Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ ν. S.E. MOTOR (NICOSIA) LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 5041/2013, 4/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A464 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5041/2013 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ Εναγόντων και
- S.E. MOTOR (NICOSIA) LTD
- Γρηγορία Ανδρέα Ευσταθίου
- Σταυρούλλα Γεωργίου
- Στάθη Ευσταθίου Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 4 Αυγούστου, 2016 Για εναγόμενους 1, 3 και 4 - αιτητές: κος Λούκας Χαβιαράς για Κούσιο Κορφιώτη Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Νικόλας Καλλένος για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 11.3.2016 για παραμερισμό απόφασης) Εισαγωγή Στις 25.7.2013 οι ενάγοντες καταχώρησαν αγωγή με την οποία ζητούν το ποσό των €76.270,20 πλέον τόκους προς 10,75% από 30.4.2013 επί ποσού €75.522,87 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12, πώληση ενυπόθηκων κτημάτων, έξοδα και ΦΠΑ. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι ενάγοντες παραχώρησαν πιστωτικές διευκολύνσεις στην εναγομένη 1 (όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό), με την εγγύηση των εναγομένων 2, 3 και 4, οι οποίοι, προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες υποθήκευσαν προς όφελος των εναγόντων συγκεκριμένα κτήματα. Ο τρεχούμενος λογαριασμός, κατά παράβαση της συμφωνίας, δεικνύει ως οφειλόμενο υπόλοιπο το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Οι ενάγοντες κάλεσαν με επιστολές τους τόσο την πρωτοφειλέτιδα, εναγομένη 1, όσο και τους εγγυητές και ενυπόθηκους οφειλέτες εναγόμενους 2, 3 και 4 να εξοφλήσουν το ποσό για το οποίο ευθύνονται, πλην, όμως, αυτοί αμέλησαν να ανταποκριθούν. Στις 17.9.2014 εκδόθηκε απόφαση, λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης, υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό της απαίτησης, και με την οποία διατάχθηκε περαιτέρω η πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων των εναγομένων 3 και 4 (υποθήκες ΑΥ13668/07 και ΒΥ7378/08). Επιδικάστηκαν επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 3 και 4, τα έξοδα της αγωγής. Με την υπό κρίση αίτηση ημερ. 11.3.2016 οι εναγόμενοι 1, 3 και 4 - αιτητές, ζητούν από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 3 και 4 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ημερομηνίας 17.9.
- Β. Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 17.9.2014 που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον των Εναγομένων μέχρι εκδίκασης της παρούσης Αίτησης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.1, 2 και 7, Δ.5Β Θ.1-5, Δ.16 Θ.1-3 και 7, Δ.17 Θ.2,3 και 10, Δ.48 Θ.1-3 και 9 και Δ.64, στα άρθρα 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Στάθη Ευσταθίου, ο οποίος είναι ο εναγόμενος 4 και πλήρως εξουσιοδοτημένος από τις εναγόμενες 1 και 3 για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ο κος Ευσταθίου αναφέρει ότι την παρούσα υπόθεση χειριζόταν αρχικά το γραφείο Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. οι οποίοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους των αιτητών κατόπιν οδηγιών τους στις 8.8.
- Με τη διάλυση της εν λόγω δικηγορικής εταιρείας, διόρισαν ως δικηγόρους τους την Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., η οποία καταχώρησε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στις 15.1.2014, και οι οποίοι εμφανίστηκαν κανονικά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 29.1.2015, 10.3.2015, 24.4.2015, 27.5.2015 και 3.7.
- Περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου οι αιτητές έλαβαν επιστολή από τους δικηγόρους τους, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, με την οποία τους ενημέρωναν ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους στις 17.9.
- Τότε επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους δικηγόρους του και διερωτήθηκε πώς είναι δυνατό να εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους από τη στιγμή που εμφανίζονταν ενώπιον του Δικαστηρίου και από τη στιγμή που την τελευταία φορά που είχαν συνάντηση μαζί τους ήταν για να υπογράψει ο ομνύοντας ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 26.6.2015, για να προχωρήσει, όπως του είπαν, η υπόθεση και να οριστεί για Ακρόαση. Οι δικηγόροι τους, του είπαν ότι θα προσπαθήσουν να εντοπίσουν τι έγινε και θα επικοινωνούσαν μαζί τους ξανά. Εξ όσων του ανάφεραν, με τη διάλυση της Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. και τη δημιουργία της Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., οι φάκελοι υποθέσεων που έφευγαν από την πρώτη και πήγαιναν στη δεύτερη, απελευθερώνονταν σιγά σιγά από τον εκκαθαριστή της πρώτης, κύριο Νίνο Χατζηρούσο, και ότι κάποιο λάθος μπορεί να συνέβηκε το οποίο να οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα. Ακολούθως, οι δικηγόροι τους, μετά από οδηγίες των αιτητών, προέβησαν σε έρευνα στο δικαστικό φάκελο της υπόθεσης, από την οποία, όπως τον πληροφορούν, προέκυψαν τα εξής: Το Σημείωμα Εμφάνισης που καταχωρήθηκε από την Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. καταχωρήθηκε με λάθος αριθμό αγωγής, γεγονός το οποίο εντοπίστηκε από τον Πρωτοκολλητή σε κατοπινό στάδιο και αφού εκδόθηκε η απόφαση. Στο εν λόγω Σημείωμα Εμφάνισης φαίνεται η ένδειξη πάνω δεξιά «Λάθος αριθμός» και είναι διορθωμένος ο αριθμός. Στις 15.1.2014 καταχωρήθηκε η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από τους Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Στις 10.3.2015 υπήρξε εμφάνιση από το εν λόγω γραφείο ενώπιον του Δικαστηρίου, ζητήθηκε αποκάλυψη εγγράφων και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 24.4.2015, οπότε και ζητήθηκε παράταση του χρόνου που ορίστηκε για αποκάλυψη εγγράφων, και το ίδιο έγινε και στις 27.5.2015, οπότε η αγωγή επαναορίστηκε για οδηγίες στις 3.7.
- Στις 3.7.2015 υπήρξε εκ νέου εμφάνιση από τους δικηγόρους τους, και οι ενάγοντες ανάφεραν ότι από το φάκελο τους φαίνεται να έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον των αιτητών. Το Δικαστήριο έλεγξε τον φάκελο και ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι φαίνεται να έχει καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης ημερομηνίας 8.8.2014 αλλά έφερε λάθος αριθμό αγωγής και γι' αυτό δεν τέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου ενωρίτερα και οι εναγόμενοι 1, 3 και 4 να κάνουν τα απαραίτητα διαβήματα για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 17.9.
- Ενόψει των ανωτέρω, ο κος Ευσταθίου πιστεύει ότι η απόφαση ημερομηνίας 17.9.2014 δεν θα εκδιδόταν αν εντοπιζόταν το λάθος με το Σημείωμα Εμφάνισης ενωρίτερα, ενώ, σε κάθε περίπτωση οι αιτητές ουδεμία ευθύνη φέρουν καθότι μερίμνησαν έγκαιρα να δώσουν οδηγίες στους δικηγόρους τους να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης και δεν πρόκειται για περίπτωση όπου οι εναγόμενοι παραλείπουν να εμφανιστούν. Πέραν δε των ανωτέρω, εξ όσων τους συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, οι αιτητές έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, προχωρεί δε σε παράθεση μέρους της υπεράσπισης αυτής, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, στα πλαίσια της αξιολόγησης των θέσεων των δύο πλευρών. Καταλήγει ότι υπό τις συνθήκες που περιέγραψε, οι αιτητές έχουν στερηθεί του δικαιώματος τους να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλουν την υπεράσπιση που έχουν στην αγωγή, και αιτείται ως η αίτηση των αιτητών. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Οι αιτητές εμποδίζονται (estopped) στην προώθηση της παρούσας αίτησης και/ή η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή παράτυπη και θα πρέπει να απορριφθεί. (γ) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), εφόσον οι αιτητές επέδειξαν μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. (δ) Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (ε) Οι εναγόμενοι 1, 3 και 4/αιτητές δεν έδωσαν κανένα ικανοποιητικό και/ή σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη καταχώρηση και/ή μη έγκαιρη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, παρόλον που η αγωγή επεδόθη δεόντως και νομότυπα. (στ) Οι εναγόμενοι 1, 3 και 4/αιτητές δεν έχουν καταδείξει κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. (ζ) Οι εναγόμενοι 1, 3 και 4/αιτητές απέτυχαν να επιδείξουν πως έχουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Τα όσα προβάλλονται για κατάδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης είναι γενικά, αόριστα, ατεκμηρίωτα, ψευδή, ανυπόστατα, προϊόν υστέρας σκέψης και αντιφατικά. (η) Εν πάση περίπτωση οι ισχυρισμοί των εναγόμενων 1, 3 και 4/αιτητών στην προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή αντικρουόμενοι. (θ) Στη συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της παρούσης αιτήσεως (ήτοι 2 περίπου χρόνια και 7 ½ μήνες από της καταχωρήσεως της εν λόγω αγωγής και/ή 1 περίπου χρόνο και 9 μήνες από της επιδόσεως της εν λόγω αγωγής στους εναγόμενους 1, 3 και 4 και/ή 1 περίπου χρόνο και 6 μήνες από την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1, 3 και 4) η οποία προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. (ι) Οι εναγόμενοι 1, 3 και 4/αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. (κ) Οι εναγόμενοι 1, 3 και 4/αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (λ) Οι εναγόμενοι 1, 3 και 4/αιτητές προσέρχονται ενώπιον του Δικαστηρίου κακή τη πίστη, αποκρύβουν την αλήθεια ενώ προβάλλουν ψευδείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς στην προσπάθεια τους να παραπλανήσουν και/ή να δικαιολογήσουν την μη καταχώρηση και/ή μη έγκαιρη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης τους και/ή για να πείσουν ότι δήθεν έχουν υπεράσπιση εναντίον των εναγόντων/ καθ' ων η αίτηση. (μ) Δεν προβάλλεται βάσιμος λόγος για την παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Το κατ' ισχυρισμό λάθος και/ή παράλειψη και/ή αμέλεια των δικηγόρων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως βάσιμη αιτία παραμερισμού απόφασης. (ν) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια των εναγομένων 1, 3 και 4/αιτητών να δικαιολογήσουν την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων τους προς τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (ξ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης και/ή η αναστολή της εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση. (ο) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης και/ή η αναστολή της εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. (π) Το επανάνοιγμα της υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και/ή πλήττει τα θεμέλια της δικαιοσύνης.». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.16, Δ.17 Θ.10, Δ.21 Θ.1 και 2, Δ.26 Θ.2, 10 και 14, Δ.39, Δ.40 Θ.11 και Δ.48 Θ.1 - 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Κουντούρη, υπαλλήλου των εναγόντων, καθώς και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ο κος Κουντούρης, στη μακροσκελή του ένορκη δήλωση υιοθετεί, κατ' αρχάς, και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης ημερ. 17.9.2014 που έγινε προς απόδειξη της απαίτησης των εναγόντων, καθώς και το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Εγείρει, δε, κατόπιν νομικής συμβουλής, τις ακόλουθες δύο προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες, ως αναφέρει, θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της αίτησης. Είναι η θέση του ότι, (α) η αίτηση των αιτητών αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) υπό την έννοια της υπερβολικής και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της (latches) (ήτοι 2 περίπου χρόνια και 7½ μήνες από της καταχωρήσεως της αγωγής και/ή 1 περίπου χρόνο και 9 μήνες από της επιδόσεως της αγωγής στους αιτητές και/ή 1 περίπου χρόνο και 6 μήνες από την έκδοση απόφασης εναντίον των αιτητών), και (β) οι αιτητές προβάλλουν εκ των υστέρων ατεκμηρίωτους και/ή γενικούς και/ή αόριστους και/ή ψευδείς και/ή ανυπόστατους και/ή αντιφατικούς ισχυρισμούς οι οποίοι αντικρούονται ρητά από τους όρους των εγγράφων τα οποία οι ίδιοι θεληματικά υπέγραψαν, και συνεπώς κωλύονται (are estopped) από του να προβάλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς και να ζητούν τα αιτούμενα διατάγματα. Άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων, ο κος Κουντούρης κάνει αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά προκύπτουν από το δικαστικό φάκελο. Αναφέρεται συγκεκριμένα στην καταχώρηση της αγωγής στις 25.7.2013 και στη δέουσα επίδοση αυτής στους αιτητές στις 12.6.2014, προσθέτοντας ότι οι αιτητές παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση εντός της προβλεπόμενης από τους Θεσμούς προθεσμίας ή και πριν την έκδοση της απόφασης, και ότι οι καθ' ων η αίτηση ορθώς προχώρησαν στην καταχώρηση της αίτησης για απόφαση στις 3.7.2014, η οποία οδήγησε στην έκδοση απόφασης στις 17.9.
- Επαναλαμβάνει τα περί καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία, λέγει, οι αιτητές επιδιώκουν να επιβραδύνουν και/ή παρεμποδίσουν τους καθ' ων η αίτηση από το να εισπράξουν το λαβείν τους. Περαιτέρω, απορρίπτει τους ισχυρισμούς του κ. Ευσταθίου και επαναλαμβάνει ότι στις 17.9.2014, ημερομηνία κατά την οποία οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε απόδειξη της απαίτησης τους και εξεδόθη η δικαστική απόφαση, δεν υπήρχε εντός του δικαστικού φακέλου ούτε Σημείωμα Εμφάνισης, ούτε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου, προσθέτοντας ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν λάβει Σημείωμα Εμφάνισης μέχρι και σήμερα. Αναφέρει επίσης ότι, όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του, μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 11.4.2016, προέκυψε ότι το Σημείωμα Εμφάνισης των δικηγόρων των αιτητών καταχωρήθηκε και/ή τοποθετήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 23.9.2014 και όχι στις 8.8.2014, με χειρόγραφη διόρθωση στον Αριθμό Αγωγής, με ένδειξη πάνω δεξιά «Λάθος Αριθμός» και με αναγραφόμενη ημερομηνία την 23.9.
- Αποτελεί, λέγει, πάγια και/ή συνήθη πρακτική του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να ενημερώνει εγκαίρως τους εναγομένους και/ή να μην δέχεται την καταχώρηση λανθασμένου Σημειώματος Εμφάνισης και/ή να το επιστρέφει στους δικηγόρους των εναγομένων με την ένδειξη «Λάθος αριθμός». Επομένως, λέγει, οι αιτητές είχαν ενημερωθεί εγκαίρως και σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας που εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους, για το ελαττωματικό Σημείωμα Εμφάνισης και παρότι γνώριζαν για αυτό, αδράνησαν και δεν ενήργησαν δεόντως για την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για την εναντίον τους εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία. Επιπρόσθετα, λέγει, οι αιτητές φαίνεται πως γνώριζαν και/ή ενημερώθηκαν την 23.9.2014 για την πορεία της δικαστικής διαδικασίας και την έκδοση απόφασης εναντίον τους, και εντούτοις αδιαφόρησαν για τις συνέπειες αυτής. Εν πάση δε περιπτώσει, λαμβάνει, ως αναφέρει, νομική συμβουλή ότι η μη καταχώρηση και/ή μη έγκαιρη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης και/ή η καταχώρηση ελαττωματικού Σημειώματος Εμφάνισης, από μέρους των αιτητών, οφειλόμενη σε σφάλμα και/ή αδράνεια και/ή αμέλεια των δικηγόρων τους, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάσιμο δικαιολογητικό για την αδικαιολόγητη τους παράλειψη, σε βαθμό που να αιτιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας. Ούτε και διαφαίνεται, λέγει ο κος Κουντούρης, να γινόταν οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους των αιτητών να ενημερωθούν για την πορεία της αγωγής που εκκρεμούσε εναντίον τους, ούτε και είχαν οποιαδήποτε ουσιαστική επικοινωνία με τους δικηγόρους τους. Περαιτέρω, ο κος Κουντούρης αναφέρει ότι η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 μόνο μεταξύ των καθ' ων η αίτηση και της εναγομένης 2, κατόπιν αιτήσεως ορισμού που καταχώρησαν οι πρώτοι. Προσθέτει δε ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών σε σχέση με την εμφάνιση των δικηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου στις 29.1.2015, 10.3.2015, 24.4.2015, 27.5.2015 και 3.7.2015, και πάλι αποσκοπούν στο να παραπλανήσουν αφού οι αιτητές παραλείπουν να αναφέρουν πως η οποιαδήποτε παρουσία των δικηγόρων τους στο Δικαστήριο έγινε χωρίς την έγκαιρη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης, αφότου εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους, και μόνον κατόπιν ενημέρωσης τους από τον Πρωτοκολλητή, ακόμη δε και η εμφάνιση τούτη των δικηγόρων των αιτητών στο Δικαστήριο φανερώνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την πλήρη αδιαφορία των αιτητών ειδικότερα σε σχέση με την τήρηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κατά παράβαση των οποίων οι εν λόγω εμφανίσεις γίνονταν. Η γνώση των αιτητών για την έκδοση απόφασης εναντίον τους προκύπτει, προσθέτει, και από το γεγονός πως μέχρι τότε δεν είχαν καταχωρήσει Υπεράσπιση. Ούτε και οι λοιποί ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση του κ. Ευσταθίου αποκαλύπτουν καλό λόγο για τον παραμερισμό της απόφασης, αφού δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για την υπερβολική αδιαφορία και/ή καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ήτοι περίπου 1 χρόνο, 5 μήνες και 23 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης εναντίον τους, και 7 μήνες και 25 ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία, όπως οι ίδιοι οι αιτητές ισχυρίζονται, ενημερώθηκαν για την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Η συμπεριφορά των αιτητών είναι σε τέτοιο βαθμό ασυγχώρητη και περιφρονητική που το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι ισχυρισμοί των αιτητών περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης, και ακόμα και αν οι αιτητές κατορθώσουν να επιδείξουν τέτοια υπεράσπιση. Επιπλέον, ο κος Κουντούρης ισχυρίζεται ότι ο παραμερισμός της απόφασης θα επιφέρει υπέρμετρη αδικία και/ή ζημία στους καθ' ων η αίτηση, αφού κάτι τέτοιο θα τους αποστερήσει από το να εισπράξουν το λαβείν τους στη βάση της νομότυπης, τελεσίδικης και άμεσα εκτελεστής απόφασης ημερ. 17.9.2014, ενδεχόμενος δε παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα επαναφέρει τους διάδικους στην προ της απόφασης νομική κατάσταση με αποτέλεσμα τη μεγάλη καθυστέρηση στην ικανοποίηση της αξίωσης των καθ' ων η αίτηση, κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης με τη διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εντός εύλογου χρόνου. Είναι, τέλος, η θέση του κ. Κουντούρη, ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του κ. Ευσταθίου δεν αποδεικνύουν ότι οι αιτητές έχουν καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση, αλλά, αντίθετα, θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο ως κακόπιστοι και ως προϊόν δεύτερης σκέψης, ως γενικοί, αόριστοι και παντελώς ατεκμηρίωτοι αφού δεν δίδονται επαρκή στοιχεία και/ή λεπτομέρειες σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό υπεράσπιση των αιτητών. Ο κος Κουντούρης παραθέτει με λεπτομέρεια τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση στην παρούσα αγωγή, παραπέμποντας στα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα τα οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, και λέγει ότι οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει, εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
- Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Όπως επισημάνθηκε στην Πολ. Έφ. 205/10, Τσεμέσογλου ν. Σοφοκλέους, ημερ. 15.1.2013, διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Στην πρώτη περίπτωση, όταν, δηλαδή, εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης, και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Στη σειρά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26, παρ. 559, αναφέρονται τα εξής: «When a judgement in default of appearance ... has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service... it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgement or order.» Στη δεύτερη περίπτωση, εκεί, δηλαδή, όπου η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, ο εναγόμενος οφείλει, αφ' ενός, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει λογικοφανή υπεράσπιση, παρουσιάζοντας γεγονότα που να την καθιστούν συζητήσιμη, αφ' ετέρου, να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για την παράλειψη του να εμφανιστεί και για την τυχόν καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Έφ. 49/2011, Eric John Wakeham v. Bhati κ.α., ημερ. 25.5.16, οι αρχές που διέπουν το θέμα, συνοψίστηκαν ως ακολούθως: «Όπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Το ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην σχετικά πρόσφατη απόφασή του Pechtchachanskaia κα ν. Esipovich, ΠΕ 310/2010, ημερ. 20.6.2014, όπου, συνοπτικά, παρατίθενται οι αρχές: "Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠΙΚΑ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014)." ......... Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται επί των ώμων του εκάστοτε αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να υποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία.» Όπως αναφέρεται στην θεμελιακή, ως χαρακτηρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, απόφαση στην υπόθεση Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210 με αναφορά στις παρατηρήσεις του Megaw L.J. στην υπόθεση Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826: « ... . If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice.» Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η απόφαση στην παρούσα υπόθεση εκδόθηκε κατόπιν ορθής και κανονικής διαδικασίας. Όπως προκύπτει από το δικαστικό φάκελο, πριν την έκδοση απόφασης δεν υπήρχε καταχωρημένο Σημείωμα Εμφάνισης των αιτητών. Η καταχώρηση στο δικαστικό φάκελο του Σημειώματος Εμφάνισης των αιτητών, έπεται της έκδοσης απόφασης - είναι το ακριβώς επόμενο έγγραφο. Το εν λόγω Σημείωμα Εμφάνισης που έχει ημερ. 8.8.2014, φέρει διορθωμένο αριθμό αγωγής, με τη διόρθωση να έχει γίνει χειρογράφως, και πάνω δεξιά γράφει «23.9.14 Λάθος αριθμός», συνοδεύεται δε από τρεις Τύπους Διορισμού Δικηγόρου - δύο από την εναγομένη 3 και ένα από την εναγομένη 1 - στους οποίους η αγωγή στην οποία οι Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. εξουσιοδοτούνται να υπερασπισθούν τους εναγόμενους, καθορίζεται ως η αγωγή αρ. 5401/2013, αντί της ορθής 5041/
- Ως προς τον τύπο του σημειώματος εμφάνισης, η Δ.16 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παραπέμπει στον Τύπο 12 (Form 12), σύμφωνα με τον οποίο στο σημείωμα εμφάνισης πρέπει να καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ο αριθμός της αγωγής. Φαίνεται να είναι κοινώς παραδεκτό ότι το καταχωρηθέν στην παρούσα υπόθεση Σημείωμα Εμφάνισης καταχωρήθηκε με λάθος αριθμό αγωγής, με αποτέλεσμα να μην έχει καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή πριν την έκδοση απόφασης. Περαιτέρω, ο κος Ευσταθίου αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι μετά τη διάλυση της Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. καταχωρήθηκε από την Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στις 15.1.
- Η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου που βρίσκεται στο δικαστικό φάκελο όντως φέρει ως ημερομηνία καταχώρησης την 15.1.2014, ημερομηνία, όμως, η οποία προφανώς είναι λανθασμένη, δεδομένου ότι η αγωγή επιδόθηκε στους αιτητές στις 12.6.2014, ενώ το Σημείωμα Εμφάνισης της Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. που έχει, ως προαναφέρθηκε, λάθος αριθμό αγωγής, έχει ημερ. 8.8.
- Συνεπώς, η απόφαση ημερ. 17.9.2014 εκδόθηκε νομότυπα, αφού μέχρι και την ημερομηνία εκείνη δεν είχε καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης των αιτητών στην παρούσα αγωγή. Προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει, με τα στοιχεία που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Ως πολύ πρόσφατα επαναλήφθηκε στην Πολ. Έφ. 121/10, NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 14.10.2015: «Όπως έχει διαχρονικά τεθεί από τη νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 θ.10 (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co.Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774).» Το βάρος είναι πάνω στον αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του, ως ορθώς αναφέρει ο συνήγορος των αιτητών με παραπομπή στη Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1129, 1136-1137, αλλά απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, στη βάση της μαρτυρίας που προσάγεται, χωρίς, όμως, το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη μαρτυρία αυτή και να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση (Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, 747, Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179, 1181). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (Πολ. ΄Εφ. 145/09, Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd, ημερ. 10.4.2012). Είναι ασφαλώς καθήκον του αιτούντα τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον πως έχει υπεράσπιση στην αξίωση (K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. ν. Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, 419) τα οποία να παρέχουν επαρκή στήριξη στους ισχυρισμούς του (Χ. Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1761, 1765), καθότι θέσεις που παραμένουν απλοί ισχυρισμοί και αόριστα συμπεράσματα, δεν αρκούν (Β. Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 289, 295). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 793, 799-800, αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο, αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κος Ευσταθίου λέγει ότι, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, οι αιτητές έχουν υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση, μεταξύ άλλων, και όχι περιοριστικά, για τους εξής λόγους: «(α) Εγώ και οι Εναγόμενοι 1 και 3 ουδέποτε αιτηθήκαμε και/ή υπογράψαμε τις ισχυριζόμενες αναφερόμενες επίδικες συμφωνίες και/ή συμφωνίες δανείου και/ή δάνεια σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πώς. (β) Ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι υπήρξε οιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 και/ή της Εναγόμενης 3 και εμένα αυτή δεν διέπετο από τους ισχυριζόμενους υπό της Ενάγουσας όρους και/ή ισχύς και/ή όροι αυτής είναι παράνομοι και/ή άκυροι και/ή αντικανονικοί και/ή στερούμενοι οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή καθ' ότι η Ενάγουσα ουδέποτε πληροφόρησε και/ή επεξήγησε στους Εναγόμενους 1, 3 και εμένα το περιεχόμενο και/ή κείμενο και/ή όρους τέτοιων και/ή των επίδικων συμφωνιών και/ή στέρησε στους Εναγόμενους το δικαίωμα να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή και/ή σύναψη των συμφωνιών έγινε εν τη απουσία ελεύθερης βούλησης και/ή διαπραγμάτευσης μεταξύ μερών. (γ) Η αντιπαροχή για τις ισχυριζόμενες αναφερόμενες επίδικες συμφωνίες και/ή για την παροχή δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων απέτυχε και/ή ο σκοπός τέτοιων συμφωνιών ήταν και/ή είναι παράνομος και/ή εικονικός και/ή οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία ήταν άκυρη εξ' υπαρχής και/ή σε πλήρη αντίθεση με τις εκάστοτε ισχύουσες οδηγίες και/ή εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και/ή κατά παράβαση της δημόσιας πολιτικής και/ή ουδέν νόμιμο αποτέλεσμα έχουν. (δ) Εγώ και οι Εναγόμενοι 1 και 3 ουδέποτε λάβαμε οποιοδήποτε δάνειο και/ή τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή η Ενάγουσα ουδέποτε παραχώρησε και/ή χορήγησε στους Εναγόμενους 1 και 3 και εμένα τα ισχυριζόμενα δάνεια και/ή τις τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή λογαριασμό δανείου και/ή σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πώς. (ε) Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, θα ισχυριστούμε ότι η Εναγόμενη 1 ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε απόφαση και/ή ουδέποτε συγκατατέθηκε στην υπογραφή οιωνδήποτε εκ των ισχυριζόμενων αναφερόμενων επίδικων συμφωνιών και/ή συμβάσεων πίστωσης και/ή συμφωνιών δανείου και/ή δανείων σε τρεχούμενο και/ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό. (στ) Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού μας η Εναγόμενη 3 και εγώ ισχυριζόμαστε ότι ουδέποτε υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο και/ή συμφωνία εγγύησης και/ή έγκυρη συμφωνία εγγύησης και/ή συμφωνία εγγύησης για το αξιούμενο υπό της Ενάγουσας ποσό και/ή οιονδήποτε ποσό και/ή εγγύηση προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας και/ή που πηγάζουν από τις ισχυριζόμενες υπό της Ενάγουσας επίδικες συμφωνίες και/ή οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ της Εταιρείας και της Ενάγουσας και/ή άλλως πώς. Περαιτέρω αρνούμαστε ότι οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις δόθηκαν αυτόβουλα και ελεύθερα και/ή ισχυρίζονται ότι ήταν προϊόν αδικαιολόγητης και/ή αθέμιτης πίεσης και/ή πλάνης. (ζ) Περαιτέρω, άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των προαναφερομένων η Εναγόμενη 3 και εγώ θα ισχυριστούμε, ότι ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι υπογράψαμε οιονδήποτε έγγραφο εγγύησης και/ή υπήρξαν συμβάσεις εγγύησης και/ή εγγυητήρια έγγραφα και/ή άλλως πώς αυτά δεν εξασφάλιζαν τις ισχυριζόμενες επίδικες συμφωνίες και/ή τους επίδικους λογαριασμούς και/ή ήταν για περιορισμένο ποσό και/ή έπαυσαν και/ή τερματίστηκαν με την εξόφληση και/ή τερματισμό των υποχρεώσεων που αυτές εξασφάλιζαν και/ή ήταν άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή στερούμενες οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και/ή καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε πληροφόρησε και/ή επεξήγησε στην Εναγόμενη 3 και εμένα το περιεχόμενο και/ή κείμενο και/ή όρους των τέτοιων και/ή επίδικων συμφωνιών εγγύησης και/ή στέρησε σε εμάς το δικαίωμα να λάβουμε ανεξάρτητη νομική συμβουλή και/ή η σύναψη των συμφωνιών εγγύησης έγινε εν τη απουσία ελεύθερης βούλησης και/ή διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. (η) Εγώ και οι Εναγόμενοι 1 και 3 ουδέποτε υπογράψαμε οποιοδήποτε έγγραφο και/ή έγγραφο υποθήκης και/ή έγκυρο έγγραφο υποθήκης για το αιτούμενο υπό την Ενάγουσα ποσό και/ή οιονδήποτε ποσό και/ή προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας και/ή που πηγάζουν από τις ισχυριζόμενες υπό της Ενάγουσας επίδικες συμφωνίες και/ή σε αντάλλαγμα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή για οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ της Εταιρείας και/ή των Εναγόμενων 1, 3 και εμένα και της Ενάγουσας και/ή άλλως πώς. (θ) Ουδέποτε λάβαμε τις αναφερόμενες στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας επιστολές και/ή οι εν λόγω επιστολές δεν εστάλησαν σύμφωνα με το Νόμο και/ή δεν παρελήφθησαν από εμάς και/ή εν πάση περιπτώσει απορρίφθηκαν εγγράφως με επιστολές μας προς την Ενάγουσα. (ι) Ότι τα ισχυριζόμενα υπό της Ενάγουσας οφειλόμενα ποσά και/ή υπόλοιπα λογαριασμών και/ή οιονδήποτε υπόλοιπο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή είναι αυθαίρετα και/ή προκύπτουν από χρεώσεις οι οποίες έγιναν παράνομα και/ή αντικανονικά και/ή κατόπιν χρέωσης τόκων και/ή εξόδων που δεν είχαν συμφωνηθεί και/ή που χρεώθηκαν παράνομα και/ή αντισυμβατικά. (κ) Ότι χρεώθηκαν τόκοι και/ή επιπρόσθετοι τόκοι και/ή τόκοι υπερημερίας παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή αυθαίρετα και/ή έγινε ανατοκισμός και/ή άλλες χρεώσεις και/ή έξοδα τα οποία είναι παράνομα και/ή μη συμφωνηθέντα και/ή ότι η Ενάγουσα μονομερώς και/ή παράνομα και/ή αυθαίρετα προέβη σε αυξήσεις επιτοκίων και/ή τόκου υπερημερίας και/ή άλλων τόκων και/ή σε καμία περίπτωση οι ενέργειες της Ενάγουσας είναι δεσμευτικές και/ή δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα σε σχέση με τους Εναγόμενους 1,3 και εμένα. (ε) Σε κάθε περίπτωση ουδέν ποσό οφείλουμε στην Ενάγουσα. (στ) Επιφυλάσσω το δικαίωμα μου και το δικαίωμα των Εναγομένων 1 και 3 όπως αναφέρουν περισσότερους λόγους υπεράσπισης τους, εφόσον παραμεριστεί η απόφαση ημερομηνίας 17.9.2014 και τους δοθεί το δικαίωμα όπως καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης.» Στον αντίποδα, στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του κ. Κουντούρη, οι καθ' ων η αίτηση, αναφέρονται με λεπτομέρεια στο ιστορικό της παραχώρησης των επίδικων διευκολύνσεων προς την εναγομένη 1, στις εγγυήσεις των εναγομένων 2, 3 και 4, και στις υποθήκες που έγιναν προς περαιτέρω εξασφάλιση των δοθείσων διευκολύνσεων, επισυνάπτονται δε, ως τεκμήρια, οι εγκρίσεις που δόθηκαν κατά καιρούς για τις διευκολύνσεις αυτές (Τεκμήρια 4, 5, 6, 7 και 8), οι συμφωνίες με την εναγομένη 1 (Τεκμήρια 9 και 10), τα εγγυητήρια έγγραφα που υπεγράφησαν από τους εναγόμενους 2, 3 και 4 (Τεκμήρια 11 και 12), τα έγγραφα υποθηκών (Τεκμήρια 13, 14, 15 και 16), οι επιστολές που στάληκαν προς τους αιτητές (Τεκμήρια 17 και 18), οι ενημερώσεις στον Τύπο για τα επιτόκια (Τεκμήρια 19 και 20), καθώς και αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού της εναγομένης 1 (Τεκμήριο 21). Παρέθεσα αυτούσιες τις προβαλλόμενες από τους αιτητές θέσεις, γιατί από μία ανάγνωση αυτών, προκύπτει και το ορθό, κατά την κρίση μου, της θέσης των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές απέτυχαν στην προκειμένη περίπτωση να πείσουν περί της ύπαρξης συζητήσιμης υπεράσπισης, αφού οι θέσεις τους είναι γενικές και αόριστες, χωρίς να συνοδεύονται από λεπτομέρειες, και τιθέμενες κατά τρόπο διαζευκτικό, σωρηδόν και χωρίς καμία παράθεση πραγματικού γεγονότος. Παρά την πλειάδα των ισχυρισμών που προβάλλονται από τους αιτητές, οι θέσεις τους είναι πράγματι νεφελώδεις, γενικές, αόριστες, πολλές φορές αντιφατικές μεταξύ των, δεν υποστηρίζονται από οποιοδήποτε στοιχείο που θα έδιδε σε αυτές υπόσταση, τίθενται δε κατά τρόπο διαζευκτικό, γεγονός που πλήττει καίρια την πειστικότητα αυτών, και κατ' επέκταση την ίδια την ύπαρξη οποιασδήποτε υπεράσπισης. Ως ο Έντιμος Κωνσταντινίδης Δ. έθεσε το θέμα στην αγωγή ναυτοδικείου 164/92, El Fath Co for International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255 «Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν», ενώ πλέον πρόσφατα, στην Πολ. Έφ. 121/10, NSM Democars Ltd κ.α., ανωτέρω, επισημάνθηκε εκ νέου από το Ανώτατο Δικαστήριο «η ανάγκη προβολής θετικών θέσεων στη στηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, χωρίς διαζεύξεις και "αοριστολογίες". Χαρακτηρίζεται δε "συζητήσιμη" μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη». Οι αιτητές δεν προβάλλουν ξεκάθαρη θέση ούτε καν ως προς το εάν υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες, αφού ενώ στην παρ. (α), ανωτέρω, αρνούνται τούτο, ακολουθούν ισχυρισμοί, κατά διαζευκτικό τρόπο, περί του ότι οι συμφωνίες δεν διέπονταν από τους όρους που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, όροι οι οποίοι δεν εξειδικεύονται, ούτε και παραθέτουν οι αιτητές τους αληθινούς κατ' εκείνους όρους που διείπαν τη συμφωνία τους με τους ενάγοντες, ότι οι συμφωνίες διέπονταν από παράνομους όρους, τους οποίους και πάλι δεν εξειδικεύουν ούτε και προσδιορίζουν τη νομική διάταξη προς την οποία οι όροι προσκρούουν, ότι οι όροι των συμφωνιών είναι άκυροι, χωρίς να εξηγούν γιατί, και ότι υπήρχαν αντισυμβατικές χρεώσεις, και πάλι, βεβαίως, χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι ενάγοντες δεν τους εξήγησαν το περιεχόμενο και/ή κείμενο των συμφωνιών, χωρίς να εξηγούν τι θεωρούσαν οι ίδιοι ότι υπέγραφαν, ότι δεν τους εξήγησαν τους όρους, χωρίς και πάλι να εξειδικεύουν ποιους, ότι οι ενάγοντες τους στέρησαν το δικαίωμα να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή, χωρίς να παραθέτουν λεπτομέρειες ως προς τα γεγονότα που θα καθιστούσαν αυτή την υπεράσπιση συζητήσιμη, λόγου χάριν ως προς τις σχέσεις μεταξύ των μερών της συναλλαγής, και ότι η σύναψη των συμφωνιών έγινε στην απουσία ελεύθερης βούλησης και/ή διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, χωρίς, όμως, να παραθέτουν προς υποστήριξη της θέσης τους αυτής οποιοδήποτε πραγματικό γεγονός που θα έδιδε υπόσταση στους ισχυρισμούς τους. Λέγουν περαιτέρω οι αιτητές ότι η αντιπαροχή για τις συμφωνίες απέτυχε, χωρίς, όμως, να εξηγούν γιατί. Διαζευκτικά, θέτουν τη θέση ότι η αντιπαροχή και/ή ο σκοπός των συμφωνιών είναι παράνομος και/ή εικονικός, χωρίς, και πάλι να εξηγούν γιατί και χωρίς να προσδιορίζουν το πραγματικό εκείνο γεγονός επί του οποίου ο ισχυρισμός τους βασίζεται. Ισχυρίζονται επιπλέον, και πάλι κατά τρόπο διαζευκτικό, ότι η συμφωνία είναι άκυρη και/ή σε αντίθεση με τις εκάστοτε ισχύουσες οδηγίες και/ή εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και/ή κατά παράβαση της δημόσιας πολιτικής, χωρίς όμως, να αναφέρουν προς ποιες οδηγίες και/ή εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας οι επίδικες συμφωνίες αντίκεινται, και γιατί. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, ως αναφέρουν, ισχυρίζονται ότι η εναγομένη 1 ουδέποτε έλαβε απόφαση και/ή ουδέποτε συγκατατέθηκε στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, χωρίς, όμως να δίδονται οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες λόγου χάριν ως προς το ποιος υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες και γιατί τούτο έγινε χωρίς εξουσιοδότηση. Διαζευκτικά, και πάλι, και/ή άνευ βλάβης των υπολοίπων ισχυρισμών τους, οι εναγόμενοι 3 και 4 ισχυρίζονται ότι δεν υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης και/ή οποιοδήποτε έγκυρο έγγραφο εγγύησης και περαιτέρω αρνούνται ότι οι εγγυήσεις δόθηκαν αυτόβουλα και ελεύθερα και/ή ισχυρίζονται ότι είναι προϊόν αδικαιολόγητης και/ή αθέμιτης πίεσης και/ή πλάνης. Ούτε λοιπόν, επί του σημείου αυτού προβάλλουν οι αιτητές 3 και 4 οποιαδήποτε ξεκάθαρη θέση, πόσο δε μάλλον πειστική, αφού δεν παραθέτουν οποιοδήποτε θετικό ισχυρισμό γεγονότος που θα μπορούσε να αναχθεί σε αθέμιτη πίεση ή πλάνη, το οποίο αν αποδεικνυόταν σε δίκη θα μπορούσε να επηρεάσει την εγκυρότητα των συμφωνιών εγγύησης. Περαιτέρω, διαζευκτικά και πάλι, οι εναγόμενοι 3 και 4 θα ισχυριστούν, ως αναφέρουν, ότι ακόμη και αν ήθελε φανεί ότι υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης, αυτά δεν εξασφάλιζαν τους επίδικους λογαριασμούς και/ή ήταν για περιορισμένο ποσό και/ή έπαυσαν και/ή τερματίστηκαν μετά την εξόφληση των υποχρεώσεων που αυτές εξασφάλιζαν, χωρίς, και πάλι, να παραθέτουν οποιοδήποτε στοιχείο που θα μπορούσε να δώσει στήριξη και πειστικότητα στους διαζευκτικούς αυτούς και παντελώς αόριστους ισχυρισμούς των αιτητών, λόγου χάριν, ποιους λογαριασμούς εξασφάλιζαν οι εγγυήσεις τους, για ποιο ποσό ήταν οι εγγυήσεις τους, και πότε και πώς οι εγγυήσεις αυτές τερματίστηκαν. Ισχυρίζονται επιπλέον, διαζευκτικά πάντα, ότι οι εγγυήσεις ήταν άκυρες και/ή ακυρώσιμες επειδή οι ενάγοντες δεν τους επεξήγησαν τους όρους και/ή επειδή τους στέρησαν το δικαίωμα να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή και/ή επειδή η σύναψη των συμφωνιών έγινε στην απουσία ελεύθερης βούλησης και/ή διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, χωρίς, και πάλι, να παραθέτουν οποιοδήποτε πραγματικό γεγονός που να στηρίζει τους ισχυρισμούς τους. Μέσα δε σε όλο αυτό το πλέγμα των διαζευκτικών ισχυρισμών ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν υπεγράφη οποιοδήποτε έγγραφο υποθήκης και/ή έγκυρο έγγραφο υποθήκης και/ή προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 και/ή που πηγάζουν από τις ισχυριζόμενες υπό της Ενάγουσας επίδικες συμφωνίες, χωρίς και πάλι να διευκρινίζουν ποια ακριβώς είναι η θέση τους αν, δηλαδή, τα έγγραφα δεν υπογράφτηκαν, ή υπογράφτηκαν αλλά είναι άκυρα, ή αν δεν εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 αλλά κάποιου άλλου προσώπου, ή αν εξασφάλιζαν υποχρεώσεις της εναγομένης 1 άλλες από τις επίδικες. Οι αιτητές ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι ουδέποτε έλαβαν τις επιστολές που η Τράπεζα τους απέστειλε και/ή εν πάση περιπτώσει, ως αναφέρουν, απορρίφθηκαν εγγράφως με επιστολές των αιτητών προς την Τράπεζα. Και ως προς τούτο, λοιπόν, οι αιτητές προβάλλουν διαζευκτικούς και αντικρουόμενους μεταξύ τους ισχυρισμούς, αφού είτε δεν έλαβαν τις επιστολές που οι ενάγοντες τους απέστειλαν, είτε έλαβαν αυτές και τις απέρριψαν εγγράφως, στην τελευταία δε περίπτωση θα αναμένετο, σημειώνω, η επισύναψη, στην ένορκη δήλωση του κ. Ευσταθίου, των επιστολών που οι αιτητές απέστειλαν προς τους ενάγοντες. Περαιτέρω, ενώ στην παρ. (δ) αρνούνται ότι έλαβαν τα ισχυριζόμενα δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις, προβάλλουν, στις παρ. (ι) και (κ) τον ισχυρισμό ότι τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά και/ή υπόλοιπα λογαριασμών είναι αυθαίρετα και/ή προκύπτουν από παράνομες και/ή αντικανονικές και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις και/ή ότι χρεώθηκαν παράνομα επιπρόσθετοι τόκοι και/ή έξοδα και/ή τόκοι υπερημερίας και/ή έγινε ανατοκισμός κτλ, χωρίς, όμως, και πάλι να δίδουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και γεγονότα προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους, λόγου χάριν ημερομηνίες ή ποσά, οι οποίοι παραμένουν αντιφατικοί, μετέωροι, γενικοί και αόριστοι, χωρίς κανένα πραγματικό υπόβαθρο ή αποδεικτικά στοιχεία. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, το πράττει, όμως, εφόσον διαπιστώσει ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι ανεδαφική, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Τσεμέσογλου, ανωτέρω, έχει σημασία η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, «από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί». Παρά τον εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό ισχυρισμών που προβάλλονται από τους αιτητές, οι ισχυρισμοί τους είναι διφορούμενοι, αόριστοι και γενικοί, απουσιάζει δε παντελώς η αναμενόμενη υποστήριξη τους από συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να τους δώσουν υπόσταση και στέρεο βάθρο, περαιτέρω δε, η προβολή διαζευκτικών και εν πολλοίς αντικρουόμενων εκδοχών ως προς τα γεγονότα, τα οποία θα έπρεπε να γνωρίζει ο ομνύων, κλονίζει καταλυτικά το θεμέλιο της υπεράσπισης των αιτητών. Υπάρχει, κατά την κρίση μου, στην παρούσα περίπτωση αναλογία με τα όσα διαπιστώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.A.Δ. 2118, 2123-2124 για το νεφελώδες και αόριστο της υπεράσπισης, με την προβολή διαζευκτικών εκδοχών στην απουσία στερεού θεμελιωτικού βάθρου οποιασδήποτε από αυτών, καθώς και με την υπόθεση NSM Democars Ltd κ.α., ανωτέρω, όπου διαπιστώθηκε ότι «παρά το πολλαπλό και φλύαρο των αναφορών στην ένορκη δήλωση επί της αίτησης, δεν βρίσκουμε οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο - πέραν από ομιχλώδεις ισχυρισμούς - για να αποτελέσει βάθρο ως προς τη στοιχειοθέτηση της εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης». Υπό το φως των ανωτέρω, είναι η κατάληξη μου ότι οι αιτητές, μέσω των γενικόλογων και αστήρικτων διαζευκτικών ισχυρισμών τους, έχουν αποτύχει στην παρούσα υπόθεση να καταδείξουν ότι έχουν μία καλόπιστη, συζητήσιμη υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση μου, θα προχωρήσω να εξετάσω και το δικαιολογημένο ή μη της παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή, και το κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση από μέρους των αιτητών στην καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, τονίστηκε ότι: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή». Ανάλογη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, όπου στη σελ. 30 επισημαίνεται ότι: «Από σχετική νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος: Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Οι αιτητές οφείλουν να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να εμφανιστούν, με το βάρος απόδειξης των όποιων αμφισβητούμενων γεγονότων να βρίσκεται στους ώμους τους (Editc Ltd v. Makis Michaelides & Associates κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1887, 1894), με την παράλληλη επισήμανση ότι η Δ.48 Θ.4, «εφαρμόζεται . και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα, τα οποία στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης» (Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528). Στην παρούσα υπόθεση, οι αιτητές, μετά την επίδοση της αγωγής και προ της έκδοσης απόφασης εναντίον τους διόρισαν δικηγόρους - την Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. - για να τους υπερασπιστούν στην αγωγή, οι οποίοι και καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης, έστω με λανθασμένο αριθμό, ως προαναφέρθηκε, ενώ μετά τη διάλυση της Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. οι αιτητές διόρισαν τους νυν δικηγόρους τους για να συνεχίσουν να τους εκπροσωπούν, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στην οποία επισυνάπτονται διοριστήρια έγγραφα υπογραμμένα από τους αιτητές. Τούτων δοθέντων, είναι η κρίση μου ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί στους αιτητές πλήρης αδιαφορία για την εναντίον τους διαδικασία, ως εισηγείται ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28: «Οι εφεσίβλητοι μετά την επίδοση της αγωγής παρέδωσαν τα κλητήρια εντάλματα στο δικηγόρο τους. Ήταν λογικό, κατά τη γνώμη μας, να αναμένουν πως ο δικηγόρος τους θα ακολουθούσε την νενομισμένη δικαστική διαδικασία για να παρουσιαστεί και η υπεράσπιση τους στο δικαστήριο. Ο χρόνος των 3 μηνών που πέρασε δεν είναι κατά τη γνώμη μας τόσος που να δικαιολογεί οποιαδήποτε ανησυχία εκ μέρους των εφεσειόντων για την πορεία της υπόθεσής τους, ώστε να επικοινωνήσουν με το δικηγόρο τους για να πληροφορηθούν την εξέλιξή της. Δεν είχαν επιδείξει ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια στη δικαστική διαδικασία.» Το τι ακριβώς ακολούθησε της καταχώρησης του ελαττωματικού Σημειώματος Εμφάνισης δεν είναι καθαρό από την ενώπιον μου μαρτυρία, και φαίνεται να υπάρχει κάποια διάσταση ως προς τα γεγονότα αναφορικά με το χρόνο που αποκαλύφθηκε το σφάλμα που έγινε με το Σημείωμα Εμφάνισης, αφού οι μεν αιτητές ισχυρίζονται ότι το γεγονός αυτό εντοπίστηκε από το Πρωτοκολλητείο αφότου εκδόθηκε η απόφαση (παρ. 8(α) της ένορκης δήλωσης του κ. Ευσταθίου), οι δε καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι είναι πάγια και συνήθης πρακτική του Πρωτοκολλητείου του Ε.Δ. Λευκωσίας να ενημερώνει εγκαίρως τους εναγομένους και να επιστρέφει τα Σημειώματα Εμφάνισης που έχουν λάθος αριθμό αγωγής με ανάλογη ένδειξη (παρ. 8, σελ. 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Κουντούρη). Το τι ακριβώς όμως έγινε δεν μπορεί να έχει καταλυτική σημασία επί του εξεταζόμενου σημείου, καθότι και να ενημερώθηκαν άμεσα από το Πρωτοκολλητείο οι προηγούμενοι δικηγόροι των αιτητών ότι το Σημείωμα Εμφάνισης καταχωρήθηκε με λάθος αριθμό αγωγής, τούτο δεν εξυπακούει, δίχως άλλο, ότι οι εν λόγω δικηγόροι ενημερώθηκαν και για την έκδοση της απόφασης εναντίον των αιτητών, σημείο επί του οποίου δεν υπάρχει θετική μαρτυρία, αλλά μάλλον μία πιθανολόγηση από μέρους των καθ' ων η αίτηση. Το ενδεχόμενο δε πράγματι οι αιτητές να μην είχαν λάβει γνώση για την εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση, ως είναι η θέση των αιτητών, ενισχύεται και από ό,τι ακολούθησε της έκδοσης της απόφασης. Αν και όντως η αίτηση ορισμού καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση μόνο σε σχέση με την εναγομένη 2, και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες μόνο σε σχέση με την εναγομένη 2, το Πρωτοκολλητείο απέστειλε το «Σημείωμα Πρωτοκολλητή» σε σχέση με τον ορισμό της υπόθεσης με βάση τη Δ.30 Θ.2 (το οποίο φέρει ημερομηνία 2.12.2014), και στους δικηγόρους των αιτητών, οι οποίοι εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο στις 29.1.2015, ημερομηνία κατά την οποία οι καθ' ων η αίτηση δεν δήλωσαν ότι εναντίον των αιτητών είχε εκδοθεί απόφαση ή ότι δεν είχε καταχωρηθεί Υπεράσπιση από τους αιτητές, παρά μόνο ζητήθηκαν οδηγίες από όλες τις πλευρές (δηλαδή, από τους ενάγοντες, την εναγομένη 2 και τους εναγόμενους 1, 3 και 4) για καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων, κάτι που επαναλήφθηκε στις 10.3.2015, στις 24.4.2015 και στις 27.5.2015, με τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση να μην φέρουν ένσταση στα αιτήματα των δικηγόρων των αιτητών για παράταση του χρόνου καταχώρησης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, η οποία, εν τέλει καταχωρήθηκε, σημειώνω, στις 26.6.2015. Δεν είναι παρά στις 3.7.2015 που δηλώθηκε για πρώτη φορά από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση ότι έχουν σημειωμένο στο αρχείο τους ότι εναντίον των αιτητών εκδόθηκε απόφαση στις 17.9.2014. Τότε το Δικαστήριο, σύμφωνα με το πρακτικό που βρίσκεται στο φάκελο, έλεγξε το δικαστικό φάκελο, κατέγραψε τα όσα προέκυπταν από αυτόν, όρισε την υπόθεση για Ακρόαση μόνο όσον αφορά την εναγομένη 2 με την επισήμανση ότι οι εναγόμενοι 1, 3 και 4 έπρεπε να προβούν στα κατάλληλα διαβήματα για παραμερισμό της απόφασης, αν το επιθυμούν. Υπό το φως των πιο πάνω γεγονότων, κρίνω ότι η παράλειψη των αιτητών να εμφανισθούν, αλλά και να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση για παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης δικαιολογείται μέχρι την 3.7.2015. Όμως, μετά την εν λόγω ημερομηνία, ακόμα και αν δεχτώ ότι χρειάστηκε η μεσολάβηση κάποιων ημερών για να γίνει η έρευνα στο δικαστικό φάκελο (παρόλο που ως προκύπτει από το πρακτικό της 3.7.2015 το Δικαστήριο ανέφερε και κατέγραψε τα όσα προηγήθηκαν), παρατηρείται μία εντελώς αναιτιολόγητη και ανεξήγητη από πλευράς των αιτητών αργοπορία στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η οποία εκτείνεται σε διάστημα πέραν των 8 μηνών. Στην υπόθεση G & A Optus Electronics Services Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Α. 814, 817, η αίτηση παραμερισμού απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή υπήρξε καθυστέρηση τεσσάρων μηνών στην καταχώρηση της η οποία δεν δικαιολογήθηκε. Στην υπόθεση Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου και Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1101 κρίθηκε ότι υπήρχε ανεξήγητη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση δυόμισι περίπου μηνών μεταξύ της έκδοσης της απόφασης και της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού, ενώ ο ισχυρισμός του εφεσείοντος ότι αποτάθηκε στους δικηγόρους του μόλις πληροφορήθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του χωρίς να αναφέρει τη συγκεκριμένη ημερομηνία πληροφόρησης και τους λόγους της καθυστέρησης, δεν συνιστούσε δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Στην υπόθεση Ευστρατίου ν. Panart Ltd
(2005)1(B) AAD 1407, 1410, διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, πως δεν είχε δοθεί καμιά δικαιολογία από πλευράς εφεσείοντα για την καθυστέρηση που μεσολάβησε από την ημέρα (21.1.03) που έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό στις 20.2.03. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ 1283 καθυστέρηση τεσσάρων μηνών για υποβολή αίτησης παραμερισμού κρίθηκε αδικαιολόγητη. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε, το θέμα ήταν σημαντικό και οι εφεσείοντες όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτευχθεί τελεσιδικία εντός λογικού χρονικού διαστήματος. Τέλος, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε. Ιακώβου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία, παρά τη διαπίστωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης, η απόφαση παραμερίστηκε επειδή είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο συνήγορος των αιτητών, στα πλαίσια της αγόρευσης του, προσπαθεί να δικαιολογήσει το χρόνο μεταξύ της 15.7.2015 (οπότε και οι νυν δικηγόροι των αιτητών τους ενημέρωσαν για την έκδοση της απόφασης εναντίον τους) και της 11.3.2016 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ως διάστημα που ήταν αναγκαίο για να ενημερωθεί ο φάκελος της υπόθεσης από τον Εκκαθαριστή της Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., να γίνει έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου και ακολούθως να ετοιμαστεί η υπό εξέταση αίτηση. Όμως πλείστα όσα ο συνήγορος των αιτητών αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση η οποία, ως γνωστό, δεν αποτελεί αποδεκτό μέσο προσκόμισης μαρτυρίας (Νεοκλέους ν. Αλλαγιώτη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ 561, 563), δεν βρίσκουν έρεισμα στα όσα ο κ. Ευσταθίου αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, ο οποίος το μόνο που αναφέρει είναι ότι μετά τη λήψη της επιστολής της 15.7.2015 επικοινώνησε με τους δικηγόρους του, οι οποίοι έκαναν έρευνα στο δικαστικό φάκελο κατόπιν οδηγιών του, τα αποτελέσματα της οποίας καταγράφει. Όπως προανέφερα, στις 3.7.2015 το Δικαστήριο ενημέρωσε τους συνηγόρους των αιτητών περί του τι προηγήθηκε, και ακόμη και αν δεχτώ ότι χρειάστηκαν κάποιες μέρες για να γίνει η έρευνα στο δικαστικό φάκελο, σίγουρα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η οποία, φανερώνει μια αδικαιολόγητη αδράνεια και αδιαφορία των αιτητών, και επίδειξη συμπεριφοράς περιφρονητικής για τη δικαστική διαδικασία, την ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και για τελεσιδικία, αλλά και για τα δικαιώματα των αντιδίκων τους. Επαναλαμβάνω ότι ως υπεμνήσθη στην υπόθεση Milouca, ανωτέρω, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του εναγόμενου να αποταθεί για παραμερισμό της απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελεί λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του, γιατί διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα. Στη βάση όλων όσων ανέφερα πιο πάνω, είναι η κρίση μου ότι το αιτητικό (Α) της αίτησης δεν μπορεί να επιτύχει. Της κατάληξης τούτης δοθείσας, το διάταγμα που επιδιώχθηκε με την παράγραφο (Β) της υπό κρίσης αίτησης δεν θα με απασχολήσει, για το λόγο ότι με την έκδοση της παρούσας απόφασης δεν θα έχει και οποιοδήποτε αντικείμενο. Άλλωστε ο συνήγορος των αιτητών δεν αναφέρει οτιδήποτε στα πλαίσια της αγόρευσης του σε σχέση με το υπό την παράγραφο (Β) αιτούμενο διάταγμα. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων και εναντίον των αιτητών - εναγομένων 1, 3 και 4, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο