← Κύπρος

I.S.G. Developers Limited κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1664/16, 22/6/2016

I.S.G. Developers Limited κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1664/16, 22/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A391 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1664/16 Μεταξύ:

  1. I.S.G. Developers Limited
  2. Sergey Yurmanov Ενάγοντες Και Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένη ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 27/05/2016 ΓΙΑ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22/06/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κος Π. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σια ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση κος Γ. Αγγελίδης) Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κα Στ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση κα Στ. Πολυβίου με κο Μίτλετον) ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6), το οποίο καταχωρήθηκε στις 30/03/2016, αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης: «(Α) Ακύρωση των ρητρών στα συμβόλαια που προβλέπουν την μονομερή εκ μέρους της Εναγομένης αύξησης των επιτοκίων χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Ενάγουσας ως τιμωρητικές και/ή παράνομες και/ή καταχρηστικές ρήτρες και ακύρωση οποιουδήποτε χρεωθέν ποσού βάση αυτών των ρητρών. (Β) Ειδικές αποζημιώσεις ύψους €100.000 λόγω μείωσης της τιμής του ενυπόθηκου ακινήτου. (Γ) Ακύρωση των δύο δανειακών συμβάσεων βάση επικαλούμενη το ζήτημα της ματαίωσης των συμβάσεων (claim of frustration) καθώς προηγήθηκαν παράνομες ενέργειες στην Ρωσία με αποτέλεσμα η Ενάγουσα 1 να χάσει την περιουσία της στην Ρωσία μη μπορώντας να αποπληρώσει τα δύο δάνεια. (Δ) Ειδικές αποζημιώσεις ύψους €40.000 λόγω παρανόμως χρεωθέντων ποσών στους λογαριασμούς των Εναγόντων. (Ε) Νόμιμο Τόκο. (ΣΤ) Έξοδα, έξοδα επίδοσης Και ΦΠΑ επί των εξόδων.» Στην Έκθεση Απαίτησης καταγράφονται οι πιο κάτω λεπτομέρειες: «
  3. Η Ενάγουσα 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην αγωγή ασκούσε επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Πάφο. Ο Ενάγοντας 2 είναι αλλοδαπός υπήκοος, ο οποίος ήταν και είναι ακόμη διευθυντής της Ενάγουσας 1 και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην αγωγή διέμενε στην Πάφο.
  4. Η Ενάγουσα είναι Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομότυπα εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, η οποία διεξάγει τραπεζιτικές και/ή άλλες συναφείς εργασίες σε όλη την Κύπρο και διατηρεί υποκαταστήματα στην Πάφο.
  5. Η Ενάγουσα 1 είχε ζητήσει δάνειο και/ή τραπεζιτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή της δίνει πιστώσεις ή της παρέχει τραπεζιτικές διευκολύνσεις για το ποσό των $159.000,00 (το αντίστοιχο ποσό σε €100.939,56) στις 12/04/2007 με αριθμό 065582008455 και με επιτόκιο 8,3625%, το οποίο θα αποπληρωνόταν σε 3,5 χρονιά.
  6. Η Ενάγουσα 1 είχε ζητήσει δάνειο και/ή τραπεζιτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή της δίνει πιστώσεις ή της παρέχει τραπεζιτικές διευκολύνσεις για το ποσό των $40.000,00 (το αντίστοιχο σε €25.393,50) στις 04/05/2007 με αριθμό 065582008722 και με επιτόκιο 8,3550%, το οποίο θα αποπληρωνόταν σε 5 χρόνια.
  7. Ο συμφωνηθείς και πληρωτέος τόκος για το δάνειο με αριθμό 065582008455 ήταν 8,3625% επί του χρεωστικού υπολοίπου. Η Εναγομένη παράνομα και/ή αντισυμβατικά αύξησε το επιτόκιο σε 10,95% κάτι που είναι καταχρηστική ρήτρα ως ο Νόμος 93(Ι)/96 ορίζει. Υπαλλακτικώς η Ενάγουσα 1 ισχυρίζεται ότι οιονδήποτε χρεωθέν ποσό ως τόκος πέραν του αρχικά συμφωνηθέντος 8.3625% είναι παράνομο και/ή καταχρηστικό και/ή τιμωρητικό και πρέπει να αφαιρεθεί από το πραγματικό υπόλοιπο που οφείλει η Ενάγουσα
  8. Ο συμφωνηθείς και πληρωτέος τόκος για το δάνειο με αριθμό 065582008722 ήταν 8,3550% επί του χρεωστικού υπολοίπου. Η Εναγομένη παράνομα και/ή αντισυμβατικά αύξησε το επιτόκιο σε 11,28% καθότι διέπεται από καταχρηστική ρήτρα ως ο Νόμος 93(Ι)/96 ορίζει. Υπαλλακτικώς η Ενάγουσα 1 ισχυρίζεται ότι οιονδήποτε χρεωθέν ποσό ως τόκος πέραν του αρχικά συμφωνηθέντος 8.3625% είναι παράνομο και/ή καταχρηστικό και/ή τιμωρητικό και πρέπει να αφαιρεθεί από το πραγματικό υπόλοιπο που οφείλει η Ενάγουσα
  9. Λόγω των πιο πάνω παράνομων πρακτικών της Εναγομένης οι εναγόμενοι υπερχρεώθηκαν ποσό ύψους €10.000 για το δάνειο υπ' αριθμό 065582008722 και ποσό ύψους €30.000 στο δάνειο υπ' αριθμόν
  10. Κατά την υπογραφή των δύο Συμφωνιών ημερομηνιών 12/4/2007 και 4/5/2007 η Ενάγουσα 1 συμφώνησε με την Εναγόμενη όπως ισχύει ως εξασφάλιση εγγραφής υποθήκης με αρ. Υ4065/04 που απορρέουν από τις εγγυήσεις. Ως αποτέλεσμα η Ενάγουσα 1 ζημίωσε €100.000 λόγω μείωσης της αξίας του ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Βουδού του χωριού Παλιά της επαρχίας Πάφου καθώς η Ενάγουσα βασίστηκε αποκλειστικά πάνω σε αυτή την συμβουλή της Εναγομένης και/ή των υπαλλήλων της και/ή των αντιπροσώπων της αλλά και την τότε τιμή καταναγκαστικής πώλησης που της παραστάθηκε από την Εναγόμενη για να συνάψει το εν λόγω δάνειο. Περαιτέρω η μόλυνση των συμβάσεων από τις παρανομίες ήταν τέτοια που καθιστά όλη την επίδικη σύμβαση άκυρη και/ή κατ' επιλογή της Ενάγουσας 1 καθώς και της υποθήκης της.
  11. Ως εκ των πιο πάνω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι δανειακές συμβάσεις και/ή όλα τα έννομα αποτελέσματα τους έπρεπε να ματαιωθούν λόγω frustration.
  12. Περαιτέρω και/ή υπαλλακτικά οι Ενάγοντες επικαλούνται το ζήτημα της ματαίωσης των δύο συμβάσεων (claim of frustration) για την ακύρωση των δύο δανείων καθώς ο λόγος που ζητήθηκε να χορηγηθούν στους Ενάγοντες τα δύο δάνεια ήταν για να αγοραστούν αναγκαία υλικά για την ανακαίνιση του ξενοδοχείου, επ' ονόματι «Alexanarov's House». Μετέπειτα την χορήγηση των δύο δανείων ξαφνικά η κατάσταση άλλαξε και ξέφυγε από τον έλεγχο της Ενάγουσας 1 καθώς έχασε το ακίνητο της μετά από παράνομες πράξεις. Είχαν αποσταλεί στην Εναγόμενη τα ανάλογα έγγραφα από το Υπουργείο Εσωτερικών της Κύπρου καθώς και από την Ρώσικη Αστυνομία τα οποία επιβεβαίωναν τον πιο πάνω ισχυρισμό.
  13. Σύμφωνα με την επιστολή που έχει αποστείλει η Εναγόμενη στις 15/12/2015 οι Ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο δια τον λόγο ότι τα απαιτούμενα ποσά είναι υπερβολικά και/ή καταχρηστικά.
  14. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται γενικές και τιμωριτικές αποζημιώσεις για αμέλεια από την Εναγόμενη συνεπεία των ως άνω που ήδη έχουν εκτεθεί.» Η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 18/04/
  15. Στις 27/05/2016 η Ενάγουσα 1-Αιτήτρια (στο εξής «Αιτήτρια»), καταχώρησε μονομερή αίτηση, η οποία κατέστη διά κλήσεως, με την οποία αιτείται την έκδοση παρεμπιπτόντων προσωρινών διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης και οι οποίες έχουν ως εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγομένη και/ή αντιπροσώπους του και/ή υπαλλήλους της από του να διαθέτει, αποξενώνει ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε βάρος ή να επεμβαίνει καθ'οιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/5206, Φ/Σχ 26/29, αρ. τεμ. 28 στην κοινότητα Γιαλιάς και οδό Βουδού μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή αναστέλλει τον πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/5206, Φ/Σχ 26/29, αρ. τεμ. 28 στην κοινότητα Γιαλιάς και οδό Βουδού από τον Δημοπράτη Δημήτρη Χρύσανθου και/ή οιονδήποτε αντιπρόσωπο της Εναγομένης μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/1960, επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, στα άρθρα 90, 93, 97, 337, 333, 340-344 του Περί Εταιρειών Νόμου, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 33 θεσμός 15, Διαταγή 40 θεσμοί 10, 11 και στη Διαταγή 48 θεσμός 1-4 και 7, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιεικείας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο εκτίθεται στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 2, Sergey Yurmanov, η οποία παρατίθεται, στην ελληνική γλώσσα, ως η μετάφραση, αυτούσια: «Είμαι ο ΣΕΡΓΙΟΣ ΓΙΟΥΡΜΑΝΟΒ-Ενάγοντας 2, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  16. Είμαι ο δειυθυντής της Ενάγουσας 1-εταιρείας και έχω προσωπική γνώση των γεγονότων τα οποία αναφέρω πιο κάτω. Είμαι δέοντος εξουσιοδοτημένος όπως προβώ στην παρούσα ένορκω δήλωση. Όσον αφορά τα γεγονότα για τα οποία έχω πληροφορηθεί από τρίτα πρόσωπα αποκαλύπτω την πηγή της πληροφόρησης μου, όσον δε αφορά νομικά θέματα έχω λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μου.
  17. Υιοθετώ πλήρως τους ισχυρισμούς της Εκθέσεως Απαιτήσεως της παρούσας αγωγής.
  18. Κατά τον Δεκέμβριο του 2015 σε διάφορες ημερομηνίες έλαβα προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήριο 1 και 2) από την Εναγόμενη Τράπεζα για να εξοφλήσει η Ενάγουσα 1 εταιρεία, το υπόλοιπο διαφόρων δανείων σε διαφορετική περίπτωση θα εκποιούσαν την ενυπόθηκη περιουσία της Ενάγουσας. Μάλιστα όπως φαίνεται στις εν λόγω επιστολές η ίδια η Εναγόμενη παρέπεμεπε στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον της αν η Ενάγουσα διαφωνούσε με τα αξιούμενα ποσά. Ως εκ τούτου εγέρθηκε η παρούσα αγωγή.
  19. Παρόλα ταύτα στις 16/5/2016 έλαβα από την Εναγόμενη ειδοποίηση για πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/5206, Φ/Σχ 26/29, αρ. τεμ. 28 στην κοινότητα Παλιάς και οδό Βουδού (Τεκμήριο 3) η οποία θα λάβει χώρα στις 23/06/2016 γράφοντας μάλιστα ψευδώς πάνω στην εν λόγω επιστολή ότι την έλαβα στις 20/6/
  20. Τα εν λόγω ποσά ανέρχονται στις €40.000 και αυξάνονται με κάθε κεφαλαιοποίηση. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη κατά τη διάρκεια της σύναψης του δανείου παρέστισε στην Ενάγουσα ως τιμή καταναγκαστικής πώλησης μεγαλύτερη από την επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης που αναφέρει το Τεκμήριο 2, ήτοι €438,400 θα επιφέρει στην Ενάγουσα ανυπολόγιστη ζημιά αφού το ακίνητο θα πωληθεί σε πολύ μικρότερη τιμή από αυτή που παρέστεισε η Εναγόμενη στην Ενάγουσα αρχικά ως τιμή καταναγκαστικής πώλησης.
  21. Περαιτέρω όπως εμφαίνεται και στις παραγράφους 9 και 10 της Εκθέσεως Απαιτήσεως ο σκοπός του δανείου ήταν η ανακαίνιση ξενοδοχείου, η οποία ματαιώθηκε λόγο κλοπής του από τρίτα άτομα μέσω πλαστογραφίας ως εκ τούτου και ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου θεωρώ πως οι εν λόγω δανειακές συμβάσεις ματαιώνονται λόγω frustration. Ενώ περαιτέρω όπως εμφαίνεται και στην έκθεση απαιτήσεως διεκδικώ από την Εναγόμενη όπως μου πιστωθούν διάφορα ποσά λόγω παράνομα χρεοθέντων τόκων, καθώς όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου οποιοδήποτε επιτόκιο χρεώνεται πέραν του αρχικά συμφωνηθέντος θεωρείται τιμωρητικό.
  22. Θεωρώ πως αν πετύχω στην ως άνω αγωγή τότε το δάνειο ακόμα και αν δεν ακυρωθεί λόγω frustration τότε θα πιστωθούν τέτοια ποσά στους λογαριασμούς δανείων της Ενάγουσας λόγω της επιστροφής των παράνομα χρεωθέντων τόκων που θα καταστήσουν τα εν λόγω δάνεια βιώσιμα.
  23. Το συγκεκριμένο ακίνητο είναι ένα μοναδικό τεμάχιο γης, μεγάλης συναισθηματικής και οικονομικής αξίας για εμένα και την εταιρεία, σε προνομιακή τοποθεσία. Ως εκ τούτου σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα υποστώ ανεπανόρθωτη βλάβη αφού το εν λόγω ακίνητο είναι μοναδικό και δεν θα μπορώ να ικανοποιηθώ με οιονδήποτε ποσό αποζημιώσεων ενώ
  24. Ως πιστεύω και ως συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου με την αγωγή 1664/2016, έχω πάρα πολύ καλή υπόθεση για συζήτηση, το υφιστάμενο καθεστώς θα ανατραπεί εάν η Εναγομένη εταιρεία προβεί σε αποξένωση ή πλειστηριασμό της επίδικης περιουσίας που είναι μοναδική και η απόδοση αποζημιώσεων δεν θα είναι ικανή θεραπεία να αναπληρώσει τις απώλειες της Εναγούσης εταιρείας και ούτε μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει πασιφανώς υπέρ μου.
  25. Παρόλο που κινήθηκε η παρούσα αγωγή μετά την ειδοποίηση τύπου Θ (τεκμήριο 1) από την Εναγόμενη, αντί αυτή να παγοποιήσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της παρούσης αγωγής, αυτή παραγνώρισε την αγωγή και προχώρησε στην επίδοση ειδοποίησης πλειστηριασμού.
  26. Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι και λέγω πως είναι αληθή.» Η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «Καθ' ης η Αίτηση») καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στις 16/06/
  27. Με αυτή προβάλλονται δεκατέσσερις

(14)λόγοι ένστασης, οι οποίοι παρατίθενται ως έχουν: «
  1. Η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αόριστη και ουδόλως παρουσιάζει οιονδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  2. Η Αίτηση εν πάση περιπτώσει δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, ως τίθενται στο άρθρο 32 του Ν. 14/
  3. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεδαφική και/ή εκλείπει αντικειμένου και/ή πάσχει ως προς τη νομική της βάση και/ή είναι νομικά αβάσιμη, εφόσον η νομική βάση επί της οποίας εδράζεται είναι εσφαλμένη, καθότι δεν συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων, τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα τα άρθρα 27, 44 A - 44ΙΑΑ και παραρτήματα αυτού. Ειδικότερα, δεν δύναται η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου να ανασταλεί με ενδιάμεση αίτηση. Η μόνη δυνατότητα που παρέχεται προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη δυνάμει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου είναι η καταχώρηση Έφεσης για ακύρωση και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», η οποία γνωστοποιεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη την πρόθεση της Τράπεζας να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Εν πάση περιπτώσει, οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας αναφορικά με την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ερμηνεύονται εσφαλμένα από τους Ενάγοντες.
  4. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι η Εναγόμενη έχει εξασφαλίσει απόφαση ημερ. 7.10.2009 εναντίον των Εναγόντων, μέσα στο πλαίσιο της αγωγής με αρ. 1592/2008 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, γεγονός το οποίο εγείρεται και ως προδικαστική ένσταση στην Υπεράσπιση της Εναγομένης στην Αγωγή των Εναγόντων. Με την εν λόγω απόφαση διατάζεται, μεταξύ άλλων, η εκποίηση της Υποθήκης που είχε εκχωρηθεί ως εξασφάλιση προς όφελος της Εναγομένης, δηλ. του επίδικου ακινήτου, της οποίας οι Ενάγοντες εξαιτούνται την αναστολή. Συνεπώς, οι Ενάγοντες κωλύονται από το να προβάλλουν οποιουσδήποτε ισχυρισμούς, είτε μέσα στα πλαίσια αγωγής, είτε μέσα στα πλαίσια ενδιάμεσης Αίτησης, εφόσον οι ισχυρισμοί τους έπρεπε να είχαν προβληθεί κατά το στάδιο εκδίκασης της αγωγής με αρ. 1592/2008 και/ή εν πάση περιπτώσει αποτελούν res judicata.
  5. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, καταρρίπτοντας κάθε επιχείρημα των Εναγόντων εφόσον καταχωρήθηκε σχεδόν επτά έτη μετά την έκδοση απόφασης μέσα στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 1592/2008, ενώπιον άλλου Επαρχιακού Δικαστηρίου και 2 μήνες περίπου μετά την καταχώριση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Επιπρόσθετα και/ή εναλλακτικά, η Αίτηση αναιτιολόγητα και χωρίς καμία επεξήγηση προς τούτο, καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, επιδιώκοντας να ανατρέψει το υφιστάμενο status quo και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί.
  6. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν κέκτηται κατά τόπον δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα Αίτηση, εφόσον το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην Πάφο και/ή εφόσον του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ήδη έχει εκδικάσει την διαφορά μεταξύ των μερών και εξέδωσε τελεσίδικη και δεσμευτική απόφαση υπέρ της Εναγομένης.
  7. Η Αίτηση είναι εσφαλμένη και/ή παράτυπη, καθότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα διαδικασία, ενόψει του ότι, παρόλο που ενδεχομένως να διέθεταν άλλα νομικά μέτρα (εάν επιθυμία τους ήταν η μη εφαρμογή της απόφασης ημερ. 7.10.2009), όπως μεταξύ άλλων καταχώριση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης ή αίτηση για αναστολή της απόφασης ή έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης. Οι Αιτητές δεν έλαβαν τα εν λόγω μέτρα, και συνεπώς η παρούσα διαδικασία συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, και θα πρέπει να απορριφθεί.
  8. Ενόψει των όσων αναφέρονται στην παρούσα Ειδοποίηση, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 δεν ικανοποιούνται.
  9. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν αναφέρονται οποιαδήποτε γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, και συνεπώς ούτε και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται.
  10. Η Εναγόμενη έχει ασκήσει τα δικαιώματα της με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή με αρ. 1592/2008 και τις υφιστάμενες νομοθετικές διατάξεις.
  11. Η Αίτηση δεν συνοδεύεται από έγκυρη ένορκη δήλωση της κας Ευροσύνης Χριστοδούλου Μωυσέως, ως αναφέρεται στην ίδια την Αίτηση, αφού συνοδεύεται από μια ένορκη δήλωση κάποιου κ. Sergey Yurmanov.
  12. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς η Αίτηση είναι καταχρηστική και επιδιώκει να αποτρέψει την εφαρμογή δικαστικής απόφασης και να αποστερήσει τον επιτυχόντα διάδικο από τους καρπούς της επιτυχίας του.
  13. Ουδεμία νομοθετική διάταξη προβλέπει δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας πλειστηριασμού και/ή δεν παρατίθεται οιαδήποτε διάταξη που να επιτρέπει τούτο στη νομική βάση της παρούσας Αίτησης.
  14. Δεν επισυνάπτονται τα προσόντα του κ. Αγγελίδη, ο οποίος ορκίζεται ότι δύναται να μεταφράζει την ένορκη δήλωση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Βανέζη, με την οποία επισυνάπτεται αριθμός Τεκμηρίων και έχει ως ακολούθως: «Εγώ, ο κάτωθι υπογεγραμμένος Ανδρέας Βανέζης από την Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  15. Εργάζομαι ως λειτουργός του Τμήματος Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department) σαν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών πελατών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Εναγομένης στην παρούσα Αίτηση (εφ' εξής η «Τράπεζα»).
  16. Τα θέματα και ζητήματα τα οποία παρατίθενται στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι εντός της προσωπικής μου γνώσης λόγω της εργασίας μου στο συγκεκριμένο τμήμα της Τράπεζας, από μελέτη των φακέλων που διατηρούνται στην Τράπεζα, καθώς επίσης και από μελέτη της Αίτησης και των συνημμένων σε αυτήν τεκμηρίων. Επίσης έχω λάβει ενημέρωσης από τον συνάδελφο μου Κώστα Αντωνίου από το Τμήμα Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων της Τράπεζας στην Πάφο, ο οποίος χειρίστηκε τους συγκεκριμένους πελάτες.
  17. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της Τράπεζας. Όπου αναφέρομαι με στοιχεία που μου παρασχέθηκαν από άλλους, αναφέρεται η πηγή τέτοιων στοιχείων. Τα γεγονότα και ζητήματα τα οποία πηγάζουν από άλλες πηγές αληθεύουν εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω.
  18. Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της Τράπεζας, προς υποστήριξη της Ένστασης της Τράπεζας που καταχωρήθηκε με σκοπό να εμποδιστεί η έκδοση των αιτούμενων υπό της παρούσας Αίτησης διαταγμάτων.
  19. Κατά την προετοιμασία της παρούσας ένορκης δήλωσης έχω λάβει συμβουλή από τους δικηγόρους της Τράπεζας, κκ Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ και πιο συγκεκριμένα από την κα Στέλλα Πολυβίου και κα Χριστίνα Ππεκρή. Ρητά αναφέρω ότι το περιεχόμενο της παρούσας ένορκης δήλωσης δεν πρέπει να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση ως απεμπόληση του δικηγορικού προνομίου από μέρους της Τράπεζας.
  20. Στο βαθμό που δεν ασχολούμαι με κάποιο ισχυρισμό ο οποίος γίνεται στην Αίτηση, τούτο δε σημαίνει με οποιοδήποτε τρόπο ότι γίνονται παραδεχτοί τέτοιοι ισχυρισμοί. Προς αποφυγή παρερμηνειών σημειώνω ότι όλοι ανεξαιρέτως οι ισχυρισμοί της των Εναγόντων απορρίπτονται, εκτός όπου ρητά παραδέχομαι οιονδήποτε εξ' αυτών.
  21. Η Τράπεζα ενίσταται έντονα στην Αίτηση, για τους λόγους που διεξοδικά θα επεξηγήσω κατωτέρω και για όσους λόγους παρατίθενται στο σώμα της παρούσας Ένστασης. Η δομή της παρούσας Ένστασης έχει ως εξής: (α) Θα επεξηγήσω τους λόγους για τους οποίους το αιτητικό Α θα πρέπει να απορριφθεί. (β) Θα επεξηγήσω τους λόγους για τους οποίους το αιτητικό Β θα πρέπει να απορριφθεί. (γ) Θα επεξηγήσω τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. (δ) Θα απαντήσω σε ορισμένους από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. (α) Αιτούμενη θεραπεία υπό Α της Αίτησης
  22. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και περί τούτου λαμβάνω νομική συμβουλή, οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, το οποίο θα απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή αντιπροσώπους αυτής από το να επεμβαίνουν με οιοδήποτε τρόπο στο ακίνητο με Αρ. εγγραφής 0/
  23. Για λόγους που θα επεξηγήσω κατωτέρω, ευσεβάστως εισηγούμαι ότι το εν λόγω αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί.
  24. 1 Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και περί τούτου λαμβάνω νομική συμβουλή, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιου είδους διαταγμάτων στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, ο ομνύοντας αποτυγχάνει να αποσείσει το βάρος απόδειξης των εν λόγω προϋποθέσεων.
  25. 2 Ως γνωρίζω και ως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Τράπεζας, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του ομνύοντα στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, οι Ενάγοντες δεν έχουν καμία πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους, εφόσον η Εναγόμενη Τράπεζα έχει ήδη εξασφαλίσει απόφαση ημερ. 7.10.2009 εναντίον των Εναγόντων, μέσα στο πλαίσιο της αγωγής με Αρ. 1592/2008 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, γεγονός το οποίο εγείρεται και ως προδικαστική ένσταση στην Υπεράσπιση της Εναγομένης στην Αγωγή των Εναγόντων. Με την εν λόγω απόφαση, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, διατάζεται, μεταξύ άλλων, η εκποίηση της Υποθήκης που είχε εκχωρηθεί ως εξασφάλιση προς όφελος της Εναγομένης, δηλ. του επίδικου ακινήτου, της οποίας οι Ενάγοντες εξαιτούνται την αναστολή.
  26. 3 Με άλλα λόγια, τα ίδια θέματα εκδικάστηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον άλλου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε δεσμευτική απόφαση, η οποία δεσμεύει τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες δεν έλαβαν οιαδήποτε μέτρα για να ακυρώσουν ή παραμερίσουν ή αναστείλουν την ισχύ της εν λόγω Απόφασης. Αντίθετα, η Τράπεζα άσκησε τα δικαιώματα της τόσο ως επιτυχών διάδικος στην Αγωγή Αρ. 1592/2008, όσο και βάσει των ισχυόντων Νόμων περί πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου. Με βάση τα ανωτέρω και ως τυγχάνω νομικής συμβουλής, οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή υπόθεση και ούτε πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή, αφού το θέμα αποτελεί δεδικασμένο, και συνεπώς η προώθηση της παρούσας διαδικασίας από τους Αιτητές είναι έκδηλα καταχρηστική και θα πρέπει να απορριφθεί.
  27. 4 Επίσης, παρά τα όσα διαλαμβάνει ο ομνύοντας στην Ένορκη Δήλωση του, δεν υπάρχει κίνδυνος να μην μπορεί τυχόν επιτυχής έκβαση της αγωγής των Εναγόντων να αποκατασταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον η Εναγομένη αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα δυνάμενο να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις στους Ενάγοντες, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Σημειώνω δε ότι στην παρούσα περίπτωση οι τυχόν ζημιές που θα προκύψουν στους Αιτητές είναι χρηματικής φύσεως, κάτι το οποίο, με βάση συμβουλή που λαμβάνω από τους δικηγόρους της Τράπεζας, θα πρέπει από μόνο του να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης.
  28. 5 Περαιτέρω, είναι η ειλικρινής μου θέση και επί τούτου τυγχάνω νομικής συμβουλής, ότι στην προκείμενη περίπτωση το βάρος επί των ώμων του Αιτητή να ισχυριστεί το στοιχείο του υφιστάμενου κινδύνου θα έπρεπε να ήταν ακόμη πιο ψηλό, δεδομένου ότι με την αιτούμενη θεραπεία, εάν αυτή εγκριθεί, ζητούνται εξαιρετικά μέτρα, με τα οποία θα αποστερηθεί η Τράπεζα των δυνατοτήτων της να εισπράξει τα οφειλόμενα εκ των δανειοδοτήσεων ποσά, με αποτέλεσμα να πληγούν δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα της.
  29. 6 Περαιτέρω, εξ' όσων ειλικρινά πιστεύω και περί τούτου λαμβάνω νομική συμβουλή, η παρούσα Αίτηση υπεβλήθη με υπέρμετρη καθυστέρηση, παράγων ο οποίος δυνατό να καταστεί λόγος απόρριψης της παρούσας αίτησης, στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ειδικότερα, η Αίτηση καταχωρήθηκε σχεδόν 7 χρόνια μετά την έκδοση απόφασης υπέρ της Εναγομένης στην Αγωγή Αρ. 1592/2008 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Τεκμήριο 1) και 2 μήνες περίπου μετά την καταχώριση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της Αγωγής με αρ. 1664/
  30. Σύμφωνα με νομική συμβουλή την οποία λαμβάνω, η υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή ενδιάμεσης αίτησης θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης.
  31. 7 Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, ειλικρινά πιστεύω και περί τούτου λαμβάνω νομική συμβουλή, ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 δεν πληρούνται και εν πάση περιπτώσει το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς τυχόν επιτυχία της ήδη καθυστερημένα υποβληθείσας Αίτησης, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Τράπεζα. (β) Αιτούμενη θεραπεία υπό Β της Αίτησης
  32. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και περί τούτου λαμβάνω νομική συμβουλή, δια του δεύτερου αιτητικού οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση διατάγματος το οποίο θα απαγορεύει και/ή αναστέλλει τη διαδικασία πώλησης με πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
  33. 1 Ως λαμβάνω νομική συμβουλή, η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δύναται να προχωρήσει δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965, ενώ έχει επίσης διαταχθεί από το Δικαστήριο με την έκδοση απόφασης ημερ. 7.10.2009 (Τεκμήριο 1).
  34. 2 Με βάση νομική συμβουλή την οποία λαμβάνω, η παρούσα Αίτηση στηρίζεται σε εσφαλμένη νομική βάση και/ή σε ανεπαρκή νομική βάση, εφόσον το νομοθετικό πλαίσιο που αναφέρω πιο πάνω, το οποίο διέπει τις διαδικασίες πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου δεν έχει συμπεριληφθεί στη νομική βάση της Αίτησης, και ως εκ τούτου το νομικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την Αίτηση πάσχει, λόγος ο οποίος επίσης θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της.
  35. 3 Τονίζω ότι η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου έχει ακολουθηθεί ορθά από την Τράπεζα, δυνάμει των διατάξεων του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου και ότι έχουν δεόντως επιδοθεί στον ονμύοντα όλες οι ειδοποιήσεις που προβλέπει ο Νόμος, ήτοι οι Ειδοποιήσεις Τύπου «I», «ΙΑ» και «ΙΒ», τις οποίες και επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  36. 4 Περαιτέρω, εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Τράπεζας, η διαδικασία πλειστηριασμού δύναται να ανασταλεί μόνο με απόφαση του ενυπόθηκου δανειστή, δηλ. της Τράπεζας, εάν και εφόσον κρίνει ότι το τίμημα πώλησης δεν είναι δίκαιο και εύλογο, μετά τη διεκπεραίωση των εκτιμήσεων.
  37. 5 Σύμφωνα με νομική συμβουλή την οποία λαμβάνω, εάν οι Ενάγοντες επιθυμούσαν να εμποδίσουν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, θα έπρεπε να είχαν καταχωρίσει άλλο είδος Αίτησης, δηλαδή την Έφεση η οποία προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, φέροντας το βάρος απόδειξης δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων τους. Επαναλαμβάνω δε, ότι εν πάση περιπτώσει έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον των Εναγόντων σχετικά με το θέμα και τονίζω ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν προσέλθει στην Τράπεζα με σκοπό την αναδιάρθρωση του δανείου τους, όπως οι ίδιοι παραδέχονται μέσω της Ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, αλλά προτίμησαν να καταχωρήσουν μία καταχρηστική αγωγή και δια της παρούσης επιδιώκουν να εμποδίσουν και τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
  38. 6 Με βάση τα όσα αναφέρω ανωτέρω και ως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Τράπεζας, και το αιτητικό Β της Αίτησης θα πρέπει να απορριφθεί καθότι ουδεμία νομοθετική διάταξη προβλέπει δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας πλειστηριασμού. (γ) Άλλοι λόγοι για τους οποίους η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί
  39. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και ως πληροφορούμαι, το πρόσωπο το οποίο ορκίζεται μια ένορκη δήλωση θα πρέπει να πράττει τούτο δυνάμει των αρχών της ισχύουσας νομολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση νομική συμβουλή την οποία λαμβάνω, παράτυπα, αντικανονικά και κατά παράβαση των αρχών της νομολογίας, ενώ στην Αίτηση αναφέρεται ότι αυτή στηρίζεται επί της ένορκης δήλωσης της κας Ευφροσύνης Χριστοδούλου Μωυσέως, την ένορκη δήλωση ορκίζεται ο κ. Sergey Yurmanov. Εξ όσων πληροφορούμαι, πρόκειται για σοβαρή και μη θεραπεύσιμη παρατυπία, η οποία επηρεάζει την Αίτηση αφού η Αίτηση δεν συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση στην οποία στηρίζεται. Αυτός ο παράγοντας θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης.
  40. Περαιτέρω, εξ όσων πληροφορούμαι και περί τούτου λαμβάνω νομική συμβουλή, η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική, διότι: (α) έχει εκδοθεί απόφαση ημερ. 7.10.2009 υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον των Εναγόντων στο πλαίσιο της αγωγής με αρ. 1592/2008 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Με την εν λόγω απόφαση διατάζεται, μεταξύ άλλων, η εκποίηση της Υποθήκης που είχε εκχωρηθεί ως εξασφάλιση προς όφελος της Εναγομένης, δηλ. του επίδικου ακινήτου, της οποίας οι Ενάγοντες εξαιτούνται την αναστολή, επιδιώκοντας να αποστερήσουν την Τράπεζα από την ενάσκηση των δικαιωμάτων της και από το να επωφεληθεί των καρπών της επιτυχίας της. (β) Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, όπως αναφέρεται ανωτέρω. (γ) Οι Ενάγοντες κωλύονται από το να προβάλλουν οποιουσδήποτε ισχυρισμούς, είτε μέσα στα πλαίσια αγωγής, είτε μέσα στα πλαίσια ενδιάμεσης Αίτησης, εφόσον οι ισχυρισμοί τους έπρεπε να είχαν προβληθεί κατά το στάδιο εκδίκασης της αγωγής με αρ. 1592/2008 και/ή εν πάση περιπτώσει αποτελούν res judicata. (δ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν κέκτηται κατά τόπον δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα Αίτηση, εφόσον το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην Πάφο. (ε) Οι Ενάγοντες διέθεταν άλλα νομικά μέτρα εάν επιθυμία τους ήταν η μη εφαρμογή της απόφασης ημερ. 7.10.2009, όπως αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ή έφεση εναντίον της εκδοθείσας απόφασης.
  41. Σε σχέση με ορισμένους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Ένορκη δήλωση του κ. Sergey Yurmanov, επιθυμώ να αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Σε σχέση με την παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, είναι η θέση της Τράπεζας ότι η πρόθεση της για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου τέθηκε σε γνώση των Εναγόντων, οι οποίοι παραδέχονται ότι δεν έλαβαν οιαδήποτε μέτρα, παρά τις οχλήσεις της Τράπεζας από τον Δεκέμβριο του 2015, παρά μόνο καταχώρησαν την καταχρηστική αγωγή και παρούσα Αίτηση. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνει αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των Εναγόντων και της Τράπεζας, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  42. (β) Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ομνύοντα στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης, περί ψευδούς αναγραφής ότι η ειδοποίηση ημερ. 16.5.2016 για τον προτιθέμενο πλειστηριασμό επιδόθηκε σε αυτόν στις 20.6.2016, είναι προφανές ότι πρόκειται για τυπογραφικό και/ή εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος εκ μέρους του επιδότη, εφόσον η συγκεκριμένη ημερομηνία δεν έχει παρέλθει και δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Προς επίρρωση των όσων αναφέρω επί του προκειμένου, επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 την ένορκη δήλωση του επιδότη ημερ. 23.5.2016, που καταδεικνύει ότι η ειδοποίηση επιδόθηκε στις 20.5.
  43. (γ) Αναφορικά με τα όσα αναφέρει ο ομνύοντας στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης, εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή, αποτελούν ισχυρισμούς άσχετους με την παρούσα Αίτηση και θα έπρεπε να εγερθούν μέσα στα πλαίσια άλλης διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει αφορούν στην ουσία της υπόθεσης και το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης σε αυτό το διαδικαστικό στάδιο. (δ) Εξ όσων επίσης πληροφορούμαι και περί τούτου λαμβάνω νομική συμβουλή, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις παραγράφους 7 και 9 της ένορκης δήλωσης δεν αποτελούν νομικούς ισχυρισμούς οι οποίοι και θα πρέπει να εξεταστούν ώστε να οδηγήσουν σε επιτυχία της Αίτησης, παρά μόνο προσπάθεια εντυπωσιασμού και καλλιέργειας εντυπώσεων. Καταληκτικά Σχόλια:
  44. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, ευσεβάστως υποβάλλω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων.» Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του Νόμου 14/1960, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.35, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 27, 44 Α - 44ΙΑΑ και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ο συνήγορος της Αιτήτριας, στην αγόρευσή του, ουσιαστικά επανέλαβε όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την αίτηση, για να τεκμηριώσει τη δικαιολόγηση της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων που ζητούνται με την αίτηση και από την άλλη επιχειρηματολόγησε για το ανεδαφικό των λόγων ένστασης επικαλούμενος σχετική νομολογία. Περαιτέρω έθεσε τις δικές του θέσεις, για τα διαδικαστικά θέματα, όπως τα χαρακτήρισε, τα οποία αφορούν τα άρθρα 27-44 του Ν.9/1965, που δεν καταγράφονται στη νομική βάση της αίτησης, που κατ' αυτόν πρόκειται για τυπογραφικό καλόπιστο λάθος, όπως και η αναγραφή άλλου ονόματος ως ενόρκως δηλούντος, στην αίτηση, απ' αυτό που κάνει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καθώς και για τα προσόντα του Γεώργιου Αγγελίδη, για τη μετάφραση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση από τα Αγγλικά στα Ελληνικά. Με σχολαστικότητα δε αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, για να καταλήξει, αφού εξήγησε ότι από τα γεγονότα, που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Αν και το Δικαστήριο αποτεινόμενο στο συνήγορο της Αιτήτριας, ρωτώντας τον από ποιόν υποβάλλεται η αίτηση, επειδή δημιουργείτο κάποια σύγχυση από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επειδή σε αυτήν γίνεται αναφορά σε Ενάγοντες, ανάφερε ότι αυτή υποβάλλεται και από τους δύο Ενάγοντες, το Δικαστήριο εξετάζοντας πιο προσεκτικά και ενδελεχώς την αίτηση, διαπιστώνει ότι η αίτηση, όπως ακριβώς αναφέρεται σε αυτήν, σε Ενάγουσα-Αιτήτρια, υποβάλλεται από την Ενάγουσα 1, αφού αν υποβάλλετο και από τους δύο Ενάγοντες θα αναφέρετο Ενάγοντες-Αιτητές. Εν πάση περιπτώσει δεν θα άλλαζε οτιδήποτε στην αντιμετώπιση των θεμάτων που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Η συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση, στην αγόρευσή της, καταπιάστηκε με όλα τα θέματα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καθώς και με τους λόγους ένστασης και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τούτη, δίδοντας έμφαση στη θέση, στην μη κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αφού το ακίνητο βρίσκεται στην Επαρχία Πάφου, ότι δεν υπάρχει βάση για έγερση και προώθηση της επίδικης αγωγής καθότι, από τη μια εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 για τη συγκεκριμένη οφειλή τους και εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, του οποίου επιδιώκεται η απαγόρευση ή αναστολή εκποίησής του με την υπό κρίση αίτηση, στην αγωγή υπ' αριθμό 1592/08 Ε.Δ. Πάφου, στις 07/10/2009, στην οποία ήταν Εναγόμενοι 1 και 2, και ως εκ τούτου αποτελεί δεδικασμένο και από την άλλη δεν αναδεικνύεται, από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, αιτία αγωγής και πολύ περισσότερο ότι έχει προοπτική επιτυχίας. Ακόμη εισηγήθηκε ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση αφού η οποιαδήποτε ζημιά, τυχόν υποστεί η Ενάγουσα 1, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, αποτιμάται σε χρήμα. Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στο ισοζύγιο της ευχέρειας για να καταλήξει ότι αυτό θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. Επίσης, σε ότι αφορά το αιτούμενο διάταγμα για αναστολή της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, εισηγήθηκε ότι η αίτηση στερείται νομικής βάσης, παραπέμποντας μεταξύ άλλων σε σχετικές διατάξεις του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/
  45. Διαπιστώνεται ότι, αν και η Αιτήτρια είχε το δικαίωμα να ζητήσει παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην εναντίον της, στην υπόθεση υπ' αριθμό 1592/08 Ε.Δ. Πάφου και συνάμα να αιτηθεί αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, δεν το έπραξε, καθώς και δικαίωμα άσκησης έφεσης, με βάση το άρθρο 51 του Ν.9/1965, εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η οποία εκδόθηκε στη βάση του μέρους VIA, άρθρα 44Α-44ΙΑΑ, με τίτλο πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 2, που αποτελείται από πέντε
(5)έγγραφα, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, εντός τριάντα
(30)ημερών από την κοινοποίηση σε αυτήν της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η οποία κοινοποίηση έγινε στις 20/05/2016, ως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 4, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ήτοι μέχρι τις 21/06/2016, εν τούτοις δεν ενήργησε στα πλαίσια αυτού του δικαιώματος και επέλεξε άλλη οδό. Μία διευκρίνιση ως προς την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου στην Αιτήτρια. Στην επιστολή της Καθ' ης η Αίτηση, ημερομηνίας 16/05/2016, με θέμα την ειδοποίηση πλειστηριασμού, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε ημερομηνία επίδοσης της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, παρά μόνο στο πάνω μέρος αυτής χειρόγραφα καταγράφεται η ημερομηνία 20/06/2016, που εν πάση περιπτώσει πρόκειται περί γραφικού λάθους, αφού κατά την ημέρα που καταχωρήθηκε η Αίτηση, 27/05/2016, δεν είχε επέλθει η μέρα αυτή και η ορθή ημερομηνία επίδοσης είναι 20/05/2016, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το οποίο δεν επηρεάζει σε οτιδήποτε την Αιτήτρια. Αρχίζοντας από τον ισχυρισμό της κατά τόπο αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης, επειδή το ενυπόθηκο ακίνητο του οποίου ζητείται η απαγόρευση και/ή αναστολή πώλησής του, η οποία ορίστηκε στις 23/06/2016 από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, μπορούν να λεχθούν τα κατωτέρω: Το άρθρο 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 προνοεί: «Κατά τόπov αρμoδιότης τωv Επαρχιακώv Δικαστηρίωv εις πoλιτικάς υπoθέσεις 21.-
(1)Τo Επαρχιακόv Δικαστήριov, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, θα έχη πρωτόδικov δικαιoδoσίαv ίvα ακoύη και απoφασίζη oιαvδήπoτε αγωγήv συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 22 oσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχη πρoκύψει είτε καθ' oλoκληρίαv είτε εv μέρει εvτός τωv oρίωv της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη (β) o εvαγόμεvoς ή oιoσδήπoτε τωv εvαγoμέvωv, κατά τov χρόvov της εγέρσεως της αγωγής, διαμέvη ή διεξάγη επάγγελμα εvτός της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη (γ) πάvτωv τωv διαδίκωv όvτωv Κυπρίωv είτε η βάσις της αγωγής πρoέκυψεv, εv όλω ή εv μέρει, εvτός τωv Κυριάρχωv Περιoχώv τωv Βάσεωv ή o εvαγόμεvoς ή oιoσδήπoτε τωv εvαγoμέvωv διαμέvη ή διεξάγη επάγγελμα εvτός αυτώv (δ) η βάση της αγωγής έχει πρoκύψει εv όλω ή εv μέρει μέσα στις Κυρίαρχες Περιoχές τωv Βάσεωv από τη χρήση μηχαvoκίvητoυ oχήματoς από πρόσωπo πoυ ήταv ή έπρεπε vα ήταv ασφαλισμέvo δυvάμει τoυ άρθρoυ 3 τoυ περί Μηχαvoκιvήτωv Οχημάτωv (Ασφάλεια Υπέρ Τρίτoυ) Νόμoυ (ε) η βάση της αγωγής έχει πρoκύψει εv όλω ή εv μέρει μέσα στις Κυρίαρχες Περιoχές τωv Βάσεωv από ατύχημα ή επαγγελματική ασθέvεια σε εργoδoτoύμεvo πoυ πρoέκυψε από τηv και κατά τη διάρκεια της απασχόλησης τoυ σε σχέση με ευθύvη εργoδότη για τηv oπoία ήταv ή έπρεπε vα ήταv ασφαλισμέvoς δυvάμει τoυ άρθρoυ 4 τoυ περι Υπoχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύvης τωv Εργoδoτώv Νόμoυ. ............................». Στην υπόθεση Ανδρέας Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240, 245, λέχθηκε ότι: «Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας. (Βλ. Kyriakos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88).» Στην υπόθεση Νίνος Δημητρίου ν. Τζηζέλας Δημητρίου
(1991)1 ΑΑΔ 1153, 1161, ειπώθηκαν τα εξής: «Η δικαιοδοσία είναι θέμα δημόσιας τάξης και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα δικαιούται και έχει καθήκο να εγείρει το θέμα και να αποφασίσει, γιατί απόφαση Δικαστηρίου που στερείται δικαιοδοσίας είναι άκυρη - (Central Co-Οperative Bank v. CY.E.Μ.S.
(1984)1 C.L.R. 435).» Στην υπόθεση Philippos Philippou v. Maria Philippou a.o.
(1986)1 CLR 689, 698, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The jurisdiction of the inferior Courts in this country must be traced in the statute establishing them. Trial and decision by an inferior Court on a matter on which it has no jurisdiction is a nullity. The question of jurisdiction is one for the Court, and it is our plain duty to decide whether there has been an absence of jurisdiction if satisfied that it is so. It is always the duty of the Court to take notice of appoint which goes to the jurisdiction of the Court of trial - (R. v. Dennis, (1924 1 K.B. 867). Simpson and Another v. Crowle & Others
(1921)3 K.B. 243. Βλέπε επίσης Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέα Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447 και Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168.» Στην υπόθεση "SEVEGEP" Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 729, λέχθηκε ότι: «Το ερώτημα απαντάται στην πρωτόδικη απόφαση όπου γίνεται η διαπίστωση ότι δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται κώλυμα στη διερεύνηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Υποδεικνύεται ότι η αρχή αυτή υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R.
  1. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως. .....» Στο Μέρος Χ του Συντάγματος, και υπό τον τίτλο Περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των υπό τούτου Τεταγμένων Δικαστηρίων, αναφέρεται στο Άρθρο 152, εδάφιο 1, ότι: «
  2. H δικαστική εξουσία, εξαιρουμένης της ασκουμένης κατά το έννατον μέρος υπό του Aνωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και κατά την δευτέραν παράγραφον του παρόντος άρθρου υπό των δικαστηρίων των προβλεπομένων υπό κοινοτικού νόμου, ασκείται υπό Aνωτάτου Δικαστηρίου και υπό κατωτέρων δικαστηρίων, τα οποία θα ιδρυθώσι δια νόμου, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα Δικαστήρια με την έννοια που αποδίδεται από το ως άνω Άρθρο 152 του Συντάγματος και η δικαιοδοσία τους κατά τόπον ή καθ' ύλην και αρμοδιότητά τους καθορίζονται από το Νόμο 14/1960 (βλ. Poly E. Efthymiadou v. Georghios Zoudros a.o.
(1986)1 CLR 341, Annita Glafcou Michaelidou v. Solon Gregoriou a.o.
(1988)1 CLR 88 και Ανδρέας Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Όσον αφορά το θέμα της δικαιοδοσίας, στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 225, 229, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως.» Στην υπόθεση Safarino Shoes Industry & Trading Company Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059, 1063, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία [βλ. μεταξύ άλλων, Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, και Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134]. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "SEVEGEP" Limited v. United Sea Transport Limited and Another
(1989)1 Α.Α.Δ. (G) 729.» Στην υπόθεση Μιχαήλ Μουρτζινος ν. Global Cruises SA
(1992)1 ΑΑΔ 1160, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. Επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» Επομένως, το θέμα της κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου εξετάζεται στα πλαίσια της βάσης της αγωγής, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αφορά αυτό καθ' αυτό το επίδικο ακίνητο, αλλά οι αξιώσεις της Αιτήτριας και του Ενάγοντα 2 εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, που έχει την έδρα και τη διεύθυνσή της στη Λευκωσία, και αφορούν συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ τους, προφανώς στην Πάφο, είναι η ακύρωση των συμβάσεων, αποζημιώσεις από ισχυριζόμενη μείωση της αξίας του ενυπόθηκου δανείου και αποζημιώσεις από επιβληθείσες παράνομες χρεώσεις και τόκους στους λογαριασμούς της Αιτήτριας και του Ενάγοντα 2. Επομένως, έχοντας κατά νου την έδρα και τη διεύθυνση της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία είναι στη Λευκωσία, κρίνω ότι το Δικαστήριο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(β) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  1. Τοιουτοτρόπως αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για υπέρμετρη καθυστέρηση δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού η ειδοποίηση για την πώληση του επίδικου ακινήτου επιδόθηκε στις 20/05/2016 και η αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/05/
  2. Οι επιστολές που έστειλε η Καθ' ης η Αίτηση το Δεκέμβριο του 2015 στην Αιτήτρια, αφορούσαν την πρόθεση της Καθ' ης η Αίτηση σε αυτήν την πορεία, δηλαδή για πώλησή του μέσω του Κτηματολογίου και όχι αυτή καθ' αυτή την πώληση του ακινήτου. Έπεται ότι δεν ευσταθεί αυτός ο λόγος της ένστασης και απορρίπτεται. Σε σχέση με τα άλλα νομικά μέτρα που διέθετε η Αιτήτρια για μη εκτέλεση και εφαρμογή της απόφασης, όπως αίτηση για παραμερισμό ή έφεση εναντίον της απόφασης, με ανάλογη ενδιάμεση αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ή ακόμη έφεση-αίτηση εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου με βάση το άρθρο 51 του Ν.9/1965 και αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού με βάση το Νόμο αυτό, είναι πράγματι αλήθεια, όμως η μη αναζήτηση θεραπείας στα πλαίσια των πιο πάνω νομικών διαβημάτων που παρέχονται στην Αιτήτρια, δεν αποκλείουν το δικαίωμά της να αποταθεί, στα πλαίσια της αγωγής, για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με ενδιάμεση αίτηση, όσο και αν προβληματίζει ή προκαλεί ερωτηματικά η στάση αυτή της Αιτήτριας. Επομένως δεν ευσταθεί αυτός ο λόγος της ένστασης και απορρίπτεται. Με τα πιο πάνω, θεωρώ ότι απαντάται και η θέση περί καταχρηστικής αίτησης, η οποία θέση επίσης απορρίπτεται. Σε σχέση με τον τρίτο (3ο) λόγο ένστασης, περί παράτυπης ή αντικανονικής ή χωρίς νομική βάση αίτησης, σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα για αναστολή του πλειστηριασμού του ακινήτου, που αναφέρεται ανωτέρω, μπορούν να λεχθούν τα κατωτέρω: Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης v. Χρίστου Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 965, 969-971, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 20 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ό καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων.» Στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δεύτερο θέμα που έχει τεθεί, αλλά που πρέπει να επιλυθεί ως πρώτο κατά λογική προτεραιότητα, είναι το παραδεκτό των δύο αιτήσεων οι οποίες, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν συνάδουν με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.2 που επιβάλλουν τον προσδιορισμό σε ενδιάμεσες αιτήσεις των άρθρων του νόμου και των θεσμών πολιτικής δικονομίας στις οποίες εδράζονται. Ενδιάμεσες αιτήσεις που εδράζονται στις πρόνοιες της Δ.48 πρέπει απαρέγκλιτα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις στις οποίες βασίζονται. (Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και 'Αλλων (Πολιτική Έφεση αρ. 7684, αποφασίστηκε στις 21/11/90)). Η υποχρέωση αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στην Δ.48 Θ.2, ισχύει, εκτός όπου γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, στους δικονομικούς θεσμούς.» Στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 736, 745, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Ενδιάμεσες αιτήσεις καταχωρούνται μέσα στα πλαίσια κυρίων αγωγών βάσει της Δ.48 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ' όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, με αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιοδοσία στο δικαστή, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, Θ.1, όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου (βλ., επίσης, Ματθαίου κ.ά. v. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. (Βλ., Markides Europa v. Vassos Eliades Ltd
(1984)1 C.L.R. 189, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109.)» Ίδια ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Άριστος Αλεξάνδρου Ματθαίου κ.ά. v. Ανδρέα Α. Νικολή άλλως Άνιφτου
(1992)1 ΑΑΔ 529, 532, Μάριου Κουλέρμου v. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493 και Σταύρος Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 743, 747, Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.ά. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 393, όπως και στην υπόθεση Παναγιώτη Ιωάννου ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 181/10 ημερομηνίας 29/07/2014, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.υποβάλλουν ότι η μη συμπερίληψη στη νομική βάση της αίτησης τόσο του άρθρου 25
(3)του Ν.14/1960 όσο και της Δ.35 θ.8 αποτελεί επαρκή λόγο για απόρριψη της αίτησης. Παρέπεμψαν σχετικά στις υποθέσεις Dora Holdings Ltd v. Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(2010)1 Α.Α.Δ. 649 και Ashot Egiazaryan κ.α. ν. Denovo investments Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 75/11 ημερ. 19.2.13. Ο υπό κρίση λόγος ένστασης κρίνουμε ότι ευσταθεί. Η αίτηση δεν βασίζεται ούτε στο άρθρο 25
(3)του Ν.14/1960 το οποίο παρέχει στο Εφετείο την εξουσία να δέχεται, μεταξύ άλλων, περαιτέρω αποδεικτικά μέσα ή και να επανακροάται μαρτύρων, ούτε στη Δ.35 θ.8 που αποτελεί τη σχετική δικονομική διάταξη που διέπει το θέμα. Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Ashot Egiazaryan (ανωτέρω) η οποία μνημονεύει την σχετική επί του θέματος νομολογία, επειδή το άρθρο 25
(3)είναι δικαιοδοτικό «.οι εφεσείοντες όφειλαν να εστιάσουν ιδιαιτέρως την προσοχή τους σ΄ αυτό, ιδιαιτέρως διότι η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου». Ο εφεσείοντας, όμως, δεν εστίασε την προσοχή του στη πτυχή αυτή και παραγνώρισε την ανάγκη συμπερίληψης στη νομική βάση της αίτησης τόσο του δικαιοδοτικού άρθρου 25
(3)του Ν.14/1960 όσο και της δικονομικής διάταξης που είναι η Δ.35 θ.8 και λαμβανομένου υπόψη ότι είχε την ευκαιρία να θεραπεύσει τις παραλείψεις αυτές και δεν το έπραξε, η αίτηση εξ αυτού και μόνο του λόγου υπόκειται σε απόρριψη ως απογυμνωμένης νομικής θεμελίωσης.» Τα άρθρα 90, 93, 97, 337, 338 και 340-344 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, τα οποία αναγράφονται στη νομική βάση της αίτησης, δεν αναφέρονται στο θέμα της αναστολής που εξετάζεται τώρα στα πλαίσια της αγωγής αυτής, αλλά σε άλλα, άσχετα, θέματα. Η Δ.33 θ.15, που επίσης καταγράφεται στη νομική βάση της αίτησης, προνοεί για τον παραμερισμό απόφασης που λήφθηκε με δόλο και ως εκ τούτου είναι άσχετη με την υπό κρίση αίτηση, έχοντας κατά νου τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η Δ.40 θ.10 αναφέρεται σε πρόσωπο που δεν ήταν διάδικος και εκδίδεται διάταγμα υπέρ του, εκ του οποίου δικαιούται να ζητήσει υπακοή σε αυτό. Η Δ.40 θ.11 προβλέπει για την περίπτωση που εκδόθηκε εναντίον διαδίκου διάταγμα, ότι αυτός δικαιούται να ζητήσει αναστολή εκτέλεσης ή άλλη θεραπεία όταν εμφανίστηκαν γεγονότα που ήταν πολύ αργά για να μπουν στα δικόγραφα, στα πλαίσια βέβαια της αγωγής που εκδόθηκε το διάταγμα, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο ισχύει. Η μη αναφορά στη νομική βάση της αίτησης των άρθρων 27, 44Α και 44ΙΑΑ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 ουδόλως επηρεάζει την αίτηση, αφού αυτές οι διατάξεις σχετίζονται με τη διαδικασία που προβλέπεται σε αυτόν το Νόμο, δηλαδή το Ν.9/1965, για άλλους λόγους από αυτούς που επικαλείται με την παρούσα αίτηση, με υπόβαθρο την Έκθεση Απαίτησης. Η παραπομπή του Δικαστηρίου, από τη συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/03/2016, στην αίτηση υπ' αριθμό 362/2015 του Ε.Δ. Λευκωσίας, όχι μόνο δεν βρίσκει έρεισμα η θέση της συνηγόρου αλλά επιβεβαιώνει όσα το Δικαστήριο διαπιστώνει, αφού σε εκείνη την περίπτωση είχε γίνει η αίτηση αναστολής πώλησης του ακινήτου στα πλαίσια της αίτησης που καταχωρήθηκε εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για πώληση του ακινήτου με βάση το Μέρος VIA, άρθρα 27, 44Α και 44ΙΑΑ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965. Επομένως, όσον αφορά το μέρος της αίτησης με το οποίο ζητείται διάταγμα αναστολής παρατηρείται ότι τα άρθρα που καταγράφονται στην αίτηση δεν έχουν καμία σχέση. Συνεπώς διαπιστώνεται ότι ελλείπει το δικαιοδοτικό άρθρο, επί του οποίου στηρίζεται και ως εκ τούτου, αυτό το μέρος της αίτησης απορρίπτεται. Σε σχέση με το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα διαπιστώνεται ότι στην αίτηση παρατίθεται η ορθή νομική βάση αφού καταγράφεται το άρθρο 32 του Ν.14/1960 και το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Ως εκ τούτου προχωρώ στην εξέταση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος. Σημειώνω εδώ ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής, και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/1960, (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Συνεπώς, θα εξεταστεί η Αίτηση, ταυτόχρονα, στα πλαίσια του άρθρου 5 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν.14/1960, αφού το άρθρο 32 του Ν.14/1960 είναι ευρύτερο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 και εξυπακούεται ότι η εξέταση μιας αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 λαμβάνει αυτόματα υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6 (βλ. αναλογικά την υπόθεση S.A. Constantinou Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 754, 760). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ................................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά., υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653, όπου λέχθηκε ότι: «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων, όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Πρώτα χρήζει εξέτασης το θέμα που ήγειρε η Καθ' ης η Αίτηση για ύπαρξη δεδικασμένου. ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός ή άλλως πως είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να πάρει μια από τις εξής μορφές: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (estoppel by record). (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (estoppel by deed). (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct). Η δικηγόρος της Καθ' ης η Αίτηση εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση εγείρεται θέμα κωλύματος λόγω δεδικασμένου, για τους λόγους που αναφέρονται και καταγράφονται ανωτέρω. Η έννοια του δεδικασμένου έχει διάφορες όψεις ή καλύτερα μπορεί να λάβει διάφορες μορφές και τυγχάνει εφαρμογής είτε σε σχέση με την αιτία της αγωγής (cause of action) (βλ. υπόθεση Thoday v. Thoday
(1964)1 ALL ER 341, 352), όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. Του Πλοίου Sapphire Seas
(2002)1 ΑΑΔ 1563, στην οποία αναφέρθηκε ότι «εν όψει της δημιουργίας κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής, η Τράπεζα κωλύεται από το να επαναφέρει το θέμα, για να πετύχει το αυτό αποτέλεσμα ήτοι απόφαση εναντίον του Εναγομένου πλοίου. Μια τέτοια πορεία θα εξουδετέρωνε την αρχή της τελεσιδικίας», είτε σε σχέση με συγκεκριμένο επίδικο θέμα (issue) (βλ. υπόθεση MILLS v. Cooper
(1967)2 ALL ER 100, Marinos Pieris v. The Republic of Cyprus
(1983)3 ΑΑΔ 1054, Παναγιώτης Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, Κλεάνθης Ηλία Γεωργίου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΑΔ 349 και Rose Δάμτσα v. Πέτρου Δάμτσα (αρ. 2)
(2006)1 ΑΑΔ 1389). Η εφαρμογή του κανόνα αυτού προϋποθέτει την ύπαρξη των εξής στοιχείων, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ηλίας Μ. Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 768, Ανδρέας Κανάρης ν. Μιχάλη Λοΐζου κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 599, Borna Alikhani, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Hossein Alikhani v. Γεώργιου Προδρόμου
(2012)1 ΑΑΔ 657 και Αντριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1 ΑΑΔ 1298, στην οποία γίνεται επισκόπηση της προηγούμενης νομολογίας:
(1)Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη.
(2)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων.
(3)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων.
(4)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων της πρώτης και της δεύτερης αγωγής.
(5)Ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προηγούμενη απόφαση είχε δικαιοδοσία να εκδώσει την απόφαση. Στην υπόθεση Γεωργίου v. Βωνιάτη
(1978)2 JSC 239 ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κος Αρτεμίδης, Επαρχιακός Δικαστής όπως ήταν τότε, το έθεσε ως εξής: «Το αντικείμενο της διένεξης πρέπει να είναι το ίδιο και στις δύο δίκες, και πρέπει να ήταν επίδικο μπροστά σε ένα Δικαστήριο που είχε αρμοδιότητα να το κρίνει και το αποτέλεσμα ήταν τελεσίδικο ώστε να δεσμεύει όλα τα Δικαστήρια.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, η οποία επαναβεβαιώθηκε και υιοθετήθηκε από μεταγενέστερες αποφάσεις λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 677: «... δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. Natwest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί ....». Στην υπόθεση K.S.R. Commercio E Emdustria de Papel S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309, τονίσθηκε η σημασία της αρχής και τέθησαν τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται. Σ' αυτήν ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. ΄Ετσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Βλέπε και Χριστοφή (Παπέττας) v. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703, Κλεόπα v. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58 και Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120. Στην υπόθεση Avgousta Κ. Theori a.a. v. Maroulla A. Djoni a.a.
(1984)1 CLR 296, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού υιοθέτησε την υπόθεση Henderson v. Henderson (1843-1860) 1 All ER 378 θεώρησε ότι η αρχή του δεδικασμένου δεν τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε θέματα που εξετάσθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά εκτείνεται και σε θέματα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην πρώτη διαδικασία αν οι διάδικοι ασκούσαν δέουσα επιμέλεια. Η αρχή του δεδικασμένου στοχεύει να προστατεύσει ένα διάδικο από την ανάγκη να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές (βλ. Odger's on Pleadings and Practice, 22η Έκδοση, σελ. 188, και δημιουργήθηκε από την ανάγκη της τελεσιδικίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση καθίσταται ξεκάθαρο από τους ισχυρισμούς και τις θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση, οι οποίοι προβάλλονται μέσα από την ένορκη δήλωση και τα επισυναπτόμενα με αυτήν Τεκμήρια, οι οποίοι ισχυρισμοί δεν αντικρούστηκαν, ότι:
(1)Εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή υπ' αριθμό 1592/08 Ε.Δ. Πάφου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αφού δεν ασκήθηκε έφεση και δεν ακυρώθηκε ή παραμερίστηκε.
(2)Υπάρχει ταύτιση διαδίκων αφού στην πιο πάνω αγωγή Ενάγουσα ήταν η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα αγωγή και Εναγόμενη 1 η Αιτήτρια στην παρούσα αγωγή και Εναγόμενος 2 ο Ενάγοντας 2 στην παρούσα αγωγή.
(3)Υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων υπό την έννοια ότι η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα αγωγή ήταν Ενάγουσα στην ως άνω αγωγή αξιώνοντας συγκεκριμένα ποσά και την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου που ορίστηκε ο πλειστηριασμός του στις 23/06/2016 και επιδιώκεται η απαγόρευση ή αναστολή του πλειστηριασμού, και η Αιτήτρια στην παρούσα αγωγή ήταν Εναγόμενη 1 στην ως άνω αγωγή, η οποία με την παρούσα αγωγή επιζητεί, ουσιαστικά, ακύρωση της απόφασης ή τουλάχιστον μέρους αυτής σε εκείνη την αγωγή, δηλαδή την αγωγή υπ' αριθμό 1592/08 Ε.Δ. Πάφου.
(4)Υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων της αγωγής υπ' αριθμό 1592/08 Ε.Δ. Πάφου και της παρούσας αγωγής, αφού η αξίωση της Αιτήτριας στην παρούσα αγωγή, που συνίσταται σε ποσό €40.000 ως παράνομων τόκων ή χρεώσεων, αποφασίστηκε ήδη στην αγωγή υπ' αριθμό 1592/08 Ε.Δ. Πάφου, με βάση τις συμφωνίες που ζητείται η ακύρωσή τους με την παρούσα αγωγή, η οποία ακύρωση θα μπορούσε να ζητηθεί στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1592/08 Ε.Δ.Πάφου και όσον αφορά τις άλλες αξιώσεις της θα μπορούσε να τις προβάλει στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1592/08 Ε.Δ. Πάφου.
(5)Το Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση στην αγωγή υπ' αριθμό 1592/08 Ε.Δ. Πάφου, είχε δικαιοδοσία να εκδώσει την απόφαση, αφού δεν προβλήθηκε οιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός και, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, εκδόθηκε από Δικαστήριο που είχε δικαιοδοσία να την εκδώσει. Επομένως ισχύει το κώλυμα λόγω δεδικασμένου στην περίπτωση αυτή και η αγωγή δεν θα μπορούσε να προχωρήσει. Όσον αφορά τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6, όπως καταγράφονται ανωτέρω, θα έλεγα ότι, η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου (βλ. In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246). Το κατά πόσο ένα δικόγραφο αποκαλύπτει ή όχι εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή εύλογη αιτία αγωγής αποφασίζεται αποκλειστικά από το περιεχόμενο του δικογράφου χωρίς να είναι επιτρεπτή η προσαγωγή οιασδήποτε άλλης μαρτυρίας (βλ. Έρμος Χατζηκυριάκος ν. Διομήδη Κυθραιώτη
(1992)1 ΑΑΔ 1119, 1121). Όπου η διάγνωση απαιτεί ενδελεχή μελέτη και σε βάθος εξέταση και σκέψη ή χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία δεν τυγχάνει εφαρμογής (βλ. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1 AAΔ 990). Καταδεικνύεται, στο βαθμό που τώρα εξετάζεται, ότι αυτές δεν πληρούνται αφού, με όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, ισχύει το κώλυμα του δεδικασμένου. Επίσης, από την άλλη, πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, εξετάζοντας τη βάση της αγωγής, καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εξέταση, αφού, με βάση τις έγγραφες προτάσεις της Έκθεσης Απαίτησης και τα στοιχεία που αναφέρονται σε αυτές, εκτός του γεγονότος, σε σχέση με την αξίωση (Α), ότι δεν εφαρμόζεται ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμος 93(Ι)/1996, γιατί η Αιτήτρια δεν είναι καταναλωτής στην έννοια του Νόμου, αφού είναι νομικό και όχι φυσικό πρόσωπο, οι ισχυρισμοί που εμπεριέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, σε σχέση με την αξίωση (Γ), δεν έχουν καμία σχέση με την Καθ΄ ης η Αίτηση και σε ότι αφορά τις αξιώσεις (Β) και (Δ) οι ισχυρισμοί στην Έκθεση Απαίτησης είναι γενικοί και αόριστοι, αφού δεν κάνουν αναφορά σε παραβίαση συγκεκριμένων όρων των μεταξύ τους συμβάσεων. Άρα δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αφού δεν παρέχονται στοιχεία και λεπτομέρειες, είτε με την Έκθεση Απαίτησης είτε με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, που να καταδεικνύουν τούτο, ούτε, πολύ περισσότερο, στοιχεία που να καταδεικνύουν ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Επομένως οι δύο πρώτες προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Παρόλα αυτά προχωρώ και στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης, που αναλύθηκε στις αποφάσεις που καταγράφονται ανωτέρω. Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται ότι: (α) η Αιτήτρια διεκδικεί συγκεκριμένα ποσά, αξιώσεις (Β) και (Δ), άρα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η περίπτωση εκείνη που δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός, (β) δεν αναγράφεται οτιδήποτε που να καταδεικνύεται αφερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση και (γ) ότι αν εκδοθεί απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση δεν θα καταστεί δυνατή η ικανοποίησή της. Όσον αφορά την αξίωση (Α), για ακύρωση των ρητρών στα συμβόλαια που προβλέπουν τη μονομερή, εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, αύξηση των επιτοκίων ή άλλων χρεώσεων, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Αιτήτριας, ως καταχρηστικές ρήτρες, ως αναφέρεται πιο πάνω, η σχετική πρόνοια ισχύει μόνο για καταναλωτή στην έννοια του οποίου εντάσσεται μόνο το φυσικό πρόσωπο, σύμφωνα με το Ν.93(Ι)/1996. Ότι αυτές είναι τιμωρητικές και/ή παράνομες δεν γίνεται καμιά αναφορά σε στοιχεία που να καταδεικνύουν κάτι τέτοιο, που εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα αποδειχθούν ως τέτοιες, είναι για συγκεκριμένα ποσά και άρα υπολογίσιμες σε χρήμα. Τέλος, όσον αφορά την αξίωση (Γ), αν και, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, αυτή δεν σχετίζεται καθόλου με την Καθ' ης η Αίτηση, έστω αν υποθέταμε ότι θα μπορούσε να επιτύχει και πάλι η ζημιά είναι υπολογίσιμη σε χρήμα. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Ενόψει της μη πλήρωσης των τριών προϋποθέσεων δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να καταπιαστεί με το εύλογο και δίκαιο, αφού τούτο εξετάζεται, μόνο, όταν πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να αναφέρω και να εξηγήσω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων και ως εκ τούτου η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η αίτηση ημερομηνίας 27/05/2016 απορρίπτεται, με €1.200 έξοδα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, εναντίον της Αιτήτριας-Ενάγουσας 1 και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση-Εναγομένης, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.