NINA BLESZYNSKA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Αρ. Αγωγής: 4472/13, 9/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4472/13 Μεταξύ: NINA BLESZYNSKA Ενάγουσα και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Εναγομένη ------------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Ιουνίου 2016 Αίτηση από την Κυπριακή Δημοκρατία. Εναγόμενη - αιτήτρια: Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη - αιτήτρια: Θεανώ Μαυρομουστάκη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: Στέργιος Καλλιάνος για Κανναβά , Κιτρομιλίδου και Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας η οποία είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Πολωνίας έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι για αποζημιώσεις ύψους €86.936,95 συνεπεία ζημιάς την οποία υπέστη η επένδυση της ενάγουσας λόγω της παράληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας να προσφέρει και/ή προτείνει στην ενάγουσα έγκαιρη, επαρκή και αποτελεσματική αποζημίωση, νόμιμων τόκων και έξοδα. Συγκεκριμένα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στις 4/6/1992 υπογράφηκε στη Βαρσοβία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Πολωνίας διμερής συμφωνία με τίτλο «Συμφωνία για Προώθηση και Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων» η οποία κατέστει νόμος της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Είναι η θέση της ότι μετέφερε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χρηματικό πόσο και συγκεκριμένα διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό προθεσμίας (fixed deposit) στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ο αριθμός λογαριασμού της ήταν 026-09-024867 ο οποίος κατά τον Μάρτιο του 2013 ανήρχετο σε €174.925,
- Το πιο πάνω ποσό, σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα, αποτελεί επένδυση. Περί το Μάρτιο του 2013 λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Κυπριακή Δημοκρατία και για λόγους δημοσίου συμφέροντος, η εναγόμενη προέβηκε σε σειρά μέτρων και συγκεκριμένα σε νομοθεσίες, διοικητικές και/ή κανονιστικές πράξεις με τις οποίες επηρεάστηκε δυσμενώς η επένδυση της ενάγουσας και συγκεκριμένα μειώθηκε σε €84.984.
- Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη ενέργησε κατά παράβαση της νομοθεσίας και κατά παράβαση της Συμφωνίας για Προώθηση και Αμοιβαία Προστασία Επενδύσεων μεταξύ Κύπρου και Πολωνίας, ζήμιωσε την επένδυση της ενάγουσας κατά €86.936,95 και/ή δεν ενέργησε προληπτικά ως όφειλε και δεν πρότεινε ή προσέφερε στην ενάγουσα έγκαιρη, επαρκή και επαγγελματική αποζημίωση παρά του ότι η ενάγουσα ζήτησε τούτο. Είναι επίσης η θέση της ότι η εναγόμενη παρέλειψε να προστατεύσει επαρκώς και/ή καθόλου την επένδυση της ενάγουσας και/ή εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη που έδειξε σε αυτή η ενάγουσα συνεπεία των συμβατικών υποχρεώσεων και νόμιμων δεσμεύσεων της εναγομένης. Η Κυπριακή Δημοκρατία στην Υπεράσπιση της εγείρει Προδικαστική Ένσταση στην οποία αναφέρει ότι η Συμφωνία ημερομηνίας 4/6/92 μεταξύ Κύπρου και Πολωνίας επί της οποίας βασίζεται η αγωγή της ενάγουσας έχει, μετά την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταστεί μη εφαρμόσιμη και/ή ανενεργής βάση του Ευρωπαϊκού Δικαίου που προνοεί για ενιαία αγορά και ελεύθερη διακίνηση Κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών και ότι η Συμφωνία περιέχει πρόνοιες που είναι αντίθετες και/ή αβάσιμες με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Επιφυλάσσει το δικαίωμα της να καταχωρήσει αίτημα για παραπομπή του νομικού ζητήματος που αφορά η Προδικαστική Ένσταση ως Προδικαστικού Ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. δυνάμει του Άρθρου 267 της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Στην Υπεράσπιση της, η Κυπριακή Δημοκρατία, προχωρά και υπερασπίζεται τις αποφάσεις της με εκτενή αναφορά στα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και την επιτακτική ανάγκη για εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα για το δημόσιο συμφέρον και κατονομάζει όλες τις ενέργειες τις οποίες έλαβε σε αυτή την κατεύθυνση. Υπογραμμίζει δε ότι είναι κοινό έδαφος μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης ότι τα μέτρα εφαρμόστηκαν λόγω επιτακτικής ανάγκης δημοσίου συμφέροντος προς αποφυγή κατάρρευσης της οικονομίας της χώρας. Υιοθετεί την Προδικαστική της Ένσταση και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δε δικαιούται σε καμιά θεραπεία. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση η ενάγουσα απορρίπτει τόσο την Υπεράσπιση αλλά και την Προδικαστική Ένσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβάλλει τη θέση ότι η Συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Πολωνίας ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα, άρα εξακολουθεί να ισχύει, είναι έγκαιρη και εκτελεστή και επίσης ισχυρίζεται ότι δεν είναι αντίθετη με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και αναφέρει επίσης ότι μετά την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Κύπρος υπόγραψε αρκετές νέες διμερείς επενδυτικές συμφωνίες οι οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται. Στις 10/11/15 η Κυπριακή Δημοκρατία καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: « Α. Απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 3, στοιχείο β' της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕΕΕ 2008, C 115, σ. 13, στο εξής ΣΕΕ) και άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕΕΕ 2008, c 115, σ. 47, στο εξής ΣΛΕΕ) για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των πιο κάτω ερωτημάτων και/ή οποιαδήποτε παραλλαγή αυτών και κοινοποίηση αυτής στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης: Κατά πόσον οι πρόνοιες της επίδικης Συμφωνίας για προώθηση και Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Πολωνίας ημερομηνίας 04/06/1992, έχουν, μετά την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταστεί μη εφαρμόσιμες και/ή ανενεργές βάσει του Ευρωπαϊκού δικαίου περί, μεταξύ άλλων, της ενιαίας αγοράς και της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων μεταξύ των Κρατών μελών και/ή άλλως πως; και/ή κατά πόσο η επίδικη Συμφωνία υπέχει θέση υποδιέστερης τυπικής ισχύος από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο; και/ή κατά πόσο οι πρόνοιες της, κατά την έκταση που αυτές είναι σχετικές με τα επίδικα στην παρούσα αγωγή θέματα, είναι αντίθετες και/ή ασυμβίβαστες με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο; » Ζητά επίσης αναστολή της διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης του Δ.Ε.Ε. επί της προδικαστικής παραπομπής. Είναι η θέση της συνηγόρου για την αιτήτρια ότι το ζήτημα άπτεται της Κοινοτικής Έννομης Τάξης και ειδικά κατά πόσο οι πρόνοιες της Συμφωνίας ημερομηνίας 4/6/1992 έχουν καταστεί μη εφαρμόσιμες και ανενεργές δυνάμει του Ευρωπαϊκού Δικαίου που προνοεί για ενιαία αγορά και ελεύθερη διακίνηση Κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ ή κατά πόσο οι πρόνοιες της σύμβασης κατά την έκταση του είναι σχετικές με τα επίδικα θέματα είναι αντίθετες και/ή ασυμβίβαστες με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Θεωρεί επίσης ότι η απόφαση επί του ζητήματος αυτού είναι αναγκαία για να εκδοθεί απόφαση στην παρούσα αγωγή. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο ενόρκως δηλών Νικόλας Καλλένος επαναλαμβάνει τη θέση του για την ανάγκη παραπομπής του επίδικου νομικού σημείου στο Δ.Ε.Ε. και προβάλλει τη θέση ότι είναι απαραίτητη η παραπομπή στο Δ.Ε.Ε. για να ξεκαθαρίσουν τα θέματα που αφορά η παρούσα αγωγή. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Θέση της είναι ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, δεν περιέχει πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών δεδομένων και στοιχείων που αφορούν την υπόθεση, η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και θεωρεί ότι το ερώτημα είναι έκδηλα αντινομικό, παράδοξο, αδικαιολόγητο και αβάσιμο, δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Άρθρου 267 της συνθήκης της Λισσαβώνας και δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της δικηγόρου Γεωργίας Μιχαήλ στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και ειδικά τη θέση ότι όλα τα θέματα που αφορά η αγωγή καθορίζονται σαφώς από τη Συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Πολωνίας και δε τίθεται θέμα ερμηνείας και εφαρμογής Ευρωπαϊκού Δικαίου όπως το θέτει η εναγομένη. Η συνήγοροι των μερών κατέθεσαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προωθώντας η κάθε πλευρά τη θέση της και περαιτέρω η κα. Μαυρομουστάκη ανάφερε προφορικά ότι η Ασφάλεια Δικαίου επιβάλλει απόφαση του ΔΕΕ επί του θέματος κατά πόσο η Συμφωνία έχει καταστεί ανενεργή ως αποτέλεσμα της προσχώρησης της Κύπρου στην ΕΕ αναφέροντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υπογράψει αντίστοιχες διμερείς συμβάσεις με άλλες 18 χώρες μέλη της ΕΕ και πρέπει να γνωρίζει τη θέση του Δ.Ε.Ε. δεδομένου ότι το κούρεμα καταθέσεων που έγινε το Μάρτιο του 2013 για λόγους δημοσίου συμφέροντος επηρεάζει πολλούς πολίτες χωρών μελών της ΕΕ που είχαν τις καταθέσεις τους στην Κύπρο. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) (πρώην Δ.Ε.Κ.) να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις σε θέματα που αφορούν την ερμηνεία των Συνθηκών και το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ρυθμίζεται από το αρ. 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι πρόνοιες του οποίου ενσωματώθηκαν στην Κυπριακή Νομοθεσία με το αρ. 34(Α)
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 το οποίο ορίζει ως ακολούθως: «34.Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του ΤίτλουVI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού.
(2)Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω Δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.» Το εν λόγω άρθρο 267 (πρώην 234) ορίζει ως εξής: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, να κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο ..» Σχετικό είναι το ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ για τις αιτήσεις των Εθνικών Δικαστηρίων προς έκδοση Προδικαστικής Αποφάσεως (2005/C 143/01) που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα παραπέμπω στις πιο κάτω σχετικές οδηγίες: «
- Το σύστημα της προδικαστικής παραπομπής, άλλως σύστημα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, συνιστά ουσιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και αντικείμενό του είναι να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια το μέσο για τη διασφάλιση ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού σε όλα τα κράτη μέλη.
- Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικός επί της ερμηνείας του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και επί της ισχύος των πράξεων του παραγώγου δικαίου. Η γενική αυτή αρμοδιότητα του απονέμεται δυνάμει του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΚ και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δυνάμει άλλων διατάξεων. ......
- Στο πλαίσιο της προδικαστικής παραπομπής, ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να παρέχει στοιχεία ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή να αποφαίνεται επί της ισχύος του και όχι να εφαρμόζει το δίκαιο αυτό στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, ρόλος που ανήκει στο εθνικό Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο ούτε να επιλύει τις διαφορές που ανακύπτουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης ούτε να αποφαίνεται ως προς τις διχογνωμίες σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των κανόνων του εθνικού δικαίου. .......
- Κάθε Δικαστήριο έχει την εξουσία να υποβάλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία ενός κανόνα του κοινοτικού δικαίου, εφόσον το θεωρεί αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. .......
- Συνεπώς, το Δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις εξακολουθούν να υπόκεινται σε ένδικο μέσο μπορεί, ιδίως εφόσον θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, να αποφασίσει το ίδιο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει. Εντούτοις, η προδικαστική παραπομπή μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, εφόσον πρόκειται για ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε όλη την Ένωση ή εφόσον προκύπτει ότι η υπάρχουσα νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως.
- Εναπόκειται στο εθνικό Δικαστήριο να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί την αιτούμενη ερμηνεία αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεώς του.» Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για παραπομπή ενός ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. αποκρυσταλλώθηκαν με Κυπριακή Νομολογία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Καπακιώτης και Παπαέλληνας Λτδ., ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Υγείας, Υπόθεση Αρ. 1239/2007, ημερ. 11.12.2009, Chrikar Trading Co. Ltd., v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Οικονομικών και/ή Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Υπόθεση Αρ. 414/2007 ημερ. 30.6.2009, Γιώργος Μιχαλιάς ν. Χριστίνας Α. Ιωάννου-Μιχαλιά (Αρ.1)
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 899, Senthil Thevathas και Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 818/2010 ημερ. 9.8.12 και Fontana Amoroza Coast Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 8/2009, ημερ. 13.1.2011. Βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο Δ.Ε.Ε. είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση (βλ. Bulmer v. Bollinger
(1974)2 All E.R. 1226, 1235-1236, R v. International Stock Exchange Exparte Else
(1993)1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 κάτω από τον τίτλο DISCRETION). Στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger ο Λόρδος Denning ανέφερε ότι "'necessary' meant that the outcome of the case must be dependent on the decision". Το αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του Δ.Ε.Ε. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αν θα παραπέμψει ή όχι το θέμα, το Εθνικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα. Στην υπόθεση Cypra Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 78/2009, ημερ. 5.6.2013, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξετάζοντας αίτηση για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία που περιβάλλει το άρθρο 267: «Το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παρέχει στο Δ.Ε.Ε. την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Ε. ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του είναι "essential for the preservation of the Community character of law established by the Treaty and has the object of ensuring that in all circumstances this law is the same in all States of the Community" (είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας) (Υπόθεση 166/73, Rheinműhlen-Dusseldorf v. EVGF, [1974] ECR 33). Το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του Εθνικού Δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά αποφασίζονται από τα εθνικά δικαστήρια και τα ερωτηματικά που πηγάζουν από τα εν λόγω θέματα απαντώνται από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων/ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιων του (Duringello v. INPS, Case C-186/90). Θα πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι ο διαχωρισμός μεταξύ νομικών θεμάτων και γεγονότων δεν είναι πάντα εύκολος. Γι' αυτό δεν είναι άγνωστες οι περιπτώσεις όπου η διατύπωση μιας απόφασης του Δ.Ε.Ε. ελάχιστη ή καμιά διακριτική ευχέρεια αφήνει στα εθνικά δικαστήρια ως προς το πώς θα εφαρμόσουν την απόφαση στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι ενώπιόν τους. (Υπόθεση 235/87, Annunziatta Matteucci v. Communauté Française de Belgique, [1988] CMLR 357). Χρήσιμη περίληψη των λόγων που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. περιέχεται στην απόφαση του Δικαστή MacPherson στην υπόθεση R. v. H.M. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust plc.
(1987)C.M.L.R.
(2), p. 1,
- Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "I do not refer the case simply because a serious point of Community law arises, but I do so for the following reasons:
- The relevant facts are not in dispute. The case before me in its written form and the documents before me set out the facts which are substantially, if not wholly, agreed.
- The point raised will in my judgment be substantially determinative of the case.
- There is no Community authority precisely or indeed in my judgment closely in point.
- The point raised and indeed the case itself are both put forward in good faith and without any adverse motive ...
- I am convinced that at some stage in its life the case will be or will have to be referred to Europe.
- I do not find the point free from doubt." Σε μετάφραση: "Δεν παραπέμπω την υπόθεση απλά γιατί σοβαρό σημείο του Κοινοτικού Δικαίου εγείρεται, αλλά την παραπέμπω για τους πιο κάτω λόγους:
- Τα σχετικά γεγονότα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Η υπόθεση ενώπιον μου στην έγγραφη μορφή της και τα ενώπιον μου έγγραφα παραθέτουν τα γεγονότα τα οποία, αν όχι στην ολότητά τους, στην ουσία είναι συμφωνημένα.
- Το νομικό σημείο που ηγέρθη, κατά την κρίση μου, θα είναι καθοριστικό για την επίλυση τελεσίδικα της επίδικης διαφοράς.
- Δεν υπάρχει Κοινοτική αυθεντία ακριβώς στο σημείο ή πραγματικά κατά την κρίση μου, παραπλήσια του.
- Το εγερθέν σημείο και πραγματικά αυτή η ίδια η υπόθεση προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο.
- Είμαι πεπεισμένος ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας η υπόθεση θα παραπεμφθεί ή θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
- Δεν βρίσκω ότι το σημείο είναι απαλλαγμένο αμφιβολίας." Σχετικά με τους λόγους που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε., χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει, σ' αυτές τις ίδιες τις Συστάσεις του Δικαστηρίου που αφορούν τέτοιες παραπομπές (Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C338/01) και ιδιαίτερα στην υπό στοιχείο 13 Σύσταση, την οποία και παραθέτουμε: "
- Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως." Στην υπόθεση Netmed N.V. κα ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, Συνεκδ. υποθ. 1522/2006 και 1523/2006, ημερ. 7.9.2007, λέχθηκαν σχετικά τα εξής από τον Φωτίου, Δ.: «Βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο Δ.Ε.Κ. είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση, εδώ τις παρούσες προσφυγές. (Βλέπε Bulmer v. Bollinger
(1974)2 All E.R. 1226, 1235 - 1236, R v. International Stock Exchange Exparte Else
(1993)1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296 - 297 κάτω από τον τίτλο DΙSCRETION). Στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι "´necessary´ meant that the outcome of the case must be dependent on the decision." Το αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του Δ.Ε.Κ. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αν θα παραπέμψει ή όχι το θέμα, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα.» Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα ότι στις περιπτώσεις όπου οι αποφάσεις συγκεκριμένου Δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, η παραπομπή ζητήματος στο Δ.Ε.Ε. είναι υποχρεωτική, υπό την αίρεση όμως ότι κρίνεται, από το ίδιο το Δικαστήριο, πως η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου. Η υποχρέωση παραπομπής από Δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ενυπάρχει όπου το αναφυόμενο θέμα αφορά ερμηνεία κοινοτικού δικαίου και νοουμένου πως διαπιστώνεται το ουσιώδες του θέματος για σκοπούς κατάληξης. Περαιτέρω δεν υπάρχει υποχρέωση παραπομπής όταν η συγκεκριμένη προς εξέταση κοινοτική διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δ.Ε.Ε. ή όπου η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για οποιαδήποτε αμφιβολία. Στην υπόθεση Μιχαλιάς ν. Μιχαλιά (Αρ.2)
(2009)1 ΑΑΔ 908, 915, παρατηρείται η εξής προσέγγιση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, το οποίο και αποφάσισε την παραπομπή θέματος στο Δ.Ε.Ε. (τότε Δ.Ε.Κ.): «14. Το θέμα που εγείρεται, φαίνεται πως δεν είναι ξεκάθαρο. Επειδή προβλέπουμε ότι η όποια ερμηνεία του Κανονισμού με αναφορά στο υπό κρίση θέμα, θα έχει αντίκτυπο στο κοινοτικό δίκαιο, θεωρούμε σκόπιμο να ζητήσουμε την αρωγή του Δ.Ε.Κ. για την αυθεντική ερμηνεία του Κανονισμού. Στην απόφασή μας για την παραπομπή του θέματος στο Δ.Ε.Κ. υπό μορφή ερωτήματος, λάβαμε υπόψη ότι: (
- i)Δεν υπήρξε παρόμοιο θέμα αντικείμενο εξέτασης από τα Δικαστήρια των άλλων χωρών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από το Δ.Ε.Κ., (
- ii)το θέμα είναι αρκετά σοβαρό και η ερμηνεία των προεκτάσεων της εφαρμογής του, που θα επηρεάσει όλα τα κράτη μέλη, θα πρέπει να δοθεί από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και (iii) η γνωμάτευση κρίνεται αναγκαία μέσα στα πλαίσια της επίλυσης των διαφορών των διαδίκων.» Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα κριθεί και η υπό κρίση αίτηση, έχοντας πάντα κατά νου ότι βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή είναι το κατά πόσο η επιζητούμενη παραπομπή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς στην υπό κρίση υπόθεση. Όπως και η ευπαίδευτη δικηγόρος της αιτήτριας αναφέρει στην αίτηση της το ζήτημα το οποίο επιδιώκει να παραπεφθεί στο Δ.Ε.Ε. δεν αφορά ερμηνεία συγκεκριμένου Άρθρου ή Κανονισμού αλλά είναι πιο ευρύ και αναφέρεται στο κατά πόσο οι πρόνοιες της Συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Πολωνίας ημερομηνίας 4/6/1992 εξακολουθούν να εφαρμόζονται μετά την προσχώρηση της Κύπρου στην ΕΕ ή κατά πόσο έχουν καταστεί ανενεργής ή είναι αντίθετες ή ασυμβίβαστες με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο που μεταξύ άλλων προνοεί για ενιαία αγορά και ελεύθερη διακίνηση Κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών της. Θέση της συνηγόρου για την αιτήτρια είναι ότι επιτρέπεται η παραπομπή του ερωτήματος αυτού με τον τρόπο που εισηγείται για να υπάρξει μετά την έκδοση Προδικαστικής Απόφασης από το Δ.Ε.Ε επακριβής προσδιορισμός επιδίκων θεμάτων και αποφυγή νομικών σημείων τα οποία πρέπει να έχει ενώπιον του το παρόν Δικαστήριο για να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης που βρίσκεται ενώπιον του. Είναι επίσης η θέση της ότι είναι απαραίτητη η έκδοση απόφασης από το Δ.Ε.Ε. για το συγκεκριμένο θέμα αφού μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ προϋπάρχουσες νομοθεσίες, κανονισμοί και συμβάσεις δυνατόν να παύσουν να είναι σε ισχύ λόγω σύγκρουσής τους με πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Δικαίου και θα πρέπει να υπάρχει η θέση του Δ.Ε.Ε. επί του ερωτήματος. Στην αγόρευση της απορρίπτει όλους τους λόγους ένστασης της καθ' ης η αίτηση και επαναλαμβάνει τους σκοπούς προδικαστικής παραπομπής στο Δ.Ε.Ε. και την αναγκαιότητα παραπομπής του συγκεκριμένου ζητήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το επίδικο ερώτημα του οποίου επιδιώκει την παραπομπή στο Δ.Ε.Ε., είναι η θέση της ότι άπτεται της Κοινοτικής Έννομης τάξης και πληροί όλα τα απαραίτητα κριτήρια για το παραδεκτό του ερωτήματος όπως έχουν καθοριστεί και αναλυθεί από το Δ.Ε.Ε. και συγκεκριμένα είναι η θέση της ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι σαφές, απολύτως σχετικό με το επίδικο θέμα, σχετίζεται άμεσα με τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης στην παρούσα αγωγή, είναι γνήσιο, προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης και από τον ολοκληρωμένο φάκελο που βρίσκεται ενώπιων του εκδικάζοντας Δικαστηρίου και εμπίπτει αδιαμφισβήτητα εντός του Κοινοτικού πλαισίου. Αναφέρει σχετικά Νομολογία του Δ.Ε.Ε. και ειδικότερα τις υποθέσεις Case 428/93, Monin Automobiles II και Case 299/95, Kremzow, Case 244/80 Foglia v. Novello 2 [1981] ECR 3045, Joined Cases 320-322/90 Telemarsicabruzzo SpA v Circostel [1993] ECR I - 393 και Case 93/78, Lottar Matheus. Η καθ' ης η αίτηση έχει σαφώς αντίθετη θέση και ισχυρίζεται ότι με βάση το Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και κατά πάγια νομολογία δεν απόκειται στο Δ.Ε.Ε. να αποφασίσει για τη συμβατότητα εθνικών διατάξεων με το δίκαιο της ΕΕ. Το υπό κρίση ερώτημα όπως έχει τεθεί από τη συνήγορο της αιτήτριας δεν αφορά και/ή δεν ζητά την ερμηνεία Κανόνα Δικαίου της ΕΕ αλλά αντίθετα αφορά ξεκάθαρα και ουσιαστικά τη συμβατότητα Εθνικής Νομοθεσίας, εδώ της Συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Πολωνίας ημερομηνίας 4/6/92 η οποία κατέστει Νόμος με βάση απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με το Κοινοτικό δίκαιο. Τούτο δεν συνάδει με το Άρθρο 267 και τη Νομολογία του ΔΕΕ και παραπέμπει σχετικά σε Νομολογία Fendt Italiana, C - 145/06 και C-146/06, EU:C:2007:411, σκέψη 30, Rheinmuhlen - Dusseldorf v. EVGF, Υπόθεση Αρ. 166/73 [1974] ECR 33, Duringello v. INPS, Case C-186/90, αποφάσεις ΙΑΤΑ και ELFAA, C-344/04, EU:C:2006:10, σκέψη 28, Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling, provision 13 (2012/C338/01), Ana - Maria Talasca, Angelina Marita Talasca v. Stadt Kevelaer, Case C-19/14, σκέψη 20. Στην παρούσα υπόθεση, είναι η θέση του ότι το ερώτημα του οποίου προδικαστικά ζητείται υποβολή δεν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλει στην ενιαία Εφαρμογή του Δικαίου της ΕΕ. Καμία αναφορά γίνεται από την αιτήτρια σε συγκεκριμένο Κανόνα και/ή Διάταξη του Κοινοτικού Δικαίου που να χρήζει ερμηνείας για να δικαιολογείται η παραπομπή του. Είναι επίσης η θέση του ότι τυχόν άδεια του Δικαστηρίου για παραπομπή του ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. υπό αυτές της συνθήκες θα εκτροχίαζε την υπόθεση από το κανονιστικό της πλαίσιο και αναφέρει την υπόθεση Chrikar Trading Company Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)4 Α.Α.Δ. 443 όπου το Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση για προδικαστική παραπομπή, τόνισε μεταξύ άλλων ότι για σκοπούς παραπομπής στο, τότε, Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ερώτημα πρέπει να είναι διατυπωμένο με σαφή τρόπο ώστε να φαίνεται με ευκρίνεια η πρόνοια του Κοινοτικού Δικαίου που χρήζει ερμηνείας, ενώ η αναφορά σε διάφορες πρόνοιες της Συνθήκης, γενικώς και αορίστως, χωρίς να διευκρινίζεται ποιος συγκεκριμένος όρος χρήζει ερμηνείας δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για παραπομπή στο Δ.Ε.Κ. Τέλος είναι η θέση του ότι η ισχύς και το κύρος της Συμφωνίας Κύπρου - Πολωνίας ημερομηνίας 4/6/1992 δεν επηρεάζεται μετά την προσχώρηση της Κύπρου στην ΕΕ γιατί έκτοτε η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υπογράψει σωρεία νέων διμερών επενδυτικών συμφωνιών με άλλα κράτη και δεν επιβάλλει κανένα περιορισμό ή απαγόρευση το Κοινοτικό Δίκαιο. Έχω μελετήσει τόσο τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις και των δύο πλευρών, την Νομολογία του Δ.Ε.Ε. στην οποία με έχουν παραπέμψει αλλά και την Κυπριακή Νομολογία επί του θέματος, οι αρχές της οποίας έχουν συνοψιστεί πιο πάνω. Είναι η θέση μου στην παρούσα περίπτωση ότι η αρχική θέση - ένσταση της καθ' ης η αίτηση ότι με το ζήτημα όπως τίθεται δεν επιδιώκεται απόφαση του Δ.Ε.Ε. επί συγκεκριμένου Κανονισμού ή Άρθρου του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Νομολογίας σε αντιπαράθεση με την επίδικη Συμφωνία Κύπρου - Πολωνίας, είναι ορθή. Επίσης με βάση τη Νομολογία το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του Εθνικού Δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Σχετική είναι η υπόθεση Cypra Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας , Αναθεωρητική Έφεση αρ. 78/2009, ανωτέρω. Στην παρούσα υπόθεση το τι ζητείται είναι η γνωμάτευση του Δ.Ε.Ε. σε ερώτημα που αφορά την συμβατότητα Εθνικού Δικαίου με το Κοινοτικό ,άρα εκτός του Άρθρου 267. Περαιτέρω έχω τη θέση ότι το ερώτημα όπως τίθεται μπορεί να αποφασιστεί από το παρόν Δικαστήριο χωρίς τη γνωμάτευση του Δ.Ε.Ε. καθότι το υπό κρίση ζήτημα δηλαδή συμβατότητα Εθνικού Δικαίου μαζί με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο έχει κριθεί σε πολλές άλλες υποθέσεις της Κυπριακής Νομολογίας τόσο από πρωτόδικα Δικαστήρια αλλά και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, ίσως εκ του περισσού, αναφέρω ότι στην παρούσα υπόθεση το μόνο θέμα το οποίο το Δικαστήριο θα κριθεί να αποφασίσει στο τέλος της υπόθεσης είναι καθαρά νομικό αφού φαίνεται ότι το πλαίσιο των γεγονότων είναι λίγο πολύ παραδεκτό . Ενόψει των ανωτέρω η θέση μου είναι ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, το ερώτημα δεν πρέπει να παραπεφθεί στο Δ.Ε.Ε. καθότι είναι εκτός του πλαισίου του Άρθρου 267 αλλά και μη απαραίτητο για να μπορέσει το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης. Η Αίτηση συνεπώς απορρίπτεται, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης - αιτήτριας, τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] ............... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο