← Κύπρος

ΛΟΥΚΑ ΜΙΧΑΗΛ ν. Γεωργίου Αποστόλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3508/07, 12/7/2016

ΛΟΥΚΑ ΜΙΧΑΗΛ ν. Γεωργίου Αποστόλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3508/07, 12/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A435 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3508/07 Μεταξύ: ΛΟΥΚΑ ΜΙΧΑΗΛ Ενάγοντα ΚΑΙ

  1. Γεωργίου Αποστόλου
  2. Μιχάλη Κουγιάλη Εναγόμενοι Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 23/05/2013 Μεταξύ: ΛΟΥΚΑ ΜΙΧΑΗΛ Ενάγοντα ΚΑΙ
  3. Γεωργίου Αποστόλου
  4. Κωνσταντίνος Μιχαήλ Κουγιάλης και Ανδρέας Αντωνιάδης υπό την ιδιότητά των ως συνδιαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχάλη Κουγιάλη Εναγόμενοι ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 12/07/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Ρ. Σχίζας για Ρένος Λ. Σχίζας & Συνεργάτες Για Εναγόμενο 1: κος Μ. Κιτρομηλίδης για Κιτρομηλίδης, Πέτσας ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2: κα Κ. Θεοχαρίδου με κο Μ. Κιτρομηλίδη ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας καταχώρησε κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 θ.1), στις 23/07/2007 και ακολούθως Έκθεση Απαίτησης στις 06/05/
  5. Στη συνέχεια τροποποιήθηκε, κατόπιν διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/10/2011 και 23/05/2013, οπότε καταχωρήθηκε η τελική έκθεση απαίτησης στις 10/06/
  6. Με αυτήν προβάλλονται ισχυρισμοί ότι ο Ενάγοντας μαζί με τον Εναγόμενο 1 και τον αποβιώσαντα, Μιχάλη Κουγιάλη (στο εξής «Αποβιώσαντας»), άσκησαν επιχείρηση νυχτερινού κέντρου με την επωνυμία Elysee Night Spot (στο εξής «Επιχείρηση»), στη Λευκωσία, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 13/03/
  7. Επειδή, κατά το λογιστή της Επιχείρησης, υπήρχε έλλειμμα στο ταμείο της Επιχείρησης, στην οποία ο Ενάγοντας ασκούσε καθήκοντα ταμία, οι άλλοι δύο συνεταίροι του, ήτοι ο Εναγόμενος 1 και ο Αποβιώσαντας, του ζήτησαν όπως σταματήσει να ασκεί τα καθήκοντα του ταμία στις 18/11/1997, πράγμα που έπραξε, παραμένοντας όμως στην Επιχείρηση, παρακολουθώντας και καταγράφοντας τα διάφορα έσοδα και έξοδα, όπως έπραττε και προηγουμένως που ασκούσε καθήκοντα ταμία, μέχρι την προηγούμενη ημέρα της 06/02/1998, ότε και εκδιώχθηκε από αυτούς, όταν οι τελευταίοι άλλαξαν την κλειδαριά και δεν μπορούσε να εισέλθει στην Επιχείρηση. Κατά τον Ενάγοντα, ένεκα της παράνομης εκδίωξής του από συνέταιρος της Επιχείρησης δικαιούται και αξιώνει (α) το ποσό των €44.029,52, ως το 1/3 του συνολικού ποσού που καταβλήθηκε σε διάφορα χρονικά διαστήματα, μεταξύ των ημερομηνιών 13/03/1997-02/01/1998, για την αγορά της επιχείρησης, (β) το ποσό των €9.725,44 ως το 1/3 του ποσού που καταβλήθηκε σε διάφορα χρονικά διαστήματα από 16/03/1997-04/02/1998 για εξοπλισμό και επιδιόρθωση της Επιχείρησης, (γ) το ποσό των €16.698,16 ως το 1/3 των καθαρών κερδών της επιχείρησης για το χρονικό διάστημα 01/12/1997-06/02/1998, (δ) το ποσό των €789,37 ως τα 2/3 για ποσά που κατέβαλε ο ίδιος προσωπικά για διάφορα προστίματα, (ε) γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 13/03/1997 και (στ) νόμιμο τόκο επί των ως άνω ποσών από 06/02/1998 ή οιονδήποτε άλλο χρόνο ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης στις 09/12/2008, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε, δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/06/2015, η οποία καταχωρήθηκε στις 08/07/
  8. Με αυτήν οι Εναγόμενοι παραδέχονται την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης, ενώ τους υπόλοιπους ισχυρισμούς αυτής τους αρνούνται ως αναληθείς και ισχυρίζονται ότι στις 13/03/1997 υπεγράφη ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ της ιδιοκτήτριας του ανωτέρω υποστατικού και του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 1 ως ενοικιαστών, ενώ την ίδια ημέρα υπέγραψαν έγγραφη συμφωνία μεταξύ τους για άσκηση από κοινού της επιχείρησης η οποία ανήκε ανά 1/3 σε έκαστο εξ αυτούς, ενώ με αυτή τη συμφωνία διορίζετο ως ανεξάρτητος λογιστής ο Αλέξανδρος Ι. Αλεξάνδρου για την τήρηση των λογιστικών αρχείων της Επιχείρησης. Επιπλέον, η συνεισφορά του κάθε ενός από αυτούς δεν ήταν η ίδια και η Επιχείρηση λειτουργούσε στη βάση κοινού τραπεζικού λογαριασμού επ' ονόματι του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 1, στον οποίο κατατίθονταν οι εισπράξεις και από τον οποίο γίνονταν οι πληρωμές. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι, μετά που αυτοί κατάγγειλαν τον Ενάγοντα για υπεξαίρεση, ο τελευταίος ουδέποτε επέστρεψε πίσω και ουδέποτε διεκδίκησε οποιοδήποτε ποσό, παρά μόνο μετά από αρκετά χρόνια με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Αποτελεί δε ισχυρισμό τους ότι ο Ενάγοντας σε κανένα ποσό δεν δικαιούται και κανένα ποσό δεν του οφείλουν και η όποια απαίτησή του θα έπρεπε να έχει ως βάση τα λογιστικά βιβλία που διατηρούσε για την Επιχείρηση ο ως άνω λογιστής. Ως εκ των πιο πάνω ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντα. Στην Απάντησή του ο Ενάγοντας προβαίνει στη διαπίστωση ότι ενώ αρνούντο κατ' επανάληψη με την Υπεράσπισή τους ότι υπήρχε, μεταξύ των τριών, έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 13/03/1997, μετά που υποβλήθηκε σχετική αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα, με την τελευταία τροποποιημένη Υπεράσπισή τους ημερομηνίας 08/07/2015 γίνεται παραδεκτή η ύπαρξη της συμφωνίας αυτής. Αφού επαναλαμβάνει τη θέση ότι εκδιώχθηκε από την επιχείρηση και ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό σε αυτόν είναι γενικοί και αόριστοι, ισχυρίζεται ότι ο λογιστής με την πάροδο του χρόνου από ανεξάρτητος έγινε δικός τους και αυτό φαίνεται από τις καταθέσεις που έδωσε εναντίον του σε ποινική υπόθεση, ενώ προβάλλει τη θέση ότι η Επιχείρηση λειτουργούσε δύο λογαριασμούς, ένα σε Τράπεζα και ένα σε Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα. Τέλος, αναφέρει ότι με βάση το περιεχόμενο των ισχυρισμών της Έκθεσης Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι ουδεμία υπεράσπιση έχουν. Ο Ενάγοντας, για να αποδείξει την υπόθεσή του, έδωσε ο ίδιος μαρτυρία και κάλεσε ακόμη τρεις μάρτυρες. Τον Πάνο Παναγιώτου, ΜΕ1, ο οποίος εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και ο οποίος ανάφερε ότι διατηρείτο τρεχούμενος λογαριασμός όψεως στο όνομα Λούκας Μιχαήλ και Γεώργιος Αποστόλου. Όμως, αν και δεν εντόπισε τα σχετικά έγγραφα για να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, εξ όσων διαφάνηκε υπέγραφε ένας εκ των δύο. Με βάση δε τις επιταγές οι πλείστες από αυτές εξεδόθησαν και από τους δύο και από τις επιταγές που του ζητήθηκαν μόνο μία ήταν υπογραμμένη από έναν άτομο. Ο λογαριασμός αυτός έκλεισε το
  9. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του από την κα Θεοχαρίδου επανέλαβε ότι ο ως άνω λογαριασμός ήταν στο όνομα των δύο ατόμων που ανέφερε στην εξέτασή του. Η Μαρία Αρέστη, ΜΕ2, ανέφερε ότι εργάζεται στο Ποινικό Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αλλά αν και είναι καταχωρημένη στα ποινικά μητρώα η υπόθεση 36913/99 ο φάκελος της υπόθεσης έχει καταστραφεί διότι παρήλθαν τα δέκα χρόνια που διατηρείται. Δεν υπήρχε αντεξέταση αυτής της μάρτυρας. Η Φωτούλα Φωτίου, ΜΕ4, ανέφερε ότι εργάζεται στην Περιφερειακή ΣΠΕ Λευκωσίας η οποία προηγουμένως ήταν ΣΠΕ Γερίου, στην οποία το 1997 εργάζετο σε αυτή. Στην υπόδειξη επιταγής ανέφερε ότι αυτή εκδόθηκε από τη ΣΠΕ Γερίου στις 11/03/1997 στο όνομα Λούκα Μιχαήλ για το ποσό των £10.000, ο οποίος την οπισθογράφησε και στις 14/03/1997 παρουσιάστηκε στη ΣΠΕ Γερίου από το Μιχάλη Χατζηιωσήφ. Αν και έψαξαν να βρουν την πρωτότυπη επιταγή εν τούτοις δεν τη βρήκαν και γι' αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο 24 πιστό αντίγραφο αυτής. Η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε. Ο Ενάγοντας, ΜΕ3, στη μαρτυρία του ανέφερε ότι στις 13/03/1997 αυτός μαζί με τον Εναγόμενο 1 και τον Αποβιώσαντα υπέγραψαν γραπτή συμφωνία, Τεκμήριο 1, από κοινού άσκησης, ανά 1/3, της Επιχείρησης, αναλαμβάνοντας ο ίδιος ως ταμίας της Επιχείρησης και λογιστής αυτής ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα που ήταν ταμίας, 13/03/1997-18/11/1997, παρέδιδε τις σχετικές αποδείξεις και τιμολόγια στο λογιστή, ενώ ο ίδιος διατηρούσε κατάσταση εσόδων και εξόδων, όπως και μετά την παύση του από ταμίας στις 18/11/1997, μέχρι και τις 05/02/1998, που ήταν η τελευταία μέρα που εργάστηκε στην επιχείρηση, αφού στις 06/02/1998 εκδιώχθηκε από τα πιο πάνω πρόσωπα αφού άλλαξαν την κλειδαριά του υποστατικού της επιχείρησης, σε ημερολόγιο του 1995, Τεκμήριο 11, καθώς και έκδοσης επιταγών, από δύο λογαριασμούς που διατηρούσε η Επιχείρηση στην ΣΠΕ Γερίου και Τράπεζα Κύπρου, ημερολόγιο του 1997, Τεκμήριο
  10. Οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η παύση του από ταμίας, στις 18/11/1997 και η εκδίωξή του από αυτήν στις 06/02/1998, συνίσταντο στο, κατά τον λογιστή, έλλειμμα από το ταμείο της Επιχείρησης συγκεκριμένου ποσού, το οποίο κλήθηκε, από τους ως άνω συνεταίρους του, να καταβάλει, αλλά δεν αποδέχθηκε την ύπαρξη τέτοιου ελλείμματος, χωρίς να αποδείκνυε τούτο ο λογιστής, με βάση και τα δικά του στοιχεία, με συνεπακόλουθο, αρχικά, την παύση του από ταμίας στις 18/11/1997 και στη συνέχεια την εκδίωξή του στις 06/02/1998 με την αλλαγή της κλειδαριάς του υποστατικού που ενοικίαζε η Επιχείρηση, ενώ ακολούθησε η καταγγελία από τους συνεταίρους του στην αστυνομία για κατάχρηση ποσού £11.576,25 και η ποινική δίωξή του, για κλοπή, για το πολύ μικρότερο ποσό των £3.853, Τεκμήριο 18, που είχε ως κατάληξη την αθώωσή του από το εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Για να αποδείξει την υπόθεσή του κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 απόδειξη πληρωμής στη ΣΠΕ Γερίου εκ €150, ημερομηνίας 12/05/2010, που πλήρωσε για την προμήθειά του από αυτή, δέσμη εκ 37 φωτοτυπιών επιταγών που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, όπως και φωτοτυπία βεβαίωσης του ΚΟΤ ημερομηνίας 21/03/1997, Τεκμήριο 4, που φαίνεται ως επιχειρηματίας-διευθυντής της Επιχείρησης αυτός. Ενώ για να αποδείξει ότι όλες οι άδειες και τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν την Επιχείρηση εκδίδοντο στο όνομά του κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 την άδεια χρήσης οικοδομής, από το Δήμο Λευκωσίας, για άσκηση της Επιχείρησης ημερομηνίας 18/03/1997, ως Τεκμήριο 6 την άδεια χρήσης και λειτουργίας μεγαφώνων ημερομηνίας 29/05/1997, ως Τεκμήριο 7 την ανανέωση κατάταξης και άδειας λειτουργίας κέντρου αναψυχής από τον ΚΟΤ ημερομηνίας Οκτώβριο του 1997, ως Τεκμήριο 8 άδεια χρήσης και λειτουργίας μεγαφώνων ημερομηνίας 10/11/1997, ως Τεκμήριο 9 δύο αποδείξεις της ΑΤΗΚ για Δεκέμβριο 1997 και ως Τεκμήριο 10 απόδειξη ΑΗΚ για δίμηνη κατανάλωση ρεύματος μέχρι 07/01/
  11. Περαιτέρω κατέθεσε, ως Τεκμήριο 13 κατάσταση πληρωμής αγοράς της επιχείρησης, ως Τεκμήριο 14 κατάσταση εξόδων για εξοπλισμό και επιδιόρθωση του υποστατικού της Επιχείρησης, ως Τεκμήριο 15 κατάσταση εξόδων από 01/12/1997-06/02/1998, τα οποία πληρώνοντο με επιταγές, ως Τεκμήριο 16 εισπράξεις και έξοδα από 01/02/1998-06/02/1998, ως Τεκμήριο 17 αναλυτική κατάσταση πληρωμής εξόδων του προσωπικού, ως Τεκμήριο 19 η αγωγή με αριθμό 13053/98 ΕΔ Λευκωσίας, ημερομηνίας καταχώρησης 19/10/1998, για την οποία κατέβαλε ο ίδιος προσωπικά το ποσό των £470, το οποίο όμως αφορούσε την Επιχείρηση, ως Τεκμήριο 20 δέσμη εκ 5 αποδείξεων που καταδεικνύεται η πληρωμή του ποσού των £470 ως δικαιώματα εκτέλεσης μουσικής για την αγωγή 13053/98 ΕΔ Λευκωσίας, ως Τεκμήριο 21 δέσμη εκ 3 αποδείξεων καταβολής προστίμων, ημερομηνίας 04/05/1998 και 25/08/1998, σε τρεις υποθέσεις Δικαστηρίου του 1997, ως Τεκμήριο 22 κατάσταση ποσών που έλαβε ο κάθε ένας από τους τρεις τους από την Επιχείρηση με επιταγές από τους κοινούς λογαριασμούς της ΣΠΕ Γερίου και της Τράπεζας Κύπρου. Έτσι, εξηγώντας όλα τα πιο πάνω Τεκμήρια, κατέληξε ότι, με βάση αυτά, δικαιούται από τους Εναγόμενους τα ποσά που αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Κατά την αντεξέτασή του επανέλαβε ή και εξήγησε περαιτέρω γιατί το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά της Επιχείρησης ήταν £60.000, εκ των οποίων οι £40.000 καταβλήθησαν, από αυτόν στο ποσό των £10.000 και οι £30.000 από τον Εναγόμενο 1, οι οποίες ήταν άμεσα καταβλητέες, ως προκαταβολή, ενώ για το υπόλοιπο των £20.000 δόθηκε εγγύηση από τον Εναγόμενο
  12. Έτσι, καταλήγει, αυτός έπρεπε να καταβάλει, ως το 1/3 μερίδιο που τον βάρυνε, το ποσό των £3.333 στον Αποβιώσαντα. Πέραν του πιο πάνω ποσού καταβλήθηκε και το ποσό των £17.308, για τα συστήματα μουσικής, εμπορεύματα, αλκοολούχα ποτά κλπ. Περαιτέρω εξήγησε ότι και μετά που παύθηκε από ταμίας συνέχιζε να παρακολουθεί και να καταγράφει τα έσοδα και τα έξοδα μέχρι και τις 05/02/1998, ενώ μέχρι και τις 26/01/1998 εξακολουθούσε να έχει τα βιβλιάρια επιταγών και να υπογράφει τις επιταγές, αν και δεν γνώριζε αν ο λογαριασμός είχε διαθέσιμα λεφτά, ενώ, μετά τις 06/02/1998, για τις ανάγκες της Επιχείρησης, επειδή ο λογαριασμός εξακολουθούσε να είναι στο όνομά του, πήγαινε στο σπίτι του ο Αποβιώσαντας, ο οποίος ήταν ο ταμίας, μετά που παύθηκε ο ίδιος, και υπέγραφε επιταγές. Εξήγησε, επίσης, τα κέρδη που είχε η Επιχείρηση, από τον 9/1997-11/1997, από τα οποία του αναλογούσε το ποσό των £3.000, ενώ για την περίοδο 18/11/1997-06/02/1998, ολόκληρο το κέρδος της Επιχείρησης ανήρχετο στις £30.
  13. Αναγνώρισε δε ότι η υπ' αριθμό επιταγή 57227412 που αναφέρεται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 22, για το ποσό των £20.000, στο όνομα Γεώργιος Αποστόλου, στο Τεκμήριο 3, το οποίο αποτελείται από τριάντα επτά

(37)επιταγές, στην επιταγή αυτή, αναγράφεται ως δικαιούχος ο Απόστολος Αποστόλου, χωρίς ωστόσο, όπως είπε, να μεταβάλλει, τούτο, την κατάσταση των πραγμάτων, αφού όπως εξήγησε, αν και στην κατάσταση αναφέρεται το όνομα Γεώργιος Αποστόλου, στην επιταγή αναγράφεται Απόστολος Αποστόλου, καθότι τα λεφτά προήλθαν από τον τελευταίο και έτσι προφανώς αναγράφηκε το όνομα αυτού. Επίσης δεν διαφώνησε ότι στην κατάσταση των επιταγών ελλείπουν κάποιες επιταγές, όμως, ως ανέφερε, στην κατάσταση αυτή κατέγραψε τις επιταγές που σχετίζονται για το σκοπό που τις επικαλέστηκε. Όσον αφορά την επιταγή υπ' αριθμό 57227421 στο όνομα Γεώργιος Αποστόλου, για το ποσό των £2.000 που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 3, αναγνώρισε ότι, στο Τεκμήριο 22, που ετοίμασε ο ίδιος, δίπλα από τον αριθμό της επιταγής αναγράφεται το ποσό των £20.
  1. Ακόμη αναγνώρισε, ως προς τα ονόματα, για δύο άλλες επιταγές, ότι ενώ τις έχει περασμένες, ως ποσά που έλαβαν οι πρώην συνέταιροί του, Τεκμήριο 22, αυτές εκδόθηκαν σε άλλα ονόματα. Αυτό όμως, όπως τελικά εξάγεται από τις απαντήσεις του δεν επηρεάζει μεν οιονδήποτε τρόπο το τελικό αποτέλεσμα. Έδωσε δε τη δική του θέση για τη δημιουργία και εγγραφή της εταιρείας Elysee Night Spot Ltd, λέγοντας ότι προς τούτο συμφώνησαν από τις 13/03/1997, η οποία όμως ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών κατά τον Ιανουάριο του
  2. Κατά την αντεξέτασή του από την κα Θεοχαρίδου ανέφερε ότι, ναι μεν δεν μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες όπως ένας εγκεκριμένος λογιστής, όμως έχει λογιστικές γνώσεις, αφού πέρασε το Intermediate του LCC, και ότι κατέγραφε ήταν με βάση τις δικές του γνώσεις και δεδομένα για δοσοληψίες, δούναι και λαβείν και μπορούσε να κάμει τους ανάλογους υπολογισμούς. Σε ότι αφορά τις επιταγές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 αναγνώρισε, ως υπογράφοντες, το όνομα το δικό του και του Εναγόμενου
  3. Επίσης κατά την αντεξέτασή του κατέθεσε το Τεκμήριο
  4. Για τους Εναγόμενους μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος 1, ΜΥ1, και ο λογιστής Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, ΜΥ
  5. Ο ΜΥ1 στην εξέτασή του, μέρος της οποίας αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεσή του, ανέφερε ότι στις 13/03/1997 υπεγράφη ενοικιαστήριο έγγραφο, αναφορικά με το νυχτερινό κέντρο Elysee Night Spot, μεταξύ της ιδιοκτήτριας του υποστατικού, Λίζας Φράγκου, από τη μια και του Ενάγοντα και του ίδιου, ως ενοικιαστών, από την άλλη, Τεκμήριο
  6. Σύμφωνα μ' αυτόν, ο εξοπλισμός της Επιχείρησης ανήκε εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτήτρια του υποστατικού, η οποία τους τον παραχώρησε για τις ανάγκες της Επιχείρησης, όπως φαίνεται στην παράγραφο 14 του Τεκμηρίου 25, ενώ ο ίδιος, με την υπογραφή του Τεκμηρίου 25, κατέβαλε από δικά του χρήματα το ποσό των £7.500 ως η εγγύηση της παραγράφου 11 του Τεκμηρίου
  7. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 13/03/1997, υπεγράφη μεταξύ του Ενάγοντα, αυτού και του Αποβιώσαντα το Τεκμήριο
  8. Η Επιχείρηση δε αγοράστηκε, από αυτούς, από τον Μιχάλη Χατζηιωσήφ, για το συνολικό ποσό των £60.000, εκ των οποίων, αυτός κατέβαλε το ποσό των £35.000, ο Αποβιώσαντας το ποσό των £15.000 και ο Ενάγοντας το ποσό των £10.
  9. Περαιτέρω ανέφερε ότι συμφώνησαν μεταξύ τους ότι από τα κέρδη της Επιχείρησης, που θα αναλογούσαν στον κάθε ένα, θα έπαιρνε από τους άλλους δύο, τη διαφορά έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι συνέβαλε ο κάθε ένας στο ποσό των £20.000 ως η μεταξύ τους συμφωνία. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι από τα κέρδη της Επιχείρησης θα του επιστρέφετο και η εγγυητική των £7.500 που κατέβαλε στην ιδιοκτήτρια, από δικά του χρήματα, με την υπογραφή του Τεκμηρίου
  10. Ακόμη ανάφερε ότι για τη λειτουργία της Επιχείρησης έπρεπε να κατατεθεί εγγυητική ύψους £20.000 στο Τμήμα Μετανάστευσης για τις καλλιτέχνιδες που θα εργοδοτούσε η Επιχείρηση, το οποίο ποσό διευθέτησε ο ίδιος, δανειζόμενος τούτο από τον αδελφό του Απόστολο Αποστόλου. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας ήταν ο ταμίας της Επιχείρησης η οποία διέθετε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, επ' ονόματι αυτού και του Ενάγοντα, στον οποίο κατατίθοντο οι εισπράξεις και εγίνονταν οι πληρωμές. Κατά ή περί τις 18/11/1997 ο λογιστής της Επιχείρησης κάλεσε και τους τρεις και τους ανέφερε ότι υπήρχε έλλειμμα στο ταμείο της Επιχείρησης. Τότε συμφώνησαν όπως παύσει να είναι ταμίας ο Ενάγοντας και ανέλαβε ο Αποβιώσαντας. Αφού κατά ή περί τον Ιανουάριο του 1998 ο ΜΥ2 ολοκλήρωσε την έρευνα και τον έλεγχο των λογιστικών βιβλίων διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας που ήταν το μόνο πρόσωπο το οποίο διαχειρίζετο τα οικονομικά της Επιχείρησης μέχρι τις 18/11/1997 υπεξαίρεσε χρήματα από την Επιχείρηση γύρω στις £11.500-£12.
  11. Το ακριβές ποσό, αν και του αναφέρθηκε από το λογιστή, δεν το ενθυμείτο με ακρίβεια. Ένεκα τούτου ζήτησαν από τον Ενάγοντα να επιστρέψει το χρηματικό αυτό ποσό που παρουσιάζετο ως έλλειμμα, αλλά ο Ενάγοντας αρνήθηκε να πράξει τούτο και ως εκ τούτου καταγγέλθηκε στην Αστυνομία για υπεξαίρεση. Έκτοτε ο Ενάγοντας αποχώρησε από την επιχείρηση και ουδέποτε επέστρεψε σε αυτήν, παρά μόνο καταχώρησε την παρούσα αγωγή μετά από 10 χρόνια. Ουδέποτε δε αυτός και ο Αποβιώσαντας εκδίωξαν τον Ενάγοντα από την Επιχείρηση. Μετά την αποχώρηση του Ενάγοντα ζήτησαν από την ιδιοκτήτρια να ετοιμάσει νέο ενοικιαστήριο έγγραφο, αφού πρώτα ακύρωνε το ενοικιαστήριο έγγραφο Τεκμήριο
  12. Κατά ή περί τις 28/08/1998 η ιδιοκτήτρια και ο σύζυγός της τους πληροφόρησαν ότι ήταν έτοιμη να υπογράψει νέο ενοικιαστήριο έγγραφο μαζί τους και ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο, Τεκμήριο 25, είχε τερματιστεί με ενέργειες του Ενάγοντα, ο οποίος είχε ζητήσει να τον απαλλάξει από αυτό σύμφωνα με την επιστολή ημερομηνίας 14/04/1998, Τεκμήριο 23, που τους παρέδωσε. Έτσι με βάση τα πιο πάνω υπέγραψαν στις 28/08/1998 νέο ενοικιαστήριο έγγραφο, Τεκμήριο 26, τα έξοδα του οποίου ζήτησε να της καταβάλουν, επειδή είχε καταβάλει η ίδια τα έξοδα αυτά στο δικηγόρο Ρένο Λ. Σχίζα, ως η σχετική απόδειξη ημερομηνίας 23/09/1998, Τεκμήριο
  13. Απέρριψε την ορθότητα των καταστάσεων που κατέθεσε ως Τεκμήρια ο Ενάγοντας ως μη ανταποκρινόμενα στα αληθινά γεγονότα, αφού δεν παρουσίασε καμία κατάσταση λογαριασμού από την Τράπεζα που να επιβεβαιώνει ότι όντως εκδόθηκαν οι επιταγές στις οποίες αναφέρεται, ότι αυτές εξαργυρώθηκαν και ότι αυτές είναι όλες οι επιταγές. Η μόνη δε έγκυρη και αξιόπιστη πηγή για τα οικονομικά της Επιχείρησης μπορεί να προέλθει από τον ΜΥ2, ο οποίος τηρούσε τα λογιστικά βιβλία της Επιχείρησης. Εξ όσων δε ο ίδιος γνωρίζει, η Επιχείρηση τόσο το 1997 όσο και το 1998 είχε ζημιές ενώ το 1999 είχε κέρδη εκ £
  14. Τέλος ανέφερε ότι ο Ενάγοντας, με τα χρήματα που ο ίδιος παραδέχεται ότι εισέπραξε, έλαβε τόσο το ποσό της συνεισφοράς του όσο και τα κέρδη χωρίς να υπολογίζονται τα χρήματα που οικειοποιήθηκε και ουδέποτε επέστρεψε. Όσον αφορά το ποσό των £462 που πλήρωσε, αφορά προσωπική του υποχρέωση, που εν πάση περιπτώσει έχει ήδη χρεώσει την Επιχείρηση, καθώς και ότι δεν έχει δικαιολογήσει γιατί έχει εισπράξει από την Επιχείρηση, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, ποσό εκ £23.460 ενώ αυτός και ο Αποβιώσαντας έχουν πάρει πολύ λιγότερο ποσό αναλογικά με αυτά που έχουν συνεισφέρει ή πληρώσει. Ως εκ των πιο πάνω η Απαίτησή του είναι αυθαίρετη, αδικαιολόγητη και παράλογη και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την αντεξέτασή του σχεδόν σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απαντούσε «δεν θυμάμαι», ακόμα και για πράγματα που ανέφερε στη γραπτή δήλωση-κατάθεσή του. Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε το Τεκμήρια 28, το οποίο ήταν η κατάθεσή του στην αστυνομία, το Τεκμήριο 29, το οποίο αποτελεί καταστάσεις λογαριασμών της Τράπεζας Κύπρου και το Τεκμήριο 30 το οποίο είναι πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέα της εταιρείας Elysee Night Spot Limited. Ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, ΜΥ2, λογιστής της Επιχείρησης από τις 13/03/1997, όπως ανέφερε, με την ανάληψη αυτής της υποχρέωσης, θα του παρέδιδε ο Ενάγοντας, ως ταμίας, όλα τα στοιχεία που σχετίζοντο με τα έσοδα και έξοδα της Επιχείρησης, όπως αποδείξεις, τιμολόγια πωλήσεων, καταστάσεις λογαριασμών και λίστες πληρωμών των καλλιτέχνιδων και των γκαρσονιών προς τήρηση των λογιστικών βιβλίων της Επιχείρησης, όπως, άλλωστε, εξήγησε τούτα στον Ενάγοντα την ίδια ημέρα. Ο Ενάγοντας του παρέδιδε τα σχετικά έγγραφα, προς τήρηση των λογιστικών βιβλίων της Επιχείρησης, ότε τον 11/1997 προέκυψε διαφορά, στη διαχείριση των μετρητών, οπότε ζήτησε και συναντήθηκε και με τους τρεις, όπου και τους ενημέρωσε για τη διαφορά αυτή. Μετά τη συζήτηση που είχαν, έπαυσε να είναι ταμίας ο Ενάγοντας και ανέλαβε ο Αποβιώσαντας ενώ ζήτησε από τον Ενάγοντα να του πάρει οποιαδήποτε άλλα τιμολόγια ή αποδείξεις πληρωμών είχε στην κατοχή του. Ο Ενάγοντας αντέδρασε, ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για δικό του λάθος (του ΜΥ2), λέγοντας ότι αν υπήρχε διαφορά θα παραιτείτο και θα έφευγε. Ζήτησε δε χρόνο για να κοιτάξει αν είχε οποιαδήποτε άλλα έγγραφα για να του τα έπαιρνε και να ξαναεξέταζαν τις καταστάσεις για εκείνη την περίοδο. Ο ίδιος προέβη σε νέα εξέταση, στην οποία διεφάνη έλλειμμα ύψους £11.000 και κάτι, αφού δεν ενθυμείτο το ακριβές ποσό. Σε συνάντηση δε που είχαν τον Ιανουάριο του 1998, οι άλλοι δύο συνέταιροι ζήτησαν από τον Ενάγοντα να επιστρέψει το ποσό της διαφοράς. Ο Ενάγοντας διαφώνησε και έφυγε από τη συνάντηση λέγοντας «πελλός που εν να ξανάρτει». Ο Ενάγοντας δεν επέστρεψε το ποσό, οι άλλοι δύο συνέταιροι κατήγγειλαν την υπόθεση στην αστυνομία και ο ίδιος έδωσε κατάθεση στην αστυνομία. Όσον αφορά την εταιρεία Elysee Night Spot Ltd είπε ότι οι τρεις συνέταιροι το καλοκαίρι του 1997 εξέφρασαν την πρόθεση να εγγράψουν εταιρεία στην οποία να είναι αυτοί μέτοχοι και διευθυντές. Λόγω όμως των γεγονότων, που ανέφερε προηγουμένως, δεν προχώρησαν να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα που είχε ετοιμάσει η δικηγόρος, πράγμα που έγινε μεταγενέστερα, ήτοι τον Ιανουάριο του 1998, με μετόχους τον Εναγόμενο 1 και τον Αποβιώσαντα. Τελικά, όπως είπε, οι οδηγίες δόθηκαν, για εγγραφή της εταιρείας, μετά την καταγγελία στην αστυνομία, ήτοι στις αρχές Ιανουαρίου του
  15. Ακολούθως αναφέρθηκε στα Τεκμήρια που κατάθεσε ο Ενάγοντας ως καταστάσεις που τηρούσε και δη στα Τεκμήρια 13, 14, 15, 16 και 22 για να πει ότι από τη στιγμή που αυτά δεν επιβεβαιώνονται με στοιχεία, όπως αποδείξεις, τιμολόγια και καταστάσεις λογαριασμών από την Τράπεζα, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Προέβη δε και σε κάποιες παρατηρήσεις, σε σχέση με τα αναγραφόμενα ποσά επί αυτών, για να καταδείξει την προχειρότητα ή την ανεπάρκεια αυτών σε βαθμό που να μην μπορούν, όχι απλά να γίνουν αποδεκτά αλλά και να εξάγονται από αυτά ορθά αποτελέσματα ή συμπεράσματα, όπως π.χ. το Τεκμήριο 22, που ενώ ο αριθμός της επιταγής
(57227421), ημερομηνίας 03/10/1997, είναι ορθός και αναγράφεται το ποσό των £20.000, στην κατάσταση αυτή, Τεκμήριο 22, στην ίδια την επιταγή που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 3 αναγράφεται το ποσό των £2.
  1. Λάθος, ως προς τα ονόματα, συμβαίνει και με τις επιταγές 57227409 και 57227412 ημερομηνίας 01/07/1997 και 30/07/1997, οι οποίες εκδόθηκαν στο όνομα Απόστολος Αποστόλου, η πρώτη, για το ποσό των £5.000, και η δεύτερη για το ποσό των £20.000, Τεκμήριο 3, ενώ στο Τεκμήριο 22, φαίνονται στο όνομα Γεώργιος Αποστόλου. Επίσης, ενώ δίπλα από το όνομα Μιχάλης Κουγιάλης, στο Τεκμήριο 22 φαίνεται η επιταγή με αριθμό 57227422 για το ποσό των £2.000, από την ίδια την επιταγή, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 3, φαίνεται ότι εκδόθηκε στο όνομα Γιάννος Κουγιάλης. Τέλος, ανέφερε ότι εξ όσων γνώριζε το 1998 η Επιχείρηση είχε ζημιά πέραν των £3.000, ενώ το 1999 το κέρδος ήταν κάτω των £1.000 και το 2000 κέρδος ύψους £3.
  2. Κατά την αντεξέταση, της οποίας, ουσιαστικά, μεγάλο μέρος αυτής, επικεντρώθηκε στις παρατηρήσεις που προέβη επί των ως άνω Τεκμηρίων και δη του Τεκμηρίου 22 και του Τεκμηρίου 3, όταν του υποβλήθηκε ότι έκανε λάθος, εξηγώντας γιατί, από τον δικηγόρο του Ενάγοντος, επανέλαβε περίπου αυτά που ανέφερε στην εξέτασή του. Στις υποδείξεις δε για το λανθασμένο της έρευνάς του, για έλλειμμα πέραν των £11.000 αφού στο κατηγορητήριο κατηγορείτο ο Ενάγοντας για κατάχρηση ποσού £3.853, από το οποίο αθωώθηκε από το εκ πρώτης όψεως υπόθεση, απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει περί τούτου. Ενώ όσον αφορά το ποσό που εισπράχθηκε, μέχρι την ημέρα που ήταν ο Ενάγοντας ταμίας, δεν ενθυμείτο για να το αναφέρει, αλλά ούτε και είχε στα χέρια του τα λογιστικά βιβλία της Επιχείρησης ή τα σχετικά έγγραφα, όπως αποδείξεις, τιμολόγια κλπ, για να τα παρουσιάσει και να τα καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού αυτά, όπως είπε, είχαν κατατεθεί κατά τη διάρκεια της δίκης ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο. Επίσης κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 31 κατάθεσή του στην αστυνομία. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα, στην αγόρευσή του, αφού παρέπεμψε το Δικαστήριο στις αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας, με βάση τη νομολογία που επικαλέστηκε, ζήτησε από το Δικαστήριο, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του, με σχετική αναφορά σε αποσπάσματα από τη μαρτυρία του Ενάγοντα, του ΜΥ1 και του ΜΥ2, καθώς και των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, όπως κρίνει τον Ενάγοντα ως αξιόπιστο και επί τη βάση της μαρτυρίας του να εκδώσει απόφαση ως οι αξιώσεις του, ενώ από την άλλη εισηγήθηκε ότι, όσον αφορά τους ΜΥ1 και ΜΥ2 κριθούν αναξιόπιστοι και απορριφθεί η μαρτυρία τους ως μη αποδίδουσα την αληθινή διάσταση των γεγονότων. Από την άλλη, ο δικηγόρος του Εναγομένου 1 αφού καταπιάνεται αρχικά με το τι αξιώνεται από τον Ενάγοντα, εξέφρασε την άποψη ότι η υπόθεση αυτή θα κριθεί ουσιαστικά από την αξιολόγηση των μαρτύρων και την αξιοπιστία ή αναξιοπιστία αυτών. Ως εκ τούτου, καταπιάστηκε με σχετική λεπτομέρεια, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετικά αποσπάσματα, με τη μαρτυρία τόσο του Ενάγοντα όσο και του Εναγόμενου 1 και του ΜΥ2, όπως και με τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δη τις καταστάσεις που ετοίμασε ο Ενάγοντας, για να καταδείξει την αναξιοπιστία του Ενάγοντα και την αξιοπιστία των δύο άλλων προσώπων που αναφέρονται αμέσως προηγουμένως, για να εισηγηθεί την απόρριψη της αγωγής την οποία απόρριψη θα πρέπει έτσι κι αλλιώς το Δικαστήριο να προβεί λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην έγερση της αγωγής, που κατά αυτόν έχει παραγραφεί εδώ και αρκετά χρόνια. Η δικηγόρος του Εναγομένου 2, αφού υιοθέτησε την αγόρευση του δικηγόρου του Εναγομένου 1 και ομοδίκου της για τον Εναγόμενο 2, καθώς και τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων και παρέπεμψε το Δικαστήριο στα πρακτικά και στο περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, εισηγήθηκε ότι (α) το Δικαστήριο δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα αφού, ως εκλαμβάνει το Δικαστήριο, το αντικείμενο της αγωγής είναι κάτω από €100.000 και (β) υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής η οποία οδηγεί στην απόρριψή της, καθότι με τη στάση αυτή του Ενάγοντα επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του Εναγομένου 2, αφού το άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο απεβίωσε και δεν μπορεί να παραθέσει τη δική του θέση και ισχυρισμούς έναντι των ισχυρισμών του Ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπάρχει δίκαιη δίκη γι' αυτόν. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση, στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι, το Δικαστήριο εξετάζει ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και δεν επεκτείνεται πέραν αυτών (βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G & P Ergatides Motors Ltd.
(2007)1 ΑΑΔ 1380, Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ. κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 991 και Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24). Ως εκ τούτου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από τις θέσεις που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων στην αγόρευσή τους, το Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις αυτές και εκφράζονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης. Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05.06.2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη κ.ά ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.ά
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Σε σχέση με τις αντιφάσεις που η μία ή η άλλη πλευρά επισήμανε πρέπει να αναφερθεί ότι αυτές πρέπει να είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεσή του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, Χριστάκης Ανδρέου Ανθία ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1999)2 ΑΑΔ 558, Ιωάννα Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 449 και Χρίστος Σ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, Κώστας Στρατής ν. Πεντέλης - Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1708 και Ανδρέας Ηλία κ.ά ν. Δημήτρη Σταυρινίδη
(2000)1 ΑΑΔ 874). Αντίθετα, μπορεί να λεχθεί ότι οι μικροαντιφάσεις ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων προβάλλοντας τον φυσικό τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκαν τα σχετικά γεγονότα, όπως αυτά υπήρχαν στη μνήμη τους (βλ. Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου (ανωτέρω) και Γιαννάκης Ξυδιάς κ.ά ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174). Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Andreas Polidorou Georghiades v. The Police
(1985)2 CLR 56, Costas Kades v. Christakis Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Yiannakis Agapiou v. Annetta Panayiotou
(1988)1 CLR 257, Στέλιος Μιχαήλ ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τάκη Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, Ανθούλα Σταύρου Καρεκλά ν. Σωτήρη Κλεάνθους
(1997)1 ΑΑΔ 1199 και Γεώργιος Ιωάννου ν. Γεώργιου Κουννίδη
(1998)1 ΑΑΔ 1215, Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά (ανωτέρω) και Αντώνης Γεωργίου Αντωνίου (Μεσίτης) ν. Πολύκαρπου Χρίστου
(2006)1 ΑΑΔ 888). Στην υπόθεση Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου ν. Λεόντιου Κ. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785, και δη στη σελίδα 791, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn
(1894)G.R. 67 (H.L.) και R. v. Hart
(1932)23 Cr. APP. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία που παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παράγραφος 33-69)». Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.ά
(1998)1 ΑΑΔ 843, αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου, ο οποίος προέβηκε στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 ΑΑΔ 1057, 1060, 1061, με αναφορά στις υποθέσεις A.C.T. Textiles Ltd v. Georghios Zodhiatis
(1986)1 CLR 89 και Adidas v. The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, ειπώθηκε ότι εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνειά τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προέβηκα στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων. Ο Ενάγοντας, ΜΕ3, σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση, ήταν ειλικρινής, ευθύς και δεν περιέπεσε σε τέτοιες σοβαρές και ουσιαστικής μορφής αντιφάσεις που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνουν διάθεσή του να ψευσθεί. Από την αρχή, ο Ενάγοντας, με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στη μαρτυρία του, τόσο στην εξέτασή του όσο και κατά την αντεξέτασή του, προώθησε την υπόθεσή του επί της σταθερής γραμμής του ότι οι τρεις τους, δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 13/03/1997, Τεκμήριο 1, άσκησαν από κοινού και ανά 1/3 την Επιχείρηση, στην οποία ανέλαβε ως ταμίας, με τη συγκατάθεση των άλλων δύο, μέχρι τις 18/11/1997, που του αφαιρέθηκε αυτή η ιδιότητα, αλλά συνέχισε να παρακολουθεί, να λαμβάνει και να καταγράφει τα έσοδα και τα έξοδα της Επιχείρησης, όπως έκανε από την αρχή που ανέλαβε ταμίας, μέχρι τις 05/02/1998, ως αυτά εμπεριέχονται στα Τεκμήρια 11 και
  1. Η μαρτυρία του, περί αυτής της δραστηριότητάς του, δεν αμφισβητήθηκε ούτε κλονίσθηκε. Επιχειρήθηκε, όμως, να τρωθεί μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος ανέφερε ότι χωρίς τα αποδεικτικά στοιχεία των καταχωρήσεων αυτών, στα Τεκμήρια 11 και 12, δηλαδή οι αποδείξεις, τα τιμολόγια και οιαδήποτε άλλα έγγραφα που σχετίζονται με τα έσοδα και τα έξοδα, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, λογιστικά, τα Τεκμήρια 11 και 12, αφού δεν επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα, που αμέσως πριν περιέγραψα, δηλαδή αποδείξεις, τιμολόγια κλπ. Κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι οι αποδείξεις, τα τιμολόγια και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα σχετίζοντο με τα έσοδα και τα έξοδα της επιχείρησης παραδίδοντο από τον Ενάγοντα στον ΜΥ2 και δεν τα κατείχε ο ίδιος ο Ενάγοντας. Επιπλέον, ως ανέφερε ο ΜΥ2, αυτά παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 36913/99 Ε.Δ. Λευκωσίας, Τεκμήριο 18, στην οποία αθωώθηκε από το εκ πρώτης όψεως ο Ενάγοντας και επομένως οι μόνοι που μπορούσαν να ζητήσουν την επιστροφή των Τεκμηρίων αυτών ήταν τα άλλα δύο πρόσωπα που συνέχισαν να ασκούν την Επιχείρηση από τις 06/02/1998 και μετά, χωρίς τον Ενάγοντα και υπό την εταιρεία με την ονομασία Elysee Night Spot Ltd. Ο Ενάγοντας δεν είχε κανένα δικαίωμα είτε να ζητήσει να του παραδωθούν αυτά, είτε να τα έχει στην κατοχή του και οι μόνοι που μπορούσαν να πράξουν τούτο ήταν οι Εναγόμενοι. Εάν ήθελαν οι Εναγόμενοι να αμφισβητήσουν εμπράκτως και με στοιχεία τις καταχωρήσεις που έκανε ο Ενάγοντας στα Τεκμήρια 11 και 12 με βάση τις αποδείξεις και τα τιμολόγια και άλλα έγγραφα που εκδίδοντο ή λαμβάνοντο από την Επιχείρηση, όφειλαν αυτοί να προσκομίσουν τούτα, για να καταδείξουν το αναληθές του περιεχομένου των Τεκμηρίων 11 και
  2. Πέραν των πιο πάνω, η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο ΜΥ2, για μη αποδοχή των Τεκμηρίων 11 και 12, ένεκα της έλλειψης επιβεβαίωσης τούτων, από σχετικές αποδείξεις, τιμολόγια και άλλα έγγραφα, αφορούν την πρακτική ή την νομική υποχρέωση των φυσικών ή νομικών προσώπων έναντι των φορολογικών ή άλλων παρόμοιων οργάνων του Κράτους. Το Δικαστήριο όμως, για την αποδεκτότητά τους, δεν ακολουθεί φορολογική πρακτική αλλά προβαίνει σε αποδοχή τους με βάση τους κανόνες του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, και η βαρύτητα που τους αποδίδεται σχετίζεται με την αξιολόγηση στην οποία προβαίνει του συγκεκριμένου μάρτυρα επί τη βάση των όσων έχει αναφέρει στο Δικαστήριο και της έγγραφης μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Ο Ενάγοντας διαφάνηκε ότι τηρούσε τα Τεκμήρια 11 και 12 επί καθημερινής βάσης, καταγράφοντας, ως ταμίας, μέχρι τις 18/11/2007 και ακολούθως μέχρι τις 05/02/1998, όλα όσα εμφαίνονται στα Τεκμήρια αυτά, χωρίς να έχει καταδειχθεί ότι αυτά αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα ή σκέψεις. Πράγματι, ο Ενάγοντας παραδέχθηκε το λάθος του σε σχέση με την επιταγή υπ' αριθμό 57227421 για το ποσό των £2.000, Τεκμήριο 3, και την καταχώρηση αυτής στο όνομα του Εναγομένου 1, στο Τεκμήριο 22, για το ποσό των £20.000, όπως ακόμα και για τα ονόματα στις, ως άνω αναφερθείσες, εκδοθείσες επιταγές, που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 3 και στα ονόματα που πίστωσε αυτές, στις επί μέρους καταστάσεις που έκανε, Τεκμήριο 22, για αυτές που επισήμανε τη διαφορά ο ΜΥ2 και αναφέρονται ανωτέρω, οι οποίες προήρχοντο από τα Τεκμήρια 11 και 12, αλλά τούτο, εκτός του ότι καταδεικνύει την προσήλωσή του στην αλήθεια, αφού αποδέχεται τα λάθη του αυτά, ουσιαστικά δεν άλλαξε οτιδήποτε, σε σχέση με την τήρηση των στοιχείων που αναφέρονται στα Τεκμήρια 11 και
  3. Το γεγονός ότι στην κατάσταση Τεκμήριο 22, αναγράφονται οι σχετικές επιταγές ως ληφθέντα ποσά από τον Εναγόμενο 1 και τον αποβιώσαντα, ενώ στις αναφερθείσες επιταγές αναγράφονται άλλα ονόματα, ουδόλως επηρεάζει τις σχετικές πιστώσεις που έκανε στον Εναγόμενο 1 και στον Αποβιώσαντα, αφού άλλο είναι ποιος πιστώθηκε τα ποσά ως ληφθέντα από αυτό και άλλο ποιος αναγράφεται στην επιταγή, αφού ήταν θέμα δικό του καθενός από τους δύο σε ποιο τελικά αυτοί επιθυμούσαν να αναγράψουν το όνομά του στην επιταγή. Η έκδοση της επιταγής υπ' αριθμό 57227412 για το ποσό των £20.000 στο όνομα του Απόστολου Αποστόλου, που εμφαίνεται στην επιταγή, που αναφέρεται και ανωτέρω, και όχι στο όνομα Γεώργιος Αποστόλου, που ανάφερε ο Ενάγοντας και καταγράφεται στην κατάσταση που δημιούργησε, δεν αλλοιώνει ποσώς την αλήθεια περί του ίδιου του γεγονότος της έκδοσης της επιταγής γι' αυτό το ποσό, η οποία δόθηκε στον Απόστολο Αποστόλου και εμφαίνεται το όνομά του, ακριβώς επειδή το ποσό το δανείστηκε ο Εναγόμενος 1 από αυτόν, ο οποίος είναι αδελφός του. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες επιταγές, στις οποίες αναφέρθηκε ο ΜΥ2, για τους ίδιους λόγους που αναπτύσσονται αμέσως πιο πάνω. Η μόνη ουσιαστική διαφορά, όσον αφορά το ποσό, είναι η καταχώρηση στο όνομα του Εναγομένου 1 της επιταγής υπ' αριθμό 57227421 για το ποσό των £20.000 ενώ το ποσό που αναγράφεται στην επιταγή είναι £2.
  4. Όλα αυτά, βέβαια, ανεξάρτητα, για τη σημασία που έχουν ως προς την απόδειξη των αξιώσεων του Ενάγοντα, αφού η αξιοπιστία της μαρτυρίας του και των άλλων μαρτύρων δεν σημαίνει ότι οδηγεί αναπόδραστα στην απόδειξη και επιτυχία των αξιώσεων του Ενάγοντα. Η καταγγελία στην αστυνομία, από τους άλλους δύο συνεταίρους, με σφράγιση της αλήθειας, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων, του ελλείμματος, από τον ΜΥ2, για το ποσό των £11.576,25, εναντίον του Ενάγοντα, η οποία μετουσιώθηκε σε κατηγορητήριο για κλοπή, για £3.853, από το οποίο τελικά απαλλάχθηκε ο Ενάγοντας από το εκ πρώτης όψεως υπόθεση και δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που να αποδεικνύει το οιοδήποτε έλλειμμα, αποτελεί ένα επιπρόσθετο στοιχείο ενδυνάμωσης της αλήθειας των όσων καταγράφονται στα Τεκμήρια 11 και 12 και των ισχυρισμών του Εναγομένου περί αυτού του θέματος, όπως εξηγείται πιο πάνω. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του, ως πιο πάνω εξηγείται. Ο Πάνος Παναγιώτου, ΜΕ1, ο οποίος εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου, ο οποίος αντεξετάστηκε μόνο από την κα Θεοχαρίδου, περί ελάχιστων συγκεκριμένων θεμάτων, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, ήταν ειλικρινής, ευθύς και σαφής, χωρίς να περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Οι Μαρία Αρέστη και Φωτούλα Φωτίου ΜΕ2 και ΜΕ4 αντίστοιχα, οι οποίες δεν αντεξετάστηκαν και η μαρτυρία τους έμεινε αναντίλεκτη, μετέφεραν στο Δικαστήριο με πάσα ειλικρίνεια όσα περιήλθαν στη γνώση τους και κρίνονται μάρτυρες της αλήθειας. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Ο ΜΥ1, η μαρτυρία του οποίου αποτέλεσε, ουσιαστικά και σχεδόν καθ' ολοκληρία, δήλωση-κατάθεσή του, δεν μου έκανε καλή εντύπωση αφού κατά την αντεξέτασή του, σχεδόν επί όλων των θεμάτων που ερωτήθηκε, και δη σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με όσα ανάφερε στη γραπτή δήλωσή του, η απάντησή του ήταν «Δεν θυμούμαι», η οποία τέτοια συμπεριφορά του από μόνη της εξουδετερώνει την αλήθεια αυτών που αναφέρονται στη γραπτή δήλωση-κατάθεσή του και από την άλλη αναδεικνύει ότι δεν είχε γνώση των όσων καταγράφονται σ' αυτήν με συνεπακόλουθο να πλήττεται καίρια η αξιοπιστία του σε τέτοιο βαθμό που να μην είναι δυνατόν να γίνει αποδεχτή η μαρτυρία του. Συνεπώς απορρίπτεται και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, ΜΥ2, αν και, όπως αναφέρθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, απέδωσε τον τρόπο με τον οποίο, λογιστικά, μπορούν να γίνουν αποδεκτά τα Τεκμήρια 3, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17 και 22 μεταξύ άλλων, εν τούτοις δεν πρόσφερε μαρτυρία που να αντιτάσσεται στην αλήθεια των αναγραφέντων στα Τεκμήρια αυτά, παρότι θα μπορούσε ο ίδιος, ως λογιστής, αρχικά της Επιχείρησης των τριών και μετά την εκδίωξη του Ενάγοντα, της εταιρείας Elysee Night Spot Ltd, των δύο πλέον συνεταίρων, να παρουσιάσει είτε από το δικό του αρχείο, είτε από την προμήθεια των τιμολογίων, αποδείξεων και/ή άλλων εγγράφων, για την περίοδο που ο Ενάγοντας ήταν συνέταιρος των Εναγομένων, ήτοι από 13/03/1997-05/02/1998 και ακολούθως για την εταιρεία, για επίρρωση των οικονομικών της Επιχείρησης και της εταιρείας, όπως τα παρουσίασε με τη μαρτυρία του, δεν το έπραξε. Επίσης, ενώ ανέφερε, την όποια ζημιά ή το όποιο κέρδος είχε η Επιχείρηση και ακολούθως η εταιρεία, με ένα γενικό και μη συγκεκριμένο τρόπο, αφού δεν ενθυμείτο να αναφέρει τα ακριβή ποσά, αλλά ούτε παρουσίασε οιαδήποτε έγγραφα που να επιβεβαιώνουν αυτά που ανέφερε, εν αντιθέσει με την προφορική και γραπτή μαρτυρία που παρουσίασε ο Ενάγοντας, δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο για την ορθότητα και την αλήθεια των όσων ανέφερε. Οι επισημάνσεις που προέβη, συγκρίνοντας τα Τεκμήρια 3 και 22, αναδεικνύοντας τις διαφορές στα ονόματα που αναγράφονται στις συγκεκριμένες επιταγές, από το Τεκμήριο 3, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, με τα ονόματα του Εναγόμενου 1 και του Αποβιώσαντα, που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 22, να έλαβαν τα ποσά αυτών των επιταγών, όπως και η αναντιστοιχία της επιταγής υπ' αριθμό 57227421 εκ £2.000, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 3, με την αναγραφή αυτής £20.000 στο Τεκμήριο 22, ουδόλως επηρεάζουν την αλήθεια των όσων κατέγραψε και ειπώθηκαν από τον Ενάγοντα και το αποτέλεσμα των μαθηματικών πράξεων που καταλήγει, παρά μόνο, όσον αφορά την αναντιστοιχία των δύο αυτών ποσών, θα επέρχετο η μείωση του ποσού κατά την ανάλογη διαφορά. Επαναλαμβάνω, ανεξάρτητα από την απόδειξη των αξιώσεων του Ενάγοντα. Ακόμη η εκ μέρους του ανεύρεση ελλείμματος, από έρευνα που έκανε το Νοέμβριο του 1997, στο ταμείο της Επιχείρησης κατά £11.576,25 και η εκ μέρους των διωκτικών αρχών καταχώρησης υπόθεσης κλοπής, για το ποσό των £3.853, Τεκμήριο 18, στην οποία ο Ενάγοντας τελικά αθωώθηκε από το εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και από την άλλη η μη τεκμηρίωση, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, του όποιου ελλείμματος, που κατ' ισχυρισμό του υπήρχε, με απτά αποδεικτικά στοιχεία, από τη μια εκθεμελιώνει το αληθές του ισχυρισμού του και από την άλλη αφήνει αλώβητα τη μαρτυρία και τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των αναγραφέντων στα Τεκμήρια 3, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17 και 22, όπως εξηγείται για τα Τεκμήρια 3 και 22, ανωτέρω. Απορρίπτω και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας μαζί με τον Εναγόμενο 1 και τον Αποβιώσαντα (πρώην Εναγόμενο 2), με έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 13/03/1997, Τεκμήριο 1, συμφώνησαν την από κοινού λειτουργία της Επιχείρησης Elysee Night Spot στη Λευκωσία, ανά 1/3 έκαστος, όπως και η διαχείριση, τα έσοδα και τα έξοδα, μοιράζονται ή καταβάλλονται επίσης ανά 1/3 έκαστος. Η συμφωνία προέβλεπε, επίσης, το διορισμό του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου ως ανεξάρτητου λογιστή για την τήρηση των λογιστικών αρχείων της Επιχείρησης, όπως και έγινε. Η Επιχείρηση αγοράστηκε από αυτούς, από τον Μιχάλη Χατζηιωσήφ, για το ποσό των £60.000, από το οποίο καταβλήθηκε άμεσα το ποσό των £40.000, εκ των οποίων τις £10.000 κατέβαλε ο Ενάγοντας με επιταγή, που εξέδωσε η ΣΠΕ Γερίου στο όνομά του, την οποία εξαργύρωσε ο Χατζηιωσήφ, Τεκμήριο 24, και το υπόλοιπο ποσό των £30.000 ο Εναγόμενος 1, ο οποίος επίσης κατέβαλε και την εγγυητική για το υπόλοιπο ποσό των £20.
  5. Το υπόλοιπο ποσό εκ £10.000, που αναλογούσε σε αυτό ως το 1/3 για την αγορά της επιχείρησης, καταβλήθηκε απ' αυτόν στον Εναγόμενο 1 από τα κέρδη που δικαιούταν από τις 13/03/1997 μέχρι τις 02/01/
  6. Το υποστατικό στο οποίο ασκείτο η Επιχείρηση ήταν ιδιοκτησίας της κας Λίζας Φράγκου, η οποία ενοικίασε τούτο δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 13/03/1997, Τεκμήριο 25, στους Γεώργιο Αποστόλου και Λουκά Μιχαήλ με μηνιαίο ενοίκιο £2.500 από 15/03/1997-15/01/1998 και £3.000 από 16/01/1998-15/01/2000, συμπεριλαμβανομένων όλων των κινητών αντικειμένων που ανήκαν σε αυτήν και που ευρίσκοντο σε αυτό, ως ο κατάλογος Α, ο οποίος όμως δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου παρέμεινε άγνωστο για το Δικαστήριο ποια ήταν τα κινητά αντικείμενα που συμπεριλαμβάνοντο στον κατάλογο αυτό. Δυνάμει προφορικής συμφωνίας, μεταξύ των τριών, ο Ενάγοντας ανέλαβε καθήκοντα ταμία. Ως ταμίας της επιχείρησης παρέδιδε στο ΜΥ2 τις αποδείξεις, τιμολόγια και οιαδήποτε άλλα έγγραφα σχετίζοντο με τα έσοδα και έξοδα της Επιχείρησης. Συνάμα, ο ίδιος, επί καθημερινής βάσης, κατέγραφε και διατηρούσε σε δύο ημερολόγια, Τεκμήρια 11 και 12, τις πωλήσεις, τις εισπράξεις, τα έξοδα και τις επιταγές που εκδίδοντο από αυτόν και το Γεώργιο Αποστόλου, από κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν στη ΣΠΕ Γερίου, για την Επιχείρηση, από τις 13/03/1997 μέχρι και τις 05/02/
  7. Να σημειωθεί ότι η Επιχείρηση διατηρούσε λογαριασμό και στην Τράπεζα Κύπρου, ως άλλωστε καταδεικνύεται και από το Τεκμήριο
  8. Ο Ενάγοντας, με βάση τα Τεκμήρια 11 και 12, προέβη σε ανάλυση και διαχωρισμό των ποσών που είτε καταβλήθηκαν είτε εισπράχθηκαν από τους τρεις συνεταίρους, τα οποία παρουσιάζονται ως Τεκμήριο 13, Κατάσταση Πληρωμής Αγοράς Κέντρου Elysee, ως Τεκμήριο 14, Κατάσταση Εξόδων για Εξοπλισμό και Επιδιόρθωση Κέντρου Elysee, ως Τεκμήριο 15, Κατάσταση Εξόδων, Πληρωμή με Επιταγές, από 01/12/1997-06/02/1998, ως Τεκμήριο 16, Κατάσταση Εισπράξεων και Εξόδων από 01/02/1998-06/02/1998, ως Τεκμήριο 17, Αναλυτική Κατάσταση Πληρωμής Εξόδων Προσωπικού από 01/01/1998-06/02/1998 και ως Τεκμήριο 22, Κατάσταση των Ποσών που Λήφθηκαν από τους Συνεταίρους με Επιταγές από τους Κοινούς Λογαριασμούς της ΣΠΕ Γερίου και της Τράπεζας Κύπρου Γερίου, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει λεπτομερή και απτά στοιχεία για όλα από αυτά. Οι επιταγές από τον κοινό λογαριασμό της ΣΠΕ Γερίου, που αναφέρονται στο Τεκμήριο 22, αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 3, που αποτελείται από 37 φωτοτυπίες επιταγών, που φέρουν τη σφραγίδα της ΣΠΕ Γερίου και μονογραφή επί αυτών, για την προμήθεια των οποίων ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €150 στη ΣΠΕ Γερίου, Τεκμήριο
  9. Οι σχετικές άδειες, όπως, από τον ΚΟΤ, Τεκμήρια 4 και 7, Δήμο Λευκωσίας, Τεκμήριο 5, Αστυνομία Λευκωσίας, Τεκμήρια 6 και 8, εκδίδοντο στο όνομα του Ενάγοντα. Επίσης ο λογαριασμός της ΑΤΗΚ και της ΑΗΚ εκδίδοντο στο όνομά του, Τεκμήρια 9 και 10, αντίστοιχα, έστω και αν η διεύθυνση είναι διαφορετική από αυτήν της Επιχείρησης, για το λόγο που εξήγησε ο Ενάγοντας. Ένεκα του γεγονότος αυτού, μάλιστα, κατηγορήθηκε σε τρεις διαφορετικές ποινικές υποθέσεις, ήτοι 34912/97, 36252/97 και 36251/97, όλες του ΕΔ Λευκωσίας και κατέβαλε συνολικό πρόστιμο το ποσό των £225, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 21, που αποτελείται από τρεις αποδείξεις ημερομηνίας 04/01/1999, η πρώτη, εξ αυτού του Τεκμηρίου και 25/08/1998 οι άλλες δύο. Ακόμη, εναντίον του Ενάγοντα, κινήθηκε η αγωγή 13053/98, ΕΔ Λευκωσίας, Τεκμήριο 19, για την οποία κατέβαλε το συνολικό ποσό των £470, Τεκμήριο
  10. Όλα κυλούσαν ομαλά μέχρι τις 18/11/1997 που οι άλλοι δύο ανάφεραν στον Ενάγοντα ότι ο ΜΥ2 διαπίστωσε έλλειμμα στο ταμείο της Επιχείρησης και τον κάλεσαν να παραιτηθεί από ταμίας, πράγμα που έπραξε και ανέλαβε ο Αποβιώσαντας. Σε συνάντηση των τριών τους μαζί με το ΜΥ2 ο τελευταίος ανέφερε σε αυτούς ότι σε δεύτερη έρευνα που έκανε επιβεβαίωσε ότι υπήρχε έλλειμμα στο ταμείο εκ £11.576,25 οπότε οι άλλοι δύο ζήτησαν από τον Ενάγοντα να καταβάλει αυτό το ποσό. Ο Ενάγοντας αμφισβήτησε την αλήθεια του γεγονότος αυτού και ζήτησε από το ΜΥ2 να του τεκμηριώσει το εύρημά του αυτό και αρνήθηκε να καταβάλει οιοδήποτε ποσό. Μετά την εξέλιξη αυτή οι άλλοι δύο άλλαξαν την κλειδαριά του υποστατικού της Επιχείρησης και όταν στις 06/02/1998 ο Ενάγοντας επιχείρησε να εισέλθει σε αυτό δεν μπορούσε να το πράξει. Έτσι εκδιώχθηκε από την Επιχείρηση. Εν τω μεταξύ τον Ιανουάριο του 1998 οι άλλοι δύο ενέγραψαν την εταιρεία Elysee Night Spot Ltd, με διευθυντές και τους δύο και γραμματέα τον Αποβιώσαντα, Τεκμήριο 30, την οποία είχαν συμφωνήσει εξ αρχής της συμφωνίας τους, Τεκμήριο 1, να εγγράψουν, η οποία και συνέχισε την άσκηση της Επιχείρησης από τις 06/02/1998 που εκδιώχθηκε ο Ενάγοντας από την Επιχείρηση με την αλλαγή της κλειδαριάς του υποστατικού της Επιχείρησης. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η υπόθεση ελλείμματος από το ταμείο της Επιχείρησης καταγγέλθηκε στην αστυνομία από τους άλλους δύο για την οποία καταγγελία έδωσε κατάθεση ο Εναγόμενος 1 στις 30/03/1998, Τεκμήριο 28, και ο ΜΥ2 μεταξύ των ημερομηνιών 27/03/1998-30/03/1998, Τεκμήριο
  11. Ως εκ τούτου, στις 09/12/1999 καταχωρήθηκε η υπ' αριθμό ποινική υπόθεση 36913/99, Ε.Δ. Λευκωσίας, για το αδίκημα της κλοπής ποσού £3.853, εναντίον του Ενάγοντα, Τεκμήριο 18, από την οποία ο Ενάγοντας αθωώθηκε από το εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα με συστημένη επιστολή, ημερομηνίας 14/04/1998, Τεκμήριο 23, προς την κα Φράγκου, ζήτησε (α) να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του ως ενοικιαστής, (β) την ακύρωση του ενοικιαστηρίου εγγράφου Τεκμήριο 25, (γ) την επιστροφή του ποσού £3.750 ως το ήμισυ της εγγύησης που καταβλήθηκε με την υπογραφή του Τεκμηρίου 25, (δ) τη δυνατότητα πώλησης του μεριδίου του στην Επιχείρηση που ασκείτο στο υποστατικό της και (ε) να δεχθεί την αδυναμία του να πληρώνει πλέον οιονδήποτε ενοίκιο ή μέρος αυτού, Τεκμήριο
  12. Στις 28/08/1998 η ιδιοκτήτρια του υποστατικού, όπου ασκείτο η Επιχείρηση, κα Φράγκου ενοικίασε τούτο στο Γεώργιο Αποστόλου και Μιχάλη Κουγιάλη, Τεκμήριο 26, με επιπρόσθετο όρο, που συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία ενοικίασης, στις 22/09/1998 και με επισυναπτόμενο κατάλογο περιουσιακών στοιχείων και εξοφλητική απόδειξη ενοικίων μέχρι 31/12/
  13. Η κα Φράγκου κατέβαλε το ποσό των £650 για την εξόφληση εξόδων διαδικασίας ενοικιάσεως του υποστατικού Elysee, Τεκμήριο
  14. Εννιάμιση (9½) χρόνια, περίπου, μετά την εκδίωξή του από την Επιχείρηση στις 06/02/1998, κίνησε την υπό κρίση αγωγή στις 23/07/
  15. Πριν προχωρήσω στην καταγραφή της κατάληξης του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι θα πρέπει να εξετάσω το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, που έθεσε η κα Θεοχαρίδου και το θέμα της μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, που έθεσαν και οι δύο δικηγόροι για την Υπεράσπιση. Το άρθρο 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 διαλαμβάνει: «Πoλιτική δικαιoδoσία Επαρχιακώv Δικαστηρίωv 22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, τωv διατάξεωv τωv επόμεvωv εδαφίωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ και τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22Β και τηρoυμέvωv τωv γεvικώv ή ειδικώv oδηγιώv πoυ εκδίδovται από τo Αvώτατo Δικαστήριo, Επαρχιακό Δικαστήριo συvιστάμεvo από Πρόεδρo Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ έχει δικαιoδoσία vα ακoύει και vα απoφασίζει πρωτόδικα για κάθε αγωγή.
(2)Εξαιρoυμέvης διαφoράς η oπoία εμπίπτει στη δικαιoδoσία oικoγεvειακoύ δικαστηρίoυ δυvάμει τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv Νόμoυ και τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμoυ, o Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και απoφασίζει για oπoιαδήπoτε άλλη γαμική διαφoρά η oπoία εμπίπτει στηv τoπική τoυ δικαιoδoσία.
(3)Έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και vα απoφασίζει για- (α) Οπoιαδήπoτε αγωγή στηv oπoία τo αμφισβητoύμεvo πoσό ή η αξία της επίδικης διαφoράς δεv υπερβαίvει πρoκειμέvoυ περί Αvώτερoυ Επαρχιακoύ Δικαστή τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000,00) και πρoκειμέvoυ περί Επαρχιακoύ Δικαστή τις εκατόν χιλιάδες ευρώ (€100.000,00). (β) Οπoιαδήπoτε αγωγή για τηv αvάληψη κατoχής oπoιασδήπoτε ακίvητης ιδιoκτησίας, ή oπoιαδήπoτε αγωγή βασιζόμεvη σε αδικoπραξία πoυ διαπράχθηκε σε σχέση με ακίvητη ιδιoκτησία στηv oπoία η αξιoύμεvη θεραπεία περιλαμβάvει έκδoση απαγoρευτικoύ διατάγματoς και στηv oπoία δεv αμφισβητείται o τίτλoς της ακίvητης ιδιoκτησίας, χωρίς vα λαμβάvεται υπόψη ότι λόγω της αξίας της επίδικης ακίvητης ιδιoκτησίας, η αγωγή δε θα ήταv της αρμoδιότητας Αvώτερoυ Επαρχιακoύ Δικαστή ή Επαρχιακoύ Δικαστή, σύμφωvα με τις πρόvoιες της παραγράφoυ (α) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ: Νoείται ότι κάθε Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και vα απoφασίζει για oπoιαδήπoτε υπόθεση σε σχέση με δυστυχήματα και σε σχέση με απoζημίωση για αvαγκαστική απαλλoτρίωση ή επίταξη ακίvητης ιδιoκτησίας, αvεξάρτητα από τo πoσό της επίδικης διαφoράς. Νοείται περαιτέρω ότι κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής και κάθε Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούει και να αποφασίζει για οποιαδήποτε υπόθεση σε σχέση με τα αξιόγραφα πιστωτικών ιδρυμάτων που αποκτήθηκαν τη χρονική περίοδο μεταξύ 2008 μέχρι και το Μάρτιο του 2013, ανεξάρτητα από το ποσό της επίδικης διαφοράς.
(4)Παρά τας διατάξεις oιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ και παρά τo ότι τo υπό αμφισβήτησιv πoσόv ή η αξία της επιδίκoυ διαφoράς υπερβαίvει τηv αvατιθεμέvηv εις αυτόv δικαιoδoσίαv, Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής θα έχη εξoυσία- (α) vα εκδίδη απόφασιv εις oιαvδήπoτε αγωγήv εv τη oπoία- (αα) o εvαγόμεvoς παραλείπει vα καταχωρίση εμφάvισιv εvτός της πρoθεσμίας διά τηv τoιαύτηv εμφάvισιv, ή (ββ) εκάτερoς τωv διαδίκωv παραλείπει vα εμφαvισθή κατά τηv ακρόασιv της αγωγής, ή (γγ) εκάτερoς τωv διαδίκωv παραλείπει vα παραδώση oιασδήπoτε εγγράφoυς πρoτάσεις εvτός της πρoθεσμίας της πρoβλεπoμέvης υπό τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τoυ αφoρώvτoς εις τηv κατά καιρόv ισχύoυσαv πoλιτικήv δικovoμίαv, ή (δδ) έχει καταχωρισθή αίτησις διά συvoπτικήv απόφασιv δυvάμει τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τoυ αφoρώvτoς εις τηv κατά καιρόv ισχύoυσαv πoλιτικήv δικovoμίαv, ή (εε) η απαίτησις oιoυδήπoτε διαδίκoυ είvαι παραδεκτή εv όλω ή όταv είvαι παραδεκτή εv μέρει, ως πρoς τo παραδεκτόv μέρoς (β) vα εκδίδη oιovδήπoτε διάταγμα εv oιαδήπoτε αγωγή, μη διαγιγvώσκov τηv oυσίαv της αγωγής.
(5)Τηρoυμέvoυ τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τo αμφισβητoύμεvov πoσόv ή η αξία της επιδίκoυ διαφoράς, ως αvωτέρω αvαφέρεται, θα είvαι τo πoσόv ή η αξία η πραγματικώς εv αμφισβητήσει μεταξύ τωv διαδίκωv ως απoκαλύπτεται αύτη εις τας εγγράφoυς πρoτάσεις, ή είvαι παραδεκτή υπό τωv διαδίκωv καθ' oιαvδήπoτε στάσιv της διαδικασίας, ή επί αιτήσει έχει απoφασισθή υπό τoυ δικαστηρίoυ, παρά τo ότι τo αξιoύμεvov πoσόv ή η εv τη αγωγή πρoβαλλoμέvη αξία της επιδίκoυ διαφoράς υπερβαίvει τo πoσόv τoύτo ή τηv αξίαv ταύτηv: Νοείται ότι στον καθορισμό του ποσού που αμφισβητείται ή στην αξία της επίδικης διαφοράς δε λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε ποσό τόκου που είναι πληρωτέο επί του αμφισβητούμενου ποσού ή της αξίας της διαφοράς.
(6)Κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούσει και να αποφασίζει για οποιαδήποτε αίτηση σε σχέση με εκτέλεση επί ακινήτων δυνάμει του Μέρους V του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ανεξάρτητα από την αξία του ακινήτου. Αρμoδιότης Αvωτέρoυ Επαρχιακoύ Δικαστoύ 22Α. Εκτός oπoυδήπoτε γίvεται αvτίθετoς ρητή πρόvoια εις τov παρόvτα Νόμov oιαδήπoτε διάταξις αυτoύ ή oιoυδήπoτε ετέρoυ Νόμoυ αφoρώσα εις αρμoδιότητα Επαρχιακoύ Δικαστoύ περιλαμβάvει και τov Αvώτερov Επαρχιακόv Δικαστήv.» Στην υπόθεση Ανδρέας Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240, 245, λέχθηκε ότι: «Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας. (Βλ. Kyriakos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88).» Στην υπόθεση Νίνος Δημητρίου ν. Τζηζέλας Δημητρίου
(1991)1 ΑΑΔ 1153, 1161, ειπώθηκαν τα εξής: «Η δικαιοδοσία είναι θέμα δημόσιας τάξης και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα δικαιούται και έχει καθήκο να εγείρει το θέμα και να αποφασίσει, γιατί απόφαση Δικαστηρίου που στερείται δικαιοδοσίας είναι άκυρη - (Central Co-Οperative Bank v. CY.E.Μ.S.
(1984)1 C.L.R. 435).» Στην υπόθεση Philippos Philippou v. Maria Philippou a.o.
(1986)1 CLR 689, 698, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The jurisdiction of the inferior Courts in this country must be traced in the statute establishing them. Trial and decision by an inferior Court on a matter on which it has no jurisdiction is a nullity. The question of jurisdiction is one for the Court, and it is our plain duty to decide whether there has been an absence of jurisdiction if satisfied that it is so. It is always the duty of the Court to take notice of appoint which goes to the jurisdiction of the Court of trial - (R. v. Dennis, (1924 1 K.B. 867). Simpson and Another v. Crowle & Others
(1921)3 K.B. 243. Βλέπε επίσης Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέα Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447 και Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168.» Στην υπόθεση "SEVEGEP" Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 729, λέχθηκε ότι: «Το ερώτημα απαντάται στην πρωτόδικη απόφαση όπου γίνεται η διαπίστωση ότι δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται κώλυμα στη διερεύνηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Υποδεικνύεται ότι η αρχή αυτή υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R.
  1. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως. .....» Στο Μέρος Χ του Συντάγματος, και υπό τον τίτλο Περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των υπό τούτου Τεταγμένων Δικαστηρίων, αναφέρεται στο Άρθρο 152, εδάφιο 1, ότι: «
  2. H δικαστική εξουσία, εξαιρουμένης της ασκουμένης κατά το έννατον μέρος υπό του Aνωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και κατά την δευτέραν παράγραφον του παρόντος άρθρου υπό των δικαστηρίων των προβλεπομένων υπό κοινοτικού νόμου, ασκείται υπό Aνωτάτου Δικαστηρίου και υπό κατωτέρων δικαστηρίων, τα οποία θα ιδρυθώσι δια νόμου, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα Δικαστήρια με την έννοια που αποδίδεται από το ως άνω Άρθρο 152 του Συντάγματος και η δικαιοδοσία τους κατά τόπον ή καθ' ύλην και αρμοδιότητά τους καθορίζονται από το Νόμο 14/1960 (βλ. Poly E. Efthymiadou v. Georghios Zoudros a.o.
(1986)1 CLR 341, Annita Glafcou Michaelidou v. Solon Gregoriou a.o.
(1988)1 CLR 88 και Ανδρέας Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 225, 229, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως.» Στην υπόθεση Safarino Shoes Industry & Trading Company Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059, 1063, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία [βλ. μεταξύ άλλων, Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, και Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134]. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "SEVEGEP" Limited v. United Sea Transport Limited and Another
(1989)1 Α.Α.Δ. (G) 729.» Στην υπόθεση Μιχαήλ Μουρτζινος ν. Global Cruises SA
(1992)1 ΑΑΔ 1160, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. Επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Le Bois Hotel Management Ltd v. Καλλιόπης Μπάντσιου
(1994)1 ΑΑΔ
  1. Κατ' αρχάς σύμφωνα με το άρθρο 22Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, ο Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα και για την καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστή. Αλλά και να μην αναφέρετο ρητά στο άρθρο 22Α του Ν.14/1960, ο Ενάγοντας αξιώνει και γενικές αποζημιώσεις τις οποίες καθόρισε στην κλίμακα €100.000-€500.
  2. Οι άλλες αξιώσεις του, που συμποσούνται στο ποσό των €71.242,49, αποτελούν τις ειδικές αποζημιώσεις που αξιώνει. Ως εκ τούτου η θέση αυτή απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της νομικής πτυχής του άλλου θέματος, περί μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής, ήτοι εννιάμιση (9½) περίπου χρόνια, σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά μη δίκαιη τη δίκη. Στην υπόθεση Γιαννάκης Φράγκου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Πέτρου Ιωάννου Τσίρου κ.ά. ν. Κυριάκος Νικόλα Στυλιανίδη ως διαχειριστής της περιουσίας του Νικόλα Στυλιανού Βασίλη
(2007)1 ΑΑΔ 73, τα γεγονότα είχαν ως εξής: «Η βάση της αγωγής, που καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 8.10.2003, δημιουργήθηκε, όπως ισχυρίζονται οι εφεσείοντες/ενάγοντες, από την παράβαση έγγραφης συμφωνίας, ημερ.22.2.1974, που υπεγράφη μεταξύ των Πέτρου Ιωάννου Τσίρου και Νικόλας Στυλιανού Βασίλη. Ο πρώτος ήταν ιδιοκτήτης κατά 432/1440 μερίδια στο κτήμα υπ΄αριθμ. εγγραφής 24712 Φ/Σχ.LVΙΙ/14 Τεμ.98 στο χωριό Πισσούρι της επαρχίας Λεμεσού, ενώ ο δεύτερος ιδιοκτήτης 30/1440 μεριδίων στο ίδιο κτήμα. Στη συμφωνία προβλεπόταν πως ο Νικόλας Βασίλη πωλούσε το μερίδιο του στον Πέτρο Τσίρου για ποσό £42.500 μιλς. Ο τρόπος πληρωμής ήταν: £2,500 μιλς προκαταβολή, £25 πληρωτέες στις 17.3.74 και το υπόλοιπο κατά την ημέρα μεταβίβασης και εγγραφής του κτήματος επ΄ονόματι του αγοραστή. Τα δύο πιο πάνω πρόσωπα απεβίωσαν, ο μεν Πέτρος Τσίρος στις 30.4.1984 και ο Νικόλας Βασίλη στις 10.3.
  1. Διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας τους οι οποίοι είναι και οι διάδικοι στην αγωγή. Μαζί με τον εφεσείοντα, διαχειριστή του Πέτρου Τσίρου, εφεσείουσα είναι και η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, η οποία κατέστη ιδιοκτήτρια όλης της περιουσίας του Πέτρου Τσίρου, ο οποίος τη μεταβίβασε σ΄αυτή μεταξύ των ετών 1977-
  2. Όπως αναφέραμε πιο πάνω παρέμεινε υπόλοιπο £10 για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης, δυνάμει της συμφωνίας που έγινε στις 17.3.
  3. Γι΄αυτό στις 22.9.2000 ο δικηγόρος των εφεσειόντων, καθώς οι ίδιοι ισχυρίστηκαν, με επιστολή του καλούσε τον εφεσίβλητο να παρουσιαστεί στο κτηματολόγιο Λεμεσού στις 5.10.2000 η ώρα 8.30 το πρωί για να μεταβιβάσει τα επίδικα μερίδια, που ανήκαν στο Νικόλα Βασίλη, και να εισπράξει το ποσό των £
  4. Η σημερινή αξία των μεριδίων αυτών, σύμφωνα με εμπειρογνώμονα εκτιμητή των εφεσειόντων είναι £16.
  5. ................................ Κρίνουμε πως η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή, όχι μόνο για το λόγο που αναφέρεται σ΄αυτή, και που παραθέσαμε πιο πάνω, αλλά και λόγω της καθυστέρησης που επέδειξαν οι εφεσείοντες στην αξίωση δικαιωμάτων τους, ενώπιον του Δικαστηρίου που προέκυπταν από τη σύμβαση. Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Νικόλα Βασίλης, να βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσει την υπόθεση των εφεσειόντων, εφόσον αγνοούσε πλήρως τα γεγονότα στα οποία αυτή στηριζόταν. Το διάστημα δε που μεσολάβησε λειτούργησε ώστε και οποιαδήποτε έγγραφα, δυνατό να υπήρχαν, δεν μπορούσαν, υπό τις περιστάσεις, να ανευρεθούν για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο. Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε τις επιπτώσεις παρόμοιας καθυστέρησης στην Χαράλαμπος Ιερείδης υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχαήλ Καλακουτά και Άλλη ν. Γεωργίας Παναγιώτου
(2006)1 Α.Α.Δ. 498 όπου η πλειοψηφία του εφετείου (Αρτεμίδης, Π. και Χατζηχαμπής) είπε τα πιο κάτω, στην απόφαση που εξέδωσε ο δικαστής Χατζηχαμπής. (Ο Νικολάου, Δ. διαφώνησε με το αποτέλεσμα της έφεσης, η οποία, σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας, είχε επιτύχει). «Η αγωγή όμως ήταν απορριπτέα και για ένα άλλο ανεξάρτητο λόγο. Η πρωτοφανής και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος θα έπρεπε να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην άρνηση να της επιληφθεί. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία της ίδιας της Εφεσίβλητης, και από την πιο ευνοϊκή γι' αυτή ημερομηνία, παρατηρούμε πως η ίδια είπε ότι οι γονείς της τη διαβεβαίωναν πως θα της μεταβίβαζαν το σπίτι με το γάμο της. Ο γάμος έγινε το 1971, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.1.1996, 25 χρόνια δηλαδή μετά. Η καθυστέρηση δεν ηγέρθη ως λόγος απόρριψης της αγωγής στην υπεράσπιση. Διατυπώθηκε όμως ως λόγος έφεσης. Έχουμε τη γνώμη πως το πιο πάνω χρονικό διάστημα που διέρρευσε, για τη διεκδίκηση του ισχυριζόμενου δικαιώματος, πλήττει άμεσα το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με την πάροδο αναιτιολόγητου, και αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, στη δικαστική διεκδίκηση δικαιώματος ενδέχεται να παρεμβληθούν μεταβολές πραγματικών καταστάσεων, ακόμη και η βιολογική ύπαρξη ενδιαφερομένων μερών, εδώ του πατέρα της εφεσίβλητης, που καθιστούν δύσκολη και εν πολλοίς αδύνατη, τη δίκαιη δίκη».» Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κατερίνα Γρηγορίου Κλεάνθη κ.ά. ν. Μιχαλάκη Σιανιου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 180, Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου ν. Δημήτρη Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 ΑΑΔ 1360 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, ημερομηνίας 23 Ιανουαρίου 2013. Στην υπόθεση Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου ν. Δημήτρη Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω, αναφέρεται ότι η Υπεράσπιση της καθυστέρησης (laches) πρέπει να δικογραφείται με επαρκή λεπτομέρεια. Στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή λόγω ολιγωρίας (9 χρόνων), που δικογραφήθηκε αλλά δεν προωθήθηκε με μαρτυρία, αναφέροντας ότι η Εφεσείουσα (Ενάγουσα) δεν επιδίωκε θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα ολιγωρίας (laches). Στην υπόθεση Γιαννάκης Φράγκου κ.ά. ν. Κυριάκος Νικόλα Στυλιανίδης, ανωτέρω, είχαν παρέλθει τριάντα οκτώ
(38)χρόνια και οι άμεσα εμπλεκόμενοι είχαν αποβιώσει πριν την καταχώρηση της αγωγής. Στην υπόθεση Κατερίνα Γρηγορίου Κλεάνθη κ.ά. ν. Μιχαλάκη Σιανιου κ.ά., ανωτέρω, αν και παρήλθαν επίσης τριάντα οκτώ
(38)χρόνια, εν τούτοις δεν έγινε αποδεκτή η θέση για ολιγωρία λόγω καθυστέρησης στην έγερση της αγωγής, γιατί δόθηκε εξήγηση περί της καθυστέρησης. Στην υπό κρίση υπόθεση εκτός του ότι δεν προβάλλεται ειδικά η Υπεράσπιση της ολιγωρίας (laches) και μόνο ακροθιγώς και υπό γενική μορφή θίγεται το θέμα της καθυστέρησης της καταχώρησης της αγωγής, στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, καμιά λεπτομέρεια δεν δίδεται για το θέμα της καθυστέρησης. Εκτός του ότι ο χρόνος των εννιάμιση (9½) χρονών, η αγωγή κινήθηκε το 2007 και όχι το 2013 ως εκλαμβάνει η κυρία Θεοχαρίδου που είναι ο χρόνος καταχώρησης της τελευταίας τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρος, αφού υπήρχαν διάφορα θέματα ανοικτά, όπως η ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντα και ευρίσκοντο και οι δύο Εναγόμενοι εν ζωή. Επίσης η αγωγή κινήθηκε στη βάση παράβασης της συμφωνίας ημερομηνίας 13/03/1997. Ως εκ των πιο πάνω απορρίπτεται και αυτή η θέση των Εναγομένων. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται με ακρίβεια στα δικόγραφα και να αποδεικνύονται με μαρτυρία, με σαφήνεια, με αυστηρότητα και με συγκεκριμένα στοιχεία για το ύψος τους (βλ. Ανδρέας Αλκιβιάδης κ.ά. ν. Χριστάκη Αντωνίου
(2008)1 ΑΑΔ 186, Νιόβη Παπαϊωάννου ν. Σάββα Κωνσταντίνου
(2008)1 ΑΑΔ 1083, Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολιτική Έφεση 333/09 ημερομηνίας 12/02/2014, ΚΕΟ Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, ECLI:CY:AD:2015:A363, Πολιτική Έφεση 138/10, ημερομηνίας 22/05/2015 και Ανδρούλα Προκοπίου Αντωνίου ν. Δημήτρη Κυριάκου, ECLI:CY:AD:2016:A329, Πολιτική Έφεση 363/11, ημερομηνίας 04/07/2016). Με βάση την αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος 1 και ο Αποβιώσαντας εκδίωξαν τον Ενάγοντα από την Επιχείρηση και το υποστατικό και παραβίασαν τη μεταξύ τους συμφωνία, Τεκμήριο 1, και επίσης έχει αποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε αρχικά το ποσό των £10.000, στον Μιχάλη Χατζηιωσήφ, Τεκμήριο 24, και από τα κέρδη της εταιρείας το υπόλοιπο ποσό των £10.000, συνολικά £20.000, ως το αναλογούν μερίδιο συνεισφοράς του, ήτοι το 1/3, για την αγορά της Επιχείρησης από τον Μιχάλη Χατζηιωσήφ , για το ποσό των £60.000 και ως εκ τούτου δικαιούται απόφασης για το ποσό των £20.
  1. Ενώ για τη συνεισφορά του κατά 1/3 για το ποσό των £17.308 που επίσης, κατ' ισχυρισμό του Ενάγοντα, καταβλήθηκε στον Μιχάλη Χατζηιωσήφ, δεν έχει αποδειχθεί η αξίωση αυτή, αφού δεν προσκομίστηκε ο κατάλογος κινητών αντικειμένων που επισυνάπτετο με τη συμφωνία ενοικίασης, Τεκμήριο 25, που αναφέρεται στην παράγραφο 14 αυτού, τα οποία ανήκαν στην ιδιοκτήτρια του υποστατικού, κα Φράγκου, έτσι ώστε να συγκριθεί με αυτά που ανάφερε ο ενάγοντας, ως παραδείγματα, ήτοι συστήματα μουσικής, εμπορεύματα, αλκοολούχα ποτά, ότι αγοράστηκαν από τους τρεις συνεταίρους από τον Μιχάλη Χατζηιωσήφ και να μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Όσον αφορά το αξιούμενο ποσό των £5.692,05, ως το αναλογούν 1/3 μερίδιο του για τη συνεισφορά του στην αγορά εξοπλισμού και επιδιορθώσεις που καταγράφονται στις παραγράφους 5 και 13 της Έκθεσης Απαίτησης δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία απόδειξης τούτου, αφού δεν παρουσιάστηκε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την αγορά εξοπλισμού ή επιδιορθώσεις τούτου ή του υποστατικού. Ως εκ τούτου η αξίωση αυτή δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται. Σε σχέση με το αξιούμενο ποσό των £9.773, ως το αναλογούν 1/3 μερίδιο του από την συνεισφορά του, από τα κέρδη της επιχείρησης για την περίοδο 01/12/1997-05/02/1998, ως η παράγραφος 8 της Έκθεσης Απαίτησης, έχοντας υπόψη και τα Τεκμήρια 3, 13, 14, 15, 16, 17 και 22, στο οποίο αυτό το τελευταίο φαίνεται μια ανισομερία των ποσών που λήφθηκαν από τους τρεις συνεταίρους, στην οποία ο Ενάγοντας φαίνεται να έλαβε περισσότερα λεφτά από τον Αποβιώσαντα, τα οποία επικαλέστηκε η Υπεράσπιση για να καταδείξει την ανεπάρκεια των σημειώσεων και των μαθηματικών πράξεων του Ενάγοντα, τα οποία όμως δεν αφορούν και τα κέρδη της περιόδου 01/12/1997-05/02/1998, βρίσκω ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την αξίωσή του αυτή και δικαιούται στην επιδίκαση του ποσού αυτού προς όφελος του. Όσον αφορά το αξιούμενο ποσό των £462, ως το ποσό που δικαιούται από την πληρωμή από τον ίδιο των προστίμων και της αγωγής που αναφέρεται ανωτέρω, κρίνω, με βάση τα Τεκμήρια 19, 20 και 21, τα οποία καταγράφηκαν ανωτέρω για το τι συνίσταται το κάθε ένα από αυτά, ότι αυτά καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα και μάλιστα σε περίοδο, μετά που εκδιώχθηκε από την Επιχείρηση, για την Επιχείρηση και επομένως, ο Ενάγοντας έχει αποδείξει και αυτή την αξίωσή του. Όσον αφορά την όψιμη διεκδίκηση του ½ του ποσού των £7.500 που καταβλήθηκε στην κα Φράγκου ως εγγύηση, αφού αυτή δεν δικογραφείται, το Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται αυτού του θέματος, ως μη δικογραφημένου. Αλλά και αν ακόμη δικογραφείτο δεν θα του αποδίδετο αφού δεν παρουσίασε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα, από τη μαρτυρία του, αφού ανέφερε ότι μόνο £10.000 έδωσε ο ίδιος, για το 1/3 μερίδιό του, για την προκαταβολή των £40.000 για την αγορά της Επιχείρησης, Τεκμήριο 1, ημερομηνίας 13/03/1997, και παρέμεινε ως υπόλοιπο, από το 1/3 μερίδιό του, το ποσό των £3.333, δεν ήταν δυνατό να είχε λεφτά να καταβάλει το ποσό των £3.750 για την εγγύηση των £7.500, που αναφέρεται στην παράγραφο 11 του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, ημερομηνίας 13/03/1997, Τεκμήριο 25, δηλαδή ίδιας ημερομηνίας με το Τεκμήριο
  2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Σε ότι αφορά την αξίωση του για γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 13/03/1997, Τεκμήριο 1, εκ μέρους των Εναγομένων, αν και αποτελεί εύρημα και κρίση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία αυτή παραβιάστηκε από τους Εναγομένους, εν τούτοις έχοντας υπόψη την επιστολή ημερομηνίας 14/04/1998, Τεκμήριο 23, με την οποία ζήτησε την απαλλαγή του από τις υποχρεώσεις του από το ενοικιαστήριο έγγραφο, η περίοδος για την οποία θα μπορούσε να του αποδοθούν γενικές αποζημιώσεις είναι από τις 06/02/1998-14/04/1998, ήτοι για περίοδο δύο μηνών και μίας εβδομάδας, για την οποία, όμως, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία και επιδικάζονται γι' αυτή την περίοδο ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €
  3. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων ομού και κεχωρισμένα για: (α) το ποσό των €34.172,03 σεντ (£20.000), (β) το ποσό των €16.698,16 σεντ (£9.773), (γ) το ποσό των €789,37 σεντ (£462) και (δ) το ποσό των €
  4. Με νόμιμο τόκο επί όλων των ποσών από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, 23/07/2007, μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επί της κλίμακας €50.000-€100.
  5. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.