← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Δημήτρη Πίπη κ.α., Αρ. Αγωγής: 6239/09, 29/6/2016

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Δημήτρη Πίπη κ.α., Αρ. Αγωγής: 6239/09, 29/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A406 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6239/09 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας και 1.Δημήτρη Πίπη 2.Κλεάνθη Μόρτη 3.Severis & Athienitis Financial Services Ltd Εναγομένων ---------------------------- 29 Ιουνίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Γιώργος Λοϊζου για Αντης Τριανταφυλλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1: κ. Γκαστόν Χατζηαναστασίου για Χατζηαναστασίου, Αναστασιάδης & Ιωαννίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2: κ. Κώστας Χατζηιωάννου για Α.Κ. Χατζηιωάννου & Υιοί. Για τον Εναγόμενο 3: κα Κατερίνα Πετρίδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα τράπεζα, στη βάση πιστωτικής διευκόλυνσης, διεκδικεί από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 το ποσό των €253.638,99 πλέον τόκο προς 14% από 23.7.2009, με κεφαλοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, η ενάγουσα, κατά ή περί τις 5.8.1998, παραχώρησε δάνειο στους εναγόμενους 1 και 2, υπό την εγγύηση της εναγόμενης 3, για ποσό £300.000 για την αγορά μετοχών της εταιρείας KMG (Pharmakas) Quarries Ltd. Λόγω της από μέρους των εναγομένων παράβασης των όρων της Συμφωνίας δανείου - παρά και τις επανειλημμένες οχλήσεις και προειδοποιήσεις της ενάγουσας, η τελευταία, με επιστολή της ημερ. 23.7.2009, απευθυνόμενη προς τους εναγόμενους 1 και 2 και με κοινοποίηση στην εναγόμενη 3, ανακάλεσε την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση, τερμάτισε τη Συμφωνία δανείου και μετέφερε το χρεωστικό υπόλοιπο στο τμήμα καθυστερήσεων. Παράλληλα, αύξησε το επιτόκιο από 8% σε 14% με κεφαλοποίηση, μάλιστα, δύο φορές τον χρόνο. Το προαναφερθέν ποσό παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 εκπροσωπήθηκαν στη δικαστική διαδικασία από διαφορετικούς δικηγόρους και καταχώρισαν ξεχωριστές Υπερασπίσεις. Ο εναγόμενος 1 στη δική του Υπεράσπιση, παραδέχεται, ότι συνομολογήθηκε Συμφωνία και παραχωρήθηκε στους εναγομένους δάνειο, αλλά αρνείται, ότι, η ενάγουσα τερμάτισε νομότυπα την εν λόγω Συμφωνία. Συναφώς, ισχυρίζεται, ότι, οι προϋποθέσεις για τη γένεση αγώγιμου δικαιώματος δεν πληρούνται και έτσι η καταχωρηθείσα αγωγή είναι πρόωρη. Περαιτέρω, ισχυρίζεται, ότι, η επιστολή ημερ. 23.7.1999 ουδέποτε του έχει κοινοποιηθεί. Παράλληλα, ισχυρίζεται, ότι, η ενάγουσα αυθαίρετα και αντισυμβατικά αύξησε το επιτόκιο από 8% σε 14% κεφαλαιοποιούμενο, μάλιστα, δυο φορές το χρόνο. Από πλευράς του, ο εναγόμενος 2 στη δική του Υπεράσπιση, ισχυρίζεται, ότι, συνομολογήθηκε μεν η Συμφωνία δανείου, αλλά η όλη πράξη ήταν εικονική, αφού τα χρήματα εξασφαλίζονταν για λογαριασμό της εναγόμενης 3, η οποία ανέλαβε και την υποχρέωση να αποπληρώσει την ενάγουσα. Πράγματι, εξ όσων γνωρίζει, η εναγόμενη 3 κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης, με αποτέλεσμα να αγνοεί πώς και πότε προέκυψε η οφειλή που η ενάγουσα διεκδικεί εναντίον του. Εν πάση περιπτώσει, είναι αδύνατον να οφείλει το ποσό που διεκδικεί η ενάγουσα, αφού η διευκόλυνση διέπετο από το Νόμο 2/77 και οι αξιώσεις της ενάγουσας παραβιάζουν τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας. Τέλος η εναγόμενη 3 με το δικό της δικόγραφο, πέραν της παραδοχής, ότι, υπέγραψε ένα έγγραφο εγγύησης, αρνείται γενικά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, αναδεικνύοντας, ειδικά, το ζήτημα της χρέωσης του λογαριασμού με παράνομο τόκο. Η ενάγουσα καταχώρησε ξεχωριστή Απάντηση στις Υπερασπίσεις των εναγόμενων, εμμένοντας στις αρχικές τις θέσεις και ισχυρισμούς. Με βάση την πιο πάνω δικογραφημένη εικόνα των πραγμάτων, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση, κλήθηκαν και κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Οι υπάλληλοι της ενάγουσας, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΜΕ1) και Τούλια Θεμιστοκλέους (ΜΕ2) και ο εναγόμενος 2, Κλεάνθης Μόρτης (ΜΥ1). Οι εναγόμενοι 1 και 3 επέλεξαν να μην καλέσουν οποιουσδήποτε μάρτυρες. Αναφορά σε επιμέρους, σημαντικά σημεία της προσκομισθείσας μαρτυρίας ως επίσης και σε θέσεις και επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους των μερών, στα πλαίσια των εμπεριστατωμένων, γραπτών τους αγορεύσεων, θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Πέραν της προφορικής μαρτυρίας, κατατέθηκαν τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια. Τεκμήριο 1 Συμφωνία δανείου ημερ. 5.8.1998 με ενσωματωμένη εγγύηση. Τεκμήριο 2 Ένταλμα πληρωμής ημερ. 5.8.
  2. Τεκμήριο 3 Επιστολή ημερ. 8.2.
  3. Τεκμήρια 4(α)-(ζ) Δέσμη Επιστολών. Τεκμήριο 5 Επιστολή ημερ. 23.7.
  4. Τεκμήριο 6 Μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού από 5.8.1998 - 23.7.
  5. Τεκμήριο 7 Μηνιαίες καταστάσεις από 23.7.2009- 31.12.
  6. Τεκμήριο 8 Δέσμη ανακοινώσεων στον ημερήσιο τύπο. Τεκμήριο 9

(1)Σενάριο 1 υπολογισμού οφειλής. Τεκμήριο 9
(2)Σενάριο 2 υπολογισμού οφειλής. Τεκμήριο 9
(3)Σενάριο 3 υπολογισμού οφειλής. Τεκμήριο 9
(4)Σενάριο 4 υπολογισμού οφειλής. Τεκμήριο 10 Επιστολή ημερ. 28.1.2015. Σε ότι αφορά το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, λέγω, ότι, οι δύο μάρτυρες της ενάγουσας - ΜΕ1 και ΜΕ2 μου προξένησαν καλή εντύπωση και έτσι, από πλευράς αξιοπιστίας, αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Η αποδοχή βέβαια αφορά στην περιγραφή των γεγονότων και όχι στην ερμηνεία όρων της Συμφωνίας (τεκμήριο 1) και στη έκφραση άποψης σε σχέση με το νόμιμο ή μη διαφόρων χρεώσεων. Τα ζητήματα αυτά, είναι αμιγώς νομικά και εναπόκειται, αποκλειστικά, στο Δικαστήριο να τα εξετάσει και να αποφασίσει σχετικά (βλ. Πολύφημος Hotels Ltd v. Μουτσή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1809). Ο Μ.Υ.1 δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Χωρίς να θεωρώ το σύνολο των λεγομένων του αναληθές, διέκρινα μια έκδηλη προσπάθεια να απαλλαγεί ευθύνης, δηλώνοντας, κατ' ουσία πλήρη άγνοια για κάθε ζήτημα που αφορούσε την εξελικτική πορεία του δανείου. Το δάνειο εκκρεμεί για περίπου μια δεκαπενταετία και κατά τη διάρκεια αυτή, αποστάληκαν πολλές ειδοποιήσεις, όχι μόνο προς τον ίδιο αλλά και προς τον επαγγελματικό του συνεργάτη - εναγόμενο
  1. Παρόλα ταύτα, ισχυρίστηκε, ότι, ποτέ, δεν έλαβε κάποια επιστολή, ειδοποίηση ή κατάσταση λογαριασμού και γενικά καμία πληροφόρηση δεν είχε για την πορεία αυτού του δανείου. Πρώτη φόρα έμαθε για την ύπαρξη της οφειλής όταν του επιδόθηκε η αγωγή. Η θέση αυτή δεν με πείθει και ανενδοίαστα την απορρίπτω. Πρόκειται για ισχυρισμό πολύ ουσιαστικό, ο οποίος, βρίσκεται στον πυρήνα της όλης του εκδοχής και έτσι συμπαρασύρει τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Η απόρριψη όμως της μαρτυρίας του, δεν απαλλάσσει την ενάγουσα από το βάρος να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, τόσο το βάσιμο όσο και το νόμιμο της όλης της απαίτησης. Η επισήμανση αυτή, με φέρνει στα διάφορα νομικά ζητήματα που έχουν αναδειχθεί και τα οποία, για σκοπούς ευκρίνειας, θα τα εξετάσω χωριστά, για να φτάσω, ελπίζω, με τρόπο κατανοητό, στην τελική μου ετυμηγορία. Ξεκινώ, από τον ισχυρισμό για εικονικότητα που εγείρεται στην Υπεράσπιση του εναγομένου
  2. Το βάρος απόδειξης αυτού του ισχυρισμού το είχε ο εναγόμενος 2 και όχι η ενάγουσα, το βάρος, να καταρρίψει τον ισχυρισμό (βλ. Ιωάννου κ.α. v. ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ,
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 91). Ανεξαρτήτως τούτου, η αξιόπιστη μαρτυρία της υπόθεσης, καταδεικνύει, ότι, καμία εικονικότητα δεν υπήρξε. Η Συμφωνία δανείου ύψους £300.000 (τεκμήριο 1) κατονομάζει ως πρωτοφειλέτες, τους εναγομένους 1 και
  1. Σκοπός του δανείου ήταν η αγορά μετοχών της εταιρείας KMG (PHARMAKAS) QUARRIES LTD. Το ποσό αυτό, σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο, ένταλμα πληρωμής (τεκμήριο 2) δόθηκε στους εναγομένους 1 και
  2. Απ' εκεί και πέρα είναι εντελώς αδιάφορο το πώς διανεμήθηκαν τα χρήματα. Δηλαδή, ακόμα και αν τα χρήματα δόθηκαν από τους εναγομένους 1 και 2 στην εν λόγω εταιρεία, ως το τίμημα για μετοχές που έλαβε η εναγόμενη 3, τούτο δεν καθιστά την αρχική συναλλαγή εικονική. Εικονικότητα υπάρχει, όταν μια συναλλαγή, στην πραγματική της διάσταση, είναι διαφορετικής φύσης απ' αυτή που παρουσιάζεται να είναι στη συνομολογηθείσα συμφωνία. Κλασσικό παράδειγμα εικονικότητας έχουμε, όταν μια, παρουσιαζόμενη, ως συμφωνία ενοικιαγοράς συγκεκριμένου αντικειμένου, στην πραγματικότητα είναι μια συγκεκαλλυμένη συμφωνία δανείου που ουδόλως σχετίζεται με οποιοδήποτε αντικείμενο. Σε τέτοια περίπτωση η εικονική σύμβαση απολήγει να είναι άκυρη (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2067). Έρχομαι τώρα στο θέμα τερματισμού της Συμφωνίας. Τούτο είναι θέμα που εγείρεται ρητά στην Υπεράσπιση του εναγομένου 1 και γενικά στην Υπεράσπιση του εναγομένου 2, υπό τη μορφή άρνησης του ισχυρισμού της ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης, για τερματισμό της Συμφωνίας με την επιστολή ημερ.23.7.2009 (τεκμήριο 5). Κατ' αρχάς, να σημειώσω, ότι, το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1, δεν έλαβε ενεργά μέρος στην ακροαματική διαδικασία με την υποβολή ερωτήσεων και/ή την προσαγωγή μαρτυρίας, ουδόλως δικαιολογεί την αγνόηση της Υπεράσπισης του, ως η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας. Σε σχέση δε με τον εναγόμενο 2, ακόμα και αν έπρεπε να έθετε ρητά στην Υπεράσπιση του, ζήτημα αμφισβήτησης του νόμιμου τερματισμού της Συμφωνίας - ως εισηγήθηκε και πάλι ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, στηριζόμενος στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010, ημερ. 8.7.2014 - φρονώ, ότι, το Δικαστήριο, οφείλει, ενόψει της ζωτικότητας του ζητήματος για την όλη υπόθεση της ενάγουσας, να το εξετάσει. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.1466, στην οποία λέχθηκε, ότι, για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού. Επί των γεγονότων λοιπόν, βρίσκω, ότι, η ενάγουσα τερμάτισε νόμιμα τη Συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1) με την επιστολή ημερ. 23.7.2009 (τεκμήριο 5). Το εύρημα αυτό στηρίζεται στο γεγονός, ότι, η αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, κατέδειξε, ότι η επιστολή αυτή - έστω και αν δεν την έστειλε ο ίδιος ο μάρτυρας - απευθυνόμενη στους εναγομένους 1 και 2, εστάλη στην τελευταία γνωστή διεύθυνση, τουλάχιστον του εναγομένου 1 χωρίς ποτέ να επιστραφεί στην ενάγουσα (βλ. όρο 17 του τεκμηρίου 1 και Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895). Επί τούτου, επισημαίνω, ότι, οι εναγόμενοι 1 και 2 εκτός από επαγγελματικοί συνεργάτες ήταν συνοφειλέτες. Στο προοίμιο μάλιστα της Συμφωνίας (τεκμήριο 1), ταυτίζονται εντελώς, αφού περιγράφονται από κοινού ως «ο οφειλέτης». Συνεπώς, ήταν απόλυτα θεμιτό και νομικά αποδεκτό, η ενάγουσα, απευθυνόμενη και στους δύο, να αποστείλει την επιστολή τερματισμού στη διεύθυνση μόνο του εναγομένου 1. Ακόμα όμως και αν δεν επερχόταν ο νόμιμος τερματισμός της Συμφωνίας με το τεκμήριο 5, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής, θεωρείται, υπό τις περιστάσεις, τερματισμός, για σκοπούς διεκδίκησης της οφειλής. Το δάνειο, δυνάμει του όρου 6 του τεκμηρίου 1 ήταν πληρωτέο σε 15 μήνες από την ημερομηνία χορηγήσεως του. Παρελθούσης αυτής της προθεσμίας, χωρίς εξόφληση (μετά τόκων), η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει πληρωμή και συνεπώς η καταχώρηση της αγωγής, θα συνιστούσε - αν χρειαζόταν - τερματισμό της Συμφωνίας και νόμιμη απαίτηση πληρωμής (βλ. Κυριάκου v. Χρυσοστόμου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029). Το επόμενο θέμα που χρήζει ανάλυσης είναι το ζήτημα των τόκων, το οποίο έχει αρκετές παραμέτρους. Ο συμβατικός τόκος, συμφώνως του όρου 4 του τεκμηρίου 1 είναι 8% ετησίως. Στη συνέχεια όμως, η ενάγουσα, στηριζόμενη στις πρόνοιες του πιο πάνω όρου αλλά και των διατάξεων του τότε άρθρου 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160/99 που τέθηκε σε εφαρμογή την 1.1.2001, αύξησε το επιτόκιο, σε διάφορες φάσεις και με διάφορους τρόπους. Επί τούτου, επισημαίνω, ότι, με τη θέσπιση του πιο Νόμου, καταργήθηκε ο περί Τόκου Νόμος 2/1977 που έθετε ως μέγιστο, επιτρεπόμενο, ετήσιο επιτόκιο 9%. Ο όρος 4 του τεκμηρίου 1, στην ολότητα του, προβλέπει τα εξής: «Οιονδήποτε χρεωστικόν υπόλοιπον του ρηθέντος δανείου θα αποφέρη τόκον εις όφελος της Τραπέζης προς 8% (οκτώ της εκατόν) ετησίως καταλογιζόμενον εις «τον οφειλέτην» ή καταβαλλόμενον υπ' αυτού εκάστην 15ην Ιουνίου και 15ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Νοείται ότι εν περιπτώσει καθ'ην το ως άνω επιτόκιο ήθελε τροποποιηθεί είτε δια νόμου ή δι' αποφάσεως της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ή άλλως πως, τότε το ανώτατον επιτόκιον ως θα έχει τροποποιηθεί θα υποκαθιστά αυτομάτως το ως άνω προνοούμενον επιτόκιον, εκτός εάν «η Τράπεζα» ήθελεν άλλως πως και κατά την απόλυτον αυτής κρίσιν αποφασίσει οπότε και θα ειδοποιή προς τούτο εγγράφως «τον οφειλέτην.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Ερμηνεύοντας λοιπόν τον πιο πάνω όρο, καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν παρείχε, το δικαίωμα στην ενάγουσα, να αυξήσει με τον τρόπο που αύξησε, το συμβατικό επιτόκιο. Η αναφορά σε «ως άνω επιτόκιο» παραπέμπει σαφώς στο συμβατικό επιτόκιο (8%), το οποίο όμως, δεν ήταν ταυτόσημο με το τότε μέγιστο δια Νόμου επιτόκιο (9%). Το συμβατικό επιτόκιο, δεν τροποποιήθηκε «είτε δια νόμου, είτε δια αποφάσεως της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ή άλλως πως.». Ούτε και ο Νόμος 160/99, τροποποίησε το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο του 9%, με κάποιο άλλο ποσοστό επιτοκίου - ενδεχομένως πιο υψηλό - ώστε, «το ανώτατο επιτόκιο ως θα [είχε] τροποποιηθεί [να] υποκαθιστά αυτομάτως το ως άνω προνοούμενο επιτόκιο». Αυτού δοθέντος, δεν παρεχόταν στην ενάγουσα ούτε και ευχέρεια «άλλως πως και κατά την απόλυτη αυτής κρίση [να] αποφασίσει [να καθορίσει κάποιο άλλο επιτόκιο]» οπότε να ειδοποιούσε προς τούτο εγγράφως τους εναγόμενους. Συνεπώς ο όρος 4, δεν έθεσε τη Συμφωνία (τεκμήριο 1) υπό τη σκέπη του εκ των υστέρων θεσπισθέντος Ν.160/99, ώστε να ετύγχανε εφαρμογής είτε το άρθρο 3 (το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, είναι υποχρέωση που εισήγαγε για τις τράπεζες και όχι δικαίωμα) είτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη του εν λόγω Νόμου. Κατ' επέκταση, η αύξηση του επιτοκίου, αρχικά με την επιστολή (τεκμήριο 3) και στη συνέχεια με την επιστολή (τεκμήριο 5), ήταν αντισυμβατική και παράνομη. Ομοίως οι γενικές ανακοινώσεις στον τύπο (τεκμήριο 8) ουδόλως επηρέασαν, αλλοίωσαν ή τροποποίησαν τα συμφωνηθέντα στα πλαίσια της Συμφωνίας (τεκμήριο 1). Αξίζει να σημειωθεί - χωρίς τούτο να αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης - ότι, ακριβώς, για να αποτρέπονται τέτοιου είδους εγχειρήματα από τις τράπεζες, ο εν λόγω Νόμος, έχει τροποποιηθεί με τον Ν 141
(1)/14, ο οποίος, έχει προσθέσει στον κυρίως Νόμο το άρθρο 3Α το οποίο προβλέπει τα εξής: «3Α
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου, συμβατική ρήτρα που παρέχει σε πιστωτικό ίδρυμα το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου επιτοκίου σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης που βρίσκεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμου του 2014 δεν εφαρμόζεται από την ως άνω ημερομηνία.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), απαγορεύεται σε πιστωτικό ίδρυμα να περιλάβει σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία συνάπτεται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, ρήτρα που να του παρέχει το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου επιτοκίου κατά τη διάρκεια της ισχύος της εν λόγω σύμβασης.» Ακόμα όμως και αν επιτρεπόταν η αύξηση του επιτοκίου, θεωρώ, ότι, η ενάγουσα, απέτυχε να το πράξει με την επιστολή (τεκμήριο 3), αφού η επιστολή αυτή - συμφώνως και της μαρτυρίας του ΜΕ1 - απεστάλη σε ταχυδρομική θυρίδα και όχι στην τελευταία γνωστή διεύθυνση είτε του εναγομένου 1 είτε του εναγομένου 2. Με άλλα λόγια, δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον όρο 17 της Συμφωνίας (τεκμήριο 1) ο οποίος προβλέπει, ότι: «Πάσα ειδοποίησις αποστελλομένη υπό «της Τραπέζης» εις «τον οφειλέτην» δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως θα θεωρήται ως δεόντως ληφθείσα υπό «του οφειλέτου» είτε κατά την ημέραν της παραδόσεως ταύτης προσωπικώς προς αυτόν ή εις τον συνήθη τόπον εργασίας αυτού είτε 24ώρας μετά την ταχυδρόμησιν ταύτης εις την ακόλουθον διεύθυνσιν «του οφειλέτου» Οδ. Ανδρέα Παναγίδη 2, Δασούπολη, 2024 Στρόβολος (για τον 1ο) και Οδ. Αριάδνης 8, 2321 Λακατάμεια (για το 2ο).» Επισημαίνω επί τούτου, ότι, η εν λόγω ταχυδρομική θυρίδα, πουθενά δεν φαίνεται στη Συμφωνία (τεκμήριο 1), ούτε και υπάρχει μαρτυρία, πως, οι εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε εξ αυτών παρέλαβε ή έστω έλαβε γνώση του περιεχόμενου αυτής της επιστολής. Όσον αφορά τώρα την επιστολή (τεκμήριο 5), έχω ήδη αποφανθεί, ότι, αποτέλεσε νόμιμο τερματισμό της Συμφωνίας, διανοίγοντας έτσι τον δρόμο για διεκδίκηση της οφειλής. Ωστόσο, πέραν του τερματισμού, με την εν λόγω επιστολή, αυξάνεται ή καλύτερα εκτοξεύεται το επιτόκιο σε 14%. Το ποσοστό αυτό, ανεξάρτητα αν του δοθεί ο χαρακτηρισμός «επιπρόσθετος», «αυξημένος» ή «τόκος υπερημερίας» ή ακόμα και αν αποτελεί κάποιο συνδυασμό των τριών - από τη στιγμή που δεν επιτρεπόταν από τη Συμφωνία ή τον Νόμο, φρονώ, ότι, παράνομα επιβλήθηκε. Δεν επιτρεπόταν από τη Συμφωνία ή τον Νόμο η μονομερής και αχαλίνωτη αύξηση του επιτοκίου σε ποσοστό 14%. Ο τόκος υπερημερίας (ή και ο οποιοσδήποτε αυξημένος τόκος) διασυνδέεται με τα άρθρα 73 και 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Στο άρθρο 74
(1)προβλέπεται ότι: «ρήτρα περί καταβολής αυξημένου τόκου από της υπερημερίας δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα». Στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance Public Co Ltd,
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1739, 1745 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ..». Και συμπληρώνεται στη σελ. 1746, ότι: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. V. New Garage & Motor Co. Ltd. [1915] A.A. 79).» Σε σχέση με την έννοια της ποινικής ρήτρας και τα αποτελέσματα της, τις αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται και τους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται ζήτημα πρόσθεσης τόκων υπερημερίας σχετικές είναι οι υποθέσεις Jeancharm Ltd v. Barnet Football Club Ltd [2003] EWCA Civ 58 - στην οποία κρίθηκε, ότι, τόκος υπερημερίας 5% εβδομαδιαίως συνιστούσε ποινική ρήτρα και δεν εφαρμόστηκε, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ v. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 500, Ανόρθωσης v. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518 και Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia [1996] 3 All E.R. 156 - όπου γίνεται εκτενής αναφορά τόσο σε αγγλική όσο και σε νομολογία άλλων χωρών του Κοινοδικαίου για το ζήτημα και στον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η επιδίκαση τόκου υπερημερίας. Από την πιο πάνω νομολογία, προκύπτει, ότι, για να δικαιολογηθεί η επιδίκαση τόκου υπερημερίας, θα πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία, ότι, αποτελεί γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς που αναφύεται από την υπερημερία - ζήτημα που εξετάζεται σε συνάρτηση με τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και όχι την καθυστέρηση καταβολής των δόσεων. Σε κάθε περίπτωση, ο καθορισμός του τόκου υπερημερίας, συγκρινόμενος με το αρχικό κόστος δανεισμού των χρημάτων θα πρέπει να κινείται σε λογικά επίπεδα. Όταν διαπιστωθεί, ότι, ο σχετικός όρος για καταβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό του πρωτοφειλέτη ή των εγγυητών προς αποτροπή ή επαναφορά της παράβασης, αυτός δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα και ως τέτοια, ανεφάρμοστη. Στην προκειμένη περίπτωση καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομίσει η πλευρά της ενάγουσας που να συσχετίζει αυτό το 14% με κάποια γνήσια προσπάθεια προϋπολογισμού της ζημιάς που ενδεχομένως να υφίστατο. Ούτε και έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο - έστω και κατά προσέγγιση - να υπολογίσει το ίδιο, αυτή τη ζημιά. Κατ' ακολουθία τούτου - ακόμα και αν υπήρχε δικαίωμα αύξησης του συμβατικού επιτοκίου, που δεν υπήρχε - η εκ των υστέρων προσπάθεια χρησιμοποίησης του όρου 4 της Συμφωνίας (τεκμήριο 1) για επιβολή τόκου 14%, αποτελεί ποινική ρήτρα, και η μετέπειτα χρέωση του λογαριασμού με τέτοιο ποσοστό επιτοκίου, παράνομη, αντισυμβατική και ανεφάρμοστη. Αξίζει να σημειωθεί - χωρίς και πάλι τούτο να σχετίζεται με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης - ότι, προς ρύθμιση και τούτου του ζητήματος, ο Ν.160
(1)/99 έχει τώρα τροποποιηθεί με τους Ν.141
(1)/14 και Ν.66
(1)/15. Στη σημερινή του μορφή, σχετικά είναι τα άρθρα (1α) και (1β) του Νόμου, τα οποία προβλέπουν τα ακόλουθα: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από τη ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Nοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Ένα άλλο θέμα που αφορά το επιτόκιο - ανεξαρτήτως ποσοστού - αφορά τον τρόπο υπολογισμού του και συγκεκριμένα το γεγονός, ότι, χρησιμοποιήθηκε ως διαιρετής, 360 ημέρες αντί 365 (ή 366) που έχει το ημερολογιακό έτος. Οι 360 ημέρες, ανέφερε η Μ.Ε.2, είναι το «εμπορικό έτος» και αποτελούσε πάγια πρακτική των τραπεζών να το χρησιμοποιούν προς υπολογισμό των τόκων. Ωστόσο στο άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1 αναφέρεται ότι, «έτος» σημαίνει ημερολογιακό έτος. Ως εκ τούτου, ανενδοίαστα, βρίσκω, ότι, η πιο πάνω πρακτική, ως εφαρμόστηκε και στην προκειμένη περίπτωση, ήταν αντισυμβατική αφού οδήγησε σε χρέωση τόκων πέραν των συμφωνηθέντων. Με βάση τη Συμφωνία (τεκμήριο 1), το επιτόκιο θα ήταν 8% ετησίως. Το έτος έχει 365 ημέρες (εκτός από τα δίσεκτα έτη που έχουν 366 ημέρες). Συνεπώς, αυτός θα έπρεπε να ήταν ο διαιρετής προς υπολογισμό τόκων 8% ετησίως και κανένας άλλος. Στην υπόθεση Βογαζιανός κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1 Α.Α.Δ. 253, 265-266 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Στην παρούσα περίπτωση, η χρησιμοποίηση ως διαιρετή των 360 αντί των 365 ημερών, αναμφίβολα, οδήγησε σε επιβολή τόκου μεγαλύτερου του προβλεπόμενου, με αποτέλεσμα, παρά την υπογραφή της συμφωνίας από τον εφεσείοντα 1, ο πιο πάνω όρος να καθίσταται παράνομος. Τα όσα εισηγούνται οι εφεσίβλητοι περί εμπορικού έτους και πρακτικής, χωρίς οτιδήποτε που να τα υποστηρίζει, δεν είναι δυνατό να θεραπεύσουν την παράνομη χρέωση, αφού η χρησιμοποίηση ως διαιρετή των 360 ημερών οδήγησε το ποσοστό του τόκου πέραν του τότε επιτρεπόμενου 9% ετησίως.» Επί τούτου, επισημαίνω, πως, δεν μπορώ να συμφωνήσω, με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας, ότι, η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από τη Βογαζιανού, ένεκα του ότι, εκεί υπήρχε μαρτυρία από λογιστές ενώ εδώ δεν υπάρχει. Εδώ το συμβατικό επιτόκιο ήταν 8% ετησίως. Από τη στιγμή που χρησιμοποιήθηκε διαιρετής 360 ημέρες για υπολογισμό των τόκων, προκύπτει αυτόματα, ότι, χρεώθηκαν τόκοι πέραν του συμφωνηθέντος ποσοστού. Το θέμα τελειώνει εκεί. Δεν χρειαζόταν μαρτυρία για να διαφανεί, αν, ο τόκος υπερέβαινε και το τότε επιτρεπόμενο ποσοστό επιτοκίου του 9%. Η παρανομία προκύπτει από την παράβαση της Συμφωνίας ως προς τον τόκο και όχι από την παράβαση του Νόμου. Υπό μορφή παρένθεσης, να επισημάνω, ότι, η αποδοκιμασία αυτής της πρακτικής και ο αποκλεισμός ανάλογων όρων (και) από συμφωνίες δανείων, αντανακλάται πλέον και στη Νομοθεσία. Συγκεκριμένα στο άρθρο 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93
(1)/96, που προστέθηκε μόλις στις 22.4.2016, με τον τροποποιητικό Νόμο 49
(1)/16 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(4)για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους.» Τέλος, βρίσκω, ότι, οι διάφορες, απροσδιόριστες, χρεώσεις στον λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2 - ως φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 6 και 7), ενόψει της μη ατομικής επεξήγησης και αιτιολόγησης των, είναι επίσης παράνομες. Ασχέτως, αν περιλαμβάνονται στη Συμφωνία (τεκμήριο 1) και έγιναν έτσι αποδεκτές από τους εναγόμενους (βλ. όρο 15), η παρανομία άπτεται ζητήματος δημόσιας πολιτικής (public policy) και έτσι εξετάζεται από το Δικαστήριο. Η αυθαίρετη επιβολή τραπεζικών εξόδων μελέτης, δικαιωμάτων παρακολούθησης ή και άλλων εξόδων δεν αποτελεί τίποτε άλλο από ένα συγκεκαλυμμένο τρόπο χρέωσης επιπρόσθετων τόκων (βλ. Τράπεζα Κύπρου κ.α. v. Coudounaris Food Products Ltd κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641, Αντωνιάδου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε
(2005)1 Α.Α.Δ. 38). Την πιο πάνω παρανομία - τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό - φαίνεται να την αναγνωρίζει και η ίδια η ενάγουσα, αφού η ΜΕ2, στα διάφορα σενάρια υπολογισμού των τόκων που ανέλυσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως ανέφερε, δεν έλαβε υπόψη τα έξοδα μελέτης. Η υπερχρέωση τόκων και άλλων εξόδων που συντελέστηκε, με τον τρόπο που περιγράφω ανωτέρω, δεν καθιστά ολόκληρη τη Συμφωνία (τεκμήριο 1) παράνομη. Ούτε και επηρεάζει την εν γένει υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν το χρέος και τους τόκους που σύμφωνα με το Νόμο και τη Συμφωνία των μερών είναι επιτρεπτά. Η ενάγουσα δικαιούται στο μέρος της αξίωσής της που ο Νόμος και η μεταξύ των μερών, Συμφωνία επιτρέπει (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Coudounaris Ltd κ.α. (ανωτέρω) και C.T.A. Techno Marketing Ltd κ.α v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 721). Για τον σκοπό αυτό θα χρειαστεί να γίνουν κάποιες απλές μαθηματικές πράξεις από το Δικαστήριο, οι οποίες όμως εμπίπτουν στη σφαίρα του δικαστικού έργου. Δεν πρόκειται για πολύπλοκους υπολογισμούς, όπου θα χρειαζόταν η μαρτυρία είτε λογιστή είτε κάποιου άλλου εμπειρογνώμονα. Αποτελεί λοιπόν εύρημα του Δικαστηρίου, ότι, η ενάγουσα, στις 5.8.1998, παραχώρησε στους εναγομένους 1 και 2, υπό την εγγύηση της εναγόμενης 3, δάνειο ύψους £300.000 με επιτόκιο 8% ετησίως. Το δάνειο ήταν πληρωτέο σε 15 μήνες από της χορηγήσεως του. Στις 2.3.2000, εκ μέρους των εναγομένων, κατατέθηκε στον λογαριασμό του δανείου, ποσό £300.
  1. Από 5.8.1998 - 31.12.1998, ήτοι για 148/365 ημέρες, ο τόκος επί των £300.000 ανέρχεται σε £9.731,
  2. Κατά την 31.12.1998 η ενάγουσα εδικαιούτο να κεφαλοποιήσει τους τόκους με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να ανερχόταν σε £309.731,
  3. Από 1.1.1999-31.12.1999, ήτοι για 365 ημέρες, ο τόκος επ' αυτού του ποσού ανέρχεται σε £24.778,
  4. Στις 31.12.1999 η ενάγουσα εδικαιούτο να κεφαλοποιήσει και πάλι τους τόκους, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να ανερχόταν σε £334.
  5. Από 1.1.2000 μέχρι 2.3.2000, ήτοι 62/366 ημέρες, ο τόκος επί αυτού του ποσού ανέρχεται σε £4.472,
  6. Δηλαδή κατά την ημέρα καταβολής των £300.000, οι νόμιμοι και συμβατικοί τόκοι που οφείλονταν ήταν £38.982,35 που αντιστοιχεί σε €66.605.30 (€/£ = 0.585274). Με τον ίδιο τρόπο υπολογισμού, οι τόκοι μέχρι και τις 23.7.2009 (η οποία είναι η ημερομηνία που αναφέρεται στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης) ανέρχονται σε €137.347,
  7. Αυτό, είναι και το συνολικό χρέος των εναγομένων έναντι της ενάγουσας. Σε αυτό το ποσό δικαιούται σε απόφαση, πλέον τόκο προς 8% ετησίως (κεφαλοποιηούμενος μια φορά τον χρόνο, υπολογιζόμενος με διαιρετή 365 ή 366 ημέρες αναλόγως και χωρίς καμία άλλη επιπρόσθετη χρέωση). Εκδίδεται επομένως απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και ξεχωριστά για ποσό €137.347,31 πλέον τόκο 8% ετησίως από 23.7.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και
  8. (Υπ) .................................... Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.