπροσωπείται από τον Εναγόμενο 5, Γενικό Εισαγγελέα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, διά των θεσμικών οργάνων της, παρέλειψε να συστήσει οποιαδήποτε νομοθεσία ή νομοθετικά μέτρα ή πρακτικές ή διοικητικά μέτρα με τα οποία να κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή όπως τούτο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος και το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΣΔΑ»). Επέτρεψε επίσης τη θεσμοθέτηση αντισυνταγματικών προνοιών στον Καταστατικό Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου του 1979, παραβιάζοντας έτσι το ατομικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και της οικογενειακής ζωής όπως κατοχυρώνονται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, όπως και τα Άρθρα 15 του Συντάγματος και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή. (ι) Οι θεραπείες που επιζητούν οι Ενάγοντες περιλαμβάνουν: (Α) Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις για παραβίαση του ατομικού δικαιώματος για προστασία και διαφύλαξη και σεβασμό της οικογενειακής ζωής και περιουσιακών δικαιωμάτων των Εναγόντων. (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Άρθρο 110 του Συντάγματος με το οποίο δίδεται το αποκλειστικό δικαίωμα στην Εκκλησία της Κύπρου, ρύθμισης και διοίκησης των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας της είναι αντίθετο με την ΕΣΔΑ. (Γ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα Άρθρα 66.6 και 66.7 του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου, 2010, σύμφωνα με τα οποία ο Μοναχός δεν μπορεί να αποχωρήσει από τη Μονή παρά μόνο αν υπάρξει αποχρών λόγος και ότι δεν δικαιούται σε προσωπική περιουσία και/ή ότι υποχρεούται να τη διανείμει και/ή μεταβιβάσει είναι αντίθετα και προς πρόνοιες του Συντάγματος αλλά και της ΕΣΔΑ. (Δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη των αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα για αποτροπή της θέσπισης των πιο πάνω μέτρων παραβιάζει το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. (Ε) Διάταγμα εμποδίζον και/ή απαγορεύον στους Εναγομένους 1, 2 και 3 από του να κατακρατούν και/ή εμποδίζουν τον υιό των Εναγόντων από του να ασκεί το δικαίωμα της ατομικής ελεύθερης διακίνησης όπου και όπως επιθυμεί και Διάταγμα διατάττον αυτούς όπως τον αφήσουν ελεύθερο. (ΣΤ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέβησαν το Άρθρο 66 του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου, εφόσον ο υιός των Εναγόντων δεν διαμένει στη Μονή Μαχαιρά αυτοβούλως και/ή κατόπιν ελεύθερης ανεπηρέαστης επιλογής. Μελετώντας διεξοδικά την Έκθεση Απαιτήσεως, εκείνο που οφείλει να αναφέρει το Δικαστήριο είναι ότι, μπορούσε να περιγραφεί ως πρότυπο δικογράφου. Συμμορφώνεται πλήρως με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων όπως αυτοί τίθενται με τη Δ.19, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική νομολογία. Περιλαμβάνει με σαφήνεια και σε συνοπτική μορφή, σε λιγότερο από οκτώ σελίδες, περιγραφή όλων εκείνων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία στηρίζουν την απαίτηση των Εναγόντων. Οι βασικές αρχές περιγράφονται, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Αρχιππέα
(2015)και Ευάνθη
(2014)πιο πάνω, ενώ υπενθυμίζεται και η αρχή ότι μακρά δικόγραφα προκαλούν δυσχέρεια και πιθανόν να υπόκεινται σε διάταγμα διαγραφής τους Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2229. Εκείνο που αποτελεί ιδιοτυπία στην παρούσα περίπτωση είναι το ίδιο το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων. Επιζητούνται δηλαδή θεραπείες εκ μέρους τους για πράξεις αθέμιτης παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή και ανθρώπινα δικαιώματα του υιού τους, ο οποίος δεν είναι διάδικος, οι οποίες όμως παρεμβάσεις επηρέασαν, σύμφωνα με την εκδοχή τους, κατ΄ επέκταση τα δικά τους ανθρώπινα δικαιώματα. Παρόλον δε, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ένας μάρτυρας δεν έχει δικαίωμα κατά την κύρια εξέταση του να καταθέτει ό,τι επιθυμεί, Ζερβού
(1999), οι περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης δικαιολογούν το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να παράσχει την ευκαιρία στους Ενάγοντες να επεκταθούν σε όλο το φάσμα των σχετικών γεγονότων. Η δε σαφήνεια της Εκθέσεως Απαιτήσεως έχει καταστήσει ως σχετικά και επίδικα, ένα ευρύ φάσμα γεγονότων, το δε Δικαστήριο διατηρεί το δικαίωμα, στο τέλος της διαδικασίας, να μην τους προσδώσει βαρύτητα εάν αυτό κριθεί ορθό. Για τους πιο πάνω λόγους, αυτός ο λόγος ένστασης, απορρίπτεται. Ενστάσεις ως προς την εισαγωγή μαρτυρίας που παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οποιαδήποτε αναφορά της Ενάγουσας 2 η οποία περιέχεται στη Δήλωσή της, Έγγραφο Α και η οποία αφορά στην ιδιωτική ζωή του υιού της, συμπεριλαμβανομένων και αναφορών σε σχέση με πληροφορίες που είτε ο υιός της είχε δώσει στον Δρα Καριόλου, είτε ο Δρ Καριόλου είχε αναφέρει στην Ενάγουσα 2 σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμόν κλινική κατάστασή του, συνιστούν επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του υιού της. Παρόμοιες αναφορές γίνονται και για τη Δρα Σεμέλη Βύζακου. Ως εκ τούτου, κατ΄ επίκληση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, δεν πρέπει να επιτραπεί η εισαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Προς το σκοπόν αυτόν γίνεται επίκληση των Αποφάσεων Ολομέλειας Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2)
(2000)3 Α.Α.Δ. 238 και Κυπριακή Δημοκρατία ν. Κυπριανού
(2011)3(Α) Α.Α.Δ.
  1. Από την πλευρά τους, οι Ενάγοντες εγείρουν θέμα ότι, οι Εναγόμενοι, ως τρίτα πρόσωπα δεν μπορούν να εγείρουν θέμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής του υιού τους. Ο μόνος που μπορεί να το κάμει είναι ο ίδιος ο υιός τους ο οποίος δεν είναι διάδικος στη διαδικασία. Εξάλλου η αντίστοιχη μαρτυρία, ούτε λήφθηκε παράνομα, αλλά και αναγκαία είναι για τη στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών των Εναγόντων. Είναι ισχυρισμοί που είναι δικογραφημένοι στην Έκθεση Απαιτήσεως, άρα ήταν εν γνώσει των Εναγομένων ευθύς εξαρχής και δεν έγινε αίτηση διαγραφής τους από οποιονδήποτε απ΄ αυτούς. Εξετάζοντας τις ενστάσιμες αναφορές, θεωρώ ότι πολλές απ΄ αυτές δεν είναι τέτοιου είδους που να αποτελούν παραβίαση της ιδιωτικής, προσωπικής ζωής του υιού των Εναγόντων, αλλά αναφορές σε ενέργειες της καθημερινότητάς του και στον τρόπο που ο ίδιος εξεδήλωνε την πίστη του. Ως παραδείγματα, είναι φράσεις όπως «ο Γιώργος εξομολογείτο κάθε εβδομάδα στο Γέροντα ή σε πνευματικό», «απαραίτητα πριν τη Θεία Κοινωνία, έπρεπε να προηγηθεί εξομολόγηση», «παραμονή Πρωτοχρονιάς 2001-2002, ο Γιώργος μου είπε ότι δεν θα ερχόταν το βράδυ στο σπίτι, όπως συνηθίζαμε τόσα χρόνια, αλλά θα πήγαινε «αγρυπνία»», «σταμάτησε να τρώει κρέας», «διέλυσε το δεσμό του που ήταν σοβαρός». Πολλές είναι περιγραφές γεγονότων που, κατά πόσο εμπεριέχουν και το στοιχείο της γνώμης της μάρτυρος για να δώσουν περισσότερη εγκυρότητα σ΄ αυτές, είναι κάτι που θα δύναται να αποκαλυφθεί και διαφανεί από την αντεξέταση. Δεν συμμερίζομαι τη μικροσκοπική αντίκρυση του θέματος από πλευράς Εναγομένων, ούτε την ευρύτατη επεξήγηση που δίδουν στον όρο «παραβίαση της ιδιωτικής ζωής». Παρά το γεγονός ότι ο όρος «ιδιωτική ζωή» μπορεί να καλύπτει ένα ευρύτατο πεδίο της ζωής κάποιου ατόμου, η «παραβίαση της ιδιωτικής ζωής» πρέπει να περιλαμβάνει, αντικειμενικώς αντικρυζόμενη, ουσιαστική και ανεπίτρεπτη παρέμβαση στους αντίστοιχους τομείς της ζωής του. Κατά πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ, η «ιδιωτική ζωή» αποτελεί μία ευρεία έννοια, η οποία δεν μπορεί να οριστεί εξαντλητικά. Niemitz v. Γερμανίας, Αίτηση Αρ. 13710/88, ημερομηνίας 16.12.1992, Παραγρ. 29, Μarper v. Ηνωμένου Βασιλείου, Αιτήσεις 30562/04 και 30566/04, ημερομηνίας 4.12.2008, Παραγρ.
  2. Περιλαμβάνει δε πολλές όψεις της σωματικής και κοινωνικής ταυτότητας του ατόμου, όπως το όνομα, τη σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα και το γενετήσιο προσανατολισμό. Στο ίδιο θέμα, έχει λόγο και το άτομο του οποίου υπάρχει ισχυρισμός ότι παραβιάζεται η ιδιωτική ζωή. Εφόσον ο όρος καλύπτει ένα ευρύτατο πεδίο της ζωής του, το ίδιο το άτομο καθορίζει κατά πόσο ένας τομέας πρέπει να τυγχάνει προστασίας ή δημοσίευσης. Ως παραδείγματα μπορεί να αναφερθούν η δημοσίευση στοιχείων δια μέσου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού. Αυτά είναι θέματα που άπτονται της ιδιωτικής ζωής κάποιου και, κάποιοι επιλέγουν να τα δημοσιοποιούν, κάποιοι άλλοι όμως να μην το πράττουν. Αυτό το δικαίωμα του καθενός, όπως ο ίδιος το καθορίζει πρέπει να γίνεται σεβαστό. Στην παρούσα περίπτωση, επαναλαμβάνεται το παράδοξο της υπόθεσης ότι το άτομο του οποίου επιχειρείται η προστασία της ιδιωτικής του ζωής, δεν έχει λόγο, αφού δεν είναι διάδικος στη διαδικασία. Όμως η μητέρα του, ως η μάρτυρας που καταθέτει, πρέπει να έχει το δικαίωμα να περιγράψει με το δικό της τρόπο τα γεγονότα που η ίδια βίωσε στην επαφή που είχε με τον υιό της. Δεν πρέπει εξάλλου να λησμονείται ότι στις αιτίες αγωγής περιλαμβάνεται και η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της ίδιας και του συζύγου της, Ενάγοντος 1, το δε Άρθρο 15 του Συντάγματος, στις εξαιρέσεις που προνοεί και στις οποίες δύναται να επιτραπεί παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή κάποιου, είναι και η προστασία «των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον». Επιπρόσθετα, οι αναφορές που επιχειρούνται να εισαχθούν μέσω της μαρτυρίας της μάρτυρος, είναι αναφορές τις οποίες το ίδιο το άτομο, ήτοι ο υιός της, επέλεξε να δημοσιοποιήσει, είτε προς την ίδια, είτε προς άλλα πρόσωπα. Το ίδιο μπορεί να αναφερθεί και σε διαφοροποιήσεις στη δική του συμπεριφορά, διαφοροποιήσεις οι οποίες δημοσιοποιήθηκαν από τον ίδιο, καθιστώντας τις πλέον γνωστές σε όλα τα άτομα με τα οποία συναναστρέφετο. Γενικά η όλη στάση του όπως περιγράφεται από τη μητέρα του, δεν δεικνύει επιθυμία του να προστατεύσει αυτόν τον τομέα της ιδιωτικής του ζωής. Για τους πιο πάνω λόγους και αυτή η ένσταση απορρίπτεται και οι σχετικές αναφορές όπως αυτές εμπεριέχονται στη Δήλωση, Έγγραφο Α, γίνονται αποδεκτές ως μέρος της μαρτυρίας (κυρίως εξέτασης) της Ενάγουσας
  3. Αναφορές που κατ΄ ισχυρισμόν καλύπτονται από Ιατρικό Απόρρητο Εγείρεται ένσταση σε αναφορές τις οποίες ο Δρ. Καριόλου είχε αναφέρει στην Ενάγουσα 2 ως πληροφορίες που του έδωσε ο υιός της ή σε κατ΄ ισχυρισμόν απόψεις του Δρα Καριόλου σε σχέση με την κλινική κατάσταση του υιού της. Ο λόγος είναι ότι αυτές οι αναφορές καλύπτονται από το ιατρικό απόρρητο, το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 9, των περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμών του 1991 (ΚΔΠ 100/91). Μόνο, σύμφωνα με τους Εναγομένους, σε περίπτωση που ο υιός έχει δώσει τη γραπτή του συγκατάθεση, μπορεί να γίνει αναφορά σ΄ αυτές τις πληροφορίες. Αντίθετη είναι η άποψη των Εναγόντων που ισχυρίζονται ότι το ιατρικό απόρρητο καλύπτει τη σχέση ιατρού και ασθενούς, όχι τρίτου προσώπου, το δε ιατρικό απόρρητο το επικαλείται ο ασθενής έναντι του ιδίου του ιατρού του. Υιοθετώ τη θέση αυτή. Το θέμα καλύπτεται ενδελεχώς από το σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης
(2014)σελ. 999-1001. Αναφέρονται συγκεκριμένα, τα ακόλουθα: «Στην περίπτωση ιατρού και ασθενούς, ο νόμος δεν αναγνωρίζει απόλυτο προνόμιο στον ιατρικό λειτουργό να μην αποκαλύπτει το περιεχόμενο επαγγελματικών επικοινωνιών με τον ασθενή του, καθιστώντας τις έτσι αποδεκτές ως μαρτυρία..» ................................................ «Στη Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 CLR 139, το ερώτημα που τέθηκε ήταν εάν οι προφορικές δηλώσεις που είχαν γίνει από τον β΄ εφεσείοντα σε Κυβερνητικό Ψυχίατρο, μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι δηλώσεις δεν ήσαν προνομιούχες και ήσαν αποδεκτές ως θεληματικές, ο δε ψυχίατρος δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως πρόσωπο σε εξουσία ώστε να είχε υποχρέωση να προειδοποιήσει σχετικώς τον β΄ εφεσείοντα. Σήμερα, το ζήτημα του ιατρικού απορρήτου διέπεται από τους Περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμούς του 1991 (ΚΔΠ 100/91), οι οποίοι έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείον Συντάξεων) Νόμου 16/67. Οι κανονισμοί αυτοί περιέχουν ειδικές πρόνοιες για το επαγγελματικό απόρρητο που καθορίζουν ότι η σχέση μεταξύ ιατρού και ασθενή, είναι ιερή και ότι ο ιατρός δεν μπορεί να αποκαλύψει τις πληροφορίες που του δίνει ο ασθενής για σκοπούς διάγνωσης και θεραπείας (άρθρο 9). Οι κανονισμοί προνοούν επίσης, ότι η υποχρέωση τήρησης του ιατρικού απορρήτου δεν είναι απόλυτη αφού μια τέτοια αποκάλυψη μπορεί να γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 13 των Περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμών 1991 (ΚΔΠ 100/91): (i) Όταν ο ιατρός διατάσσεται από το Δικαστήριο να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον ασθενή. Τότε, μπορεί βεβαίως να αρνηθεί αν είναι διατεθειμένος να υποστεί τις συνέπειες του νόμου, κάτι που δεν έπραξε, όπως είδαμε πιο πάνω, ο γιατρός στη Nutttall v. Nuttall and Twyman
(1964)108 Sol Jo 108. Mια τέτοια στάση αν και παράνομη δεν θεωρείται αντιδεοντολογική. (ii) Όταν ο ιατρός αποκαλύπτει πληροφορίες, η μη αποκάλυψη των οποίων μπορεί να συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή σωματική ακεραιότητα άλλων ατόμων ή να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην κοινωνία.» Κατά συνέπεια και αυτή η ένσταση απορρίπτεται. Αποδεκτότητα Εξ Ακοής Μαρτυρίας Παρόλον ότι οι ενστάσεις στο θέμα αυτό καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της μαρτυρίας, θα τις εξετάσω ενιαία αφού όλες οι αναφορές που επιχειρούνται να εισαχθούν αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Οι Εναγόμενοι εγείρουν ένσταση στην αποδεκτότητα μαρτυρίας που αφορά στην κατ΄ ισχυρισμόν κλινική ή ιατρική κατάσταση του υιού της Ενάγουσας 2, όπως αυτά λέχθηκαν σ΄ αυτήν από το Δρα Καριόλου ή την Σεμέλη Βύζακου αφού αυτές αποτελούν μαρτυρία πραγματογνώμονα και ως τέτοιες δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Η μαρτυρία αυτή επιχειρείται να επαναληφθεί από άτομο που δεν είναι πραγματογνώμονας γι΄ αυτό δεν μπορεί να επιτραπεί. Τα ίδια ισχύουν και για τις όποιες αναφορές της Ενάγουσας 2 σε θέματα που κατ΄ ισχυρισμόν τής ανέφεραν ο νυν Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο Κλείτος Ιωαννίδης και ο Ανδρέας Πιτσιλλίδης, εφόσον η ίδια προσπαθεί να τους παρουσιάσει ως εμπειρογνώμονες σε θέματα μοναχισμού. Το Άρθρο 24 του Κεφ.9 επιτρέπει την εισαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα γίνεται αποδεκτή τέτοια μαρτυρία η οποία θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ ακοής μαρτυρία. Οι Ενάγοντες επικαλούνται τα Άρθρα 26-28 του Κεφ.9, ισχυριζόμενοι επιπρόσθετα ότι τέτοια μαρτυρία θα ήταν αποδεχτή και πριν τη θέσπιση του "Ειδικού Μέρους" του Κεφ.9 ως δηλώσεις στην πορεία της εκτέλεσης καθήκοντος και δηλώσεις αποβιώσαντος. Σημειώνεται ότι ο Δρ Καριόλου, έχει αποβιώσει. Γίνονται προς τούτο αναφορές στο σύγγραμμα Γ. Κακογιάννη, Η Απόδειξη
(1983), σελ. 425, και Τάκη Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης
(1994)σελ. 247, 251-252, 255. Στην υπόθεση Αγρότου
(2016), πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, αφής στιγμής μαρτυρία αποβιώσαντος είχε γίνει αποδεκτή, τότε το Δικαστήριο όφειλε να την αξιολογήσει με βάση τα Άρθρα 26 και 27 του Κεφ.9 και να αποφασίσει για την βαρύτητα που θα έπρεπε να της είχε προσδώσει (Απόφαση Πλειοψηφίας). Επαναλαμβάνοντας τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω στο ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στην Ενάγουσα 2 να περιγράψει με το δικό της τρόπο τα γεγονότα που η ίδια βίωσε, θα απορρίψω και αυτό το μέρος της ένστασης και θα επιτρέψω την εισαγωγή των αντίστοιχων αναφορών εξ ακοής μαρτυρίας. Το Δικαστήριο διαθέτει τα εχέγγυα να διασφαλίσει τη διεξαγωγή της δίκαιης δίκης. Εξάλλου η μαρτυρία αυτή θα αξιολογηθεί κατά την τελική Απόφαση του Δικαστηρίου και τότε θα αποφασισθεί η βαρύτητα που θα πρέπει να της αποδοθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όλα τα πιο πάνω, όλες οι ενστάσεις για την αποδεκτότητα μαρτυρίας που έχουν εγείρει οι Εναγόμενοι απορρίπτονται. Τα Έξοδα της διαδικασίας να είναι στην πορεία της αγωγής. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.