Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1677/2010, 6/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A344 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1677/2010 Μεταξύ: Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Εναγόντων και Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενης ------------------------------- Ημερομηνία: 6 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Α. Ρήγας για Άντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί ΔΕΠΕ Για την εναγόμενη: κα. Ν. Χατζηιωάννου για Α.Κ. Χατζηιωάννου &Σια Τ Ε Λ Ι Κ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων εναντίων των εναγόμενων είναι για ποσό €25.000 οφειλόμενο από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες σαν αποτέλεσμα επιβολής διοικητικών κυρώσεων επιβληθείσες προς τους εναγόμενους με απόφαση των εναγόντων ημερομηνίας 4/5/09 η οποία κοινοποιήθηκε στις 2/6/09, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Είναι η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι που είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στη Κύπρο, οι τίτλοι της οποίας είναι εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), όφειλε μετά τη λήξη του οικονομικού έτους 2007 δηλαδή 31/12/07 να δημοσιοποιήσουν το αργότερο εντός 4 μηνών μετέπειτα δηλαδή μέχρι 30/4/08, την Ετήσια Οικονομική τους Έκθεση δυνάμει του Νόμου 190
(1)/ 2007, Νόμου περί Προϋποθέσεων Διαφάνειας, αλλά οι εναγόμενοι, κατά παράβαση του Νόμου, προέβηκαν στη δημοσιοποίηση της Ετήσιας Οικονομικής τους Έκθεσης για το 2007 στις 10/11/
- Οι ενάγοντες σε συνεδρία τους στις 4/5/09 αποφάσισαν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στους εναγομένους ύψους €25.000 λόγω αυτής της παράβασης, και κοινοποίησαν την απόφαση τους μαζί με σχετικό τιμολόγιο υπ' αριθμό 1462 στους εναγόμενους με επιστολή τους ημερομηνίας 2/6/09 με την οποία τους καλούσαν όπως πληρώσουν το ποσό αυτό μέχρι 17/6/09 κάτι το οποίο οι εναγόμενοι δεν έπραξαν. Με διπλοσυστημένη επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 24/9/09, οι ενάγοντες κάλεσαν τους εναγόμενους όπως προβούν σε πλήρη εξόφληση των οφειλών τους εντός 10 ημερών από την παραλαβή της επιστολής. Η επιστολή παραλήφθηκε από τους εναγόμενους στις 2/11/
- Είναι η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι αρνήθηκαν και/ή παράλειψαν και/ή αμέλησαν να εξοφλήσουν το ποσό αυτό ή οποιοδήποτε μέρος του καθιστώντας έτσι το ποσό αυτό εισπρακτέο με βάση το άρθρο 39
(2)του Ν. 73
(1)/ 2001, Νόμου περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης και Υπεράσπιση στην οποία αρνούνται την απαίτηση των εναγόντων καθώς και όλους τους ισχυρισμούς που οι ενάγοντες αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης τους. Ισχυρίζονται ότι υπέβαλαν έγκαιρα και νομότυπα και εντός του νενομισμένου χρόνου την Ετήσια Οικονομική τους Έκθεση για το έτος
- Αγνοούν αν έλαβε χώρα οποιαδήποτε συνεδρία των εναγόντων ημερομηνίας 4/5/09 και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παρέλαβαν το αναφερόμενο τιμολόγιο με αριθμό
- Αρνούνται επίσης ότι παρέλαβαν οποιαδήποτε επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερομηνίας 24/9/09 και ισχυρίζονται ότι ουδέν ποσό πλήρωσαν, γιατί ουδέν ποσό οφείλουν. Αιτούνται την απόρριψη της αγωγής μαζί με τα έξοδα υπεράσπισης. Στην Απάντηση τους οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς τους που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης τους, αρνούνται όλες τις θέσεις των εναγομένων όπως φαίνονται στην Υπεράσπιση τους και ισχυρίζονται ότι η επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων έχει παραληφθεί από τους εναγόμενους μέσω διπλοσυστημένου ταχυδρομείου και επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να προσκομίσουν σχετική απόδειξη. Οι εναγόμενοι άλλαξαν τον δικηγόρο που εμφανιζόταν προς υπεράσπιση τους και στις 4/1/13 καταχώρησαν αίτηση δια κλήσεως με την οποία ζητούσαν άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσουν Περαιτέρω Υπεράσπιση σε σχέση με γεγονότα και στοιχεία τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης, ως αποτέλεσμα της απόφασης στην προσφυγή υπ' αριθμό 1589/2009 Aspis Holding Public Company Ltd εναντίον Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ημερομηνίας 12/8/
- Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση στις 15/3/13, η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και Δικαστήριο με άλλη σύνθεση εξέδωσε απόφαση στις 30/4/13 με την οποία απέρριψε την αίτηση. Στις 11/12/15 οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους με την οποία ζητούσαν όπως επιτραπεί η προσθήκη μιας νέας παραγράφου με αριθμό 5Α μετά την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης η οποία να προνοεί τα ακόλουθα: «5Α. Χωρίς επηρεασμό των ανωτέρων θέσεων, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έστω και αν οι ενάγοντες αποφάσισαν στις 04/05/2009 να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις στους εναγομένους ύψους €25.000, η συγκρότηση αυτών κρίθηκε παράνομη στην προσφυγή με αριθμό 1589/2009 και η απόφαση τους είναι ανίσχυρη και/ή παράνομη. Οι εναγόμενοι θα στηριχθούν στην αρχή ex turpi causa non oritur action ». Ο δικηγόρος των εναγόντων δέχτηκε την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος με αποτέλεσμα να επιτραπεί στους εναγόμενους να καταχωρήσουν Τροποποιημένη Υπεράσπιση στην οποία συμπεριλήφθηκε και αριθμήθηκε ως παράγραφος 5Α η πιο κάτω παράγραφος: «5Α. Χωρίς επηρεασμό των ανωτέρων θέσεων, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έστω και αν οι ενάγοντες αποφάσισαν στις 04/05/2009 να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις στους εναγομένους ύψους €25.000, η συγκρότηση αυτών κρίθηκε παράνομη στην προσφυγή με αριθμό 1589/2009 και η απόφαση τους είναι ανίσχυρη και/ή παράνομη. Οι εναγόμενοι θα στηριχθούν στην αρχή ex turpi causa non oritur action». Ακολούθησε η καταχώρηση της Απάντησης στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση από τους ενάγοντες στην οποία απαντούν ουσιαστικά στην παράγραφο 5Α της Υπεράσπισης η οποία προστέθηκε μετά την τροποποίηση με βάση το εκ συμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου, ως ακολούθως: «
- Οι ενάγοντες αρνούνται το περιεχόμενο της παραγράφου 5Α της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων και ισχυρίζονται ότι παρόλο που η συγκρότηση τους στην προσφυγή με αριθμό 1589/2009 κρίθηκε παράνομη, αυτή αφορά αποκλειστικά την εν λόγω υπόθεση και δεν επεκτείνεται στην παρούσα. Οι ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η κατ' ισχυρισμό από τους ενάγοντες στην παράγραφο 5Α αρχή όχι μόνο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, αλλά τυγχάνει εφαρμογής η αρχή την νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και οποιοσδήποτε ισχυρισμός που αφορά τη διοικητική πράξη και/ή το όργανο που την εξέδωσε θα πρέπει να προβληθεί και εξεταστεί σε άλλη δικαιοδοσία πράγμα που δεν έγινε ». Ακολούθως, οι συνήγοροι των μερών δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους να καταθέσουν παραδεκτά γεγονότα και τεκμήρια τα οποία και θα αποτελέσουν το πλαίσιο γεγονότων εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και ανέφεραν ότι το θέμα που απομένει προς εκδίκαση είναι καθαρά νομικό και θα το προωθήσουν με σχετικές αγορεύσεις. Έτσι, στις 15/3/16 κατατέθηκαν εκ συμφώνου παραδεκτά γεγονότα από τους συνηγόρους εναγόντων και εναγομένων ως ακολούθως: ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
- Οι ενάγοντες αποτελούν οργανισμό δημοσίου δικαίου ο οποίος λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Δομή, αρμοδιότητες, εξουσίες, οργάνωση και άλλα συναφή θέματα) Νόμου, ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 73(Ι)/2009 («Νόμος της Κεφαλαιαγοράς»).
- Η εναγόμενη είναι δημόσια εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με αριθμό εγγραφής C27902 οι τίτλοι της οποίας είναι εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
- Η εναγόμενη όφειλε μετά τη λήξη του οικονομικού έτους του 2007 ήτοι την 31 Δεκεμβρίου 2007 να δημοσιοποιήσει το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών μετέπειτα, ήτοι την 30 Απριλίου 2008, την ετήσια οικονομική της έκθεση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 9 του Περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου του 2007, Ν.190
(1)/2007 («Νόμος Περί Προϋποθέσεων Διαφάνειας»).
- Κατά παράβαση του Νόμου περί Προϋποθέσεων Διαφάνειας η εναγόμενη προέβη στη δημοσιοποίηση της Ετήσιας Οικονομικής της Έκθεσης για το 2007 κατά ή περί την 10 Νοεμβρίου
- Οι ενάγοντες σε συνεδρία τους στις 04/05/2009 αποφάσισαν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στην εναγόμενη ύψους €25.000 λόγω παράβασης της υποχρέωσης βάσει του άρθρων 9 και 16 του Περί Προϋποθέσεων Διαφάνειας Νόμου για εμπρόθεσμη δημοσιοποίηση της Ετήσιας Οικονομικής της Έκθεσης για το
- Τεκμήριο
- Η σύνθεση των εναγόντων κατά τη συνεδρία τους ημερ. 04/05/2009 ήταν οι Γ. Χαραλάμπους πρόεδρος, Α Χατζηπιερής, αντιπρόεδρος και Μ. Μωϋσέως, Μ. Κυπριανού και Σπ. Κόκκινος μέλη, με παρόντα και τον Κ. Τρικούπη ως εκπρόσωπο του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο
- Αυτή η συγκρότηση και η σύνθεση κρίθηκε παράνομη στην προσφυγή με αριθμό 1589/
- Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες κοινοποίησαν την εν λόγω απόφαση, Τεκμήριο 1, και το σχετικό τιμολόγιο υπ. αρ. 1462 προς την εναγόμενη με επιστολή τους ημερομηνίας 2 Ιουνίου 2009 με την οποία την καλούσαν να πληρώσει το πιο πάνω ποσό το αργότερο μέχρι την 17 Ιουνίου
- Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες με διπλοσυστημένη επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 24 Σεπτεμβρίου 2009 κάλεσαν την εναγόμενη όπως προβεί σε πλήρη εξόφληση των ανωτέρω οφειλών της εντός 10 ημερών από τη λήψη της επιστολής τους. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την εναγομένη την 2 Νοεμβρίου
- Τεκμήριο
- Η εναγόμενη μέχρι σήμερα δεν κατέβαλε το πιο πάνω ποσό και/ή οποιοδήποτε μέρος τούτου προς τους ενάγοντες και/ή να εξοφλήσει το σχετικό τιμολόγιο και/ή οποιοδήποτε μέρος τούτου καθιστώντας το ποσό εισπρακτέο δυνάμει του άρθρου 39
(2)του Νόμου της Κεφαλαιαγοράς. Κατατέθηκαν επίσης, όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους 4 τεκμήρια ως ακολούθως: Τεκμήριο 1: Πρακτικά της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ημερομηνίας 4/5/
- Τεκμήριο 2: Απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/8/11 στην προσφυγή 1589/2009 Aspis Holding Public Company Ltd και Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Τεκμήριο 3: Αντίγραφο επιστολής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 2/6/2009 συνοδευόμενη από το τιμολόγιο με αριθμό 1462 ίδιας ημερομηνίας για ποσό €25.
- Τεκμήριο 4: Αντίγραφο επιστολής δικηγόρων εναγόντων προς εναγομένους ημερομηνίας 24/9/2009 που τους καλούσαν όπως εντός 10 ημερών από τη λήψη της προβούν σε πλήρη εξόφληση του διοικητικού προστίμου που τους έχει επιβληθεί, συνοδευόμενη από τις αποδείξεις αποστολής της ως συστημένη και παραλαβή της από τους εναγομένους. Η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις, ημερομηνία κατά την οποία οι δικηγόροι των μερών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους με αναφορά στη νομολογία. Η κα. Χατζηιωάννου ανέφερε προφορικά πέραν των όσων αναφέρει στην αγόρευση της, ότι εκκρεμεί για εκδίκαση ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου η ακρόαση προσφυγής που πραγματεύεται το νομικό θέμα κατά πόσο η ακύρωση της απόφασης για απαγόρευση των διπλών συντάξεων η οποία ακυρώθηκε ως αντισυνταγματική από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει ισχύ αναδρομικά προς όφελος και εκείνων των προσώπων που δεν είχαν προσβάλει την απόφαση για απαγόρευση των διπλών συντάξεων, η οποία κατά την άποψη της έχει άμεση σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης υπό εκδίκαση. Η βασική θέση των δικηγόρων των εναγόντων είναι ότι η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ημερομηνίας 4/5/09 να επιβάλει στους εναγόμενους διοικητικό πρόστιμο ύψους €25.000 αποτελεί εκτελεστική διοικητική πράξη η οποία με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος ελέγχεται αποκλειστικά και μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο, (σημειώνω ότι τώρα μετά την τροποποίηση του Συντάγματος με τον Ν 130
(1)/ 2015 η δικαιοδοσία αυτή έχει περιέλθει στα Διοικητικά Δικαστήρια). Οι εναγόμενοι δεν προσέβαλαν εντός 75 ημερών την απόφαση επιβολής διοικητικών κυρώσεων σε αυτούς από τους ενάγοντες και επομένως η νομιμότητα και εγκυρότητα της πράξης αυτής έχει παγιωθεί και η επίδικη πράξη δεν επιδέχεται καμιάς υπεράσπισης από τους εναγόμενους την οποία το παρόν Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εξετάσει. Είναι σαφές, σύμφωνα πάντα με τη θέση των εναγόντων, ότι η νομολογία σαφώς καθορίζει και διαχωρίζει τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως αποκλειστική στα θέματα ελέγχου πράξεων της διοίκησης και επομένως η παράληψη των εναγομένων να καταχωρήσουν προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο έναντι της επίδικης απόφασης, εμποδίζει τους εναγόμενους να εγείρουν οπουδήποτε θέμα σε σχέση με την επίδικη πράξη ενώπιων του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τα όσα αφορούν την επίδικη πράξη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων παραπέμπει σχετικά σε συγγράμματα νομολογία και συγκεκριμένα στο σύγγραμμα του Νίκου Χρ. Χαραλάμπους, Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου, Τρίτη Έκδοση (συμπληρωμένη και αναθεωρημένη), Λευκωσία 2016, σελ. 13 και 14), στην απόφαση Καρεσίου Κωστάκης ν. Χρυστάλλας Καραπίττα και Άλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. , στο Σύγγραμμα Διοικητικό Δίκαιο, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα - Κομοτηνή 2004, των Απ. Γέροντα, Σ. Λύτρα, Πρ. Παυλόπουλου , Γλ. Σιούτη και Σ. Φλογαϊτη, σελ. 208 και 209, καθώς και στις αποφάσεις Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1424, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ημερ. 12 Ιουλίου 2007
(2007)1 Β Α.Α.Δ 909, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (ΑΡ.2) ημερ. 22 Ιουνίου 2006
(2006)1Α Α.Α.Δ 572, Ανδρέας Κουφτερού κ.α.ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)4Δ Α.Α.Δ 2774. Σε ότι αφορά τη θέση των εναγομένων ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πρωτόδικα, στα πλαίσια της προσφυγής 1589/09 Aspis Holding Puplic Ltd εναντίον Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου με την οποία αποφασίστηκε ότι ο διορισμός των μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ήταν αντίθετος με τις πρόνοιες του Νόμου όσο αφορά την κατοχή σχετικών προσόντων και συγκεκριμένα ότι τα μέλη της δεν είχαν τα προβλεπόμενα από το Νόμο προσόντα δηλαδή «εγνωσμένη πείρα και κατάρτιση στην χρηματαγορά και κεφαλαιαγορά» και συνεπεία αυτής της απόφασης η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ακυρωθεί, είναι η θέση του συνηγόρου των εναγόντων ότι δεν επεκτείνεται στην παρούσα υπόθεση και τα γεγονότα της εφόσον η εναγόμενη δεν επέλεξε να αμφισβητήσει την απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου. Θέση του κ. Ρήγα είναι ότι αφ' ης στιγμής η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου δεν ανακάλεσε την απόφαση της για επιβολή διοικητικού προστίμου στους εναγομένους, παρόλο που η σύνθεση και η συγκρότηση των εναγόντων κατά την επιβολή της απόφασης διοικητικού προστίμου στους εναγόμενους ήταν η ίδια με αυτή της προσφυγής με αριθμό 1589/09 , η παρανομία αυτής περιορίζεται μόνο στην υπόθεση 1589/09 και δεν επεκτείνεται στις υπόλοιπες αποφάσεις των εναγόντων. Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζεται η αρχή «ex tupi causa non oritur actio» που σε αγγλική μετάφραση σημαίνει «from a disreputable cause an action does not arise» και αποδιδόμενη στα ελληνικά «από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά δεν απορρέει αγωγή» οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η αρχή αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση στην οποία εφαρμόζεται, ως η θέση τους, το τεκμήριο νομιμότητας. Περαιτέρω με αναφορά στην υπόθεση Χλόης Κωνσταντίνου δια των γονέων της Στέλιου Κωνσταντίνου και Ελένης Κωνσταντίνου v. Αθηνάς Άπλα δια των γονέων της Γεωργίου Άπλα και Βάσως Άπλα, Πολιτική Έφεση αριθμός 55/10 ημερομηνίας 3/4/15 στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Vraets
(2009)1 ΑΑΔ 802, στην οποία έχει επεξηγηθεί ότι αρχικά το εν λόγω δόγμα σχετιζόταν με το δίκαιο των συμβάσεων αλλά επεκτάθηκε σε όλο το φάσμα του δικαίου με αποτέλεσμα να καλύπτει και αστικά αδικήματα, είναι η θέση του κ. Ρήγα όμως ότι σε καμία περίπτωση η επέκταση του δόγματος αυτού σε όλο το φάσμα του δικαίου δεν μπορεί να εφαρμόζεται αντικειμενικά σε εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες ελέγχονται με βάση το Σύνταγμα αποκλειστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο. Καταληκτικά, είναι η θέση του κ. Ρήγα ότι το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από την έκδοση απόφασης υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγομένων για το ποσό των €25.000 πλέον τόκους και έξοδα. Αντίθετη βεβαίως είναι η θέση των δικηγόρων των εναγομένων. Η πρώτη τους θέση είναι ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την απόφαση Δικαστηρίου ομοβάθμιου του με διαφορετική σύνθεση το οποίο απέρριψε την αίτηση τους για περαιτέρω Υπεράσπιση στις 30/4/13 και παραθέτουν Νομολογία. Η κυριότερη βάση της Υπεράσπισης τους και ο κύριος άξονας της αγόρευσης των δικηγόρων τους είναι ότι η έκδοση απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της προσφυγής 1589/09 ημερομηνίας 12/8/11 με την οποία κρίθηκε η σύνθεση και/ή συγκρότηση των εναγόντων ότι ήταν παράνομη για λόγους που αφορούν τα προσόντα των μελών της, έχει άμεση εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση αφού η σύνθεση των εναγόντων κατά τη λήψη της απόφασης που ήταν αντικείμενο της προσφυγής 1589/09 ήταν η ίδια ακριβώς με τη σύνθεση των εναγόντων όταν έλαβαν την απόφαση που αφορά η παρούσα υπόθεση. Είναι η θέση τους ότι αυτό που επιδιώκουν δεν είναι την ακύρωση της επίδικης πράξης στην ουσία της αλλά να γίνει δεκτή η θέση τους ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να απαιτούν θεραπεία που προήλθε από παράνομη πράξη που είναι ανυπόστατη και προϊόν νόσφησης εξουσίας. Είναι συγκεκριμένα η θέση τους ότι το τεκμήριο νομιμότητας στο οποίο βασίζονται οι δικηγόροι των εναγόντων δεν υφίσταται στην περίπτωση ανυπόστατων πράξεων. Θέση τους είναι επίσης ότι ενώ συμφωνούν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ούτε και να ελέγξει τη νομιμότητα της επίδικης πράξης ως προς την ουσία της, στην παρούσα περίπτωση η εισήγηση τους δεν αφορά ζήτημα ουσίας αλλά αρμοδιότητας και εξουσίας και νόμιμης υπόστασης της απόφασης επιβολής διοικητικής κύρωσης - προστίμου. Ειδικότερα, θέση τους, με αναφορά στο σύγγραμμα «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» του Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου 13η έκδοση, τόμος 1, παράγραφος 117, σελ. 128, είναι ότι οι ενάγοντες δεν έχουν νόμιμη υπόσταση εάν η πράξη που τους έδωσε την ιδιότητα του Διοικητικού Οργάνου είναι ανυπόστατη διότι εκδόθηκε κατά παράβαση αρμοδιότητας. Σύμφωνα πάντα με το εν λόγω σύγγραμμα «οι πράξεις προσώπου που εμφανίστηκε ως Διοικητικό Όργανο χωρίς να λάβει νόμιμη υπόσταση δεν έχουν χαρακτήρα Διοικητικής πράξης, είναι ανύπαρκτες ή ανυπόστατες από την άποψη του Διοικητικού Δικαίου. Η δε ενέργεια έκδοσης πράξεων υπό την ιδιότητα Διοικητικού Οργάνου την οποία όμως ποτέ το όργανο δεν απέκτησε ονομάζεται νόσφηση ή σφετερισμός εξουσίας ή αντιποίηση αρχής». Είναι επομένως η θέση της ότι ανεξάρτητα του ότι η επίδικη πράξη δεν προσβλήθηκε από τους εναγόμενους με προσφυγή και δεν ακυρώθηκε, η συγκρότηση των εναγόντων ήταν παράνομη, και συνεπώς δεν είχαν εξουσία να εξετάζουν τέτοιου είδους υποθέσεις ή να επιβάλλουν διοικητικά πρόστιμα και κατ' επέκταση η πράξη επιβολής διοικητικού προστίμου στην παρούσα υπόθεση είναι ανυπόστατη και η απαίτηση τους παράνομη. Παραθέτει επίσης Νομολογία και συγκεκριμένα την απόφαση Ηλίας Αδάμου Ηλιά ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 ΑΑΔ 137 όπου έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην αναθεώρηση πράξεων της Διοίκησης και να τις ακυρώσει για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 146.1. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146.1, όπως και πρόσφατα επαναλάβαμε, διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (Βλ. Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου και Άλλων
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Μόνο στην περίπτωση νόσφησης εξουσίας μπορεί πράξη να αγνοηθεί διότι στην περίπτωση εκείνη το προϊόν της νόσφησης δεν περιέρχεται στη σφαίρα του δικαίου.» Το άλλο επιχείρημα της συνηγόρου των εναγομένων περιστρέφεται γύρω από την αρχή ex turpi causa non oritur action και συγκεκριμένα γύρω από τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει θεραπεία στον ενάγοντα από παράνομη πράξη. Παραθέτει σχετικά κυπριακή αλλά και αγγλική Νομολογία για να ενισχύσει τη θέση της ότι το δόγμα ex turpi causa non oritur action εφαρμόζει πλήρως στην παρούσα υπόθεση με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται οι ενάγοντες να διεκδικήσουν την πληρωμή οποιονδήποτε χρημάτων, αφού η αίτηση τους στηρίζεται σε ανυπόστατη παράνομη πράξη. Σχετικά παραθέτει τις υποθέσεις Holman v. Johnson [1775] 1 Cowp 341, Saunders and Αnother v. Edwards and Another [1987] 1 WLR 1116, Euro - Diam Ltd v. Bathurst [1990] 1 QB 1, Hardy v. Motor Insurers' Bureau [1964] 2 QB 745, Χριστοδούλου ν. Vraets
(2009)1 A.A.Δ. 802, Χλόη Κωνσταντίνου ν. Αθηνά Απλά ΠΕ55/2010 ημερ. 03/04/2015, Tinsley v. Milligal [1993] 3 AII ER 85, Cross v. Kirkby [2000] EWCA Civ
- Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τις εισηγήσεις και των δυο δικηγόρων καθώς και τη σχετική νομολογία στην οποία με παραπέμπουν, Σε ότι αφορά την εισήγηση της δικηγόρου των εναγομένων ότι το Δικαστήριο δεν είναι δεσμευμένο από την προηγούμενη απόφαση ομοβάθμιου του Δικαστηρίου με άλλη σύνθεση με την οποία απέρριψε το αίτημα τους για περαιτέρω υπεράσπιση και προς τούτο παραθέτει σχετική νομολογία, είναι η θέση μου ότι η νομολογία την οποία παραθέτει δεν εφαρμόζεται καθόλου στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αλίμονο αν το Δικαστήριο μπορούσε στο στάδιο αυτό να επανέλθει και να εξετάσει αίτηση που ήδη κρίθηκε από άλλο Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να πετύχει. Η θέση αυτή δεν έχει έρεισμα στην νομολογία ούτε και με βρίσκει σύμφωνη και θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση των εναγομένων για το θέμα αυτό δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Εξάλλου οι εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία με την καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση της Υπεράσπισης στην οποία η πλευρά των εναγόντων δεν έφερε ένσταση να τροποποιήσουν την Υπεράσπιση τους και να προσθέσουν το λόγο για την παρανομία της σύνθεσης των εναγόντων. Σε ότι αφορά το δόγμα ex turpi causa non oritur action έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έστω και αν είναι ορθή η θέση ότι ως αποτέλεσμα της Νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής, το δόγμα αυτό επεκτάθηκε και δεν εφαρμόζεται μόνο σε υποθέσεις όπου έχουν σχέση και πηγάζουν από συμβατική σχέση αλλά εφαρμόζεται πλέον σε όλο το φάσμα του δικαίου, είναι η θέση μου ότι η νομολογία που και οι δύο συνήγοροι έχουν παραθέσει αλλά και το ίδιο το δόγμα από την αρχή που θεσπίστηκε σκοπό είχε να εμποδίσει αγωγές στις οποίες τα γεγονότα / αξιώσεις / απαιτήσεις ήταν παράνομες εξ υπαρχής υπό την έννοια ότι ουδέποτε δεν καλύπτονταν από νομιμότητα αλλά αντίθετα θεωρούνταν και ήταν παράνομες από την αρχή. Παραδείγματα τέτοιων είναι η ενοικίαση οίκου ανοχής για σκοπούς οργίων, συμμετοχή σε εμπορικές πράξεις οι οποίες ήταν εξ υπαρχής παράνομες και υποθέσεις όπου μπορεί εύκολα να εξαχθεί πρόθεση καταδολίευσης και συνήθως αφορούν εγκληματικές ενέργειες. Ενέργειες οι οποίες καθαρά απαγορεύονται από το Νόμο. Είναι ενδεικτικό ότι η αγγλική Νομολογία αναφέρεται ξεκάθαρα σε «criminal or illegal contact». Στην παρούσα περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Όταν συνήλθε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για να επιβληθεί το διοικητικό πρόστιμο στους εναγομένους, η σύνθεση της δεν ήταν αντικείμενο αμφισβήτησης. Μετά την έκδοση της απόφασης για το επίδικο πρόστιμο και πάλι δεν υπήρξε καμιά αμφισβήτηση. Όταν καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή στις 4/3/10 και πάλι δεν υπήρχε οτιδήποτε που να επηρεάζει την απόφαση των εναγόντων, η απόφαση στην προσφυγή 1589/09 έχει ημερομηνία 12/8/
- Είναι κατά την άποψη μου σαφές, ακόμη και αν το παρόν Δικαστήριο αποφασίσει ότι η κακή σύνθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η οποία αποφασίστηκε μεταγενέστερα και σε πλαίσιο άλλης υπόθεσης από άλλα μέρη, επηρεάζει και την υπό κρίση απόφαση των εναγόντων, κάτι το οποίο θα εξεταστεί αμέσως πιο κάτω, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να θέσει σε εφαρμογή το δόγμα ex turpi causa non oritur action. Δεν υπήρξε εδώ παράνομος σκοπός, ούτε συμπεριφορά εναντίον του γενικού αισθήματος δικαίου, ούτε ανήθικη συμπεριφορά, ούτε εγκληματική συμπεριφορά από πλευράς των εναγόντων. Επομένως είναι κατά την άποψη μου σαφές ότι το επιχείρημα των εναγομένων σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής του δόγματος αυτού δεν μπορεί να επιτύχει. Θα ήταν κατά την άποψη μου παρακινδυνευμένο να τυγχάνει εφαρμογής το συγκεκριμένο δόγμα σε περιπτώσεις ως η παρούσα όπου δηλαδή αποφάσεις διοικητικών οργάνων μετά που ελέγχονται από αρμόδια δικαστήρια για οποιοδήποτε ακυρώνονται. Σε ότι αφορά το ουσιαστικότερο επιχείρημα των εναγομένων ότι η αξίωση των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει επειδή η πράξη με την οποία επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο επιβλήθηκε από όργανο το οποίο δεν έχει νομική ισχύ και συνεπώς είναι παράνομη και/ή λήφθηκε κατά νόσφηση εξουσίας, έχω να πω τα ακόλουθα. Από το πλαίσιο των παραδεκτών γεγονότων αλλά και μέσα από τις αγορεύσεις των μερών είναι σαφές ότι η απόφαση των εναγόντων για επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους €25.000 στους εναγόμενους δεν έχει ικανοποιηθεί, οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση αυτής και ουδέν ποσό έχουν πληρώσει έκτοτε. Το ύψος του ποσού δεν αμφισβητείται και είναι επομένως ξεκάθαρο ότι εάν τα επιχειρήματα των εναγομένων δεν γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο, τότε οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης τους. Είναι επίσης δεδομένο και παραδεκτό ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει την επίδικη πράξη επιβολής προστίμου ενώπιον του μοναδικού αρμοδίου Δικαστηρίου για να αποφασίσει επί τέτοιου θέματος δηλαδή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως ήταν τότε με βάση την τροποποίηση του Συντάγματος που ίσχυε. Είναι επίσης δεδομένο ότι η σύνθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου στις 4.5.2009, ημερομηνία λήψης της απόφασης για επιβολή του προστίμου των €25.000, ήταν ακριβώς η ίδια με τη σύνθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου στην οποία με βάση την απόφαση του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μ. Φωτίου στα πλαίσια της προσφυγής αρ. 1589/2009 ημερομηνίας 12.08.2011 έχει αποφασιστεί ότι «ο διορισμός των μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ήταν αντίθετος με τις πρόνοιες του Νόμου όσον αφορά την κατοχή των σχετικών προσόντων και η περίπτωση δεν διασώζεται από το άρθρο 18
(11)του Νόμου». Είναι επίσης δεδομένο ότι οι ενάγοντες μετά την έκδοση απόφασης στην προσφυγή 1589/2009, η οποία σημειώνω ήταν μεταγενέστερη της καταχώρησης της παρούσα αγωγής, δεν ανακάλεσαν την απόφαση τους για επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους €25.000 στην εναγομένη. Η αρχή της νομιμότητας που συνοδεύει μια διοικητική απόφαση είναι δεδομένη. Στο σύγγραμμα Διοικητικό Δίκαιο, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 2004, των Απ. Γέροντα, Σ. Λύτρα, Πρ. Παυλόπουλου, Γλ. Σιούτη και Σ. Φλογαΐτη, σελ.208 και 209 αναφέρονται τα εξής: «Το τεκμήριο της νομιμότητας αποτελεί μια πάγια και βασική αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η διοικητική πράξη, από την έναρξη ισχύος της και μέχρις ότου ακυρωθεί δικαστικώς ή ανακληθεί ή καταργηθεί διοικητικώς ή νομοθετικώς, παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της, ανεξάρτητα από το αν τυχόν έχει νομικές πλημμέλειες. Τα έννομα αυτά αποτελέσματα αναπτύσσονται τόσον έναντι του αποδέκτη της και τρίτων όσο και έναντι των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών.. ...Επομένως η διοικητική πράξη, ακόμη και όταν έρχεται σε αντίθεση με κανόνα δικαίου, παρά την ελαττωματικότητά της, έχει τη δύναμη να παράγει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και να μεταβάλλει τις νομικές καταστάσεις. Της αναγνωρίζεται δηλαδή, ανεξάρτητα από το νόμιμο, αληθές ή δίκαιο περιεχόμενο της, ένα ιδιαίτερο κύρος και μια αυξημένη ισχύς, μία ισοδυναμία προς τη νόμιμη διοικητική πράξη.. ...Κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι διοικητικές πράξεις και όταν τυχόν δεν είναι σύννομες, θεωρούνται έγκυρες και παράγουν όλες τις έννομες συνέπειες τους, εφόσον δεν ανακλήθηκαν διοικητικώς ή δεν ακυρώθηκαν δικαστικώς. (ΣτΕ 32/47, 1255/52, 2366/69, 1555/80, 2287/88). .Τα νομιμοποιητικά ερείσματα του τεκμηρίου της νομιμότητας αναφέρονται, αφενός, στη σχέση της διοικητικής πράξης με το στοιχείο της δημόσιας εξουσίας, καθώς και με την αρχή της νομιμότητας αλλά και του δημοσίου συμφέροντος, και, αφετέρου στις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και της προστασίας της εμπιστοσύνης των διοικουμένων. Η σύγχρονη θεμελίωση του τεκμηρίου της νομιμότητας εστιάζεται στην ανάγκη σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, η οποία ενδιαφέρει τόσο τη Διοίκηση όσο και τους διοικουμένους. Η ατομική διοικητική πράξη, ανεξαρτήτως της τυχόν ελαττωματικότητάς της, δεν πρέπει να θίγει την ομαλότητα της διοικητικής δράσης και, κυρίως, δεν πρέπει να αποτελεί μέσο κλονισμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων. Αντίθετα, πρέπει να αποτελεί βάση για τη δημιουργία της.» Η θέση των εναγόντων για το τεκμήριο της νομιμότητας που διέπει μια διοικητική πράξη, ότι ισχύει και στην παρούσα περίπτωση, κατά την άποψη μου είναι ορθή. Ορθή επίσης είναι η θέση τους ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει καμία απολύτως εξουσία ούτε και δικαιοδοσία να εξετάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την απόφαση των εναγόντων με την οποία επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο στους εναγομένους. Η θέση της ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγομένων είναι ότι εφόσον η σύνθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είχε θεωρηθεί ότι ήταν αντίθετη με τις πρόνοιες του Νόμου όσον αφορά την κατοχή των σχετικών προσόντων, δεν εφαρμόζεται η αρχή της νομιμότητας διότι η πράξη επιβολής διοικητικού προστίμου είναι ανυπόστατη. Ο λόγος που την θεωρεί ανυπόστατη είναι επειδή το όργανο το οποίο την έλαβε δηλαδή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου δεν είχε νομική υπόσταση. Στο σύγγραμμα Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου του Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου επί του οποίου οι εναγόμενοι στηρίζονται αναφέρει σε σχετικό απόσπασμα της σελίδας 128 ότι ένα διοικητικό όργανο για να μπορέσει να εκδώσει διοικητική πράξη πρέπει αν έχει νομική υπόσταση δηλαδή να έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπουν οι κανόνες δικαίου με τις οποίες το φυσικό πρόσωπο που αποτελεί το όργανο αποκτά την ιδιότητα του διοικητικού οργάνου. Το όργανο δεν έχει νομική υπόσταση εάν δεν υπάρχει πράξη δηλαδή εκλογή ή επικύρωση ή διορισμός των προσώπων που το αποτελούν - εδώ δεν εφαρμόζεται αυτή η προϋπόθεση εφόσον είχε προηγηθεί διορισμός των μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - ή όταν η πράξη είναι ανυπόστατη διότι εκδόθηκε κατά παράβαση της κατά κλάδο αρμοδιότητας. Ο καθηγητής Σπηλιωτόπουλος στο σύγγραμμά του δίδει παραδείγματα πότε μια πράξη είναι ανυπόστατη. Και αναφέρει ως παράδειγμα όταν απόφαση με την οποία το όργανο διορίστηκε ήταν από λανθασμένο και μη αρμόδιο πρόσωπο ή εάν έπρεπε να γίνει δημοσίευση του διορισμού του οργάνου και δεν έγινε κάτι τέτοιο. Τίποτε απ' όλα αυτά δεν έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση. Το τι έχει γίνει είναι ότι στα πλαίσια μιας προσφυγής από τρίτο πρόσωπο, Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενεργώντας πρωτόδικα αποφάσισε ότι ο διορισμός των μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν ήταν ορθός σύμφωνα με τον Νόμο σε ότι αφορά τα προσόντα τους. Όπως έχω ήδη πει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν ανακάλεσε την απόφαση της που αφορά η παρούσα αγωγή μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια της προσφυγής 1589/2009 ούτε και η συγκεκριμένη απόφαση έχει ελεγχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επομένως είναι η θέση μου ότι δεν υπάρχουν εδώ εκείνα τα γεγονότα και η κατάσταση πραγμάτων που και ο καθηγητής Σπηλιωτόπουλος στο σύγγραμμά του θεωρεί ότι αποτελούν ανύπαρκτες ή ανυπόστατες πράξεις από την άποψη του διοικητικού δικαίου ούτε και μπορεί, υπό τις περιστάσεις, η ενέργεια του διοικητικού οργάνου να εκδώσει τη συγκεκριμένη απόφαση επιβολής προστίμου να θεωρηθεί είτε νόσφηση εξουσίας είτε σφετερισμός εξουσίας είτε αντιποίηση αρχής. Είναι η θέση μου ότι η επίδικη πράξη δεν ήταν προϊόν νόσφησης εξουσίας καθότι δεν προήλθε από όργανο διοικητικό το οποίο δεν είχε λάβει νόμιμη υπόσταση για το σκοπό για τον οποίο την έλαβε. Επομένως θεωρώ ότι η κυπριακή νομολογία στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος των εναγομένων για να δικαιολογήσει την εισήγησή της ότι σε περίπτωση νόσφησης εξουσίας μπορεί το Επαρχιακό Δικαστήριο να αγνοήσει πράξη οργάνου που ασκεί διοικητική λειτουργία επειδή δεν περιήλθε στη σφαίρα του δικαίου, και συγκεκριμένα η υπόθεση Ηλίας Αδάμου Ηλία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου ανωτέρω, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι το τεκμήριο νομιμότητας διέπει και εφαρμόζεται και στην παρούσα υπόθεση σε ότι αφορά την πράξη των εναγόντων να επιβάλουν διοικητικό πρόστιμο στους εναγομένους ημερομηνίας 4/5/09 με αποτέλεσμα το ποσό το οποίο έχει επιδικαστεί υπό μορφή διοικητικού προστίμου και είναι παραδεκτό ότι εξακολουθεί να οφείλεται, να πρέπει να πληρωθεί από τους εναγόμενους προς τους εναγόντες. Ως τελευταίο λόγο αναφέρω ότι οι εναγόμενοι είχαν επίσης προβάλει τη θέση ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί ουσιαστικά μοχλό πίεσης και κατάχρησης και το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση και την ευθύνη να ελέγχει ενώπιον του τη διαδικασία ούτως ώστε να μην υπάρχει κατάχρηση. Όλα αυτά βέβαια σε σχέση πάντα με τη θέση τους ότι η απόφαση υπό εξέταση είναι ανυπόστατη και παράνομη. Εφόσον όμως έχω ήδη αναφέρει ότι σύμφωνα με τη δική μου άποψη το τεκμήριο της νομιμότητας υφίσταται και περιβάλλει τη συγκεκριμένη πράξη και δεν συμμερίζομαι την άποψη της δικηγόρου των εναγομένων ότι η επίδικη πράξη είναι ανυπόστατη, ούτε και αυτός ο λόγος μπορεί να ευσταθεί, δεν θεωρώ λοιπόν ότι υπάρχει οποιαδήποτε κατάχρηση διαδικασίας από πλευράς εναγόντων με την προώθηση της αγωγής τους. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για ποσό €25.000 πλέον νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας στην κλίμακα εξόδων €10.000-€50.000 όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ............... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο