Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ (πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου Λτδ -Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου) ν. Ιωάννη Μαύρου, Αρ. Γενικής Αίτησης: 773/14, 22/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 773/14 Μεταξύ:- Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ (πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου Λτδ - Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου) Αιτήτριας Και Ιωάννη Μαύρου Καθ' ου η Αίτηση ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22/03/2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κος Καραμάνος για Chrysses Demetriades & Co LLC Για Καθ' ου η Αίτηση: κος Αγ. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Η Αιτήτρια, με την παρούσα Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 18/09/2014, αιτείται άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 03/04/2009, για το ποσό των €174.457,46, με τόκο 9% ετησίως, από 03/04/2009, μέχρι πλήρους εξόφλησης και εκποίησης της υποθήκης Υ16825/07, πλέον €150 έξοδα Διαιτησίας, ως Δικαστικής Απόφασης και εκτέλεσης κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι Δικαστικές Αποφάσεις. Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985, ως τροποποιήθηκε, άρθρο 52
(1)(β) και 52
(2)(β) 3 και 4, στο άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στη Δ.47, Δ.48 θ.1-4, 8
(1)(ηη) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Πέτρου Τσοπανή, υπαλλήλου της Αιτήτριας, ο οποίος γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και έχει ιδίαν γνώση αυτών, όπως επίσης είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκη Δήλωση, η οποία παρατίθεται αυτούσια πιο κάτω: «Ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Πέτρος Τσοπάνης, από τη Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι υπάλληλος στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα ΛΤΔ - Αιτήτρια στην παρούσα Αίτηση, γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα και έχω ιδίαν γνώση αυτών όπως επίσης είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.
- Την 24/6/2013 όπως αποφασίστηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών η Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου μετονομάστηκε σε Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου ΛΤΔ, δυνάμει του άρθρου 12Δ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι η ευθύνη των μελών της μετατρέπεται σε περιορισμένη. Η εν λόγω Γνωστοποίηση αλλαγής ονόματος ΣΠΙ γνωστοποιήθηκε στις ενδιαφερόμενες Υπηρεσίες την 4/7/
- (Δέσμη αντιγράφων Γνωστοποίησης αλλαγής ονόματος ως και αντίγραφο Πιστοποιητικού Εγγραφής επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α.
- Σε ειδική γενική συνέλευση, η οποία έλαβε χώρα μεταγενέστερα της πιο πάνω ημερομηνίας, οι μέτοχοι της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Καϊμακλίου ΛΤΔ, αποφάσισαν τη συγχώνευση της Εταιρείας τους με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα ΛΤΔ, και τη μεταφορά όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της σε αυτή, και επειδή παράλληλα οι μέτοχοι της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα ΛΤΔ σε ειδική συνέλευση τους αποφάσισαν όπως η Εταιρεία τους συγχωνευθεί με την πιο πάνω εταιρεία και αποδεχθεί την μεταφορά όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της, στις 18/1/2014 ενεγράφη σχετική συμφωνία συγχώνευσης των πιο πάνω εταιρειών από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών. Σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία, από τις 18/1/2014, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα ΛΤΔ, διαδέχεται τη μεταφέρουσα Εταιρεία, εξ ολοκλήρου καθώς επίσης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Περαιτέρω, όλες οι πράξεις, τα συμβόλαια, και οποιαδήποτε έγγραφα, μεταφέρονται σ'αυτήν, και σύμφωνα με το άρθρο 49Στ του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της απορροφούνται από αυτήν. Με επιστολή του ημερομηνίας 20/1/2014 ο Έφορος Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών πληροφορεί την Εποπτεία και Γραμματεία της Νέας ΣΠΕ Καϊμακλίου ΛΤΔ, ότι στις 18/1/2014, έχει εγγραφεί η συμφωνία συγχώνευσης με βάση τα άρθρα 49Γ - 49ΣΤ των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985-2013, και ότι η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα ΛΤΔ από τις 18/1/2014 διαδέχεται εξολοκλήρου τη Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου ΛΤΔ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και όλες οι πράξεις, τα συμβόλαια και τα άλλα έγγραφα της θα συνεχίσουν να ισχύουν. (Δέσμη αντιγράφων που αφορούν στην συγχώνευση των δύο Εταιρειών, και γνωστοποίηση από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β). Με βάση τα πιο πάνω, η Αιτήτρια νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.
- Κατά ή περί την 03/04/2009 κατόπιν σχετικής πρόσκλησης των μερών, εξεδόθη Διαιτητική Απόφαση προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση σε σχέση με το Γραμμάτιο με αρ. λογαριασμό 7229395-7 για το ποσό των €174.547,46 με τόκο 9% από 03/04/2009 μέχρι πλήρους εξόφλησης πλέον €150 έξοδα διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την Διαιτητική απόφαση, το πιο πάνω ποσό, οι τόκοι και τα έξοδα θα πληρωθούν από τον Καθ' ου η Αίτηση καθώς επίσης και από το προϊόν εκποίησης της Υποθήκη με αρ. Υ16825/
- Η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητος και επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ως πιο κάτω αναφέρεται.
- Η ειδοποίηση - πρόσκληση του Διαιτητή επισυνάπτεται στην παρούσα ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ, η Διαιτητική Απόφαση ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ, και η γνωστοποίηση της Διαιτητικής απόφασης ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε.
- Ως έχω αναφέρει πιο πάνω, η Διαιτητική απόφαση είναι πλέον τελεσίδικη, αφού αυτή δεν έχει εφεσιβληθεί από τον Καθ' ου η Αίτηση.
- Για τον πιο πάνω λόγο η Αιτήτρια προσέφυγε στους Δικηγόρους της και καταχώρησε την παρούσα Αίτηση με την οποία αιτείται άδειας και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να της επιτρέπει να εγγράψει και να εκτελέσει την Διαιτητική απόφαση όπως εκτελείται η απόφαση Δικαστηρίου.
- Για τους πιο πάνω λόγους είναι πιστεύω ορθό και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει την αιτούμενη άδεια και/ή Διάταγμα διαφορετικά η Αιτήτρια δεν θα μπορέσει να εκτελέσει την ληφθείσα απόφαση εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και να εισπράξει το ποσό που ο Καθ' ου η Αίτηση της οφείλει.» Με αυτήν επισυνάπτεται αριθμός Τεκμηρίων, ήτοι ως Τεκμήριο Α γνωστοποίηση αλλαγής ονόματος μαζί με αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής, ως Τεκμήριο Β δέσμη εγγράφων που αφορούν τη συγχώνευση των εταιρειών και γνωστοποίηση στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, ως Τεκμήριο Γ τη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση ότι έλαβε την ειδοποίηση του Διαιτητή ημερομηνίας 10/03/2009 με την οποία καλείτο, μεταξύ άλλων, και αυτός, να παρουσιαστεί σε Διαιτησία, σχετικά με τη διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση, στις 03/04/2009, ως Τεκμήριο Δ η Διαιτητική Απόφαση και ως Τεκμήριο Ε η δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση ότι του γνωστοποιήθηκε γραπτώς η απόφαση του Διαιτητή στις 03/04/
- Ακολούθησε η Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 27/02/2015, η οποία στηρίζεται στη Δ.9 θ.1-13, Δ.39 θ.18-20, Δ.40, Δ.42, Δ.47 θ.1, 2 και 3, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 και Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 16, 22, 23, 28 του Κεφ. 6, στα άρθρα 31, 32 και 37 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στα άρθρα 52 και 53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985 ως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 12-15 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/2003, στα άρθρα 97 του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), στη Νομολογία, στις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Προβάλλονται δε δεκατέσσερις
(14)λόγοι ένστασης, οι οποίοι παρατίθενται ως έχουν: «
- Ο Καθ' ου η Αίτηση εγείρει προδικαστικήν ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση δε δύναται να προχωρήσει, εναντίον του, χωρίς να προηγηθεί διαδικασία τροποποίησης του τίτλου της Αίτησης, καθ' ότι η επωνυμία της Αιτήτριας, από 24/6/2013, είναι ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΛΗΔΡΑ» ΛΤΔ και όχι ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ, όπως αναγράφουν, λανθασμένα, στον τίτλο της παρούσας Αίτησης, οι Αιτητές, προκύπτει δε από Τεκμήριο, που οι ίδιοι οι Αιτητές επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωση, του κ. Πέτρου Τσοπάνη, ημ. 18/9/2014, η οποία υποστηρίζει την Αίτησή τους.
- Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία και νόμω αβάσιμη και/ή ως παράτυπη και/ή ως αστήρικτη και/ή ως καταχρηστική και/ή ως διενεργηθείσα κακόπιστα (mala fide) και/ή ως αδικαιολόγητα καθυστερημένη, αφού, εκ της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει αυτή, δεν δίδεται καμία εξήγηση από τον ενόρκως δηλούντα, για ποιο λόγο η Αιτήτρια καθυστέρησε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι 5,5 έτη, περίπου, από την έκδοση της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης, ημ. 3/4/2009, στην καταχώρηση της σχετικής Αίτησης.
- Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία, που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας.
- Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή και/ή ελλιπή νομική και/ή πραγματική βάση, επισημαίνεται δε, ότι ελλείπει η ειδοποίηση του Διαιτητή, ημ. 10/3/2009, από τα Τεκμήρια των Αιτητών, παρόλο που γίνεται αναφορά στην παράγραφο 5, της ένορκης δήλωσης των Αιτητών, ημ. 18/9/
- Η Διαιτητική Απόφαση, ημ. 3/4/2009, πάσχει, καθ' ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία, όπως αυτή προβλέπεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, δηλαδή υπήρξε κακή συμπεριφορά του Διαιτητή, κατά τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας, παραβιάζοντας έτσι τα νόμιμα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση. Συγκεκριμένα: (α) Ο Καθ' ου η Αίτηση σε ερώτηση, προς το Διαιτητή, κατά πόσον χρειάζεται να έχει Δικηγόρο, στην εν λόγω διαδικασία, ο Διαιτητής του είπε ότι δε χρειάζεται. (β) Ο Καθ' ου η Αίτηση ζήτησε, από το Διαιτητή, να φέρει μάρτυρες και ο τελευταίος του αρνήθηκε. (γ) Ο Διαιτητής δεν τήρησε πρακτικά κατά τη διαιτητική διαδικασία. (δ) Καμία ενημέρωση δεν έγινε, από το Διαιτητή, προς τον Καθ' ου η Αίτηση, σε σχέση με το γεγονός, ότι ο πρωτοφειλέτης Μιχαήλ Μάριος, ήταν πτωχεύσας, από το Μάιο, του 2008, περίπου.
- Η Αίτηση παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
- Καμία γραπτή αναφορά δε γίνεται, επί της Διαιτητικής Απόφασης, ημ. 3/4/2009, σε σχέση με τα δικαιώματα, του Καθ' ου η Αίτηση, να προσβάλει την εν λόγω Διαιτητική Απόφαση, με την προβλεπόμενη διαδικασία «έφεσης», εντός της προθεσμίας των 21 ημερών, σύμφωνα με το Άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85, κάτι το οποίο αποτελούσε υποχρέωση του Διαιτητή, που εξέδωσε την, υπό αναφορά, Απόφαση. 8. Καμία προφορική αναφορά δεν έγινε, επίσης, προς τον Καθ' ου η Αίτηση, από το Διαιτητή, σε σχέση με τα δικαιώματα, του Καθ' ου η Αίτηση, να προσβάλει την εν λόγω Διαιτητική Απόφαση, με την προβλεπόμενη διαδικασία «έφεσης», εντός της προθεσμίας των 21 ημερών, σύμφωνα με το Άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85, κάτι το οποίο αποτελούσε υποχρέωση του Διαιτητή, που εξέδωσε την, υπό αναφορά, Απόφαση. 9. Παραβιάστηκαν τα νόμιμα δικαιώματα, του Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος παραπλανήθηκε, από το Διαιτητή, που εξέδωσε την Απόφαση, ημ. 3/4/2009, καθ' ότι σε ερώτηση του Καθ' ου η Αίτηση, προς το Διαιτητή για το τι επιλογές έχει, σε σχέση με την προσβολή και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό, της ρηθείσας Διαιτητικής Απόφασης, αυτός (ο Διαιτητής) του ανέφερε, ότι δε μπορεί να κάνει τίποτε, γιατί είναι καθαρά μια τυπική διαδικασία και ως εκ τούτου, ο Καθ' ου η Αίτηση δε γνώριζε για τη διαδικασία «έφεσης», ως αυτή ανεφέρθη ανωτέρω, υπό
(7).
- Η υπαγωγή του Καθ' ου η Αίτηση στη δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος, από τους Αιτητές, Διαιτητή, παραβιάζει το και/ή στερεί το δικαίωμα για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο, αφού ο Διαιτητής διορίζεται, μονομερώς, από τους Αιτητές, χωρίς να υφίσταται δικαίωμα, του Καθ' ου η Αίτηση, να ακουστεί επί του θέματος.
- Η υπαγωγή του Καθ' ου η Αίτηση στη δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος, από τους Αιτητές, Διαιτητή, παραβιάζει και καταστρατηγεί το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και τον Περί Διαιτησίας Νόμο, αφού στερεί το δικαίωμα, του Καθ' ου η Αίτηση, για πρόσβαση στο Δικαστήριο, προς διάγνωση της αστικής υποχρέωσής του.
- Οι Αιτητές έχουν παραβιάσει τις αυστηρές πρόνοιες των Άρθρων 12-15, του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003, Ν. 197(Ι)/2003και πιο συγκεκριμένα παρέλειψαν να ενημερώσουν, χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς, τον Καθ' ου η Αίτηση, για την καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων, από τον πρωτοφειλέτη και/ή παρέλειψαν να ενημερώσουν, χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς, τον Καθ' ου η Αίτηση, για το γεγονός, ότι ο πρωτοφειλέτης είναι πτωχεύσας, από το Μάιο, του 2008, περίπου, ήτοι σχεδόν ένα χρόνο πριν από την έκδοση της ρηθείσας διαιτητικής απόφασης.
- Η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση, ημ. 3/4/2009, δε φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης Διαιτητικής Απόφασης.
- Η Απόφαση του Διαιτητή, ημ. 3/4/2009, εξεδόθη, παράτυπα, καθ' ότι τα έγγραφα δεν επιδόθηκαν, προσωπικά, σ' αυτόν και/ή η επίδοση σ' αυτόν δεν ήταν νόμιμη.» Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, η οποία επίσης παρατίθεται ως έχει: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Ιωάννης Μαύρος, εκ Λευκωσίας, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:-
- Είμαι ο Καθ' ου η Αίτηση, στην Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, έχω πλήρη και προσωπική γνώση, των γεγονότων της υπόθεσης και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση, υπό την ιδιότητα μου αυτή.
- Ανέγνωσα το περιεχόμενο της Ένστασης και συμφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο αυτής. Επαναλαμβάνω δε, ότι, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, διά τους λόγους, που αναφέρω πιο κάτω.
- Εγείρω προδικαστικήν ένσταση, κατόπιν συμβουλής, από τους Δικηγόρους μου και ισχυρίζομαι, ότι η παρούσα Αίτηση δε δύναται να προχωρήσει, εναντίον μου, χωρίς να προηγηθεί διαδικασία τροποποίησης του τίτλου της Αίτησης, καθ' ότι η επωνυμία της Αιτήτριας, από 24/6/2013, είναι ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΛΗΔΡΑ» ΛΤΔ και όχι ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ, όπως αναγράφουν, λανθασμένα, στον τίτλο της παρούσας Αίτησης, οι Αιτητές, προκύπτει δε από Τεκμήριο, που οι ίδιοι οι Αιτητές επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωση, του κ. Πέτρου Τσοπανή, ημ. 18/9/2014, η οποία υποστηρίζει την Αίτηση τους.
- Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία και νόμω αβάσιμη και/ή ως παράτυπη και/ή ως αστήρικτη και/ή ως καταχρηστική και/ή ως διενεργηθείσα κακόπιστα (mala fide) και/ή ως αδικαιολόγητα καθυστερημένη, αφού, εκ της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει αυτή, δεν δίδεται καμία εξήγηση από τον ενόρκως δηλούντα, για ποιο λόγο η Αιτήτρια καθυστέρησε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι 5,5 έτη, περίπου, από την έκδοση της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης, ημ. 3/4/2009, στην καταχώρηση της σχετικής Αίτησης.
- Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία, που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας.
- Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή και/ή ελλιπή νομική και/ή πραγματική βάση, επισημαίνεται δε, ότι ελλείπει η ειδοποίηση του Διαιτητή, ημ. 10/3/2009, από τα Τεκμήρια των Αιτητών, παρόλο που γίνεται αναφορά στην παράγραφο 5, της ένορκης δήλωσης των Αιτητών, ημ. 18/9/
- Η Διαιτητική Απόφαση, ημ. 3/4/2009, πάσχει, καθ' ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία, όπως αυτή προβλέπεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, δηλαδή υπήρξε κακή συμπεριφορά του Διαιτητή, κατά τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας, παραβιάζοντας έτσι τα νόμιμα δικαιώματα μου. Συγκεκριμένα: (α) Σε ερώτηση μου, προς το Διαιτητή, κατά πόσον χρειάζεται να έχω Δικηγόρο, στην εν λόγω διαδικασία, ο Διαιτητής μου είπε ότι δε χρειάζεται. (β) Ζήτησα, από το Διαιτητή, να φέρω μάρτυρες και ο τελευταίος μου αρνήθηκε. (γ) Ο Διαιτητής δεν τήρησε πρακτικά κατά τη διαιτητική διαδικασία. (δ) Καμία ενημέρωση δεν έγινε, από το Διαιτητή, προς εμένα, σε σχέση με το γεγονός, ότι ο πρωτοφειλέτης Μιχαήλ Μάριος, ήταν πτωχεύσας, από το Μάιο, του 2008, περίπου.
- Η Αίτηση παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
- Καμία γραπτή αναφορά δε γίνεται, επί της Διαιτητικής Απόφασης, ημ. 3/4/2009, σε σχέση με τα δικαιώματα μου να προσβάλω την εν λόγω Διαιτητική Απόφαση, με την προβλεπόμενη διαδικασία «έφεσης», εντός της προθεσμίας των 21 ημερών, σύμφωνα με το Άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85, κάτι το οποίο αποτελούσε υποχρέωση του Διαιτητή, που εξέδωσε την, υπό αναφορά, Απόφαση. Γι' αυτό άλλωστε δεν προχώρησα στην καταχώρηση σχετικής Αίτησης - Έφεσης, αφού δε γνώριζα για την ύπαρξη της ως άνω διαδικασίας και έτσι, το εκδικάζον Δικαστήριο, θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση, ημ. 18/9/2014, των Αιτητών, μη δίδοντάς τους την άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης, ημ. 3/4/2009. 10. Επίσης, καμία προφορική αναφορά δεν έγινε, προς εμένα, από το Διαιτητή, σε σχέση με τα δικαιώματα μου, να προσβάλω την εν λόγω Διαιτητική Απόφαση, με την προβλεπόμενη διαδικασία «έφεσης», εντός της προθεσμίας των 21 ημερών, σύμφωνα με το Άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85, κάτι το οποίο αποτελούσε υποχρέωση του Διαιτητή, που εξέδωσε την, υπό αναφορά, Απόφαση. Γι' αυτό άλλωστε δεν προχώρησα στην καταχώρηση σχετικής Αίτησης - Έφεσης, αφού δε γνώριζα για την ύπαρξη της ως άνω διαδικασίας και έτσι, το εκδικάζον Δικαστήριο, θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση, ημ. 18/9/2014, των Αιτητών, μη δίδοντάς τους την άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης, ημ. 3/4/
- Παραβιάστηκαν τα νόμιμα δικαιώματα μου, αφού παραπλανήθηκα, από το Διαιτητή, που εξέδωσε την Απόφαση, ημ. 3/4/2009, καθ' ότι σε ερώτησή μου, προς το Διαιτητή, για το τι επιλογές έχω, σε σχέση με την προσβολή και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό, της ρηθείσας Διαιτητικής Απόφασης, αυτός (ο Διαιτητής) μου ανέφερε, ότι δε μπορώ να κάνω τίποτε, γιατί είναι καθαρά μια τυπική διαδικασία και ως εκ τούτου δε γνώριζα για τη διαδικασία «έφεσης», ως αυτή ανεφέρθη ανωτέρω, στην παράγραφο
- Η υπαγωγή μου στη δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος, από τους Αιτητές, Διαιτητή, παραβιάζει το και/ή στερεί το δικαίωμα για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο, αφού ο Διαιτητής διορίζεται, μονομερώς, από τους Αιτητές, χωρίς να υφίσταται δικαίωμά μου να ακουστώ επί του θέματος. Παραπέμπω δε σε ότι ανέφερα στις παραγράφους 9 και 10, ανωτέρω.
- Η υπαγωγή μου στη δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος, από τους Αιτητές, Διαιτητή, παραβιάζει και καταστρατηγεί το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και τον Περί Διαιτησίας Νόμο, αφού στερεί το δικαίωμά μου για πρόσβαση στο Δικαστήριο, προς διάγνωση της αστικής υποχρέωσής μου. Παραπέμπω δε σε ότι ανέφερα στις παραγράφους 9 και 10, ανωτέρω.
- Οι Αιτητές έχουν παραβιάσει τις αυστηρές πρόνοιες των Άρθρων 12-15, του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003, Ν. 197(Ι)/2003και πιο συγκεκριμένα παρέλειψαν να με ενημερώσουν, χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς, για την καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων, από τον πρωτοφειλέτη και/ή παρέλειψαν να με ενημερώσουν, χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς, για το γεγονός, ότι ο πρωτοφειλέτης είναι πτωχεύσας, από το Μάιο, του 2008, περίπου, ήτοι σχεδόν ένα χρόνο πριν από την έκδοση της ρηθείσας διαιτητικής απόφασης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απαλλαγώ, καθ' ότι παραβλάφτηκε η τελική ικανοποίησή μου, ως εγγυητή, από τον πρωτοφειλέτη.
- Η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση, ημ. 3/4/2009, δε φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης Διαιτητικής Απόφασης.
- Η Απόφαση του Διαιτητή, ημ. 3/4/2009, εξεδόθη, παράτυπα, καθ' ότι τα έγγραφα δεν επιδόθηκαν, προσωπικά, σε μένα και/ή η επίδοση σε μένα, δεν ήταν νόμιμη.
- Θα ήθελα να επαναλάβω και επισημάνω, πως, το γεγονός, από μόνο του, ότι καμία ενημέρωση δεν είχα, ούτε προφορικά, αλλά ούτε και γραπτά, στο σώμα της Διαιτητικής Απόφασης, ημ. 3/4/2009, για τη διαδικασία προσβολής και/ή ακύρωσης και/ή παραμερισμού, της ρηθείσας Διαιτητικής Απόφασης, είναι λόγος γι' απόρριψη της σχετικής Αίτησης, με σκοπό την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής αυτής Απόφασης.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ευσεβάστως υποβάλλω, ότι, η Αιτητρία δεν έχει αποδείξει, προς το Δικαστήριο, ότι δικαιούται να λάβει τις θεραπείες, ως αυτές ζητούνται στο σώμα της Αίτησης των Αιτητών, ημ. 18/9/2014 και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, με έξοδα, εναντίον της Αιτητρίας.
- Όλα τα ως άνω καταθέτω ενόρκως, εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι, ως αληθή.» Ο δικηγόρος της Αιτήτριας, στη γραπτή αγόρευσή του, την οποία είχα την ευκαιρία να αναγνώσω, αφού προβαίνει σε μια εισαγωγή για την αίτηση και ακολούθως παραθέτει τη νομική βάση της Αίτησης, στη συνέχεια αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και ακολούθως αναφέρεται στους λόγους ένστασης, για να καταλήξει, με επίκληση σχετικής νομολογίας, ότι θα πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι ένστασης και να εκδοθεί το σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο. Από την άλλη, ο συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση, στη δική του γραπτή αγόρευση, την οποία επίσης είχα την ευκαιρία να διαβάσω, αφού προβάλλει ως πρώτο θέμα την προδικαστική ένσταση σε σχέση με το όνομα της Αιτήτριας και κάνει σχετική αναφορά σε νομολογία, στη συνέχεια αφού παραθέτει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την εγγραφή και εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης ως Δικαστικής Απόφασης, με ένα σύντομο αλλά περιεκτικό τρόπο συμπτύσσει τους λόγους ένστασης, όπως υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και με αναφορά σε νομολογία ζητεί από το Δικαστήριο όπως απορρίψει την αίτηση. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985, ως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 52
(1)και
(2)προβλέπει για την κίνηση του μηχανισμού και την παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία και το διορισμό Διαιτητή προς τούτο ενώ το εδάφιο 3 του άρθρου τούτου την αμοιβή του Διαιτητή. Τα εδάφια 4 και 5 του άρθρου 52 καθορίζουν την ακολουθητέα διαδικασία μετά την παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία και της έκδοσης Διαιτητικής Απόφασης. Σύμφωνα με την απόφαση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς,
(2012)1 ΑΑΔ 707: «Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιείται στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.». Με βάση τη νομολογία η διαδικασία εγγραφής Διαιτητικής Απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης είναι διαδικαστικής μορφής και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξουσία των διαδικαστικών προϋποθέσεων όπως αυτές προκύπτουν από το άρθρο 52 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας της υπόθεσης που σχετίζονται με την εγκυρότητα της Διαιτητικής Απόφασης, τα οποία θα μπορούσαν να προβληθούν και να εξεταστούν στα πλαίσια της Διαιτησίας ή στα πλαίσια Έφεσης κατά της Διαιτητικής Απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)του Ν.22/1985. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v. Άντυ Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 716, λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι 'αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο το επίδικο θέμα, της προώθηση δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Κατά την κρίση του Δικαστηρίου για να εγγραφεί Διαιτητική Απόφαση πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Να γίνει ειδοποίηση για την ακρόαση και διεξαγωγή της διαιτησίας, έτσι ώστε να μπορεί να ακουσθεί ο Καθ' ου η Αίτηση. (β) Να εκδοθεί διαιτητική απόφαση. (γ) Να γίνει γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στον Καθ' ου η Αίτηση. (δ) Να παρέλθει ο χρόνος των 21 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)
(5)από την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης χωρίς να έχει υποβληθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης και, (ε) Η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης να έχει γίνει δια κλήσεως έτσι ώστε να έχει δικαίωμα να ακουστεί ο Καθ' ου η Αίτηση. Σχετικές με τα θέματα που αφορούν την εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης είναι η Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, Πολιτική Έφεση 87/11, ημερομηνίας 20/06/14 και η Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ Λτδ), Πολιτική Έφεση 304/10, ημερομηνίας 10/07/15, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση περίπτωση ο διαιτητής διορίστηκε από τον Έφορο, κατ' ακολουθία των προνοιών του άρθρου 52
(2)(β) του Νόμου. Αντικείμενο της διαφοράς συνιστούσε υπόλοιπο δανείου το οποίο λήφθηκε δυνάμει γραμματίου. Η πλευρά του Εφεσείοντα, αφού ειδοποιήθηκε δεόντως, έλαβε μέρος στη διαδικασία διαιτησίας. Τόσο το επίδικο γραμμάτιο, όσο και κατάσταση λογαριασμού που περιλάμβανε τους τόκους τέθηκαν στη διάθεση του Εφεσείοντα, ο οποίος το μόνο στοιχείο που αμφισβήτησε ήταν το ύψος των τόκων, προβάλλοντας ισχυρισμό περί ανατοκισμού. Κάτω από αυτά τα δεδομένα οι Εφεσίβλητοι τον προμήθευσαν με αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού, στην οποία δεν περιλαμβανόταν ανατοκισμός. Όταν έγινε αυτό, στις 5.6.2009, ο Εφεσείων ζήτησε χρόνο προκειμένου να τοποθετηθεί επί της νέας αυτής κατάστασης. Αντί τούτου, παρέλειψε να παρουσιαστεί, αναιτιολόγητα, κατά την ημερομηνία, 19.6.2009, που ορίστηκε εκ νέου η διαιτησία. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ήταν καθόλα επιτρεπτό στο διαιτητή να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του. Η κατάληξή του, εν τέλει, ήταν ορθή, δεδομένου ότι αφενός η παροχή δανείου δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση και αφετέρου το εγερθέν ζήτημα περί ανατοκισμού είχε ξεπερασθεί με βάση τη νέα κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 5.6.2009. Η φύση της διαφοράς ήταν απλή και δεν δικαιολογούσε περαιτέρω πολυπλοκότητα της όλης διαιτητικής διαδικασίας. Άλλωστε, ενώπιον του διαιτητή δεν υπήρχε οποιοδήποτε βάσιμο αίτημα για διεξαγωγή διαδικασίας διαφορετικής δικονομικής μορφής. Το τελικό δε γεγονός της μη εμφάνισης του Εφεσείοντα προκειμένου να προωθήσει τις όποιες θέσεις και επιχειρήματά του προς εξέταση από τον διαιτητή, δεν καθιστούσε επιτρεπτή την πρωτογενή εξέτασή τους είτε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από το Εφετείο. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση και ορθά αποφάσισε με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του. Όπως ήδη λέχθηκε, τα ενώπιόν του, απλά, δεδομένα δικαιολογούσαν πλήρως τόσο την τελική του κατάληξη, όσο και την επιγραμματική απόφασή του. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται παράτυπη διαιτητική διαδικασία ή οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.» Επιλαμβανόμενος του λόγου 1 της ένστασης, που αναφέρεται ως προδικαστική ένσταση και σχετίζεται με το γεγονός ότι στον τίτλο της Αίτησης στη λέξη Λήδρα δεν υπάρχουν εισαγωγικά, από τη μια και από την άλλη της λέξης, ενώ ως φαίνεται από το Τεκμήριο Α υπάρχουν τέτοια εισαγωγικά, είναι η εισήγηση του δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση, ως εκλαμβάνεται από το Δικαστήριο, ότι θα πρέπει να απορριφθεί, είτε γιατί πρόκειται για ανύπαρκτο πρόσωπο ή ως λανθασμένη αναφορά προσώπου. Θα διαφωνήσω με αυτή την προσέγγιση γιατί ως η νομολογία, στην οποία άλλωστε και ο ίδιος αναφέρεται, όπως π.χ. τη Lioufis and Co Ltd v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου
(1996)1 ΑΑΔ 773 και δη στη σελίδα 780, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (ΗL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. Τhe Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575).» Αυτό επιβεβαιώθηκε και με πρόσφατη νομολογία της πλειοψηφίας στην υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου κ.ά. ν. Επιτροπής του σχεδίου ταμείου συντάξεων και χορηγημάτων σε υπαλλήλους της αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και εξαρτώμενους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση 168/2010, ημερομηνίας 24.02.2016, στην οποία αφού επαναλαμβάνονται, υιοθετούνται και επιβεβαιώνονται τα πιο πάνω και γίνεται περαιτέρω αναφορά στη νομολογία επί του θέματος ως κατωτέρω: «Τα παραπάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 990, με παραπομπή και στα ακόλουθα από το Annual Practice 1958, σελ. 574, 575: «αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει ν΄αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο. δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη.» Γενικότερα δε, όποτε τίθεται ζήτημα απόρριψης της αγωγής, η σχετική αίτηση πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Kατά τη νομολογία τέτοια αίτηση: «Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438).» (Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772). Τα ίδια αναφέρονται, με παραπομπή ειδικότερα στις υποθέσεις Cross και Fletcher, στο Annual Practice 1958, σελ. 575.», απέρριψε την έφεση επί απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου που απέρριψε αίτηση διαγραφής της αγωγής ως καταχρηστικής επειδή η Εφεσίβλητη στερείτο νομικής προσωπικότητας και ότι ήταν ανίκανη να δώσει διοριστήριο δικηγόρου. Θα έπρεπε ο Καθ' ου η Αίτηση, αν έτσι θεωρούσε, να υποβάλει σχετική αίτηση διαγραφής, πράγμα το οποίο δεν έπραξε αλλά, απεναντίας, προέβη στο διάβημα καταχώρησης της ένστασης, χωρίς και πάλι, στη συνέχεια, έγκαιρα, να υποβάλει αίτηση διαγραφής. Ως εκ τούτου αυτό ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Όσον αφορά το λόγο 2 της ένστασης, ότι θα πρέπει να απορριφθεί η Αίτηση ως ουσία και νόμω αβάσιμη και/ή ως παράτυπη και/ή ως αστήρικτη και/ή ως καταχρηστική και/ή ως διενεργηθείσα κακόπιστα (mala fide) και/ή ως αδικαιολόγητα καθυστερημένη για το λόγο ότι πέρασαν 5½ έτη για να ζητηθεί η έκδοση διατάγματος εγγραφής και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 03/04/2009, δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού η αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομοθεσία, ήτοι στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985 και δη το άρθρο 52 αυτού. Σημειώνω, εδώ, ότι ως Γενική Αίτηση δεν χρειάζεται, ως η ενδιάμεση αίτηση, να γίνει αναφορά στο δικαιοδοτικό άρθρο. Ούτε, βεβαίως, ευσταθεί η θέση ότι η Αίτηση είναι ουσία αβάσιμη, αφού υπάρχει Διαιτητική Απόφαση και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και επισυνάπτονται με αυτήν τα διάφορα Τεκμήρια που υποστηρίζουν την αίτηση. Ούτε βεβαίως παράτυπη, αφού δεν διαφαίνεται να έχει με οποιοδήποτε τρόπο παρατηρηθεί οποιαδήποτε παρατυπία. Ούτε βεβαίως καταχρηστική ή κακόπιστη, αφού τίποτε δεν έχει αναφερθεί που να δικαιολογεί τούτο. Αν δε στηρίζεται στο γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτηση, που όντως έχει περάσει ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα για να ζητηθεί η εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ως Δικαστικής Απόφασης, πουθενά στη νομολογία ή Νόμο ή σε οποιοδήποτε Κανονισμό, αναφέρεται ότι η παρέλευση τέτοιου χρονικού διαστήματος καθιστά κακόπιστη ή καταχρηστική την αίτηση. Ως εκ τούτου απορρίπτεται αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά το λόγο 3 της ένστασης, ότι δεν αποκαλύπτονται στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας, επίσης δεν ευσταθεί, αφού, φαίνεται, από την ένορκη δήλωση και τα Τεκμήρια που συνοδεύουν αυτή, ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά το λόγο 4 της ένστασης, ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική και/ή πραγματική βάση και επισημαίνεται ότι ελλείπει η ειδοποίηση του Διαιτητή ημερομηνίας 10/03/2009, από τα Τεκμήρια που επισυνάφθηκαν με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, παρόλο που γίνεται αναφορά σε αυτήν στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ημερομηνίας 18/09/2014, το κυρίαρχο στοιχείο σε αυτό το θέμα, είναι το γεγονός ότι με το Τεκμήριο Γ, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δηλώνεται εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση ότι έλαβε την ειδοποίηση του Διαιτητή ημερομηνίας 10/03/2009 και ουδεμία σημασία έχει το γεγονός ότι δεν επισυνάπτεται και η ίδια η ειδοποίηση. Είναι αρκετό ότι δηλώνεται η λήψη της, από τον Καθ' ου η Αίτηση, αφού κύριο στοιχείο είναι να έρθει σε γνώση του Καθ' ου η Αίτηση η ημερομηνία της Διαιτησίας, για να μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του να λάβει μέρος σε αυτήν. Ούτε βεβαίως ότι στηρίζεται σε λανθασμένη ή ανεπαρκή ή άλλως πως, η νομική βάση είναι ορθό. Πέραν από το γεγονός ότι αποτελεί εναρκτήρια αίτηση, καταγράφεται στη νομική βάση της αίτησης το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985, ως τροποποιήθηκε. Ως εκ τούτου απορρίπτεται αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά το λόγο 5 της ένστασης, ότι η Διαιτητική Απόφαση, ημερομηνίας 03/04/2009, πάσχει καθότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία, όπως αυτή προβλέπεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, δηλαδή υπήρξε κακή συμπεριφορά του Διαιτητή, κατά τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας, παραβιάζοντας έτσι τα νόμιμα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση και συγκεκριμένα (α) ο Καθ' ου η Αίτηση σε ερώτηση προς το Διαιτητή κατά πόσον χρειάζεται να έχει δικηγόρο στην εν λόγω διαδικασία ο Διαιτητής του είπε ότι δεν χρειάζεται, (β) ο Καθ' ου η Αίτηση ζήτησε από το Διαιτητή να φέρει μάρτυρες και ο τελευταίος του αρνήθηκε, (γ) ο Διαιτητής δεν τήρησε πρακτικά κατά τη διαιτητική διαδικασία και (δ) καμιά ενημέρωση δεν έγινε από το Διαιτητή προς τον Καθ' ου η Αίτηση σε σχέση με το γεγονός ότι ο πρωτοφειλέτης Μιχαήλ Μάριος ήταν πτωχεύσας από το Μάιο του 2008 περίπου, στην υπόθεση Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1(Β) ΑΑΔ 987, λέχθηκε ότι «η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο Δικαστήριο αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες» και ακολούθως σε άλλο σημείο της απόφασης «η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή, είναι ουσιαστικά ορθή». Όπως ήδη λέχθηκε το Δικαστήριο εξετάζοντας την παρούσα αίτηση δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης. Τα όσα τώρα επικαλείται, μπορούσε να θέσει ο Καθ' ου η Αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία της Διαιτησίας, πράγμα που δεν έκανε, ως φαίνεται από την απόφαση ημερομηνίας 03/04/2009, Τεκμήριο Δ, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στην οποία αναφέρεται «παρουσιάστηκε ο εγγυητής Ιωάννης Μαύρου και παραδέχτηκε το χρέος», δηλαδή ο Καθ' ου η Αίτηση. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά το λόγο 6 της ένστασης, ότι η αίτηση παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, ομολογώ ότι δεν έχω αντιληφθεί πού βασίζεται τούτο. Διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η διαδικασία που εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση είναι μια διαδικασία που προβλέπεται από σχετικό άρθρο και Νόμο, δηλαδή το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985, ως τροποποιήθηκε, κατά την οποία κλήθηκε και έλαβε μέρος ο Καθ' ου η Αίτηση και στην οποία παραδέχθηκε το χρέος του. Επομένως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά το λόγο 7 της ένστασης, ότι καμιά γραπτή αναφορά δεν γίνεται επί της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 03/04/2009, σε σχέση με τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση να προσβάλει την εν λόγω Διαιτητική Απόφαση, με την προβλεπόμενη διαδικασία «έφεσης» εντός της προθεσμίας των 21 ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 52
(4)του Ν.22/1985, κάτι το οποίο αποτελούσε (κατά τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση) υποχρέωση του Διαιτητή που εξέδωσε την υπό αναφορά απόφαση, να αναφέρω ότι, με βάση τις προϋποθέσεις που ανάφερα προηγουμένως και τη νομολογία που αναφέρθηκε, πουθενά δεν αναφέρεται ως υποχρέωση ή οφειλή του Διαιτητή να δηλώνεται είτε γραπτώς είτε να αναφέρεται προφορικώς στον Καθ' ου η Αίτηση ότι μπορεί να εφεσιβάλει την απόφαση του Διαιτητή εντός 21 ημερών. Βέβαια αυτή η θέση είναι και άστοχη, αφού, όπως φαίνεται στην απόφαση, παραδέχθηκε το χρέος του, κάτι που σημαίνει ότι ουσιαστικά εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση και σε τέτοια περίπτωση είναι άλλου είδους η διαδικασία, ίσως, που χρειάζεται να γίνεται, αν επιθυμεί κάποιος να την προσβάλει. Επομένως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά το λόγο 8 της ένστασης, ουσιαστικά είναι ο ίδιος με το λόγο 7 της ένστασης, τον οποίο έχω εξετάσει ανωτέρω. Όσον αφορά το λόγο 9 της ένστασης, τα όσα αναφέρονται σε αυτόν, δεικνύουν ότι πρόκειται για ισχυρισμούς ουσίας της υπόθεσης και αν επιθυμούσε μπορούσε να τα υποβάλει κατά τη διάρκεια της Διαιτησίας και όχι να παραδεχθεί το χρέος του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προβάλει σε αυτή τη διαδικασία τούτα. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά το λόγο 10 της ένστασης, παρόλο ότι και αυτό είναι θέμα που έπρεπε να θιγεί κατά τη Διαιτησία, πράγμα που δεν έκαμε ο Καθ' ου η Αίτηση αλλά απεναντίας παραδέχθηκε το χρέος, εν τούτοις αναφέρω ότι με βάση τη νομολογία που έχω αναφέρει, η διαδικασία που ακολουθείται με βάση τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985, δεν παραβιάζεται κανένα Συνταγματικό δικαίωμα και είναι με βάση τη συμφωνία που έχει υπογράψει ο Καθ' ου η Αίτηση με την Αιτήτρια που γίνεται αυτή η διαδικασία. Απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά το λόγο 11 της ένστασης, ουσιαστικά τον έχω αποφασίσει εξετάζοντας το λόγο 10 της ένστασης και δεν παραβιάζει ή καταστρατηγεί το Σύνταγμα ή η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σημειώνω εδώ ότι ο Νόμος ο οποίος εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο Περί Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών Νόμος 22/1985, ως τροποποιήθηκε και όχι ο Περί Διαιτησίας Κεφ. 4, όπου η διαδικασία διεξάγεται στη βάση συνυποσχετικού. Όσον αφορά το λόγο 12 της ένστασης, τα όσα ανάφερα προηγουμένως, ότι δηλαδή θα έπρεπε να αναφερθούν από τον Καθ' ου η Αίτηση κατά τη Διαιτησία, που δεν αναφέρθηκαν, αλλά παραδέχθηκε το χρέος του, ισχύουν και για αυτόν το λόγο ένστασης. Επομένως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά το λόγο 13 της ένστασης, ότι η Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 03/04/2009 δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης Διαιτητικής Απόφασης, θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού όπως καταδεικνύεται από την απόφαση, στην επικεφαλίδα της και στο σώμα της αναφέρονται: (α) οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί, θ.79, (β) το όνομα του Διαιτητή, (γ) τα μέρη της διαφοράς και η ιδιότητά τους, (δ) την απαίτηση της Αιτήτριας, (ε) ότι η ειδοποίηση επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση, (στ) ότι εμφανίστηκε κατά τη μέρα της Διαιτησίας και παραδέχθηκε το χρέος του, (ζ) φαίνεται η αιτιολογία και το διατακτικό της απόφασης, (η) είχε όλα τα έγγραφα μπροστά του ο Διαιτητής και αφού τα αξιολόγησε προχώρησε στην έκδοση της απόφασης. Ως εκ των πιο πάνω απορρίπτεται και αυτός ο λόγος της ένστασης. Όσον αφορά το λόγο 14 της ένστασης, ότι η απόφαση του Διαιτητή ημερομηνίας 03/04/2009 εξεδόθη παράτυπα καθότι τα έγγραφα δεν επιδόθηκαν προσωπικά σ αυτόν και/ή η επίδοση σε αυτόν δεν ήταν νόμιμη, και πάλι δεν ευσταθεί αφού από το Τεκμήριο Ε, δηλώνεται από τον Καθ' ου η Αίτηση ότι του γνωστοποιήθηκε γραπτώς η απόφαση του Διαιτητή στις 03/04/2009, δηλαδή μετά που εκδόθηκε η απόφαση. Να σημειωθεί ότι, ως είναι νομολογημένο, δεν χρειάζεται καν γραπτή ειδοποίηση, και προφορική είναι αρκετή, βλ. υπόθεση Μανώλη Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Πολιτική Έφεση αρ. 87/2011, ημερομηνίας 20/06/2014, στην οποία ειπώθηκαν τα εξής: «Το εδάφιο
(4)του άρθρου 52, η σπουδαιότητα του οποίου είναι περισσότερο από εμφανής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, απασχόλησε το Εφετείο στην re Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699, 1704, όπου κρίθηκε ότι η προφορική γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης ικανοποιεί πλήρως την σχετική απαίτηση του νόμου. Αναφέρεται σχετικά: «Η πιο πάνω διαπίστωση μου για την απαγγελία της διαιτητικής απόφασης στον αιτητή αφαιρεί το σχετικό νομικό βάθρο. Εφόσο ο Νόμος δεν προβλέπει για έγγραφη γνωστοποίηση η προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του Νόμου (βλ. Husson v. Husson
(1902)3 All E.R. 1056 και Westminster City Council v. Chapman and Others
(1975)2 All E.R. 1103, 1105). Ακολουθεί πως η αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί.» Ως εκ τούτου καμιά παρατυπία δεν υπάρχει και απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Περαιτέρω δε για το τι οφείλει να διαπιστώσει το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης, ως Δικαστικής Απόφασης, στην ίδια πιο πάνω υπόθεση, Μανώλη Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Ερχόμενο τώρα το Δικαστήριο στην εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης, Τεκμήριο Δ, ως Δικαστικής Απόφασης, σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, από τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως από το Δικαστήριο, που χρειάζεται να πληρωθούν για να εγγραφεί και εκτελεστεί η Διαιτητική Απόφαση ως Απόφαση Δικαστηρίου, με βάση αυτά που έχω αναφέρει, διαπιστώνεται ότι πληρείται, αφού δηλώνεται από τον Καθ' ου η Αίτηση ότι έλαβε την ειδοποίηση του Διαιτητή ημερομηνίας 10/03/2009 για να παρευρίσκεται στη Διαιτησία που θα διεξήγετο στις 03/04/2009, Τεκμήριο Γ. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, διαπιστώνεται από το Τεκμήριο Δ, που επισυνάπτεται με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ημερομηνίας 18/09/2014, ότι πληρείται. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, επίσης πληρείται, αφού έγινε η γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο Ε, που επισυνάπτεται με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σε σχέση με την τέταρτη προϋπόθεση, διαπιστώνεται ότι πληρείται, αφού παρήλθε ο χρόνος των 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, χωρίς να υποβληθεί Έφεση κατά της Διαιτητικής Απόφασης. Επίσης πληρείται και η πέμπτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι η Αίτηση έγινε διά κλήσεως, όχι μόνο γιατί τιτλοφορείται έτσι η Αίτηση αλλά και από την επίδοση που έγινε σε αυτόν και εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με δικηγόρο και πρόβαλε την ένστασή του. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η Αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης, πλέον έξοδα, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο