← Κύπρος

CLOSED JOINT-STOCK INVESTMENT COMPANY FINANSOVY DOM ν. UFS CAPITAL LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 4480/15, 30/6/2016

CLOSED JOINT-STOCK INVESTMENT COMPANY FINANSOVY DOM ν. UFS CAPITAL LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 4480/15, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A419 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4480/15 Μεταξύ: CLOSED JOINT-STOCK INVESTMENT COMPANY FINANSOVY DOM Εναγόντων -και-

  1. UFS CAPITAL LIMITED
  2. VIKTORIA SNIGHIREVA
  3. LAUMA OZOLINA
  4. ELENA ZHELEZNOVA
  5. ΣΑΒΒΑΣ ΚΚΑΦΑΣ
  6. ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΚΟΥΡΙΔΗΣ
  7. UFS INVESTMENTS LIMΙTED Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερ. 2.6.2016 για διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος ημερ. 18.9.2015, μέχρι εκδίκασης της έφεσης που καταχώρισαν οι Ενάγοντες εναντίον της Ενδιάμεσης Απόφασης ημερ. 19.5.2016, με την οποία έχει ακυρωθεί Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Γ. Χριστοδούλου με κ. Αυγουστή για Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1 /Καθ'ης η Αίτηση: κ. Μ. Χαρλάμπους για Chrysses Demetriades & CO LLC ---------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την πιο πάνω αγωγή που καταχώρισαν οι Ενάγοντες, ζητούν την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 7 καθώς και διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, προς υποβοήθηση Ρωσικών δικαστικών διαδικασιών. Μετά από μονομερή αίτηση που καταχώρισαν οι Ενάγοντες την ίδια ημέρα που καταχώρισαν την αγωγή, πέτυχαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 7, μέχρι ποσού $8,5 εκ. περίπου και $5 εκ., αντίστοιχα. Εκδόθηκαν επίσης, διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων εναντίον όλων των Εναγομένων. Μετά από ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 19.5.2016 την Ενδιάμεση Απόφαση του, με την οποία απέρριψε την αίτηση και ακύρωσε τα προσωρινά διατάγματα, θεωρώντας πως δεν παρέχεται εξουσία στα Κυπριακά Δικαστήρια να παρέχουν συνδρομή προς υποβοήθηση Ρωσικών δικαστικών διαδικασιών. Με την εξεταζόμενη αίτηση, οι Ενάγοντες επιδιώκουν την επαναφορά σε ισχύ των ακυρωθέντων προσωρινών διαταγμάτων, μέχρι να εκδικαστεί η έφεση που έχουν καταχωρίσει εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, με την οποία παραμερίστηκαν τα προσωρινά διατάγματα. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.35 θ.18 και 19, Δ.40 Θ.1,7 και 11, Δ.48 Θ.1-3, 7-9, στα άρθρα 31,32 και 43 του Ν. 14/60, στις αρχές του κονοδικαίου και στις αρχές που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council

(1974)2 A ll E.R. 448, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις αρχές της επιείκειας. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μ. Φιλίππου, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εμφανίζεται για τους Ενάγοντες στην οποία παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης και την καταληκτική απόφαση του Δικαστηρίου. Επί των γεγονότων της υπόθεσης, υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που κατατέθηκε με την αίτηση των Εναγόντων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, προσθέτοντας τα ακόλουθα: «
  1. Ως με πληροφορούν οι εκπρόσωποι των Αιτητών τα όσα εκτίθενται στο Τεκμήριο 3 και αφορούν τις περιστάσεις και την άμεση πιθανότητα αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση εξακολουθούν να υφίστανται. Περαιτέρω το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την εν γένει στάση των Καθ' ων η Αίτηση, Εταιρειών στη διαδικασία οι οποίες επέλεξαν να προβούν σε ηθελημένη και απροκάλυπτη παρακοή των προσωρινών Διαταγμάτων του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν στις 18/09/
  2. Το Δικαστήριο προέβηκε και σε σχετικό εύρημα ενοχής των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 7 σε ότι αφορούσε την παρακοή των διαταγμάτων και επιφύλαξε την απόφαση του για την επιβολή ποινής. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα προβούν σε όλες τις ενέργειες για να αποξενώσουν πλήρως όλα τα περιουσιακά στοιχεία από τις εταιρείες αφού η στάση τους δείχνει ότι δεν σέβονται ούτε καν τα διατάγματα του Δικαστηρίου.
  3. Στη Ρωσική υπόθεση υπ' αριθμό Α40-174204/2015 εκδόθηκε απόφαση στις 25/01/2016 και η οποία ως πληροφορούμε από τους Ρώσους δικηγόρους των Αιτητών τέθηκε σε ισχύ στις 25/02/
  4. Η εν λόγω απόφαση είναι όμως αδύνατο να εφαρμοστεί στην Κύπρο καθώς πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί και εγγραφεί ενώπιον Δικαστηρίου. Για να καταστεί δυνατό αυτό πρέπει να ακολουθηθούν οι πρόνοιες της διακρατικής Συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας οι οποίες απαιτούν συγκεκριμένες διαδικασίες μέσω των αρμόδιων υπουργείων των εν λόγω χωρών προτού προχωρήσει η αναγνώριση της όποιας απόφασης. Το γεγονός αυτό καθιστά τον ακριβή χρόνο ολοκλήρωσης της εν λόγω διαδικασίας αόριστο. Τηρώντας ως γνώμονα όμως τις παραμέτρους και διαδικασίες που πρέπει να τηρηθούν αυτός θα είναι μακροσκελής. Αναφορικά με τις άλλες δυο υποθέσεις ακόμη εκκρεμεί η εκδίκαση τους ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων ενώ για τυχόν εφαρμογή τους θα πρέπει εκ νέου να εφαρμοστούν οι πρόνοιες που αναλύονται ανωτέρω.
  5. Υπάρχει καλή πιθανότητα για την επιτυχία της έφεσης καθώς και στην υπόθεση SEAMARK CONSULTANCY SERVICES LIMITED v. JOSEPH P. LASALA και άλλους
(2007)ΙΑ Α.Α.Δ 162 δεν υπήρχε ανάλογη νομοθετική πρόνοια όπως το άρθρο 45 αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσουμε την εξέλιξη των διαταγμάτων τύπου Mareva. Όπως αναφέρθηκε στην εν λόγω υπόθεση: «Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο όρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίστηκε ότι τα δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Σε σχέση με την αλλαγή που επήλθε στην Αγγλική νομολογία το 1975, με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων τύπου Mareva, το Εφετείο στην προαναφερόμενη υπόθεση παρατήρησε ότι το όρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act του 1925, στο οποίο βασίστηκαν οι Αγγλικές αποφάσεις Nippon Ysen Kaisha v. Karagiorghis[1975] 3 All Ε R. 282 και Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1975] 2 Lloyds Rep. 509, είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 37
(1)του δικού μας παλαιού περί Δικαστηρίων Νόμου 40/53 και με το άρθρο 32 του ισχύοντος Νόμου 14/
  1. Είναι πρόδηλο πως τα Αγγλικά δικαστήρια έκριναν τότε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία, ειδικότερα στον τομέα της επικοινωνίας, καθώς βέβαια και τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Λέχθηκε στην υπόθεση Κιταλίδης (ανωτέρω) ότι σήμερα μπορεί να γίνουν δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από τον ένα λογαριασμό σε άλλο και από τη μια χώρα στην άλλη σε λίγα δευτερόλεπτα. Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ' αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς. Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας. Με την ευρύτητα του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως ερμηνεύτηκε στην Κιταλίδης (ανωτέρω), κρίνουμε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στο να επεκτείνει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το διάταγμα τύπου Mareva που εξέδωσε και σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Σημειώνουμε ότι στο Άρθρο 32 δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός, εκτός από τις τρεις προϋποθέσεις. Με την ευρύτατη εξουσία που παρέχει το Άρθρο 32 στα Δικαστήρια, το ιστορικό της επέκτασης των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων όπως φαίνεται και από τις αποφάσεις Spyropoullos και Pastella (ανωτέρω) και τις νέες αντιλήψεις που επικράτησαν στην Αγγλία μετά την Pastella, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, είχε δικαίωμα και εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε, ουσιαστικά ακολουθώντας την αρχή της Pastella, η οποία επιτρέπει την επέκταση της εμβέλειας των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων μέσα στα ευρύτατα πλαίσια του Άρθρου 32 και χωρίς αυτοπεριορισμούς που τέθηκαν πάνω σε υπόβαθρο που στο μεταξύ έχασε τη σημασία, την πειστικότητα και την εγκυρότητα του.» Επίσης την ίδια προσέγγιση ακολούθησαν όλες οι υπόλοιπες δικαιοδοσίες κοινοδικαίου π.χ. Britsish Virgin Islands, Cayman Islands, Jersey, Isle of Man. Θεωρούμε ότι δεν μπορεί να εκδίδονται διατάγματα προς υποβοήθηση ευρωπαϊκών υποθέσεων, σε διαιτητικές υποθέσεις οπουδήποτε στον κόσμο αλλά όχι προς δικαστηριακές υποθέσεις τρίτων χωρών.
  2. Ενόψει των ανωτέρω καταδεικνύεται τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας.
  3. Με βάση τα ως άνω συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις και είναι κατεπείγον δίκαιο και πρόσφορο προς το καλύτερο συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Η Αίτηση συνάντησε την ένσταση της Εναγόμενης 1, η οποία υποστηρίζει ότι δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστηρίου να χορηγήσει την αιτούμενη θεραπεία. Ειδικότερα στην ένσταση προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: «
  4. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της Αίτησης και/ή να εκδώσει το επίδικο Διάταγμα.
  5. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και/ή δεν είναι το κατάλληλο Δικαστήριο (forum conveniens) να επιληφθεί της Αγωγής.
  6. Η Αίτηση είναι κατά Νόμο και/ή ουσία αβάσιμη.
  7. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που σωρευτικά θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60 και ιδίως: (α) Δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, και (β) Δεν συντρέχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί με σχετική και/ή ικανοποιητική μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ότι η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εκτός εάν εκδοθούν τα υπό εκδίκαση διατάγματα.
  8. Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου και/ή είναι παραπλανητική.
  9. Υπάρχει δεδικασμένο.
  10. Το αντικείμενο της υπό εκδίκαση αίτησης αποτέλεσε αντικείμενο Αίτησης η οποία καταχωρήθηκε και/ή εκδικάστηκε από Ρωσικό Δικαστήριο.
  11. Η Έφεση που καταχώρησαν οι Αιτητές κατά της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/5/2016 δεν έχει καθόλου ή δεν έχει ικανοποιητικές πιθανότητες επιτυχίας.» Με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, την οποία υπογράφει ο δικηγόρος Μ. Χαραλάμπους, υιοθετούνται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που καταχώρισαν οι Εναγόμενοι 1, προς υποστήριξη της ένστασης τους στην αίτηση για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, με αναφορές στη νομολογία που έχει διαμορφωθεί γύρω από το εξειδικευμένο αυτό ζήτημα. Της διατήρησης, δηλαδή, σε ισχύ προσωρινού διατάγματος που έχει ακυρωθεί, μέχρι εκδίκασης της έφεσης. Ο συνήγορος των Αιτητών ανέπτυξε με επάρκεια τις αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου επί του εγειρόμενου θέματος, αναλύοντας τις κατευθυντήριες γραμμές που τέθηκαν με τη γνωστή απόφαση Αspis liberty Life Ins. Public Co. Ltd ν. Σιακατίδου
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. Εισηγήθηκε πως με βάση τις αρχές που καθιέρωσε η πιο πάνω απόφαση, αλλά και στη βάση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Erinford -πιο πάνω-, θα πρέπει να ικανοποιηθούν δύο κριτήρια: α) Να υπάρχει σοβαρή προοπτική ανατροπής της απόφασης και β) ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, συντρέχουν, υποστήριξε, τα πιο πάνω κριτήρια. Σε σχέση με την πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, επανέλαβε στην ουσία την επιχειρηματολογία και τις θέσεις που ανέπτυξε στην αγόρευση του, κατά την εκδίκαση της αίτησης για τα προσωρινά διατάγματα. Όσον αφορά τις επιπτώσεις από τη μη απόδοση θεραπείας, επικαλέστηκε τον κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων από τις Εναγόμενες 1 και 7, όπως αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για τα προσωρινά διατάγματα. Ο κίνδυνος αποξένωσης, υποστήριξε ο συνήγορος, ενισχύεται από την παρακοή του προσωρινού διατάγματος από τις Εναγόμενες 1 και
  2. Η ασέβεια που επέδειξαν οι Καθ'ων, επεσήμανε ο συνήγορος, με την εσκεμμένη ανυπακοή τους στο διάταγμα, δεν θα πρέπει να επιβραβευθεί. Με την εκδηλωθείσα ήδη στάση τους, οι Καθ'ων έχουν αποδείξει ότι δεν θα διστάσουν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, κατέληξε, ο συνήγορος. Σχολιάζοντας τους λόγους ένστασης, επεσήμανε πως η εισήγηση για έλλειψη εξουσίας του Δικαστηρίου δεν ευσταθεί, παραπέμποντας στα όσα σχετικά λέχθηκαν στην υπόθεση Σιακατίδου (πιο πάνω). Ο συνήγορος σχολίασε, τέλος, τη γενικότερη στάση των Καθών στην παρούσα αίτηση, υποστηρίζοντας ότι καταδεικνύει την πρόθεση τους να κερδίσουν χρόνο, ώστε να αποξενώσουν την περιουσία. Υπόδειξε, επί του προκειμένου, ότι στις 21.6.2016 που είχε προγραμματιστεί για ακρόαση η αίτηση, ζητήθηκε αναβολή, με τη δικαιολογία ότι δεν μπόρεσαν να ετοιμάσουν την ένσταση, λόγω προβλημάτων στην επικοινωνία με τον Ρώσο δικηγόρο των Καθ'ων. Αφού πέτυχαν αναβολή, επισημαίνει, καταχώρισαν ένταση την επόμενη μέρα στην οποία μάλιστα αναφέρεται ότι η ένορκη δήλωση του δικηγόρου Μ. Χαραλάμπους ήταν ημερομηνίας 21.6.
  3. Σχολιάζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Χαραλάμπους, υποστήριξε πως δεν υπάρχουν ισχυρισμοί ή άλλα γεγονότα που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τους λόγους που επικαλέστηκαν για αναβολή της αίτησης. Αυτή η στάση, κατά την εισήγηση του συνηγόρου, υποδηλώνει ότι οι Καθ'ων προσπαθούν με κάθε τρόπο να κερδίσουν χρόνο. Ο συνήγορος της Καθ'ης 1, εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης, εφόσον στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή. Αναλύοντας τη νομολογία επί του ζητήματος, υποστήριξε πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν ακολουθήσει πολύ αυστηρή προσέγγιση, παραπέμποντας στις υποθέσεις Ocean Corpor. Ltd v. NovorossijskybpromCo. Ltd (Αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1154 και Σιακατίδου -πιο πάνω-). Οι περιστάσεις της υπόθεσης, εισηγήθηκε ο συνήγορος, δεν δικαιολογούν τη διατήρηση του ακυρωθέντος διατάγματος σε ισχύ, μέχρι να εκδικαστεί η έφεση. Το ζήτημα που μας απασχολεί εξετάστηκε διεξοδικά στην υπόθεση Σιακατίδου (ανωτέρω), την οποία επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από την απόφαση, το οποίο, κατά την άποψη μου, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό και δίνει την ορθή κατεύθυνση για τον τρόπο που πρέπει να ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου για τη διατήρηση ενός ακυρωθέντος διατάγματος σε ισχύ, μέχρι να εκδικαστεί η έφεση. Υποδεικνύεται πως στην απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Erinford την οποία, επίσης, επικαλέστηκαν οι συνήγοροι. Στις σελίδες 1828-1829, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το θέμα λοιπόν το οποίο είχε απασχολήσει στην Erinford ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο μια πολύ περιορισμένης χρονικής έκτασης θεραπεία διατήρησης του status quo έξι ημερών, μέχρις ότου να μπορούσε να επιληφθεί του ίδιου θέματος το Αγγλικό Εφετείο και να αποφασίσει κατά πόσο εκείνο να δώσει μακρύτερης χρονικής διάρκειας θεραπεία εκκρεμούσας της έφεσης. Εκείνος δε ο παράγοντας ήταν που τελικά μέτρησε και επενήργησε θετικά στην σκέψη του Megarry J. ώστε να εκδώσει το ζητηθέν προσωρινό διάταγμα. Όπως ο ίδιος ο Megarry J. ανέφερε στην απόφαση του [1974] 2 All E.R. 449: "The county council had previously been bound by an undertaking in similar terms, but this came to an end with the dismissal of the motion and counsel of the county council had no instructions to renew it or offer any other undertaking. He volunteered, however, that the next meeting of the appropriate body of the county council would not be until 28th March and in the end counsel for the plaintiffs was content to seek an ex parte injunction only over 20th March, which, he said would allow time for him to give notice of appeal and to serve notice of motion to extend the injunction. Ultimately, I held that I should grant the injunction in this modified form..." Προκύπτει, επομένως, ότι εκείνο που τελικά είχε βαρύνει την πλάστιγγα στην απόφαση του Megarry J. στην υπόθεση Erinford ήταν το γεγονός ότι οι αιτητές περιόρισαν τη χρονική έκταση του αιτούμενου διατάγματος σε περίοδο μερικών μόνο ημερών μέχρις ότου επιληφθεί του θέματος το Εφετείο. Με δεδομένη όμως τη νομολογία και ιδιαίτερα την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία το Εφετείο δεν κέκτηται εξουσία έκδοσης διατάγματος όπως το εδώ υπό εξέταση, αυτό σημαίνει στην ουσία ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο ακυρώνει και τερματίζει την ισχύ ενός διατάγματος, παράσχει νέα θεραπεία η οποία θα επαναφέρει την ισχύ του διατάγματος όχι μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αλλά μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση έφεσης που ασκήθηκε ή θα ασκηθεί με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της ακυρωτικής απόφασης, θα παρείχε μία μακράς διάρκειας θεραπεία με την οποία για αόριστο χρόνο, σίγουρα μακρό, θα επαναφερόταν η ισχύς του ακυρωθέντος διατάγματος. Κατά την άποψη μας, μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας». Από το πιο πάνω απόσπασμα, προκύπτει ξεκάθαρα πως η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Επαναφορά διατάγματος που έχει ακυρωθεί δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην πιο πάνω αυθεντία. Ας δούμε λοιπόν ποιες είναι οι εξαιρετικές περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, κατά την εισήγηση των Αιτητών. Εισηγούνται ότι η έφεση τους έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Υποδεικνύεται πως το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν έχει δικαιοδοσία να χορηγήσει τη θεραπεία που εζητείτο με την αίτηση. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο ακύρωσε τα διατάγματα. Η επιχειρηματολογία του συνηγόρου επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν διαφέρει από την επιχειρηματολογία που είχε προωθήσει στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης. Η διαφύλαξη βεβαίως του δικαιώματος έφεσης, ασφαλώς και είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Όπως, όμως, υποδείχθηκε από το Δ. Νικολάου στην αναφερθείσα πιο πάνω υπόθεση Ocean Corpor. Ltd v. NovorossijskybpromCo. Ltd, η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοτικής δυνατότητας να εκδώσει το διάταγμα, όσο και αν αυτή η κατάληξη υπόκειται στην κρίση του Εφετείου, εφόσον εκκρεμεί έφεση, αποτελεί ένα ακόμη παράγοντα γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στη διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος. Όσον αφορά τις επιπτώσεις που πιθανό να προκύψουν, οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι υφίσταται ο κίνδυνος αποξένωσης, όπως έχει προσδιοριστεί με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αρχική τους αίτηση, την οποία υιοθέτησε ο δικηγόρος Μ. φιλίππου με την ένορκη δήλωση που κατέθεσε προς υποστήριξη της εξεταζόμενης αίτησης. Επικαλέστηκαν, περαιτέρω, την ηθελημένη ανυπακοή των Καθ'ων στα προσωρινά διατάγματα, η οποία διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο και τους έχει επιβληθεί τιμωρία (χρηματικές ποινές). Έχω εξετάσει την αίτηση, με βάση τις ανωτέρω αρχές και τα δεδομένα της υπόθεσης και δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται το αίτημα. Εκτός από το γεγονός της παρακοής, η οποία είχε διαπιστωθεί πριν από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκαν τα διατάγματα, δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι μεσολάβησαν οποιαδήποτε γεγονότα που ενισχύουν τον κίνδυνο αποξένωσης ή πρόκλησης άλλων σοβαρών επιπτώσεων, λόγω της μη διατήρησης των διαταγμάτων σε ισχύ. Ως εκ των ανωτέρω, εκτιμώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να ενταχθεί στις εξαιρέσεις που καθιέρωσε η νομολογία, ώστε να μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Η αίτηση, κατά συνέπεια, αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος των Αιτητών/Εναγόντων και υπέρ της Εναγόμενης 1/Καθ'ης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.