← Κύπρος

Δήμου Στρούθου ν. Επίσημου Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της Εταιρείας D.E.L.E. Communications Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 4930/07, 18/5/2016

Δήμου Στρούθου ν. Επίσημου Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της Εταιρείας D.E.L.E. Communications Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 4930/07, 18/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A299 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4930/07 Μεταξύ: Δήμου Στρούθου Ενάγοντα ΚΑΙ

  1. D.E.L.E. Communications Limited
  2. Avacom Computer Services Limited
  3. Avacomnet Services Limited
  4. Ανδρέας Σιαμμάς Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/06/2011 Μεταξύ: Δήμου Στρούθου Ενάγοντα ΚΑΙ
  5. Επίσημου Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της Εταιρείας D.E.L.E. Communications Limited
  6. Avacom Computer Services Limited
  7. Avacomnet Services Limited
  8. Ανδρέα Σιαμμά Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/11/2012 Μεταξύ: Δήμου Στρούθου Ενάγοντα ΚΑΙ
  9. Επίσημου Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της Εταιρείας D.E.L.E. Communications Limited
  10. Firstdelos Group Plc
  11. M.S. Blast Systems Public Limited
  12. Ανδρέα Σιαμμά Εναγομένων ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 18/05/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Ξυψιτή Για Εναγόμενο 1, 2 και 4: κος Ιακώβου ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ Η αγωγή του Ενάγοντα, η οποία αρχικά στρέφετο εναντίον και των τεσσάρων Εναγομένων, περιορίστηκε εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4, αφού η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3 αποσύρθηκε. Η αξίωση του Ενάγοντα εναντίον όλων των Εναγομένων είναι (α) για το ποσό των €180.849,19, ως το ποσό το οποίο θα επέφερε η πώληση από τον Ενάγοντα των 107.100 μετοχών του που είχε στην Εναγόμενη 3, που κατά τον ισχυρισμό του ήταν εγγυημένες για το ποσό της £1 έκαστη. Η αξίωση αυτή στην πορεία περιορίστηκε εναντίον των Εναγομένων 2 και 4, ως εγγυητών της μετοχής της Εναγόμενης 3 στη £
  13. Επίσης (β) για το ποσό των €241.099,03 ως αποζημιώσεις ή άλλως πως, λόγω παράβασης, εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων, της μεταξύ τους συμφωνίας, δηλαδή το συνολικό ποσό που θα λάμβανε για τα τρία έτη, 2000, 2001 και 2002, αν η Εναγόμενη 1 είχε συγκεκριμένα κέρδη για κάθε ένα έτος από αυτά, τα οποία κέρδη δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω συγκεκριμένων ενεργειών, παραλείψεων και κακοδιαχείρισης της Εναγόμενης 1 εκ μέρους των Εναγομένων. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1, 2 ΚΑΙ 4 ΚΑΙ Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 Από την άλλη, οι Εναγόμενοι 2 και 4 στην Υπεράσπισή τους αρνούνται την ως άνω πρώτη αξίωση και δη ότι εγγυήθηκαν τη μετοχή της Εναγόμενης 3 στο ποσό της £1 έκαστη και ισχυρίζονται ότι η συμφωνία ημερομηνίας 09/04/2010 είναι η μόνη ισχύουσα συμφωνία, από την οποία φαίνεται ότι δεν δόθηκε καμιά εγγύηση για την αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 στο ποσό της £1 έκαστη. Συμφωνούν δε ότι δέκα

(10)χρόνια μετά την εισαγωγή της Εναγόμενης 3 στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου η αξία της μετοχής της ήταν £0,02 σεντ και επίσης ισχυρίζονται ότι η αξία της κατά την εισδοχή της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ήταν £0,59 σεντ και διατηρήθηκε σε αυτό το ύψος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όσον αφορά τη δεύτερη αξίωση του Ενάγοντα, για αποζημιώσεις λόγω μη κερδοφορίας της Εναγόμενης 1 για τα έτη 2000-2002, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 αρνούνται τα όσα τους καταλογίζει ο Ενάγοντας και ισχυρίζονται, από τη μια, ότι από τυχόν κερδοφορία αυτή και δη η Εναγόμενη 2 θα είχε πολλαπλάσια οφέλη από αυτά του Ενάγοντα και δι' αυτό έπραξαν προς τούτο κάθε τι, και από την άλλη ισχυρίζονται ότι αν κάποιος ευθύνεται για την κατάσταση της Εναγόμενης 1, αυτός είναι ο Ενάγοντας στα χέρια και στη διεύθυνση του οποίου παρέμεινε η Εναγόμενη 1 αφού ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλός της. Η Εναγόμενη 1 ανταπαιτεί εναντίον του Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €290.134,74, το οποίο προέρχεται από έλλειμμα του ταμείου και εμπορευμάτων της, από την άντληση χρημάτων εκ μέρους του Ενάγοντα από την Εναγόμενη 1, από υπόλοιπο του προσωπικού του λογαριασμού και από είσπραξη και οικειοποίηση, εκ μέρους του Ενάγοντα, οφειλομένων ποσών προς την Εναγόμενη 1. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Ενάγοντας, για να αποδείξει την υπόθεσή του, έδωσε ο ίδιος μαρτυρία και κάλεσε ακόμη τέσσερεις
(4)μάρτυρες. Μέρος της κυρίως εξέτασης του Ενάγοντα, ΜΕ1, αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεσή του, ενώ, κατά τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσε 43 Τεκμήρια, από τα 56 Τεκμήρια που συνολικά κατατέθηκαν, αναφορά στα οποία θα γίνει όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ουσία της μαρτυρίας του συνίσταται στο ότι ως ο, σχεδόν, καθ' ολοκληρία μέτοχος (999 μετοχές από τις 1000 αξίας £1 έκαστη) της εταιρείας D.E.L.E. COMMUNICATIONS LIMITED, για την οποία σε κάποιο στάδιο, εκκρεμούσης της αγωγής, διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης, ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της, με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/02/2010, (στο εξής «Εναγόμενη 1»), η οποία ασχολείτο με την κινητή και άλλην τηλεφωνία και συναφή είδη, κατόπιν διαπραγματεύσεων που είχε με εκπροσώπους της AVACOM COMPUTER SERVICES LTD (όπως είναι η πρόταση εξαγοράς, Τεκμήριο 10), της οποίας το όνομα αργότερα άλλαξε, ως φαίνεται από το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, (στο εξής «Εναγόμενη 2»), η οποία ασχολείτο με την πώληση, εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων, κατέληξαν σε συμφωνία πώλησης των 600 μετοχών, ήτοι 599 του Ενάγοντα και τη 1 μετοχή που κατείχε η Τζιούλια Γιόκκα (στο εξής «Γιόκκα»), αντί του ποσού των £200.000, πλέον μεταβίβασης 107.100 μετοχές της θυγατρικής της εταιρείας AVACOMNET SERVICES LTD, της οποίας το όνομα αργότερα άλλαξε, ως φαίνεται από το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, (στο εξής «Εναγόμενη 3»), κατ' αναλογία μετοχών εκάστου των μετόχων της Εναγόμενης 1, όπως και την αύξηση του ονομαστικού και καταβλητέου κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, κατά 115.500 νέες μετοχές, της £1 εκάστη, κατ' αναλογία μετοχών εκάστου των μετόχων της Εναγόμενης
  1. Να σημειωθεί ότι με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ο Ενάγοντας ως μέτοχος του 40% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, έγινε κάτοχος των 46.600 μετοχών αυτής και η Εναγόμενη 2, ως κάτοχος του 60% του μετοχικού κεφαλαίου, έγινε κάτοχος των υπόλοιπων 69.900 μετοχών. Επίσης η Εναγόμενη 2 για την απόκτηση, εκ μέρους της, του ανωτέρου ποσοστού του 60% των μετοχών της Εναγόμενης 1, θα κατέβαλλε την 31/12/2000 το ποσό των £42.600, κατ' αναλογία στον Ενάγοντα και στη Γιόκκα, εφόσον η καθαρή κερδοφορία της Εναγόμενης 1 για το έτος 2000 δεν θα ήταν χαμηλότερη του ποσού των £85.200, την 31/12/2001 το ποσό των £51.120, εφόσον η καθαρή κερδοφορία της Εναγόμενης 1 για το έτος 2001 δεν θα ήταν χαμηλότερη του ποσού των £102.240 και την 31/12/2002 το ποσό των £61.344, εφόσον η καθαρή κερδοφορία της Εναγόμενης 1 για το έτος 2002 δεν θα ήταν χαμηλότερη του ποσού των £122.
  2. Σε περίπτωση δε που η καθαρή κερδοφορία της Εναγόμενης 1, για τα ως άνω έτη κυμαίνετο σε ποσοστό χαμηλότερο του 50%, των αναφερθέντων ανωτέρω ποσών, η Εναγόμενη 2 δεν θα κατέβαλλε οιονδήποτε ποσό, ενώ αν η κερδοφορία κυμαίνετο μεταξύ του 50% και του 100% των αναφερθέντων πιο πάνω ποσών, η Εναγόμενη 2 θα κατέβαλλε, κατ' αναλογία, το αντίστοιχο σε αυτό ποσό. Μία άλλη υποχρέωση της Εναγόμενης 2 προς τον Ενάγοντα, με βάση τη συμφωνία που υπέγραψαν, ήταν η πενταετής εργοδότησή του, ως Διευθύνων Σύμβουλος, στην Εναγόμενη 1 και η συμμετοχή του στο νέο Διοικητικό Συμβούλιο. Ακόμη μια άλλη, αλλά ουσιώδη, υποχρέωση, ήταν η ανάληψη, εκ μέρους της Εναγόμενης 2, εγγύησης ότι η αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 δεν θα ήταν χαμηλότερη της £1 κατά την εισδοχή της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «ΧΑΚ»). Σε περίπτωση δε που η τιμή της μετοχής της Εναγόμενης 3 αποδεικνύετο χαμηλότερη, η Εναγόμενη 2 θα υποχρεούτο να καταβάλει τη διαφορά σε μετρητά, κατ' αναλογία, στον Ενάγοντα και τη Γιόκκα, Τεκμήριο
  3. Ο όρος αυτός της συμφωνίας, επειδή προσέκρουε στο Νόμο περί ΧΑΚ, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί και ως εκ τούτου υπογράφηκε άλλη συμφωνία, στις 09/04/2000, Τεκμήριο 50, από την οποία απαλείφετο το μέρος αυτό και περιορίζετο μόνο στην εγγύηση από την Εναγόμενη 2 της εξασφάλισης και παραχώρησης των μετοχών της Εναγόμενης 3 στα ανωτέρω πρόσωπα. Όμως, ο Εναγόμενος 4, πέραν της εγγύησης του Τεκμηρίου 5 και στη συνέχεια, της περιορισμένης εγγύησης του Τεκμηρίου 50, έδωσε, προφορική, προσωπική εγγύηση, τόσο για τον ίδιο όσο και για την Εναγόμενη 2, ότι σε περίπτωση που η αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 ήταν χαμηλότερη της £1 έκαστη θα κατέβαλλαν οι ίδιοι, δηλαδή οι Εναγόμενοι 2 και 4, τη διαφορά προς τα πιο πάνω πρόσωπα, δηλαδή στον Ενάγοντα και στη Γιόκκα. Ένεκα δε των ενεργειών και παραλείψεων των Εναγομένων 1, 2 και 4, οι οποίες καταγράφονται στη μαρτυρία του και δεν χρειάζεται τώρα να αναφερθούν, αφού αναφορά θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο κατά την ταυτόχρονη καταγραφή, της αξιολόγησης, των ευρημάτων και της κατάληξης του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη 1 δεν κατόρθωσε να πιάσει τους στόχους που αναφέρονται στη συμφωνία Τεκμήριο 50 και γι' αυτό ο Ενάγοντας υπέστη ζημιές για τις οποίες αξιώνει τα ανάλογα ποσά, που αναφέρονται ανωτέρω, ως αποζημιώσεις και επίσης η αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 ήταν πολύ χαμηλότερη από τη £1, ήτοι £0,02 σεντ και ως εκ τούτου υπέστη ζημιά ίση με το ύψος της διαφοράς την οποία επίσης αξιώνει ως αποζημίωση. Σε σχέση με την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι το ποσό των £35.000 που έλαβε από αυτήν, το συμψήφισε με τις οφειλές της, όπως προφορικά συμφώνησε με τον Εναγόμενο 4, για μισθούς προς αυτόν και ποσά που κατέβαλε για αυτήν, τα δικαιώματα των οποίων τα επιφύλαξε να τα διεκδικήσει σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ για τις υπόλοιπες οφειλές που του καταλογίζει η Εναγόμενη 1, τις αρνείται και προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς, που επίσης θα σχολιαστούν σε κατοπινό στάδιο όπως αναφέρεται πιο πάνω. Ο Χαρίλαος Νίκου, ΜΕ2, ο οποίος ήταν μέτοχος και διευθυντής της CEILFLOOR LTD, η οποία εξαγοράστηκε από την Εναγόμενη 3, ουσιαστικά κλήθηκε για να καταδειχθεί ότι, με οδηγίες του Εναγόμενου 4, για εργασίες που έκανε η Ceilfloor Ltd σε καταστήματα της Εναγόμενης 1, και χρεώθηκε ορθά η Εναγόμενη 3, δυνάμει συμφωνίας των Εναγομένων 1 και 3, εκδόθηκαν άλλα τιμολόγια, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 11 και 12, για τις ίδιες εργασίες που έγιναν στα καταστήματα της Εναγόμενης 1, που αναφέρθησαν ανωτέρω, με συνέπεια τούτο να αποτελεί έναν από τους λόγους της μη καθαρής κερδοφορίας της Εναγόμενης 1 στα ποσά που αναφέρονται για τα έτη που καταγράφονται πιο πάνω. Ο Αλκιβιάδης Χαραλάμπους, ΜΕ3, προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών, κλήθηκε ουσιαστικά για να δείξει, από τη μια, την ασυνέπεια του Εναγόμενου 4 στις υποσχέσεις που δίνει και από την άλλη, τις ενέργειες και τις παραλείψεις των Εναγομένων 1, 2 και 4 στην αναβάθμιση του εκπαιδευτικού προγράμματος, που έκανε ο ίδιος, για την Avacom, σε πρόγραμμα MSDos, σε μορφή Windows και αναβάθμισή του, επίσης, στη νέα διδακτέα ύλη, για να μπορέσει να προχωρήσει με την εξέλιξη των πραγμάτων στον τομέα της, που είχε, μεταξύ άλλων λόγων, ως αποτέλεσμα να μην πιάσει η Εναγόμενη 1 τους στόχους για τα τρία έτη που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  4. Ο Πολύδωρος Στρούθος, ΜΕ4, ο οποίος είναι πρώτος ξάδελφος του πατέρα του Ενάγοντα, ο οποίος υπήρξε δικηγορικός υπάλληλος από το 1980-1984 και στη συνέχεια, από το 1985, άνοιξε γραφείο είσπραξης χρημάτων, ανέφερε ότι γνωρίζει τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, καθότι τον Ιούνιο του 2003, όταν άρχισαν οι συζητήσεις για τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των διαδίκων, έλαβε μέρος σε αυτές είτε μαζί με τον Ενάγοντα και το δικηγόρο του, είτε αντιπροσωπεύοντας τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με αυτόν, ο Εναγόμενος 4 αναγνώρισε και υποσχέθηκε, στην παρουσία του, ότι θα τιμούσε την εγγύηση που έδωσε στον Ενάγοντα για το ό,ποιο ποσό προέκυψε από τη διαφορά της αξίας της μετοχής της Εναγόμενης 3, με το ποσό της £1 που έδωσε ως εγγύηση για την αξία της μετοχής της Εναγόμενης
  5. Μεταξύ άλλων, επίσης, αναφέρθηκε στο θέμα πώλησης των μετοχών της Εναγόμενης 1 που κατείχε η Εναγόμενη 2 και τη γραπτή δήλωση του Ενάγοντα για την πρόταση αγοράς των 12.000 μετοχών από αυτές, όπως και για το θέμα της αποπομπής του Ενάγοντα από το κατάστημα στο οποίο ευρίσκετο, στις 25/05/2004, με αναφορά και στο θέμα του αποθέματος που ευρίσκετο σε αυτό. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 44 επιστολή ημερομηνίας 06/06/2003, ως Τεκμήριο 45 ετήσια έκθεση και λογαριασμοί 2003, με σχολιασμό επί αυτού του τελευταίου Τεκμηρίου και ως Τεκμήριο 46 απόδειξη ημερομηνίας 29/09/2015 με επισυναπτόμενη καρτέλα λογαριασμών επενδυτή. Τέλος, δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην πώληση της Εναγόμενης 1 στη εξηρτημένη εταιρεία MULTIRAMA Ltd, για το ποσό των £190.884,00, η οποία έγινε στις 28/12/2003 και η τελευταία, την ίδια ημέρα, μεταπώλησε σε κάποια άλλη, εκτός Ομίλου Avacom, για το ποσό των £
  6. Ο Νίκος Βοσκαρίδης, ΜΕ5, ο οποίος εργάζεται στην Ελληνική Χρηματιστηριακή από το 1999, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα ο οποίος είχε μετοχές στην Εναγόμενη 3 με πολλές κινήσεις, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 47 που κατέθεσε και το οποίο αποτελεί κατάσταση κίνησης των μετοχών, για τις οποίες δεν έκαμε πωλήσεις και οι οποίες παραμένουν στην κατοχή του Ενάγοντα μέχρι και σήμερα, αλλά τις μετέφερε από τον ένα λογαριασμό που είχε στον άλλο. Οι τελευταίες δε πράξεις που έκανε ο Ενάγοντας ήταν μέχρι το
  7. Κατά την αντεξέταση κατέθεσε ως Τεκμήριο 48 την κατάσταση αγοραπωλησίας μετοχών του Ενάγοντα, με αριθμό λογαριασμού 070452, της Εναγόμενης
  8. Για την Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 2 και 4 και για την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1, έδωσε μαρτυρία ο Μιχάλης Σιαμμάς, ΜΥ1, ο οποίος ανέφερε ότι δεν έχει καμία γνώση και σχέση με την παρούσα υπόθεση, του οποίου το επίθετό του είναι απλή συνωνυμία με αυτό του Εναγόμενου 4, είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της Εναγόμενης 2 από το Μάρτιο του 2010, ενώ δεν γνώριζε πότε είχε εξαγοραστεί η Εναγόμενη
  9. Αφού αναφέρθηκε στην Εναγόμενη 2 και ποιος κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό των μετοχών σήμερα και ποιες αλλαγές έγιναν σε αυτήν, στη συνέχεια ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 4, σύμφωνα με τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του και αυτά που βρίσκονται στον Έφορο Εταιρειών, έφυγε από την Εναγόμενη 2 από το έτος
  10. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε ότι η Εναγόμενη 2 εργάζεται και είναι στο ΧΑΚ, η αξία δε της μετοχής της είναι μεταξύ €0,09-€0,10 σεντ. Ο Ανδρέας Σιαμμάς, ΜΥ2, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασής του αποτέλεσε δήλωση-κατάθεσή του, κατέθεσε τα Τεκμήρια 49-
  11. Κατά την αντεξέτασή του αρνήθηκε όλα όσα του καταλόγισε ο Ενάγοντας, είτε μέσα από τη δική του μαρτυρία, είτε από τη μαρτυρία των άλλων μαρτύρων του, με ιδιαίτερη έμφαση στη μη ανάληψη οποιασδήποτε εγγύησης εκ μέρους του και της Εναγομένης 2, για την απόδοση αξίας £1 για έκαστη μετοχή της Εναγόμενης 3, προς τον Ενάγοντα, που ο τελευταίος κατείχε σε αυτήν και άρνησης οποιασδήποτε άλλης οφειλής ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας, εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, προς αυτόν, με ιδιαίτερη μνεία, από τη μια, στην από μέρους τους των καλύτερων δυνατών ενεργειών, με σκοπό την αύξηση των οικονομικών της Εναγόμενης 1 και γενικότερα του Ομίλου Avacom και από την άλλη, απόδοση κακής διαχείρισης της Εναγόμενης 1 εκ μέρους του Ενάγοντα, ο οποίος ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εναγόμενης 1, ένεκα της οποίας κακής διαχείρισης, η Εναγόμενη 1 βρέθηκε με αρνητικό πρόσημο, από εκεί που ήλπιζαν και υπολόγιζαν σε κερδοφορία, με βάση την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η βιωσιμότητά της. Επίσης αναφέρθηκε ότι από την καταμέτρηση του αποθέματος της Εναγόμενης 1, που υπήρχε στο κατάστημα, για το οποίο υπεύθυνος ήταν ο Ενάγοντας, που παρέλαβαν την κατοχή του, στις 25/05/2004, διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε τίποτε το αξιόλογο σε αυτό και επίσης ότι, με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν αλλά και κάποιες προσωπικές επικοινωνίες που είχε, διαφάνηκε ότι πολλοί από τους χρεώστες τους είχαν εξοφλήσει και δεν όφειλαν οιοδήποτε ποσό. Ακόμη για την μη ανάπτυξη και κερδοφορία της Εναγόμενης 1, αλλά και γενικότερα του Ομίλου Avacom, ως άφησε να νοηθεί, αυτή οφείλεται και στον Ενάγοντα, αλλά και άλλων εταιρειών, που πρόβαλλαν προσκόμματα στη συνεργασία ή συμμετοχή εταιρείας του Ομίλου Avacom με άλλη εταιρεία, την οποία ονόμασε. Επιπλέον, αρνήθηκε ότι με τις ενέργειες του ιδίου ή των άλλων Εναγομένων επιβαρύνθηκε το κόστος λειτουργίας της Εναγόμενης 1 ή ότι δεν έγιναν ενέργειες αναβάθμισης των προϊόντων και προγράμματος που διέθεταν προς το αγοραστικό κοινό και ως εκ τούτου δεν επήλθε κερδοφορία, ενώ από την άλλη πρόβαλε ότι αν κάποιος ευθύνεται για την κατάσταση που βρέθηκε η Εναγόμενη 1 είναι ο Ενάγοντας ως ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, αφού εξ αυτής της αρμοδιότητάς του ήταν αυτός που έπαιρνε και τις αποφάσεις που σχετίζοντο με την Εναγόμενη
  12. Τέλος, σε σχέση με την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1, ανέφερε ότι τούτη πηγάζει από το έλλειμμα στο ταμείο και στα εμπορεύματα, από την ανάληψη από τον Ενάγοντα συγκεκριμένου ποσού από το ταμείο της Εναγόμενης 1, από το υπόλοιπο του προσωπικού λογαριασμού του Ενάγοντα στην Εναγόμενη 1, καθώς και από την είσπραξη και οικειοποίηση, εκ μέρους του, οφειλομένων ποσών στην Εναγόμενη 1, όλα τούτα, συνολικού ποσού εκ €290.134,
  13. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η δικηγόρος του Ενάγοντα, στη γραπτή αγόρευσή της, αφού αναφέρθηκε στις αξιώσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, στη συνέχεια έκανε μνεία στη γραπτή και προφορική μαρτυρία του Ενάγοντα καθώς και στα Τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο με ειδική αναφορά στους όρους της συμφωνίας Τεκμήριο 50 αλλά και στο Τεκμήριο 5 και την κατ' ισχυρισμό του Ενάγοντα προφορική συμφωνία εγγύησης της αξίας της μετοχής της Εναγόμενης 3 στη £1 τη μετοχή μεταξύ του και των Εναγομένων 2 και 4, με αναφορά σε νομολογία, για να καταδείξει την ορθότητα των ισχυρισμών του αλλά και για να καταρρίψει τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς. Αφού προέβη σε αναφορές από τη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, κάλεσε το Δικαστήριο όπως κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία του Ενάγοντα και των μαρτύρων του και απορρίψει αυτήν του Εναγόμενου 4 (ΜΥ2) ως αναξιόπιστη. Τη μαρτυρία του ΜΥ1 τη χαρακτήρισε τυπική και χωρίς βαρύτητα για την ουσία της υπόθεσης. Με βάση δε τη μαρτυρία που πρόσφερε ο Ενάγοντας, κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση ως η αξίωση του Ενάγοντα. Από την άλλη, ο συνήγορος των Εναγομένων 1, 2 και 4, με αναφορά στα γεγονότα όπως κατά την άποψή του προκύπτουν μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εισηγήθηκε ότι δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να κάνει αποδεκτή την εξωγενή μαρτυρία του Ενάγοντα για την παράλληλη προφορική συμφωνία που επικαλέστηκε ο τελευταίος, για να δικαιολογήσει την αξίωσή του για την εγγυημένη αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 στο ποσό της £1 εκάστης, με επίκληση σχετικής νομολογίας, ενώ, παράλληλα, αντέτεινε ότι και αν ακόμη το Δικαστήριο εύρισκε ότι έγινε μια τέτοια συμφωνία δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν της δικής του Ενάγοντα, για το ύψος της αξίας της μετοχής της Εναγόμενης 3, κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ, ήτοι £0,76-£0,86 σεντ. Σε ό,τι αφορά το άλλο μέρος της αξίωσης του Ενάγοντα διαφάνηκε, από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τη μαρτυρία του Εναγόμενου 4, ότι ο μόνος υπεύθυνος για την άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε η Εναγόμενη 1 ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας, αφού ως Διευθύνων Σύμβουλος είχε την ευθύνη για την πορεία της. Ως ήταν αναμενόμενο, αντέστρεψε τα πυρά για την αξιοπιστία των μαρτύρων και αφού αναφέρθηκε και στο βάρος απόδειξης που έχει ο Ενάγοντας για την υπόθεσή του και εισηγήθηκε ότι δεν το απέσεισε από τους ώμους του, ζήτησε όπως απορριφθεί η αξίωση του Ενάγοντα, ενώ από την άλλη αφού ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε την οφειλή του προς την Εναγόμενη 1 για το ποσό των £35.000 θα πρέπει να εκδοθεί, χωρίς άλλο, απόφαση στην Ανταπαίτηση, γι' αυτό το ποσό, όπως και για τα άλλα ποσά της Ανταπαίτησης που, κατά τη θέση του, έχουν αποδειχτεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση, στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι, το Δικαστήριο εξετάζει ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και δεν επεκτείνεται πέραν αυτών (βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G & P Ergatides Motors Ltd.
(2007)1 ΑΑΔ 1380, Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ. κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 991 και Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24). Ως εκ τούτου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από τις θέσεις που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων στην αγόρευσή τους, το Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις αυτές και εκφράζονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης. Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05.06.2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία, όπως τα Τεκμήρια 52, 53, 54 και 55, που η κατάθεσή τους έγινε υπό τις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27
(1)και
(2)του Κεφ. 9. Ως εκ τούτου, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έχοντας υπόψη την υπόθεση Φίλιππος Γιαπατός ν. Μαρίας Σάββα κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1324 και Κυριακή Κολάνη άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108, η αναφερθείσα εξ ακοής μαρτυρία εξετάζεται και σχολιάζεται ως προς την αποδοχή της ή μη σε άλλο μέρος της απόφασης. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000).» Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη κ.ά ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.ά
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Σε σχέση με τις αντιφάσεις που η μία ή η άλλη πλευρά επισήμανε πρέπει να αναφερθεί ότι αυτές πρέπει να είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεσή του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 558, Ιωάννα Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 449 και Χρίστος Σ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, Κώστας Στρατής ν. Πεντέλης - Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1708 και Ανδρέας Ηλία κ.ά ν. Δημήτρη Σταυρινίδη
(2000)1 ΑΑΔ 874). Αντίθετα, μπορεί να λεχθεί ότι οι μικροαντιφάσεις ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων προβάλλοντας τον φυσικό τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκαν τα σχετικά γεγονότα, όπως αυτά υπήρχαν στη μνήμη τους (βλ. Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου (ανωτέρω) και Γιαννάκης Ξυδιάς κ.ά ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174). Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Andreas Polidorou Georghiades v. The Police
(1985)2 CLR 56, Costas Kades v. Christakis Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Yiannakis Agapiou v. Annetta Panayiotou
(1988)1 CLR 257, Στέλιος Μιχαήλ ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τάκη Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, Ανθούλα Σταύρου Καρεκλά ν. Σωτήρη Κλεάνθους
(1997)1 ΑΑΔ 1199 και Γεώργιος Ιωάννου ν. Γεώργιου Κουννίδη
(1998)1 ΑΑΔ 1215, Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά (ανωτέρω) και Αντώνης Γεωργίου Αντωνίου (Μεσίτης) ν. Πολύκαρπου Χρίστου
(2006)1 ΑΑΔ 888). Στην υπόθεση Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου ν. Λεόντιου Κ. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785, και δη στη σελίδα 791, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn
(1894)G.R. 67 (H.L.) και R. v. Hart
(1932)23 Cr. APP. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία που παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παράγραφος 33-69)». Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.ά
(1998)1 ΑΑΔ 843, αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου, ο οποίος προέβηκε στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 ΑΑΔ 1057, 1060, 1061, με αναφορά στις υποθέσεις A.C.T. Textiles Ltd v. Georghios Zodhiatis
(1986)1 CLR 89 και Adidas v. The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, ειπώθηκε ότι εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνειά τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προέβηκα στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων. Η μαρτυρία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και σε γενικές γραμμές έχει ήδη καταγραφεί στην αρχή της απόφασης, όταν έγινε αναφορά στη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά και δεν κρίνεται αναγκαίο να γίνει περαιτέρω αναφορά, αφού τούτο θα γίνει στα πλαίσια της αξιολόγησης, των ευρημάτων και της κατάληξης του Δικαστηρίου, που θα γίνεται ενιαία και αδιάσπαστα μεταξύ τους, με ευδιάκριτο τρόπο, ποιά μαρτυρία γίνεται αποδεκτή και ποιά όχι, όπως και τα ευρήματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου που εξάγονται από τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή. Συνάμα, μέσα από την απόφαση, θα απαντώνται και οι διάφορες θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων, που καταγράφονται στις αγορεύσεις τους, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από αυτές. Πρώτα να αναφέρω ότι, αν και δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα της ένστασης, όπως αποκαλείται, του Ενάγοντα, που καταγράφεται στην παράγραφο 2 της γραπτής δήλωσής του για την έγερση Ανταπαίτησης από την Εναγόμενη 1, προτού η τελευταία συμμορφωθεί με τις οφειλές της προς αυτόν, τις οποίες είχε ζητήσει με την αγωγή της υπ' αριθμό 4503/04 Ε.Δ. Λευκωσίας, από τον Ενάγοντα, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της και αποτελεί η πρόωρη αυτή Ανταπαίτηση δεδικασμένο, αφού, παρότι προβάλλονται αυτές οι θέσεις στην παράγραφο 2 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1, δεν προωθήθηκαν οι θέσεις αυτές κατά την αγόρευση της δικηγόρου του Ενάγοντα και ως εκ τούτου θεωρούνται ως εγκαταληφθείσες. Εν πάση περιπτώσει, για το μέρος που αφορά το δεδικασμένο, με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία, έχοντας υπόψη τη Νομολογία για το δεδικασμένο, θα απέρριπτα την εισήγηση για ύπαρξη δεδικασμένου, αφού η απόρριψη της αγωγής, της Εναγόμενης 1, έγινε λόγω μη προώθησής της. Ως προς το άλλο μέρος, δεν υπάρχει αρχή δικαίου με βάση την οποία όταν προβάλλει ένα πρόσωπο, ως ισχυρισμό, ότι του χρωστεί κάποιος, ο τελευταίος δεν δικαιούται να αποταθεί στο Δικαστήριο για οφειλές, που κατ' ισχυρισμόν έχει εναντίον του προσώπου αυτού. Ο Ενάγων, καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, κατείχε 999 μετοχές από τις 1.000 μετοχές, £1 έκαστη, του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, η οποία ασχολείτο με την κινητή και άλλην τηλεφωνία και συναφή είδη. Ήταν δε και Διευθυντής αυτής. Η Γιόκκα κατείχε την άλλη, μία, μετοχή. Κατά ή περί το τέλος του 1999 και αρχές του 2000, ο Ενάγοντας προσεγγίστηκε από εκπροσώπους της Εναγόμενης 2, η οποία εισήχθηκε στο ΧΑΚ το 1998, ιδρυτής της οποίας ήταν ο Εναγόμενος 4, ο οποίος υπήρξε Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου από την ίδρυσή της μέχρι την εξαγορά της το 2008 από ξένους επενδυτές, του οποίου την αποχώρηση από το Διοικητικό Συμβούλιο το 2009 επιβεβαίωσε ο ΜΥ1, του οποίου τη μαρτυρία αποδέχομαι αφού δεν υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία, η οποία ασχολείτο με την πώληση, εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων, για εξαγορά της Εναγόμενης
  1. Αφού έγιναν διαπραγματεύσεις, μεταξύ τους, όπως π.χ. φαίνεται από το Τεκμήριο 10, κατέληξαν και υπέγραψαν γραπτή συμφωνία, άνευ ημερομηνίας, Τεκμήριο 5, η οποία προέβλεπε την εξαγορά 599 μετοχών του Ενάγοντα και τη 1 μετοχή της Γιόκκα, ήτοι συνολικά 600 από τις 1.000 μετοχές, υπό συγκεκριμένα ανταλλάγματα και όρους, για τους οποίους γενική αναφορά έγινε στην αρχή της απόφασης αλλά θα γίνει και κατωτέρω, όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο, καθώς και συμφωνία εργοδότησης του Ενάγοντα, άνευ ημερομηνίας, Τεκμήριο
  2. Επειδή στον όρο 3 της συμφωνίας Τεκμήριο 5 προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι η Εναγόμενη 2 εγγυάτο ότι η αξία της μετοχής της θυγατρικής της εταιρείας, Εναγόμενης 3, δεν θα ήταν χαμηλότερη της αξίας της £1, κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ, που ας σημειωθεί η διαπραγμάτευση των μετοχών της στο ΧΑΚ άρχισε στις 13/09/2000, Τεκμήριο 49, και σε περίπτωση που η τιμή της μετοχής αποδεικνύετο χαμηλότερη τότε η Εναγόμενη 2 θα υποχρεούτο να καταβάλει τη διαφορά σε μετρητά, η συμφωνία εξαγοράς δεν έγινε αποδεκτή από το ΧΑΚ και ως εκ τούτου υπογράφηκε η συμφωνία ημερομηνίας 09/04/2000, Τεκμήριο 50, από την οποία απαλείφθηκε η πιο πάνω πρόβλεψη. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΓΓΥΗΜΕΝΗΣ ΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΗ £1 Επί αυτού δημιουργήθηκε και η πρώτη δικογραφική αντιπαράθεση μεταξύ των διαδίκων και δόθηκε εκ διαμέτρου αντίθετη μαρτυρία από τους βασικούς πρωταγωνιστές της υπόθεσης, δηλαδή τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο
  3. Ο Ενάγοντας, στη μαρτυρία του, ισχυρίστηκε ότι αν και απαλείφθηκε από τη δεύτερη συμφωνία, Τεκμήριο 50, η εγγύηση για την αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 στη £1, από την Εναγόμενη 2, εγγύηση γι' αυτή δόθηκε προφορικά από τον Εναγόμενο 4, τόσο κατά την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 5, όσο και κατά την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας Τεκμήριο 50, όπως εξάγεται από τα συμφραζόμενά του, ο οποίος εγγυήθηκε προσωπικά την καταβολή της διαφοράς, αν υπήρχε, καθώς και εκ μέρους της Εναγόμενης 2, ως γενικός υπεύθυνος αυτής, ως φαίνεται από τα Τεκμήρια 1 και 2, αφού αυτός διόριζε τους εκάστοτε Διευθυντές τους, αφού είχε την πλειοψηφία των μετοχών. Από την άλλη, ο Εναγόμενος 4 στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι αν και όντως δεν έγινε αποδεκτή από το ΧΑΚ η πρώτη συμφωνία, Τεκμήριο 5, γιατί θεωρήθηκε χειραγώγηση της αξίας της μετοχής, η οποία αντίκειται στη Νομοθεσία περί ΧΑΚ, ουδεμία εγγύηση δόθηκε είτε από αυτόν προσωπικά είτε για την Εναγόμενη 2 και αυτό που ισχύει είναι αυτό που αναγράφεται στη συμφωνία, Τεκμήριο 50, και τίποτε περισσότερο. Σε νομικό επίπεδο, η δικηγόρος του Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι, η μαρτυρία του Ενάγοντα περί τούτου, είναι μεν εξωγενής μαρτυρία, αλλά πρέπει να γίνει αποδεκτή ως ανταποκρίνουσα στην αλήθεια και την πραγματική επιθυμία των μερών, ως διαφαίνεται και από την πρώτη συμφωνία, Τεκμήριο
  4. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων, ο οποίος ζήτησε να μην γίνει αποδεκτή ως εξωγενής μαρτυρία, αφού η σχετική πρόνοια στη συμφωνία Τεκμήριο 50 είναι σαφής. Επικαλέστηκε δε αυθεντίες επί του θέματος. Ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, είτε ως αποτέλεσμα νομικής υποχρέωσης είτε κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους του εγγράφου. Στην υπόθεση Maroulla Stylianou Polykarpou v. Savvas Polykarpou,
(1982)1 CLR 182, 196, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι ένας πολύ παλιός κανόνας στο νόμο της απόδειξης που δεν επιτρέπει την αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους ενός εγγράφου. Ο κανόνας αναπτύχθηκε για να προσδώσει μια βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές.» Ο κανόνας αυτός όμως δεν θα μπορούσε να είναι άκαμπτος γιατί τότε θα οδηγούσε σε αδικίες. Γι΄ αυτό και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Συμβιβάζοντας τον κανόνα με τις εξαιρέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίζει (α) την ανάγκη για τη βεβαιότητα στη διεκπεραίωση των ανθρωπίνων σχέσεων και (β) την ανάγκη για την απρόσκοπτη επιδίωξη της αλήθειας (βλ. Maroulla Stylianou Polykarpou v. Savvas Polykarpou (ανωτέρω), Α. Χρ. Σολομωνίδης & Αδελφοί Λτδ v Tsouris Constructions and Estates Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 355, Victor Onega A.G. v Του πλοίου Μ/V Girvas κ.ά.
(2000)1 AAΔ 16 και Belcy Company Ltd v. Ζένιου Λουκά
(2003)1(Β) ΑΑΔ 871, 881). Οι εξαιρέσεις, αν και δύσκολο να καθοριστούν, μπορούν να ταξινομηθούν σ΄ αυτές που αναφέρονται: (α) στην εγκυρότητα της συμφωνίας (β) στην πραγματική φύση της συναλλαγής (γ) στην ιδιότητα των συμβαλλομένων (δ) σε συνακόλουθη υποχρέωση και (ε) σε ερμηνεία ενός εγγράφου. Ίδια ήταν η αντιμετώπιση και στην υπόθεση Marketventures Ltd v. Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 ΑΑΔ 383, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όταν μια συμφωνία διατυπωθεί σε γραπτό κείμενο, όπως έγινε εδώ με την υποβολή και αποδοχή της αίτησης, Τεκμ. 5, ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται σε κανένα από τα δύο μέρη να διαφοροποιήσει τη συμφωνία. Πρόκειται για τον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Σκοπός του κανόνα είναι η διασφάλιση της βεβαιότητας των συναλλαγών. Όμως η νομολογία αναγνωρίζει ότι αυστηρή εφαρμογή του κανόνα πολλές φορές οδηγεί σε αδικία, ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μη φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd. v. Andrea Merzario Ltd. [1976] 2 All E.R. 930, στη σελίδα 935:- «The court is entitled to look at and should look at all the evidence from start to finish in order to see what the bargain was that was struck between the parties.» Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:- «Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει και οφείλει να εξετάζει όλη τη μαρτυρία από την αρχή μέχρι το τέλος ούτως ώστε να διαπιστώσει τι συμφωνία είχε επιτευχθεί μεταξύ των μερών.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 C.L.R. 182 και Γερμανού v. Κόκκαλου
(1994)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο προσέγγισε ορθά το θέμα, θεωρώντας ότι η συμφωνία των μερών όπως διατυπώνεται στο Τεκμήριο 5, υπόκειται στην παράλληλη συμφωνία που προηγήθηκε στις 16.6.
  2. Γι' αυτό και με βάση την εξαίρεση του κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας, ορθά θεώρησε τις παραστάσεις του Αλωνεύτη ως δεσμευτικές. Το ότι η παράσταση προηγήθηκε, δεν επηρέαζε την ουσία, εφόσον πρόθεση των μερών κατά τη συνάντηση τους στις 16.6.2000, ήταν όπως η παράσταση είναι δεσμευτική για την επένδυση ύψους μισού εκατομμυρίου λιρών που θα ακολουθούσε. Επομένως, ορθά το δικαστήριο θεώρησε ότι η παράλληλη συμφωνία της 11.6.00 επενεργούσε στην αίτηση - Τεκμήριο 5 - κατά τρόπο που να εξουδετερώνει την κατά τα άλλα αντίθετη πρόνοια του Τεκμηρίου 5 για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ το 2004.» Στην υπόθεση Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. ν. Alsako Aluminium Ltd κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 1481, της οποίας τα γεγονότα λίγο πολύ είναι παρόμοια με αυτά της παρούσας αγωγής, ως προς την προφορική προσωπική εγγύηση για την αξία της μετοχής, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Αναφορικά με τον (α) ισχυρισμό, ότι δηλαδή δεν έγινε παράλληλη προφορική συμφωνία, ενόψει της κατάληξης μας στο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων των εφεσιβλήτων (λόγοι έφεσης 15 και 17) κρίνουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου περί ύπαρξης παράλληλης προφορικής συμφωνίας είναι ορθή. Το πρωτόδικο δικαστήριο ασχολήθηκε εκτεταμένα με τις νομικές αρχές που διέπουν την εξαίρεση στον κανόνα ότι όταν υπάρχει γραπτή σύμβαση δεν επιτρέπεται η προσαγωγή άλλης μαρτυρίας και εφάρμοσε ορθά τις αρχές αυτές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Υιοθετούμε το σκεπτικό του δικαστηρίου όπως φαίνεται στις σελ. 54-59 της απόφασης χωρίς την ανάγκη να το επαναλάβουμε. Πέραν των αυθεντιών που εκεί αναφέρονται, σχετική είναι και η υπόθεση Μarketventures Ltd v. Δικωμίτη
(2009)1 A.A.Δ. 383, όπου εφαρμόστηκε η πιο πάνω αρχή. . . . ................................ Επομένως η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου για την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας η οποία δεν επηρεαζόταν από την ύπαρξη των γραπτών συμφωνιών, τεκμ. 2 και 8, κρίνεται ορθή, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι οι εν λόγω συμφωνίες στο θέμα του ανταλλάγματος για την πώληση των εταιρειών των εφεσιβλήτων, ήταν συγκρουόμενες μεταξύ τους. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατάληξε ότι η βασική συμφωνία ήταν αυτή της 26/5/00 (τεκμ. 2) και ότι το τεκμ. 8 (συμφωνία ημερ. 27/7/00) και το τεκμ. 9 (επιστολή που οι εφεσείοντες περιέγραψαν ως τρίτη συμφωνία) «έγιναν για σκοπούς ΧΑΚ και μόνο και ήταν ένα κατασκεύασμα εκ των υστέρων προωθούμενο από την Muskita, έστω με τη συμβουλή των νομικών της, για να καλύψει την απόκρυψη στο ενημερωτικό δελτίο του γεγονότος ότι είχε ήδη εξαγορασθεί η επιχείρηση των εναγόντων ..» Ο Ενάγοντας, ο οποίος, σε γενικές γραμμές, μου έκανε καλή εντύπωση, καθότι ήταν ειλικρινής, ευθύς και δεν περιέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις που να προκαλούν ρήγμα στην υπόθεση, ούτε είναι ουσιαστικής μορφής, έτσι ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνουν τη διάθεσή του να ψευσθεί, ούτε είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία του σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο, πρέπει να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός του ότι υπήρξε προφορική προσωπική εγγύηση εκ μέρους του Εναγόμενου 4 τόσο για τον ίδιο όσο και για την Εναγόμενη 2, υποστηρίζεται από την πρώτη συμφωνία, Τεκμήριο 5, στην οποία με σαφήνεια διακρίνεται η εγγύηση της Εναγόμενης 2, αλλά και από το σύνολο του ανταλλάγματος εξαγοράς του 60% της Εναγόμενης 1 από την Εναγόμενη 2, στο οποίο ξεκάθαρα διαφαίνετο ότι η πρόθεση των μερών ήταν, πέραν των άλλων ποσών που θα λάμβανε ο Ενάγοντας από την Εναγόμενη 2, με τον τρόπο που αναφέρεται στη συμφωνία, ήταν και η λήψη ενός άλλου ποσού εκ £107.100 που θα είχαν τη μορφή 107.100 μετοχών της Εναγόμενης 3, που θα λάμβανε ο Ενάγοντας από αυτήν, για το οποίο ποσό η μόνη εξασφάλισή του, αφού θα λάμβανε τις ως άνω μετοχές ο Ενάγοντας, για τις οποίες δεν ήταν γνωστή ποιά θα ήταν η αξία τους με την εισδοχή της Εναγόμενης 3 στο ΧΑΚ, ήταν η προφορική προσωπική εγγύηση των Εναγομένων 2 και 4, και δη του τελευταίου, αφού πλέον δεν φαινόταν εγγράφως η εγγύηση της Εναγόμενης
  1. Η επισήμανση από τον Εναγόμενο 4 ότι ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του ανάφερε ότι η προφορική εγγύηση από αυτόν, δόθηκε στην οικία του την παραμονή της εισδοχής της Εναγόμενης 3 στο ΧΑΚ, η οποία έγινε στις 13/09/2000, Τεκμήριο 49, ήταν αδύνατη καθότι η συμφωνία έγινε στις 09/04/2000, Τεκμήριο 50, παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο Ενάγοντας, από τα συμφραζόμενά του, ανέφερε ότι η προφορική εγγύηση από τον Εναγόμενο 4 δόθηκε τόσο όταν θα υπογραφόταν η πρώτη συμφωνία, Τεκμήριο 5, όσο και όταν καταρτίστηκε η δεύτερη συμφωνία, Τεκμήριο
  2. Η αναφορά του Ενάγοντα στην επίσκεψή του στην οικία του Εναγόμενου 4, παραμονή της εισδοχής της μετοχής της Εναγόμενης 3 στο ΧΑΚ και του ανέφερε ότι εγγυάτο τη μετοχή της Εναγόμενης 3 στη £1, δεν πρέπει να απομονώνεται από την υπόλοιπη μαρτυρία και δη το Τεκμήριο 5, που έγινε πριν τις 09/04/2000, στην οποία καταγράφεται η εγγύηση της Εναγόμενης 2 και το Τεκμήριο 50, που έγινε στις 09/04/2000, καθώς και ότι η πραγματική έννοια της λήψης των 107.100 μετοχών της Εναγόμενης 3 από τον Ενάγοντα και τη Γιόκκα, κατ' αναλογία, ήτο το κατ' ελάχιστο ποσό των £107.100 ως μέρος του ανταλλάγματος για την εξαγορά των 600 μετοχών της Εναγόμενης 1 από την Εναγόμενη
  3. Μάλιστα, όταν κάποιος διαβάσει τις ακριβείς ερωτήσεις του κ. Ιακώβου και τις απαντήσεις του Ενάγοντα σε αυτές, δεν αφήνει αμφιβολία ότι η εγγύηση δόθηκε κατά την υπογραφή των δύο, ως άνω, συμφωνιών. Παρατίθενται, ενδεικτικά, τα πιο κάτω αποσπάσματα από τη σχετική μαρτυρία, επί τούτου, του Ενάγοντα: «Ε: Αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η προφορική συμφωνία είχε γίνει κατά το χρόνο που υπογράφετο η γραπτή συμφωνία με την οποία εσύ πώλησες τις μετοχές σου. Α: Όλες οι προφορικές συμφωνίες και υποσχέσεις των Εναγομένων μέσω των Διευθυντών τους και ιδιαίτερα του Ανδρέα Σιαμμά έγιναν κατά την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας και γι' αυτό το λόγο μας έπεισαν να πωλήσουμε το 60%.» ................................ «Ε: Και είπες ότι υπογράψαμε παραμονή μια νέα συμφωνία και μας πήραν το πρωτότυπο. Α: Το πρωτότυπο με την εγγυημένη £
  4. Αν κατανοήθηκε λάθος απολογούμαι στο Δικαστήριο. Παραδώσαμε το συμβόλαιο με την εγγυημένη λίρα.» Σε κάποιο άλλο δε σημείο λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ε: Το συμβόλαιο που υπογράψατε την παραμονή που θα έμπαιναν οι μετοχές για διαπραγμάτευση δεν είχε πάνω την πρόνοια της λίρας; Α: Μάλιστα.» Επομένως, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, έστω και με μη καθαρή διατύπωση, και την αναφορά που έκανε ότι δεν ενθυμείτο ημερομηνίες, εξάγεται ότι αναφέρετο στο χρόνο που έγιναν οι δύο συμφωνίες. Ο Εναγόμενος 4, ΜΥ2, επί αυτού του θέματος, δεν με έπεισε, καθότι δεν εξήγησε πώς ο Ενάγοντας θα διασφάλιζε το ποσό των £107.100, που λάμβανε τη μορφή 107.100 μετοχών της Εναγόμενης 3, αφού η πρόθεση του Ενάγοντα περί τούτου διατυπώθηκε σαφώς στο Τεκμήριο 5, με βάση το οποίο η Εναγόμενη 2 εγγυάτο την αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 στην £1, κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ. Ο μόνος τρόπος, πλέον, ήταν η προφορική εγγύηση από την Εναγόμενη 2 και για καλύτερη και σίγουρη εξασφάλιση από τον Εναγόμενο 4, ο οποίος ήταν το λύειν και το δένειν του Ομίλου Avacom. Περαιτέρω, επί αυτού του θέματος, δόθηκε μαρτυρία από τον ΜΕ4, του οποίου τη μαρτυρία αποδέχομαι, αφού δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και ήταν ειλικρινής και ευθύς στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε, ως αντιπρόσωπος και/ή ως σύμβουλος του Ενάγοντα από τον Ιούνιο, περίπου, του 2003, όπου ο Εναγόμενος 4 παραδέχθηκε την εκ μέρους του εγγύησης της αξίας της μετοχής της Εναγόμενης 3 στη £
  5. Επίσης, ο Εναγόμενος 4, στην προσπάθειά του να καταδείξει ότι οι διαπραγματεύσεις και η υπογραφή των συμφωνιών έγιναν από άλλα πρόσωπα και ουσιαστικά αυτός δεν είχε ιδιαίτερη επικοινωνία και επαφή με τον Ενάγοντα, έτσι ώστε να χρειαστεί να δώσει και την προσωπική του εγγύηση, ενώ στη γραπτή δήλωσή του ανέφερε ότι δεν είχε υπογράψει αυτός, εκ μέρους της Εναγόμενης 2, τη συμφωνία Τεκμήριο 5, κατά την αντεξέτασή του, αφού του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5, αναγνώρισε ως δική του την υπογραφή λέγοντας ότι έκανε λάθος και δεν θυμόταν επειδή δεν είχε αντίγραφο και εν πάση περιπτώσει είχε αναφέρει ότι όταν παρευρίσκετο αυτός ήταν που υπέγραφε. Στην υπόδειξη δε ότι είχε αντίγραφο της συμφωνίας που του έδωσε η πλευρά του Ενάγοντα δικαιολόγησε τούτο λέγοντας ότι δεν το είδε. Ακόμη, στην προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν έδωσε ο ίδιος προσωπική εγγύηση, ανέφερε ότι το αντάλλαγμα που έδινε η Εναγόμενη 2 ήταν τόσο μεγάλο που πολλές άλλες εταιρείας θα ήθελαν να ενταχθούν στον Όμιλο Avacom. Σε ερώτηση ποιες ήταν αυτές οι άλλες εταιρείες απάντησε ότι δεν ήθελαν άλλες εταιρείες. Όμως, αν και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δόθηκε η προφορική προσωπική εγγύηση των Εναγομένων 2 και 4 για την αξία της μετοχής της Εναγομένης 3 στη £1 κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ, στον Ενάγοντα, η οποία έγινε στις 13/09/2000, Τεκμήριο 49, εν τούτοις δεν προσκομίστηκε μαρτυρία, προερχόμενη από το ΧΑΚ, ποιά ήταν η αξία της μετοχής της Εναγόμενης 2, κατά την ημέρα αυτή. Η μόνη μαρτυρία περί τούτου, που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν του ότι η ονομαστική αξία της μετοχής ήταν £0,50 σεντ, προέρχεται από τον Ενάγοντα ο οποίος ανάφερε ότι η αξία της, αν ενθυμείτο καλά και χωρίς να είναι βέβαιος, ήταν μεταξύ £0,76-£0,86 σεντ, η οποία δεν αντικρούστηκε με άλλη μαρτυρία από τον Εναγόμενο
  6. Πλην όμως στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, αφού γίνεται παραδοχή ότι η αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 ήταν £0,02 σεντ, κατά την ημέρα που καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, στη συνέχεια αναφέρεται ότι η αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 κατά την ημέρα εισδοχής της στο ΧΑΚ ήταν £0,59 σεντ. Ενώ από το Τεκμήριο 47 φαίνεται ότι στις 15/09/2000 η τιμή της μετοχής να ήταν £0,51 σεντ. Η αναφορά του Ενάγοντα ότι η αξία της μετοχής ήταν £0,02 σεντ, δεν ήταν κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ αλλά κατά την έγερση της αγωγής, που βέβαια δεν είναι το ζητούμενο με βάση το Τεκμήριο 5, που ο ίδιος επικαλέστηκε. Ο Ενάγοντας, περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει στην πώληση των μετοχών, που έλαβε από την Εναγόμενη 3, γιατί δεν το επέτρεψε σε αυτόν, όπως και σε άλλους μετόχους, ο Εναγόμενος 4, προφανώς για αποφυγή πτώσης της αξίας της μετοχής, υπό την απειλή ότι όποιος προέβαινε σε πώληση έθετε τον εαυτό του εκτός ομίλου. Έτσι, συνέχισε, αφού δεν είχε τη δυνατότητα πώλησης των μετοχών που κατείχε της Εναγόμενης 3, επειδή έπεσε η αξία της μετοχής μέχρι τα £0.02 σεντ, κατά την ημέρα που κινήθηκε η παρούσα αγωγή, αξιώνει το ποσό της διαφοράς της εγγυημένης αξίας της μετοχής στη £1 με την πραγματική αξία των £0,02 σεντ που αναφέρεται ανωτέρω. Δεν μπορώ να αποδεχθώ τη συλλογιστική του Ενάγοντα για αυτό το θέμα, αφού η σημασία επί αυτού, δεν είναι το κατά πόσον μπορούσε να πωλήσει ή δεν πώλησε τις μετοχές κατά την ημέρα εισδοχής της μετοχής της Εναγόμενης 3 στο ΧΑΚ, την οποία μαρτυρία του για μη επίτρεψη πώλησης των μετοχών του από τον Εναγόμενο 4 δεν αποδέχομαι, γιατί δεν υπάρχει κανένα απτό στοιχείο που να συνηγορεί σε αυτό, αλλά, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 5, η εγγύηση αφορούσε τη διαφορά της εγγυημένης μετοχής εκ £1 και της αξίας της κατά την ημέρα της εισδοχής της στο ΧΑΚ, ανεξάρτητα και άσχετα αν θα πωλούσε ή δεν θα πωλούσε μετοχές ή δεν θα του επιτρέπετο να πράξει τούτο. Ο χρόνος αξίας της μετοχής που θα λαμβάνετο υπόψη για σκοπούς ανεύρεσης κατά πόσο θα καταβάλλετο οιοδήποτε ποσό ή όχι στον Ενάγοντα, καθορίστηκε στο Τεκμήριο 5, με σαφήνεια, ότι αυτός ήταν η μέρα εισδοχής της μετοχής της Εναγόμενης 3 στο ΧΑΚ και δεν χωρεί οιαδήποτε άλλη εξήγηση. Να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας, κατά την αντεξέτασή του, ανάφερε ότι δεν πώλησε τις μετοχές για πολλούς και διάφορους λόγους, κυριότερος των οποίων ήταν ότι αγόρασε και άλλες γιατί πίστευε ότι θα ανέβαινε η αξία των μετοχών της Εναγόμενης 3, πιστεύοντας τα λεγόμενα του Εναγόμενου 4, για να έβγαζε περισσότερα χρήματα. Ενόψει της πιο πάνω αναφοράς στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι η αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ ήταν £0,59 σεντ και ότι η τιμή της μετοχής στις 15/09/2000 ήταν £0,51 σεντ, βρίσκω ότι η αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ στις 13/09/2000 ήταν £0,59 σεντ. Επομένως με βάση τη μαρτυρία, που έγινε αποδεκτή και του ως άνω ευρήματος του Δικαστηρίου, ότι η αξία της μετοχής της Εναγόμενης 3 κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ στις 13/09/2000, Τεκμήριο 49, ήταν £0,59 σεντ, βρίσκω ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στο ποσό που εξάγεται από τη μαθηματική πράξη 107.100 ÷ 600 = 178,5 x 599 = 106.922 x £0,41 σεντ = £43.838,02 (€74.901,70). Ο Ενάγοντας, μετά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 09/04/2010, Τεκμήριο 50, η οποία ανακοινώθηκε στον τύπο, Τεκμήριο 51 και τη συμφωνία εργοδότησης Τεκμήριο 3, εργοδοτήθηκε από την Εναγόμενη 1, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, ως Διευθύνων Σύμβουλος, με χρονιαίο ποσό απολαβών £20.000, το οποίο θα καταβάλλετο διά 12 ίσων μηνιαίων δόσεων, δηλαδή £1.666,67 μηνιαίως, ενώ στην έναρξη κάθε νέου έτους θα συζητείτο μεταξύ τους και θα αποφασίζετο λογική αύξηση λαμβανομένου υπόψη της οικονομικής κατάστασης της Εναγόμενης 1, για αορίστου διαρκείας χρόνο, τουλάχιστον όμως πέντε
(5)ετών, με δέσμευση της Εναγόμενης 1 να τηρήσει και εφαρμόσει τούτο. Καθορίστηκαν δε τα καθήκοντα, αρμοδιότητες και υποχρεώσεις του Ενάγοντα, ως Διευθύνων Σύμβουλος, ως τούτα καταγράφονται στην παράγραφο 4, υπό στοιχεία α) έως ζ) της συμφωνίας εργοδότησης, Τεκμήριο
  1. Η Εναγόμενη 2 υλοποιώντας τη δέσμευσή της προέβη σε αύξηση του κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 κατά £115.
  2. Τα πράγματα δεν πήγαν καλά για την Εναγόμενη 1, για τα έτη 2000, 2001 και 2002, ως αντιθέτως υπολόγιζαν, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 56, που αποτελεί την οικονομική έκθεση για το έτος 2001 και το Τεκμήριο 45 που αποτελεί την ετήσια έκθεση και λογαριασμούς για το έτος
  3. Η ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΛΟΓΩ ΜΗ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ΕΞ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1, 2 ΚΑΙ 4 Ο Ενάγοντας για το έτος 2000 εισέπραξε, πέραν του μισθού του, το ποσό των £13.955, ενώ για τα έτη 2001 και 2002 ουδεμία καρποφορία υπήρξε και δεν εισέπραξε κανένα ποσό από κερδοφορία, πέραν των όποιων μισθών του καταβλήθηκαν. Σκόπιμα δεν αναφέρεται ποιό ποσό έλαβε ως μισθούς, αφού, πρώτο, δεν αποτελεί επίδικο θέμα και δεύτερο, παρότι αναφέρεται σε συγκεκριμένο ποσό μισθών που του οφείλεται από την Εναγόμενη 1 στη γραπτή δήλωσή του, ανέφερε ότι επιφυλάσσει τα οποιαδήποτε δικαιώματά του περί τούτου. Αν και φαίνεται από τα πιο πάνω ότι για τα τρία έτη που μας ενδιαφέρουν, 2000, 2001, 2002, δεν υπήρξαν ιδιαίτερες προστριβές μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων, η πρώτη αντίδραση εκ μέρους της Εναγομένης 1 επήλθε στις 07/04/2003, όταν συγκλήθηκε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, στα γραφεία της Εναγόμενης 3, χωρίς να προσκληθεί και χωρίς να παραστεί ο Ενάγοντας και λήφθηκε απόφαση με την οποία ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 στην Ελληνική Τράπεζα αδρανοποιείτο από τις 07/04/2003, Τεκμήριο
  4. Από δω και πέρα αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση των μεταξύ τους σχέσεων που αποκορύφωμα έχει, ως θα αναφερθεί κατωτέρω, την παύση του Ενάγοντα ως εργοδοτούμενου από την Εναγόμενη
  5. Ο Ενάγοντας, για να καταδείξει τον κακό χειρισμό, εκ μέρους των Εναγομένων και δη του Εναγομένου 4, ο οποίος διόριζε τα άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, αλλά και των άλλων εταιρειών του Ομίλου Avacom, οι οποίοι εκτελούσαν τις οδηγίες του, που, κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, επέφερε την οικονομική καταστροφή της Εναγόμενης 1, κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 επιστολή του ημερομηνίας 16/03/2003 προς τον Άριστο Ππασιά με κοινοποίηση προς τον Χρίστο Τσίτσιο και τον Εναγόμενο 4, με την οποία ουσιαστικά τους έθετε προ των ευθυνών τους, αφού ούτε μια οθόνη δεν μπορούσε η Εναγόμενη 1 να αγοράσει, από άλλην εταιρεία, για να πωλήσει σε πελάτη, λόγω του ότι αδρανοποιήθηκε ο λογαριασμός της, στις 07/04/2003, Τεκμήριο 19 και δεν μπορούσε να εκδοθεί επιταγή. Επίσης, για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή να καταδείξει τον κακό χειρισμό εκ μέρους των Εναγομένων και δη του Εναγόμενου 4, κατέθεσε: - Ως Τεκμήριο 6 τα πακέτα που χρησιμοποιήθηκαν για την πώληση προϊόντων «ΓΝΩΣΗ», μέσω πωλητών, όπως φαίνεται από τα στοιχεία τριών πωλητών ημερομηνίας 17/10/2001, 18/10/2001 και 25/11/
  6. - Ως Τεκμήριο 7 την ανάλυση κόστους πωλήσεων και εξόδων για το έτος 2001 για να καταδείξει την αύξηση των εξόδων. - Ως Τεκμήριο 8 δημοσίευμα, άνευ ημερομηνίας, σχετικό με τις ενέργειες της Εναγόμενης
  7. - Ως Τεκμήριο 9 τιμολόγιο ημερομηνίας 29/09/2002 για χρέωση της Εναγόμενης 1 που δεν έπρεπε να είχε γίνει. - Ως Τεκμήρια 11 και 12 τιμολόγια, από τα οποία φαίνεται ότι αρχικά εκδόθηκαν στην Avacomtel Services Ltd στις 30/03/2001 και 01/07/2001, αντίστοιχα, τα οποία στη συνέχεια εξεδόθησαν και χρεώθησαν στην Εναγόμενη 1, την 01/07/2001 και 30/12/2002, αντίστοιχα, όπως ανέφερε ο ΜΕ2, ο οποίος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, ήταν ειλικρινής, ευθύς και ανάφερε με σαφήνεια πότε εκδόθηκαν τα αρχικά τιμολόγια και οι χρεώσεις και στη συνέχεια από ποιόν έλαβε οδηγίες για να εκδοθούν τιμολόγια στο όνομα της Εναγόμενης 1, όπως και έπραξε, που κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα έγινε κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 3 και ορθά είχαν εκδοθεί προηγουμένως στην Avacomtel Services Ltd. - Ως και τα τιμολόγια, Τεκμήριο 13, ημερομηνίας 01/07/2001, Τεκμήριο 14, ημερομηνίας 23/09/2003, Τεκμήριο 15, δέσμη εξ 7 τιμολογίων, ημερομηνίας 01/04/2002-30/06/2002, Τεκμήριο 16, δέσμη εκ 3 τιμολογίων ημερομηνίας 22/11/2002-31/07/2003 και Τεκμήριο 17, ημερομηνίας 18/04/2003, από τα οποία φαίνεται η αύξηση του κόστους των εξόδων της Εναγόμενης 1, ενώ με επιστολές του, άνευ ημερομηνίας, Τεκμήριο 18, προφανώς, με την πρώτη, περί τον Μάρτιο του 2004, ανέφερε ότι με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους οδηγούσαν την Εναγόμενη 1 στην καταστροφή, ενώ με τη δεύτερη, περί τον Ιούνιο του 2003, τους γνωστοποιούσε ότι πρέπει να πληρωθούν οι λογαριασμοί τηλεφώνου και ρεύματος καθώς και για άλλες υποχρεώσεις της Εναγόμενης
  8. Περαιτέρω δε, με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 03/06/2003, Τεκμήριο 21, προς την Εναγόμενη 1 και την P.S.C. Telecommunications Ltd, πληροφορούσε αυτούς για τα δικαιώματά του που είχε, με βάση τις συμφωνίες που αναφέρονται ανωτέρω, και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους. Επίσης, με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 06/06/2003, Τεκμήριο 44, ζητούσε να εφοδιαστεί με τα πρακτικά της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 05/06/2003, ενώ την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 05/06/2003, με επιστολή του ίδιας ημερομηνίας, 05/06/2003, Τεκμήριο 43, ενημέρωνε την Εναγόμενη 1 ότι έλαβε το ποσό των £35.000 από το ταμείο της για προσωπικές του ανάγκες και την παρακαλούσε όπως χρεώσει τον προσωπικό του λογαριασμό με το αντίστοιχο ποσό. Ακολούθως, στις 12/06/2003, μετέβηκαν στο κατάστημα της Εναγόμενης 1, στο οποίο ήταν υπεύθυνος ο Ενάγοντας, ο Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου Avacom μαζί με τον Άριστο Ππασιά και προέβηκαν σε καταγραφή των εμπορευμάτων και ολόκληρου του εξοπλισμού, χωρίς να προκύψει οιαδήποτε διαφορά. Φαίνεται ότι, μετά από τις πιο πάνω επιστολές, υπήρξε ανταλλαγή επιστολών για το θέμα της διαχείρισης της Εναγόμενης 1, μεταξύ των οποίων και η επιστολή ημερομηνίας 20/06/2003, Τεκμήριο 22, με την οποία αντέστρεφε η Εναγόμενη 1 τις όποιες ευθύνες καταλόγιζε ο Ενάγοντας σε αυτήν και σε αυτούς που τη διοικούσαν. Θέμα προστριβής αποτέλεσε η απόφαση της Εναγόμενης 3 να πωλήσει το σύνολο των μετοχών της, για μέρος των οποίων εξέφρασε ετοιμότητα αγοράς ο Ενάγοντας, ήτοι 12.000, με επιστολή του ημερομηνίας 26/12/2003, Τεκμήριο 25, η οποία δεν έγινε αποδεκτή και η οποία μη αποδοχή, ως φαίνεται, στο τέλος αποτέλεσε δικαστική διαμάχη, για να εκδοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, στις 28/02/2007, Τεκμήριο
  9. Περί αυτών των θεμάτων κατατέθηκαν έγγραφα, όπως αποφάσεις της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 18/12/2003, Τεκμήριο 23, επιστολή ημερομηνίας 22/12/2003, Τεκμήριο 24 και επιστολή ημερομηνίας 29/12/2003, Τεκμήριο
  10. Το θέμα συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1, που συγκάλεσε ο Ενάγοντας για τις 02/01/2004, Τεκμήριο 27 και της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1, που συγκάλεσε ο Γραμματέας της στις 05/01/2004, Τεκμήρια 28 και 29, αποτέλεσε μείζον ζήτημα για το οποίο ανταλλάχθηκε σωρεία επιστολών μεταξύ τους, ως φαίνεται από τα Τεκμήρια 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36 και
  11. Επίσης ως προς το θέμα της οικονομικής καταστροφής της Εναγόμενης 1 και της ζημιάς του Ενάγοντα που υπέστη με βάση τις μετοχές που κατείχε σε αυτήν, ήτοι 46.600 ή ποσοστό 40%, κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 38 και 39, η οποία, στο τέλος, Εναγόμενη 1, αφού πωλήθηκε στην εξηρτημένη εταιρεία Multirama Ltd, για το ποσό των £190.884,00, στις 28/02/2003, την ίδια ημέρα μεταπωλήθηκε σε εταιρεία εκτός Ομίλου Avacom για το ποσό των £
  12. Στη συνέχεια, στις 25/05/2004, εκπρόσωποι της Εναγόμενης 1 μετέβησαν στο κατάστημα, που ήταν υπεύθυνος ο Ενάγοντας, και αφού του επέδωσαν διά χειρός επιστολή ημερομηνίας 25/05/2004, Τεκμήριο 20, με την οποία τερμάτιζαν τις υπηρεσίες του άμεσα και πάραυτα, προσπάθησαν να αναλάβουν την κατοχή του, εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και επειδή ο Ενάγοντας δεν αποχωρούσε από αυτό, κάλεσαν την αστυνομία με τη βοήθεια της οποίας έλαβαν την κατοχή του καταστήματος και εκδίωξαν τον Ενάγοντα, ενώ προχώρησαν σε καταγραφή των αποθεμάτων στις 31/05/2004, ως φαίνεται από την επιστολή ημερομηνίας 08/07/2004, Τεκμήριο 41, με την οποία καταλόγιζαν συγκεκριμένες οφειλές και παραλείψεις που είχαν ως αποτέλεσμα την αναστολή των εργασιών της Εναγόμενης 1, την οποία βέβαια απέρριψε ο Ενάγοντας με επιστολή του ημερομηνίας 03/08/2004, Τεκμήριο
  13. Να σημειωθεί ότι από τα Τεκμήρια 46, 47 και 48 διαφάνηκε και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας συνέχισε να κατέχει τις μετοχές του στην Εναγόμενη 3 μέχρι και τις 07/10/
  14. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία αποτελούν διαπίστωση, εύρημα και κατάληξη του Δικαστηρίου τα πιο κάτω: Πρώτα το Δικαστήριο να επισημάνει ότι, από το συνδυασμό των όρων 6 και 10 του Τεκμηρίου 50, διαφαίνεται ότι τα ανταλλάγματα που δόθηκαν για την εξαγορά του 60% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 από την Εναγόμενη 2, σχετικά με τα ποσά που θα λάμβανε ο Ενάγοντας από την κερδοφορία για τα έτη 2000, 2001 και 2002, βασίστηκαν στα στοιχεία που τους έδωσε ο Ενάγοντας για την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 και στην αναμενόμενη κερδοφορία, για αυτά τα τρία έτη, αν και εφόσον υπήρχε κερδοφορία. Πουθενά στο Τεκμήριο 50 δεν συνδυάστηκε η κερδοφορία με πράξεις ή παραλείψεις των Εναγομένων 1, 2 και 4, οι οποίοι σίγουρα δεν θα ήθελαν την καταστροφή της Εναγόμενης 1 αλλά αναζητούσαν την κερδοφορία της για να έχουν και οι ίδιοι έσοδα και κέρδη από αυτήν. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμη το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι εννοείται ή εξάγεται τέτοια πρόνοια από το Τεκμήριο 50, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει με τον Ενάγοντα ότι: (α) από τις χρεώσεις της Ceilfloor Ltd στην Εναγόμενη 1 αντί στην Avacomtel Services Ltd, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των £11.000 περίπου, ως τα Τεκμήρια 11, 12, 13 και 14, (β) από τις χρεώσεις αμοιβής διαχείρισης ή με έξοδα για ελεγκτικά και λογιστικά δικαιώματα για ποσά που ανέρχονται περί τις £35.000 περίπου, ως τα Τεκμήρια 15, 16 και 17, από την 01/12/2001 μέχρι τις 20/12/2002, αφού μετά το 2002 δεν υπήρξε πρόνοια απόδοσης τέτοιου οφέλους στον Ενάγοντα, (γ) από την πώληση προϊόντων άλλων εταιρειών του Ομίλου Avacom στην Εναγόμενη 1, αφού ουδέν στοιχείο ή Τεκμήριο παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει ότι πωλούνταν στην Εναγόμενη 1 πιο ακριβά απ' ότι θα αγόραζε από άλλη εταιρεία τα ίδια προϊόντα ή ότι αυτά ήταν υποδεέστερα, συγκριτικά, άλλων εταιρειών, (δ) από την πώληση και άλλων προϊόντων, άγνωστης ποσότητας και αξίας, αφού δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, από την Εναγόμενη 1, εκτός από αυτά που πωλούσε πριν την εξαγορά της, αφού έτσι διευρυνόταν ο κύκλος των προϊόντων της και άρα λογικά αναμένεται να αυξηθεί και ο όγκος πωλήσεων, (ε) από την πώληση πακέτων «ΓΝΩΣΗ», ως το Τεκμήριο 6, άγνωστης ποσότητας και αξίας, αφού δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού με αυτόν τον τρόπο θα υπήρχε κατανάλωση και των προϊόντων της Εναγόμενης 1, (στ) από το γεγονός της μη αναβάθμισης των Προγραμμάτων ΓΝΩΣΗΣ, αποδεχόμενος τη μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος με λεπτομέρεια ανέφερε γιατί και πώς χρειαζόταν να γίνει η αναβάθμιση των προγραμμάτων αυτών, η μαρτυρία του οποίου δεν αντικρούστηκε με άλλη ικανή μαρτυρία, καθότι δεν επηρέαζε με οποιονδήποτε τρόπο τις πωλήσεις των παραδοσιακών προϊόντων που πωλούσε η Εναγόμενη 1 και (ζ) από τις οποιεσδήποτε παραλείψεις ή πράξεις των Εναγομένων 1, 2 και 4, που αναφέρονται από τον Ενάγοντα στη μαρτυρία του, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένα ποιες ήταν αυτές για την περίοδο 2000, 2001 και 2002, περίοδο κατά την οποία κανένα απτό στοιχείο δεν προσκόμισε ο Ενάγοντας με βάση το οποίο, ως Διευθύνων Σύμβουλος υπέβαλε συγκεκριμένες προτάσεις για ανακοπή της φθίνουσας πορείας της Εναγόμενης 1 και απορρίφθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο, στο οποίο, παρεμπιπτόντως, αναφέρεται ότι ήταν μέλος, είτε το κάθε ένα από αυτά ξεχωριστά ή όλα μαζί οδήγησαν σε μαρασμό και μη κερδοφορία της Εναγόμενης 1 και δη στο προβλεπόμενο ύψος κερδοφορίας που αναφέρεται στο Τεκμήριο 50 για τα έτη 2000, 2001 και
  15. Απεναντίας κατά την περίοδο 2000-2002 δεν φαίνεται να προβαίνει σε οιεσδήποτε προτάσεις ή μέτρα, ως προβλεπόταν στα καθήκοντά του, ως Διευθύνων Σύμβουλος, στο Τεκμήριο 3, αλλά απλά λάμβανε το μισθό του, σε όποιο βαθμό του καταβλήθηκε αυτός και τίποτε περισσότερο. Βέβαια δεν βρίσκει σύμφωνο και δεν αποδέχεται το Δικαστήριο τη μαρτυρία του Εναγόμενου 4 ότι ως Διευθύνων Σύμβουλος ο Ενάγοντας λάμβανε και τις αποφάσεις για την Εταιρεία, αφού η διακυβέρνηση της Εναγομένης 1 παρέμεινε στα χέρια του Διοικητικού Συμβουλίου το οποίο ο Εναγόμενος 4 διόριζε, έχοντας την πλειοψηφία των μετοχών, το οποίο ενεργούσε υπό τις οδηγίες του. Περιττεύει να αναφερθεί ότι όλα όσα συνέβησαν ή έγιναν μετά το 2002 ουδεμία σημασία ή αξία έχουν αφού η μεν πρώτη αξίωση αφορά την εγγυημένη μετοχή της Εναγόμενης 1 για το ποσό της £1 κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ, η οποία έγινε στις 13/09/2000, και η δεύτερη αξίωση αφορά τη μη κερδοφορία της Εναγόμενης 1 για τα έτη 2000, 2001 και
  16. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω βρίσκω ότι δεν έχει αποδειχθεί οτιδήποτε που θα μπορούσε να καταστήσει τους Εναγόμενους 1, 2 και 4 υπόλογους σε καταβολή αποζημιώσεων στον Ενάγοντα λόγω μη κερδοφορίας της Εναγόμενης 1 για τα έτη 2000-2002 και δη τους Εναγόμενους 2 και 4, αφού καμία εγγύηση δεν έδωσαν περί τούτου στον Ενάγοντα και καμία σχέση δεν έχουν με βάση τη συμφωνία εξαγοράς, Τεκμήριο 50, ή τη συμφωνία εργοδότησης, Τεκμήριο
  17. Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 Όσον αφορά την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 για το ποσό των £35.000, δεν υπάρχει αμφιβολία, αφού άλλωστε αποτελεί παραδεκτό γεγονός εκ μέρους του Ενάγοντα, ότι ο τελευταίος έλαβε το ποσό αυτό από την Εναγόμενη 1, άσχετα αν επικαλέστηκε στη μαρτυρία του ότι η λήψη του ποσού αυτού έγινε κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τον Εναγόμενο 4 που γνώριζε τα γεγονότα, καθότι δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του αυτή γιατί, αν έτσι ήταν τα πράγματα, θα το ανέφερε στην επιστολή του ημερομηνίας 05/06/2003, Τεκμήριο 43 και δεν θα απευθύνετο προς το Λογιστήριο με την παράκληση να χρεωθεί ο προσωπικός του λογαριασμός για το ποσό των £35.000, το οποίο, όπως έγραψε, το πήρε για προσωπικές του ανάγκες. Ούτε βέβαια η θέση του Ενάγοντα, η οποία αποτελεί προέκταση της μαρτυρίας του, που ως αναφέρθηκε πιο πάνω απορρίφθηκε, ότι προέβη σε συμψηφισμό της οφειλής του αυτής προς την Εναγόμενη 1, με τις οφειλές της Εναγόμενης 1 προς αυτόν, μπορεί να ευσταθήσει. Ως προς τις άλλες αξιώσεις της Εναγόμενης 1 εναντίον του Ενάγοντα, εκτός του ότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση γιατί δεν ήλθε στο Δικαστήριο ο λογιστής της Εναγόμενης 1 ή άλλο άτομο που γνώριζε για τα Τεκμήρια 52, 53, 54 και 55, για να τα αναλύσει και να τα εξηγήσει, ο Εναγόμενος 4, όπως ο ίδιος είπε, δεν μπορούσε να αναλύσει ή να εξηγήσει τούτα, ούτε γνώριζε για την αλήθεια του περιεχομένου των Τεκμηρίων 52, 53, 54 και 55, και παρέπεμπε, για την εξήγηση αυτών, στο λογιστή της Εναγόμενης
  18. Επομένως, σε αυτά τα Τεκμήρια, αφού δεν ήρθε να δώσει μαρτυρία ο συντάκτης αυτών ή κάποιος που να γνωρίζει και να μπορεί να εξηγήσει αυτά, δεν μπορεί να δοθεί από το Δικαστήριο οιαδήποτε βαρύτητα σε αυτά. Κατ' επέκταση οι υπόλοιπες ανταξιώσεις της Εναγόμενης 1 απορρίπτονται. Ενόψει των όσων πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, η απαίτηση του Ενάγοντα επιτυγχάνει ως προς το μέρος της εγγύησης της αξίας της μετοχής σε £1 της Εναγόμενης 3 εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 για το ποσό της διαφοράς £0,41 σεντ, ως ήταν το εύρημα του Δικαστηρίου και αποτυγχάνει ως προς το άλλο μέρος της απαίτησης. Η Ανταπαίτηση επιτυγχάνει στο μέρος που αφορά την οφειλή του Ενάγοντα για το ποσό των £35.000 προς την Εναγόμενη 1 και αποτυγχάνει ως προς το υπόλοιπο μέρος της Ανταπαίτησης. Κατά συνέπεια εκδίδεται: (Α) Απόφαση στην Απαίτηση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 2 και 4, ομού και κεχωρισμένως, για το ποσό των £43.838,02 (€74.901,70), πλέον έξοδα συν ΦΠΑ, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επί της κλίμακας €50.000-€100.
  19. (Β) Απόφαση στην Ανταπαίτηση υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Ενάγοντα για το ποσό των £35.000 (€59.801,05), πλέον έξοδα συν ΦΠΑ, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επί της κλίμακας €50.000-€100.
  20. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.