← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Kestan Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2924/09, 8/6/2016

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Kestan Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2924/09, 8/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A352 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2924/09 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσα ΚΑΙ

  1. Kestan Ltd
  2. Κώστα Ιωάννου
  3. Παρασκευής Ιωάννου Εναγομένων ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 08/06/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Παναγίδης για KSCP Juris Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: κος Κιτρομηλίδης για Κιτρομηλίδης, Πέτσας ΔΕΠΕ ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex-tempore) ΑΞΙΩΣΗ Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον όλων των Εναγομένων ομού και κεχωρισμένως είναι: (α) για το ποσό των €210.289,81 σεντ με τόκο 14% ετησίως από 12/02/2009, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, από υπόλοιπο λογαριασμού δανείου το οποίο παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δυνάμει σύμβασης δανείου με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 και (β) για το ποσό των €19.837,46 σεντ με τόκο 14% ετησίως από 12/02/2009, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, από υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού που παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δυνάμει σύναψης σύμβασης γι' αυτό το σκοπό με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και
  4. Επίσης αξιώνεται εναντίον της Εναγομένης 1 η εκποίηση του ακινήτου της με αριθμό εγγραφής 12/903 Φ.30 Σχ.40 W1 Τμήμα 12 τεμάχιο 918, χωράφι έκτασης 4 δεκαρίων και 950τμ εγγεγραμμένο μερίδιο 1/3 του όλου, για το οποίο η Εναγόμενη παραχώρησε την υποθήκη με αρ. Υ12405/07 προς όφελος της Ενάγουσας. ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 (στο εξής «Εναγόμενοι»), με την Έκθεση Υπεράσπισης αρνούνται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, επί των οποίων θεμελιώνονται οι πιο πάνω αξιώσεις, και ειδικότερα, τη σύμβαση δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού, καθώς και τη σύμβαση εγγύησης, για την οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι δεν είναι έγκυρη, γιατί δεν πληροφορήθηκαν για συγκεκριμένα στοιχεία γι' αυτήν. Ούτε και τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης η Εναγόμενη 1 αποδέχεται ότι υπέγραψε. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν στάληκε και δεν έλαβαν καμιά επιστολή, είτε προειδοποιητική είτε για τερματισμό των λογαριασμών, που εν πάση περιπτώσει δεν έγινε σε κατάλληλο χρόνο, περιεχόμενο και διεύθυνση. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να αυξήσει τον τόκο πέραν του 5,75% και οιαδήποτε αύξηση πέραν αυτού είναι παράνομη. Τέλος, αφού αρνούνται το οφειλόμενα υπόλοιπα των δύο λογαριασμών, που αναγράφονται ανωτέρω, προβάλλουν ότι αυτά είναι αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων και τόκων και οι επίδικοι λογαριασμοί ουδέποτε τερματίστηκαν και δεν έχουν καταστεί πληρωτέα και απαιτητά, τα οφειλόμενα υπόλοιπα ποσά. Αφού παρουσίασε την υπόθεσή της η Ενάγουσα, με την προσκόμιση ενός μάρτυρα, του Κώστα Κωνσταντίνου, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασής του αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή του και κατατέθηκαν εκ μέρους του είκοσι οκτώ

(28)Τεκμήρια, Τεκμήρια 1-28, πριν παρουσιάσει τη δική της υπόθεση η Υπεράσπιση, η οποία υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του Κώστα Ιωάννου, Εναγόμενου 2, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασής του αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή του και κατάθεσε τα Τεκμήρια 29-38, κατά τη μαρτυρία του, ο συνήγορος των Εναγομένων έκανε παραδεκτό γεγονός ότι, τα ποσά που όφειλαν οι Εναγόμενοι στις 12/02/2009 είναι αυτά τα οποία καταγράφονται στις αξιώσεις Α και Γ της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, τα οποία εμφαίνονται στην πρώτη σελίδα των Τεκμηρίων 18 και 19 αντίστοιχα. Εξήγησε περαιτέρω ό,τι αμφισβητείται είναι: (α) η αξίωση της Ενάγουσας για τόκο 14% επί των δύο εν λόγω αξιώσεων, Α και Γ, της Έκθεσης Απαίτησης, ο οποίος κατά την εισήγησή του δεν μπορεί να υπερβαίνει το βασικό επιτόκιο 4,5% συν 1,25% πρόσθετο, ήτοι συνολικό επιτόκιο 5,75% όπως επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 4, 10 και 11, (β) η κεφαλαιοποίηση των τόκων επειδή δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια στις δύο συμβάσεις και (γ) η νομιμότητα τερματισμού των δύο λογαριασμών. Επίσης δήλωσε ότι σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή της Ενάγουσας τότε η τελευταία δικαιούται εναντίον της Εναγόμενης 1 και στην Αξίωση Ε της Έκθεσης Απαίτησης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος της Ενάγουσας, στη γραπτή αγόρευσή του, αφού αναφέρεται κατ' αρχάς τι είναι που αξιώνεται, ακολούθως κάνει αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα, όπως ήδη έχουν αναφερθεί. Περαιτέρω προβαίνει σε ανάλυση του τρόπου με τον οποίο δεν έγινε η καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων και ως εκ τούτου υπήρχε καθυστέρηση, η οποία έδιδε το δικαίωμα τόσο επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης, η οποία είχε συμφωνηθεί σε 5%, με βάση το Τεκμήριο 4, όσο και το δικαίωμα να επιβάλει την πρόσθετη επιβάρυνση του 8,25%, δηλαδή συνολικό ποσό επιτοκίου 14%, τόσο στον ένα, όσο και στον άλλο λογαριασμό, με βάση τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 60(Ι)/1999, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 141(Ι)/2014 και 66(Ι)/
  1. Στη συνέχεια γίνεται ειδική αναφορά για το θέμα της μείωσης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από £25.000 σε £10.000, δικαιολογώντας την ενέργεια αυτή της Ενάγουσας τόσο με βάση την εξουσιοδότηση προς τούτο, όσο και την από μέρους της Εναγομένης 1 συμπεριφοράς που επέδειξε μετά τη μείωση του ορίου. Έγινε δε επίκληση σχετικής νομολογίας επί του τελευταίου θέματος. Επόμενο θέμα με το οποίο καταπιάστηκε ο δικηγόρος της Ενάγουσας ήταν το θέμα της αύξησης του τόκου και το θέμα της κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές κατά έτος, επισημαίνοντας προς το Δικαστήριο ότι με τις δύο τροποποιήσεις που επήλθαν στο Νόμο δεν επηρεάζεται το δικαίωμά τους αυτό, αφού είναι μεταγενέστερες. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 37 εισηγήθηκε ότι σε αυτό καταφαίνεται και διαπιστώνεται ότι η Εναγομένη 3 ήταν το πληρεξουσιοδοτούμενο πρόσωπο από την Εναγομένη 1 και ως εκ τούτου, ως εκλαμβάνει το Δικαστήριο, ικανή να υπογράψει τη σχετική επιστολή για μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από £25.000 σε £10.
  2. Ήταν επίσης θέση του δικηγόρου της Ενάγουσας ότι με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε αποδείχθηκε η αποστολή τόσο της προειδοποιητικής επιστολής, όσο και της επιστολής τερματισμού, προς την Εναγόμενη 1 με κοινοποίηση προς τους Εναγομένους 2 και
  3. Ως εκ των πιο πάνω, εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα δικαιούται απόφασης εναντίον όλων των Εναγομένων για τις αξιώσεις Α και Γ της Έκθεσης Απαίτησης με επιτόκιο 14%, όπως και απόφασης εναντίον της Εναγομένης 1 για την αξίωση Ε της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία έγινε αποδεκτή από την άλλη πλευρά. Αντίθετη, επί των εναπομεινάντων επίδικων θεμάτων, για τα οποία ενδιάτριψε ο δικηγόρος της Ενάγουσας, ήταν η θέση που προέβαλε ο δικηγόρος των Εναγομένων μέσα από την αγόρευσή του, τόσο σε σχέση με τον τόκο, που η δική του εισήγηση είναι ότι δεν θα μπορούσε να ήταν περισσότερο από 5,75% για τον κάθε ένα από τους δύο λογαριασμούς, αφού δεν εμπεριέχεται στη μεταξύ τους συμφωνία όρος περί τούτου, όσο και για την κεφαλαιοποίηση δύο φορές κατά έτος, καθότι δεν προβλέπεται στις μεταξύ τους συμφωνίες. Επικεντρώθηκε δε ιδιαίτερα στο θέμα της μείωσης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού για να υποδείξει ότι το Τεκμήριο 37 δεν αποτελεί εξουσιοδότηση από την Εναγόμενη 1 προς την Εναγόμενη 3, που εν πάση περιπτώσει κάτω από το όνομά της αναφέρεται πληρεξουσιοδόχος και όχι πληρεξουσιοδοτούμενος και δεν υπάρχει εξουσιοδότηση από την Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη
  4. Άλλη θέση, επίσης, της Υπεράσπισης, ήταν ότι δεν ζητήθηκε γραπτώς από τους εγγυητές η πληρωμή των οφειλόμενων ποσών και ότι δεν απεστάληκε ούτε παραλήφθηκε τόσο η προειδοποιητική επιστολή όσο και η επιστολή τερματισμού από τους Εναγόμενους. Τέλος, αναλύοντας τη θέση του για παράνομο τερματισμό, επανέλαβε αυτό που αναφέρεται και ανωτέρω, ότι με την παράνομη μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, από τον οποίον καταβάλλονταν οι δόσεις του δανείου, προήλθαν και οι καθυστερήσεις στην καταβολή των δόσεων στο δάνειο και ως εκ τούτου, ως προέκταση, αποτελεί παράνομο τερματισμό. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τόσο το μάρτυρα της Ενάγουσας όσο και τον Εναγόμενο 2 κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνειά τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προέβηκα στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων. Η μαρτυρία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να καταγραφεί, είτε ως έχει, είτε το ουσιαστικότερο μέρος αυτής, αφού τούτο θα γίνει στα πλαίσια της αξιολόγησης, των ευρημάτων και της κατάληξης του Δικαστηρίου, που θα γίνεται ενιαία και αδιάσπαστα μεταξύ τους, με ευδιάκριτο τρόπο, ποιά μαρτυρία γίνεται αποδεκτή και ποιά όχι, όπως και τα ευρήματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου που εξάγονται από τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή. Συνάμα, μέσα από την απόφαση, θα απαντώνται και οι διάφορες θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων, που καταγράφονται στις αγορεύσεις τους, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από αυτές. Να καταγραφεί από τώρα ότι, η θέση που προώθησε η Υπεράσπιση κατά την παρουσίαση της δικής της υπόθεσης, με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, ήταν συνυφασμένη με τις πιο πάνω δηλώσεις, από τις οποίες εξάγεται, συναρτημένη με τη μαρτυρία, πέραν της αμφισβήτησης του τόκου και τα περί αυτού θέματα, ότι από τη μια δεν αποστάληκε και δεν παραλήφθηκε η προειδοποιητική επιστολή και η επιστολή τερματισμού και επομένως δεν τερματίστηκαν νόμιμα οι δύο, ως άνω, επίδικοι λογαριασμοί, και από την άλλη ο ισχυρισμός για παράβαση όρου της σύμβασης και δη μη καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων, επήλθε εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας η οποία, χωρίς τη συγκατάθεση της Εναγομένης 1, αφού η Εναγομένη 3, που υπέγραψε το σχετικό έγγραφο, δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από την Εναγομένη 1, μείωσε το ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού από τον οποίο καταβάλλονταν οι δόσεις στο λογαριασμό δανείου, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα από τον τρεχούμενο λογαριασμό για καταβολή των δόσεων. Επομένως, το Δικαστήριο, ενόψει των εναπομεινάντων, πλέον, επίδικων θεμάτων δεν θα ασχοληθεί με άλλα θέματα, αλλά θα επικεντρωθεί στη μαρτυρία που σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τα επίδικα θέματα. Ως εκ των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Τα Τεκμήρια 1 και 2, τα οποία γίνονται αποδεκτά, επιμαρτυρούν τούτο. Η Ενάγουσα, πιστωτικό ίδρυμα, στα πλαίσια των εργασιών της, δυνάμει σύμβασης ημερομηνίας 17/08/2007 (βασική συμφωνία), Τεκμήριο 3, συμφώνησε να παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1, η οποία είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο, με μέτοχο, διευθυντή και γραμματέα τον Εναγόμενο 2, Τεκμήριο 38, τρεχούμενο λογαριασμό και δάνειο, υπό τους όρους που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 3, αναφορά στους οποίους θα γίνει κατωτέρω, στα πλαίσια των επίδικων θεμάτων, όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Εν τω μεταξύ πριν από τη σύμβαση, Τεκμήριο 3, έγινε αίτηση, γι' αυτό το σκοπό, από την Εναγομένη 1, ημερομηνίας 27/06/2007, Τεκμήριο 28. Η Ενάγουσα εκτός της βασικής συμφωνίας, Τεκμήριο 3, ενέκρινε την αίτηση αυτή και με επιστολή της (offer letter) ημερομηνίας 17/08/2007, Τεκμήριο 4, την οποία αποδέχθηκε και υπόγραψε η Εναγόμενη 1 υπό τους όρους που αναφέρονται σε αυτήν, αναφορά στους οποίους θα γίνει όπου χρειάζεται, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνετο όρος ότι το δάνειο και ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεώνοντο με συνολικό επιτόκιο 5,75%, ήτοι βασικό επιτόκιο 4,50% και πρόσθετο 1,25%, αφού, επίσης, η Εναγόμενη 1 προέβη σε γραπτή δήλωση προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, Τεκμήριο 5. Έτσι παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 τρεχούμενο λογαριασμό, με αριθμό 526336342-4, με όριο £25.000 (€42.715,04 σεντ) και δάνειο, με αριθμό λογαριασμού 526336343-5, ύψους £120.000 (€205.031,17 σεντ) με τόκο 5,75% (βασικό επιτόκιο 4,50% και πρόσθετο 1,25%), ως οι επιστολές Τεκμήρια 10 και 11 που αντίστοιχα υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3,στις οποίες επιστολές περιλαμβάνονται και άλλοι όροι, αναφορά στους οποίους θα γίνει όπου κριθεί απαραίτητο, για την εξασφάλιση των οποίων λογαριασμών υπέγραψαν προσωπική εγγύηση οι Εναγόμενοι 2 και 3, ημερομηνίας 17/08/2007, Τεκμήριο 6, αφού της Εναγομένης 3, η Ενάγουσα, της έστειλε προηγουμένως επιστολή, ημερομηνίας 23/07/2007, Τεκμήριο 7, με την οποία της ανάφερε να συμβουλευθεί δικηγόρο και αφού υπέγραψε δήλωση η Εναγόμενη 3, ημερομηνίας 17/08/2007, Τεκμήριο 8, ότι συμβουλεύθηκε δικηγόρο, ενώ η Εναγομένη 1 παραχώρησε την υποθήκη Υ12405/07, ημερομηνίας 17/08/2007, Τεκμήριο 9, για το ποσό των £145.000 (€247.747,21 σεντ) πλέον τόκο 5,75% το χρόνο κυμαινόμενο. Η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με μηνιαίες δόσεις εκ £1.150 (€1.964,89 σεντ) έκαστη, η πρώτη καταβλητέα ένα μήνα μετά τη χορήγηση του δανείου. Στη συνέχεια αφού, κατ' ισχυρισμό της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 1 απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 30/11/2007, Τεκμήριο 12, για μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από £25.000 σε £10.000, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 30/11/2007, Τεκμήριο 13, την πληροφορούσε ότι αποδεχόταν το αίτημα για μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού. Ακολούθως, η Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 02/12/2008, Τεκμήριο 14, προειδοποίησε την Εναγόμενη 1 ότι αν μέσα σε δεκαπέντε
(15)ημέρες δεν συμμορφωνόταν με τους συμβατικούς όρους, δηλαδή δεν κατέβαλλε το ληξιπρόθεσμο ποσό εκ €16.486,50, θα έκλεινε τον τρεχούμενο λογαριασμό και το λογαριασμό δανείου. Η επιστολή αυτή κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους 2 και
  1. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 12/02/2009, Τεκμήριο 15, με κοινοποίηση προς τους Εναγόμενους 2 και 3, τερμάτισε τους ως άνω λογαριασμούς, τρεχούμενο λογαριασμό και δάνειο, οι καταστάσεις των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16 και 17 αντίστοιχα, οι οποίοι έλαβαν αντίστοιχα τους αριθμούς 526336342-4 και 526336343-5 οι οποίοι ανέρχονταν κατ' εκείνη την ημέρα, 12/02/2009, στο ποσό των €19.837,46 σεντ και €210.289,81 σεντ αντίστοιχα, που δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός και εμφαίνονται στην πρώτη σελίδα του τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 526399156-2 και δανείου με αρ. 526399157-3 των Τεκμηρίων 18 και 19 αντίστοιχα. Η Ενάγουσα με ανακοινώσεις στον τύπο, ημερομηνίας 28/12/2007, 22/04/2008, 28/06/2008, 06/07/2008, Τεκμήρια 20-23, και με επιστολές προς την Εναγόμενη ημερομηνίας 15/10/2008, 12/11/2008, Τεκμήρια 24 και 25, αύξησε τρεις φορές το βασικό επιτόκιο ενώ το μείωσε ισάριθμες φορές, για συγκεκριμένα δάνεια. Την 12/12/2008, Τεκμήριο 26, η Ενάγουσα, με ανακοίνωση στον τύπο, μείωνε το βασικό επιτόκιο, για δάνεια που εκταμιεύτηκαν πριν την 01/01/2008 κατά 0,75% με ισχύ από 10/12/
  2. Επίσης η Ενάγουσα με ανακοίνωση στον τύπο ημερομηνίας 23/01/2009, Τεκμήριο 27, μείωνε το επιτόκιο των ιδίων ως άνω δανείων κατά 0,5% από 21/01/
  3. Προέχει η εξέταση του ζητήματος του τόκου, ο οποίος αξιώνεται από την Ενάγουσα, η οποία καθορίζει τούτο σε 14%, ενώ από τους Εναγόμενους στο ύψος του 5,75%. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων, δυνάμει του Τεκμηρίου 3, το οποίο είναι η βασική συμφωνία ημερομηνίας 17/08/2007, του Τεκμηρίου 4, το οποίο είναι η επιστολή της Ενάγουσας, ημερομηνίας 17/08/207, έγκρισης του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο £25.000 και του δανείου ύψους £120.000, και του Τεκμηρίου 5, το επιτόκιο που θα βάρυνε τους δύο αυτούς λογαριασμούς καθορίζετο σε βασικό επιτόκιο 4,50% και πρόσθετο επιτόκιο 1,25%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 5,75%, όπως άλλωστε φαίνεται και από το Τεκμήριο 9, το οποίο είναι τα έγγραφα υποθήκης, καθώς και από το Τεκμήριο 6, δηλαδή τη σύμβαση εγγύησης, ημερομηνίας 17/08/2007, των εγγυητών 2 και 3 και τέλος από τα Τεκμήρια 10 και
  4. Άλλωστε τούτο υποστήριξε και ο ΜΕ1 με τη μαρτυρία του. Η διαφωνία, ως γίνεται αντιληπτό, έγκειται στη μονομερή ενέργεια της Ενάγουσας, με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 12/02/2009, Τεκμήριο 15, να αυξήσει το επιτόκιο από 5,75% σε 14% επιβάλλοντας πρόσθετο επιτόκιο 8,25% ως και η κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, κάτι που η εξέτασή του θα ακολουθήσει του πρώτου θέματος. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Περί Ελευθεροποίησης και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, το οποίο ίσχυε κατά την ημέρα σύναψης των δύο συμβάσεων, ήτοι στις 17/08/2007, τα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η Ενάγουσα, είχαν την υποχρέωση: «(α) ............................. (β) ............................. (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο, είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγής το επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή (δ) ............................» Η πιο πάνω υποχρέωση, η οποία βεβαίως, κατά κύριο λόγο, απευθύνετο, και θα εξηγήσω γιατί, στη συνέχεια, στην αυξομείωση του επιτοκίου, η οποία επηρεάζετο ή προέρχετο από τις αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές αλλά και την Κυπριακή αγορά, όπως διαπιστώνεται, από την αιτιολόγηση ή δικαιολόγηση, που συνοδεύει την αύξηση ή τη μείωση του επιτοκίου, από τα Τεκμήρια 20-27, ήτοι με ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο, Τεκμήρια 20-23, 26 και 27 και γραπτή ειδοποίηση στην Εναγομένη 1, Τεκμήρια 24 και 25, και ο λόγος ήταν από τη μια να υπάρχει διαφάνεια και από την άλλη λαμβάνοντας γνώση ο δανειολήπτης να μπορεί να ενεργήσει, με τον τρόπο που θα θεωρούσε καλύτερο, για προστασία των συμφερόντων, και κατά δεύτερο σε τυχόν άλλη αλλαγή του επιτοκίου, από άλλο λόγο, που να δικαιολογεί τούτη, επεκτάθηκε (το δεύτερο), με παρερμηνεία από τα πιστωτικά ιδρύματα, σε δυνατότητα, από αυτά, ανεξέλεγκτης, μόνο, αύξησης του επιτοκίου κατά το δοκούν, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται το αφύσικο φαινόμενο, κάποιος δανειολήπτης ο οποίος έλαβε δάνειο ή παρόμοια πιστωτική διευκόλυνση, με επιτόκιο 5%-6%, να καλείται, επειδή η σύμβαση έδινε τη δυνατότητα μονομερούς αύξησης, είτε πριν είτε συνάμα με τον τερματισμό της σύμβασης, να καταβάλει στη συνέχεια επιτόκιο 14%, όπως η υπό κρίση περίπτωση, ή και περισσότερο, με αιτία, αν και δεν αναφέρεται τούτο στη γραπτή ειδοποίηση στους Εναγόμενους ή ανακοίνωση στον τύπο, τη μη συμμόρφωση με τους όρους της σύμβασης και δη της καθυστέρησης της καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ερμηνεία που δίνεται, από το Δικαστήριο, για την υποχρέωση ενημέρωσης της αύξησης ή μείωσης του επιτοκίου, λόγω αποφάσεων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή εξελίξεων στις διεθνείς αγορές ή την Κυπριακή αγορά και όχι για οιονδήποτε άλλο λόγο, που δεν σχετίζεται με αυτά ή έμμεσα επηρεάζεται από αυτά, και σίγουρα όχι για το λόγο μη συμμόρφωσης του δανειολήπτη με όρους της σύμβασης, εξάγεται ευθέως από το άρθρο 2Α των Τροποποιητικών Νόμων 141(Ι)/2014 και 66(Ι)/2015, με πλάγιο τίτλο «Σκοπός του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (τροποποιητικών) Νόμων του 2014 και 2015» το οποίο έχει ως ακολούθως «. διά της απαγόρευσης της επιβολής της πρόσθετης επιβάρυνσης που συνεπάγεται γι' αυτούς η μονομερής άσκηση από το πιστωτικό ίδρυμα τυχόν συμβατικού δικαιώματος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου.» (που βεβαίως δεν έχει αναδρομική ισχύ) και από το άρθρο 3(γ) το οποίο προνοεί «να ενημερώνουν τους οφειλέτες με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο ή αλλαγή στο χρόνο καταβολής του τόκου ή γενικά για οποιαδήποτε αλλαγή αφορά το βασικό επιτόκιο, καθώς και αλλαγή της δόσης δανείου όταν αυτή μεταβάλλεται.», που χρησιμοποιείται ως εργαλείο ερμηνείας της πρόθεσης του νομοθέτη, πριν την τροποποίηση της νομοθεσίας, και τίποτα περισσότερο. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ως τροποποιήθηκε, δεν υπάρχει απαγόρευση (όπως υπήρχε στον προηγούμενο Νόμο Περί Τόκου) για το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Αντώνης Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194 και στην υπόθεση Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059, για την οποία αναφορά θα γίνει και σε ένα άλλο θέμα κατωτέρω, όμως οι πιο πάνω αποφάσεις εκδόθηκαν πριν τις δύο, ως άνω, αναφερθείσες τροποποιήσεις, οι οποίες κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, και χρησιμοποιήθηκαν, ως εργαλείο, για την ερμηνεία της σχετικής διάταξης, από το Δικαστήριο αυτό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει το δικαίωμα αύξησης του επιτοκίου, στο βαθμό που υπόκειται ζημιά, ίσης προς αυτό, υπό την προϋπόθεση απόδειξής της, για απόδοσή της από το Δικαστήριο, δυνάμει των άρθρων 73-75 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. Επομένως κατά την κρίση του Δικαστηρίου η Ενάγουσα δεν είχε το δικαίωμα αύξησης του επιτοκίου, εκτός των περιπτώσεων αύξησης που συμπεριλαμβάνονται στα Τεκμήρια 20-27, αφού από τη μια δεν συμπεριλαμβάνεται η αύξηση του 8,25%, στις ως άνω αναφερθείσες περιπτώσεις και από την άλλη, δεν παρουσίασε μαρτυρία ότι λόγω παράβασης της σύμβασης, εκ μέρους των Εναγομένων, υπέστη ζημιά ίσης με 8,25%. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι προβλέπεται, στο μέρος των επιβαρύνσεων, του Τεκμηρίου 4, αύξηση 5%, όμως κατά πρώτο αυτή η αύξηση αναφέρεται σε υπερβάσεις του ορίου και καθυστερήσεις του ληξιπρόθεσμου ποσού και κατά δεύτερο δεν ήταν με βάση αυτό τον όρο που έγινε η αύξηση του 8,25%, αφού δεν γίνεται καμιά αναφορά σε αυτόν τον όρο στην επιστολή Τεκμήριο 15, που αναφέρεται ανωτέρω, αλλά, ως εξάγεται από το ποσοστό 8,25% η αύξηση έγινε στη βάση του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)
  2. Πέραν αυτού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα πρώτα τερμάτισε τις δύο συμβάσεις, αφού αυτό πράττει με την πρώτη παράγραφο της επιστολής ημερομηνίας 12/02/2009, Τεκμήριο 15 και μετά προχωρεί στην αύξηση του επιτοκίου με τη δεύτερη παράγραφο του Τεκμηρίου αυτού, άσχετα αν γίνονται στην ίδια επιστολή. Βέβαια, στην υπόθεση Αντώνης Κόμπου ν. Universal Bank Ltd, ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι, εφόσον δέχθηκε αυτό τον όρο, της αύξησης δηλαδή του επιτοκίου, ο Εφεσείοντας, με τη σύναψη των δύο συμφωνιών, που έλαβε το δάνειο, δεν υπήρχε οτιδήποτε το μεμπτό. Περαιτέρω δε, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν παρατέθηκε οποιαδήποτε αυθεντία από πλευράς του Εφεσείοντος που να υποστηρίζει τη θέση ότι ο καθορισμός του επιτοκίου σε 12,5% από τις 06/10/2002 και μετά, είναι παράνομος, επειδή έγινε με την ίδια επιστολή που τερματίζονταν οι δύο συμφωνίες. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, επαναλαμβάνω ότι η απόφαση εκδόθηκε πριν από τις δύο τροποποιήσεις, Ν.141(Ι)/2014 και Ν.66(Ι)/2015, έτσι ώστε το Ανώτατο Δικαστήριο να τις χρησιμοποιήσει ως εργαλείο ερμηνείας της νομοθεσίας 160(Ι)/1999, για την πραγματική πρόθεση του Νομοθέτη, που δεν ήταν άλλη από αυτή που περιέγραψα ανωτέρω, που εν πάση περιπτώσει, επειδή δεν υπάρχει μέγιστο ποσοστό, θα μπορούσε, σε μια ακραία περίπτωση, για να γίνει κατανοητή η πραγματική βούληση του Νομοθέτη, να αυξήσει το επιτόκιο σε 99%, γιατί θα παρουσιάζετο ένα αφύσικο και παράδοξο φαινόμενο με εξωφρενική λογική. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της απόφασης Αντώνης Κόμπου ν. Universal Bank Ltd, ανωτέρω, σημειώνω ότι κύριο στήριγμα της απόφασης ήταν και η μη αναφορά από τον Εφεσείοντα σε αυθεντία, ότι ο καθορισμός του επιτοκίου στο 12,5% από 06/10/2002 και μετά είναι παράνομος επειδή έγινε με την ίδια επιστολή που τερματίστηκαν οι δύο συμφωνίες. Εκτός του γεγονότος ότι δεν υπήρχε νομολογία επί του θέματος για να παραπέμψει ο Εφεσείοντας το Ανώτατο Δικαστήριο, προφανώς ένεκα του σχετικά πρόσφατου της νομοθεσίας, δεν εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο οι συνέπειες του τερματισμού, μία εκ των οποίων, από τον τερματισμό και μετά, είναι ότι δεν μπορούσε η Εφεσίβλητη να επικαλεσθεί τερματισθείσα συμφωνία για αύξηση του επιτοκίου, αλλά ούτε και δόθηκε δικαιολογία για την κατά το διπλάσιο και κάτι, που σχεδόν να έφθανε το τριπλάσιο, του συμφωνηθέντος επιτοκίου, στηριζόμενη στον όρο της συμφωνίας ότι μπορούσε να το πράξει μονομερώς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποτελεί εύρημα και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δεν δικαιολόγησε και δεν απέδειξε τη νομιμότητα αύξησης του επιτοκίου κατά 8,25%. Ως εκ τούτου το επιτόκιο που δικαιούται, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, από τις 12/02/2009 και μετά είναι 5,75% και επί του δανείου και 7%, στον τρεχούμενο λογαριασμό ένεκα της αυξομείωσης του επιτοκίου, ως τα Τεκμήρια 20-
  3. Σε σχέση με την κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε αυτή την κεφαλαιοποίηση αφού αναφέρεται ρητά στην πρώτη σελίδα των Τεκμηρίων 10 και 11 υπό τον τίτλο «Β) Τόκος» καθώς και στη βασική συμφωνία, ημερομηνίας 17/08/2007, Τεκμήριο 3, με βάση την οποία έγινε η άλλη σύμβαση, Τεκμήριο 4, και της οποίας αποτέλεσε μέρος της. Ως εκ τούτου αποτελεί εύρημα και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Τέλος, σε ότι αφορά τη θέση των Εναγομένων ότι δεν τερματίστηκε νόμιμα η σύμβαση, αναφέρω ότι ο ΜΕ1, του οποίου η μαρτυρία βασικά δεν αμφισβητήθηκε, από την οποία και σε όποιο βαθμό αντεξέταση έγινε, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και ήταν ειλικρινής, καθώς και σαφής και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο ΜΥ1, αν και σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση, εν τούτοις υπήρχαν κάποιες υπερβολές και κάποια στοιχεία από τη μαρτυρία του, τα οποία, ως θα καταδειχθεί κατωτέρω, δεν γίνονται αποδεκτά, όπως π.χ. η μη παραλαβή της επιστολής τερματισμού, αφού δεν πείσθηκε το Δικαστήριο, ένεκα μη προσκόμισης σχετικών στοιχείων, ότι δεν την παρέλαβαν, αλλά ούτε και αντεξετάστηκε ο ΜΕ1 επί τούτου. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1, η Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 02/12/2008, Τεκμήριο 14, προειδοποίησε την Εναγόμενη 1, με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 και 3, ότι εάν εντός δεκαπέντε
(15)ημερών δεν συμμορφωνόταν με τους συμβατικούς όρους, θα έκλεινε τους λογαριασμούς, πράγμα που έπραξε η Ενάγουσα με επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 12/02/2009, Τεκμήριο 15, προς την Εναγομένη 1 και κοινοποίηση στους Εναγομένους 2 και 3, δίνοντας δηλαδή χρόνο πέραν των δύο μηνών χωρίς όμως να υπάρξει συμμόρφωση. Γι' αυτές τις επιστολές, όπως ανάφερε ο ΜΕ1, τη μαρτυρία του οποίου έκανα αποδεκτή, αποστάληκαν σε όλους τους Εναγόμενους και δεν επιστράφηκαν. Η μη επιστροφή τους συνιστά, εκ πρώτης όψεως, απόδειξη ότι παραλήφθηκαν από τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν (βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059). Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι που επικαλούνται τη μη παραλαβή τους που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν τις επιστολές, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Επίσης το γεγονός ότι κοινοποιήθηκαν οι πιο πάνω επιστολές, Τεκμήρια 14 και 15, στους Εναγόμενους 2 και 3, δεν αλλοιώνει σε καμία περίπτωση το γεγονός ότι το περιεχόμενό τους απευθύνεται και σε αυτούς, με την έννοια της αναγκαίας ειδοποίησης του εγγυητή για τερματισμό της σύμβασης δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού και γι' αυτούς. Επομένως αποτελεί εύρημα και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι ως άνω επιστολές αποστάληκαν και παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους. Σε σχέση με τη θέση ότι ο τερματισμός δεν ήταν νόμιμος, γιατί αν δεν μειώνετο παράνομα το ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού από £25.000 σε £10.000, θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια καταβολής των δόσεων, αφού από αυτό γίνονταν οι πληρωμές του δανείου, παρατηρώ ότι η Ενάγουσα προβάλλει τη νομιμότητα της μείωσης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού βασιζόμενη στην επιστολή ημερομηνίας 30/11/2007, Τεκμήριο 12, το οποίο υπέγραψε η Εναγόμενη 3, και ως προς τούτο αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1, η οποία δεν αντικρούστηκε, αφού δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι δεν είναι αυτής η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 12, καθώς και επί της επιστολής ημερομηνίας 30/11/2007, Τεκμήριο 13, που αποτελεί την αποδοχή της μείωσης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, εκ μέρους της αλλά κυρίως και ουσιαστικά επί του τυποποιημένου εγγράφου, που φέρει ημερομηνία 11/07/2007, Τεκμήριο 37, το οποίο δηλαδή έγινε ένα
(1)και πλέον μήνα πριν την υπογραφή, της βασικής σύμβασης, Τεκμήριο 3, και της σύμβασης δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού, Τεκμήριο 4, οι οποίες υπογράφηκαν στις 17/08/2007 και απλά στο μέρος που αναγράφεται «πρόσωπα επαφής» στον αρ. 1 αναφέρεται το ονοματεπώνυμο του Εναγομένου 2 και κάτω από αυτό διευθυντής και στο ορθογώνιο δίπλα η υπογραφή του ενώ στον αριθμό 2 το ονοματεπώνυμο της Εναγομένης 3 και κάτω από αυτό πληρεξουσιοδόχος και στο ορθογώνιο δίπλα η υπογραφή της Εναγομένης 3. Επί αυτού είναι και η διαφωνία των Εναγομένων, ότι δηλαδή η Εναγόμενη 3, που όντως υπέγραψε το Τεκμήριο 12, δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από την Εναγομένη 1, προς τούτο, δηλαδή να υπογράψει επιστολή μείωσης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, αφού δεν παρουσιάστηκε γραπτή εξουσιοδότηση ή ψήφισμα από την Εναγομένη 1 προς αυτή, γι' αυτό το σκοπό, και η υπογραφή της στο Τεκμήριο 37, ως αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, τέθηκε για σκοπούς αναγνώρισης της υπογραφής των δύο αυτών προσώπων και τίποτε περισσότερο, αφού, ως αναφέρεται και στην επικεφαλίδα του Τεκμηρίου 37, πρόκειται για αίτηση δημιουργίας νέου πελάτη-νομικό πρόσωπο, στο οποίο εμφαίνονταν απλά τα απαραίτητα και αναγκαία στοιχεία για τη δημιουργία του νέου πελάτη. Σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι, απαντώντας στη θέση του δικηγόρου της Ενάγουσας ότι δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης, ούτε αντεξετάστηκε ο ΜΕ1, σε σχέση με την πρώτη θέση, γίνεται άρνηση, έστω και γενικά των ισχυρισμών που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και για τη δεύτερη θέση, το βάρος απόδειξης ότι τερματίστηκαν νόμιμα οι δύο λογαριασμοί, το φέρει η Ενάγουσα που επικαλείται τον τερματισμό. Όσον αφορά τη θέση που εξέφρασε μέσω της αγόρευσής του ο δικηγόρος της Ενάγουσας ότι, ένεκα της μη αντίδρασης της Εναγομένης 1 ή και των Εναγομένων 2 και 3, όταν περιορίστηκε ή μειώθηκε το ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού από £25.000 σε £10.000, τούτο αποτελεί συμπεριφορά με την οποία δημιουργείται κώλυμα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επικαλούνται τώρα οι Εναγόμενοι το γεγονός της μη νόμιμης εξουσιοδότησης της Εναγομένης 3 από την Εναγομένη 1, εκτός του ότι δεν γίνεται καμιά αναφορά στα δικόγραφα της Ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να το προβάλλει τώρα, μπορούν να λεχθούν τα ακόλουθα: ΚΩΛΥΜΑ (ESTOPPEL) Στο σύγγραμμα του κ. Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» (μια πρακτική προσέγγιση) αναφέρονται και τα ακόλουθα στις σελίδες 90, 101, 103 και 104: Σύμφωνα με το Noke΄s Introduction to Evidence 3rd edition p.208 το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός, ενώ σύμφωνα με τον Phipson on Evidence 12th Edition p.912 είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από το να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να πάρει μία από τις πιο κάτω μορφές: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record) (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct). Γίνεται κατανοητό ότι μας ενδιαφέρουν οι μορφές (β) και (γ). (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα. Όταν ένας διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως μία δέσμευση δεν μπορεί αργότερα να ισχυρισθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο έγγραφο δεν είναι σωστά. (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς. Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους, και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη του, δεν θα επιτραπεί στον συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτήν (βλ. Georghios Hadjiyiannis v. The Attorney-General of the Republic
(1970)1 CLR 32). Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ v. Μιχαήλ Πολυδωρίδη κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 68, 76, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων οποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο ότι δεν θα ασκήσει και ο δεύτερος βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο (λόγω δυσμενούς επηρεασμού της θέσης του) να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από τις οποίες ο ενάγων τον είχε απαλλάξει.» Η επίκληση του δόγματος του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς μπορεί να γίνει μόνο όταν το πρόσωπο που προβαίνει στην υπόσχεση ή τη διαβεβαίωση αναμένει ότι ο άλλος συμβαλλόμενος θα ενεργήσει σε αυτή, ή ανεξάρτητα από την πρόθεσή του ή συμπεριφορά του θα οδηγούσε ένα λογικό άνθρωπο να ενεργήσει πάνω σε αυτή (βλ. Freeman v. Cooke
(1848)2 Exch. 654 και Fatma Mahmoud v. Anastassis Christou (V17) CLR 139). Το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς έχει διάφορα είδη:
(1)Κώλυμα λόγω παραστάσεων (estoppel by representation).
(2)Κώλυμα λόγω υποσχέσεων (promissory estoppel).
(3)Περιουσιακό κώλυμα (propertary estoppel).
(1)Κώλυμα λόγω παραστάσεων. Όταν ένα πρόσωπο με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μία διαβεβαίωση για ένα γεγονός με απώτερο σκοπό να επηρεάσει ένα άλλο ή διαφοροποιήσει τη θέση του προς βλάβη του και το άλλο πρόσωπο πραγματικά διαφοροποιεί τη θέση του, τότε το πρόσωπο εμποδίζεται από του να αρνηθεί τη διαβεβαίωση που είχε δώσει (βλ. Hopwood v. Brown
(1955)1 All ER 550). Η παράσταση που γίνεται πρέπει να αναφέρεται σε ένα υφιστάμενο ή ένα γεγονός που έχει παρέλθει (βλ. Jordan v. Money
(1854)5 ΗLC 185 και George William Portsmouth v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1967)1 CLR 87) πρέπει να είναι καθαρή και σαφής (βλ. Παναγή v. Αρτεμίου
(1976)3 JSC 510) και να μην αναφέρεται σε μελλοντική συμπεριφορά. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Ιωάννου Γιαννάκης v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1522, 1527, 1528 και ΤJS Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Α) ΑΑΔ 108, 117. Στην υπόθεση Γεώργιος Κάρμιος κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Αγγλίας κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 768, 777, αναφέρεται ότι συμβαλλόμενος εμποδίζεται να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης την οποία έχει προβάλει προηγουμένως και ο άλλος συμβαλλόμενος ενήργησε πάνω σε αυτή διαφοροποιώντας τη θέση του (βλ. επίσης την υπόθεση Georghios Hadjiyiannis v. The Attorney-General of the Republic
(1970)1 CLR 32 και Λευκή Κόκου Μάρκου ν. Όθωνος Μιχαήλ Πασχάλη
(2001)1 ΑΑΔ 829). Επομένως, με βάση την ανάλυση και εξήγηση του τι εστί κώλυμα λόγω παραστάσεων, δεν με βρίσκει σύμφωνο, η εισήγηση του δικηγόρου της Ενάγουσας, αφού η μη αντίδραση πρώτα απ' όλα δεν εξυπακούει αποδοχή και δεύτερο δεν έγινε οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της Εναγομένης 1 που να εντάσσεται στη συμπεριφορά ή παραστάσεις που αναφέρεται ανωτέρω. Άλλωστε θα έπρεπε η Ενάγουσα για να προβεί στην ενέργεια αυτή, δηλαδή της μείωσης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, να είχε είτε εξουσιοδότηση από την Εναγομένη 1 προς την Εναγομένη 3, είτε ψήφισμα από την Εναγομένη 1 με το οποίο να δίδεται τέτοια εξουσία στην Εναγομένη 3, κάτι που δεν συμβαίνει στην περίπτωση αυτή. Επομένως δεν θα μπορούσε μια τέτοια παράνομη ενέργεια της Ενάγουσας να επιφέρει, έστω λόγω μη αντίδρασης της Εναγομένης 1, το αποτέλεσμα που εισηγείται ο δικηγόρος της Ενάγουσας. Αφού πρώτα διευκρινίζεται ότι αν δεν μειώνετο το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού από £25.000 σε £10.000, η μηνιαία συμφωνηθείσα δόση θα καταβάλλετο (£15.000 ÷ £1.150 = 13.04) για κάτι περισσότερο από 13 μήνες, αν και από τις 30/11/2007 μέχρι τις 12/02/2009 που τερματίστηκε ο λογαριασμός είναι κατά μία δόση περισσότερη απ' αυτές που θα καταβάλλοντο αν δεν μειώνετο το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η μείωση από την Ενάγουσα του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από £25.000 σε £10.000 ήταν χωρίς εξουσιοδότηση από την Εναγομένη 1 και ως εκ τούτου παράνομη, με αποτέλεσμα παράνομος να ήταν και ο τερματισμός του τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού του δανείου, για καθυστερημένες δόσεις για το ποσό που αναφέρεται ανωτέρω. Σε σχέση με τη σύμβαση εγγύησης, η οποία υπηρετεί τη σύμβαση δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού, με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1, την οποία αποδέχθηκα, αυτή καταρτίστηκε και υπογράφηκε δεόντως αφού έγιναν όλα τα απαραίτητα, όπως καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 5, 6, 7, 8 και 4. Έτσι, σε περίπτωση που επιτύγχανε η αγωγή, οι Εναγόμενοι 2 και 3 θα ήταν υπόλογοι στην πληρωμή των ποσών που οφείλονταν στις 12/02/2009 με τόκο 5,75% για το δάνειο και 7% για τον τρεχούμενο λογαριασμό απ' αυτή την ημερομηνία, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Για την υποθήκη ήδη δηλώθηκε από το δικηγόρο των Εναγομένων ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η Ενάγουσα θα δικαιούτο σε διάταγμα εκποίησης ως η αξίωση Ε της Έκθεσης Απαίτησης, το οποίο και αποτελεί εύρημα και κατάληξη του Δικαστηρίου, στην περίπτωση που επιτύγχανε η αγωγή. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησε το Δικαστήριο να εξηγήσει και να αναλύσει, η αγωγή αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται, πλέον έξοδα, υπέρ των Εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.