Αριστείδη Μαυροσκούφη ν. Exxon Mobil Cyprus Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3313/2013, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A423 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3313/2013 Μεταξύ: Αριστείδη Μαυροσκούφη Ενάγοντος v.
- Exxon Mobil Cyprus Ltd
- Νίκου Όμπασιη Εναγομένων v.
- Νέδας Λουκά
- Εταιρεία Πωλήσεως Πετρελαιοειδών «ο Στρόβολος Λτδ» Τριτοδιαδίκων Αίτηση ημ. 19 Φεβρουαρίου 2016 για Tροποποίηση Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Έ. Νικολαΐδου Για τους Εναγομένους 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Κουρσάρης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2 και για τους Τριτοδιαδίκους 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κ. Γιαπανά για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Τριτοδιάδικο 1: κ. Μ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων - Αιτητής ζητά την τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής με την προσθήκη της Δέσποινας Μαυροσκούφη ως Ενάγουσας 2 και των υφιστάμενων Τριτοδιαδίκων ως Εναγομένων
- Επίσης ζητά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη κάποιων ισχυρισμών και αξιώσεων. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.9 θ.10-11, Δ.12 θ.1-10, Δ.25 θ.1-5 και Δ.48 θ.1-3, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς επίσης και στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Στέφανης Σαβάκη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στις συνθήκες διαπίστωσης της αναγκαιότητας των αιτούμενων τροποποιήσεων και ισχυρίζεται πως αυτές (οι τροποποιήσεις) είναι απαραίτητες ούτως ώστε να περιληφθούν όλοι οι εμπλεκόμενοι διάδικοι και να δοθεί η πλήρης εικόνα της υπόθεσης προς αποφυγή πολλαπλών διαδικασιών, δικαστικού χρόνου και εξόδων. Οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και της Τριτοδιαδίκου 1 δήλωσαν πως δεν φέρουν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Μόνον ο Εναγόμενος 2 και οι Τριτοδιάδικοι 2 δήλωσαν το αντίθετο και καταχώρισαν κοινή ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι:
- Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη, καταχρηστική και κακόπιστη.
- Η Αίτηση δεν στηρίζεται από επαρκή μαρτυρία.
- Η αιτούμενη τροποποίηση εισαγάγει «νέα βάση υπεράσπισης».
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του Ενάγοντος - Αιτητή.
- Η Αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα με σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής.
- Ο Αιτητής δεν δικαιολογεί επαρκώς και ή καθόλου την καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης.
- Ο Αιτητής επιδιώκει να εισαγάγει ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν γνωστοί σε αυτόν σε πολύ προγενέστερο στάδιο.
- Με την Αίτηση ο Αιτητής προσπαθεί να διορθώσει λάθη και ή παραλείψεις του, πράγμα το οποίο δεν είναι επιτρεπτό.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων πλήττει τα βασικά συνταγματικά δικαιώματα των Καθ΄ ων.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 στην οποία επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, απορρίπτοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Σαβάκη. Ι. Φύση Αγωγής και Δικογραφία Για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης κρίνεται σκόπιμο να γίνει αρχικά μια σύντομη αναφορά στη φύση της Αγωγής, στη διαδικασία αυτής και στην όλη δικογραφία. Η Αγωγή εγείρεται από τον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του συνιδιοκτήτη κατά 1/6 του επίδικου ακινήτου, δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης αυτού ως πρατηρίου καυσίμων στους Εναγόμενους 1 και μεταγενέστερης υπενοικίασης του από τους τελευταίους στον Εναγόμενο
- Ο Ενάγων επικαλείται τον τερματισμό της εν λόγω πρώτης συμφωνίας και την άρνηση των Εναγομένων να παραδώσουν το ακίνητο το οποίο κατακρατούν και συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται. Έτσι αξιώνει διάταγμα εναντίον των Εναγομένων για την παράδοση του ακινήτου και αποζημιώσεις μέχρι την παράδοση αυτού. Οι Εναγόμενοι 1 στην υπεράσπιση τους αναγνωρίζουν την ενοικίαση μέρους του επίδικου ακινήτου και ισχυρίζονται πως συνήψαν Συμφωνία/Άδεια Χρήσης αυτού με τον συνεταιρισμό με την επωνυμία «Εταιρεία Πωλήσεως Πετρελαιοειδών ο Στρόβολος», οι συνέταιροι του οποίου ήταν ο Εναγόμενος 2 και η Τριτοδιάδικος
- Με τη λήξη της ενοικίασης οι Εναγόμενοι 1 ζήτησαν επανειλημμένα από τον συνεταιρισμό όπως παραδώσει το επίδικο ακίνητο, όμως τελικά διεφάνη πως ο συνεταιρισμός είχε προγενέστερα διαλυθεί και αντικατασταθεί με ομώνυμη εταιρεία εν πλήρη άγνοια τους. Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων 1 πως με τη διάλυση του συνεταιρισμού επήλθε αυτομάτως τερματισμός χρήσης του επίδικου ακινήτου και ως εκ τούτου η παράδοση αυτού δεν αποτελεί πλέον ευθύνη των ιδίων. Έτσι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως οι Εναγόμενοι 1 υπέχουν ευθύνη αυτοί δικαιούνται σε αποζημίωση από τον Εναγόμενο 2, την Τριτοδιάδικο 1 ή τους Τριτοδιάδικους
- Γι΄ αυτό προέβησαν σε διαδικασία συνεναγομένου εναντίον του Εναγομένου 2 και προσεπίκλησης των Τριτοδιαδίκων, αξιώνοντας αποζημιώσεις. Ο Εναγόμενος 2 στην υπεράσπιση του εγείρει θέμα δικαιοδοσίας, ήτοι πως το καθ΄ ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, και ισχυρίζεται πως η υπενοικίαση υπεγράφη αρχικώς από τον συνεταιρισμό ο οποίος αντικαταστάθηκε από την εταιρεία, κάτι το οποίο οι μεν Εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν ρητά και ή σιωπηρά, ο δε Ενάγων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Επίσης αρνείται πως έλαβε επιστολή είτε από τον Ενάγοντα είτε από τους Εναγόμενους 1 για την παράδοση του επίδικου ακινήτου. Σημειώνεται πως στην έκθεση απαίτησης των Εναγομένων 1 εναντίον των Τριτοδιαδίκων προβάλλονται ισχυρισμοί και λεπτομέρειες απάτης και ή δόλου και ή κακοπιστίας όσον αφορά το θέμα του συνεταιρισμού και της εταιρείας. Στην υπεράσπιση της η Τριτοδιάδικος 1 αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης της με τους Εναγόμενους 1, και εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι 1 γνώριζαν για την αλλαγή και σύσταση των προσώπων που διαχειρίζονταν το ακίνητο. Τη νομιμότητα της υπενοικίασης έναντι των Εναγομένων 1 και της κατοχής ως ενοικιαστών επικαλούνται βασικά και οι Τριτοδιάδικοι 2 στη δική τους υπεράσπιση. ΙΙ. Προσθήκη Διαδίκων Η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει το θέμα της προσθήκης διαδίκου και προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Courtγ effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.16 r.
- Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 345, ο σκοπός αυτής της πρόνοιας είναι η εξασφάλιση μιας απόφασης επί όλων των επίδικων θεμάτων χωρίς καθυστέρηση και πρόκληση εξόδων σε ξεχωριστές αγωγές. Η έκδοση ή όχι τέτοιας διαταγής επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο και έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή αναφορικά με διαδίκους όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά. (Αρ. 1)
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.» Όπως φαίνεται από το ίδιο το αιτητικό της Αίτησης και τη φύση των συναφών αιτούμενων τροποποιήσεων, η προτεινόμενη Ενάγουσα 2 κα Δέσποινα Μαυροσκούφη φέρεται ως μια εκ των 14 συνιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου. Άλλωστε η ιδιότητα της ως συνιδιοκτήτριας κατά το 1/6 μερίδιο του επίδικου ακινήτου καταγράφεται στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης. Ενόψει της ιδιότητας της ως νόμιμης ιδιοκτήτριας του επίδικου ακινήτου, είναι ξεκάθαρο πως αυτή δύναται να προστεθεί ως Ενάγουσα εφόσον η ισχυριζόμενη αποδιδόμενη συμπεριφορά των Εναγομένων επηρεάζει τόσο τα νομικά όσο και τα οικονομικά της συμφέροντα επί του επίδικου ακινήτου. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει επίσης έρεισμα στο Annual Practice 1958, σελ. 346, κάτω από τον τίτλο «Adding Plaintiffs», όπου αναφέρεται πως «The addition of a co-plaintiff may be made where the original plaintiff's cause of action is defective, e.g. where the legal owner is required to be added (The Charlotte, [1908] P. 206». Για την προσθήκη ενάγοντος είναι απαραίτητη η σχετική γραπτή συγκατάθεση με την υπογραφή αυτού, όπως αναφέρεται και πάλι στη σελ. 346 με παραπομπή στις υποθέσεις «Τhe Duke of Buccleuch, [1892] P. 211 και Wooton v. Joel, [1920] W. N. 28». Τέτοια συγκατάθεση της προτεινόμενης Ενάγουσας 2 όντως επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Σαβάκη ως Τεκμήριο 1. Στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 346, αναφέρεται επίσης πως γενικά η προσθήκη ενός ενάγοντος επιτρέπεται όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο προς την επίλυση της ουσιαστικής διαφοράς μεταξύ των μερών, αλλά όχι στις περιπτώσεις όπου η προσθήκη θα έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή μιας εντελώς νέας βάσης αγωγής. Αυτό το ζήτημα θα τύχει εξέτασης κατωτέρω στα πλαίσια ενασχόλησης με τις αιτούμενες τροποποιήσεις της έκθεσης απαίτησης. Όσον δε αφορά την προσθήκη Εναγομένου, είναι σαφές πως αυτό το αίτημα ισοδυναμεί με διαγραφή των Τριτοδιαδίκων 2 και προσθήκη τους ως Εναγομένων 3. Η αίτηση για την προσθήκη τριτοδιαδίκου ως συνεναγομένου γίνεται και πάλι με βάση τη Δ.9 θ.10. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται στο σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 167, στο οποίο αναφέρεται πως εκεί όπου ο τριτοδιάδικος είναι ουσιαστικά (substantially) εναγόμενος τότε πρέπει να προστίθεται ως εναγόμενος. Στην υπόθεση Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372 τονίστηκε πως η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μιαν αγωγή βασικά ανήκει στον ενάγοντα και πως η απόφαση ως προς το κατά πόσον βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις. Στην υπόθεση Byrne v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657, λέχθηκε πως το θέμα της προσθήκης εναγομένου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με γνώμονα πως πρέπει να βρίσκονται όλα τα διάδικα μέρη ενώπιον του ούτως ώστε να μειωθούν τα έξοδα και να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των μερών. Είναι προφανές πως ο Ενάγων και η προτεινόμενη Ενάγουσα 2 επιθυμούν να εγείρουν την απαίτηση τους και εναντίον των νυν Τριτοδιαδίκων 2 ως Εναγομένων. Και τούτο καθότι στα πλαίσια της υφιστάμενης διαδικασίας οι Ενάγοντες δεν έχουν οποιαδήποτε άμεση σχέση με τους Τριτοδιαδίκους, ούτε και δύνανται να λάβουν απευθείας απόφαση εναντίον τους. Μόνο σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι 1 κριθούν ότι υπέχουν ευθύνη έναντι των Εναγόντων, τότε εκδικάζεται το θέμα αποζημίωσης και τούτο μόνο από τους Τριτοδιαδίκους προς τους Εναγομένους
- Σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως οι Εναγόμενοι 1 δεν υπέχουν ευθύνη έναντι των Εναγόντων, τότε η απαίτηση των Εναγομένων έναντι των Τριτοδιαδίκων αποτυγχάνει - βλ. Eden v. Wearadle Iron & Coal Co. 35 Ch. D.
- Έτσι καθίσταται σαφές πως η προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 2 ως Εναγομένων αποσκοπεί στην προώθηση αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων και συνεπώς στη δυνατότητα διεκδίκησης και εξασφάλισης θεραπείας υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων. Με βάση τις συναφείς αιτούμενες τροποποιήσεις αποκαλύπτεται ξεκάθαρα η πρόθεση του Ενάγοντος προς απόδοση κατοχής και χρήσης του επίδικου ακινήτου από τους προτεινόμενους Εναγομένους 3 και επομένως η προσθήκη τους ως Εναγομένων είναι αναγκαία για να του παρέχει το δικαίωμα απευθείας αξίωσης υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον αυτών για ανάκτηση κατοχής και για επιδίκαση αποζημιώσεων, πράγμα το οποίο, ως έχει εξηγηθεί, δεν θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί με την υφιστάμενη κατάσταση, ακόμα και αν στο τέλος ήθελε φανεί πως ο Ενάγων δικαιούνται σε τέτοια θεραπεία. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Edison & Co v. Holland 41 Ch. D. 28, στην οποία λέχθηκε πως αν ο ενάγων έχει απευθείας αξίωση έναντι του τριτοδιαδίκου, η ορθή πορεία είναι όπως, μόλις αυτό γίνει γνωστό, να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης και να καταστήσει τον τριτοδιάδικο ως εναγόμενο. Ακόμα στο σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedents of Pleadings (ανωτέρω), σελ. 167, αναφέρεται πως ο ενάγων δύναται να αιτηθεί την προσθήκη εναγομένων εκεί όπου θα μπορούσε να τους προσθέσει ως τέτοιους εξαρχής, και μάλιστα σε περίπτωση όπου εάν ο ενάγων αποτύχει έναντι του αρχικού εναγομένου θα είχε εναλλακτική απαίτηση έναντι του προτιθέμενου εναγομένου - βλ. Oesterreichische Export A. G. v. British Indemnity Insurance Co.
(1914)1 K.B. 747. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων ή συμφερόντων των προτεινόμενων Εναγομένων 3 εκ μόνης της προσθήκης τους ως Εναγομένων. Στην υπόθεση Byrne v. Brown (ανωτέρω) το Δικαστήριο υιοθέτησε την άποψη πως για να ευσταθεί η ένσταση του τριτοδιαδίκου στην προσθήκη του ως εναγομένου θα έπρεπε να δείξει ότι η προσθήκη θα τον έβλαπτε αδίκως («would wrongfully injure him»). Σε περίπτωση που αποδειχθεί πως δικαίως δύναται να βρεθεί ότι υπέχει ευθύνη έναντι των εναγομένων, τότε μπορεί να κριθεί υπεύθυνος και στα πλαίσια της απαίτησης του ενάγοντος. Έτσι σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του τριτοδιαδίκου και διέταξε την προσθήκη του ως εναγομένου, ούτως ώστε να βρίσκονται όλα τα μέρη ενώπιον του υπό τις ορθές ιδιότητες και να αποφασιστούν τα δικαιώματα και οι ευθύνες τους στα πλαίσια μιας μόνο αγωγής. Είναι προφανές πως κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και στην προκειμένη περίπτωση. Λόγω της φύσης των ισχυρισμών των Εναγομένων 1 αλλά κυρίως λόγω της αναγνώρισης από τους ίδιους τους Τριτοδιαδίκους 2 πως κατέχουν και μάλιστα, κατ΄ ισχυρισμόν τους, νόμιμα το επίδικο ακίνητο, καθίσταται αναγκαίο όπως αυτοί προστεθούν ως Εναγόμενοι ούτως ώστε να συμπεριληφθούν όλοι οι διάδικοι και να αποφασιστούν τα δικαιώματα και οι ευθύνες μεταξύ τους στα πλαίσια μιας διαδικασίας. Αρκεί προς τούτο να λεχθεί πως στην περίπτωση κατά την οποία διαφανεί στο τέλος πως οι Τριτοδιάδικοι 2 δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα (νόμιμης κατοχής) αναπόφευκτα η ενέργεια τους θα συνιστά παράνομη επέμβαση με ανάλογες συνέπειες. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, το Δικαστήριο δύναται να μην δώσει άδεια για προσθήκη εναγομένου όπου αυτή θα επιφέρει την προσθήκη νέας βάσης αγωγής και ως αγωγή εκλαμβάνεται αυτή που εκκρεμεί μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων. Όπως έχει ήδη λεχθεί, αυτό το ζήτημα θα εξεταστεί κατωτέρω. Έτσι στο παρόν στάδιο κρίνεται πως οι αιτούμενες προσθήκες των προτεινόμενων διαδίκων ως Ενάγουσας 2 και ως Εναγομένων 3 αντίστοιχα κρίνονται απολύτως δικαιολογημένες και αναγκαίες για τη σωστή συμπερίληψη όλων των διαδίκων και για την επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων σε μια και μόνη διαδικασία. ΙΙΙ. Τροποποιήσεις Έκθεσης Απαίτησης Η δικονομική πρόνοια που διέπει το θέμα τροποποίησης δικογράφων είναι η Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί ως ακολούθως: «1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που προβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση στην οποία κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & Άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει ενασχόλησης είναι η φύση και κατ΄ επέκταση η αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων. Αυτές θα εξεταστούν ξεχωριστά ανά θέμα ή ενότητα: (
- i)Παρ. 1 και 3 Η πρώτη ενότητα αφορά την προσθήκη της προτεινόμενης Ενάγουσας 2 ως συνιδιοκτήτριας κατά 1/6 μερίδιο του επίδικου ακίνητου μαζί με τον υφιστάμενο Ενάγοντα καθώς επίσης αναφορά ως προς όλους τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες αυτού, καθότι στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης αναγράφονται μόνο κάποιοι εκ των συνιδιοκτητών αυτού. Το Δικαστήριο θεωρεί πως ο προσδιορισμός της ιδιότητας της προτεινόμενης Ενάγουσας 2 κρίνεται αναγκαίος λόγω της προσθήκης αυτής ως ενάγουσας ενώ η συμπερίληψη αναφοράς σε όλους τους ιδιοκτήτες αυτών απλώς συμπληρώνει την εικόνα της ιδιοκτησίας του ακινήτου χωρίς κάποια ουσιαστική μεταβολή όσον αφορά την απαίτηση. (
- ii)Παρ. 5 Στην υφιστάμενη απλή αναφορά περί της υπογραφής του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημ. 23.8.99 με τους Εναγομένους 1, επιχειρείται η προσθήκη του μέρους του ακινήτου που ενοικιάστηκε, των προσώπων τα οποία υπέγραψαν το ενοικιαστήριο, την αλλαγή του ονόματος των Εναγομένων 1 και του ισχυρισμού πως η υπογράφουσα εκ μέρους των ιδιοκτητών έχει αποβιώσει και οι νόμιμοι κληρονόμοι της είναι πλέον οι σημερινοί συνιδιοκτήτες. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά αλλαγή της ουσίας του ισχυρισμού του Ενάγοντος αλλά απλώς συμπερίληψη κάποιων ισχυρισμών όσον αφορά τις συνθήκες υπογραφής του ενοικιαστηρίου και για να δοθεί η ολοκληρωμένη εικόνα των συμβαλλομένων. (iii) Παρ. 7 Σε αυτή την παράγραφο ζητείται η προσθήκη του ισχυρισμού περί υπενοικίασης του επίδικου ακινήτου όχι μόνο στον Εναγόμενο 2, όπως αναφέρεται στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, αλλά σε αυτόν υπό την προσωπική του ιδιότητα και ή ως εκπροσώπου του συνεταιρισμού και ή των Εναγομένων 3. Αυτός ο ισχυρισμός κρίνεται απαραίτητος για να εντάξει και τους προτεινόμενους Εναγομένους 3 στα πλαίσια της απαίτησης των προτεινόμενων Εναγόντων και την όποια σχέση μεταξύ τους. (
- iv)Παρ. 10 και προσθήκη νέων παρ. 11-19 Η υφιστάμενη παρ. 10 περιέχει ισχυρισμό για την ανέγερση διάφορων οικοδομών από τους Εναγομένους εντός του επίδικου ακινήτου τις οποίες αρνούνται να κατεδαφίσουν. Σε αυτή επιχειρείται και πάλι η συγκεκριμενοποίηση του εξοπλισμού και των οικοδομών οι οποίες έχουν κατ΄ ισχυρισμό ανεγερθεί κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Στις υπόλοιπες νέες παραγράφους προβάλλονται ισχυρισμοί πως η εν λόγω ανέγερση συνιστά παράνομη επέμβαση εντός του επίδικου ακινήτου, η οποία αποστερεί το δικαίωμα των Εναγόντων στην απρόσκοπτη πρόσβαση στο ακίνητο τους, έτσι ώστε η κατεδάφιση τους να είναι αναγκαία. Επίσης γίνεται αναφορά στις προφορικές και γραπτές οχλήσεις από τους Ενάγοντες για την παράδοση του ακινήτου και την άρνηση των Εναγομένων να το πράξουν. Τέλος, υπάρχουν ισχυρισμοί που αφορούν στους προτεινόμενους Εναγομένους 3 περί παράνομης λειτουργίας του πρατηρίου, παράνομης επέμβασης επί του ακινήτου, άρνησης παράδοσης αυτού και αναγκαιότητας έκδοσης διατάγματος Δικαστηρίου προς τον σκοπό αυτό. Το Δικαστήριο διαπιστώνει πως και πάλι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν στην πληρέστερη παρουσίαση του υφιστάμενου ισχυρισμού περί ανέγερσης οικοδομών εντός του ακινήτου και την προσθήκη των συναφών ισχυρισμών αναφορικά με τους προτεινόμενους Εναγομένους 3. Αυτό κρίνεται αναγκαίο για την παρουσίαση της ολοκληρωμένης θέσης των Εναγόντων, τη διασαφήνιση των επίδικων θεμάτων και κυρίως τις ισχυριζόμενες ενέργειες των προτεινόμενων Εναγομένων 3. (
- v)Παρ. 20 Στην υφιστάμενη παρ. 11 η οποία θα αναριθμηθεί ως παρ. 19, αναφέρεται πως οι Ενάγοντες υφίστανται ζημιές λόγω της απώλειας χρήσης του ακινήτου τους συνεπεία της άρνησης παράδοσης αυτού και στη νέα παρ. 20 επιθυμούν να περιλάβουν λεπτομέρειες αυτών των ζημιών. Και πάλι με τη νέα παράγραφο επιχειρείται μόνο η παράθεση λεπτομερειών των ζημιών για τις οποίες (ζημιές) υπάρχει ήδη ισχυρισμός στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης. (
- vi)Παρ. 21 Στην εν λόγω παράγραφο μετατρέπεται η γενική αξίωση για ποσό €5.133 μηνιαίως από 1.5.13 μέχρι την παράδοση του ακινήτου σε αξιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για ποσό €126.800 για την περίοδο 23.8.11 μέχρι και 27.5.13, και εναντίον των Εναγομένων 1-3 για ποσό €3.000 από 23.12.14 μέχρι παραδόσεως. Επιπλέον η αξίωση για διάταγμα παράδοσης επεκτείνεται και εναντίον των Εναγομένων 3. Και επί αυτού είναι προφανές ότι δεν διαφοροποιείται η βάση των αξιώσεων των Εναγόντων αλλά απλώς τα ποσά με τον εξειδικευμένο διαχωρισμό όσον αφορά τους Εναγομένους εναντίον των οποίων στρέφονται. Από την πιο πάνω παράθεση των προτεινόμενων τροποποιήσεων και των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου προκύπτει πως ο Ενάγων επιδιώκει απλά την προσθήκη κάποιων ισχυρισμών και λεπτομερειών στα όσα ήδη περιέχονται στο δικόγραφο του και ουδόλως πρόκειται για προσθήκη εντελών νέων ισχυρισμών οι οποίοι διαφοροποιούν ή διευρύνουν τα επίδικα θέματα. Ακόμα το Δικαστήριο θεωρεί πως οι αξιώσεις στηρίζονται στην υφιστάμενη βάση αγωγής και δεν τίθεται θέμα προσθήκης νέας βάσης απαίτησης. Επισημαίνεται πως η υφιστάμενη βάση Αγωγής αφορά συμφωνία ενοικίασης και υπενοικίασης, παράνομη επέμβαση και κατοχή και εγείρονται αξιώσεις για διάταγμα παράδοσης ακίνητου και για αποζημιώσεις. Όλες οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν μεν επέκταση των ήδη υπαρχόντων ισχυρισμών και αξιώσεων, αλλά τούτο επιχειρείται έχοντας και ως απώτερο στόχο τη σύνδεση αυτών με τους προτεινόμενους νέους διαδίκους. Άλλωστε όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παφίτης & Υίοι Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(A) A.A.Δ. 745: «Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707).» Έτσι η θέση της δικηγόρου των Καθ΄ ων πως με την Αίτηση επιχειρείται η προσθήκη περαιτέρω απαίτησης δυνάμει της Δ.23 θ.2 κρίνεται παντελώς ανεδαφική. Στην πραγματικότητα η Αγωγή εξακολουθεί να έχει ως βασικό επίδικο θέμα τη νόμιμη ή παράνομη κατοχή του επίδικου ακινήτου. Ως προς τους λόγους που οδήγησαν στην υποβολή της παρούσας Αίτησης η κα Σαβάκη αναφέρει πως στις 10.9.05 η κα Έλενα Νικολαΐδου διορίστηκε ως δεύτερη δικηγόρος μαζί με τον κ. Μ. Ιωάννου ο οποίος εκπροσωπούσε εξαρχής την Ενάγουσα. Αυτή η θέση της επιβεβαιώνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου ως επίσης και από το ότι ακολούθησε η απόσυρση του κ. Ιωάννου, και συγκεκριμένα στις 21.9.
- Η κα Σαβάκη αποδίδει τη διαπίστωση της αναγκαιότητας τροποποιήσεων στη μελέτη κατά την προετοιμασία της υπόθεσης, και ειδικότερα στη μελέτη της έκθεσης απαίτησης, της υπεράσπισης και των δικογράφων που ανταλλάγησαν μεταξύ των Εναγομένων 1 και των Τριτοδιαδίκων. Είναι γεγονός πως η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 27.5.13, όμως σύμφωνα με τον φάκελο η υπεράσπιση των Εναγομένων 1 καταχωρίστηκε στις 31.3.14, η υπεράσπιση του Εναγομένου 2 στις 8.4.14 και οι απαντήσεις του Ενάγοντος στις 30.4.14, ενώ η καταχώριση των υπερασπίσεων των Τριτοδιαδίκων έγινε στις 2 και 3.7.15 και η ολοκλήρωση της διαδικασίας Τριτοδιαδίκων έγινε στις 10.11.15 με την καταχώριση των απαντήσεων των Εναγομένων
- Είναι πράγματι εύλογη η θέση των Καθ΄ ων πως τουλάχιστον το θέμα του ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και ποιες οικοδομές είχαν ανεγερθεί εντός αυτού ήταν ή θα έπρεπε να ήταν εξαρχής γνωστό στον Ενάγοντα κατά την έγερση της Αγωγής. Όμως δεν συνάγεται το ίδιο συμπέρασμα και αναφορικά με το ποιος υπενοικίασε και χρησιμοποιούσε το πρατήριο καυσίμων εντός του επίδικου ακίνητου. Είναι γεγονός πως το ζήτημα αυτό, από πλευράς ισχυρισμών, ξεκαθάρισε κυρίως με την καταχώριση των υπερασπίσεων των Τριτοδιαδίκων και ολοκληρώθηκε με την καταχώριση των απαντήσεων των Εναγομένων 1, οι οποίες έπρεπε να τύχουν και της δέουσας μελέτης από τους δικηγόρους του Ενάγοντος. Έτσι ο χρόνος που μεσολάβησε από τότε μέχρι και την καταχώριση της παρούσας, ήτοι τρεις συνολικά μήνες, δεν κρίνεται υπερβολικός και παράλογος, ειδικά αν ληφθεί υπόψιν πως έγινε λόγος για ζήτημα πιθανής τροποποίησης στη δικάσιμο της 2.11.15 και η δικηγόρος του Ενάγοντος εξέφρασε ρητώς την πρόθεση της για την καταχώριση αίτησης τροποποίησης στην επόμενη δικάσιμο, ήτοι στις 10.12.15, (ενόσω εκκρεμούσε αίτηση συνένωσης της παρούσας με την Αγωγή 7719/14 Ε.Δ. Λευκωσίας). Η Αγωγή ορίστηκε στις 20.1.16, οπότε η δικηγόρος του Ενάγοντος ζήτησε ακόμα λίγο χρόνο, για την καταχώριση της αίτησης τροποποίησης, λόγω του ότι η προτεινόμενη Ενάγουσα 2 βρίσκεται στο εξωτερικό, αίτημα στο οποίο οι υπόλοιποι δικηγόροι δεν έφεραν ένσταση. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η κα Σαβάκη προβάλλει ακόμα ένα λόγο προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης, ήτοι τη διαπίστωση λανθασμένης διατύπωσης των γεγονότων στην έκθεση απαίτησης όπως διαφάνηκε μέσα από την υπεράσπιση των Εναγομένων. Και πάλι ο χρόνος μεταξύ της καταχώρισης των υπερασπίσεων και της πρώτης αναφοράς για τη διαπίστωση αναγκαιότητας υποβολής αίτησης τροποποίησης δεν κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλος, ειδικότερα εφόσον διαπιστώθηκε μεταγενέστερα, μέσω της δικογραφίας της διαδικασίας Τριτοδιαδίκων, η ανάγκη και για άλλες τροποποιήσεις αναφορικά μάλιστα με την προσθήκη εναγομένων. Επί τούτου ο ισχυρισμός των Καθ΄ ων πως η Αίτηση αποτελεί προσπάθεια διόρθωσης λαθών, κάτι το οποίο ισχυρίζονται πως είναι ανεπίτρεπτο από τη νομολογία, δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Η τροποποίηση ακριβώς στοχεύει στην παρουσίαση μιας όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένης υπόθεσης του διαδίκου. Επομένως είναι επιτρεπτή η προσθήκη ισχυρισμών εκεί όπου εντοπίζονται κενά ή ασάφειες, νοουμένου βεβαίως ότι η τροποποίηση δεν αποσκοπεί στη δημιουργία υπόθεσης αλλά στη συμπλήρωση αυτής, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Εδώ είναι σημαντικό να λεχθεί πως ο Αιτητής δεν στηρίζεται στην αλλαγή δικηγόρου προς αιτιολόγηση της αναγκαιότητας υποβολής της Αίτησης (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510), αλλά βασικά στη δέουσα μελέτη της δικογραφίας μετά την ολοκλήρωση αυτής. Είναι γεγονός πως η δικαιολογία η οποία προβάλλεται παρατίθεται με κάποια γενικότητα εκ μέρους του Αιτητή, όμως, όπως έχει ήδη διαφανεί, αυτή κρίνεται επαρκής, βάσιμη και πλήρως δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση περίπτωσης. Τα πιο πάνω δεδομένα ουδόλως καταδεικνύουν οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης αλλά αντιθέτως δείχνουν πως η πλευρά του Ενάγοντος έδρασε αμέσως μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας Τριτοδιαδίκων η οποία έφερε εις γνώση της και αποκάλυψε τον πιθανό ενοικιαστή και χρήστη του επίδικου ακινήτου. Άλλωστε είναι σημαντικό να λεχθεί πως παρόλο που έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία Τριτοδιαδίκων, η Αγωγή ακόμα δεν βρίσκεται στο στάδιο ορισμού της για ακρόαση λόγω του ότι εκκρεμεί η αίτηση για συνένωση. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.ά. ν. Α & G Leventis Ltd. κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, όπως και για τους υπόλοιπους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο. Επίσης στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, αναγνωρίστηκε σαφώς πως «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. . Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. . Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Το Δικαστήριο συνεκτιμά περαιτέρω και το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2013 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (
(1989)1Ε Α.Α.Δ.
- Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου οδηγούν χωρίς δυσκολία στο συμπέρασμα ότι η Αίτηση δεν είναι καταχρηστική και κακόπιστη αλλά υποβάλλεται στα πλαίσια μιας γνήσιας προσπάθειας συμπερίληψης όλων των απαραίτητων διαδίκων και παρουσίασης μιας ολοκληρωμένης εικόνας των επίδικων θεμάτων της απαίτησης των Εναγόντων. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), κυρίαρχο μέλημα του Δικαστηρίου είναι πως «τα συμφέροντα των διαδίκων και ταυτόχρονα της δικαιοσύνης, εξυπηρετούνται με το να τεθούν όλα τα αναγκαία στοιχεία ενώπιον του δικαστηρίου, πράγμα, που φαίνεται ότι πρωτίστως στόχευε η έγκριση της αίτησης από το πρωτόδικο δικαστήριο». Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο καταλήγει πως η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν προκαλεί τέτοιον επηρεασμό στα δικαιώματα των Καθ΄ ων που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την ανάλογη διαταγή για έξοδα. IV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της Αγωγής (i) με την προσθήκη της Δέσποινας Μαυροσκούφη ως Ενάγουσας 2 και (ii) με τη διαγραφή της Εταιρείας Πωλήσεως Πετρελαιοειδών «ο Στρόβολος» Λτδ (ΗΕ 130599) ως Τριτοδιαδίκων 2 και προσθήκης της ως Εναγομένων
- Επίσης εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως οι παρ.
(4)-
(19)της Αίτησης. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωριστούν εντός 20 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να παραδοθεί στους υπόλοιπους διαδίκους αυθημερόν. Μετά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης και σύμφωνα με ρητή δήλωση των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και της Τριτοδιαδίκου 1, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 2 και των Τριτοδιαδίκων 2 - Καθ΄ ων και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή τα έξοδα τόσο της παρούσας Αίτησης όσο και αυτά που παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της Αγωγής. Νοείται ότι λόγω της κοινής εμφάνισης δικηγόρου και του κοινού χειρισμού για τους δύο αυτούς Καθ΄ ων επιδικάζεται ένα σετ εξόδων προς όφελος τους ως ανωτέρω. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο