Ευριπίδη Νεοκλέους κ.α. ν. Λούη Κλάππα, Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ.: 2851/08, 3818/08, 10/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ.: 2851/08 3818/08 Ως έχουν συνενωθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/07/2002 Αρ. Αγωγής: 2851/08 Μεταξύ:- Ευριπίδη Νεοκλέους Ενάγοντα Και Λούη Κλάππα Εναγομένου ---------------------------------- Αρ. Αγωγής: 3818/08 Μεταξύ:-
- Κυριάκος Κυριάκου
- Πανίκος Ελευθερίου Εναγόντων Και Λούης Κλάππας Εναγομένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10/03/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα (στην αγωγή υπ' αρ. 2851/08): κος Μ. Ιακώβου Για Ενάγοντες 1 και 2 (στην αγωγή υπ' αρ. 3818/08): κος Φιλίππου Για Εναγόμενο (και στις δύο αγωγές): κος Λαδάς ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση), ημερομηνίας 13/07/2012, συνένωσης των δύο, υπό τους ως άνω αριθμούς και τίτλους, αγωγών, με οδηγό την υπόθεση υπ' αριθμό 2851/08, το Δικαστήριο προχώρησε στη συνεκδίκασή τους προβαίνοντας σε ανάλογη ρύθμιση για παρουσίαση της υπόθεσής τους και εκ μέρους των Εναγόντων στην άλλη αγωγή υπ' αριθμό 3818/
- Ο Ενάγοντας στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08 αξιώνει, ως η Έκθεση Απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στις 10/04/2009, το ποσό των €76.887,06 δυνάμει συμφωνίας και/ή εγγύησης με τόκο 8% ετησίως από 01/07/2003 επί του ποσού των €59.801,05 και ίδιο τόκο επί του ποσού των €17.086,01 μέχρι εξόφλησης. Το ποσό, όμως, της αξίωσης μειώθηκε, κατά την ακροαματική διαδικασία, στο ποσό των €69.198,29, αφού ο Ενάγοντας, με τη δήλωση-κατάθεσή του, αναγνώρισε ότι το ποσό των €7.688,71 (£4.500) που καταβλήθηκε σε κάποιο Τσέντα, ο οποίος είχε αγοράσει από αυτόν 90.000 μετοχές, έπρεπε να αφαιρεθεί και έτσι το ποσό που αναφέρεται ανωτέρω €59.801,05 μειώθηκε στο ποσό των €52.
- Η απαίτηση αυτή του Ενάγοντα, κατά τον ισχυρισμό του, προέρχεται από υποχρέωση του Εναγόμενου, που ανέλαβε με επιστολή, που κατέστη μεταξύ τους συμφωνία, ημερομηνίας 15/11/2002, αφού υπέγραψαν αυτήν, κατόπιν που αριθμός μετόχων της εταιρείας Clappas Financial House Limited (στο εξής «CFH»), πρώην Δωρική Επενδυτική Λίμιτεδ, στην οποία ήταν μέτοχος, όπως και άλλοι, μεταξύ των οποίων οι Ενάγοντες στην άλλη υπό κρίση αγωγή με αριθμό 3818/08, ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων τους, που επένδυσαν σε αυτήν, με την προοπτική εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «ΧΑΚ»), στη βάση του Ν.168(Ι)/2002, καθώς και όσων ζητούσαν επιστροφή των χρημάτων τους στη συνέχεια, με την οποία, αφού εξασφάλιζε την ψήφο του Ενάγοντα υπέρ των ψηφισμάτων, που θα πρότεινε σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση, η οποία, αν και είχε συγκληθεί για τις 11/12/2002, πραγματοποιήθηκε στις 16/02/2003, αναλάμβανε έναντί του, όπως και άλλων που θα υποστήριζαν τα προτεινόμενα ψηφίσματα, τις ακόλουθες υποχρεώσεις, όπως αυτές διατυπώνονται στο έγγραφο ημερομηνίας 15/11/2002, Τεκμήριο 4, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «ΛΟΥΗΣ ΚΛΑΠΠΑΣ ΔΕΚΑ ΑΝΟΜΑΤΟΙ ΑΡ. 1 ΛΑΤΣΙΑ Τ.Κ.22156 ΛΕΥΚΩΣΙΑ 15 Νοεμβρίου 2002 Κυρίους Ευριπίδη Νεοκλέους Ηλία Ηλιάδη Paphilia Estates Ltd Παναγιώτη Ελευθερίου, και Κυριάκο Κυριάκου Κύριοι, Απευθύνομαι προς εσάς υπό την ιδιότητα σας ως μετόχων της Εταιρείας Clappas Financial House Ltd (η «Εταιρεία» ) και επισυνάπτω την πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου της πιο πάνω Εταιρείας ( η «πρόταση» ) για σύγκλιση Εκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Εταιρείας με σκοπό την υιοθέτηση συγκεκριμένων ψηφισμάτων ως αναφέρεται στην πρόσκληση σύγκλισης της Εκτακτης Γενικής Συνέλευσης αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται και καθίσταται μέρος των παρόντων εγγράφων . Επειδή προσωπικά ενδιαφέρομαι όπως η πιο πάνω πρόταση υλοποιηθεί και τύχει έγκρισης της μεγάλης πλειοψηφίας των μετόχων στην Εκτακτη Γενική Συνέλευση της Εταιρείας που θα συγκληθεί για αυτό το σκοπό και επειδή θα ήθελα όπως και εσείς που κατέχετε σημαντικό ποσοστό των μετοχών της Εταιρείας παρουσιαστείτε στην Εκτακτη Γενική Συνέλευση (ή μου αποδώσετε σχετικό proxy ) που θα συγκληθεί προς το σκοπό υλοποίησης της πρότασης και ψηφίσετε υπέρ της υιοθέτησης της. Σε αντάλλαγμα για την από μέρους σας υποστήριξης της υιοθέτησης της προτεινόμενης πρότασης εγώ προσωπικά αναλαμβάνω έναντι σας και καθενός από εσάς τις πιο κάτω υποχρεώσεις:-
- Αναλαμβάνω την υποχρέωση και εγγυούμαι προς εσάς ότι σε περίπτωση που η πρόταση υιοθετηθεί από την Εκτακτη Γενική Συνέλευση της Εταιρείας και επικυρωθεί από το αρμόδιο δικαστήριο και υλοποιηθεί και ως αποτέλεσμα της υλοποίησης εσείς ή οποιοσδήποτε από εσάς μέχρι τις 31/7/2003 δεν εισπράξετε από την Τρίτη διανομή που προβλέπεται στο σχέδιο Διανομής που επισυνάπτεται και καθίσταται και αυτό μέρος των παρόντων εγγράφων τουλάχιστον 30% της ονομαστικής αξίας των μετοχών που κατείχατε στην Εταιρεία ,στις 25/7/2002 μείον οιονδήποτε αριθμό μετοχών θελήσετε να μεταβιβάσετε σε τρίτα πρόσωπα θα καταβάλω προς εσάς από προσωπικούς πόρους οποιαδήποτε διαφορά.
- Επιπρόσθετα αναλαμβάνω την υποχρέωση και εγγυούμαι προς εσάς ότι σε περίπτωση που ως αποτέλεσμα της Τέταρτης Διανομής που προβλέπεται στο Σχέδιο Διανομής δεν εισπράξετε συνολικά ένα ποσό ίσο τουλάχιστο προς 35% της ονομαστικής αξίας των μετοχών που κατείχατε στις 25/7/2002 μείον οιονδήποτε αριθμό μετοχών θελήσετε να μεταβιβάσετε σε τρίτα πρόσωπα , τότε θα είμαι υποχρεωμένος να καταβάλω προς εσάς και κάθε ένα από εσάς ,το επιπρόσθετο ποσό του 5% πέραν του 30% που θα έχει ήδη πληρωθεί σε εσάς πριν ή κατά την 31 Ιουλίου του 2004 , χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα σας σε τυχόν μελλοντικές διανομές.
- Ως εξασφάλιση σας για την προς εσάς καταβολή των πιο πάνω ποσών, παραδίδω σήμερα προς εσάς επιταγές με ημερομηνία 31/7/2003 για ποσό ίσο προς το 5% της αντίστοιχης επένδυσης του κάθε ενός από εσάς στην Εταιρεία όπως επίσης και επιταγές με ημερομηνία 31/7/2004 για το επιπρόσθετο 5% της επένδυσης σας στην Εταιρεία. Συμφωνώ και αποδέχομαι ότι σε περίπτωση που θα παραλείψω να εκπληρώσω την υποχρέωση και την εγγύηση που αναλαμβάνω και παρέχω με αυτή την επιστολή θα δικαιούστε να εξαργυρώσετε τις σχετικές επιταγές κατά την λήξη των , και να χρησιμοποιήσετε τα αντίστοιχα ποσά των επιταγών έναντι των ενδεχομένων υποχρεώσεων μου δυνάμει της εγγυήσεως που με την παρούσα αναλαμβάνω. Νοείται ότι αν από τις σχετικές διανομές που προβλέπονται στο Σχέδιο Διανομής καλυφθούν τα ποσά που αναλαμβάνω να εξασφαλίσω προς εσάς , τότε οι επιταγές που σας δίδω θα επιστραφούν άμεσα πίσω σε μένα. Οι επιταγές που παραδίδονται σε ένα έκαστον των πιο πάνω είναι επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ. Ως ακολούθως ΟΝΟΜΑ ΑΡ. ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΠΟΣΟ Παναγιώτης Ελευθερίου 93362180 £ 8,500 Παναγιώτης Ελευθερίου 93362181 £ 8,500 Κυριάκος Κυριάκου 93362182 £ 5,000 Κυριάκος Κυριάκου 93362183 £ 5,000 Ευριπίδης Νεοκλέους 93362184 £ 10,000 Ευριπίδης Νεοκλέους 93362185 £ 10,000 Ηλίας Ηλιάδης 93362186 £ 10,500 Ηλίας Ηλιάδης 93362187 £ 10,500 £ 68,000 Ευχαριστώ για την συνεργασία και την κατανόηση σας, Με ιδιαίτερη εκτίμηση Λούης Κλάππας Εμείς, τα πρόσωπα που τα ονόματα και οι υπογραφές των οποίων φαίνονται πιο κάτω, αποδεχόμαστε την πρόταση και εγγύηση του κ. Κλάππα σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται πιο πάνω και αναλαμβάνουμε να ενεργήσουμε με βάσει τις προτεινόμενες ενέργειες όπως προβλέπεται στην επιστολή του κ. Κλάππα προς εμάς ημερ. 15/11/2002 ............. Ευριπίδης Νεοκλέους ............. Ηλίας Ηλιάδης ............. Παναγιώτης Ελευθερίου ............. Ηλίας Ηλιάδης .............. Κυριάκος Κυριάκου». Έτσι, αφού πραγματοποιήθηκε η Έκτακτη Γενική Συνέλευση και πέρασαν τα προτεινόμενα ψηφίσματα και με την υποστήριξη του Ενάγοντα, με βάση τις πιο πάνω υποχρεώσεις, αφού ο Ενάγοντας κατείχε 1.000.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας €0.34 έκαστη, της CFH, για τις οποίες κατέβαλε το ποσό των €341.720,28, και εισέπραξε, με βάση το σχέδιο που ψηφίστηκε και τη δέσμευση του Εναγόμενου, το ποσό των €42.715,04, παρέμεινε υπόλοιπο, που έπρεπε να καταβάλει ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα, το ποσό των €76.887,06, το οποίο μειώθηκε σε €69.198,29, ως αναφέρεται ανωτέρω, το οποίο έπρεπε να καταβάλει την 01/07/2003 και την 01/07/2004, για τα ποσά που ζητούνται, αντίστοιχα, με την αξίωση, μειωμένο το πρώτο ποσό σε €52.112, ως πιο πάνω αναφέρεται. Ο Εναγόμενος δε με επιστολή του ημερομηνίας 24/07/2003 επιβεβαίωσε την ισχύ των όρων και δεσμεύσεων που ανέλαβε με τη συμφωνία ημερομηνίας 15/11/
- Επί της ίδιας βάσης στηρίζονται και οι αξιώσεις των Εναγόντων 1 και 2 στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, ήτοι ως εγγεγραμμένοι μέτοχοι 170.000 μετοχών, έκαστος, ονομαστικής αξίας £1, η κάθε μία, αφού υποστήριξαν τα ψηφίσματα που προτάθηκαν στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση, με βάση το σχέδιο, ο Ενάγων 1 έλαβε το ποσό των €25.629,02 και παρέμεινε το ποσό των €28.354,24 το οποίο αξιώνει και ο Ενάγων 2 έλαβε το ποσό των €23.066,12 και δικαιούται το ποσό των €32.463,43, το οποίο αξιώνει, με νόμιμο τόκο. Ο Εναγόμενος, με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του, στην αγωγή υπ' αριθμό 2858/08, παραδέχεται ότι ο Ενάγων ήταν εγγεγραμμένος μέτοχος της CFH (πρώην Δωρική Επενδυτική Λίμιτεδ), αλλά αρνείται ότι ο τελευταίος για να αποκτήσει τις μετοχές κατέβαλε το ποσό των £200.000 και ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το ποσό των £104.598 που αντιστοιχούσε σε 522.990 μετοχές, ενώ τις υπόλοιπες 477.010 μετοχές έλαβε δωρεάν από κεφαλαιοποίηση αποθεματικών. Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι, όπως διαπίστωσε αργότερα, 90.000 μετοχές, από τις 1.000.000 μετοχές, που είχε ο Ενάγων, εκχωρήθηκαν στον Κώστα Τσέντα, τις οποίες ο Ενάγων κατείχε ως εκπρόσωπος και/η καταπιστευματοδόχος του Τσέντα. Περαιτέρω, παραδέχεται τις παραγράφους 2, 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης προσθέτοντας ότι οι ενέργειές του, που περιγράφονται σε αυτές τις παραγράφους, έγιναν στα πλαίσια της προσπάθειάς του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που επέβαλλε ο Ν.168(Ι)/2002, ο οποίος κηρύχθηκε το 2005 αντισυνταγματικός. Ακολούθως, παραδέχεται την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 15/11/2002 στον Ενάγοντα και αφού επιφυλάσσει να αναφερθεί κατά την ακροαματική διαδικασία στην ορθή νομική ερμηνεία και αποτέλεσμα αυτής, επαναλαμβάνει ότι τούτο έγινε προς συμμόρφωση με το Ν.168(Ι)/
- Ως εκ των πιο πάνω προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οποιαδήποτε συμφωνία συνάφθηκε ή υποχρέωση αναλήφθηκε εκ μέρους του, είναι άκυρη λόγω πλάνης και/ή παράνομης αντιπαροχής ή σκοπού. Παραδέχεται, όμως, ότι η Έκτακτη Γενική Συνέλευση έγινε στις 16/02/2003 και σε αυτήν ψηφίστηκαν τα προταθέντα ψηφίσματα, που περιγράφονται στην επιστολή του ημερομηνίας 28/02/2003 και ο Ενάγων ενήργησε στα πλαίσια της παράκλησης της επιστολής του ημερομηνίας 15/11/
- Σε ότι αφορά το αξιούμενο ποσό ισχυρίζεται ότι καταβλήθηκε στον Τσέντα το συνολικό ποσό των €10.251,61 και κατά συνέπεια το συνολικό ποσό της απαίτησης του Ενάγοντα εκ £70.000, με βάση το 35% επί του ποσού των £200.000, αφαιρουμένου του ποσού των €52.966,64, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το ποσό που καταβλήθηκε στον Τσέντα, παραμένει υπόλοιπο εκ €66.635,
- Με την Ανταπαίτησή του αξιώνει το ποσό των €52.966,64, που πληρώθηκε στον Ενάγοντα, δυνάμει άκυρης συμφωνίας και χωρίς να υπάρχει υποχρέωση πληρωμής του, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο Εναγόμενος, στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, με την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτησή του, εκτός τους ισχυρισμούς που προβάλλει, ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν όλες τις μετοχές, που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά κατείχαν ο μεν Ενάγων 1, 326.290 και ο Ενάγων 2, 27.640 για άλλα πρόσωπα για τα οποία καταβλήθηκαν διάφορα ποσά και κατά συνέπεια το ποσό των £59.500, που αποτελεί το 35% των £170.000, αφαιρουμένου του ποσού που καταβλήθηκε τόσο σε αυτόν όσο και για τους άλλους παραμένει υπόλοιπο €27.611 και για τον Ενάγοντα 2 το ποσό των £52.500, που αποτελεί το 35% των £150.000, αφαιρουμένου του ποσού που καταβλήθηκε σε αυτόν και τους άλλους, όχι μόνον έχει εξοφληθεί αλλά καταβλήθηκε και επιπλέον ποσό £1.500, που πρέπει να επιστραφεί σε αυτόν, οι υπόλοιποι ισχυρισμοί είναι οι ίδιοι με αυτούς που προβάλλονται στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08 και αναφέρονται πιο πάνω. Ανταπαιτεί δε, από τον Ενάγοντα 1 το ποσό των €74.050,79 και από τον Ενάγοντα 2 το ποσό των €92.264,48, ή διαζευκτικά το ποσό των €2.562,90, ως καταγράφεται στην παράγραφο 9(β) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του, σαν ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτούς δυνάμει άκυρης συμφωνίας ή χωρίς να υπάρχει υποχρέωση πληρωμής τους πλέον νόμιμο τόκο. Ο Ενάγοντας στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08, για να αποδείξει την υπόθεσή του, πρόσφερε τη δική του μαρτυρία, και οι Ενάγοντες 1 και 2 στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, για να αποδείξουν την υπόθεσή τους, πρόσφεραν τη δική τους μαρτυρία. Ο ΜΕ1, Ενάγοντας στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08, μέρος της μαρτυρίας του οποίου αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή του και κατά τη διάρκεια της εξέτασής του κατέθεσε τα Τεκμήρια 9-10 και το Τεκμήριο 11 κατά την αντεξέτασή του, αναφορά στα οποία θα γίνει, όπου τούτο κριθεί αναγκαίο, σε κατοπινό στάδιο, αφού εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε τις 1.000.000 μετοχές, στη συνέχεια ανάφερε τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Εναγόμενος κατέστη υπόχρεος στην καταβολή του αξιούμενου ποσού, οι οποίες εκπηγάζουν από την επιστολή ημερομηνίας 15/11/2002, την οποία υπέγραψε και κατέστη συμφωνία μεταξύ τους, Τεκμήριο
- Αρνήθηκε υποβολή ότι ο Εναγόμενος προέβη στην εν λόγω συμφωνία, λόγω πλάνης, πίεσης και απειλών εκ μέρους του ότι θα προχωρούσε εναντίον του ποινικά, ενόψει του κινδύνου φυλάκισης του Εναγόμενου, ως Γενικός Διευθυντής της CFH, λόγω των προνοιών του Ν.168(Ι)/2002, αναφέροντας ότι η υποχρέωση του Εναγόμενου προέρχεται από την εξασφάλιση της υποστήριξής του στα προτεινόμενα και αργότερα εγκριθέντα ψηφίσματα στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση, ημερομηνίας 16/02/
- Σε άλλη δε υποβολή ότι ο Εναγόμενος δεν είχε καμία ευθύνη καταβολής οιουδήποτε ποσού σε αυτόν ή άλλους πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 4, απάντησε ότι δεν είναι νομικός για να γνωρίζει, όμως είχε ηθική υποχρέωση γιατί προέτρεψε πολλούς να αγοράσουν μετοχές της CFH. Τέλος, αρνήθηκε υποβολή ότι θα πρέπει να επιστρέψει τα ποσά που έλαβε από τον Εναγόμενο. Ο ΜΕ2, Ενάγοντας 1 στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, του οποίου και αυτού μέρος της μαρτυρίας του αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεσή του, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο οποίος κατάθεσε τα Τεκμήρια 11-15, ουσιαστικά, σε γενικές γραμμές, η μαρτυρία του κινήθηκε στα ίδια περίπου πλαίσια με αυτήν του ΜΕ1, εκτός των αναφορών που σχετίζονταν με τα πρόσωπα που κατείχε τις μετοχές τους, ως εκπρόσωπος και/ή ως καταπιστευματοδόχος τους, όπως τον χαρακτήρισε ο Εναγόμενος και για τα ποσά που έλαβαν, ως ο ισχυρισμός του Εναγόμενου, επιπλέον απέδωσε την καταβολή της αξίας των μετοχών των μικρομετόχων και μεγαλομετόχων, στο ποσό του σχεδίου, εν μέρει στην ηθική υποχρέωση του Εναγόμενου προς αυτούς, αφού δεν εισήχθησαν οι μετοχές της CFH στο ΧΑΚ και εν μέρει στις πρόνοιες του Ν.168(Ι)/2002, με βάση τις οποίες έπρεπε να επιστραφούν τα χρήματα στους αγοραστές μετοχών που δεν εισήχθησαν στο ΧΑΚ. Ο ΜΕ3, Ενάγοντας 2 στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, στην προφορική του μαρτυρία, ουσιαστικά συμπορεύεται με τους άλλους δύο μάρτυρες ότι η οφειλή του Εναγόμενου προς αυτούς προήλθε από την εξασφάλιση της υποστήριξης των προτεινόμενων και μεταγενέστερα εγκριθέντων ψηφισμάτων, ως πιο πάνω αναφέρεται από αυτόν, με την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 15/11/2002, Τεκμήριο
- Αφού εξήγησε τα ποσά που έλαβε από τον Εναγόμενο και τις επιταγές τις οποίες εξέδωσε ο τελευταίος προς αυτόν, όπως και κάποιες άλλες επιταγές για αντικατάσταση κάποιων που δεν μπορούσε να πληρώσει ο Εναγόμενος και κατέθεσε προς τούτο τα Τεκμήρια 17 και 19-26, είπε ότι τελικά το ποσό που είσπραξε ανέρχεται στο ποσό των €40.500, ενώ εξήγησε ότι η σύζυγός του ουδέποτε ενεγράφη ως μέτοχος και έτσι δεν ήταν δυνατό να εξεταστεί το αίτημά της για επιστροφή χρημάτων και ως εκ τούτου κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε σε αυτήν. Επίσης κατέθεσε, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, και τα Τεκμήρια 16, 18 και 27-30, για τα οποία θα γίνει αναφορά, αν χρειαστεί, σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε όμοια υποβολή του δικηγόρου του Ενάγοντα που υπέβαλε και στους άλλους δύο μάρτυρες για το λόγο που ο Εναγόμενος προέβη στη συμφωνία Τεκμήριο 4 και την καταβολή των ποσών που αναφέρονται πιο πάνω και δη για το ποσό που κατέβαλε σε αυτόν, απάντησε ότι η απαίτησή του στηρίζεται στο Τεκμήριο 5 και όχι στο Νόμο. Ο Εναγόμενος, για υποστήριξη των ισχυρισμών του, προέβη σε γραπτή δήλωση-κατάθεση, ως η κυρίως εξέτασή του και κατέθεσε τα Τεκμήρια 31-40, ενώ κατά την αντεξέτασή του κατέθεσε το Τεκμήριο
- Η εκδοχή που προβάλλει, μέσα από τη γραπτή δήλωση-κατάθεσή του, μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα: Ασκεί το χρηματιστηριακό επάγγελμα ως βασική και κύρια απασχόλησή του, στην Κύπρο, από το Σεπτέμβριο του
- Είναι αδειούχος Σύμβουλος Επενδύσεων, έχει προωθήσει την εισαγωγή στην χρηματιστηριακή αγορά πέραν των τριάντα
(30)εταιρειών με επιτυχία, ήταν ο πρώτος Πρόεδρος του ΧΑΚ (Χρηματιστών) και το 2001 εκλέγηκε ως επίτιμος Πρόεδρος, θέση που διατηρεί μέχρι σήμερα. Κατά ή περί το Μάιο του 2000 άρχισαν επαφές μεταξύ του και των μετόχων της Επενδυτικής Εταιρείας Δωρικής, για τη δημιουργία μιας κοινοπραξίας μεταξύ τους, στο χρηματοοικονομικό τομέα. Οι επαφές τους οδήγησαν στη συμφωνία, ημερομηνίας 27/10/2000, Τεκμήριο 1, την οποία υπέγραψαν από πλευράς της Δωρικής τόσο ο Ενάγοντας στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08 όσο και οι Ενάγοντες στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08 και από την άλλη πλευρά αυτός. Κατέβαλε δε κάθε προσπάθεια για υλοποίηση των προνοιών της εν λόγω συμφωνίας, πλην όμως, ένεκα των περιστάσεων, όπως εξελίχθηκαν, οι οποίες δεν χρειάζεται να αναφερθούν, για λόγους που ήταν πέραν του ελέγχου του, δεν του επέτρεψαν την εισαγωγή της CFH στο ΧΑΚ. Αφού εξηγεί πόσες μετοχές αγοράστηκαν με χρήματα από τους Ενάγοντες στις δύο αγωγές και πόσες έλαβαν δωρεάν από κεφαλαιοποίηση αποθεματικών, όπως και ότι κάποιες από τις μετοχές τους αγοράστηκαν από άλλα πρόσωπα και ποιο ποσό κατά την άποψή του θα δικαιούντο αυτοί με την αξίωσή τους, στη συνέχεια ανάφερε ότι μετά την πτωτική τάση που άρχισε κατά το 2001 και συνεχίστηκε και μετά την επίθεση κατά των διδύμων πύργων στη Νέα Υόρκη στις 11/09/2001 και έγινε φανερό ότι οι προοπτικές εισαγωγής της CFH στο ΧΑΚ στο προβλεπτόν μέλλον ήσαν ουσιαστικά ανύπαρκτες, διάφοροι μέτοχοι, μεταξύ των οποίων και οι Ενάγοντες άρχισαν να θέτουν θέμα επιστροφής των χρημάτων που είχαν πληρώσει για απόκτηση μετοχών της CFH. Παρέπεμψε δε στα Τεκμήρια 31 και 32 που κατάθεσε, ημερομηνίας 26/11/2001. Σε σχέση με το Τεκμήριο 31, όπως και για άλλες απαιτήσεις επιστροφής χρημάτων, αφού ζήτησε, έλαβε νομική συμβουλή ότι. όσον αφορά τη CFH, ήταν απίθανο να υπέχει ευθύνη επιστροφής χρημάτων επειδή μεταξύ άλλων, ο όρος 14 του Τεκμηρίου 1 προνοούσε ότι εισαγωγή των μετοχών στο ΧΑΚ θα εξαρτάτο από «την πορεία υλοποίησης των στόχων της εταιρείας αλλά και από τις επικρατούσες συνθήκες της Κεφαλαιαγοράς». Όσον αφορά τον ίδιο ότι δεν είχε ευθύνη εκτός αν αποδεικνύετο δόλος, που δεν μπορούσε να αποδειχθεί, διότι δεν υπήρχε. Η θέση του ήταν ότι, αν και ήταν διατεθειμένος να κάμει προσπάθειες για να βελτιωθεί η θέση των μετόχων, δεν ήταν διατεθειμένος να αναλάβει νομική ευθύνη επιστροφής των χρημάτων στους απαιτούντες μετόχους, τόσο από τη CFH όσο και από αυτόν. Επειδή το θέμα έλαβε μεγάλες διατάσεις και διασημότητα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2002, ο Νίκος Κλεάνθους, Βουλευτής τότε, υπέβαλε σχετική πρόταση Νόμου και έτσι στις 09/08/2002 ψηφίστηκε ο Ν.168(Ι)/2002 με βάση τον οποίο αν μέσα σε τριάντα
(30)μέρες δεν συμμορφώνετο, σε γραπτή απαίτηση για επιστροφή χρημάτων, συνιστούσε ποινικό αδίκημα που τιμωρείτο με φυλάκιση μέχρι πέντε
(5)χρόνια ή πρόστιμο μέχρι £50.000 ή και στις δύο αυτές ποινές. Ποινική ευθύνη είχε τόσο ο εκδότης όσο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, μεταξύ άλλων ήταν αυτός και η θυγατέρα του. Αφού κατέθεσε τα Τεκμήρια 33 και 34, που το μεν πρώτο αφορούσε τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα επί τούτου και το δεύτερο την ψήφιση της πρότασης σε Νόμο, τα οποία τύπωσε ο ίδιος από τότε, ακολούθως κατέθεσε τα Τεκμήρια 35-40, ημερομηνίας 21, 26, 27, 27, 26/8/2002, αντίστοιχα, τα οποία αποτελούν απαιτήσεις επιστροφής χρημάτων από μετόχους. Είχε δε αντιληφθεί ότι οι διάφοροι μέτοχοι δεν ενεργούσαν ξεχωριστά ο κάθε ένας αλλά σε συνεργασία μεταξύ τους, με σκοπό να τον εξαναγκάσουν να προβεί σε συνολική διευθέτηση μαζί τους, διαφορετικά να υποστεί αυτός και πιθανόν η θυγατέρα του τις συνέπειες του πιο πάνω Νόμου. Εξαιτίας δε της ψυχικής πίεσης, υπέστη έμφραγμα καρδίας και κατέληξε για επέμβαση στο Απολλώνειο. Άρχισε διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των ενδιαφερομένων, βασικά δε με τον Ενάγοντα στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08 και κατέληξαν σε διευθέτηση που περιέχεται στα Τεκμήρια 4-7 η οποία υλοποιήθηκε εν μέρει. Ήταν, βέβαια, απαραίτητος όρος εκ μέρους τους ότι θα αναλάμβανε ο ίδιος προσωπική ευθύνη για τη διευθέτηση αυτή. Σε καμία περίπτωση δεν θα αναλάμβανε προσωπική ευθύνη αν δεν υπήρχε η απειλή των συνεπειών του Ν.168(Ι)/2002, που σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις τους θα είχε ως αποτέλεσμα την πιθανή φυλάκισή του με όλα τα συνεπακόλουθα μεταξύ των οποίων να μην μπορεί να ασκήσει πλέον το επάγγελμά του όπως και παρόμοιες θα ήταν οι συνέπειες για τη θυγατέρα του που ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Όπως τον συμβούλευσε ο δικηγόρος του η συμφωνία είναι άκυρη και έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε προς εφαρμογή της, γεγονός το οποίο περιήλθε σε γνώση του μετά την επίδοση σε αυτόν των δύο αγωγών και γι' αυτό ήταν που συνέχισε να προσπαθεί να εφαρμόσει τη συμφωνία προβαίνοντας σε διάφορες πληρωμές και υποβάλλοντας προτάσεις για διευθέτηση και μετά τις 07/02/2005, ημερομηνία που, όπως τον πληροφόρησε ο δικηγόρος του, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Αντισυνταγματικός ο Ν.168(Ι)/
- Σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 15, το οποίο είναι η απάντησή του στο Τεκμήριο 13, ισχυρίστηκε ότι το έγραψε ο ίδιος χωρίς να συμβουλευτεί δικηγόρο και χωρίς να γνωρίζει τις συνέπειες κήρυξης του Ν.168(Ι)/2002 αντισυνταγματικού. Η πρότασή του δε για διευθέτηση έγινε άνευ βλάβης και έπαυσε να ισχύει εφόσον δεν έγινε αποδεκτή. Κατά την αντεξέτασή του, ουσιαστικά, επέμενε στις θέσεις που εξέφρασε και κατά την κυρίως εξέτασή του και κατέθεσε ως Τεκμήριο 41, Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο Ιανουαρίου
- Αναγνώρισε όμως ότι δεν ετοιμάστηκε Ενημερωτικό Δελτίο προς το ευρύτερο κοινό αλλά περιεχόταν τούτο στο Τεκμήριο
- Αναφέρθηκε δε τόσο στο ποσοστό που ο ίδιος κατείχε στη CFH όσο και στα ποσοστά που κατείχαν οι Ενάγοντες καθώς και τα πρόσωπα που αναφέρθησαν ανωτέρω ότι οι Ενάγοντες στις δύο αγωγές κατείχαν εκ μέρους τους μετοχές. Δεν αποδέχθηκε τη θέση ότι ο ίδιος πώλησε δικές του μετοχές και είσπραξε πολλά λεφτά από αυτές, εκτός τριών περιπτώσεων, για τους λόγους που εξήγησε. Στην τοποθέτηση των συνηγόρων των Εναγόντων στις δύο αγωγές ότι ήταν ο απόλυτος άρχοντας στη CFH ανέφερε ότι υπήρχαν και άλλοι στο Διοικητικό Συμβούλιο. Στη γραπτή αγόρευσή του, ο δικηγόρος του Ενάγοντα στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08 αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση αρχίζοντας από την ύπαρξη της Δωρικής Επενδυτικής Λίμιτεδ και πώς αυτή κατέστη CFH, στην οποία κατέστη μέτοχος ο Ενάγοντας, τόσο δυνάμει της αξίας των μετοχών που είχε στη Δωρική όσο και καταβολής χρημάτων, στη συνέχεια αναφέρεται στις μεθοδεύσεις που έγιναν εκ μέρους του Εναγόμενου, δυνάμει των οποίων προσπόρισε προσωπικό όφελος, καθώς και στο ότι δεν τήρησε τη συμφωνία για εισδοχή της εταιρείας CFH στο ΧΑΚ. Ακολούθως, απορρίπτει τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι η υπογραφή εκ μέρους του των Τεκμηρίων 4, 5 και 6 προήλθε εξαιτίας του ποινικού κολασμού που προβλέπετο στο Ν.168(Ι)/2002 και της πίεσης εκ μέρους του Ενάγοντα αλλά και των άλλων προσώπων που απαίτησαν την επιστροφή των χρημάτων τους λόγω μη εισδοχής της CFH στο ΧΑΚ και προβάλλει τη θέση ότι η εν λόγω συμφωνία προήλθε από πρωτοβουλία του Εναγόμενου με σκοπό να εξασφαλίσει την υποστήριξή του στα ψηφίσματα που προωθούσε στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση της CFH, που έγινε στην ημερομηνία που αναφέρθηκε ανωτέρω. Απορρίπτει δε και τη θέση του περί πλάνης, ως προς την υποχρέωσή του που επέφερε ο Ν.168(Ι)/2002 ο οποίος κηρύχθηκε αντισυνταγματικός και ως εκ τούτου το οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε θα έπρεπε να του επιστραφεί. Αφού κάνει αναφορά, για την έννοια της νομικής πλάνης, με επίκληση αυθεντιών και νομολογίας, εισηγείται στο Δικαστήριο ότι θα πρέπει να επιτύχει η αγωγή και να εκδοθεί σχετική απόφαση. Ο δικηγόρος των Εναγόντων στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08 στην σύντομη αλλά περιεκτική αγόρευσή του, αφού αναφέρεται από πού πηγάζει η αξίωση των Εναγόντων, στη συνέχεια καταπιάνεται με τη νομική πτυχή της συμφωνίας Τεκμήριο 5 για να καταλήξει ότι θα πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί και οι θέσεις του Εναγόμενου όπως και του δικηγόρου του που επικαλείται για τη μη καταβολή των αξιούμενων ποσών ζητώντας από το Δικαστήριο όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγόμενου ως το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης πλέον έξοδα. Από την άλλη, ο συνήγορος του Εναγόμενου αφού καταπιάνεται, κατ' αρχάς, με τα γεγονότα της υπόθεσης και τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, επισημαίνοντας συγκεκριμένες αναφορές από τη μαρτυρία, όπως π.χ. του ΜΕ2, που στην υποβολή ότι ο αποκλειστικός λόγος της σύναψης της συμφωνίας από τον Εναγόμενο ήταν η συμμόρφωσή του με το Ν.168(Ι)/2002, απάντησε ότι εν μέρει συμφωνεί, αλλά όχι πλήρως, αφού έπραξε τούτο και κατόπιν ηθικής υποχρέωσης που αισθάνετο έναντι των μετόχων-επενδυτών. Ακολούθως, αφού αναλύει και εξηγεί περαιτέρω κάποια αποσπάσματα από τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων όπως και διαφόρων Τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τα Τεκμήρια 1, 4, 5, 6, 12, 31, 32 και 35-40, στρέφει την προσοχή του στα θέματα που κατά την άποψή του προκύπτουν από την αντισυνταγματικότητα του Ν.168(Ι)/2002 και τα αποτελέσματα αυτού σε σχέση με την καταβολή των χρημάτων από τον Εναγόμενο στους Ενάγοντες για να καταλήξει ότι αφού τελούσαν υπό κοινή πλάνη και αφού δεν είχε καμιά άλλη νομική υποχρέωση να καταβάλει οποιαδήποτε ποσά και ότι η συμφωνία που καταρτίστηκε ήταν παράνομη και υπήρξε ανυπαρξία αντιπαροχής, θα πρέπει να επιστρέψουν τα ποσά τα οποία έλαβαν από αυτόν όλοι οι Ενάγοντες ως συνέπεια άκυρου συμβολαίου. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση, στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι, το Δικαστήριο εξετάζει ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και δεν επεκτείνεται πέραν αυτών (βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G & P Ergatides Motors Ltd.
(2007)1 ΑΑΔ 1380, Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ. κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 991 και Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24). Ως εκ τούτου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από τις θέσεις που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων στην αγόρευσή τους, το Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις αυτές και εκφράζονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης. Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία, όπως τα Τεκμήρια 33 και 34, που η κατάθεσή τους έγινε υπό τις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27
(1)και
(2)του Κεφ. 9. Ως εκ τούτου, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έχοντας υπόψη την υπόθεση Φίλιππος Γιαπατός ν. Μαρίας Σάββα κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1324 και Κυριακή Κολάνη άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108, η όποια εξ ακοής μαρτυρία εξετάζεται και σχολιάζεται ως προς την αποδοχή της ή μη σε άλλο μέρος της απόφασης, κατωτέρω, ή εξάγεται τούτο ως διαφαίνεται από τη συγγραφή της απόφασης έστω και αν δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Σε σχέση με τις αντιφάσεις που η μία ή η άλλη πλευρά επισήμανε πρέπει να αναφερθεί ότι αυτές πρέπει να είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεσή του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, Χριστάκης Ανδρέου Ανθία ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1999)2 ΑΑΔ 558, Ιωάννα Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 449 και Χρίστος Σ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, Κώστας Στρατής ν. Πεντέλης - Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1708 και Ανδρέας Ηλία κ.ά ν. Δημήτρη Σταυρινίδη
(2000)1 ΑΑΔ 874). Αντίθετα, μπορεί να λεχθεί ότι οι μικροαντιφάσεις ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων προβάλλοντας τον φυσικό τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκαν τα σχετικά γεγονότα, όπως αυτά υπήρχαν στη μνήμη τους (βλ. Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου (ανωτέρω) και Γιαννάκης Ξυδιάς κ.ά ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174). Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Andreas Polidorou Georghiades v. The Police
(1985)2 CLR 56, Costas Kades v. Christakis Nicolaou a.a.
(1986)1 CLR 212, Yiannakis Agapiou v. Annetta Panayiotou
(1988)1 CLR 257, Στέλιος Μιχαήλ ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τάκη Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, Ανθούλλα Σταύρου Καρεκλά ν. Σωτήρη Κλεάνθους
(1997)1 ΑΑΔ 1199 και Γεώργιος Ιωάννου ν. Γεώργιου Κουννίδη
(1998)1 ΑΑΔ 1215, Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά (ανωτέρω) και Αντώνης Γεωργίου Αντωνίου (Μεσίτης) ν. Πολύκαρπου Χρίστου
(2006)1 ΑΑΔ 888). Στην υπόθεση Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου ν. Λεόντιου Κ. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785, και δη στη σελίδα 791, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn
(1894)G.R. 67 (H.L.) και R. v. Hart
(1932)23 Cr. APP. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία που παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παράγραφος 33-69)». Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.ά
(1998)1 ΑΑΔ 843, αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου, ο οποίος προέβηκε στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 ΑΑΔ 1057, 1060, 1061, με αναφορά στις υποθέσεις A.C.T. Textiles Ltd v. Georghios Zodhiatis
(1986)1 CLR 89 και Adidas v. The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, ειπώθηκε ότι εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνειά τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προέβηκα στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων. Η μαρτυρία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να καταγραφεί, είτε ως έχει, είτε στο μεγαλύτερο μέρος αυτής, αφού ήδη καταγράφηκε το ουσιαστικότερο μέρος αυτής αλλά και γιατί τούτο θα γίνει στα πλαίσια της αξιολόγησης, των ευρημάτων και της κατάληξης του Δικαστηρίου, που θα γίνεται ενιαία και αδιάσπαστα μεταξύ τους, με ευδιάκριτο τρόπο, ποιά μαρτυρία γίνεται αποδεκτή και ποιά όχι, όπως και τα ευρήματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου που εξάγονται από τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή. Συνάμα, μέσα από την απόφαση, θα απαντώνται και οι διάφορες θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων, που καταγράφονται στις αγορεύσεις τους, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από αυτές. Ο Ενάγοντας στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08 και οι Ενάγοντες στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, ήταν από τους μεγάλους μετόχους της εταιρείας Δωρική Επενδυτική Λίμιτεδ. Ο Εναγόμενος ήταν γνωστός χρηματιστής που λειτουργούσε κάτω από την επωνυμία «Χρηματιστηριακός Οίκος Λούη Κλάππα». Περί το έτος 2000 ο Εναγόμενος πλησίασε τους Ενάγοντες στις δύο αγωγές και τους πρότεινε να λάβει την Δωρική Επενδυτική Λίμιτεδ για να τη χρησιμοποιήσει ως όχημα για την εισαγωγή του χρηματιστηριακού του γραφείου στο ΧΑΚ. Αφού τους πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο, δεσμεύτηκε να εισάξει τις μετοχές του νέου σχήματος στο ΧΑΚ, που θα είχε ως αποτέλεσμα οι μετοχές τους να αποκτούσαν υπεραξία. Οι μεταξύ τους συνομιλίες τελικά καρποφόρησαν και στις 27/10/2000 υπεγράφη συμφωνία, Τεκμήριο 1, μεταξύ τους, από τη μια, εκ μέρους της Δωρικής Επενδυτικής Λίμιτεδ, από τους τρεις Ενάγοντες και ενός άλλου προσώπου και από την άλλη, εκ μέρους του Χρηματιστηριακού Οίκου Λούης Κλάππας, από τον Λούη Κλάππα, υπό συγκεκριμένους όρους όπως αυτοί φαίνονται στο Τεκμήριο 1, μεταξύ των οποίων και η εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, όρος 14, υπό τη νέα ονομασία της, ως CFH, που έλαβε στη συνέχεια. Ο Ενάγοντας, στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08, έλαβε 1.000.000 μετοχές της CFH, Τεκμήριο 3, ονομαστικής αξίας €0,34, συνολικής αξίας €341.720 (£200.000), από αντίκρισμα της αξίας των μετοχών που είχε στη Δωρική Επενδυτική Λίμιτεδ, της οποίας κατατέθηκε η οικονομική κατάσταση για την περίοδο από 01/01-30/06/2000, Τεκμήριο 10 και από την καταβολή χρηματικού ποσού σε μετρητά. Οι Ενάγοντες 1 και 2, στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, έλαβαν, έκαστος εξ αυτών, 850.000 μετοχές της CFH, ως καταδεικνύεται, για τον Ενάγοντα 1, από το Τεκμήριο 11 και για όλους τους Ενάγοντες, στις δύο αγωγές, από το Τεκμήριο 2, ονομαστικής αξίας, αφού έγινε split, £1, συνολικής αξίας €290.462 (£170.000), από αντίκρισμα της αξίας των μετοχών που είχαν στη Δωρική Επενδυτική Λίμιτεδ και από την καταβολή χρηματικού ποσού σε μετρητά. Η όποια διαφωνία, μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου, για το ακριβές ποσό που κατέβαλαν σε μετρητά οι Ενάγοντες, δεν έχει σημασία, αφού η διαφορά τους, στις υπό κρίση αγωγές, έγκειται στη μη καταβολή, εκ μέρους του Εναγόμενου προς αυτούς, των συγκεκριμένων ποσών των αξιώσεων που στηρίζονται σε άλλη συμφωνία, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω. Ως καταδεικνύεται, από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες, στις δύο υπό κρίση αγωγές, υλοποίησαν τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές αναφέρονται στο Τεκμήριο 1, άλλωστε δεν υπήρξε αντίθετος ισχυρισμός, ούτε στις Εκθέσεις Υπεράσπισης του Εναγόμενου, ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ούτε και αντεξετάστηκαν επί τούτου. Από την άλλη, διαφάνηκε ότι ο Εναγόμενος δεν τήρησε κάποια από τα συμφωνηθέντα, μεταξύ των οποίων ήταν, η μη ετοιμασία και κυκλοφορία Ενημερωτικού Δελτίου προς το ευρύτερο κοινό και η μη εισαγωγή των μετοχών της CFH στο ΧΑΚ, η οποία ήταν ο κύριος και βασικός λόγος της σύναψης της συμφωνίας Τεκμήριο 1 και η αγορά εκ μέρους άλλων προσώπων μετοχών της CFH, όπως αυτά τα πρόσωπα εμφαίνονται στο Τεκμήριο 2 που αποτελεί την κατάσταση μετόχων την 30/10/2001, δηλαδή ένα
(1)έτος, περίπου, μετά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 27/10/2010, Τεκμήριο
- Επειδή δεν εισήχθησαν οι μετοχές της CFH στο ΧΑΚ κάποιοι από τους μετόχους, με επιστολές του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 26/11/2001, Τεκμήρια 31 και 32, ζήτησαν την επιστροφή των χρημάτων τους. Τούτο επανέλαβαν και με επιστολές δικές τους, ημερομηνίας 21/08/2002, 26/08/2002, 26/08/2002, 27/08/2002, 27/08/2002, 04/09/2002, 05/09/2002 και 10/10/2002, Τεκμήρια 35, 36, 40, 37, 38, 39, 28 και 29, αντίστοιχα, μετά την ψήφιση του Ν.168(Ι)/2002 στις 09/08/
- Δεν χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στην επιστολή της Τασούλας Ελευθερίου, συζύγου του Ενάγοντα 2 στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, ημερομηνίας 30/08/2002, Τεκμήριο 27 και στο έγγραφο μεταβίβασης μετοχών Τεκμήριο 30, αφού με δήλωσή του, ο δικηγόρος του Εναγόμενου, απέσυρε τη σχετική θέση του ότι κατεβλήθη σε αυτήν συγκεκριμένο ποσό, ως ήταν ο ισχυρισμός του Εναγόμενου. Ενόψει των πιο πάνω επιστολών, Τεκμήρια 35, 36, 40, 37, 38, 39, 28 και 29, ο Εναγόμενος, ο οποίος κατείχε περί το 80% των μετοχών της CFH και ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος, αλλά και το λύειν και δένειν, της CFH, έχοντας γνώση, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 33 και 34, του Ν.168(Ι)/2002, και της ηθικής ευθύνης που ένιωθε, καθώς και της καλής του πρόθεσης, όπως ο ίδιος ανάφερε στο Δικαστήριο, αφού δεν κατάφερε να εισάξει την CFH στο ΧΑΚ, απέστειλε Ειδοποίηση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, ημερομηνίας 11/11/2002, για τις 11/12/2002, Τεκμήριο 6, προς τους μετόχους της CFH, με σκοπό να ψηφιστεί πρόταση για σχέδιο διανομής επιστροφής μέρους των χρημάτων στους μετόχους της CFH, Τεκμήριο 5, και ετοίμασε ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας 12/11/2002, Τεκμήριο
- Με επιστολή ημερομηνίας 15/11/2002, Τεκμήριο 4, ζητούσε από τους μεγαλομετόχους της CFH, ήτοι τους Ενάγοντες στις δύο υπό κρίση αγωγές και από έναν άλλο πρόσωπο, την υποστήριξή τους στα ψηφίσματα που θα προωθούσε στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση, η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε στις 16/02/2003, με αντάλλαγμα από την εκ μέρους τους υποστήριξη της υιοθέτησης των ψηφισμάτων, την προσωπική ανάληψη εκ μέρους του σε κάθε έναν από αυτούς των υποχρεώσεων που αναφέρονται ανωτέρω, όπως καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Η επιστολή αυτή κατέστη συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου και των Εναγόντων, στις δύο υπό κρίση αγωγές, με την υπογραφή της, εκ μέρους τους, Τεκμήριο
- Κατά την Έκτακτη Γενική Συνέλευση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 16/02/2003, οι Ενάγοντες στις δύο υπό κρίση αγωγές, υποστήριξαν και πέρασαν τα ψηφίσματα που προώθησε ο Εναγόμενος, ως το σχέδιο διανομής που υπέγραψαν οι εν λόγω Ενάγοντες, Τεκμήριο 5 και για τα αποτελέσματα της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ενημέρωνε τους μετόχους ο Εναγόμενος με επιστολή ημερομηνίας 28/02/2003, Τεκμήριο
- Ως προς την εγκυρότητα της συμφωνίας, Τεκμήριο 4, στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ο Εναγόμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι όλες οι ενέργειές του έγιναν στα πλαίσια της προσπάθειάς του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που επέβαλε ο Ν.168(Ι)/2002, ο οποίος κρίθηκε αντισυνταγματικός. Ίδιος ήταν ο ισχυρισμός του και για την προσωπική ανάληψη και εγγύηση που ανέλαβε με τη συμφωνία ημερομηνίας 15/11/2002, Τεκμήριο 4, προς τους Ενάγοντες στις δύο υπό κρίση αγωγές, δίνοντας μια άλλη νομική διάσταση από αυτήν που προσδίδουν οι Ενάγοντες σε αυτήν, ήτοι ότι αυτή είναι άκυρη λόγω πλάνης και μάλιστα κοινής, όπως αναφέρεται στην αγόρευση του συνηγόρου του, και/ή παράνομης αντιπαροχής ή σκοπού. Στη μαρτυρία του προχώρησε μάλιστα να αναφέρει ότι η συμφωνία Τεκμήριο 4, ήταν προϊόν πίεσης μέχρι και απειλής φυλάκισής του, ενόψει της πρόνοιας του άρθρου 5 του Ν.168(Ι)/2002, εάν δεν τους επέστρεφε τα χρήματά τους, όπως και ότι το κείμενο προήλθε από συζητήσεις με τους Ενάγοντες και δη με τον Ενάγοντα στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08, ο οποίος κυρίως συζητούσε αυτό το θέμα μαζί του. Κατ' αρχάς να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί για πίεση ή απειλή προς αυτόν, εκ μέρους των Εναγόντων στις δύο υπό κρίση αγωγές ή έστω άλλων προσώπων, δεν καταγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Όπως δεν υπάρχει και ισχυρισμός ότι το Τεκμήριο 4 ήταν προϊόν πρωτοβουλίας των Εναγόντων στις δύο υπό κρίση αγωγές και δη του Ενάγοντα στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/
- Η δίκη διεξάγεται στα πλαίσια των δικογραφημένων ισχυρισμών και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να εξεταστούν τέτοιοι ισχυρισμοί, βλ. νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω. Αλλά και αν ακόμα μπορούσε να εξεταστεί ένας τέτοιος ισχυρισμός, θα αναμένετο, τουλάχιστον στο προοίμιο του Τεκμηρίου 4, να γίνεται αναφορά σε τούτο, όπως π.χ. «κατόπιν συζητήσεων και προτάσεων που έγιναν.», όπως αναγράφεται και στο Τεκμήριο 5, και όχι να αναφέρεται «επειδή ενδιαφέρομαι προσωπικά.» και κυρίως να γίνεται αναφορά «σε αντάλλαγμα για την από μέρους σας υποστήριξης της υιοθέτησης της προτεινόμενης πρότασης εγώ προσωπικά αναλαμβάνω έναντί σας και κάθε ενός από εσάς τις πιο κάτω υποχρεώσεις.» και στο τέλος να αναφέρεται «ευχαριστώ για τη συνεργασία και την κατανόησή σας.». Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό να απαλλαγεί της προσωπικής εγγύησης που ανέλαβε έναντι των Εναγόντων με το Τεκμήριο 4, η οποία αποτελούσε το αντάλλαγμα για την από μέρους των Εναγόντων στις δύο υπό κρίση αγωγές υποστήριξης για υιοθέτηση των προτεινόμενων και εγκριθέντων στη συνέχεια ψηφισμάτων και προτάσεων στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις 16/02/
- Η λήψη υπόψη, εκ μέρους του Εναγόμενου, και του Ν.168(Ι)/2002, μεταξύ άλλων παραγόντων, όπως η ηθική ευθύνη που ένιωθε έναντι αυτών, λόγω της αποτυχίας του να εισάξει τη CFH στο ΧΑΚ, δεν αλλοιώνει, δεν αποδυναμώνει και ούτε επηρεάζει κατ' ελάχιστο την αυτοτελή και ανεξάρτητη, από τα πιο πάνω, συμφωνία, Τεκμήριο 4, μεταξύ των Εναγόντων των δύο υπό κρίση αγωγών και του Εναγομένου σε αυτές, η οποία συμφωνία στόχευε στην εξασφάλιση και υποστήριξη των Εναγόντων στις δύο υπό κρίση αγωγές στην πρόταση του Εναγόμενου στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις 16/02/2003, όπως και έπραξαν οι Ενάγοντες, με αντάλλαγμα εκ μέρους του Εναγόμενου τα όσα αναλάμβανε προσωπικά να πράξει έναντι αυτών μ τη συμφωνία Τεκμήριο
- Να σημειωθεί ότι με τη μετέπειτα επιβεβαίωση της συμφωνίας Τεκμήριο 4, που επήλθε με την επιστολή του Εναγόμενου ημερομηνίας 24/07/2003, Τεκμήριο 8, προς τον Ενάγοντα στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08, καθώς και την ανάληψη πληρωμής διά επιταγών, Τεκμήρια 19-26, που δόθηκαν έναντι άλλης προγενέστερης επιταγής, ημερομηνίας 31/12/2005, Τεκμήριο 17, η οποία δεν τιμήθηκε, Τεκμήριο 18, κατά παράκληση του Εναγόμενου, που εξαργυρώνοντο από 12/09/2006 μέχρι 13/04/2007, δηλαδή δύο
(2)και πλέον έτη μετά την κήρυξη του άρθρου 5 του Ν.168(Ι)/2002, στις 07/02/2005, ως αντισυνταγματικού, στην υπόθεση Χαράλαμπος Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd
(2005)2 ΑΑΔ 57, καταδεικνύεται ότι ουδόλως επηρέασε τη θέλησή του να τιμήσει τη συμφωνία Τεκμήριο 4. Βέβαια, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι δεν είχε υπόψη του την απόφαση αυτή μέχρι που μετέβη στο δικηγόρο του, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, γιατί αφού είχε ενδιαφέρον για το Ν.168(Ι)/2002, από τότε, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 33 και 34, τα οποία κατατέθηκαν εκ μέρους του για να προωθήσει συγκεκριμένη θέση του, που αφορούσε, μεταξύ άλλων, στο λόγο που προχώρησε στην επιστροφή χρημάτων, άλλο τόσο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε για τη συνταγματικότητα αυτού του Νόμου, αφού από τότε, δηλαδή το 2002, τίθετο θέμα αντισυνταγματικότητάς του. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους που ο Εναγόμενος κρίνεται αναξιόπιστος και τα πραγματικά γεγονότα είναι ως αυτά έχουν αναφερθεί από τους Ενάγοντες στις δύο υπό κρίση αγωγές τα οποία συνάμα αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου και δη ότι η ανάληψη υποχρέωσης και εγγύησης προσωπικά εκ μέρους του Εναγόμενου έναντι των Εναγόντων, ως αυτή με καθαρότητα καταγράφεται στο Τεκμήριο 4, αποτελεί το αντάλλαγμα για την υποστήριξη των Εναγόντων, όπως και έπραξαν, της υιοθέτησης της πρότασης του Εναγόμενου στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση της CFH, που πραγματοποιήθηκε στις 16/02/2003, στην οποία συμπεριλαμβάνετο και το Ειδικό Ψήφισμα 2, που αναφέρεται στο Τεκμήριο 7, με το οποίο απορρίπτετο το αίτημα των μετόχων για επιστροφή όλων των χρημάτων τους και το Ειδικό Ψήφισμα 3, που φαίνεται στο Τεκμήριο 7, με το οποίο εγκρίνετο η μερική επιστροφή των χρημάτων τους. Καταδεικνύεται δε από τη μια, από την απόρριψη των αιτημάτων των μετόχων επιστροφής όλων των χρημάτων τους, ότι δεν τον φόβισε ο ποινικός κολασμός που προβλέπετο στο άρθρο 5 του Ν.168(Ι)/2002, αφού θα καταβάλλετο μέρος των χρημάτων τους και από την άλλη, ο λόγος που ήθελε την υποστήριξη των Εναγόντων, με αντάλλαγμα τα όσα προβλέπονται στο Τεκμήριο 4, δηλαδή έτσι, από τη μια θα καταβάλλοντο λιγότερα χρήματα στους μετόχους και από την άλλη σε περίπτωση ποινικής δίωξης από κάποιον θα είχε το άλλοθι της απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, την οποία έλαβε μαζί και με τους Ενάγοντες στις δύο υπό κρίση αγωγές. Ως εκ τούτου απορρίπτονται οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του. Όσον αφορά τη νομική θέση, που προβάλλεται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και της επιχειρηματολογίας επί τούτου, εκ μέρους του δικηγόρου του Εναγομένου, ότι υπήρχε πλάνη και μάλιστα κοινή (δηλαδή του Εναγόμενου και των Εναγόντων στις δύο υπό κρίση αγωγές), πέραν από το γεγονός ότι με βάση το ως άνω εύρημα του Δικαστηρίου δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα πλέον, εν πάση περιπτώσει εξετάζοντας τούτο, εκτός του ότι δεν υπήρχε κοινή πλάνη, γιατί η θέση των Εναγόντων, στις δύο υπό κρίση αγωγές, ήταν ξεκάθαρη για τη συμφωνία Τεκμήριο 4 και το τι προβλέπετο σε αυτήν, καθώς και τι οδήγησε τον Εναγόμενο σε αυτήν, πρώτα δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι ολόκληρος ο Νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός αλλά μόνο το άρθρο 5 του Ν.168(Ι)/2002, όπως κρίθηκε στην υπόθεση CAF Computers LTD v. Προκόπη Παττίχη
(2010)1 ΑΑΔ 815 και μετά, ως τεκμαίρεται από τον τροποποιητικό Ν.42(Ι)/2010, ο οποίος εμπεριέχει παρόμοια πρόνοια με το άρθρο 3 του Ν.168(Ι)/2002, ήτοι το άρθρο 58Α
(3)(β), το οποίο κρίθηκε συνταγματικό, βλ. Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου
(2003)1 ΑΑΔ 1683, Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη
(2006)1 ΑΑΔ 691, Investylia Ltd v. Σωτήρη Ταμπούρη
(2006)1 ΑΑΔ 1325 και Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 704, κρίθηκε ότι το άρθρο 3 του Ν.168(Ι)/2002 είναι συνταγματικό και αφήνει ανέπαφη την υποχρέωση του εκδότη μετοχών να επιστρέψει χρήματα που είσπραξε με προοπτική την ένταξη των τίτλων στο ΧΑΚ. Καταγράφεται το ακόλουθο απόσπασμα από την CAF Computers LTD v. Προκόπη Παττίχη (ανωτέρω): «Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να πούμε ότι οι διάδικοι δεν ήγειραν ούτε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, ούτε ενώπιον μας θέμα αντισυνταγματικότητας του Νόμου 168(Ι)/02. Το θέμα μας απασχόλησε αυτοβούλως, ενόψει του δικαστικού λόγου στην υπόθεση Μακρίδης v. Cyber Group Ltd.
(2005)2 A.A.Δ. 57. Όμως μετά από περαιτέρω εξέταση του θέματος, θεωρούμε ότι το θέμα δεν πρέπει να μας απασχολήσει, εφόσον στην Μακρίδης, πιο πάνω, ο Νόμος κηρύχθηκε αντισυνταγματικός στο βαθμό που το Αρθρο 5 του Νόμου ποινικοποίησε τη μη επιστροφή χρημάτων με αποτέλεσμα να κριθεί ότι αντιμάχεται το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Κατά την άποψή μας, η υπόθεση Μακρίδης, αφήνει ανέπαφη την υποχρέωση «εκδότη» μετοχών, δυνάμει του Αρθρου 3
(1)του Νόμου 168(Ι)/02, να επιστρέψει χρήματα που εισέπραξε με προοπτική την ένταξη των τίτλων στο ΧΑΚ. Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με τα αποφασισθέντα στις υποθέσεις Harvest Capital Management Ltd. v. Ταμάσιου, ανωτέρω, Anaptixis Group Ltd. v. Μιχαηλίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 691 και Investylia Ltd. v. Ταμπούρη, ανωτέρω, στις οποίες η αντίστοιχη πρόνοια στο Αρθρο 58
(3)(β) του τροποποιητικού Νόμου 42(Ι)/2000 για επιστροφή χρημάτων, κρίθηκε συνταγματική. Παρόμοια διαφοροποίηση έγινε και από τον Αρτεμίδη, Π. στην υπόθεση Investylia Ltd. v. Livadhiotis Bros Investments Ltd., ανωτέρω, στην οποία θεώρησε ότι η αντίστοιχη πρόνοια του Αρθρου 58Α
(3)(β) του τροποποιητικού Νόμου 42(Ι)/2000 δεν ήταν αντισυνταγματική και ότι η υπόθεση Μακρίδης, πιο πάνω, η οποία ήταν ποινική, διαφοροποιείτο, εφόσον ο Νόμος 168(Ι)/2000 κρίθηκε αντισυνταγματικός στο βαθμό που «ποινικοποιούσε» συγκεκριμένη παράλειψη προσώπου, η οποία ανέκυπτε από τη λειτουργία ιδιωτικής σύμβασης, στη σφαίρα δηλαδή του αστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν εγείρεται ένα τέτοιο θέμα.» Επομένως, η εισήγηση αυτή, που βασίζεται στους ισχυρισμούς που καταγράφονται στις σχετικές παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, και θεμελιώνουν την Ανταπαίτηση, δεν μπορούν να βρουν έρεισμα και απορρίπτονται και κατ' επέκταση δεν μπορεί να επιτύχει η Ανταπαίτηση. Σε ότι αφορά το ποσό που καταβλήθηκε στον Κώστα Τσέντα, για το οποίο ο Εναγόμενος απέστειλε στον Ενάγοντα, στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08, την επιστολή ημερομηνίας 10/02/2003, Τεκμήριο 9, αφού δεν παρουσιάστηκε κανένα στοιχείο εκ μέρους του Εναγόμενου, ότι κατέβαλε, πέραν του ποσού των £4.500, το οποίο δήλωσε ο Ενάγοντας ότι παραλήφθηκε, και το ποσό των £1.500, που ισχυρίζετο ότι κατέβαλε στον Κώστα Τσέντα, βρίσκω ότι δεν καταβλήθηκε σε αυτόν το ποσό των £1.500. Ως εκ των πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα, στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08, για αυτό το θέμα και απορρίπτω τη μαρτυρία του Εναγόμενου και τούτο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, το οποίο καταλήγει σε ανάλογο εύρημα για το αξιούμενο ποσό από τον εν λόγω Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος, παρότι ισχυρίζετο ότι τα λεφτά που κατέβαλε στον Ενάγοντα 1, στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, είναι περισσότερα, εμπλέκοντας άλλα πρόσωπα που αγόρασαν μετοχές από αυτόν και τις διαχειρίζετο για αυτούς ο Ενάγοντας 1, δεν παρουσίασε καμιά μαρτυρία με βάση την οποία να καταδεικνύεται ότι κατέβαλε στον Ενάγοντα 1 περισσότερα χρήματα απ' ότι ο τελευταίος ισχυρίζεται. Το δε υπόλοιπο, ο εν λόγω Ενάγοντας 1, αναζήτησε, μέσω του δικηγόρου του με επιστολή ημερομηνίας 27/09/2007, Τεκμήριο 13 και απέδειξε, παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο επιστολή του Εναγόμενου, ημερομηνίας 30/07/2004, Τεκμήριο 14, καθώς και επιστολή του ημερομηνίας 30/10/2007, Τεκμήριο 15, στην οποία δεν έκανε καμία αναφορά στον ισχυρισμό που πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά πρότεινε μια άλλη διευθέτηση, που βεβαίως δεν διαφεύγει καθόλου της προσοχής μου ότι το Τεκμήριο 15 αποστάληκε άνευ βλάβης και τις νομικές συνέπειές του, όπως τούτες αντανακλώνται από τη νομολογία (βλ. Θεολόγος Λαζούρας ν. Σέργη Σεργίου
(1999)1 ΑΑΔ 500 και Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 ΑΑΔ 258), όμως, η αναφορά στο Τεκμήριο 15 δεν γίνεται για τα όσα αναφέρει άνευ βλάβης, αλλά για όσα δεν αναφέρει, για να καταδειχθεί ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις αυτά που ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως καταγράφονται και επισημαίνονται πιο πάνω. Ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Εναγόμενου γι' αυτό το θέμα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα 1 στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά τον Ενάγοντα 2, στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, διαφαίνεται, από τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, από τη βεβαίωση ημερομηνίας 11/05/2006, Τεκμήριο 16, από την επιταγή ημερομηνίας 31/12/05, Τεκμήριο 17, η οποία δεν τιμήθηκε, ως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 18, η οποία αντικαταστάθηκε από οκτώ
(8)επιταγές ημερομηνίας 12/09/2006, 12/10/2006, 12/11/2006, 12/12/2006, 12/01/2007, 12/02/2007, 13/03/2007 και 13/04/2007, Τεκμήρια 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25 και 26 αντίστοιχα, ότι το ποσό το οποίο κατέβαλε ο Εναγόμενος σε αυτόν ανέρχεται στο ποσό των £40.500, από το ποσό των £59.500 που δικαιούτο να εισπράξει με βάση το 35% επί του ποσού των £170.000, δυνάμει των Τεκμηρίων 4 και 5 και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των £19.000, ενώ, από την άλλη πλευρά, η μαρτυρία του Εναγόμενου, επί του θέματος, δεν εμπεριείχε οιοδήποτε στοιχείο που να μπορούσε να αμφισβητήσει ή να αντικρούσει τη μαρτυρία αυτή του Ενάγοντα 2 στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08 και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα 2 στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08 η οποία αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Ενόψει όλων των πιο πάνω, όπως προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, οι Ενάγοντες στις δύο υπό κρίση αγωγές κατάφεραν να αποδείξουν την υπόθεσή τους και δικαιούνται σε απόφαση αφού οι αγωγές τους επιτυγχάνουν. Με απασχόλησε το θέμα του τόκου. Ενόψει της καθυστέρησης στην έγερση της αγωγής υπ' αριθμό 2851/08 κρίνω ότι δικαιούται σε νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Κατά συνέπεια: Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου, στην αγωγή υπ' αριθμό 2851/08, για το ποσό των €69.198,01 πλέον νόμιμο τόκο από 22/05/2008 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα 1 και εναντίον του Εναγομένου, στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, για το ποσό των €28.354,24 πλέον νόμιμο τόκο από 02/07/2008 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα 2 και εναντίον του Εναγομένου, στην αγωγή υπ' αριθμό 3818/08, για το ποσό των €32.463,43 πλέον νόμιμο τόκο από 02/07/2008 μέχρι εξόφλησης. Πλέον έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου, στις αγωγές υπ' αριθμό 2851/08 και 3818/08, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι τα έξοδα, τα οποία δημιουργήθηκαν από την έκδοση του διατάγματος συνένωσης των δύο αγωγών και μετά, θα είναι ένα σετ εξόδων. Η Ανταπαίτηση στις δύο αγωγές υπ' αριθμό 2851/08 και 3818/08, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Εναγομένου, για τους λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί, απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα των Ανταπαιτήσεων, αυτά θα είναι υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου, στις αγωγές υπ' αριθμό 2851/08 και 3818/08, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα κατά ½, καθότι οι Απαιτήσεις και οι Ανταπαιτήσεις στις εν λόγω αγωγές ακούστηκαν ταυτόχρονα και το ένα μέρος των Ανταπαιτήσεων ταυτίζετο με τις Απαιτήσεις και μόνο για το μέρος των Ανταπαιτήσεων που σχετίζετο με το νομικό θέμα της πλάνης και της άκυρης αντιπαροχής και σκοπού, χρειάστηκε να ακουστεί επιπλέον μαρτυρία. Νοείται ότι τα έξοδα, τα οποία δημιουργήθηκαν από την έκδοση του διατάγματος συνένωσης και μετά, και αφορούν την Ανταπαίτηση στις δύο αγωγές, θα είναι ένα σετ εξόδων. Εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των δύο αγωγών. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο