Παρασκευά Ποντίκη ν. Μαρίας Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής: 1271/15, 18/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A253 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1271/15 Μεταξύ: Παρασκευά Ποντίκη Ενάγοντας και Μαρίας Νεοφύτου Εναγόμενη ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/01/2016 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/04/2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη: κα Ττίκκου Για Καθ' ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κα Χαραλαμπίδου ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη-Αιτήτρια (στο εξής «Αιτήτρια») εξαιτείται των ακόλουθων διαταγμάτων: «(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου η ως άνω αγωγή παραμεριστεί και/ή απορριφθεί και/ή ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί και/ή κάθε διαδικασία σ' αυτήν ανασταλεί λόγω του ότι αυτή είναι καταχρηστική και/ή διότι ο Ενάγοντας εμποδίζεται στην προώθηση της και/ή λόγω του ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της και/ή επειδή το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να την εκδικάσει αφού αφορά σε επίλυση περιουσιακών διαφορών που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου . (Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου η ως άνω αγωγή παραμεριστεί και/ή απορριφθεί και/ή ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί και/ή κάθε διαδικασία σ' αυτήν ανασταλεί λόγω του δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε εύλογη και /ή καλή βάση αγωγής και/ή είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική (frivolous and vexatious) και /ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία ήθελε διατάξει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. (Δ) Τα έξοδα της παρούσας Αιτήσεως , πλέον έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ». Η αίτηση εδράζεται στη Δ.2 θ.4 και 5, Δ.9, Δ.16 θ.9, Δ.19 θ.26, Δ.27 θ.2 και 3, Δ.48 θ.1-9, Δ.39 θ.2, Δ.64 Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, στη νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων και στη γενική πρακτική και σύμφυτο εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα: «Η κάτωθι υπογεγραμμένη Μαρία Νεοφύτου από την Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:-
- Είμαι η Εναγόμενη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τα γεγονότα της οποίας γνωρίζω πολύ καλά και προσωπικά, όσα δε αναφέρω στην παρούσα μου Ένορκο Δήλωση είναι ορθά και αληθινά. Όσα από αυτά προέρχονται από πληροφορίες που έλαβα από τρίτα πρόσωπα την πηγή των οποίων αποκαλύπτω είναι από όσα καλά πιστεύω ορθά και αληθινά. Για τα νομικά θέματα στα οποία αναφέρομαι έλαβα πληροφορίες και συμβουλές από τους Δικηγόρους μου.
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου αποκλειστική δικαιοδοσία για την εξέταση περιουσιακών διαφορών όπως η παρούσα έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο αφού η διαφορά αφορά σε περιουσιακές σχέσεις, ανεξάρτητα από το ποία είναι η βάση της αγωγής που αφορά το οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο.
- Ως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου η αγωγή εγείρεται από τον Ενάγοντα με τον ισχυρισμό ότι «συμφωνήσαμε» προφορικά όπως επιλύσουμε τις περιουσιακές μας διαφορές.
- Ουδεμία μαρτυρία προσκομίζει και κανένα ισχυρισμό θέτει ο Ενάγοντας για την ύπαρξη οποιασδήποτε έγγραφης σύμβασης μεταξύ μας δια της οποίας να φαίνεται ότι έχουν επιλυθεί οι διαφορές μας υπό την μορφή σύμβασης. Είναι δηλαδή παραδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές ότι ουδέποτε υπογράφηκε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία επίλυσης περιουσιακών διαφορών.
- Η αγωγή του Ενάγοντα είναι επιπόλαια και ενοχλητική και στηρίζεται επί αορίστων ισχυρισμών περί προφορικής «συμφωνίας» των διαδίκων.
- Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ,και δεδομένου ότι η αγωγή αφορά σε επίλυση περιουσιακών διαφορών και δεδομένων των αιτούμενων θεραπειών ως αυτές αναγράφονται στο κλητήριο, πιστεύω ότι εμφαίνεται η απουσία οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος από τον Ενάγοντα και η έλλειψη καλής βάσης αγωγής, το επιπόλαιο και ενοχλητικό της καταχώρησης της ύλης υπόθεσης και πιστεύω ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή.
- Συμπερασματικά αιτούμαι όπως η αίτηση εγκριθεί με έξοδα.» Ακολούθησε ένσταση εκ μέρους του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση (στο εξής «Καθ' ου η Αίτηση»), η οποία εδράζεται στη Δ.16 θ.9 Δ.48 θ.1, 2 και 4, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 άρθρο 10
(1), στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 άρθρα 2 και 21, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
- Η αίτηση της αιτήτριας καταχωρήθηκε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση δηλαδή 9 μήνες μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της Εναγόμενης κατά παράβαση των προνοιών της Νομοθεσίας και/ή της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
- Στην υπό εκδίκαση αίτηση δεν γίνεται αναφορά σε καμία εξειδικευμένη διάταξη του Νόμου ή διαταγή όπου να στηρίζονται τα αιτήματα της αιτήτριας και/ή η υπό κρίση αίτηση δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση αφού οι κανονισμοί και οι νόμοι που αναφέρονται στην νομική βάση της αίτησης είναι άσχετοι και δεν στηρίζουν τα αιτήματα της αιτήτριας.
- Δεν συντρέχουν οι νομικές και οι πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει σχετικά με τα θέματα που εγείρονται από την Εναγόμενη στην αίτηση της ημερ. 12.1.16 στα πλαίσια της αίτησης του Ενάγοντος ημερ. 19.3.15 με την οποία αιτήθηκε από το Σεβαστό Δικαστήριο την έκδοση προσωρινού διατάγματος, που να εμποδίζει την Εναγόμενη από του να πωλήσει, υποθηκεύσει ή καθ'οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει το 1/10 μερίδιο επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/1058 Φ/Σχ.21/53, Ε1,τμήμα 2, τεμάχιο 598, στο Δήμο 'Εγκωμης. Το Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση του Ενάγοντος στις 26.6.15 και εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα, αφού στην απόφαση του απέρριψε όλους τους λόγους ένστασης που προέβαλε η Εναγόμενη. Μεταξύ άλλων η Εναγόμενη είχε προβάλει ως λόγους ένστασης ότι ο Ενάγων δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του γιατί η αγωγή του είναι καταχρηστική, επιπόλαια και ενοχλητική, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να επιλυφθεί της αγωγής και κατά συνέπεια της αίτησης του Ενάγοντος ημερ.19.3.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά με την απαίτηση του Ενάγοντος εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €150.000,00 το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο δυνάμει της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που έγινε κατά /ή περί τον Σεπτέμβριο του 2010 αμέσως μετά την διάσταση στις σχέσεις τους δυνάμει της οποίας οι διάδικοι επίλυσαν όλες τις περιουσιακές τους διαφορές και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου και/ή παράνομου πλουτισμού. Η Εναγόμενη κατά παράβαση των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων αρνείται και/ή παραλείπει να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των €150.000,
- Οι περιουσιακές σχέσεις των διαδίκων στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ρυθμίστηκαν με προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και οι περιουσιακές διαφορές που άλλοτε ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκαν με συμφωνία η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
- Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη καταχρηστικά με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και την παρεμπόδιση απονομής της δικαιοσύνης.
- Η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί.» Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Παρασκευάς Ποντικής από τη Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι ο Ενάγων εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και καθ'ου η αίτηση στην αίτηση ημερ. 12.1.16 που καταχώρησε η Εναγόμενη και γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Όσον αφορά νομικά θέματα έχω πάρει νομική συμβουλή από τους Δικηγόρους μου κ.κ. Χαραλαμπίδου & Τσιαννή Δ.Ε.Π.Ε.
- Έχω διαβάσει την αίτηση της αιτήτριας ημερομηνίας 12.1.16 και την ένορκη δήλωση της, ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει αυτήν και απορρίπτω το περιεχόμενο τους.
- Ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους Δικηγόρους μου κ.κ. Χαραλαμπίδου & Τσιαννή Δ.Ε.Π.Ε. ισχυρίζομαι και λέγω τα ακόλουθα.
- Η αίτηση της αιτήτριας καταχωρήθηκε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση δηλαδή 9 μήνες μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, κατά παράβαση των προνοιών της Νομοθεσίας και της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
- Στην υπό εκδίκαση αίτηση δεν γίνεται αναφορά σε καμία εξειδικευμένη διάταξη του Νόμου ή διαταγή όπου να στηρίζονται τα αιτήματα της αιτήτριας. Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση αφού οι κανονισμοί και οι νόμοι που αναφέρονται στην νομική βάση της αίτησης είναι άσχετοι και δεν στηρίζουν τα αιτήματα της αιτήτριας.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά με την απαίτηση μου εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €150.000,00 το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο που η Εναγομένη οφείλει να μου πληρώσει από το ποσό των €550.000,00 που ανέλαβε να μου πληρώσει, δυνάμει της συμφωνίας μεταξύ εμένα και της Εναγομένης που έγινε κατά /ή περί τον Σεπτέμβριο του 2010 ως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, αμέσως μετά την διάσταση στις σχέσεις μας δυνάμει της οποίας επιλύθηκαν όλες οι περιουσιακές μας διαφορές και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου και/ή παράνομου πλουτισμού. Η Εναγόμενη κατά παράβαση των συμφωνηθέντων μεταξύ μας αρνείται και παραλείπει να μου πληρώσει το υπόλοιπο ποσό των €150.000,
- Περαιτέρω εξ' όσων με έχουν πληροφορήσει οι Δικηγόροι μου το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει σχετικά με τα θέματα που εγείρονται από την Εναγόμενη στην αίτηση της ημερ.12.1.16 στα πλαίσια της αίτησης μου ημερ. 19.3.15 με την οποία ζήτησα από το Δικαστήριο, την έκδοση προσωρινού διατάγματος, που να εμποδίζει την Εναγόμενη από του να πωλήσει, υποθηκεύσει ή καθ'οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει το 1/10 μερίδιο επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/1058 Φ/Σχ.21/53, Ε1,τμήμα 2, τεμάχιο 598, στο Δήμο 'Εγκωμης. Το Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση μου στις 26.6.15 και εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα, αφού στην απόφαση του απέρριψε όλους τους λόγους ένστασης που προέβαλε η Εναγόμενη. Μεταξύ άλλων η Εναγόμενη είχε προβάλει ως λόγους ένστασης ότι δεν έχω πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή μου γιατί είναι καταχρηστική, επιπόλαιη και ενοχλητική, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να επιλυφθεί της αγωγής και κατά συνέπεια της αίτησης μου ημερ.19.3.
- Επιπρόσθετα η Εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση στις 9.2.
- Είναι η θέση μου ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη καταχρηστικά με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και την παρεμπόδιση απονομής της δικαιοσύνης.
- Περαιτέρω είναι η θέση μου ότι δεν συντρέχουν οι νομικές και οι πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Εν' όψει των πιο πάνω αιτούμαι την απόρριψη της υπό εκδίκασης αίτησης με έξοδα εναντίον της αιτήτριας.
- Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω όλα τα πιο πάνω είναι ορθά και αληθή.» Στην αγόρευσή της, η δικηγόρος της Αιτήτριας, αφού αναφέρεται τι ζητείται με την αίτηση και τη σχέση των διαδίκων, στη συνέχεια αναφέρεται ότι με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, ενώ, ουσιαστικά, έμφαση δίδει στο θέμα της δικαιοδοσίας κάνοντας σχετική αναφορά στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο 23/1990 και δη στο άρθρο 11, όπως τροποποιήθηκε, με επίκληση σχετικής νομολογίας και δη της υπόθεσης Παναγιώτη Χαραλάμπους Λογγίνου ν. Θέκλας Λογγίνου κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1347, αλλά κυρίως την υπόθεση Σοφία Κοζάκη ν. Γεώργιου Κοζάκη
(2003)1 ΑΑΔ 1047 και την Ανδρέας Μασούρας ν. Χρυσταλλένης Παπαμάρκου
(2005)1 ΑΑΔ 385, στις οποίες εξετάστηκε το θέμα της δικαιοδοσίας, υπό το φως γραπτής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, όπου κρίθηκε ότι δικαιοδοσία είχε το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η κυρία Ττίκκου διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση από αυτές τις δύο στο γεγονός ότι δεν υπάρχει γραπτή σύμβαση αλλά προφορική σύμβαση, κατά τον ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση, και ως εκ τούτου, αφού δεν πρόκειται για γραπτή σύμβαση, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι δύο αναφερθείσες υποθέσεις. Από την άλλη, η δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση, στη γραπτή αγόρευσή της, αφού αναφέρεται στην αξίωση του Καθ' ου η Αίτηση για το ποσό των €150.000, που αφορά υπόλοιπο προφορικής συμφωνίας επίλυσης περιουσιακών διαφορών που έγινε μεταξύ των διαδίκων κατά ή περί το Σεπτέμβριο του 2010 και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού, στη συνέχεια αναφέρεται στο τι επιζητείται με την αίτηση, για να θέσει τη δική της αντίληψη περί της αίτησης για ακύρωση ή παραμερισμό της αγωγής με βάση τη Δ.27 θ.2 και 3. Αφού γίνεται επίκληση σχετικής νομολογίας, εισηγείται ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει τούτο στην υπό κρίση περίπτωση. Προβάλλει, επίσης, αυτό που αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση, ότι τα εγειρόμενα θέματα και δη αυτό της δικαιοδοσίας ηγέρθηκαν στα πλαίσια της αίτησης του Καθ' ου η Αίτηση ημερομηνίας 19/03/15 και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αίτηση. Με βάση δε την προφορική συμφωνία που επικαλείται ο Καθ' ου η αίτηση αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Οικογενειακό, το οποίο επιλαμβάνεται των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση υποκαταστάθηκαν από την προφορική συμφωνία που έχει αναφερθεί προηγουμένως. Η υπό κρίση αίτηση, συνεχίζει, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και υποβλήθηκε με σκοπό την παρεμπόδιση της απονομής της δικαιοσύνης και/ή την καθυστέρησή της. Τέλος εισηγείται ότι δεν διαφάνηκε σε καμία περίπτωση ότι η αγωγή είναι ενοχλητική, επιπόλαια και/ή ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Έχοντας κατά νου τους λόγους ένστασης, μεταξύ των οποίων είναι ότι η αίτηση είναι νόμω κι ουσία αβάσιμη, το Δικαστήριο, επικεντρώνοντας την προσοχή του στη νομική βάση που στηρίζεται η αίτηση, διαπιστώνει ότι η μόνη σχετική διαταγή είναι η Δ.27 θ.3, και αυτή σε σχέση με το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα. Από την άλλη δεν γίνεται καμιά αναφορά ή επίκληση είτε στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο 23/1990, είτε στον Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο 232/1991, πλην όμως, ούτως ή άλλως, τίθεται θέμα καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, το πρώτο θέμα που θα πρέπει να αποφασίσει, το οποίο, έστω και στην απουσία νομικής βάσης στην αίτηση, μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και επιλαμβάνεται αυτεπάγγελτα, αφού δεν συμφωνώ με τη δικηγόρο του Καθ' ου η Αίτηση, ότι το θέμα της δικαιοδοσίας εξετάσθηκε και επιλύθηκε από το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση στην ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 26/06/2015, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, επειδή δεν γίνεται καμιά αναφορά στο θέμα της δικαιοδοσίας. Το σχετικό άρθρο του Νόμου 23/1990, σε σχέση με τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων είναι το άρθρο 11
(2)(ε) το οποίο έχει ως ακολούθως: «(ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία: Νοείται ότι στην περίπτωση που υπάρχει περιουσία, σύμφωνα με την έννοια που αποδίδεται σε αυτήν από το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, τότε δεν απαιτείται οιαδήποτε διαμονή στην Κύπρο των διαδίκων ή ενός από αυτούς.» Στο άρθρο 2 του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου 232/1991, αναφέρεται ότι: «"περιουσία" σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.» Το άρθρο 14
(1)έχει ως ακολούθως: «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Το άρθρο 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 διαλαμβάνει: «Πoλιτική δικαιoδoσία Επαρχιακώv Δικαστηρίωv 22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, τωv διατάξεωv τωv επόμεvωv εδαφίωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ και τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22Β και τηρoυμέvωv τωv γεvικώv ή ειδικώv oδηγιώv πoυ εκδίδovται από τo Αvώτατo Δικαστήριo, Επαρχιακό Δικαστήριo συvιστάμεvo από Πρόεδρo Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ έχει δικαιoδoσία vα ακoύει και vα απoφασίζει πρωτόδικα για κάθε αγωγή.
(2)Εξαιρoυμέvης διαφoράς η oπoία εμπίπτει στη δικαιoδoσία oικoγεvειακoύ δικαστηρίoυ δυvάμει τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv Νόμoυ και τoυ περί Οικoγεvειακώv Δικαστηρίωv (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμoυ, o Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και απoφασίζει για oπoιαδήπoτε άλλη γαμική διαφoρά η oπoία εμπίπτει στηv τoπική τoυ δικαιoδoσία.
(3)Έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και vα απoφασίζει για- (α) Οπoιαδήπoτε αγωγή στηv oπoία τo αμφισβητoύμεvo πoσό ή η αξία της επίδικης διαφoράς δεv υπερβαίvει πρoκειμέvoυ περί Αvώτερoυ Επαρχιακoύ Δικαστή τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000,00) και πρoκειμέvoυ περί Επαρχιακoύ Δικαστή τις εκατόν χιλιάδες ευρώ (€100.000,00). (β) Οπoιαδήπoτε αγωγή για τηv αvάληψη κατoχής oπoιασδήπoτε ακίvητης ιδιoκτησίας, ή oπoιαδήπoτε αγωγή βασιζόμεvη σε αδικoπραξία πoυ διαπράχθηκε σε σχέση με ακίvητη ιδιoκτησία στηv oπoία η αξιoύμεvη θεραπεία περιλαμβάvει έκδoση απαγoρευτικoύ διατάγματoς και στηv oπoία δεv αμφισβητείται o τίτλoς της ακίvητης ιδιoκτησίας, χωρίς vα λαμβάvεται υπόψη ότι λόγω της αξίας της επίδικης ακίvητης ιδιoκτησίας, η αγωγή δε θα ήταv της αρμoδιότητας Αvώτερoυ Επαρχιακoύ Δικαστή ή Επαρχιακoύ Δικαστή, σύμφωvα με τις πρόvoιες της παραγράφoυ (α) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ: Νoείται ότι κάθε Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και vα απoφασίζει για oπoιαδήπoτε υπόθεση σε σχέση με δυστυχήματα και σε σχέση με απoζημίωση για αvαγκαστική απαλλoτρίωση ή επίταξη ακίvητης ιδιoκτησίας, αvεξάρτητα από τo πoσό της επίδικης διαφoράς. Νοείται περαιτέρω ότι κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής και κάθε Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούει και να αποφασίζει για οποιαδήποτε υπόθεση σε σχέση με τα αξιόγραφα πιστωτικών ιδρυμάτων που αποκτήθηκαν τη χρονική περίοδο μεταξύ 2008 μέχρι και το Μάρτιο του 2013, ανεξάρτητα από το ποσό της επίδικης διαφοράς.
(4)Παρά τας διατάξεις oιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ και παρά τo ότι τo υπό αμφισβήτησιv πoσόv ή η αξία της επιδίκoυ διαφoράς υπερβαίvει τηv αvατιθεμέvηv εις αυτόv δικαιoδoσίαv, Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής θα έχη εξoυσία- (α) vα εκδίδη απόφασιv εις oιαvδήπoτε αγωγήv εv τη oπoία- (αα) o εvαγόμεvoς παραλείπει vα καταχωρίση εμφάvισιv εvτός της πρoθεσμίας διά τηv τoιαύτηv εμφάvισιv, ή (ββ) εκάτερoς τωv διαδίκωv παραλείπει vα εμφαvισθή κατά τηv ακρόασιv της αγωγής, ή (γγ) εκάτερoς τωv διαδίκωv παραλείπει vα παραδώση oιασδήπoτε εγγράφoυς πρoτάσεις εvτός της πρoθεσμίας της πρoβλεπoμέvης υπό τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τoυ αφoρώvτoς εις τηv κατά καιρόv ισχύoυσαv πoλιτικήv δικovoμίαv, ή (δδ) έχει καταχωρισθή αίτησις διά συvoπτικήv απόφασιv δυvάμει τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τoυ αφoρώvτoς εις τηv κατά καιρόv ισχύoυσαv πoλιτικήv δικovoμίαv, ή (εε) η απαίτησις oιoυδήπoτε διαδίκoυ είvαι παραδεκτή εv όλω ή όταv είvαι παραδεκτή εv μέρει, ως πρoς τo παραδεκτόv μέρoς (β) vα εκδίδη oιovδήπoτε διάταγμα εv oιαδήπoτε αγωγή, μη διαγιγvώσκov τηv oυσίαv της αγωγής.
(5)Τηρoυμέvoυ τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τo αμφισβητoύμεvov πoσόv ή η αξία της επιδίκoυ διαφoράς, ως αvωτέρω αvαφέρεται, θα είvαι τo πoσόv ή η αξία η πραγματικώς εv αμφισβητήσει μεταξύ τωv διαδίκωv ως απoκαλύπτεται αύτη εις τας εγγράφoυς πρoτάσεις, ή είvαι παραδεκτή υπό τωv διαδίκωv καθ' oιαvδήπoτε στάσιv της διαδικασίας, ή επί αιτήσει έχει απoφασισθή υπό τoυ δικαστηρίoυ, παρά τo ότι τo αξιoύμεvov πoσόv ή η εv τη αγωγή πρoβαλλoμέvη αξία της επιδίκoυ διαφoράς υπερβαίvει τo πoσόv τoύτo ή τηv αξίαv ταύτηv: Νοείται ότι στον καθορισμό του ποσού που αμφισβητείται ή στην αξία της επίδικης διαφοράς δε λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε ποσό τόκου που είναι πληρωτέο επί του αμφισβητούμενου ποσού ή της αξίας της διαφοράς.
(6)Κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούσει και να αποφασίζει για οποιαδήποτε αίτηση σε σχέση με εκτέλεση επί ακινήτων δυνάμει του Μέρους V του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ανεξάρτητα από την αξία του ακινήτου.» Στην υπόθεση Ανδρέας Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240, 245, λέχθηκε ότι: «Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας. (Βλ. Kyriakos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88).» Στην υπόθεση Νίνος Δημητρίου ν. Τζηζέλας Δημητρίου
(1991)1 ΑΑΔ 1153, 1161, ειπώθηκαν τα εξής: «Η δικαιοδοσία είναι θέμα δημόσιας τάξης και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα δικαιούται και έχει καθήκο να εγείρει το θέμα και να αποφασίσει, γιατί απόφαση Δικαστηρίου που στερείται δικαιοδοσίας είναι άκυρη - (Central Co-Οperative Bank v. CY.E.Μ.S.
(1984)1 C.L.R. 435).» Στην υπόθεση Philippos Philippou v. Maria Philippou a.o.
(1986)1 CLR 689, 698, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The jurisdiction of the inferior Courts in this country must be traced in the statute establishing them. Trial and decision by an inferior Court on a matter on which it has no jurisdiction is a nullity. The question of jurisdiction is one for the Court, and it is our plain duty to decide whether there has been an absence of jurisdiction if satisfied that it is so. It is always the duty of the Court to take notice of appoint which goes to the jurisdiction of the Court of trial - (R. v. Dennis, (1924 1 K.B. 867). Simpson and Another v. Crowle & Others
(1921)3 K.B. 243. Βλέπε επίσης Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέα Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447 και Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168.» Στην υπόθεση "SEVEGEP" Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 729, λέχθηκε ότι: «Το ερώτημα απαντάται στην πρωτόδικη απόφαση όπου γίνεται η διαπίστωση ότι δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται κώλυμα στη διερεύνηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Υποδεικνύεται ότι η αρχή αυτή υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R.
- Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως. .....» Στο Μέρος Χ του Συντάγματος, και υπό τον τίτλο Περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των υπό τούτου Τεταγμένων Δικαστηρίων, αναφέρεται στο Άρθρο 152, εδάφιο 1, ότι: «
- H δικαστική εξουσία, εξαιρουμένης της ασκουμένης κατά το έννατον μέρος υπό του Aνωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και κατά την δευτέραν παράγραφον του παρόντος άρθρου υπό των δικαστηρίων των προβλεπομένων υπό κοινοτικού νόμου, ασκείται υπό Aνωτάτου Δικαστηρίου και υπό κατωτέρων δικαστηρίων, τα οποία θα ιδρυθώσι δια νόμου, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα Δικαστήρια με την έννοια που αποδίδεται από το ως άνω Άρθρο 152 του Συντάγματος και η δικαιοδοσία τους κατά τόπον ή καθ' ύλην και αρμοδιότητά τους καθορίζονται από το Νόμο 14/1960 (βλ. Poly E. Efthymiadou v. Georghios Zoudros a.o.
(1986)1 CLR 341, Annita Glafcou Michaelidou v. Solon Gregoriou a.o.
(1988)1 CLR 88 και Ανδρέας Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Όσον αφορά το θέμα της δικαιοδοσίας, στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 225, 229, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως.» Στην υπόθεση Safarino Shoes Industry & Trading Company Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059, 1063, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία [βλ. μεταξύ άλλων, Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, και Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134]. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "SEVEGEP" Limited v. United Sea Transport Limited and Another
(1989)1 Α.Α.Δ. (G) 729.» Στην υπόθεση Μιχαήλ Μουρτζινος ν. Global Cruises SA
(1992)1 ΑΑΔ 1160, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. Επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Le Bois Hotel Management Ltd v. Καλλιόπης Μπάντσιου
(1994)1 ΑΑΔ 634. Όμως, άμεσα σχετικές επί του θέματος της δικαιοδοσίας αποτελούν οι ακόλουθες αποφάσεις. Η πρώτη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι η Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ν. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.ά.
(2011)1 ΑΑΔ 1015, στην οποία έγινε επισκόπηση της προηγούμενης νομολογίας με σκοπό το θέμα της δικαιοδοσίας. Ακολούθησε η υπόθεση Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου, ECLI:CY:AD:2014:A764, Πολιτική Έφεση 325/09, ημερομηνίας 10/10/2014, στην οποία τα γεγονότα μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Το ζεύγος είχε αρχίσει ανέγερση κατοικίας και διέμεναν μέχρι τη διάσταση στην οικία των γονέων της συζύγου. Μεσολάβησαν όμως τα γεγονότα της διάστασης και έτσι η κατοικία παρέμεινε ημιτελής. Κατά τον εφεσείοντα είχε συμβάλει στο ποσό των £5.000 καθώς και σε εργασία, αφού ήταν οικοδόμος, στο ποσό των £25.
- Με τις διάφορες αναπροσαρμογές της αξίας της κατοικίας αξίωσε το ποσό των £75.
- Στην Έκθεση Υπεράσπισης η διαφορά τέθηκε υπό τη θεώρηση ότι το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση προβάλλοντας επίσης και το λόγο ότι είχε παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 15 του Ν.232/
- Ως προς τα γεγονότα η Εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι το οικόπεδο είχε αγοραστεί από την ίδια και αφού κίνησε τη διαδικασία της αγωγής και εκδόθηκε σε αυτήν διάταγμα μεταβίβασης του οικοπέδου στο όνομά της, ο Εφεσείοντας γνωρίζοντας την ύπαρξη αυτής της αγωγής και ότι εμποδιζόταν να προχωρήσει με αξίωση εγγραφής του ημίσεως μεριδίου επ' ονόματί του, κίνησε αγωγή με την αναφερθείσα πιο πάνω αξίωση. Στην απάντησή του ο Εφεσείοντας αρκέστηκε στην απόρριψη του ισχυρισμού και ενέμεινε στη θέση του ότι η αγωγή αφορούσε συγκεκριμένες αξιώσεις με αποτέλεσμα να αποκτά δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο, εφόσον δεν επρόκειτο για αγωγή για περιουσιακές διαφορές. Αφού γίνεται αναφορά στην υπόθεση Παναγιώτη Χαραλάμπους Λογγίνου ν. Θέκλας Λογγίνου κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1347 και στο ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθορίζεται όχι από τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου αλλά κατά πόσο η περιουσία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, η σημασία της θέσης αυτής, ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο, στα υπό την κρίση του γεγονότα, έγκειτο στο ότι το ακίνητο περιήλθε στην ιδιοκτησία της εφεσίβλητης μετά τη λύση του γάμου, εφόσον προηγουμένως η περιουσία ευρισκόταν καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου ακόμη εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Εκκλησιαστικής Επιτροπής, με το ζήτημα της κυριότητας να τελούσε υπό αμφισβήτηση. Αφού επιδοκίμασε τη θέση του Δικαστηρίου να αντιμετωπίσει πρώτα το θέμα της δικαιοδοσίας και έκανε αναφορά στον τρόπο αντιμετώπισης και στη νομολογία που το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε, κατέληξε, με αναφορά και στην υπόθεση Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ν. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.ά. (ανωτέρω), στην απόρριψη της έφεσης, που στρέφετο εναντίον της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου που έκρινε ότι η διαφορά ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου και όχι του Επαρχιακού, με έξοδα εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης. Αντίθετη κατάληξη είχε η υπόθεση Natalia Tsiklauri v. Artur Isakov κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε8/2014, ημερομηνίας 25/01/2016, όπου η έφεση πέτυχε και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε, βρίσκοντας το Ανώτατο Δικαστήριο ότι αρμόδιο ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Οικογενειακό, αφού διαπιστώθηκε ότι η αξίωση, όπως τίθετο στην Έκθεση Απαίτησης, επιδίωκε την επιστροφή περιουσίας η οποία κατ' ισχυρισμό της ανήκε αποκλειστικά και την οποία ο πρώην σύζυγος της οικειοποιήθηκε κατά τον τρόπο που είχε αναφερθεί στην απόφαση. Περαιτέρω διαφωτιστική είναι η υπόθεση Σοφία Κοζάκη ν. Γεώργιου Κοζάκη
(2003)1 ΑΑΔ 1047, όπου λέχθηκε ότι: «Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο.» Επίσης διαφωτιστική είναι η υπόθεση Ανδρέας Μασούρας ν. Χρυσταλλένης Παπαμάρκου
(2005)1 ΑΑΔ 385, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Είναι προφανές ότι η οικογενειακή διαφορά των διαδίκων, αναφορικά με την προαναφερόμενη κατοικία τους, είχε διευθετηθεί με την προαναφερόμενη ισχυριζόμενη συμφωνία και ότι η αξίωση της εφεσίβλητης βασίζεται εξολοκλήρου στην προαναφερόμενη συμφωνία και συγκεκριμένα σε ισχυριζόμενη αθέτηση της προαναφερόμενης συμφωνίας από τον εφεσείοντα. Άρα πρόκειται καθαρά για συμβατική και όχι οικογενειακή διαφορά, για την οποία δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Η έμφαση που αποδίδει η δικηγόρος της Αιτήτριας στη γραπτή σύμβαση που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, στις υποθέσεις Σοφία Κοζάκη ν. Γεώργιου Κοζάκη και Ανδρέας Μασούρας ν. Χρυσταλλένης Παπαμάρκου (ανωτέρω), αναδεικνύοντας σε κανόνα ή αρχή δικαίου, ότι για να μπορεί το Επαρχιακό Δικαστήριο να λάβει δικαιοδοσία πρέπει να είναι γραπτή η σύμβαση, δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού τέτοια αρχή δικαίου δεν βγαίνει από το λεκτικό της απόφασης. Εκείνο το οποίο βγαίνει είναι ότι εκεί που έχουν ρυθμιστεί οι περιουσιακές διαφορές με σύμβαση, επομένως και προφορική, τότε παύει να έχει αρμοδιότητα και δικαιοδοσία το Οικογενειακό Δικαστήριο και αυτήν πλέον έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της δικηγόρου της Αιτήτριας και απορρίπτεται. Σε ότι αφορά το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα, με το οποίο καλείται το Δικαστήριο να απορρίψει ή να παραμερίσει ή να ακυρώσει τη διαδικασία γιατί δεν αποκαλύπτεται εύλογη και/ή καλή βάση αγωγής και/ή είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, μπορούν να λεχθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά τη Δ.19 θ.26, η οποία αναφέρει «το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής», μπορεί να λεχθεί ότι η εξουσία που δίδει η Διαταγή αυτή στο Δικαστήριο, περιορίζεται στη διαγραφή μέρους μόνο των δικογράφων (βλ. υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία της διαταγής αυτής δεν παρουσιάζει δυσκολία. Είναι καθαρό από τη φρασεολογία της ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, όπως υποστήριξε ο δικηγόρος του εφεσείοντα. Εξάλλου η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται ταχέως (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα. Η ερμηνεία που δίδουμε συνάδει και με τη νομολογία και την πρακτική που ακολουθείται από τα Αγγλικά Δικαστήρια, με βάση την αντίστοιχη αγγλική Δ.19 θ.27 πριν από την τροποποίησή της. (Βλ Supreme Court Practice 1958).» Η Διαταγή που δίδει τέτοια εξουσία είναι η Δ.27 θ.3, η οποία έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία.» Στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) (ανωτέρω), ειπώθηκαν τα κατωτέρω: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ. (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Με την υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλονται τέτοιες θέσεις και οι πρόνοιες του θ.3 δεν καλύπτουν την περίπτωση για την οποία επιζητείται η απόρριψη της αγωγής.» Στην υπόθεση In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 ΑΑΔ 1316, αναφέρθηκε: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής. και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Και πιο κάτω, στην ίδια απόφαση, αναφέρθηκε ότι: «Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Η πρωτόδικη απόφαση έχει προσδιορίσει τα ερείσματα της αγωγής και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβουμε. Στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής που καθόρισε η πρωτόδικη απόφαση. Πέραν τούτου, υπάρχει σοβαρή δυνατότητα για τροποποίηση στη βάση απευθείας συμφωνίας των διαδίκων, όπως προεκτέθηκε. Για τη δυνατότητα και τις θετικές διορθωτικές επιπτώσεις ενδεχομένων τροποποιήσεων βλέπε Rep. of Peru, ανωτέρω, και Dadswell v. Jacobs 34 Ch. D. 278. Με τα δεδομένα, όπως εξετέθησαν, δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υπερσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για παροχή θεραπείας.» Σχετικές επί του θέματος είναι και οι υποθέσεις Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ν. Αργύρης Γεωργίου
(2003)1 ΑΑΔ 704, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 990, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2006)1 ΑΑΔ 572, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2007)1 ΑΑΔ 21, Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah a.o., Πολιτική Έφεση Αρ. 69/2011, ημερομηνίας 19/07/2013, Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2014:A167, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2010, ημερομηνίας 07/03/2014, Κώστα Δημητρίου v. Γενικού Εισαγγελέα Κυπριακής Δημοκρατίας, Αίτηση Αρ. 2/2013, ημερομηνίας 27/03/2014, Κώστας Δημητρίου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A380, Πολιτική Έφεση Αρ. 350/2010, ημερομηνίας 06/06/2014 και ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC, ECLI:CY:AD:2014:A458, Πολιτική Έφεση Αρ. 362/2009, ημερομηνίας 03/07/2014. Έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης του Καθ' ου η Αίτηση, στην οποία γίνεται λεπτομερής αναφορά στις σχέσεις μεταξύ των αντιδίκων, και ότι αυτές διευθετήθηκαν με τον τρόπο που εξηγείται στους ισχυρισμούς αυτούς, δηλαδή δυνάμει προφορικής σύμβασης, δυνάμει της οποίας μάλιστα η Αιτήτρια κατέβαλε ένα συγκεκριμένο ποσό από το ποσό των €550.000 και παρέμεινε το ποσό των €150.000, για το οποίο έπαυσε πλέον να ενδιαφέρεται να αποπληρώσει, κρίνω ότι ούτε αυτό το διάταγμα μπορεί να τύχει θετικής κατάληξης, αφού συγκεκριμενοποιείται τόσο ο ισχυρισμός επί του οποίου εδράζεται το αγώγιμο δικαίωμα του ο Καθ' ου η Αίτηση όσο και η αξίωση. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης-Αιτήτριας €1.200 πλέον ΦΠΑ, τα οποία όμως θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο