← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Μάριος Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 7316/12, 14/6/2016

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Μάριος Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 7316/12, 14/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A365 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7316/12 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα Και

  1. Μάριος Χριστοφή
  2. Ιωάννα Νικολάου
  3. N Civil Construction Ltd Εναγομένων ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17/03/2016 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14/06/2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγομένη 3: κος Γ. Αδαμίδης Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κα Μ. Ναθαναήλ ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Η Εναγομένη 3-Αιτήτρια (στο εξής «Αιτήτρια»), με την παρούσα αίτηση αιτείται διατάγματος με το οποίο να απορρίπτεται και/ή να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό για το λόγο ότι αυτή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κυρίου Ανδρέα Στυλιανού, η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Εγώ ο υπογεγραμμένος Ανδρέας Στυλιανού, εκ Λευκωσίας ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  4. Είμαι ο Διευθυντής της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας, πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτή όπως προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση και έχω προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή.
  5. Κατά ή περί την 14/9/2004 η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας εξέδωσε μία εγγυητική επιστολή με αριθμό 50/2004 προς όφελος της Ενάγουσας κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας σχετικά με την χορήγηση δανείου από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 2 για εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 2 βάσει του Συμβολαίου ημερομηνίας 22/6/2004 που έγινε μεταξύ της Εναγόμενης 2 και της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας για την αγορά του διαμερίσματος με αριθμό 203 στον 2ον όροφο της πολυκατοικίας FAKAS COURT No. 12 στον Αγιο Παύλο επί του τεμαχίου με αριθμό 197, Αριθμό Εγγραφής 8/296, Φύλλο/Σχέδιο 21/450202 στην Λευκωσία μέχρι του ποσού των 112,767,70 ΕΥΡΩ (Λ.Κ. 66,000) πλέον τόκο προς 7% μέχρι εξοφλήσεως ότι η Εναγόμενη 3 μέχρι την 17/8/2008 θα εγγράψει το πιο πάνω διαμέρισμα στο όνομα της Εναγόμενης 2 με σκοπό να υποθηκευθεί προς όφελος της Ενάγουσας. Καταθέτω την εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 14/9/2004 ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α και το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/6/2004 ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β.
  6. Με την έκδοση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής η Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια δέσμευσε την 14/9/2004 το ποσόν των 112,767,70 ΕΥΡΩ (Λ.Κ.66,000) ως εγγύηση προς όφελος της Ενάγουσας στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα δεσμευμένο.
  7. Η ανωτέρω εγγυητική επιστολή έληξε την 17/8/2008 και με την συγκατάθεση της Ενάγουσας ανανεώθηκε μέχρι την 17/2/
  8. Καταθέτω την ανανέωση της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 23/7/2008 ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ.
  9. Κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2009 εκδόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας του ανωτέρω διαμερίσματος και συνεπώς η Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση και/ή ευθύνη και/ή οφειλή έναντι της Ενάγουσας μετά την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας εφόσον έχει εκπληρώσει την αναληφθείσα υπό αυτής υποχρέωση έναντι της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσόν οφείλει προς την Ενάγουσα.
  10. Η Ενάγουσα κατά ή περί την 3/6/2010, πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, καταχώρησε την αγωγή με αριθμό 4707/10 Ε. Δ. Λευκωσίας εναντίον της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας με την οποσία απαιτεί από αυτή το ποσόν των 112,767,70 ΕΥΡΩ το οποίο η Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια έχει κατατεθειμένο στην Σπε Παλλουριώτισσας και το οποίο είναι δεσμευμένο μέχρι την εκδίκαση της αγωγής 4707/10 Ε. Δ. Λευκωσίας. Καταθέτω την αγωγή 4707/10 Ε. Δ. Λευκωσίας ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ.
  11. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η Ενάγουσα απαιτεί από την Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια το ποσόν των 112,767,70 ΕΥΡΩ τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην αγωγή 4707/10 Ε. Δ. Λευκωσίας.
  12. Κατά συνέπεια υπάρχει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας καθότι η Ενάγουσα επιδιώκει με δύο διαφορετικές αγωγές τον ίδιο σκοπό, δηλαδή την είσπραξη του ποσού των 112,767,70 ΕΥΡΩ και σε περίπτωση επιτυχίας στην παρούσα αγωγή και στην αγωγή 4707/10 Ε. Δ. Λευκωσίας θα εκδωθεί απόφαση για το ποσόν των 225,535,40 ΕΥΡΩ πλέον τόκοι και δικηγορικά έξοδα.
  13. Η υιοθέτηση δύο παράλληλων ένδικων μέσων για την επίτευξη του ίδιου σκοπού αποτελεί κλασσική περίπτωση κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας.
  14. Για τους ανωτέρω λόγους η Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια αιτείται όπως το Δικαστήριο απορρίψει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας καθότι αυτή συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας.» Με αυτήν επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και αντίγραφο της αγωγής 4707/
  15. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9, στη νομολογία και αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «Καθ' ης η Αίτηση»), καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 26/05/2016, με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του εναγομένου/αιτητή είναι αναληθής και αντιφατική. (δ) Ο εναγόμενος/αιτητής δεν εγείρει κανένα ουσιαστικό και/ή εύλογο λόγο γιατί να απορριφθεί η παρούσα αγωγή, ενώ οι ενάγοντες καταχώρησαν αυτήν δικαιωματικά και ορθά. (ε) Ο εναγόμενος/αιτητής δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς και/ή οποιουσδήποτε λόγους που να δικαιολογεί το αιτητικό. (στ) Οι ενάγοντες/καθ'ων η αίτηση ακολούθησαν και ακολουθούν πάντα την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (ζ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της παρούσας αγωγής θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ'ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους, και/ή να προβούν σε ειδική εκτέλεση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων βάση των εγγράφων και/ή συμφωνιών που τα μέρη αυτοβούλως υπέγραψαν. (η) Η απόρριψη της αγωγής δεν ενδείκνυται καθότι οι δύο αγωγές που αναφέρει ο εναγόμενος 3 διαφέρουν μεταξύ τους, έχουν διαφορετική βάση αγωγής, αφορούν διαφορετικούς διαδίκους και οι αξιώσεις εναντίων έκαστου είναι διαφορετικές και εδράζονται επί διαφορετικών γεγονότων. (θ) Η αίτηση του εναγομένου 3 / αιτητή δεν υποστηρίζεται από τα απαραίτητα Τεκμήρια και/ή υποστηρικτικά στοιχεία. (ι) Η απόρριψη της παρούσας αγωγής θα δημιουργήσει αβεβαιότητα στην όποια τελεσιδικία προσπαθούν να επιφέρουν τα μέρη και/ή πλήττει τα θεμέλια της δικαιοσύνης. (κ) Η αιτούμενη ακύρωση θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.» Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του Σάββα Άδωνη, η οποία έχει ως εξής: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Σάββας Άδωνη, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  16. Είμαι στην υπηρεσία των εναγόντων/καθ'ων η αίτηση, γνωρίζω τα γεγονότα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής από έγγραφα που έχω στην κατοχή μου και την φύλαξη μου και από πληροφορίες που έχω συγκεντρώσει και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Έχω δε λάβει νομική συμβουλή από τους εξωτερικούς μας δικηγόρους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.
  17. Ανέγνωσα την αίτηση και ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή ημερ. 17.3.2016 στην παρούσα αγωγή και απορρίπτω στην ολότητα τους το περιεχόμενο αμφοτέρων και ισχυρίζομαι τα κάτωθι εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως λαμβάνω νομική συμβουλή από τους εξωτερικούς νομικούς μας συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.ΕΠ.Ε.
  18. Είναι η εισήγηση μας ότι η παρούσα αγωγή δεν πρέπει και/ή δεν είναι δέον όπως απορριφθεί για τους κάτωθι λόγους: (α) Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά φαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου και ειδικότερα από την Έκθεση Απαίτησης έχουν κατά κόρον διαφορά ως αυτά φαίνονται και/ή διατυπώνονται στο Κλητήριο της Αγωγής υπ' αριθμό 4707/
  19. (β) Η αγωγή 4707/2010 αφορά άλλους διαδίκους και συγκεκριμένα την απαίτηση της Εγγυητικής Επιστολής υπ' αριθμό 50/2004 που εκδόθηκε από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας προς όφελος των εναγόντων. Η όποια καταβολή σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής 4707/2010 θα καταβληθεί από τους εκεί εναγόμενους, ήτοι την Σ.Π.Ε Παλλουριώτισσας και όχι από τον εναγόμενο 3, ως αυτός καταγράφεται στην παρούσα αγωγή. (γ) Σημειώνουμε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος 3 ως καταγράφεται στην παρούσα, δεν είναι και δεν αποτελεί διάδικο στην Αγωγή 4707/
  20. Συνεπώς ως πληροφορούμε από τους εξωτερικούς μας νομικούς συμβούλους ο εναγόμενος 3 δεν έχει έννομο συμφέρον να απαιτεί την απόρριψη της παρούσας αγωγής για λόγους που αφορούν άλλη διαδικασία και/ή άλλη αγωγή στην οποία δεν είναι καν μέρος. (δ) Όπως έχει τεθεί νομολογιακά, η απαίτηση όσον αφορά την έκδοση μιας εγγυητικής επιστολής, εξ' όσων κάλλιον πληροφορούμε από τους εξωτερικούς μας νομικούς συμβούλους, είναι μια ξεκάθαρη απαίτηση η οποία καμία σχέση δεν έχει και/ή δεν αφορά τα γεγονότα επί της οποίας εδράζεται αυτή. Η σύμβαση που δημιουργείται μεταξύ μιας τράπεζας η οποία εκδίδει πιστωτική επιστολή ή εγγύηση εκτέλεσης και του δικαιούχου προς όφελος του οποίου εκδίδεται πρέπει να θεωρείται σαν ανεξάρτητη από την συναλλαγή με την οποία σχετίζεται. Ισχυρισμοί για παράβαση εκείνης της συναλλαγής δεν δικαιολογούν απόπειρα να εμποδιστεί ο δικαιούχος από του να ζητήσει την πληρωμή από την τράπεζα κάτω από πιστωτική επιστολή. Ουδεμία σχέση έχει λοιπόν η μία αγωγή με την άλλη. (ε) Καμία σχέση δεν έχει και/ή δεν πρέπει να έχει ή να θεωρηθεί ότι έχει η μία απαίτηση με την άλλη, αφού είναι ξεκάθαρο ότι οι δύο αγωγές αφορούν διαφορετικούς διαδίκους και διαφορετικά επίδικα γεγονότα και/ή θέματα. (στ) Περαιτέρω, κανένα υποστηρικτικά έγγραφο δεν παρουσίασε ο αιτητής που να υποστηρίζει στο ελάχιστο τους ισχυρισμούς του. Ειδικότερα δε, εκλείπει ως Τεκμήριο ο σχετικός τίτλος Ιδιοκτησίας που καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος 3 στην παρούσα αγωγή εξέδωσε αυτόν. Είναι η θέση των εναγόντων / καθ'ών η αίτηση ότι αν ο εν λόγο τίτλος υπήρχε, και αν με σοβαρότητα ήθελε ο εναγόμενος 3 να προωθήσει την παρούσα αίτηση, όφειλε να επισυνάψει αυτόν. Είναι η θέση των εναγόντων/ καθ'ων η αίτηση ότι αν ο εν λόγο τίτλος υπήρχε, και ο εναγόμενος 3 συμπλήρωνε και/ή ολοκλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις δεν θα υπήρχε λόγος δια την καταχώρηση της αγωγής υπ' αριθμό 4707/
  21. (ζ) Ο εναγόμενος 3 στην παρούσα αγωγή είναι αναγκαίος διάδικος, ειδικότερα από την στιγμή που αποτελούσε μέρος του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου που εκχωρήθηκε στην τράπεζα. Επισυνάπτω και καταχωρώ ως Τεκμήρια 1 μέχρι και 3 τις σχετικές αποφάσεις/ εγκρίσεις ημερ 18.6.2004, 23.10.2006 και 30.10.2006 αντίστοιχα, στις οποίες αναφέρεται ότι ως εξασφάλιση και/ή περαιτέρω εξασφάλιση θα διατεθεί τεθεί το εν λόγω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Επιπλέον ως Τεκμήριο 4 επισυνάπτω και καταχωρώ την σχετική Συμφωνία ημερ 1.9.
  22. (η) Επισυνάπτω περαιτέρω και καταχωρώ την Συμφωνία Εκχώρησης των Δικαιωμάτων επί του Αγοραπωλητηρίου Συμβολαίου ημερ. 1.9.2004 ως Τεκμήριο
  23. Η παράγραφος 2 του εν λόγω Τεκμηρίου αναφέρει: «Ο εκχωρητής σε καλύτερη και περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με το έγγραφο αυτό εκχωρεί σε όφελος της τράπεζας όλα τα δικαιώματα του που πηγάζουν από το Αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και ειδικότερα το δικαίωμα του για ειδική εκτέλεση της σύμβασης και εγγραφής του κτήματος στο όνομα του καθώς και στην περίπτωση που η σύμβαση δεν έχει κατατεθεί στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της, το δικαίωμα του για αγωγή λόγω παράβασης της σύμβασης και αξίωσης αποζημιώσεων. Νοείται ότι η τράπεζα έχει το δικαίωμα να κινήσει τις δικαστικές διαδικασίες χωρίς την προηγούμενη έγκριση του εκχωρητή ο οποίος και υποχρεούται να γίνει μέλος των διαδικασιών και να παρέχει οποιαδήποτε στοιχεία είναι αναγκαία και να παρέχει οποιαδήποτε στοιχεία είναι ανανκαία για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων της τράπεζας», (θ) Περαιτέρω, πολύ σημαντικός είναι και ο όρος 7 της εν λόγω συμφωνίας (Τεκμήριο 5) στην οποία δηλώνεται και αναγράφονται οι υποχρεώσεις και του εκχωρητή/ πωλητή, ήτοι του εναγόμενου
  24. Είναι αυταπόδεικτο κατά τη εισήγηση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 3 είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα αγωγή και περαιτέρω, η παρουσία του στην εν λόγω αγωγή άπτεται του γεγονότος ότι δεν εκπλήρωσε στο έπακρο τις συμβατικές του υποχρεώσεις ως αναγράφονται επί του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, στους οποίου και θα παραπέμψουμε κατά την ακροαματική διαδικασία. (ι) Περαιτέρω, ο όρος 10 του εν λόνω εκχωρητηρίου αναφέρει ότι ο πωλητής έχει λάβει γνώση για την εν λόγω εκχώρηση και υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία χωρίς καμία διαμαρτυρία. (κ) Τέλος είναι η θέση των εναγόντων ότι ορθά και δικαιωματικά καταχώρησαν και προωθούν την παρούσα αγωγή, μπορούν δε να προωθήσουν την αγωγή αναφορικά με τον εναγόμενο 3 μόνο όσο αφορά τα αιτούμενα διατάγματα τα οποία και τον αφορούν αποκλειστικά και τα οποία βασίζονται επί των υποχρεώσεων του δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης. Αν η έγνοια του εναγομένου 3 είναι ο ισχυρισμός περί ανάκτησης του ποσού των €112.767,70 δύο φορές, μέσω των δύο αγωγών, δηλώνω, ως λαμβάνω νομικής συμβουλής ότι υπάρχουν άλλοι τρόποι και άλλα ένδικα μέσα, για διευθέτηση του ως άνω σημείου, χωρίς να ήταν αναγκαία και/ή απαραίτητη η καταχώρηση της παρούσας αίτησης η οποία με την μορφή και το περιεχόμενο της προσλαμβάνει την μορφή της κατάχρησης.
  25. Περαιτέρω, ισχυρίζομαι και λέγω ότι ο εναγόμενος δεν έχει προβάλει οποιουσδήποτε πειστικούς και/ή καλόπιστους λόγους περί της ύπαρξης σοβαρού λόγου δια απόρριψη της παρούσας αγωγής, το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει αποκλειστικά ο ίδιος. Προς ενίσχυση των ανωτέρω, ισχυρίζομαι πως καθ' όλους τους σχετικούς προς την παρούσα αγωγή χρόνους, οι ενάγοντες τήρησαν ορθά και ακολούθησαν πάντοτε την ορθή διαδικασία η οποία ήταν σύμφωνη με τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
  26. Αντιθέτως, ο εναγόμενος/αιτητής γνώριζε από το έτος 2004 περί της υπογραφής του τόσο επί του εν λόγω Αγοραπωλητηρίου Συμβολαίου και της Συμφωνίας Εκχώρησης αυτού, είχε όλο το χρόνο στην διάθεση του δια ολοκλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, και επέδειξε αδράνεια προς την εκπλήρωση αυτών. Η παρούσα αγωγή προβάλλεται και προωθείται με υπέρμετρη καθυστέρηση, και είναι δέον όπως απορριφθεί καθότι αφορά προϊόν δεύτερης σκέψης του εναγομένου, με σκοπό την αποφυγή τήρησης των υποχρεώσεων του.
  27. Ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς νομικούς μας συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.ΕΠ.Ε, ισχυρίζομαι και λέγω ότι η χωρίς αποχρώντα λόγο έγκριση του αιτήματος για απόρριψη της παρούσας αγωγής δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, η έγκριση των εν λόγω αιτημάτων θα συνέτεινε στην παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση.
  28. Όλα τα πιο πάνω καταθέτω εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι ως αληθή, ως επίσης και από νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνω από τους Δικηγόρους μας οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αιτούμαι όπως η αίτηση του εναγομένου/αιτητή απορριφθεί με έξοδα υπέρ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση. Κάτι το αντίθετο πιστεύω και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας θα ήταν ενάντια στην βασική αρχή της φυσικής δικαιοσύνης και/ή θα έπληττε τα θεμέλια της δικαστικής διαδικασίας.» Επισυνάπτεται δε με αυτήν αριθμός Τεκμηρίων. Η ένσταση εδράζεται στη Δ.27 κ.3, Δ.48, Δ.64 κ.3, επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και του περιεχομένου του φακέλου του Δικαστηρίου. Με τη γραπτή αγόρευσή του, ο συνήγορος της Αιτήτριας, αφού πρώτα αναφέρεται στην αίτηση και στην ένσταση, στη συνέχεια προβαίνει στη νομική πτυχή του θέματος, όπως αντιλαμβάνεται ο ίδιος το θέμα, ενώ, στη συνέχεια, αναφέρεται στα πραγματικά γεγονότα της αγωγής αυτής, καθώς και στην αγωγή 4707/10, που εισηγείται ότι έχει το ίδιο, ουσιαστικά, αντικείμενο και είναι γι' αυτό το λόγο που ζητείται ο παραμερισμός ή η ακύρωση της παρούσας αγωγής. Από την άλλη, η συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση, στην προφορική αγόρευσή της, αφού αναφέρθηκε ότι ουσιαστικά με την παρούσα αγωγή ζητείται αριθμός διαταγμάτων εναντίον της Αιτήτριας, αλλά από την άλλη ότι δικαιούται και στην αξίωση του ποσού που καταγράφεται σε αυτήν, ενόψει του ότι είναι διαφορετική η βάση της αγωγής στη μία, από την άλλη αγωγή, που στο τέλος εάν καρποφορήσει η μία από τις δύο και εκδοθεί σχετική απόφαση για το ποσό, ως είναι φυσικό και κατανοητό, δεν πρόκειται να αναζητηθεί το ίδιο ποσό στην άλλη αγωγή. Προέχει όμως η εξέταση του θέματος που προβάλλεται στον πρώτο λόγο ένστασης, ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Ως κατανοεί το Δικαστήριο, με το λόγο αυτόν της ένστασης, προβάλλεται η έλλειψη του δικαιοδοτικού βάθρου επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση. Άλλως πως δεν θα είχε νόημα αν δεν ήταν αυτή η έννοια του λόγου αυτού. Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης v. Χρίστου Ιωαννίδη κ.ά.

(1990)1 ΑΑΔ 965, 969-971, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 20 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ό καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων.» Στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δεύτερο θέμα που έχει τεθεί, αλλά που πρέπει να επιλυθεί ως πρώτο κατά λογική προτεραιότητα, είναι το παραδεκτό των δύο αιτήσεων οι οποίες, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν συνάδουν με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.2 που επιβάλλουν τον προσδιορισμό σε ενδιάμεσες αιτήσεις των άρθρων του νόμου και των θεσμών πολιτικής δικονομίας στις οποίες εδράζονται. Ενδιάμεσες αιτήσεις που εδράζονται στις πρόνοιες της Δ.48 πρέπει απαρέγκλιτα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις στις οποίες βασίζονται. (Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και 'Αλλων (Πολιτική Έφεση αρ. 7684, αποφασίστηκε στις 21/11/90)). Η υποχρέωση αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στην Δ.48 Θ.2, ισχύει, εκτός όπου γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, στους δικονομικούς θεσμούς.» Στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 736,745, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Ενδιάμεσες αιτήσεις καταχωρούνται μέσα στα πλαίσια κυρίων αγωγών βάσει της Δ.48 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ' όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, με αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιοδοσία στο δικαστή, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, Θ.1, όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου (βλ., επίσης, Ματθαίου κ.ά. v. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. (Βλ., Markides Europa v. Vassos Eliades Ltd
(1984)1 C.L.R. 189, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109.)» Ίδια ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Άριστος Αλεξάνδρου Ματθαίου κ.ά. v. Ανδρέα Α. Νικολή άλλως Άνιφτου
(1992)1 ΑΑΔ 529, 532, Μάριου Κουλέρμου v. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493 και Σταύρος Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 743, 747, Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.ά. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 393, όπως και στην υπόθεση Παναγιώτη Ιωάννου ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 181/10 ημερομηνίας 29/07/2014, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.υποβάλλουν ότι η μη συμπερίληψη στη νομική βάση της αίτησης τόσο του άρθρου 25
(3)του Ν.14/1960 όσο και της Δ.35 θ.8 αποτελεί επαρκή λόγο για απόρριψη της αίτησης. Παρέπεμψαν σχετικά στις υποθέσεις Dora Holdings Ltd v. Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(2010)1 Α.Α.Δ. 649 και Ashot Egiazaryan κ.α. ν. Denovo investments Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 75/11 ημερ. 19.2.13. Ο υπό κρίση λόγος ένστασης κρίνουμε ότι ευσταθεί. Η αίτηση δεν βασίζεται ούτε στο άρθρο 25
(3)του Ν.14/1960 το οποίο παρέχει στο Εφετείο την εξουσία να δέχεται, μεταξύ άλλων, περαιτέρω αποδεικτικά μέσα ή και να επανακροάται μαρτύρων, ούτε στη Δ.35 θ.8 που αποτελεί τη σχετική δικονομική διάταξη που διέπει το θέμα. Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Ashot Egiazaryan (ανωτέρω) η οποία μνημονεύει την σχετική επί του θέματος νομολογία, επειδή το άρθρο 25
(3)είναι δικαιοδοτικό «.οι εφεσείοντες όφειλαν να εστιάσουν ιδιαιτέρως την προσοχή τους σ΄ αυτό, ιδιαιτέρως διότι η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου». Ο εφεσείοντας, όμως, δεν εστίασε την προσοχή του στη πτυχή αυτή και παραγνώρισε την ανάγκη συμπερίληψης στη νομική βάση της αίτησης τόσο του δικαιοδοτικού άρθρου 25
(3)του Ν.14/1960 όσο και της δικονομικής διάταξης που είναι η Δ.35 θ.8 και λαμβανομένου υπόψη ότι είχε την ευκαιρία να θεραπεύσει τις παραλείψεις αυτές και δεν το έπραξε, η αίτηση εξ αυτού και μόνο του λόγου υπόκειται σε απόρριψη ως απογυμνωμένης νομικής θεμελίωσης. Έχω διεξέλθει της νομικής βάσης που στηρίζεται η αίτηση και δεν έχω εντοπίσει δικαιοδοτικό άρθρο επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση, αφού η Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9 αποτελούν ουσιαστικά τη δικονομική βάση της αίτησης. Δηλαδή τη βάση επί της οποίας στηρίζονται όλες οι ενδιάμεσες αιτήσεις. Σε κανένα από τους θεσμούς της Δ.48 που καταγράφονται στην αίτηση δεν συμπεριλαμβάνεται πρόνοια για παραμερισμό ή ακύρωση ή διαγραφή αγωγής. Δικαιοδοτικό άρθρο, για παραμερισμό, ακύρωση, διαγραφή αγωγής, αποτελεί η Δ.27 θ.3, όπως ορθά καταγράφεται στην ένσταση, η οποία απουσιάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τη νομική βάση της αίτησης. Ούτε η Δ.64 αναγράφεται, επί της οποίας, αν την επικαλείτο ο συνήγορος, θα μπορούσε, ίσως, το Δικαστήριο να θεραπεύσει την παρατυπία. Η Αιτήτρια είχε την ευκαιρία να προβάλει ακόμη και κατά την ώρα της αγόρευσης, με προφορικό αίτημα, ίσως, διόρθωσης της αίτησης, πλην όμως δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη και απορρίπτεται. Δεν χρειάζεται, ενόψει της κατάληξης αυτής, το Δικαστήριο να ασχοληθεί με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται πλέον έξοδα €800 πλέον ΦΠΑ υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 3-Αιτήτριας, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.