Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd) ν. FEDERN INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3265/2012, 24/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A475 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3265/2012 ΜΕΤΑΞΥ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd) Εναγόντων και 1. FEDERN INVESTMENTS LIMITED, εκ Λεμεσού 2. Γεώργιος Λάμπρου, εκ Λευκωσίας 3. Άρτεμης Λάμπρου, εκ Λεμεσού Εναγομένων Ημερομηνία: 24.8.2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση: κα Μ. Σκαρπάρη, για Δ. Χατζηνέστορος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Β. Γιατρού, για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση της Εναγόμενης 1, ημερ. 13.3.2014, για παραμερισμό της ερήμην της εκδοθείσας απόφασης Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη 1 ζητεί - 1. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set-aside) την εκδοθείσαν υπ' αυτού απόφαση ημερομηνίας 3.2.14 εναντίον της Εναγόμενης 1, εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγήν. 2. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, άλλη θεραπεία την οποίαν το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπο τις περιστάσεις. 3. Εξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση αυτή βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 17 θεσμός 10, Διαταγή 26 θεσμός 14, Διαταγή 48 θεσμοί 2-4,9 (h), επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος, επί της πρακτικής και επί των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση, ημερ. 10.3.2014 (στο εξής «η αρχική Ε/Δ»), της κας Άρτεμις Λάμπρου από τη Λεμεσό, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Διευθύντρια της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας και η οποία, ως δηλώνει, έχει άμεση, θετική και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από την Εναγόμενη 1 να προβεί στην ένορκη δήλωση. Συνοπτικά αναφέρω ότι η εκδοχή που εκθέτει η κα Λάμπρου στην αρχική Ε/Δ της προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού έχει τα εξής τρία σκέλη꞉ Πρώτον, η Εναγόμενη 1 αμφισβητεί το νομότυπο της επίδοσης του κλητηρίου σε αυτήν. Σημειωτέον ότι, βάσει της ένορκης δήλωσης επίδοσης, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και η οποία είναι ημερομηνίας 29.11.2013, το Κλητήριο ένταλμα φαίνεται να επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1 στις 28.11.2013 δια θυροκολλήσεως του στην οδό Μίλτωνος 83, Λεμεσός, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, κατόπιν Δικαστικού διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου, ημερ. 4.11.2013. Λέγει η κα Λάμπρου, στην παρα. 3 της αρχικής Ε/Δ της, ότι: «3. [.] Στη διεύθυνση Μίλτωνος 83 στεγαζόταν η Εναγόμενη 1 προτού αναστείλει τις εργασίες της. Πλέον η Εναγόμενη 1 είναι σε αδράνεια και δεν λειτουργεί. Έκτοτε στο εν λόγω υποστατικό στεγάζεται άλλη εταιρεία η οποία λειτουργεί υπεραγορά με διαφορετική επωνυμία από αυτήν με την οποία λειτουργούσε η Εναγόμενη 1. Η εταιρεία η οποία στεγάζεται σήμερα στο εν λόγω υποστατικό δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την Εναγόμενη 1.». Ισχυρίζεται η κα Λάμπρου στην παρα. 4 της Ε/Δ της, ότι οι Ενάγοντες «γνωρίζουν πολύ καλά» ότι η Εναγόμενη 1 έχει αναστείλει τις εργασίες της και δεν εργάζεται πλέον στο εν λόγω υποστατικό, γι' αυτό και η ενόρκως δηλούσα θεωρεί ότι «η Τράπεζα σκόπιμα επέδωσε την αγωγή στην εν λόγω διεύθυνση έτσι ώστε να μην μπορέσουμε να παρουσιαστούμε στο δικαστήριο και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα της εταιρείας». Δεύτερον, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι έλαβε για πρώτη φορά γνώση για την ύπαρξη της εναντίον της αγωγής στις 3.2.2014. Συγκεκριμένα, είναι η θέση της κας Λάμπρου ότι: «3. Στις 3.2.2014 οι δικηγόροι μου εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την Αίτηση Παραμερισμού της απόφασης εναντίον του Εναγομένου 2, ημερομηνίας 6.11.2013. Εκεί πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά πως εκκρεμούσε και μονομερής Αίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1 για απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Οι δικηγόροι της άλλης πλευράς ενημέρωσαν τους δικηγόρους μας πως είχε γίνει επίδοση του κλητηρίου στην Εναγόμενη 1 με θυροκόλληση στην οδό Μίλτωνος 83, Λεμεσός.». Ισχυρίζεται η κα Λάμπρου ότι, όταν στις 3.2.2014 οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 πληροφορήθηκαν για την εκκρεμούσα αίτηση για απόφαση εναντίον της, ζήτησαν όπως η αίτηση παραμείνει για οδηγίες, ούτως ώστε να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης, παρά το γεγονός ότι, ως η θέση τους, η επίδοση ήταν παράτυπη, ούτως ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω έξοδα, αλλά οι δικηγόροι των Εναγόντων απέρριψαν την εν λόγω εισήγηση και προχώρησαν σε απόδειξη της αγωγής εναντίον της Εναγομένης 1. Για να αποδείξει τα λεγόμενά της αυτά, η κα Λάμπρου επισυνάπτει στην Ε/Δ της, ως Τεκμήριο Α, επιστολή ημερ. 6.2.2014 των δικηγόρων της Εναγόμενης 1 προς τους δικηγόρους των Εναγόντων, όπου εκδηλώνει τη διαμαρτυρία της για την αντισυναδελφική στάση που επέδειξαν. Αναφέρει, συναφώς, ότι εάν η Εναγόμενη 1 γνώριζε ενωρίτερα για την έγερση της αγωγής εναντίον της, θα είχε διορίσει δικηγόρο για να προβάλει την υπεράσπισή της. Η μη εμφάνισή της στο Δικαστήριο δεν ήταν σκόπιμη ούτε κακόπιστη και γι' αυτό εισηγείται προς το Δικαστήριο να παραμερίσει την εκδοθείσα εναντίον της απόφαση. (βλ. παρα. 42 της Ε/Δ). Τονίζει ότι ευθύς μετά που αυτή έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής, ήταν έτοιμη για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης, ως το Τεκμήριο Δ της στην Ε/Δ της. Τρίτον, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση και πως προτίθεται να καταχωρήσει και ανταπαίτηση. Είναι η θέση της κας Λάμπρου ότι τα γεγονότα όπως τα παρουσιάζει η ίδια εγείρουν σοβαρά νομικά και πραγματικά ζητήματα προς εκδίκαση. Η Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 στηρίζεται στην ακόλουθη εκδοχή꞉ Η Εναγόμενη 1 ενάγεται υπό την ιδιότητά της ως πρωτοφειλέτιδα δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, ημερ. 9.9.2008, που επισυνάπτεται ως το Τεκμήριο Β στην αρχική Ε/Δ της κας Λάμπρου. Σχετική η παρα. 7 της ιδίας Ε/Δ. Η εν λόγω συμφωνία ενοικιαγοράς είναι, κατά τον ισχυρισμό της Εναγομένης 1, εικονική (βλ. παρα. 12 της Ε/Δ) και μεγάλο μέρος των αντικείμενων στα οποία αφορά η επίδικη συμφωνία είναι ανύπαρκτα (βλ. παρα. 13 της Ε/Δ). Ισχυρίζεται, ειδικότερα, η κα Λάμπρου ότι η συμφωνία έγινε εικονικά για να μπορέσει η Τράπεζα να υπερπηδήσει ορισμένους περιορισμούς της Κεντρικής Τράπεζας και να παραχωρήσει επιπλέον χρηματοδότηση €100.000 στην πρωτοφειλέτιδα Εναγόμενη 1, ως της είχε υποσχεθεί ή/και διαβεβαιώσει παλαιότερα προφορικά (βλ. το ιστορικό που παρατίθεται στις παρα. 8 έως 12 της Ε/Δ). Τα εικονικά αντικείμενα της ενοικιαγοράς, ως παρατίθενται στο τιμολόγιο που ετοίμασε η Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο Γ στην Ε/Δ της κας Λάμπρου) αποτελούν γραφειακό εξοπλισμό που ως ο ισχυρισμός της κας Λάμπρου δεν χρειαζόταν κατά την εκτέλεση των εργασιών της η Εναγόμενη 1, εφόσον αυτή ασχολείτο με τη λειτουργία υπεραγοράς και το λιανικό εμπόριο. Τα υπόλοιπα αντικείμενα που αναγράφονταν στο τιμολόγιο ως το Τεκμήριο Γ, αποτελούσαν ήδη περιουσία της Εναγόμενης 1 και τιμολογήθηκαν από την Τράπεζα με πλασματικά ποσά, χωρίς να τα επιθεωρήσει είτε αυτή είτε εκτιμητής της, με σκοπό να καταστεί η υποτιθέμενη συμφωνία ενοικιαγοράς αληθοφανής. Ισχυρίζεται η Εναγόμενη 1 ότι, εφόσον πρόκειται για εικονική συμφωνία ενοικιαγοράς, αυτή είναι παράνομη, αντίκειται στη δημοσιονομική πολιτική και στους κανονισμούς, τα θεσμικά χρηματοπιστωτικά πλαίσια, αλλά και στην ελεύθερη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και των θεσμικών πλαισίων του ανταγωνισμού και, ως τέτοια, άκυρη (βλ. παρα. 16 της Ε/Δ). Επικαλείται η κα Λάμπρου ότι η Εναγόμενη 1 - πρωτοφειλέτιδα υπήρξε θύμα «οικονομικού εξαναγκασμού» (βλ. παρα. 17 της Ε/Δ) υπό την έννοια ότι αναγκάστηκε από την Ενάγουσα να υπογράψει την εν λόγω συμφωνία ενοικιαγοράς μιας και είχε ήδη διαμορφώσει το οικονομικό της πλάνο και διεξήγαγε τις εργασίες της βάσει των παραστάσεων και υποσχέσεων πως θα της παραχωρούνταν δανειακές διευκολύνσεις ύψους €480.000. Εξαιτίας του ότι, ως ισχυρίζεται η επίδικη συμφωνία είναι προϊόν εξαναγκασμού, είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι είναι ακυρώσιμη συμφωνία. Περαιτέρω, η κα Λάμπρου απαριθμεί όρους της σύμβασης που ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστικοί και άκυροι, χωρίς κανένα νομικό αποτέλεσμα. Σχετική η παρα. 18, σελ. 5, της αρχικής Ε/Δ της. Τέλος, η κα Λάμπρου χαρακτηρίζει τον τερματισμό της σύμβασης ως παράνομο, αντισυμβατικό, κακόπιστο και καταχρηστικό. Το ίδιο επικαλείται αναφορικά με την επιβολή τόκου υπερημερίας και για την αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου μονομερώς. Σχετική η παρα. 34 της αρχικής Ε/Δ. Η προτιθέμενη ανταπαίτηση της Εναγομένης αρ. 1 στηρίζεται στην ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: Κατά ή περί τα μέσα του 2009 οι Εναγόμενοι ζήτησαν από την τράπεζα αναδιάρθρωση των δανείων που είχαν με την τράπεζα (όχι μόνον του ποσού της συμφωνίας ενοικιαγοράς). Υπήρξαν σχετικές συναντήσεις και επαφές με την Ενάγουσα κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 κατά τις οποίες οι Εναγόμενοι υπέβαλαν την εισήγησή τους και οι υπάλληλοι της Ενάγουσας συμφώνησαν. Αντί αναδιάρθρωσης των δανείων, ως ανέμεναν οι Εναγόμενοι, η Ενάγουσα απροειδοποίητα διέκοψε τη χρηματοδότηση της Εναγομένης 1 και σταμάτησε τις πληρωμές των επιταγών της. Προκάλεσε κατ' αυτόν τον τρόπο η Ενάγουσα οικονομική ζημιά στους Εναγομένους. Εξανάγκασε η Ενάγουσα τους Εναγομένους σε συμφωνία δανείου για ποσό €70.000, το οποίο παράνομα τοποθέτησε σε άλλο λογαριασμό της Εναγομένης 1. Αναγκάστηκαν εν τέλει οι Εναγόμενοι να πωλήσουν την επιχείρησή τους ως δρώσα οικονομική μονάδα σε ποσό που αρκούσε μόνο για την κάλυψη κάποιων εξόδων τους, σε ζημιά τους. Περαιτέρω, η ανταπαίτηση θα εδράζεται και στη ζημιά που η Εναγόμενη 1 υπέστη ως εκ της καταχώρισης των στοιχείων της στο σύστημα της εταιρείας Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ από την Τράπεζα. Σχετικές οι παράγραφοι 21 έως 32 της αρχικής Ε/Δ της κας Λάμπρου. Οι Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση ενίστανται στο αίτημα της Εναγομένης 1 για παραμερισμό της ερήμην της εκδοθείσας απόφασης στην παρούσα αγωγή. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.5, Δ.17, θ.θ. 2, 3, 4, 5, 6, και 10, Δ.26, Θ.14, Δ.5, θ.θ.1, 2 και 7, Δ.16, θ.9, Δ.40, θ.θ.2, 3, 7 και 11 Δ.48, θ.θ. 1, 2, 3, 4 και 9(
- h)και Δ.64, θ.θ.1 και 2, επί της πρακτικής, της νομολογίας, της διακριτικής ευχέρειας και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, επί των γενικών αρχών του Νόμου και επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «Α. Η Αιτήτρια / Εναγόμενη 1, δεν απέδειξε καθόλου λόγο και δεν έδωσε επαρκή αιτιολογία για την παράλειψη της να εμφανισθεί και υπερασπισθεί στην διαδικασία της αγωγής πριν ή και κατά την 3/2/14, ημερομηνία κατά την οποία εξεδόθη απόφαση στην εν λόγω αγωγή. Β. Η πιο πάνω αγωγή καταχωρήθηκε στις 17/5/2012, το κλητήριο ένταλμα ανανεώθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερ. 20.6.2013 και παρ' όλες τις προσπάθειες της Ενάγουσας να επιδώσει την αγωγή στο Εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας αυτό δεν έγινε κατορθωτό με αποτέλεσμα η αγωγή να επιδοθεί στις 28.11.2013 δυνάμει Διατάγματος ημερ. 4.11.2013, δια θυροκόλλησης του κλητηρίου εντάλματος στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 στην οδό Μίλτωνος 83, 3047 στη Λεμεσό. Γ. Η Αιτήτρια/Εναγόμενη 1 δεν έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση και η Ένορκη δήλωση της Άρτεμις Λάμπρου, Εναγομένης 3, που συνοδεύει την αίτηση της Εναγόμενης 1, είναι γενική και αόριστη χωρίς να δίνει συγκεκριμένες λεπτομέρειες με την υπεράσπιση της. Περαιτέρω η υπεράσπιση της Αιτήτριας/Εναγομένης 1 είναι αναξιόπιστη. Δ. Τυχόν επικρότηση της αίτησης της Εναγομένης 1 θα επιφέρει πλήγμα στις ανάγκες για τελεσιδικία των αποφάσεων (Finality of Judgment) και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση των Εναγόντων εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των Εναγόντων κ. Χρίστου Πηγασίου, από την Λευκωσία, ημερ. 3.6.2014. Ο κ. Πηγασίου δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι για τα νομικά θέματα έχει πάρει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των Εναγόντων. Έχει διαβάσει προσεκτικά τόσο την Αίτηση παραμερισμού (Set Aside) ημερομηνίας 13/3/14 της Εναγομένης 1 όσο και την Ένορκη Δήλωση της κας Άρτεμις Λάμπρου που τη συνοδεύει. Απορρίπτει ο κ. Πηγασίου τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1, εκτός όπου ρητά δηλώνει το αντίθετο, και λέγει τα εξής꞉ Αναφορικά με το νομότυπο και κανονικό της επίδοσης. Σύμφωνα με έρευνα που έγινε στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στις 6.11.2012, η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 από 15.7.2010 ήταν η «οδός Μίλτωνος 83, 3047, στη Λεμεσό». Σχετικό αποδεικτικό το Τεκμήριο Α στην Ε/Δ του κ. Πηγασίου. Την ίδια διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου διατηρούσε δηλωμένη στον Έφορο Εταιρειών η Εναγόμενη 1 ακόμη και μέχρι τις 25.2.2013 που οι Ενάγοντες διεξήγαγαν δεύτερη έρευνα περί τούτου. Σχετικό αποδεικτικό το Τεκμήριο Ε στην Ε/Δ του κ. Πηγασίου. Έτσι, οι Ενάγοντες επιχείρησαν να επιδώσουν το κλητήριο στην ως άνω διεύθυνση μέσω της δικαστικού επιδότη κας Αρετής Νέρουππου, η οποία όμως ειδοποίησε τους Ενάγοντες ότι η επίδοση στην εν λόγω διεύθυνση δεν κατέστη δυνατή, διότι εκεί στεγαζόταν «το κρεοπωλείο Μελή». Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β η ειδοποίηση της κας Αρετής Νέρουππου προς τους Ενάγοντες, ημερ. 11/6/12, και ως Τεκμήριο Στ, οι ειδοποιήσεις της ίδιας επιδότου, ημερ. 12/9/13 και 3/10/13. Στο μεσοδιάστημα, οι Ενάγοντες επιχείρησαν να επιδώσουν το κλητήριο στη Διευθύντρια της Εναγόμενης 1, κα Στυλιανή Παρηγόρη, η οποία φαινόταν από έρευνα στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών να κατέχει τη θέση Διευθύντριας στην εταιρεία από 27.12.2010 και εξακολουθούσε να βρίσκεται στη θέση αυτή στις 25.2.2013 που έγινε η τελευταία έρευνα των Εναγόντων. Αποδεικτικά της έρευνας αποτελούν τα Τεκμήρια Γ1 και Γ2 στην Ε/Δ του κ. Πηγασίου. Η προσπάθεια του νέου δικαστικού επιδότη, κ. Ανδρέα Αβρααμίδη, να της επιδώσει στη διεύθυνση της Διευθύντριας κατέληξε άκαρπη. Σχετική η ειδοποίηση του κ. Ανδρέα Αβρααμίδη προς τους Ενάγοντες, ως το Τεκμήριο Γ.3. Με βάση πληροφορίες που έλαβε ο επιδότης από τον ιδιοκτήτη του υποστατικού στην εν λόγω διεύθυνση, η κα Παρηγόρη είχε αποχωρήσει από την εν λόγω διεύθυνση από το προηγούμενο καλοκαίρι. Η γραμματέας της εταιρείας, κα Σταυρούλα Σιειττάνη, σύμφωνα με το Τεκμήριο Γ1, είχε την ίδια διεύθυνση με το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, γι' αυτό και δεν μπορούσε να καταστεί δυνατή η επίδοση σε εκείνην. Ενόψει των ανωτέρω, οι Ενάγοντες προχώρησαν και εξασφάλισαν Δικαστικό Διάταγμα (ως το Τεκμήριο Ι) για υποκατάστατη επίδοση στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας, δια θυροκόλλησης του κλητηρίου, η ισχύς του οποίου ανανεώθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερ. 20.6.2013 (βλ. Τεκμήριο Δ). Η θυροκόλληση έγινε στις 28.11.2013 ως φαίνεται στο Τεκμήριο ΙΒ. Για να αποδείξει το νομότυπο της υποκατάστατου επίδοσης στην εν λόγω διεύθυνση, ο κ. Πηγασίου παρουσιάζει ως Τεκμήριο ΙΑ, το αποδεικτικό της έρευνας που έγινε στον Έφορο Εταιρειών στις 15.5.2014 που δείχνει ότι εξακολουθούσε μέχρι και τότε η Εναγόμενη 1 να έχει δηλωμένη την ίδια διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου, ήτοι την «Μίλτωνος 83, 3047 Λεμεσός». Εισηγείται ο κ. Πηγασίου ότι ουσιαστικά η Εναγόμενη 1 δόλια για ενάμιση χρόνο απέφευγε την επίδοση και ότι αδικαιολόγητα δεν καταχώρησε εμφάνιση μετά την υποκατάστατο επίδοση. Δεν αρνείται ο κ. Πηγασίου τον ισχυρισμό της κας Λάμπρου ότι οι δικηγόροι της Εναγομένης 1 διαμαρτυρήθηκαν γραπτώς για το γεγονός ότι στις 3.2.2014 οι Ενάγοντες προχώρησαν σε απόδειξη της αγωγής, αλλά επισυνάπτει ως Τεκμήριο ΙΓ την επιστολή της δικηγόρου των Εναγόντων, όπου αυτή απορρίπτει ως ανακριβείς τους εν λόγω ισχυρισμούς των δικηγόρων της Εναγομένης 1. Αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως καλό και καλόπιστο της υπεράσπισης. Αρνείται ο κ. Πηγασίου τον ισχυρισμό της Εναγομένης 1 περί εικονικής ενοικιαγοράς και ανύπαρκτων αντικειμένων ή πλασματικών τιμολογήσεων. Στην παρα. 18 της Ε/Δ του, ο κ. Πηγασίου λέγει ότι, το γεγονός ότι στην επίδικη ενοικιαγορά, έμπορος και μισθωτής είναι η Εναγόμενη 1 είναι καθ' όλα θεμιτό, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να το αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου, καταβάλλοντας το τίμημά του και να συνάπτουν σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν. Δεν αποκλείεται, όμως, να ανήκε αρχικά το αντικείμενο της ενοικιαγοράς στον ίδιο τον Ενοικιαγοραστή. Λέγει στην παρα. 17 ότι τα αντικείμενα ενοικιαγοράς όπως φαίνεται στην επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς αποτελούν εξοπλισμό Mini Market και ψυγεία καθώς και ψυκτικούς θαλάμους κρεοπωλείου, αξίας €120.000 πλέον €42,906.19 δικαιώματα ενοικιαγοράς. Επαναλαμβάνει στην παρα. 19 ότι η αγωγή αφορά ενοικιαγορά για ποσό €120.000 πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς. Αντικείμενο της ενοικιαγοράς ήταν τα αντικείμενα που αναφέρονται στα τιμολόγια 2154 2155, που αποτελούν εξοπλισμό κρεοπωλείου αξίας €100,000 πλέον έπιπλα αξίας €20,000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Το συνολικό ποσό των €163,091.61 οι Εναγόμενοι ανέλαβαν να πληρώσουν με μηνιαίες δόσεις εκ €2,265.17 από 9/10/2000. Στην ίδια παράγραφο, ο κ. Πηγασίου επισημαίνει ότι, οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν αδιαμαρτύρητα τις δόσεις από 9/10/2008 έως 5/3/2011 (μέρος). Το γεγονός αυτό ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι κατέβαλαν τις δόσεις τους για περίοδο 3 σχεδόν χρόνων, χωρίς να προβάλλουν τους ισχυρισμούς για δήθεν παρατυπίες κατά τη σύναψη της επίδικης ενοικιαγοράς και για δήθεν εικονική ενοικιαγορά, αποδεικνύουν, κατά την εισήγηση του κ. Πηγασίου, ότι αυτοί οι ισχυρισμοί αποτελούν σκέψεις εκ των υστέρων για να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Αρνείται ο κ. Πηγασίου, στην παρα. 20 της Ε/Δ του, τον ισχυρισμό περί αυθαίρετου ή αντισυμβατικού ή παράνομου τερματισμού της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Παραπέμπει σε ρητούς όρους της επίδικης ενοικιαγοράς και συγκεκριμένα τους όρους 4 και 6, βάσει των οποίων, εάν οι Εναγόμενοι καθυστερήσουν την πληρωμή οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους αυτής, οι Ενάγοντες δύνανται να τερματίσουν πάραυτα τη συμφωνία της ενοικιαγοράς και δικαιούνται στην άμεση επιστροφή και κατοχή του αντικειμένου. Επισημαίνει στην παρα. 25 ότι οι Ενάγοντες, με επιστολή τους ημερομηνίας 9/11/2011, τερμάτισαν την πιο πάνω συμφωνία λόγω του ότι οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν τις δόσεις τους από 5/3/2011 (μέρος) έως 5/11/2011, συμποσούμενες στο ποσό των €17,435.99. Η επιστολή ημερ. 9/11/2011 στάλθηκε τόσο στην Εναγόμενη 1 όσο και στους Εναγόμενους 2 και 3. Όσον αφορά τον τόκο που επιβλήθηκε, ο κ. Πηγασίου εξηγεί στην παρα. 21 της Ε/Δ του, ότι η Ενάγουσα με βάσητην υφιστάμενη νομοθεσία και βάσει του όρου 2(γ) του Συμβολαίου ενοικιαγοράς συμφώνησε με τους Εναγόμενους και όρισαν σαν ποσοστό επιτοκίου επί των καθυστερημένων δόσεων 7% πέραν του βασικού επιτοκίου που θα ισχύει κατά την περίοδο υπερημερίας με αναφαίρετο δικαίωμα των ιδιοκτητών να αφαιρούν από οποιαδήποτε πληρωμή πρώτα τους τόκους υπερημερίας. Οι Ενάγοντες περαιτέρω με ανακοίνωσή τους στον ημερήσιο τύπο, μείωσαν το ποσοστό τόκου υπερημερίας σε 3% με έναρξη της ισχύος της μείωσης από 23.4.2012. Αναφορικά με την εκδοχή γεγονότων που συνθέτει την αιτία ανταπαίτησης της Εναγομένης 1. Ο κ. Πηγασίου χαρακτηρίζει ως μη ανταποκρινόμενους σε αληθή γεγονότα τους ισχυρισμούς που προβάλλει η κα Λάμπρου στις παρα. 24 έως 32 της δικής της Ε/Δ. Καταλήγει ο κ. Πηγασίου στην παρα. 29 της Ε/Δ του να εισηγείται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει σοβαρό λόγο γιατί δεν εμφανίστηκε στην αγωγή και περαιτέρω ότι έχει καλόπιστη συζητήσιμη υπεράσπιση. Η υπεράσπιση που παραθέτει με την Ε/Δ του αφ' ενός στερείται λεπτομερειών και αφετέρου είναι αναξιόπιστη και ψευδής. Μετά την καταχώρηση της πιο πάνω Ένστασης της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 1 επιχείρησε να αντικρούσει ή/και να απαντήσει στους ισχυρισμούς του κ. Πηγασίου. Ενόψει της μη ύπαρξης ένστασης στη σχετική αίτηση της Εναγομένης 1 ημερ. 8.6.2015, δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο ημερ. 10.9.2015 για την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης (Σ.Ε/Δ) της κας Άρτεμις Λάμπρου, η οποία και καταχωρήθηκε στις 8.10.2015 και κρίθηκε εμπρόθεσμη ως φαίνεται στο πρακτικό ημερ. 19.10.2015. Με τη Σ.Ε/Δ, ημερ. 8.10.2015: (α) Η κα Λάμπρου αρνείται κατηγορηματικά ότι στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1, ήτοι στην οδό «Μίλτωνος 83» στεγάζεται το κρεοπωλείο «ΜΕΛΗΣ». Αντιτείνει ότι το εν λόγω κρεοπωλείο βρίσκεται στην οδό Μίλτωνος 59. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α σχετική απόδειξη από το κρεοπωλείο, στην οποία φαίνεται η διεύθυνση στην οποία στεγάζεται. Λέγει ότι κατά το χρόνο της ισχυριζόμενης επίδοσης στη διεύθυνση Μίλτωνος 83, στεγαζόταν το κατάστημα C & C Express Discount Shop, με το οποίο η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν έχει απολύτως καμία σχέση και οποιαδήποτε επίδοση στην εν λόγω διεύθυνση είναι παράτυπη. Δηλώνει επίσης ότι σήμερα το εν λόγω υποστατικό είναι υπό ανακαίνιση και σε αυτό έχει μεταφερθεί επιχείρηση υπό την επωνυμία FRESCO με την οποία η Εναγόμενη 1 ουδεμία σχέση έχει. (β) Ως εκ των ανωτέρω, η κα Λάμπρου δηλώνει ότι, οι ισχυρισμοί του κ Πηγασίου στην παρα. 17 της Ε/Δ του ότι τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς αφορούν εξοπλισμό κρεοπωλείου, υπονοώντας πως ο εν λόγω εξοπλισμός χρησιμοποιείται από το κρεοπωλείο «ΜΕΛΗΣ» που δήθεν στεγάζεται στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 1, είναι εντελώς αβάσιμοι. Επαναλαμβάνει τη θέση της Εναγομένης 1 ότι η εν λόγω ενοικιαγορά ήταν εικονική και τα εν λόγω αντικείμενα δεν υπάρχουν. (γ) Αποφεύγει τους ισχυρισμούς του κ. Πηγασίου στις παρα. 11 και 14 της Ε/Δ του και δηλώνει ότι ουδέποτε απέφευγε ήταν η ίδια η κα Λάμπρου είτε η Εναγόμενη 1 την επίδοση της εν λόγω αγωγής. Στις 15.6.2012 η κα Λάμπρου μετέβη σε υποκατάστημα των Εναγόντων με σκοπό την αποφυγή άλλου χρέους και είναι οι Ενάγοντες που δόλια της απέκρυψαν το γεγονός της έγερσης της παρούσας αγωγής, ώστε να τις φέρουν προ τετελεσμένων. Εκ συμφώνου, στις 17.11.2015 δόθηκε άδεια για καταχώριση Συμπληρωματικής Ε/Δ και από πλευράς του κ. Πηγασίου, η οποία καταχωρήθηκε στις 2.12.2015 και λέγει τα εξής꞉ 1. Ο ισχυρισμός της κας Άρτεμις Λάμπρου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης στη διεύθυνση «Μίλτωνος 83» στεγαζόταν το κατάστημα C & C Express Discount Shop είναι ισχυρισμός γενικός, ατεκμηρίωτος, αόριστος και εκ των υστέρων κατασκεύασμα της Εναγόμενης 1. Εν πάση περιπτώσει, ένα το πιο πάνω κατάστημα στεγαζόταν στο χώρο του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 κατά το χρόνο της επίδοσης, όφειλε η κα Λάμπρου να είχε αναφέρει το γεγονός αυτό στην αρχική της Ε/Δ. 2. Ο ισχυρισμός της κας Λάμπρου ότι το Κρεοπωλείο Μελή στεγάζεται στην οδό Μίλτωνος 59 είναι γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος. Παρά το ότι η κα Λάμπρου παρέθεσε απόδειξη του κρεοπωλείου Μελή, είναι εντούτοις άγνωστος ο αριθμός των μαγαζιών που διαθέτει η εταιρεία Melis & Sons (Meat Market) Ltd στη Λεμεσό και σε ποιες περιοχές. Οι πληροφορίες που οι Ενάγοντες έχουν όσον αφορά την ύπαρξη του κρεοπωλείου ΜΕΛΗΣ στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 προέρχονται από τις ειδοποιήσεις της δικαστικής επιδότου. Εν πάση περιπτώσει, η κα Λάμπρου γνώριζε από την ημερομηνία καταχώρισης της αρχικής της Ε/Δ, ποια ήταν η διεύθυνση του κρεοπωλείου ΜΕΛΗΣ. 3. Παραδέχεται ο κ. Πηγασίου ότι η κα Άρτεμις Λάμπρου επισκέφθηκε τα γραφεία των Εναγόντων στις 12.6.2012 και εξόφλησε τα οφειλόμενα δυνάμει της αγωγής 3068/12 καθώς και τα δικηγορικά έξοδα και προς τούτο παρουσιάζει την απόδειξη ημερ. 13.6.2012 ως το Τεκμήριο Β. Προχωρεί, όμως, ο κ. Πηγασίου και ισχυρίζεται (βλ. παρα. 5) ότι ενόψει της εξόφλησης της αγωγής 3068/12, η ίδια η Εναγόμενη 3 ζήτησε πίστωση χρόνου για να διευθετήσει και την παρούσα αγωγή, αντί αυτού όμως η Εναγόμενη 1 όσο και η Εναγόμενη 3 απέφευγαν την επίδοση για 1 1/2 χρόνο. 4. Λέγει ο κ. Πηγασίου τον ισχυρισμό (βλ. παρα. 5) ότι η οδός Μίλτωνος 62 ήταν η διεύθυνση που έδωσε στους Ενάγοντες η Εναγόμενη 3 - ενόρκως δηλούσα κατά την υπογραφή της επίδικης ενοικιαγοράς και εγείρει τον ισχυρισμό ότι σε αυτή τη διεύθυνση είναι που έγιναν οι ανεπιτυχείς προσπάθειες της δικαστικής επιδότου για να επιδώσει την παρούσα αγωγή, ως οι ειδοποιήσεις της δικαστικής επιδότου, κας Νέρουππου, που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Γ στη Σ.Ε/Δ του κ Πηγασίου. Παρατηρεί ο κ. Πηγασίου ότι μετά την υποκατάστατο επίδοση δια θυροκόλλησης στην οδό «Μίλτωνος 62», η Εναγόμενη 3 - ενόρκως δηλούσα έλαβε γνώση της παρούσας αγωγής και καταχώρισε εμφάνιση εμπρόθεσμα, ενώ για ενάμιση χρόνο απέφευγε την επίδοση στην ίδια διεύθυνση. Δεν υπήρξε αίτημα αντεξέτασης οποιουδήποτε εκ των δύο ομνυόντων. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης στη βάση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων τις οποίες μελέτησα με προσοχή. Προχωρώ πιο κάτω σε ανάλυση της νομικής πτυχής της υπό κρίση αίτησης και σε αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης και κατάληξης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10096, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, ο Ηλιάδης Δ. κατέγραψε τα εξής, τα οποία απηχούν μέχρι σήμερα τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίουː «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που λήφθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανισθεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρο)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Στην Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίσθηκαν στην απόφαση Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204,210, που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Ταυτόχρονα σημειώθηκε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως εξηγεί ο Πικής, Π., που έδωσε την απόφαση του Εφετείου, "Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης." Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω),"Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του."». Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός (5788/2005, απόφαση ημερομηνίας 05/08/2013): «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. lason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13).». Υπό το φως των πιο πάνω νομολογηθέντων είναι που θα πρέπει να διαβάζεται η Διαταγή 17, Θ.10, η οποία προβλέπει ότιː «10. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10 ανωτέρω, συνοψίσθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.». Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των αιτητών. Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν με την εξής επισήμανση του Ναθαναήλ, Δ., στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 205/2010ː «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, ως αξιολογείται στην όψη των ενόρκων δηλώσεων και δεδομένου ότι δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα κατά πόσον η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη 1 έγινε νομότυπα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναλύω το σκεπτικό μου ως εξής꞉ (α) Αναφορικά με την επίδοση σε νομικό πρόσωπο, σχετική είναι η Διαταγή 5, θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει για επίδοση στον πρόεδρο ή σε άλλο αξιωματούχο ή στον ταμία ή τον γραμματέα της εταιρείας ή με άφεση του κλητηρίου στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Παραθέτω αυτούσια τη Δ.5, θ.7ː «7. In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; [...]». (β) Η νομολογία δεν θεωρεί καλή την επίδοση αν το κλητήριο αφεθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο μιας εταιρείας χωρίς να υπάρχει λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, ότι το κλητήριο θα παραληφθεί στην εν λόγω διεύθυνση. Σε περίπτωση, μάλιστα, όπου δεν φαίνεται ποιο πρόσωπο και υπό ποια ιδιότητα παρέλαβε το κλητήριο στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι επετεύχθη ο σκοπός της επιδόσεως που είναι να λάβει γνώση η εναγόμενη εταιρεία για την υπόθεση που αντιμετωπίζει στο Δικαστήριο, για να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Τούτο με απώτερο σκοπό τη διασφάλιση του θεμελιώδους συνταγματικού της δικαιώματος ως προβλέπεται στο Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος. Παραπέμπω, συναφώς, στα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Ιερα Μητροπολη Λεμεσου ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1Α Α.Α.Δ 43, καθώς και στην απόφαση ημερ. 10.5.2011 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 284/2008, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΜΙΤΣΑΣ, ν.SALWA CHAPARIAN. Δεν κρίνεται ικανοποιητική η επίδοση δια αφέσεως στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας κατά τρόπο γενικό και αόριστο ούτε ή δια ταχυδρομικής αποστολής του κλητηρίου εντάλματος στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, παρά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, ή ακόμη του άρθρου 102
(1)του ιδίου Νόμου, το οποίο, ως παρατηρώ, επικαλείται στη γραπτή της αγόρευση η συνήγορος των Εναγόντων. (β) Η υποκατάστατη επίδοση διέπεται από τη Δ.5 θ.9., η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.2. Απαιτείται η καταχώρηση αίτησης. Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857). Ωστόσω, το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια αιτιολογημένα. Οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο οφείλει να ελέγχει αν πληρούνται προτού εγκρίνει ένα Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης έχουν αναλυθεί στην Sabine Zehil v Neil Roberts
(2009)1 Α.Α.Δ. 678. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «[...] Το δικαστήριο λανθασμένα ενέκρινε το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση, εφόσον: (α) καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε ότι υπήρχε πρακτική δυσκολία στο να γίνει προσωπική επίδοση, (β) κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου σχετικά με τις προσπάθειες που έγιναν για προσωπική επίδοση και ότι είχαν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες για προσωπική επίδοση ή ότι η Εφεσείουσα σκόπιμα απέφευγε επίδοση, και (γ) καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε που να δείχνει ότι η δημοσίευση σε αγγλόφωνη εφημερίδα στην Κύπρο, εύλογα θα έφερνε σε γνώση της Εφεσείουσας την αίτηση διαζυγίου. Η δημοσίευση, ως μέθοδος επίδοσης, συνήθως επιλέγεται όταν ο ακριβής τόπος διαμονής του διαδίκου είναι άγνωστος. Όμως προτού εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι υπάρχουν εύλογες πιθανότητες να περιέλθει στην αντίληψη του διαδίκου. Λόγω της δραστικότητας του μέτρου και των συνεπειών, αυτού του είδους η υποκατάστατη επίδοση εγκρίνεται με φειδώ και ως έσχατη ανάγκη (Βλ. Lazard Bros & Co v. Banque Industrielle de Moscow [1932] 146 L.T. 240).». (γ) Όπως λέχθηκε στην Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) "το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου (Βλ. THE ANNUAL PRACTICE, 1960, Vol. 1, p. 133-134)". (δ) Στην παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε αίτηση για την έκδοση Διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης ως προδιαγράφεται από τη Δ.5Α.[1] Στην Ε/Δ του δικαστικού επιδότη που συνόδευε την εν λόγω αίτηση αιτιολογήθηκε η θέση των Εναγόντων ότι ήταν αδύνατη η επίδοση στην Εναγόμενη 1 ή/και σε αξιωματούχο της Εναγόμενης 1 στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της στη βάση της διαπίστωσης των δικαστικών επιδοτών ότι στην εν λόγω διεύθυνση δεν εντοπιζόταν η Εναγομένη 1 αλλά το κρεοπωλείο ΜΕΛΗΣ. Παραταύτα, ζητήθηκε και επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση, δια θυροκόλλησης, στην ίδια διεύθυνση με το σκεπτικό ότι εξακολουθούσε να είναι δηλωμένη στον Έφορο Εταιρειών ως η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 1 - εταιρείας. (ε) Το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει το αληθές του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του επιδότη περί θυροκόλλησης του κλητηρίου στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 εταιρείας, ως βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέτοια αμφισβήτηση θα πρέπει να δικογραφείται κατά τρόπο ειδικό στην ένσταση και εναπόκειται στον επηρεαζόμενο διάδικο (ήτοι τον αιτούντα τον παραμερισμό) να ζητήσει την αντεξέταση του επιδότη αν αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης (βλ. απόφαση ημερ. 9.7.2012, του Χατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή). Εδώ εν προκειμένω η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους της Εναγόμενης 1 δεν αμφισβητεί το ότι έγινε θυροκόλληση στη διεύθυνση «Μίλτωνος 83, Λ/σος, ως είναι η δηλωμένη στον Έφορο Εταιρειών διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας, παρά μόνον αμφισβητεί το νομότυπο και έγκυρο της επίδοσης κατ' αυτόν τον τρόπο (βλ. παρα. 4 της αρχικής Ε/Δ της κας Άρτεμις Λάμπρου). Αμφισβήτηση του κατά πόσον υπήρξε ποτέ θυροκόλληση στη συγκεκριμένη διεύθυνση είναι στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της Εναγόμενης 1 που προέβαλε για πρώτη φορά (βλ. σελ. 1 αυτής). Το Δικαστήριο, όμως, οφείλει να αποφανθεί μόνο επί των γεγονότων που καθίστανται αμφισβητούμενα και επίδικα στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις. Και εν προκειμένω, ό,τι ενδιαφέρει είναι το κατά πόσον η γενόμενη θυροκόλληση στη συγκεκριμένη διεύθυνση αποτελεί νομότυπη και έγκυρη επίδοση. (στ) Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία στο πλαίσιο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, προκύπτει ότι, η υποκατάστατη επίδοση δια θυροκόλλησης στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 1 εταιρείας δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει «τη λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα» ότι η Εναγόμενη 1 θα λάμβανε γνώση του κλητηρίου και τούτο διότι, ανεξάρτητα από το εάν πράγματι στεγαζόταν το κρεοπωλείο ΜΕΛΗΣ ή το κατάστημα άλλης εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης (στοιχείο επί του οποίου αντιμάχονται οι ένορκες δηλώσεις), οι Ενάγοντες είχαν στην πραγματικότητα ήδη εξακριβώσει, μέσω των επιδοτών που επιστράτευσαν προηγουμένως, ότι ουδείς υπεύθυνος για την Εναγόμενη 1 εντοπιζόταν στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της ώστε να παραλάβει το κλητήριο ή/και ότι αυτή έπαυσε στην πραγματικότητα να στεγάζεται εκεί. Αυτά τα παραδέχονται ακόμη και τώρα οι Ενάγοντες μέσω του ενόρκως δηλούντα που ορκίστηκε γι' αυτούς, δίχως να προτάσσουν την ύπαρξη οποιασδήποτε σχέσης μεταξύ της διοίκησης (των αξιωματούχων) του κρεοπωλείου ΜΕΛΗΣ και της διοίκησης της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Εκ των πραγμάτων, ο σκοπός της καλής επίδοσης προς την Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να επιτευχθεί και δεν αποδεικνύεται να επετεύχθη με τη θυροκόλληση. Διαφαίνεται ότι το ορθό θα ήταν να αναζητούσαν εξ αρχής οι Ενάγοντες άλλη μέθοδο υποκατάστατης επίδοσης, όπως δημοσίευση σε εφημερίδες παγκύπριας καθημερινής κυκλοφορίας. Διαφορετική είναι η περίπτωση της Εναγομένης 3 για την οποία η επιδότης έγραφε στις ειδοποιήσεις της προς τους Ενάγοντες ότι είχε λόγους να πιστεύει ότι κατοικήτο από την Εναγόμενη 3 και ότι απλώς εκείνη απέφευγε να ανοίξει την πόρτα της οικίας της για να δεχθεί επίδοση. Αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων, ότι η Εναγόμενη 3 έλαβε όντως γνώση δια της θυροκόλλησης και εμφανίστηκε στην αγωγή. Καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν υπήρξε καλή και νομότυπη επίδοση του κλητηρίου της αγωγής δια της θυροκόλλησης αυτού στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Κρίνεται συνεπακόλουθα δικαιολογημένος ο παραμερισμός της μονομερώς εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae. Με βάση τη νομολογία, σε αυτήν την περίπτωση στερούμαι πλέον της εξουσίας να εξετάσω οποιαδήποτε άλλη παράμετρο, περιλαμβανομένης της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης παραμερισμού. Δεν δύναμαι να κρίνω ως ζήτημα διακριτικής ευχέρειας την ακύρωση ή μη της απόφασης στην αγωγή. Παραπέμπω, συναφώς, στην απόφαση ημερομηνίας 15/6/2006 στην Πολιτική Έφεση 12230, Γεώργιος Π. Γεωργίου Εμπορευόμενος υπό τη μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία GPG Electronics Ltd v. Minico House Ltd
(2006)ΙΑ Α.Α.Δ 550, στην Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Χριστοφή Πέππη
(2005)ΙΑ Α.Α.Δ 213, White v. Weston
(1968)2 ALL ER 842, στην Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, καθώς και στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. 1. Ιωάννη Κυριακίδπ 2. Σάλωνα Συμεού
(2000)ΙΑ Α.Α.Δ 601) όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον, Χρυσοστομή, Δ., ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου, στη σελίδα 250: "Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος)." Παρενθετικά και μόνο σημειώνω ότι, εάν είχα να αποφασίσω επί του ζητήματος του εκ πρώτης όψεως καλού και καλόπιστου της προβληθείσας εκδοχής υπεράσπισης και ανταπαίτησης, θα υιοθετούσα το σκεπτικό που κατέγραψα στην απόφασή μου, ημερ. 27.3.2015, επί της αίτησης του Εναγόμενου 2, ημερ. 6.11.2013, για παραμερισμό της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης, εφόσον περί της ίδιας εκδοχής πρόκειται. Όσον, δε, αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, μετρώντας τούτην από 3.2.2015 που, ως η εκδοχή της Εναγομένης 1, αυτή έλαβε γνώση ότι εκκρεμούσε μονομερής αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της κατ' επίκληση επίδοσης του κλητηρίου σε αυτήν δια θυροκόλλησης στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου της γραφείου, παρατηρώ ότι πρόκειται για καθυστέρηση 40 ημερών μέχρι τις 13.3.2014 που εν τέλει καταχωρήθηκε η αίτηση παραμερισμού, ενώ είχε μεσολαβήσει στις 11.2.2015 η καταχώριση σημειώματος εμφάνισης από τους δικηγόρους της Εναγομένης 1 (Τεκμήριο Δ στην Ε/Δ της κας Άρτεμις Λάμπρου) η οποία ωστόσο δεν μπορούσε να θεωρηθεί κανονική δίχως άδεια του Δικαστηρίου άπαξ και εκδόθηκε στις 3.2.2015 η απόφαση. Στο σύνολό της η παρατηρηθείσα κατά τα προλεχθέντα καθυστέρηση δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί να στερηθεί η Εναγόμενη 1 της ευκαιρίας να προβάλει την υπεράσπισή της. Σημειώνω ότι στην Mine and Quarry Services Ltd., ανωτέρω, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση παραμερισμού ένα
(1)περίπου χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Στη Miluca, ανωτέρω, καταχωρήθηκε αίτηση μετά από πάροδο εννέα
(9)περίπου μηνών από την έκδοση της απόφασης, όταν οι αιτητές ήλθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεση της απόφασης. Στην K. C. P. Commission Agents & Importers Limited κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ Εμπορευομένου υπό την εμπορική επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ. 415 οι εφεσείουσες ζήτησαν τον παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην τους ένα
(1)μόλις μήνα προηγουμένως και η αίτηση απορρίφθηκε πρωτίστως επειδή το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για το καλόπιστο της υπεράσπισης, δεδομένης της σοβαρής αντίφασης που υπήρχε ανάμεσα στην εκδοχή στη διαδικασία της αίτησης παραμερισμού και εκείνην που πρoβλήθηκε στην πτωχευτική διαδικασία. Στην παρούσα υπόθεση τα δεδομένα της αίτησης της Εναγομένης 1 διαφοροποιούνται από εκείνα των προμνησθέντων υποθέσεων, γι' αυτό και, εάν είχα να αποφασίσω επί του αν ο χρόνος που παρήλθε είναι τέτοιος που να μην δικαιολογεί να δοθεί στην Εναγόμενη 1 η ευκαιρία να εμφανιστεί για να προβάλει την υπεράσπισή της, θα αποφάσιζα το ζήτημα υπέρ του να της δοθεί τέτοια ευκαιρία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ H απόφαση, ημερ. 3.2.2014, η οποία εκδόθηκε μονομερώς εναντίον της Εναγομένης 1 παραμερίζεται και ακυρώνεται ex debito justitiae. Παρέχεται άδεια στην Εναγόμενη 1 να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός 10 ημερών από σήμερα και ακολούθως Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εντός 14 ημερών από την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης. Τα υπόλοιπα δικόγραφα να ακολουθήσουν ως οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν. Τα έξοδα της αίτησης παραμερισμού επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόντων - Καθ'ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης της αγωγής. (υπ.) ................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η Διαταγή 5Α («Υποκατάσταση επίδοση») καθορίζει ότι - «Κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο ή Δικαστή για διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση ή άλλη επίδοση ή για υποκατάστατο επίδοση ειδοποίησης, πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση που να αναφέρει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αίτηση». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο