← Κύπρος

Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Kamarka Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2139/09, 30/5/2016

Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Kamarka Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2139/09, 30/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A321 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2139/09 Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Ενάγουσα ΚΑΙ

  1. Kamarka Estates Ltd
  2. Ντίνος Ζαβαλλής Εναγομένων ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/05/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Μ. Κωνσταντίνου Για Εναγόμενους 1 και 2: κος Γ. Παπαθεοδώρου ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex-tempore) Η ΑΞΙΩΣΗ Η ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6) αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένα, δυνάμει συμβάσεων τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου με την εναγόμενη 1 και σύμβασης εγγύησης με τον εναγόμενο 2, το ποσό των €2.619,31 πλέον τόκο 10,50% ετησίως από 01/01/2009 και €475.722,20 πλέον τόκο 10,50% από 01/01/2009 αντίστοιχα, μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές το χρόνο καθώς και έξοδα. ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται τις παραγράφους 1, 2, 3, 4 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης, ενώ στη συνέχεια, αν και γίνονται παραδεκτοί οι παράγραφοι 7, 8 και 18 της Έκθεσης Απαίτησης, οι ισχυρισμοί που αφορούν το ισχυριζόμενο δικαίωμα των Εναγόντων, της χωρίς περιορισμούς και κατά την απόλυτη κρίση τους αύξηση του πληρωτέου και συμφωνηθέντος τόκου αμφισβητήθηκαν. Ισχυρίζονται, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ότι οι συμφωνίες περιέχουν πρόνοιες, αναφορικά με το ύψος του τόκου, οι οποίες είναι τιμωρητικές ή καταπιεστικές και όχι εύλογες. Για τους πιο πάνω λόγους η θέση των Εναγομένων 1 και 2 είναι ότι ολόκληρη η συμφωνία ημερομηνίας 04/03/2005 και η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 31/01/2007 είναι άκυρες ως περιέχουσες όρους παράνομους ή καταπιεστικούς. Ακολούθως απορρίπτονται οι παράγραφοι 5, 10, 13, 14 και 17 της Έκθεσης Απαίτησης και ότι σε καμιά περίπτωση χωρίς προειδοποίηση προς τους Εναγόμενους 1 και 2 είχε το δικαίωμα η Ενάγουσα να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητό οιονδήποτε εκ των δύο δανείων. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας είναι πρόωρες λόγω του ότι δεν επιδόθηκαν ή δεν αποστάλησαν στους Εναγομένους οι υπό του Νόμου προνοούμενες ειδοποιήσεις ή ειδοποιήσεις που τυχόν στάληκαν τάσσουν προθεσμίες λιγότερες από τις ελάχιστες που προνοούνται στο σχετικό Νόμο και ως εκ τούτου να είναι ελαττωματικές και μη δυνάμενες να παράξουν οποιονδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται τις παραγράφους 9, 11, 12, 15 και 16 της Έκθεσης Απαίτησης με την επιφύλαξη των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης που αφορούν το ισχυριζόμενο δικαίωμα της Ενάγουσας κατά την απόλυτη κρίση της επιβολής τόκου καθώς και τον τερματισμό των δύο συμφωνιών κατά το δοκούν. Σε ότι αφορά τις παραγράφους 19-30 της Έκθεσης Απαίτησης επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1-5 της Έκθεσης Υπεράσπισης και ο Εναγόμενος 2 αρνείται ότι εγγυήθηκε με τον ισχυριζόμενο τρόπο τις ισχυριζόμενες υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, είτε ότι η Εναγομένη, είτε οποιοσδήποτε από αυτούς, αποδέχθεισαν με τον ισχυριζόμενο είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τις καταστάσεις που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τους απέστειλε. Αρνούνται συναφώς οι Εναγόμενοι 1 και 2 ότι ο λογαριασμός 115-01-045948-1 το Μάη του 2008 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €8.815,00 πλέον τόκους όπως και ότι παρουσίαζε ο άλλος λογαριασμός 115-31-04-5948-02 χρεωστικό υπόλοιπο €434.262,00, κατά το Μάιο του 2008, πλέον τόκους και καλούν την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών. Δεν είναι παραδεκτοί οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας ότι οι επιστολές ημερομηνίας 16/04/2008, 16/05/2008 και 07/10/2008 είναι νομικές ειδοποιήσεις ή ότι αυτές ήταν δυνατό να παράξουν οποιοδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. Τέλος, σε σχέση με τις παραγράφους 31, 32 και 33 της Έκθεσης Απαίτησης επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους και ιδιαίτερα των παραγράφων 6(α) και (β) και αρνούνται ότι οφείλουν τα αξιούμενα ποσά εκ €2.619,31 και €475.722,20 και θέτουν την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών. Ζητούν δε την απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης, επιπόλαιης, καταχρηστικής και ως ουσιαστικά και νομικά αστήρικτης. Με την ανταπαίτηση ζητείται από το Δικαστήριο όπως κηρύξει άκυρες τις δύο συμφωνίες ημερομηνίας 04/03/2005 και 31/01/2007 ως περιέχουσες όρους παράνομους ή καταπιεστικούς ή ως παραβιάζουσες τη σχετική νομοθεσία με ειδική αναφορά τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του
  3. Επίσης ζητούν απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου με την οποία η Ενάγουσα να διατάσσεται να καταβάλει όλα τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης καθώς και νόμιμο τόκο. Αν θα χρειάζετο κάτι να αναφερθεί ειδικότερα είναι ότι όσον αφορά την εγγύηση ο Εναγόμενος 2, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν εγγυήθηκε με τον ισχυριζόμενο τρόπο τις ισχυριζόμενες υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 ή αποδέχθηκε τις καταστάσεις που κατ' ισχυρισμό απέστειλε η Ενάγουσα και ότι αυτή είναι άκυρη ως συνέπεια, ως αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, της άκυρης συμφωνίας δανείου για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία και δη ο Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του
  4. Με την απάντηση της Υπεράσπισης και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα ενώνει όλα τα επίδικα θέματα και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν. Ουσιαστικά δε επαναλαμβάνει, με περιληπτικό τρόπο, όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και δίνει τη δική της θέση, σε όσα δεν φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης, στους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες, τη Δήμητρα Αντωνίου, ΜΕ1, της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασής της αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή της, στην οποία ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Συγκεκριμένα στις 04/03/2005 η Ενάγουσα παραχώρησε δάνειο υπό τύπο πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι €8.543 στην Εναγόμενη 1, το οποίο η Εναγόμενη 1 χρησιμοποίησε, δυνάμει σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, για την οποία ο Εναγόμενος 2, ως Διευθυντής της, υπέγραψε την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης, Τεκμήριο 2 και δύο άλλες επιστολές, ημερομηνίας 04/03/2005, Τεκμήρια 5 και 6, με θέμα την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων την οποία εγγυήθηκε ο Εναγόμενος 2 δυνάμει σύμβασης εγγύηση ιδίας ημερομηνίας, ήτοι 04/03/2005, Τεκμήριο 3, ενώ ο Εναγόμενος 2 για επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα υπέγραψε έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 11/03/2005 η οποία επισυνάφθηκε με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης ακινήτου, Τεκμήριο
  5. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 πιστοποιητικό Εφόρου Εταιρειών, στο οποίο εμφαίνεται ως Διευθυντής της Εναγομένης 1 ο Εναγόμενος
  6. Να λεχθεί ότι την ίδια ημερομηνία, δηλαδή 04/03/2005 είχε παραχωρήσει η Ενάγουσα, δυνάμει σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 5, κατασκευαστικό, δάνειο ύψους €392.978,33 με εξασφάλιση υποθήκης, Τεκμήριο 7, όμως λόγω κάποιων ζητημάτων που ανέκυψαν, καθυστέρησε η κατασκευή του έργου και έγινε νέο δάνειο πλέον, για το ποσό, ο Εναγόμενος υπέγραψε επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερομηνίας 08/01/2007, Τεκμήριο 9, και υπέγραψε συμφωνία δανείου για το ποσό των €439.110,57 στις 31/01/2007, Τεκμήριο 10, για την εξασφάλιση του οποίου εν λόγω δανείου θα συνέχιζε η υποθήκη, Τεκμήριο 7, και η εγγύηση του Εναγομένου 2 ημερομηνίας 31/01/2007, Τεκμήριο
  7. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση πίστωσης, η Ενάγουσα, αφού έστειλε επιστολή με την οποία τους ενημέρωνε περί τούτου, Τεκμήριο 12, στη συνέχεια τερμάτισε αυτή με επιστολή ημερομηνίας 16/05/2008, Τεκμήριο 13, προς την Εναγομένη 1 με κοινοποίηση-ενημέρωση προς τον Εναγόμενο 2 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήριο
  8. Ενώ αφού στάληκαν επιστολές ημερομηνίας 07/10/2008 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, Τεκμήρια 15 και 16 αντίστοιχα, ακολούθησε η παρούσα αγωγή. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 τηλεφωνικά, τον οποίο γνώριζε και υπήρχε μια αμφίδρομη σχέση, ενώ εξήγησε ότι αυτή ετοίμασε τα σχετικά έγγραφα για τις δύο πιστωτικές διευκολύνσεις καθότι κατά εκείνο το χρόνο ήταν Λειτουργός Πελατών και μαζί με το Διευθυντή έβλεπαν τους πελάτες. Οτιδήποτε δε προέκυπτε επικοινωνούσε με τον πελάτη. Η Ζωή Γεωργιάδη, ΜΕ2, υπάλληλος της Ενάγουσας, της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασής της αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή της, αφού ανάφερε για τις αλλαγές στον αριθμό των δύο λογαριασμών, κατέθεσε ως Τεκμήρια 17 και 18 καταστάσεις λογαριασμών που αποτελούν ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεων των τραπεζικών βιβλίων που τηρούνται ηλεκτρονικά και αποτελούν τα σύνηθη βιβλία της Ενάγουσας που βρίσκονται υπό τη φύλαξη της Ενάγουσας. Ακολούθως κατέθεσε αναδομημένες καταστάσεις των δύο λογαριασμών, Τεκμήρια 19 και 20, εξηγώντας αυτούς σε όλη την έκταση και διάστασή τους και δη για την κάθε στήλη από αυτούς. Στη συνέχεια κατάθεσε σχετικές ανακοινώσεις στον τύπο σχετικές με την αύξηση ή μείωση του επιτοκίου, ως Τεκμήρια 21(α), (β), (γ), (δ), (ε) και (στ). Σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση τρεχούμενου λογαριασμού, Τεκμήριο 19, την ορθότητά της την οποία έλεγξε η ίδια από τα επίσημα πρωτότυπα βιβλία της Ενάγουσας τα οποία διατηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και είναι ακριβώς τα ίδια, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό στις 29/02/2016 ανήρχετο στο ποσό των €249,12 πλέον τόκο προς 8,25% ετησίως επι του ποσού των €250,83 από 01/03/2016 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατά έτος, ήτοι 30/06 και 31/
  9. Ενώ, σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του δανείου στις 29/02/2016 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €799.084,23 σεντ πλέον τόκο 7,50% ετησίως επί του ποσού των €789.218,99 από 01/03/2016 μέχρι εξόφληση, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατά έτος, 30/06 και 31/
  10. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέν ποσό κατέβαλαν μέχρι σήμερα. Κατά την αντεξέτασή της ανάφερε ότι τα Τεκμήρια 17 και 18 προήλθαν από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Ενάγουσας ενώ στην υποβολή ότι το Τεκμήριο 17 δεν αντικατόπτριζε τον ορθό υπολογισμό και ούτε τις χρεωπιστώσεις και ούτε οι χρεωπιστώσεις ήταν ορθές, απάντησε ότι αυτά είναι που καταγράφονται στις σύνηθεις εργασίες και ελέγχονται από 3, 4, 5 ζευγάρια μάτια, αλλά συμφώνησε με σχετική υποβολή όχι από τα δικά της μάτια. Περαιτέρω εξήγησε ότι τα Τεκμήρια 19 και 20 δημιουργούνται μέσω ενός ειδικού προγράμματος για μείωση του ποσού για να βοηθηθούν οι πελάτες της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι δεν πρόσφεραν οιανδήποτε μαρτυρία. Στη γραπτή της αγόρευση, η δικηγόρος της Ενάγουσας, αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα που αφορούν τις δύο συμβάσεις, ήτοι του τρεχούμενου λογαριασμού και του δανείου, στη συνέχεια αναφέρθηκε στο θέμα του τόκου, το οποίο για το μεν δάνειο, δηλαδή τη σύμβαση δανείου, μαζί με τον τόκο υπερημερίας, τελικά ζητήθηκε 7,5%, και για τον τρεχούμενο λογαριασμό μαζί με τον τόκο υπερημερίας 8,25%. Εξήγησε δε ότι αυτός ο τόκος υπερημερίας δεν αποτελεί ποινική ρήτρα με αναφορά σε σχετικές αποφάσεις. Επιπλέον δε ανέφερε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης Επιτοκίου Νόμου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/1999, ως τροποποιήθηκε, ανέφερε ότι τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε σχέση με αυτό το θέμα, συνάδουν με τις πρόνοιες του νόμου αυτού. Με βάση δε τα πιο πάνω εισηγήθηκε όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €483.659,65 πλέον τόκο 7,5% ετησίως από 01/07/2009 του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατά έτος, ήτοι 30/6 και 31/12 εκάστου έτους και σε ότι αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό εισηγήθηκε την έκδοση απόφασης για το ποσό των €254,28 πλέον τόκο προς 8,25% ετησίως από 01/01/2016 επί ποσού €250,83 του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατά έτος, ήτοι 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο αποφασίσει τη μη επιδίκαση τόκου υπερημερίας, εισηγήθηκε όπως εκδοθεί απόφαση για το δάνειο για το ποσό των €441.165,05 πλέον τόκο μέχρι 15/05/2008 εκ ποσού €3.642,59 πλέον τόκο 7% ετησίως επί ποσού €441.165,05 από 16/05/2008 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατά έτος, ήτοι 30/06 και 31/12 εκάστου έτους όπως και την επιδίκαση του ποσού των €2.608,52 πλέον τόκους προς 7% ετησίως επί του ποσού των €348,08 από 14/05/2012, 7% ετησίως επί του ποσού των €839,22 από 24/05/2012, 7% ετησίως επί του ποσού των €839,22 από 04/04/2013 και 7% ετησίως επί του ποσού των €582 από 25/05/2013 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατά έτος ήτοι 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Σε ότι αφορά την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων 2, αναφορά γίνεται στη θέση της Υπεράσπισης σχετικά με το ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Περί Καταναλωτική Πίστης Νόμου του 2001, για να εισηγηθεί ότι δεν εφαρμόζονται καθότι με τις πρόνοιες και την ερμηνεία του άρθρου 2 του Νόμου αυτού, καταναλωτής σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο για σκοπούς των συναλλαγών που καλύπτονται από τον παρόντα Νόμο ενεργεί εκτός της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς του. Σχετική αναφορά έγινε και για τη σύμβαση εγγύησης και τον όρο εγγυητής. Επιπλέον ανάφερε ότι δόθηκε η ειδοποίηση των 21 ημερών με βάση την επιστολή ημερομηνίας 16/04/2008 και στη συνέχεια αποστάληκε η επιστολή ημερομηνίας 16/05/2008 με την οποία η Ενάγουσα τερμάτισε τις δύο αναφερθείσες συμβάσεις. Δεν παρέλειψε βέβαια να ζητήσει την απόρριψη των παραγράφων 6, 7 και 8 της Υπεράσπισης υπό στοιχεία (α) - (ε) και ως αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο της απόρριψης της Ανταπαίτησης. Από την άλλη, ο συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 αφού προβαίνει σε αναφορά στην αξίωση της Ενάγουσας όπως αυτή καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης και άλλων παραγράφων από αυτήν όπως και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, στη συνέχεια εισηγείται ότι η Ενάγουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η σύμβαση εγγύησης υπεγράφη από τον Εναγόμενο 2 με επίκληση σχετικής νομολογίας. Ακολούθως, αφού αναφέρεται στην ΜΕ1 και ότι δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή ή γνώση αυτή, αναφορικά με τα Τεκμήρια 1-16 και ότι ο ρόλος της ουσιαστικά ήταν ρόλος ταχυδρόμου-κομιστή των Τεκμηρίων αυτών. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στη μαρτυρία της ΜΕ2 για να εισηγηθεί ότι δεν έγινε κατορθωτό να αποδειχθούν τα όσα καταγράφονται στα Τεκμήρια 17, 18, 19 και 20, με αναφορά σε σχετική νομολογία, για να καταλήξει, αφού αναφέρθηκε και στο θέμα του τόκου, το οποίο δεν αποδέχεται για τους λόγους που εξηγεί, ως αυτός ζητείται από την Ενάγουσα, να ζητεί όπως η αγωγή απορριφθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω της ΜΕ1 και 2, των οποίων μέρος της μαρτυρίας τους αποτέλεσαν δηλώσεις-καταθέσεις τους και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνειά τους, τη σαφήνειά τους, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το γεγονός ότι ουσιαστικά ως προς την αξιοπιστία τους, πλην των πτυχών που έχω αναφέρει προηγουμένως, όπως αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 και συγκεκριμένα όσον αφορά τη μαρτυρία της ΜΕ1 που αφορούσε την επικοινωνία της με τον Εναγόμενο 2 και της ΜΕ2 που αφορά τη συμμόρφωση ή μη με το άρθρο 22 του Κεφ. 9, δεν αμφισβητήθηκε η υπόλοιπη μαρτυρία, κρίνω ότι ήταν σαφείς, ειλικρινείς, ευθείς και μάρτυρες της αλήθειας οι οποίες δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις. Ως εκ των πιο πάνω οι ΜΕ1 και 2 κρίνονται αξιόπιστες σε όλη την έκταση της μαρτυρίας τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Στα πλαίσια των εργασιών της, δυνάμει γραπτής σύμβασης πίστωσης υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 04/03/2005, Τεκμήριο 1, την οποία υπέγραψε η Εναγόμενη 1, μέσω του Εναγομένου 2, ο οποίος ήταν Διευθυντής της, Τεκμήριο 4, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι €8.543 στην Εναγόμενη 1, αφού ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 5 και 6, την οποία εγγυήθηκε ο Εναγόμενος 2 δυνάμει σύμβασης εγγύησης ίδιας ημερομηνίας, ήτοι 04/03/2005, Τεκμήριο 3, ενώ ο Εναγόμενος 2 για επιπρόσθετη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα υπέγραψε σύμβαση υποθήκης 11/03/2005 η οποία επισυνάφθηκε με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου Υ2383/2005, ημερομηνίας 11/030/2005μ Τεκμήριο
  11. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την Εναγομένη 1, δυνάμει σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, ουδέποτε υπεβλήθη από το δικηγόρο των Εναγομένων 1 και 2 ότι δεν ήταν η υπογραφή τους στη σύμβαση εγγύησης, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση και επίσης η ΜΕ1 ανάφερε στη μαρτυρία της ότι ήταν η ίδια προσωπικά μαζί με το Διευθυντή που ανέλαβε την ετοιμασία και διεκπεραίωση όλων των εγγράφων και για οτιδήποτε σχετικό με τους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 επικοινωνούσε με τον Εναγόμενο
  12. Επίσης δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 04/03/2005, Τεκμήριο 8, παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα στην Εναγομένη 1 δάνειο ύψους €392.978,33 υπό την υποθήκη του Εναγομένου 2 που αναφέρεται ανωτέρω, που ένεκα καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του έργου, στη συνέχεια έγινε νέο δάνειο, αφού την 08/01/2007 υπέγραψε επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης, Τεκμήριο 9, υπογράφηκε νέα συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 10, για το ποσό των €439.110,57 υπό την εγγύηση του Εναγομένου 2, Τεκμήριο 11, και την αναφερθείσα υποθήκη. Σε σχέση με την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης από τον Εναγόμενο 2 ισχύουν τα ίδια που έχω αναφέρει και προηγουμένως. Επειδή η Εναγομένη 1 δεν τήρησε τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση πίστωσης, η Ενάγουσα, αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 16/04/2008 προς τους Εναγομένους 1 και 2, Τεκμήριο 12, τερμάτισε αυτήν με επιστολή ημερομηνίας 16/05/2008, Τεκμήριο 13, προς την Εναγομένη 1 με κοινοποίηση-ενημέρωση προς τον Εναγόμενο 2, Τεκμήριο 14, ακολούθως επειδή η Εναγομένη 1 ή και ο Εναγόμενος 2 δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την Ενάγουσα αφού στάληκαν οι επιστολές ημερομηνίας 07/10/2008 προς τους Εναγομένους 1 και 2, Τεκμήρια 15 και 16 αντίστοιχα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού, Τεκμήριο 17, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό στις 31/12/2015 ανήρχετο στις €11.520 ενώ με βάση το Τεκμήριο 19 €250,83, ενώ το χρεωστικό οφειλόμενο υπόλοιπο από το δάνειο στις 31/12/2015 ανήρχετο στις €852.598,52 ενώ με βάση το Τεκμήριο 20 €789.218,
  13. Η Ενάγουσα προέβη σε ανακοινώσεις στον τύπο για την αύξηση ή μείωση του επιτοκίου, ως φαίνεται από τα Τεκμήρια 21(α), (β), (γ), (δ), (ε) και (στ) στις 28/02/2005, 23/05/2005, 13/06/2005, 01/09/2006, 27/02/2007 αντίστοιχα και πριν από τις 04/07/2008 το τελευταίο Τεκμήριο. Οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν μέχρι σήμερα. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους

(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι η σύμβαση πίστωσης, δηλαδή η σύμβαση του τρεχούμενου λογαριασμού και η σύμβαση δανείου από τα Τεκμήρια 1, 8 και
  1. Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρου σύμβασης, αφού δεν τηρούντο οι όροι αυτής, δηλαδή δεν πληρώνοντο οι δόσεις καθώς και το στοιχείο (Γ), ήτοι ο τερματισμός των λογαριασμών όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο
  2. Γι΄ αυτή την επιστολή, ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 αμφισβήτησε τόσο την αποστολή όσο και την παραλαβή. Η ΜΕ1 αναφέρθηκε ότι αποστάληκε η συγκεκριμένη επιστολή στους Εναγομένους 1 και 2, Τεκμήρια 13 και
  3. Επί αυτού αναφέρεται χωρίς ανταπόκριση ως εξάγεται, αφού δεν αντεξετάστηκε επί τούτου ότι δεν επιστράφηκε. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχε παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθυνόταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ
  1. Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι εναγόμενος που επικαλούνται τη μη παραλαβή της που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Επίσης το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ) δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από τα Τεκμήρια 17 και 18 και βεβαίως της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκμήρια 19 και
  2. Τούτο έχει δύο πτυχές. Πρώτο, αν αυτό αποτελεί απότοκο παραβίασης του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001 που περιέχονται στις δύο συμβάσεις αφού προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης, ή παράνομων ή αντισυμβατικών χρεώσεων ή αποτελεί προϊόν ανατοκισμού ή άλλως πως προϊόν, και δεύτερο, όποιο και να είναι το οφειλόμενο ποσό, αποδείχθηκε με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Θα έλεγα σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παραβίαση του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου είτε στη σύμβαση τρεχούμενου λογαριασμού, είτε στη σύμβαση δανείου, δεν υπήρχε καμιά παραβίαση για τους εξής λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου 39(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε, «καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο για σκοπούς των συναλλαγών που καλύπτονται από τον παρόντα Νόμο ενεργεί εκτός της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς του. «πιστωτική συμφωνία» σημαίνει συμφωνία με την οποία πιστωτής παραχωρεί ή υπόσχεται να παραχωρήσει σε καταναλωτή, πίστωση με τη μορφή προθεσμιακής πληρωμής, δανείου ή άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και περιλαμβάνει συμφωνία ενοικιαγοράς και συμφωνία στεγαστικού δανείου, αλλά δεν περιλαμβάνει συμβάσεις για τη συνεχή παροχή υπηρεσιών, περιλαμβανομένων και των παρεχόμενων από οργανισμούς κοινής ωφελείας, σύμφωνα με τις οποίες ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να καταβάλλει με δόσεις το σχετικό τίμημα κατά τη διάρκεια της παροχής τους. «σύμβαση εγγύησης» σημαίνει σε σχέση με οποιαδήποτε πιστωτική συμφωνία, σύμβαση που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο για να εγγυηθεί την εκτέλεση των υποχρεώσεων του καταναλωτή που πηγάζουν από την πιστωτική συμφωνία και η έκφραση «εγγυητής» ερμηνεύεται ανάλογα. Στο άρθρο 3 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στον παρόντα Νόμο όταν οτιδήποτε αποστέλλεται ή λαμβάνεται με προπληρωμένο σύνηθες ταχυδρομείο θεωρείται ότι έχει αποσταλεί ή ληφθεί, ανάλογα με την περίπτωση, κατά την ημερομηνία που φέρει η ταχυδρομική σφραγίδα των ταχυδρομικών υπηρεσιών.» Ούτε σύμβαση στεγαστικού δανείου αποτελούν οι δύο συμβάσεις, ούτε σύμβαση ενοικιαγοράς αποτελούν αυτές. Ακόμη και αν ήθελε αναφερθεί ότι η σύμβαση κατασκευαστικού δανείου θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στη συμφωνία στεγαστικού δανείου, που βεβαίως δεν είναι έτσι, και πάλι δεν θα εφαρμόζετο γιατί η σύμβαση δανείου που έγινε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 είναι πέραν των €200.
  3. Επίσης, πολύ ορθά, η κυρία Κωνσταντίνου παρατήρησε ότι στον όρο «καταναλωτής» περιλαμβάνεται μόνο φυσικό πρόσωπο και η Εναγομένη 1 που υπέγραψε τη συμφωνία με την Ενάγουσα δεν είναι φυσικό πρόσωπο. Είναι νομικό. Επίσης και αν ακόμα ήθελε να εξεταστεί και υπό το φως του Περί των Συμβάσεως Καταναλωτικής Πίστης Νόμου 106(Ι)/2010, όπως τροποποιήθηκε, και πάλι στο άρθρο 2 αναφέρεται τι σημαίνει καταναλωτής, που είναι φυσικό πρόσωπο, τι σημαίνει σύμβαση πίστωσης και το πεδίο εφαρμογής του σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(α): «
(1)ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις συμφωνίες στεγαστικών δανείων και στις συμφωνίες ενοικιαγοράς, εκτός από - (α) τις συμφωνίες στεγαστικών δανείων που αφορούν κυρίως την κτήση ή διατήρηση δικαιωμάτων επί ακίνητης ιδιοκτησίας, περιλαμβανομένων κτιρίων που έχουν ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθούν (β) τις συμφωνίες στεγαστικών δανείων δυνάμει των οποίων το ποσό της πίστωσης έιναι μεγαλύτερο των διακόσιων χιλιάδων ευρώ (€200.000) (γ) τις συμφωνίες ενοικιαγοράς κατά τις οποίες ο μισθωτής υποχρεούται να αγοράσει τα αγαθά και (δ) τις συμφωνίες ενοικιαγοράς δυνάμει των οποίων το ποσό της πίστωσης είναι μεγαλύτερο των τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€35.000)
(2)Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 3 αυτού.» Επομένως ούτε αυτού του Νόμου υπήρξε παραβίαση. Επίσης, όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης ουδεμία ερώτηση ή υποβολή απεύθυνε ο δικηγόρος των Εναγομένων προς τις ΜΕ1 και 2 με την οποία να υποδεικνύει συγκεκριμένα σημεία παράβασης της σύμβαση πίστωσης ή της νομοθεσίας και ποια άρθρα αυτής ή της καλής πίστης ή χρέωσης με παράνομους τόκους ή άλλες χρεώσεις που συγκάλυπταν τόκους ή παράνομο ανατοκισμό υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομοθεσιών. Απλή άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης, που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς των παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης, οι οποίοι στη συνέχεια δεν προωθήθηκαν με ανάλογες υποβολές ή ερωτήσεις κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και 2, έτσι ώστε από τη μία να τεθεί η θέση της Υπεράσπισης και συνάμα να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας και από την άλλη να δοθεί η ευκαιρία στις ΜΕ1 και 2 να απαντήσουν εκ μέρους της Ενάγουσας, δεν αρκεί για να τεθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας υπό αμφισβήτηση. Μάλιστα, μη αντεξέταση μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή εγκαταλήφθηκε. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει ισχυρισμούς που δεν προβάλλονται ή δεν προωθούνται κατά την ακροαματική διαδικασία. Παρόλο που υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι αυτοί απορρίπτονται, εξετάζοντας τις θέσεις αυτές διαπιστώνεται ότι στους όρους των συμβάσεων, Τεκμήρια 1, 8 και 10, προβλέπονται οι χρεώσεις για οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο, μεταξύ των οποίων το επιτόκιο, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών, προμήθειες, έξοδα ή άλλες επιβαρύνσεις, δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των πιο πάνω χρεώσεων και τόκων δύο φορές τον χρόνο, την επιβολή τόκου υπερημερίας, την αύξηση του επιτοκίου, του περιθωρίου και του τόκου υπερημερίας και των άλλων δικαιωμάτων, εξόδων και επιβαρύνσεων, τα οποία με βάση τους όρους των συμβάσεων βαρύνουν την εναγόμενη 1. Σε άλλους δε όρους των Τεκμηρίων 1, 8 και 10 προβλέπεται το δικαίωμα της Ενάγουσας να τερματίσει τη σύμβαση πίστωσης και να καθιστά το οποιοδήποτε υπόλοιπο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό και σε περίπτωση μη εξόφλησής του να απαιτήσει τούτο δικαστικά. Δεν υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ποιά χρέωση από αυτές που καταγράφονται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 19 και 20, επιβλήθηκε κατά παράβαση είτε των συμβάσεων πιστώσεων, Τεκμήρια 1, 8 και 10, είτε κάποιας από τις νομοθεσίες που αναφέρονται ανωτέρω. Στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί από τα Τεκμήρια 19 και 20, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του ειδικό, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που σχετίζονται με διάφορες επιβαρύνσεις πλην των σχετικών με τον τόκο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059 και Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010 ημερομηνίας 08/07/2014, στις οποίες ηγέρθησαν, μεταξύ άλλων, παρόμοια θέματα, που αναφέρονται ανωτέρω, από την Υπεράσπιση, τα οποία απορρίφθηκαν. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Χριστίνα Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση 263/2010 ημερομηνίας 05/05/2015. Σε ό,τι αφορά τη θέση, αν τούτο υπονοείται, ότι οι συμβάσεις εγγύησης είναι άκυρες, με βάση την εισήγηση ότι οι δύο συμβάσεις, τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου, είναι άκυρες και ως εκ τούτου, ως παρεπόμενες συμβάσεις που υπηρετούν τούτες είναι άκυρες, αφού απορρίφθηκε η εισήγηση ότι οι δύο, ως άνω, συμβάσεις είναι άκυρες, καταρρίπτεται και το βάθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η θέση ότι οι συμβάσεις εγγύησης είναι άκυρες. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται και αυτή η θέση. Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), η ΜΕ2, η οποία κατάθεσε τα Τεκμήρια 17 και 18, αν και όχι με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, ανάφερε στη δήλωση-κατάθεσή της ότι οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 17 και 18, οι οποίες αρχίζουν από τις 03/03/2005 και φτάνουν μέχρι τις 31/12/2015, ακόμη και πέραν αυτής της ημερομηνίας, ότι αυτές παράχθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9. Στο άρθρο 22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 54(Ι)/94 αναφέρεται ότι: «Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.» Στο εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου προνοούνται τα ακόλουθα: «Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.» Στο εδάφιο
(3)προβλέπονται τα εξής: «Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.» Επί αυτού του θέματος ο κύριος Παπαθεοδώρου, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι δεν αποδείχθηκε αυτή η πτυχή του θέματος, επικαλέστηκε σχετική νομολογία. Όμως η συγκεκριμένη περίπτωση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις που επικαλέστηκε ο κος Παπαθεοδώρου αφού αναφέρεται ρητά στη δήλωση-κατάθεση της ΜΕ2 ότι, (α) οι καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 17 και 18, αποτελούν ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9), (β) ότι η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του Κεφ. 9), (γ) ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9) και (δ) ότι τα Τεκμήρια 17 και 18 έχουν συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθά (άρθρο 22
(3)του Κεφ.9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπόλοιπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρισης, στην περίπτωσή μας τα Τεκμήρια 17 και 18, ως απόδειξη. Όμως η Ενάγουσα δεν επέμενε στα ποσά που φαίνονται στα Τεκμήρια 17 και 18 αλλά ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 19 και 20 με βάση ειδικό πρόγραμμα μείωσης των ποσών, για τα οποία ουδεμία αμφισβήτηση χωρεί, με βάση τα όσα ανάφερε η ΜΕ2, ότι εκπληρώθηκαν όλα τα πιο πάνω. Επομένως, ως εκ των πιο πάνω, η Ενάγουσα απέδειξε τα οφειλόμενα ποσά προς αυτήν από τους Εναγόμενους 1 και
  1. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον όλων των Εναγομένων 1 και
  2. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €250,83 με τόκο 8,25% από 01/01/2016 ετησίως μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους και για το ποσό των €475.722 με τόκο 7,50% από 01/01/2009 ετησίως μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.