← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. Α&Π ΦΩΚΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4059/15, 16/6/2016

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. Α&Π ΦΩΚΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4059/15, 16/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A369 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4059/15 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και

  1. Α&Π ΦΩΚΑ ΛΤΔ
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΦΩΚΑ Εναγομένων --------------------- 16 Ιουνίου 2016 Για τους ενάγοντες: κα Χʺ Ιωάννου Για τον εναγόμενο 2: κος Πετράκης ΑΠΟΦΑΣΗ Το ενδιαφέρον της υπό κρίσης υπόθεσης δεν είναι τόσο νομικό όσο δικονομικό. Αυτό γιατί η επίδικη αγωγή διέπεται από τις διατάξεις της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και ως εκ τούτου εκδικάστηκε τοιουτοτρόπως. Εν όψει του ότι η αξίωση δεν υπερβαίνει τις €3.000, ακολουθήθηκαν όλες εκείνες οι πρόνοιες της νέας Δ.30 που αφορούν συνοπτική εκδίκαση (βλ. Δ.30 κκ5 και 6). Τώρα, δεν κρίνω σκόπιμο να συνοψίσω ό,τι αναφέρεται στα δικόγραφα. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια η εξέλιξη της διαδικασίας περιόρισε τα επίδικα θέματα κατά πολύ. Συγκεκριμένα, ενώ στο κλητήριο ένταλμα αναφέρεται ότι η αξίωση ανέρχεται σε €1.234,98, στη μαρτυρία, δηλαδή στη μια από τις δύο ένορκες δηλώσεις που καταχώρισαν οι ενάγοντες, αναφέρεται ότι η αξίωση περιορίζεται σε €112,83 (βλ. ένορκη δήλωση Πανίκου Καγιά, παράγραφο 11). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή αναφέροντας όλα όσα δεν αμφισβητούνται. Ενάγοντες είναι η Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου. Στον αντίποδα βρίσκονται δύο εναγόμενοι, μία εταιρεία (εναγομένη 1) και ένα φυσικό πρόσωπο (εναγόμενος 2). Εν τούτοις η υπόθεση δεν αφορά την εναγομένη 1 (στη συνέχεια η εταιρεία), εφόσον για αυτήν εκδόθηκε απόφαση, εν τη απουσία της, την 14.12.
  3. Ως εκ τούτου το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον εναγόμενο 2 (στη συνέχεια ο εναγόμενος). Αξίζει όμως να λεχθεί ότι ο εναγόμενος είναι διευθυντής και μέτοχος της εναγομένης
  4. Για ό,τι αφορά τη σύσταση και δομή της εταιρείας, καθώς και την εμπλοκή του εναγομένου σε αυτή, σχετικό είναι το τεκμήριο 2 που προσκομίστηκε, δηλαδή αποτελέσματα έρευνας στον έφορο εταιρειών. Παρεμβάλλω εδώ ότι μόνο η πλευρά των εναγόντων προσκόμισε τεκμήρια και όλα όσα προσκομίστηκαν παρατίθενται στη μία εκ των δύο ενόρκων δηλώσεων που καταχωρίστηκε από τους ενάγοντες, δηλαδή την ένορκη δήλωση του Πανίκου Καγιά. Συνεπώς, πιο κάτω όποτε αναφέρομαι σε τεκμήρια θα εννοώ αυτά που καταχωρίστηκαν από τους ενάγοντες. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι την 10.01.2013 ενάγοντες και εταιρεία συνομολόγησαν σύμβαση για παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η εν λόγω σύμβαση, που δια την εταιρεία υπογράφηκε από τον εναγόμενο, είναι το τεκμήριο 1 στο δικαστήριο. Περαιτέρω, κοινό τόπο αποτελεί και το γεγονός πως κατά τον ίδιο χρόνο ο εναγόμενος υπέγραψε έντυπο εγγύησης μέρους τούτης της συμφωνίας. Το εν λόγω έντυπο είναι το τεκμήριο 3 στο δικαστήριο. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 3) δεν αφορά το σύνολο της συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εταιρείας. Παρεμβάλλω εδώ ότι η εταιρεία συμφώνησε με τους ενάγοντες εγκατάσταση και παροχή υπηρεσιών για επτά διαφορετικά κυκλώματα, δηλαδή τηλεφωνικές γραμμές. Εν τούτοις η συμφωνία εγγυήσεως που υπέγραψε ο εναγόμενος αφορά δύο μόνο κυκλώματα, εν προκειμένω τα υπ' αριθμό 99649281 και
  5. Λόγω του ότι το πρώτο εκ των δύο [99649281] δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Συνεπώς η εγγύηση του εναγομένου, στην έκταση που συναρτάται με τα επίδικα θέματα της αγωγής, περιορίζεται μόνο στο ένα κύκλωμα, δηλαδή το υπ' αριθμό
  6. Σε αυτό το κύκλωμα [22356133] είναι που εν τέλει περιορίστηκε και η αξίωση των εναγόντων. Διαπιστώνεται αυτό από απλή ανάγνωση της δήλωσης του Πανίκου Καγιά. Σχετική εν προκειμένω είναι η τελευταία παράγραφος [11] όπου αναφέρεται ο περιορισμός της αξίωσης και πως το ποσό που πλέον αξιώνεται αντιστοιχεί στο κύκλωμα
  7. Η μαρτυρία της υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε το ποσό που οι ενάγοντες διατείνονται ότι οφείλεται. Πώς άλλωστε να αμφισβητήσει τούτο, τη στιγμή που δεδομένη είναι η συμφωνία [τεκμήριο 1] αλλά και οι λογαριασμοί που οι ενάγοντες απέστειλαν στην εταιρεία. Οι σχετικοί λογαριασμοί προσκομίστηκαν στο δικαστήριο και είναι τα τεκμήρια 4, 5, 6, 7, 8 και 9, τα οποία αντιστοιχούν στους λογαριασμούς των μηνών Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος και Ιούνιος
  8. Σημειώνω εδώ ότι τα τεκμήρια 10 μέχρι και 14 δεν αφορούν το επίδικο κύκλωμα [22356133], αλλά τα υπόλοιπα κυκλώματα που ούτως ή άλλως ο εναγόμενος δεν εγγυήθηκε και η απαίτηση εγκαταλείφθηκε, ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω εφόσον δεν συναρτώνται με το επίδικο ζήτημα. Περιπλέον, ο εναγόμενος τίποτε ανέφερε σε σχέση με το επίδικο ποσό [€112,83], φερ' ειπείν ότι εξόφλησε το ποσό ή ότι ουδέποτε όφειλε τούτο ή άλλως πως. Συνάγεται συνεπώς συμπέρασμα ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί τα δύο αυτά στοιχεία, δηλαδή το ύψος του ποσού και πως τούτο παραμένει οφειλόμενο. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν διαπιστώσεις του δικαστηρίου, εφόσον προκύπτουν από αναμφισβήτητη και παραδεκτή μαρτυρία. Εκείνο που φαίνεται να συνιστά την υπεράσπιση του εναγομένου, αναδεικνύεται μέσα από την παράγραφο 2 της υπεράσπισης και έχει ως εξής· αναφέρεται εκεί ότι το εγγυητήριο έγγραφο [τεκμήριο 3] είναι άκυρο και άνευ νομικού αποτελέσματος και αυτό γιατί είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα, την οποία ο εναγόμενος δεν ομιλεί και ούτε του επεξηγήθηκε κατά τον επίδικο χρόνο και γι' αυτό είναι η θέση του πως καίτοι υπέγραψε το εγγυητήριο, είναι ανίκανο να επιφέρει οιεσδήποτε νομικές επιπτώσεις. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ο εναγόμενος επικαλείται τη γνωστή δικανική αρχή non est factum. Πέραν τούτου ο εναγόμενος επικαλείται τη γλώσσα του εγγυητηρίου και ως αυθύπαρκτο λόγο που είναι ικανός να ακυρώσει το εγγυητήριο. Αντίκειται, διατείνεται, στις διατάξεις του συντάγματος και δη στο άρθρο 3 τούτου, εφόσον οι ενάγοντες είναι δημόσια και κρατική αρχή. Υποχρέωση τους είναι, διατείνεται ο εναγόμενος, να συμβάλλονται σε μία εκ των επισήμων γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εις επίμετρον, ο εναγόμενος επικαλείται τη γλώσσα του εγγυητηρίου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν την ομιλεί, ως άλλο ένα λόγο που είναι ικανός να επιφέρει ακυρότητα, σε τούτη την έκφανση του επιχειρήματος δια το λόγο ότι προκαλεί αδικία (unfairness) στον ίδιο. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων. Ούτως ή άλλως όπως έχει ήδη υποδειχθεί, το γεγονός ότι το ποσό δεν έχει πληρωθεί παρέμεινε αναμφισβήτητο. Περαιτέρω, η αξίωση έχει περιοριστεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Προς απόδειξη των θέσεων τους οι ενάγοντες καταχώρισαν δύο ένορκες δηλώσεις. Από την άλλη η υπεράσπιση περιορίστηκε σε καταχώριση μίας μόνο ενόρκου δηλώσεως, δηλαδή του εναγομένου. Οφείλεται εδώ επισήμανση του χρόνου και της σειράς με την οποία καταχωρίστηκαν οι πιο πάνω ένορκες δηλώσεις, καθ' ότι παρουσιάζει δικονομικό και αποδεικτικό ενδιαφέρον. Παρ' ότι οι οδηγίες του δικαστηρίου ήταν όπως πρώτοι καταχωρίσουν τη μαρτυρία τους οι ενάγοντες και ακολούθως ο εναγόμενος, οι πρώτοι απέτυχαν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του δικαστηρίου και γι' αυτό υπέβαλαν αίτημα με το οποίο ζητούσαν σχετική παράταση. Η ιδιαιτερότητα βεβαίως δεν έγκειται στο ότι παρατάθηκε ο σχετικός χρόνος, αλλά στο γεγονός πως ο εναγόμενος είχε εν τω μεταξύ καταχωρίσει τη δική του ένορκη δήλωση. Εν ολίγοις αντιστράφηκαν οι όροι, δηλαδή πρώτος καταχώρισε τη μαρτυρία του ο εναγόμενος και μετά οι ενάγοντες. Παρ' όλα αυτά, σημειώνεται ότι η παράταση του χρόνου καταχώρισης της μαρτυρίας των εναγόντων έγινε με τη σύμφωνο γνώμη της υπεράσπισης, ενώ σε μια προσπάθεια αντιστάθμισης των δικονομικών αρχών που καθορίζουν τη σειρά καταχώρισης της μαρτυρίας, δόθηκε άδεια στον εναγόμενο να καταχωρίσει, αν ήθελε, συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εν τούτοις, ο εναγόμενος δεν έκανε χρήση τούτου του ευεργετήματος και περιορίστηκε στη δήλωση που είχε ήδη καταχωρίσει. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω σκόπιμο η σύνοψη της μαρτυρίας να ακολουθήσει τη σειρά με την οποία καταχωρίστηκαν, δηλαδή πρώτη θα παρατεθεί η μαρτυρία του εναγομένου και ακολούθως η μαρτυρία των εναγόντων. Ο εναγόμενος υποστήριξε ότι κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας και του εγγυητηρίου, θεώρησε το δεύτερο ως μέρος του πρώτου. Αυτό γιατί δεν ομιλεί και δεν γράφει την αγγλική γλώσσα. Εν τούτοις δεν είναι ο ίδιος που ζήτησε το έγγραφο να είναι στην αγγλική και το περιεχόμενο του εγγράφου δεν του επεξηγήθηκε. Τέλος, υποστηρίζει ότι αν γνώριζε πως το κείμενο αποτελούσε εγγύηση για την εταιρεία, θα ζητούσε από τον άλλο διευθυντή της εταιρείας να συνυπογράψει την εγγύηση. Οι ενάγοντες πρόσφεραν τη μαρτυρία της Κωνσταντίας Κωνσταντίνου, ως επίσης του Πανίκου Καγιά που προαναφέρθηκε. Η πρώτη δήλωσε πως ήταν παρούσα την 10.01.2013 που ο εναγόμενος υπέγραψε τη συμφωνία [τεκμήριο 1] και το εγγυητήριο έγγραφο [τεκμήριο 3]. Είναι η θέση της ότι ο εναγόμενος υπέγραψε αφότου η ίδια του εξήγησε τους όρους και τις κυρώσεις του εγγυητηρίου [τεκμήριο 3]. Τη δεύτερη δήλωση των εναγόντων ορκίζεται ο Πανίκος Καγιάς. Ό,τι δήλωσε είναι πως είναι γνώστης του συστήματος δεδομένων της ΑΤΗΚ και του τρόπου τιμολόγησης των πελατών. Είναι δια αυτό το λόγο που παρουσίασε το σύνολο των τεκμηρίων που προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Δήλωσε εν προκειμένω ότι η σύμβαση των εναγόντων με την εταιρεία ήταν για επτά κυκλώματα. Επαναλαμβάνω, εν παρόδω, ότι δεν θα απασχολήσουν άλλα κυκλώματα, πλην εκείνο με αριθμό
  9. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι από την αρχή η εταιρεία παρουσίασε πρόβλημα πληρωμών, εφόσον δεν είχε εξοφλήσει τους λογαριασμούς Ιανουάριο μέχρι Ιούνιο
  10. Οι σχετικοί λογαριασμοί είναι τα τεκμήρια 4 μέχρι και
  11. Ως εκ τούτου, δήλωσε ο μάρτυρας, οι ενάγοντες τερμάτισαν το σχετικό κύκλωμα και προς τούτο σχετική είναι η έκθεση από τη βάση δεδομένων, δηλαδή το τεκμήριο
  12. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη δήλωση του Πανίκου Καγιά οι ενάγοντες απέστειλαν στον εναγόμενο 20 προειδοποιητικές επιστολές. Τούτες είναι το τεκμήριο
  13. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δήλωσε πως στον εναγόμενο στάληκε τόσο προειδοποιητική επιστολή για αποσύνδεση (τεκμήριο 18), όσο και επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 19). Μάλιστα, όπως είναι η πάγια πολιτική των εναγόντων, απέστειλαν στον εναγόμενο και εισπράκτορα, χωρίς όμως οιονδήποτε αποτέλεσμα. Το τεκμήριο 20 είναι το έντυπο ενεργειών του εισπράκτορα. Περαιτέρω, ο Πανίκος Καγιάς δήλωσε πως τόσο η εταιρεία όσο και ο εναγόμενος έλαβαν επιστολή πως θα λαμβάνονταν νομικά μέτρα εναντίον τους. Τούτες οι επιστολές είναι τα τεκμήρια 21 και 22 αντίστοιχα. Παρ' ότι ο εναγόμενος προέβη σε αποπληρωμή μέρους της οφειλής του, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, εν τούτοις δεν εξόφλησε το σύνολο. Ως εκ τούτου απέστειλαν περαιτέρω επιστολές, τόσο στην εταιρεία όσο και στον εναγόμενο (τεκμήρια 23 έως και 26). Παρεμβάλλω εδώ, ενδεχομένως εκ του περισσού, πως παρ' ότι το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε είναι σε γραπτή μορφή, λόγω βεβαίως των διατάξεων της νέας Δ.30, δεν σημαίνει ότι διαγράφεται ή διαφοροποιείται η υποχρέωση του δικαστηρίου δια αξιολόγηση τούτης. Εκείνο που απλώς διαφέρει είναι το γεγονός ότι η μαρτυρία δεν δόθηκε viva voce. Τα στοιχεία εν τούτοις που εξετάζονται ώστε να αποφασιστεί το αξιόπιστο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν αλλοιώνονται. Με αυτά λοιπόν υπόψη αναφέρω ότι αποτίμησα το σύνολο της μαρτυρίας με κριτήριο στοιχεία όπως· πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Όπως έχω ήδη αναφέρει η βασική υπεράσπιση του εναγομένου εδράζεται στη δικανική αρχή γνωστή και ως non est factum. Είμαι της γνώμης ότι επιβάλλεται, πριν ακόμη και αυτή την αξιολόγηση, να συνοψισθούν οι αρχές που αφορούν τούτη την υπεράσπιση. Με αυτό τον τρόπο θα προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα που εξετάζονται, πράγμα που θα διευκολύνει τη διαδικασία αξιολόγησης της μαρτυρίας που σχετίζεται με τούτο το ζήτημα. Ορθά ομολογουμένως η συνήγορος των εναγόντων επικαλείται στην αγόρευση της την υπόθεση Θεοδόση ν. Μιχαηλούδη
(1998)1Α Α.Α.Δ.
  1. Σε αυτή συνοψίζονται οι βασικές αρχές που διέπουν τούτη την υπεράσπιση. Εύγλωττα εν προκειμένω είναι όσα αναφέρθηκαν από τον αείμνηστο Νικήτα, Δ. Το κρίσιμο απόσπασμα εντοπίζεται στη σελίδα
  2. Αναφέρονται εκεί τα ακόλουθα· «Επιβάλλεται στο σημείο αυτό η σύντομη αναφορά μας στο περιεχόμενο και την εμβέλεια της αρχής non est factum. Είναι η υπεράσπιση που αναγνώρισε το κοινό δίκαιο για την απάμβλυνση του αυστηρού κανόνα που ίσχυε για την εκτέλεση των συμβολαίων γνωστών ως deeds. Οι υποχρεώσεις που, τέτοιου είδους πράξεις διαλαμβάνουν, έπρεπε να εκτελεστούν ανεξάρτητα αν η εφαρμογή τους θα προκαλούσε αδικία. Κατά τη νομική γλώσσα της εποχής το υποφέρον μέρος μπορούσε να αντικρούσει την απαίτηση ισχυριζόμενο ότι scriptum predictum non est factum suum. Βασική απόφαση στη διαμόρφωση της αρχής υπήρξε η υπόθεση Foster v. Mackinnon, ανωτέρω. Η απόφαση του δικαστή Byles το 1869 καταθέτει, τρόπον τινά, το θεμέλιο λίθο του δόγματος που επέζησε, επεκτεινόμενο, μέχρι σήμερα: "It seems plain, on principle and on authority, that, if a blind man, or a man who cannot read, or who for some reason (not implying negligence) forbears to read, has a written contract falsely read over to him, the reader misreading to such a degree that the written contract is of a nature altogether different from the contract pretended to be read from the paper which the blind or illiterate man afterwards signs; then, at least if there be no negligence, the signature so obtained is of no force. And it is invalid not merely on the ground of fraud, where fraud exists, but on the ground that the mind of the signer did not accompany the signature; in other words, that he never intended to sign, and therefore in contemplation of law never did sign, the contract to which his name is appended." Στους νεώτερους χρόνους η Saunders v. Anglia Building Society, ανωτέρω, που είναι απόφαση της Βουλής των Λόρδων, αποτελεί σταθμό γιατί έδωσε και κάποιες νέες προεκτάσεις και διεύρυνε τους ορίζοντες της αρχής. Μεταφέρουμε το σχετικό σχόλιο των Cheshire, Fifoot and Furmston's "Law of Contract", 13η έκδοση,
(1996), σελ. 268-269: "It will be observed that the judgment of Byles J, which was approved by the House of Lords in Saunders v. Anglia Building Society (known in the lower courts as Gallie v. Lee), expanded the scope of the plea non est factum in two respects; it extended it to unsealed contracts and to the situation where an educated man, to whom no negligence is attributable, has failed to scrutinise what he has signed. Nevertheless, the judiciary is now agreed that, if the confidence of third parties who normally rely upon the authenticity of signatures is not to be eroded, the plea must be confined within narrow limits. A heavy burden of proof lies upon the party by whom it is invoked. The main difficulty is to define the degree of difference that must exist between the signed contract and that which the mistaken party intended to sign before it can be said that the consent of the signatory was totally lacking. A definitive formula of universal application is scarcely possible. Everything depends upon the circumstances of each case. It will be recalled that the court in Foster v. Mackinnon required the written contract to be "of a nature altogether different" from that which the mistaken party believed it to be. In Saunders v. Anglia Building Society the Law Lords suggested a variety of alternative expressions, such as "radically", "fundamentally", "basically", "totally" or "essentially" different in character or substance from the contract intended; but it is doubtful whether these add much to what was said by Byles J. In the comparatively few cases in which the plea has succeeded, the degree of difference between the intention and the act of the signatory has been wide enough to satisfy the most exacting of arbiters. The contract, for instance, has been held void where the signatory's intention was directed to a power of attorney, not to a mortgage: to a guarantee, not to a bill of exchange; to a testification to the fraudulent person's signature, not to a promissory note for £11,113; to a proposal for insurance, not to a guarantee of the fraudulent person's overdraft." H Saunders v. Anglia, ανωτέρω, εφαρμόστηκε και στην Avon Finance Co. Ltd. v. Bridger and Another
(1985)2 All E.R. 281, και αφορά την πτυχή της αμέλειας. Η σύνοψη στην σελ. 281 είναι άκρως κατατοπιστική: "The doctrine of non est factum had limited application and could only be relied on by a defendant if he had exercised reasonable care in the circumstances in connection with the transaction. On the facts, it was not possible to find that the defendants had exercised such reasonable care as was appropriate in the circumstances in entering into the transaction. Accordingly, the defendants could not rely on the defence of non est factum; Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961 applied."» Με δεδομένο πλέον το δικανικό πλαίσιο στρέφομαι να αξιολογήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Επαναλαμβάνω ότι στην προκείμενη περίπτωση είναι αντιληπτό πως ένα μόνο είναι το γεγονός που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Τούτο έχει να κάνει με το κατά πόσο το εγγυητήριο έγγραφο [τεκμήριο 3] επεξηγήθηκε ή όχι στον εναγόμενο. Αυτό είναι το μοναδικό γεγονός δια το οποίο οι θέσεις των μαρτύρων, εν προκειμένω εναγομένου και Κωνσταντίας Κωνσταντίνου, διίστανται. Κατά τα λοιπά γεγονός είναι ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από τον εναγόμενο και είναι γραμμένο στην αγγλική. Είμαι της γνώμης ότι η θέση του εναγομένου δεν δικαιούται να καρποφορήσει μεταξύ των ευρημάτων του δικαστηρίου. Ο λόγος δια αυτό έγκειται στο ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία της μάρτυρος Κωνσταντίνου. Έχω αναφέρει ήδη τη σειρά με την οποία κατατέθηκαν οι ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων. Προηγήθηκε εν προκειμένω η μαρτυρία του εναγομένου. Παρ' όλα αυτά στον εναγόμενο δόθηκε ευχέρεια για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, δικαίωμα όμως που δεν αξιοποίησε. Επιπλέον, ούτε και αντεξέταση της μάρτυρος ζήτησε, ώστε να πλήξει το αξιόπιστο της μαρτυρίας της. Συνεπώς, αναμφισβήτητη και άτρωτη παρέμεινε η μαρτυρία που ακολούθησε, δηλαδή η μαρτυρία της Κωνσταντίνου, η οποία όμως αναιρεί και εξουδετερώνει τον ισχυρισμό του εναγομένου, εφόσον δηλώνει πως το εγγυητήριο έγγραφο [τεκμήριο 3] επεξηγήθηκε στον τελευταίο. Είναι γνωστή βεβαίως η δικανική αρχή ότι παράλειψη αντεξέτασης, προσθέτω εδώ και απάντησης, συγκεκριμένου ισχυρισμού, ισούται με αποδοχή τούτου. Αν αυτή η αρχή χρειάζεται περαιτέρω αιτιολόγηση, αρκεί να παραπέμψω στο λόγο της υπόθεσης Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527,
  1. Όπως υποδείχθηκε εκεί· «Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. and Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co. [1935] A.C. 346 στη σελ. 359: "Cross-examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story." Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Από τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερο ότι η παράλειψη του εναγομένου να αντεξετάσει τη μάρτυρα Κωνσταντίνου, της οποίας η μαρτυρία ακολούθησε, χρονικά, τη μαρτυρία του εναγομένου, οδηγεί σε ένα και μόνο συμπέρασμα, δηλαδή πως η συγκεκριμένη μαρτυρία δεν αμφισβητείται. Ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο άλλη προσέγγιση πλην υιοθέτησης τούτης ως ορθής και αληθούς. Παρ' ότι τα πιο πάνω ολοκληρώνουν ό,τι σχετικό αυτής της πτυχής της μαρτυρίας του εναγομένου, κρίνω εν τούτοις σκόπιμο να αναφέρω και τα εξής. Ομολογώ ότι δεν αντιλαμβάνομαι και δυσκολεύομαι να δω τη λογική πίσω από το σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου. Διατείνεται εν προκειμένω ότι δεν γνωρίζει αγγλικά και γι' αυτό το λόγο δεν ανέγνωσε το κείμενο και ούτε του επεξηγήθηκε. Εν πρώτοις δέχομαι ότι δεν ομιλεί αγγλικά, εφόσον τούτο εμμέσως υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της Κωνσταντίνου που δηλώνει ότι του επεξήγησε το εγγυητήριο. Αν ομιλούσε αγγλικά δεν θα υπήρχε λόγος επεξήγησης. Συνεπώς για να του το επεξηγήσει, ως αναφέρει, συνάγεται ότι ο εναγόμενος δεν ομιλεί αγγλικά. Εν τούτοις η θέση του εναγομένου γεννά τα εξής ερωτήματα· ζήτησε να του επεξηγηθεί; Αν όχι, γιατί δεν ζήτησε τούτο; Διατείνεται ότι ήταν με την εντύπωση πως αποτελούσε μέρος της σύμβασης της εταιρείας [τεκμήριο 1]. Αυτό ακούγεται τουλάχιστον περίεργο, εφόσον το τεκμήριο 1, το οποίο είναι πολυσέλιδο, είναι γραμμένο στην ελληνική γλώσσα. Ως εκ τούτου, γιατί μία και μόνο σελίδα τούτου, με διαφορετική εμφάνιση (γραμματοσειρά και κενά σημεία) την οποία μάλιστα κλήθηκε να υπογράψει, να είναι στην αγγλική; Αλλά και έτσι να είχαν τα πράγματα, δηλαδή πως πραγματικά ήταν με την εντύπωση ότι το υπό κρίση έντυπο αποτελούσε μέρος του τεκμηρίου 1, ζήτησε ή όχι να του επεξηγηθεί τούτο το έγγραφο; Εν ολίγοις, έχοντας ως δεδομένο ότι έθεσε την υπογραφή του στο εν λόγω έγγραφο, εκείνο που πρέπει να απαντηθεί είναι· τι ήταν εκείνο που πίστευε κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή όταν υπέγραφε; Παρεμβάλλω εδώ ότι στο ίδιο έγγραφο [τεκμήριο 3] αναφέρονται δύο μόνο κυκλώματα, δηλαδή τα κυκλώματα για τα οποία εγγυήθηκε την εταιρεία. Το ένα μάλιστα, εκείνο με αριθμό 99649281, δεν αποτελεί αντικείμενο της επίδικης διαδικασίας. Ό,τι αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι αναγράφηκε ο αριθμός δύο συγκεκριμένων κυκλωμάτων, ως επίσης τα στοιχεία του εναγομένου, μεταξύ αυτών και η προσωπική διεύθυνση του η οποία διαφέρει από εκείνη της εταιρείας που αναγράφεται στο τεκμήριο 1, και το γεγονός ότι έθεσε την υπογραφή του, είναι πως κάποια σχετική στιχομυθία προηγήθηκε μεταξύ του εναγομένου και της αρμόδιας υπαλλήλου, εν προκειμένω της μάρτυρος Κωνσταντίνου. Αν το τεκμήριο 3 αποτελούσε μέρος του τεκμηρίου 1, γιατί να ζητούσαν τα προσωπικά του στοιχεία, δηλαδή την προσωπική του διεύθυνση και γιατί να υπογράψει δεύτερη φορά; Είναι γι' αυτό που καταλήγω ότι τα γεγονότα, εν προκειμένω η φύση και το περιεχόμενο των δύο εγγράφων [τεκμήρια 1 και 3], δεν δικαιολογούν τη θέση του εναγομένου. Υποστηρίζουν μάλλον ότι εναγόμενος και Κωνσταντίνου είχαν μια κάποια συνομιλία. Αυτό το συμπέρασμα υποστηρίζει, έστω εμμέσως, τη θέση της μάρτυρος Κωνσταντίνου, θέση η οποία κρίνεται ευθυγραμμισμένη με τη λογική, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του εναγομένου που αποκαλύπτεται διάτρητος και ανίκανος να απαντήσει πλείστα τόσα ερωτήματα που εγείρονται. Ως εκ των πιο πάνω, η σχετική θέση του εναγομένου απορρίπτεται και συνακόλουθα διαπιστώνω πως κατά τον επίδικο χρόνο η μάρτυρας Κωνσταντίνου επεξήγησε στον εναγόμενο το τεκμήριο 3, δηλαδή το περιεχόμενο του εγγυητηρίου εγγράφου. Καίτοι έχει ήδη αναφερθεί πως η μαρτυρία του Πανίκου Καγιά δεν αμφισβητήθηκε, παρατηρώ ότι η μαρτυρία τούτου είναι καθ' όλα λογική και υποστηρίζεται από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν. Δέχομαι συνεπώς ότι δια το επίδικο κύκλωμα δεν αποπληρώθηκαν οι λογαριασμοί δια τους μήνες Ιανουάριο μέχρι και Ιούνιο του 2013 (βλ. τεκμήρια 4 μέχρι και 9). Το ποσό αυτό ανέρχεται σε €112,
  2. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του κυκλώματος (τεκμήριο 15) και έστειλαν σε εταιρεία και εναγόμενο αριθμό επιστολών με τις οποίες ζητούσαν το λαβείν τους (βλ. τεκμήρια 17, και 21 μέχρι και 26). Εν τούτοις τόσο η εταιρεία όσο και ο εναγόμενος παρέλειψαν να εξοφλήσουν το λογαριασμό του επίδικου κυκλώματος [22356133]. Η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει να έχει ειδοποιηθεί ο εναγόμενος δια τερματισμό της σύμβασης της εταιρείας με τους ενάγοντες. Το τεκμήριο 19 που οι ενάγοντες αποκαλούν επιστολή τερματισμού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο. Άλλωστε ανάγεται στο 2011, ενώ στη συνέχεια η συνεργασία των διαδίκων συνεχίστηκε, μέχρι που οι ενάγοντες έστειλαν και νέες επιστολές, δηλαδή τα τεκμήρια που πιο πάνω αναφέρονται. Επιπλέον δεν αναφέρει αριθμό κυκλώματος. Τώρα, η σημασία των πιο πάνω έγκειται στο ότι στο στάδιο αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου υποστήριξε ότι ο εναγόμενος· αφενός δεν έλαβε γνώση του οφειλόμενου ποσού και αφετέρου δεν του ζητήθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Σε σχέση με το πρώτο σκέλος του επιχειρήματος ο κος Πετράκη αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος έλαβε αριθμό επιστολών, δηλαδή τα τεκμήρια 22, 24 και 26, εν τούτοις υπέβαλε ότι το περιεχόμενο τούτων είναι παραπλανητικό, εφόσον αναφερόταν σε ποσό πολύ μεγαλύτερο από το οφειλόμενο, αλλά και σε κυκλώματα άλλα από εκείνα που εγγυήθηκε. Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι γεγονός είναι πως οι επιστολές οι οποίες στάληκαν στον εναγόμενο αναφέρονται και στα 7 κυκλώματα που αφορά η σύμβαση της εταιρείας με τους ενάγοντες. Εν τούτοις ουδεμία παραπλάνηση διαπιστώνεται. Ο αριθμός κάθε κυκλώματος αναγράφεται ξεχωριστά και αντιπαραβάλλεται με το οφειλόμενο ποσό. Για ότι δε αφορά το υπό κρίση κύκλωμα με αριθμό 22356133, αναγράφεται πρώτο και αναφέρεται ότι το υπόλοιπο τούτου ανέρχεται σε €112,83 (βλ. τεκμήρια 22, 24 και 26). Για το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος ο συνήγορος του εναγομένου υπαινίσσεται ότι οι ενάγοντες όφειλαν να απαιτήσουν (demand) το ποσό από τον εναγόμενο. Προς επίρρωση τούτου επικαλείται τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Bullen and Leake, 13η έκδοση. Με όλο το σεβασμό, είμαι όμως της γνώμης ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος παρερμηνεύει τα αναφερόμενα στο σχετικό σύγγραμμα. Ό,τι εκεί αναφέρεται κάτω από τον τίτλο Right of action against guarantor είναι πως· «The right of action arises on a default by the principal debtor. It is not necessary to make a demand on the principal debtor before bringing proceedings against the guarantor, unless this has been expressly stipulated for or a demand is necessary for the principal debtor's liability to accrue (as for example where moneys lent on overdraft are repayable on demand); Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833 at
  3. Most modern forms of bank guarantee do however require that a demand be made on the guarantor before proceedings are brought. Time runs from the date on which the guarantor might have been sued, which is usually when demand is made on him (Bradford Old Bank v. Sutcliffe, ibid.). The guarantor may be liable even though the claim against the principal is statute-barred (Carter v. White [1883] 25 Ch.D. 666).» (ο τονισμός δικός μου) Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι δεν είναι αναγκαίο (it is not necessary) να απαιτηθεί το ποσό από τον πρωτοφειλέτη ώστε να γεννηθεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εγγυητή. Αυτό επιβάλλεται μόνο στην περίπτωση που προβλέπεται στη σύμβαση των μερών, δηλαδή στη σύμβαση του δανειστή με τον πρωτοφειλέτη. Εδώ το τεκμήριο 1, η σύμβαση των εναγόντων με την εταιρεία, δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση. Ούτε στο τεκμήριο 3 αναφέρεται οτιδήποτε και ούτε η υπεράσπιση επέστησε την προσοχή του δικαστηρίου σε οιονδήποτε όρο. Μάλλον νομική παρά πραγματική ήταν η προσέγγιση της υπεράσπισης. Ανάλογα είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν και από το άλλο σύγγραμμα που επικαλέστηκε ο εναγόμενος. Στους Halsbury's, Laws of England, 2008, τόμος 49, κάτω από τον τίτλο Demand, αναφέρεται ότι· «Modern guarantee forms usually require the guarantor to pay on demand. In such cases, a valid demand is a necessary ingredient of the creditor's cause of action against the guarantor. The demand must comply with any requirements imposed by the contract of guarantee as to the form and nanner of the demand. Subject to those requirements, and to any particular requirements of the general law, it seems that a valid demand under a guarantee can be made orally. It is sufficient that the demand makes clear to the guarantor that the creditor requires to be paid a sum which is, in fact, due. Where there is no express or implied requirement in the guarantee for a demand, and no circumstances rendering a demand upon him a legal obligation, the guarantor is liable without being requested to pay.» (ο τονισμός δικός μου) Διαπιστώνεται λοιπόν ότι δεν επιβάλλεται απαίτηση, αν η συμφωνία των διαδίκων δεν προνοεί για κάτι τέτοιο. Στην προκείμενη περίπτωση η σύμβαση των διαδίκων ουδεμία άμεση ή έμμεση υποχρέωση δια ειδοποίηση του εγγυητή αναφέρει. Η παρούσα διαφέρει από τις αρχές της υπόθεσης Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, εφόσον εκεί η περίπτωση αφορούσε δάνειο και τραπεζική συμφωνία η οποία ρητά προνοούσε ότι το υπόλοιπο έπρεπε να απαιτηθεί. Η υπό κρίση περίπτωση δεν υποχρεώνει τους ενάγοντες να απαιτήσουν πληρωμή από τον εναγόμενο εγγυητή, εφόσον τίποτα σχετικό αναφέρεται στη συμφωνία των διαδίκων. Ανάλογη ήταν και η περίπτωση στην υπόθεση Harrow Trading Ltd κ.α. ν. ADM Investor Services International Ltd
(2004)1A Α.Α.Δ. 161, 173, όπου επεξηγήθηκε αυτή ακριβώς η ειδοποιός διαφορά, δηλαδή ότι στην περίπτωση που η συμφωνία των διαδίκων ουδέν αναφέρει για απαίτηση του ποσού, τέτοια απαίτηση δεν επιβάλλεται. Αναφέρθηκε εκεί ότι· «Η αξίωση της εφεσίβλητης προς πληρωμή του χρεωστικού υπόλοιπου το οποίο προέκυψε από το κλείσιμο των ανοικτών θέσεων δεν είχε ως προϋπόθεση τον τερματισμό της συμφωνίας, Τεκμήριο
  1. Στηριζόμενη σε ρητές πρόνοιες της συμφωνίας η εφεσίβλητη, αφού έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για να πληροφορήσει τους εφεσείοντες ότι έπρεπε να καταβάλουν επιπρόσθετο περιθώριο για να κρατήσουν ανοικτές τις συναλλαγές τους, εάν αυτή ήταν η επιθυμία τους, και αφού δεν έτυχε οποιασδήποτε ανταπόκρισης, θεώρησε σοφό να κλείσει τις ανοικτές θέσεις, ελπίζοντας να αποφύγει περαιτέρω απώλειες, τις έκλεισε, εξακρίβωσε το χρεωστικό υπόλοιπο και, ακολούθως, το διεκδίκησε από τους εφεσείοντες, σύμφωνα με τον όρο 12(b)(iii) της συμφωνίας, Τεκμήριο
  2. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση με το οποίο συμφωνούμε απόλυτα: "Προβλήθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην αγωγή γιατί δεν υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας, Τεκ. 3 και παρέπεμψε ο κ. Αραούζος στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, όπου αποφασίστηκε ότι ο τερματισμός και αξίωση αποπληρωμής χρέους συνιστά προϋπόθεση για την απαίτηση του. Η συμφωνία, Τεκ. 3, ρητά προέβλεπε και παρείχε στους ενάγοντες την δυνατότητα να ενεργήσουν όπως ενήργησαν από τη στιγμή που οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στην ανάγκη που τους γνωστοποίησαν οι ενάγοντες μέσω του κ. Χ"Κυριάκου και σε κατ΄ευθεία συνομιλία με τον διευθυντή κ. Κωνσταντινίδη για καταβολή περιθωρίου. Ο διευθυντής των εναγομένων προτίμησε αντί να προχωρήσει στην αποστολή περιθωρίου να μην απαντά στις τηλεφωνικές κλήσεις οπόταν οι ενάγοντες ενήργησαν με βάση τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους δικαίωμα που δίνεται από το αρ. 7 του Τεκ.
  1. Οι ενάγοντες με την επιστολή, Τεκ. 11, απαίτησαν πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου που δημιουργήθηκε και δεν τίθεται ζήτημα τερματισμού ή μη της σύμβασης. Δεν αποτελεί προϋπόθεση απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού ο τερματισμός της συμφωνίας. Δεν πρόκειται για συμφωνία δανείου. Η διεκδίκηση του ποσού που οι εναγόμενοι 1 παρέλειψαν να καταβάλουν για να διατηρηθούν οι θέσεις ανοικτές δεν εξαρτάται από τον τερματισμό ή τη συνέχιση της συμφωνίας, Τεκ.
  2. Ανάγνωση του άρθρου 21 του Τεκ.3 δεν οδηγεί σε τέτοια κατάληψη. Είναι εντελώς άλλη η φύση της συναλλαγής και το λεκτικό του άρθρου 21 από το λεκτικό του άρθρου 3 στη βάση του οποίου αποφασίστηκαν τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη, (πιο πάνω)."» Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν υποχρεώνει να απαιτηθεί (demanded) το ποσό από τον εγγυητή, εφόσον η συμφωνία των διαδίκων ουδέν σχετικό αναφέρει. Εν πάση περιπτώσει, ο εναγόμενος έλαβε γνώση των υπολοίπων και δεν έτυχε παραπλάνησης. Οι προειδοποιητικές επιστολές, τόσο για το ποσό όσο και για το κύκλωμα που αφορούν, δεν επιδέχονται πολλαπλών ερμηνειών. Ρητά αναφέρουν το επίδικο κύκλωμα καθώς και το επίδικο ποσό, έστω και αν αναφέρονται και σε άλλα. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν την απαίτηση δικαιολογημένη και εύλογη. Ό,τι όμως απομένει να εξεταστεί είναι οι νομικές αιτιάσεις της υπεράσπισης, πέραν βεβαίως του non est factum που έχει πλέον απορριφθεί συνεπεία των διαπιστώσεων του δικαστηρίου. Ζητούμενο είναι και πάλι η γλώσσα του επίδικου εγγράφου, δηλαδή του εγγυητηρίου. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου οι ενάγοντες υποχρεούνται, λόγω του ότι είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου, να συμβάλλονται στην ελληνική γλώσσα, δηλαδή μια εκ των επισήμων γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι βεβαίως γεγονός ότι οι ενάγοντες είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου (βλ. ΑΤΗΚ ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων κ.α.
(2005)3 Α.Α.Δ. 20, 25). Εν τούτοις αυτή και μόνο η διαπίστωση δεν καθορίζει την τύχη της υπεράσπισης που τώρα απασχολεί. Είναι καλά νομολογημένο ότι και οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου έχουν το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Η σχετική αρχή με γλαφυρότητα και πληρότητα αναλύεται στην υπόθεση ΑΤΗΚ ν. Medcon Construction Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 945, 949. Λέχθηκε εκεί ότι· «To κύριο κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ πράξεων δημοσίου δικαίου και πράξεων ιδιωτικού δικαίου είναι η φύση της ίδιας της πράξης και ο επιδιωκόμενος με την πράξη σκοπός (απόφαση πλειοψηφίας στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1995)3 Α.Α.Δ. 424). Όταν ο κύριος σκοπός που επιδιώκεται με την πράξη δεν είναι το δημόσιο συμφέρον, αλλά ο καθορισμός αστικών δικαιωμάτων, τότε η πράξη έστω κι' αν έχει εκδοθεί από διοικητικό όργανο κατά την άσκηση της εκτελεστικής ή διοικητικής του λειτουργίας, εκφεύγει του ελέγχου του Άρθρου 146 του Συντάγματος (Valana v. Republic 3 R.S.C.C. 91, 93, Poyadjis ν. Republic
(1975)3 C.L.R. 378 και Charalambides v. Republic
(1982)3 C.L.R. 403). Πράξεις που δεν αποτελούν προϊόν άσκησης δημόσιας εξουσίας, αλλά ενεργούνται από τη διοίκηση ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αναγομένων στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου δεν προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως, αλλά υπόκεινται στην αρμοδιότητα των κοινών δικαστηρίων. Της προσβολής με αίτηση ακυρώσεως διαφεύγουν όχι μόνο οι πράξεις διαχείρισης του κράτους, αλλά και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959, σελ. 232 και 233, και Γεωργίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ανωτέρω). Η ρύθμιση περιουσιακών δικαιωμάτων, καθώς και πράξεις διαχείρισης της κρατικής περιουσίας εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου δικαίου και ως εκ τούτου δεν μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος (Tekkis & Another v. Republic
(1982)3 C.L.R. 680). Οι πράξεις διαχείρισης της περιουσίας του διοικητικού οργάνου εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου όταν το όργανο ενεργεί για προστασία των οικονομικών του συμφερόντων (fiscus). Κι' αυτό γιατί οι πράξεις αυτές βασίζονται όχι στην εξουσία του οργάνου (imperium), αλλά στα περιουσιακά του δικαιώματα με βάση το αστικό δίκαιο (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882). Οι διαφορές μεταξύ του διοικητικού οργάνου και των διοικουμένων όταν το όργανο δεν ενεργεί ως φορέας εξουσίας (imperium), δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου. Τέτοιες διαφορές είναι αυτές που προκύπτουν από σύμβαση και οι καλούμενες χρηματικές διαφορές (βλέπε σχετικά Pitsillos (No.1) ν. Republic
(1966)3 C.L.R. 589).» Επιβάλλεται λοιπόν να διαγνωσθεί η φύση της σύμβασης που το δικαστήριο έχει ενώπιον του, ώστε να απαντηθεί η ερώτηση· ποιος είναι ο επιδιωκόμενος σκοπός; Είναι αντιληπτό, πιστεύω, ότι οι συμφωνίες που εδώ απασχολούν, τεκμήρια 1 και 3, δεν προάγουν το δημόσιο συμφέρον, αλλά καθορίζουν ατομικά δικαιώματα, εν προκειμένω παροχή υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και συνακόλουθη εγγύηση του εναγομένου δια πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας που συνομολόγησε η συμβαλλόμενη εταιρεία. Είναι συναφώς συμφωνίες που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, εξ ου και η διεκδίκηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές επιζητείται στο Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι στο Διοικητικό και η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Καταλήγω συνεπώς ότι εφόσον πρόκειται για συμφωνίες ιδιωτικού δικαίου δεν διέπονται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 του Συντάγματος. Είναι δικαίωμα των συμβαλλομένων να αποτυπώσουν τη συμφωνία τους σε οιανδήποτε γλώσσα επιθυμούν. Ούτε όμως αδικία (unfairness) προκαλείται, όπως επίσης ισχυρίστηκε η υπεράσπιση. Η υπεράσπιση επικαλείται τα αναφερόμενα σε απόσπασμα στο Chitty on Contracts, κάτω από τον τίτλο «The language type of the contract». Το επίμαχο απόσπασμα, αναφέρει τα ακόλουθα· «And where, for example, a contract for the provision of financial services was made with consumers who were Greek and non-resident in the UK, the court considered that the term under consideration " called for translation and careful explanation". A similar approach could also be taken in the case of a cross-border contract concluded via the internet and on terms set out on the seller or supplier's web-site.» Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι το γεγονός και μόνο ότι χρησιμοποιήθηκε γλώσσα ξένη στο συμβαλλόμενο, δεν αρκεί για ακύρωση της σύμβασης. Τονίζεται εν τούτοις ότι είναι υποχρέωση του κυρίαρχου μέρους να μεταφράσει και επεξηγήσει τον επίμαχο όρο. Μάλιστα η επεξήγηση αφορά όχι απλώς ξένη γλώσσα, αλλά και περίπλοκες νομικές έννοιες. Στην προκείμενη περίπτωση αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι η μάρτυρας Κωνσταντίνου επεξήγησε στον εναγόμενο το έντυπο. Ως εκ τούτου, δεν αντιλαμβάνομαι πώς αδικήθηκε. Καταλήγω συνεπώς ότι και αυτή η θέση είναι ανυπόστατη και απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 2, για ποσό €112,83. Η υπεράσπιση κάλεσε το δικαστήριο να μην επιδικάσει έξοδα αλλά να διατάξει όπως κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της, καθ' ότι η αρχική αξίωση των εναγόντων ήταν για €1.234,98 και μόλις στην ακρόαση περιορίστηκε σε €112,83. Είμαι της γνώμης ότι η θέση της υπεράσπισης είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη έχει να κάνει με το γεγονός ότι ούτε ο εναγόμενος παραδέχτηκε οιονδήποτε ποσό και περαιτέρω, επέμενε μέχρι τέλους στη θέση του, δηλαδή σε αμφισβήτηση του δικαιολογημένου της αξίωσης. Όσο και αν αυτό ήταν δικαίωμα του, δεν δικαιολογείται σήμερα να ζητά όπως μην επιδικαστούν έξοδα. Θεμελιωμένη είναι η αρχή ότι ο διάδικος που αποτυγχάνει επωμίζεται και τα έξοδα και ότι αισθήματα συμπάθειας και κατανόησης δεν αρκούν για να την αναχαιτίσουν (βλ. Όμηρος Σάββα Χάψη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1403). Στην προκείμενη περίπτωση ουδείς λόγος συντρέχει δια απόκλιση από το γενικό κανόνα. Βεβαίως λογικό είναι ότι τα όποια έξοδα συναρτώνται με το αποτέλεσμα, εν προκειμένω το ύψος του επιδικασθέντος ποσού. Ως εκ των πιο πάνω, τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου 2. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.