Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μέσω του Ειδικού Διαχειριστή αυτής, Κρις Παύλου κ.α., Αγωγή αρ.: 5948/14, 3/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A343 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5948/14 Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ενάγοντες -και-
- Άντρη Αντωνιάδου, ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 14.12.2015 Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ενάγοντες -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μέσω του Ειδικού Διαχειριστή αυτής, Κρις Παύλου
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερ. 4.12.2014 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 3 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Μ. Ιεροκηπιώτου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1/Καθ'ης: κ. Κλ. Στυλιανού για Τορναρίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ---------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρισαν οι Ενάγοντες στις 17.10.2014, διεκδικούσαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 ποσό €1.050.
- Το διεκδικούμενο ποσό αφορά διοικητικό πρόστιμο που επεβλήθη στην Εναγόμενη 1 Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στη συνέχεια «Λαϊκή Τράπεζα») με βάση απόφαση των Εναγόντων ημερομηνίας 28.4.
- Σημειώνεται πως οι Ενάγοντες διέκοψαν την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 (Τράπεζα Κύπρου) με σχετική ειδοποίηση του καταχώρισαν στις 9.9.
- Υποδεικνύεται επίσης ότι μετά από αίτηση των Εναγόντων επιτράπηκε η τροποποίηση του τίτλου του Κλητηρίου, με την οποία αντικαταστάθηκε η Άντρη Αντωνιάδου, ως ειδική διαχειρίστρια της Λαϊκής Τράπεζας από την Λαϊκή Τράπεζα, μέσω του ειδικού διαχειριστή αυτής, Κρις Παύλου. Με την εξεταζόμενη αίτηση, οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης
- Η αίτηση στηρίζεται στη Διαταγή 18 Θ.1-
- Την υποστηρικτική ένορκη δήλωση υπογράφει η κα Εύα Ιωάννου, προϊστάμενη στο νομικό τμήμα των Εναγόντων. Αφού παραθέτει τις σχετικές πρόνοιες του Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Νόμου (Ν.73
(1)/2009, στη συνέχεια ο «Νόμος») που προβλέπουν τον εποπτικό ρόλο των Εναγόντων καθώς και του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου (Ν.114
(1)/2005), που παρέχει στους Ενάγοντες την εξουσία για επιβολή διοικητικών κυρώσεων, εκθέτει τα γεγονότα της υπόθεσης, ως ακολούθως: α) Στις 28.4.2014, οι Ενάγοντες επέβαλαν στην Εναγόμενη 1 πρόστιμα συνολικού ύψους €1.050.000 για παραβιάσεις των Νόμων 114
(1)/2005, 116
(1)/2005 και 190
(1)/2007, όπως αναφέρονται με λεπτομέρεια στα πρακτικά συνεδρίας των Εναγόντων, τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1. β) Με επιστολή τους ημερομηνίας 4.6.2014 (Τεκμήριο 2) προς την Εναγόμενη, την ενημέρωσαν για την επιβολή των πιο πάνω διοικητικών κυρώσεων και της απέστειλαν σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 3). γ) Η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να πληρώσει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό ή οποιοδήποτε μέρος αυτού το οποίο έχει καταστεί πληρωτέο με βάση το άρθρο 39 του Νόμου, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «39
(1)Διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλεται από την Επιτροπή κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή της κειμένης νομοθεσίας λογίζεται έναντι των εσόδων του Πάγιου Ταμείου της Δημοκρατίας
(2)Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής διοικητικού προστίμου ή χρηματικής πληρωμής που καθορίζεται στα πλαίσια συμβιβασμού, η Επιτροπή δύναται- (α) να λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του, οπότε το οφειλόμενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος.....» δ) Η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1 στις 30.10.2014 και στις 6.11.204 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης. ε) Η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι των πιο πάνω διοικητικών προστίμων που της επιβλήθηκαν από τους Ενάγοντες και εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €1.050.000 μαζί με τους τόκους. Υποστηρίζει, τέλος, ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει καταχωρίσει υπεράσπιση και ότι καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης για σκοπούς καθυστέρησης, καθόσον δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης για τους ακόλουθους λόγους:
(1)Η υπό ένσταση αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και/ή δεν αφορά τους υφιστάμενους διαδίκους και/ή την υφιστάμενη Εναγόμενη 1 όπως αυτή έχει προκύψει μετά την τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος στις 14 Δεκεμβρίου 2015 και/ή αφορά και/ή απευθύνεται προς και/ή είναι σχετική με άλλο πρόσωπο από την Εναγόμενη 1.
(2)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για να μπορεί να αποκτήσει δικαιοδοσία το Δικαστήριο για να μπορεί να εκδικάσει την υπό ένσταση αίτηση.
(3)Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγων και αν φανεί ότι μπορεί να συνεχίσει η αίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1, η Καθ' ης η Αίτηση Εναγόμενη 1 έχει καλή Υπεράσπιση. Συγκεκριμένα και με βάση τη σχετική νομοθεσία και/ή νομολογία και ειδικότερα τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων νόμο (Νόμος 17(Ι)/2013) και τη σχετική επί αυτού νομολογία, οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον πιστωτικού ιδρύματος υπό εξυγίανση πρέπει να αφορά αποζημίωση για ζημιά που έχει πάθει μέτοχος, πιστωτής ή αντισυμβαλλόμενος πιστωτικού ιδρύματος από την εξυγίανση, την οποία δε θα πάθαινε αν το πιστωτικό ίδρυμα τίθετο σε απευθείας εκκαθάριση. Η Εναγόμενη 1 είναι πιστωτικό ίδρυμα υπό εξυγίανση και έκδοση απόφασης στην εν λόγω αίτηση καταστρατηγεί την εν λόγω νομοθεσία και/ή νομολογία.
(4)Επιπλέον και ειδικότερα με βάση το άρθρο 28 του Ν.17(Ι)/2013 η με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή θα μπορεί να συνεχίσει μόνο αν προστεθεί ως Εναγόμενος και το Αποκτών Πρόσωπο που στην προκειμένη περίπτωση είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η εν λόγω Τράπεζα ήδη εμφαίνεται ως Εναγόμενη 2 πλην όμως οι Ενάγοντες έχουν τερματίσει και/ή αποσύρει και/ή διακόψει την αγωγή εναντίον της. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση η οποία υπογράφεται από τη δικηγόρο κα Λουΐζα Σίγαρ, αναπτύσσεται νομική επιχειρηματολογία επί των πιο πάνω λόγων ένστασης. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας στη γνωστή επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογία. Ειδικότερα: Η συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε πως ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18, όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης 1 και 2, επεσήμανε πως Εναγόμενη ήταν εξ' αρχής η Λαϊκή Τράπεζα μέσω του ειδικού διαχειριστή της. Υπόδειξε επί του προκειμένου ότι οι ειδικοί διαχειριστές ενάγονται υπό την ιδιότητα τους αυτή και όχι υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Όσον αφορά την εισήγηση της Εναγόμενης ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να επανακαταχωρήσουν νέα αίτηση μετά την τροποποίηση, υποστήριξε, με παραπομπές σε νομολογία, ότι η τροποποίηση του τίτλου, συνεπάγεται και τροποποίηση όλων των διαβημάτων που έχουν ήδη καταχωρηθεί. Σε κάθε περίπτωση, εισηγήθηκε η συνήγορος, η Εναγόμενη 1 εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 δεν ήταν διάδικος στο αρχικό κλητήριο, εφόσον συγκατατέθηκε στην τροποποίηση του τίτλου με την αντικατάσταση του ονόματος, της, τότε, ειδικής διαχειρίστριας της Εναγόμενης 1, από την Εναγόμενη 1, μέσω του νέου ειδικού διαχειριστή της. Επί της ουσίας, εισηγήθηκε πως οι θέσεις της Εναγόμενης δεν είναι βάσιμες. Στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α., την οποία επικαλείται η Εναγόμενη, η πλήρης ολομέλεια δεν αποφάσισε όσα υποστηρίζει η Εναγόμενη στην ένσταση της. Εκείνο που αποφάσισε η Ολομέλεια, επεσήμανε η συνήγορος, ήταν πως δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τις προσφυγές και ότι, περαιτέρω, σε περίπτωση καταχώρισης αγωγών σε σχέση με το κούρεμα, η ζημιά που θα μπορούσε να αξιωθεί, είναι η ζημιά που θα πάθαινε ο κάθε καταθέτης, εάν τα μέτρα εξυγίανσης δεν είχαν ληφθεί. Όσον αφορά τέλος, τη θέση της Εναγόμενης 1 ότι θα πρέπει απαραίτητα να προστεθεί ως διάδικος η Τράπεζα Κύπρου, ως το πρόσωπο που απέκτησε τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας, εισηγήθηκε πως οι επίδικες υποχρεώσεις της Εναγόμενης δεν μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, με βάση τις πρόνοιες των Ν.17
(1)/2013 και της Κ.Δ.Π. 104/
- Πέραν τούτου, εισηγήθηκε πως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του υπό αναφοράν Νόμου, καθόσον τα γεγονότα που σχετίζονται με τις παραβιάσεις της Εναγόμενης 1, ανάγονται σε χρόνους πριν τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 1, υποστήριξε με τη σειρά του πως δεν δικαιολογείται το αίτημα τόσο για τους τυπικούς λόγους που προβάλλονται στην ένσταση όσο και επί της ουσίας. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης 1 και 2, ως ανωτέρω, εισηγήθηκε πως η αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, λόγω της τροποποίησης. Όπως το έθεσε, άλλο πρόσωπο ήταν Εναγόμενος 1 κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης και άλλο σήμερα που εξετάζεται η αίτηση, εφόσον έχει στο μεταξύ τροποποιηθεί ο τίτλος της αγωγής με την αντικατάσταση της Άντρης Αντωνιάδου, από την Λαϊκή Τράπεζα. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως δεν έχει ακόμα καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης από την Εναγόμενη 1 και συνεπώς δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις της Δ.
- Υπόδειξε επί του προκειμένου ότι το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρίστηκε ήταν πριν από την τροποποίηση. Η εμφάνιση, δηλαδή, αφορούσε την Άντρη Αντωνιάδου και όχι την Εναγόμενη
- Όσον αφορά την αποκάλυψη υπεράσπισης, υποστήριξε πως η αγωγή είναι πρόωρη, παραπέμποντας στις πρόνοιες του άρθρου 26
(2)του Νόμου 17
(1)/2013, όπως έχουν ερμηνευθεί από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427. Υποστήριξε, επίσης, ότι με βάση το άρθρο 28 του πιο πάνω Νόμου θα πρέπει να προστεθεί ως συνεναγόμενη η Τράπεζα Κύπρου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν διατυπωθεί εξαντλητικά σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό να επαναληφθούν. Θα προχωρήσω, συνεπώς, στην εξέταση των λόγων που εγείρονται με την ένσταση. Οι πρώτοι δύο λόγοι κρίνονται εντελώς αβάσιμοι. Η ανάγκη για την τροποποίηση προέκυψε λόγω της αντικατάστασης της Άντρης Αντωνιάδου από τον Κρις Παύλου. Είναι προφανές ότι η αγωγή καταχωρίστηκε αρχικά εναντίον της Άντρης Αντωνιάδου (που ήταν κατά το χρόνο εκείνο ειδική διαχειρίστρια) υπό την ιδιότητα της ως ειδικής διαχειρίστριας της Λαϊκής Τράπεζας και όχι υπό την προσωπική της ιδιότητα. Δεν φαίνεται δε να υπήρξε οποιαδήποτε παρανόηση, ως προς το γεγονός αυτό, εφόσον το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρίστηκε από την Άντρη Αντωνιάδου ήταν υπό την ιδιότητα της αυτή. Σχετικό είναι και το διοριστήριο που υπέγραψε, στο οποίο έθεσε την σφραγίδα της, με την υπό αναφοράν ιδιότητα της. Η θέση, επομένως, του συνηγόρου της Εναγόμενης 1 ότι με την τροποποίηση αντικαταστάθηκε η πρώην Εναγόμενη 1 από την Λαϊκή Τράπεζα δεν ευσταθεί. Εντελώς ανεδαφική κρίνεται και η εισήγηση ότι η αίτηση έχει καταστεί χωρίς αντικείμενο, επειδή κατεχωρήθη πριν από την τροποποίηση ή ότι στρέφεται εναντίον άλλου διαδίκου. Όπως ορθά επισημάνθηκε από τη συνήγορο των Εναγόντων, με την τροποποίηση του τίτλου τροποποιήθηκαν και όλα τα μεταγενέστερα διαβήματα που λήφθηκαν, συμπεριλαμβανομένης, βεβαίως, και της εξεταζόμενης αίτησης (βλ. Ferro Fashions Ltd v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1805). Ορθή κρίνεται και η θέση των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 1, αποδεχόμενη την αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι η αίτηση στρεφόταν εναντίον άλλου διαδίκου. Έχοντας απορρίψει τους πρώτους δύο λόγους ένστασης, εκτιμώ ότι κοινοποιούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, εφόσον: «(α) Το κλητήριο είναι ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπογράφεται από πρόσωπο το οποίο, ως εκ της θέσης του, είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και έχει βεβαιώσει την οφειλή της εναγόμενης (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, Παύλου ν. Οργανισμού Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051). Οι εναγόμενοι, συνεπώς, έχουν την υποχρέωση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Το εύρος της υποχρέωσης αυτής συζητήθηκε σε πάμπολλες υποθέσεις (βλ., μεταξύ άλλων, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, Trans Middle East Trading Limited v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Μεττή κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1968 κ.α.). Η θεμελιακή αρχή που συνάγεται από τη θεώρηση της νομολογίας είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, αναμφίβολα, ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Εξέτασα την παρούσα αίτηση υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που περιέχονται στην αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, καθώς και τις εισηγήσεις των δύο συνηγόρων. Μελετώντας προσεκτικά τα δεδομένα της υπόθεσης, κατέληξα πως δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης για τους ακόλουθους λόγους: Όπως υποδείχθηκε, η Εναγόμενη 1 υποστηρίζει ότι η αγωγή είναι πρόωρη, με βάση το άρθρο 26
(2)του Ν. 17
(1)/2013, που προβλέπει τα ακόλουθα: «26.
(1)Το δικαίωμα δικαστικής αμφισβήτησης της ληφθείσας από την Αρχή Εξυγίανσης απόφασης σχετικά με το προσδιοριζόμενο αντάλλαγμα για το θιγόμενο δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αναζήτησης οικονομικής επανόρθωσης του θιγόμενου προσώπου από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζονται.
(2)Σε περίπτωση που μέτοχος, πιστωτής ή αντισυμβαλλόμενος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, θεωρεί ότι η οικονομική του θέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με αυτή, στην οποία θα βρισκόταν εάν δεν είχαν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης και το επηρεαζόμενο ίδρυμα τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση, η απαίτηση του οικονομικά θιγόμενου προσώπου περιορίζεται στην απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεων για ζημία, την οποία έχει υποστεί δυνάμει της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης.
(3)Οι απαιτήσεις του εδαφίου
(2)δεν δύνανται να στραφούν κατά (α) της Αρχής Εξυγίανσης, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 29, (β) του προσώπου, προς το οποίο γίνεται η μεταβίβαση, προκειμένου περί απαιτήσεων που απορρέουν από τη λήψη των διαλαμβανόμενων στα άρθρα 9, 10, 11 και 13 μέτρων εξυγίανσης.» Η συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε πως οι επίδικες υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους Ενάγοντες, δεν εμπίπτουν στις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην πιο πάνω πρόνοια . Με βάση την εισήγηση της, η πιο πάνω πρόνοια αφορά μόνο τους καταθέτες, παραπέμποντας στα όσα λέχθηκαν στην αναφερθείσα απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου (πιο πάνω). Συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων πως εγείρεται συζητήσιμη υπεράσπιση ως προς το προκείμενο ζήτημα. Υπενθυμίζω τη γενική αρχή, με βάση την οποία συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει, αναμφίβολα, ότι ο εναγόμενος στερείται καλόπιστης υπεράσπισης. Εάν δημιουργείται αμφιβολία, είτε γιατί αμφισβητούνται γεγονότα ή γιατί δεν είναι απλά και ξεκάθαρα τα νομικά θέματα που εγείρονται, τότε θα πρέπει να δίδεται άδεια υπεράσπισης (βλ. επίσης Ανδρόνικου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 977). Όπως επεσήμανε ο συνήγορος της Εναγόμενης 1, εγείρονται καινοφανή ζητήματα τα οποία δεν έχουν ακόμα ερμηνευθεί από τη νομολογία. Υποδεικνύεται πως στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου (πιο πάνω) δεν αποφασίστηκαν όλα τα θέματα που ρυθμίζονται από την Περί Εξυγίανσης Νομοθεσία. Το κατά πόσο η θέση των πιστωτών της Λαϊκής επηρεάζεται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και των καταθετών, αποτελεί, τουλάχιστον, ένα συζητήσιμο θέμα. Προβάλλεται όμως ακόμη μία παράμετρος με την ένσταση (βλ. 4ος λόγος ένστασης πιο πάνω). Κατά πόσο η Τράπεζα Κύπρου, ως το αποκτών πρόσωπο, θα έπρεπε να είναι διάδικος, με βάση τις πρόνοιες της Διαταγής 28, που προβλέπει τα ακόλουθα: «28.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 13, οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή άλλη διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αλλά μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την περίπτωση: Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση.
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δεν επηρεάζονται οφειλές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση που προκύπτουν από δικαστικές αποφάσεις και δικαστικά διατάγματα, που αφορούν περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω ιδρύματος, που έχουν εκδοθεί, πριν από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης.» Το κατά πόσο οι επίδικες υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους Ενάγοντες, έχουν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου, ώστε να θεωρείται «αποκτών πρόσωπο», είναι επίσης συζητήσιμο. Δεν είναι ξεκάθαρο, όπως εισηγήθηκε η συνήγορος των Εναγόντων, ότι τα διοικητικά πρόστιμα που επιβλήθηκαν στην Λαϊκή, για παραβιάσεις της νομοθεσίας, προτού τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης, εξαιρούνται των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν δυνάμει του άρθρου 5 της Κ.Δ.Π. 104/2013. Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι τα εγειρόμενα ζητήματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα, ώστε να δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Φρονώ ότι εγείρονται συζητήσιμα θέματα που δίδουν δικαίωμα στην Εναγόμενη 1 να ακουστεί, προβάλλοντας την υπεράσπιση της. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. Δίδονται οδηγίες όπως η Εναγόμενη 1 καταχωρίσει την υπεράσπιση της μέσα σε 21 ημέρες από σήμερα. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο