Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Σώτου Δημητρίου κ.α., Αίτηση αρ. 1772/2012, 26/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A476 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αίτηση αρ. 1772/2012 Εναρκτήρια Πρωτογενής Αίτηση (Δ.55,θ1.) Αναφορικά με τη Διαιτητική Απόφαση στη Διαιτησία μεταξύ της εταιρείας G. Μακ Construction Ltd και της Κυπριακής Δημοκρατίας ενεργούσης δια του Τμήματος Δημοσίων Έργων σε σχέση με το Συμβόλαιο για το Έργο Βελτιώσεως Δρόμου Λατσιών - Γέρι (Φάση Α) ημερομηνίας κατά ή περί 9/10/2001, (από τώρα και στο εξής καλούμενο το Συμβόλαιο) και Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 ---------- Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αιτητή και
- Σώτου Δημητρίου
- G. Mak Construction Ltd Καθ' ων η Αίτηση 26 Αυγούστου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Καθ' ης αρ. 2 (G. Mak Construction Ltd) - Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση: κ. Χαβιαράς, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Αιτητή (Γενικό Εισαγγελέα) - Καθ' ου η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση: κ. Κυριάκος Σταυρινός, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση της G. Mak Construction Ltd που εγείρεται στην αίτηση, ημερ. 20.1.
- Η παρούσα απόφαση δίδεται σε συνέχεια της ενδιάμεσης απόφασης, ημερ. 24.5.2016 επί της αίτησης ημερ. 20.1.2016, με την οποία επετράπη η εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων της G. Mak Construction Ltd, ως οι εξειδικευμένοι λόγοι ένστασης αρ. 1, 2 και 3 που ηγέρθησαν στην ένστασή της στην κυρίως αίτηση, ημερ. 12.12.2012, τους οποίους και παραθέτω για χάριν ευκολίας αναφοράς: «
- Η Δ.55, θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών δεν εφαρμόζεται και δεν μπορεί να αποτελέσει το όχημα επιδίωξης ακύρωσης διαιτητικής απόφασης επί τω ότι αυτή δεν είναι δικαιοδοτική πράξη (deed), διαθήκη (will) ή άλλο γραπτό έγγραφο (other written instrument).
- Η Δ.55, θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών δεν εφαρμόζεται και δεν μπορεί να αποτελέσει το όχημα επιδίωξης ακύρωσης διαιτητικής απόφασης επί τω ότι αυτή εφαρμόζεται μόνον για να λύσει το δικαστήριο θέμα ερμηνείας του εγγράφου ή για να προσδιορίσει τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων (for the determination of any question of constructing arising under the instrument and for a declaration of the rights of the persons interested).
- Δεν γίνεται επίκληση του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που είναι η μόνη δικαιοδοτική βάση αίτησης για ακύρωση διαιτητικής απόφασης.». Θυμίζω ότι με την ίδια αίτηση, η εν λόγω εταιρεία ζητεί οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο ως την πρέπουσα υπό τις περιστάσεις και τα έξοδα της αίτησης, πλέον ΦΠΑ. Η απάντηση του Γενικού Εισαγγελέα επί της ουσίας των προδικαστικών νομικών σημείων περιέχεται στους λόγους ένστασης ως προσδιορίζονται στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχωρήθηκε στις 4.2.2016, τους οποίους και παραθέτω για ευκολία αναφοράς:
(1)«Η Δ.55 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καλύπτει και ή εφαρμόζεται στην επίδικη υπόθεση αφού η διαιτητική απόφαση αποτελεί γραπτή πράξη και ή γραπτό έγγραφο (written instrument).
(2)Η Δ.55 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών εφαρμόζεται, για να προσδιορίσει ποια δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε ποια έκταση έχουν επηρεασθεί από τη κακή και ή παράτυπη συμπεριφορά του Διαιτητή, όπως αυτή αναλύεται λεπτομερειακά από την επίδικη Πρωτογενή Αίτηση.
(3)Γίνεται επίκληση του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στην επίδικη εναρκτήρια Πρωτογενή Αίτηση, στο οποίο κεφάλαιο συμπεριλαμβάνεται και το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου. Εν πάση όμως περιπτώσει, μόνη η Δ.55 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αρκεί να καλύψει την επίδικη υπόθεση, αφού οι διαιτητικές αποφάσεις ρυθμίζονται και ή καλύπτονται και από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και δη από την πιο πάνω Δ.55 θ.1. Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό, και αν υποθετικά κριθεί, ότι δεν έγινε επίκληση του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, πράγμα που δεν παραδεχόμαστε, τούτο θα θεωρείται ως παρατυπία με βάση τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και συνεπώς η διαδικασία δεν καθίσταται άκυρη.
(4)Ο Γενικός Εισαγγελέας θα προσκομίσει τέτοια μαρτυρία που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε διατάξει για προσαγωγή της.
(5)Η προσαγωγή μαρτυρίας είναι απαραίτητη, προς απόδειξη των προβαλλομένων ισχυρισμών εκ μέρους της Δημοκρατίας.
(6)Η προσαγωγή μέσων αποδείξεως στα οποία περιλαμβάνεται η μαρτυρία εκ μέρους μαρτύρων θεσμοθετείται από το άρθρο 30
(3)(γ) του Συντάγματος, όπως επίσης από το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος.». Η νομική επιχειρηματολογία των συνηγόρων Τις θέσεις τους επί των προδικαστικών σημείων είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν οι συνήγοροι εκατέρωθεν στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Στην αγόρευσή του, ο συνήγορος της Αιτήτριας εταιρείας G. Mak Construction Ltd, υποδεικνύει ότι η πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 3/3/2015, του Χ. Πογιατζή, Π.Ε.Δ, στην Αίτηση αρ. 473/11 Αναφορικά με την Εταιρεία G. Paraskevaides
(1996)Ltd, στην οποία αναλύονται τα διάφορα εναρκτήρια μέσα που προβλέπει ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, είναι υποστηρικτική των προδικαστικών ενστάσεών του και ειδικότερα της θέσης του ότι δίδοντας στην Δ.55 την απλή γραμματική της ερμηνεία προκύπτει ότι η εφαρμογή της περιορίζεται στους συγκεκριμένους σκοπούς που περιγράφονται στην ίδια τη Δ.55 και καθίσταται έκδηλο ότι η ακύρωση μιας διαιτησίας δεν εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.
- Περαιτέρω, στην αγόρευσή του, ο συνήγορος της Αιτήτριας εταιρείας G. Mak Construction Ltd επαναλαμβάνει τη θέση του ότι: «Το μοναδικό όχημα για να προσβαλλόταν η επίδικη διαιτητική απόφαση θα ήταν το άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, για την εφαρμογή του οποίου θα έπρεπε οι αιτητές να εφαρμόσουν τους περί Διαιτησίας Κανονισμούς που καταγράφονται στη σελ. 14 της δευτερογενούς νομοθεσίας της Κύπρου, Τόμος 2, οι οποίοι παραπέμπουν στην εφαρμογή των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Δεν το έχουν πράξει.». Τέλος, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι, εφόσον ο Αιτητής στην κυρίως αίτηση - Γενικός Εισαγγελέας δεν έχει μέχρι και σήμερα επικαλεσθεί τη Δ.64, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να απορρίψει την αίτηση στη βάση των προαναφερθεισών προδικαστικών ενστάσεων. Από την άλλη, στη δική του γραπτή αγόρευση, ημερ. 27.6.2016, , ο συνήγορος που εμφανίστηκε για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αιτητή στην κυρίως αίτηση - Καθ' ου στην υπό κρίση αίτηση) ανέπτυξε τους λόγους ένστασης στην αίτηση, ως εξής: «(Α) Η εναρκτήρια Πρωτογενής Αίτηση ημερ. 4/10/2012 ορθά βασίστηκε στη Δ.55 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού η επίδικη διαιτητική απόφαση αποτελεί αναμφίβολα γραπτό έγγραφο και ή γραπτή πράξη (written instrument).» Για την προώθηση της πιο πάνω εισήγησης, η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα υιοθετεί και το περιεχόμενο της προγενέστερης αγόρευσής της, ημερ. 22.3.2016, όπου εκεί παρέθετε το κείμενο της Δ.55 και επεξηγούσε την εισήγησή της περί εφαρμογής της Δ.55 στην περίπτωση της κυρίως αίτησης ως εξής: «Στον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ. 1, ως ερμηνεία της λέξης «γραπτό», αναφέρονται: «γραπτό», και εκφράσεις που αναφέρονται σε γραπτό, περιλαμβάνουν τυπογράφηση, λιθογράφηση, δακτυλογράφηση, φωτογράφηση και άλλους τρόπους απεικόνισης ή αναπαραγωγής λέξεων σε εμφανή τύπο». Αποτελεί δικαστική γνώση, ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση απεικονίστηκε και ή παρείχθηκε «δακτυλογραφικά» και ή με άλλους τρόπους «απεικόνισης ή αναπαραγωγής». Συνεπώς αποτελεί ΓΡΑΠΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ, και έτσι η εφαρμογή της Δ.55 Θ. 1 είναι απόλυτα νόμιμη, και ως εκ τούτου δια της οποίας μπορεί να επιδιωχθεί η ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Παραθέτω την Δ.55 Θ.1: "
- Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested." Σε μετάφραση: «
- Οιονδήποτε πρόσωπο που απαιτεί ότι είναι ενδιαφερόμενον σύμφωνα με έγγραφο μεταβιβάσεως, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δια πρωτογενούς αιτήσεως (Τύπος 50 και 51) για απόφαση σε οιονδήποτε ερώτημα που εγείρεται από την πράξη και για δήλωση για τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων προσώπων.» Η Δ.55 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται λοιπόν, για να προσδιορίσει ποια «ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ» της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε ποια έκταση έχουν επηρεασθεί από την κακή και ή ΠΑΡΑΤΥΠΗ συμπεριφορά (MISCONDUCT) του Διαιτητή, όπως αυτή αναλύεται λεπτομερειακά από την επίδικη Πρωτογενή αίτηση ημερ. 4/10/2012.». Υποστηρίζει η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα ότι η πιο πάνω εισήγησή της συνάδει με τον κανόνα της γραμματικής ερμηνείας των νομοθετικών προνοιών, διότι το κατά κυριολεξία νόημα που αποδίδεται στη Δ.55, ως η εισήγηση ανωτέρω, είναι λογικό και/ή δεν βρίσκεται σε αντίθεση ή ασυμφωνία με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου ή/και δεν οδηγεί σε παράλογο αποτέλεσμα (ως προς την έννοια της γραμματικής ερμηνείας των λέξεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος που εμφανίζεται για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας παραπέμπει στην απόφαση ημερ. 31/3/2011, στην προσφυγή 1026/2010, Ανδρέας Ανδρέου ν Δημοκρατίας, και στην απόφαση ημερ. 30.9.1991, στην υπόθεση 830/90, Μαρία Αθανασίου ν Δημοκρατίας). Όσον αφορά το προδικαστικό ζήτημα για την παράλειψη ρητής επίκλησης του άρθρου 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, ως νομικής βάσης της κυρίως αίτησης, η θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι ότι: «(Β) Στην εναρκτήρια Πρωτογενή Αίτηση ημερ. 4/10/2012, γίνεται επίκληση του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 (στην πρώτη σελίδα) στο οποίο Κεφάλαιο περιλαμβάνεται και το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου. Η αναφορά του μείζονος (Κεφ. 4) καλύπτει και το έλασσον (άρθρο 20
(2)). Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό, και αν υποθετικά κριθεί, ότι δεν έγινε επίκληση του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, κεφ. 4, τούτο θεωρείται ως παρατυπία, με βάση την Δ.64 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς η Διαδικασία δεν καθίσταται άκυρη.». Προχωρεί η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα και εισηγείται, χωρίς τούτο να είχε εγερθεί ή συζητηθεί από την Αιτήτρια εταιρεία G. Mak Construction Ltd, ότι το γεγονός ότι η κυρίως αίτηση δεν συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να περιέχει τη μαρτυρία της υπόθεσης, επίσης δεν επάγεται την ακυρότητα της αίτησης εφόσον αυτή εδράζεται στη Δ.55. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση ότι: «Επανερχόμενος στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ευσεβάστως αναφέρουμε ότι η εν λόγω διαταγή ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΝΑ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ. Απλά στη Δ.55(Θ.3) προνοείται ότι η αίτηση θα συνοδεύεται από τέτοια ΜΑΡΤΥΡΙΑ ως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής ήθελε απαιτήσει. [.] Συνεπώς, έχουμε την ταπεινή άποψη ότι ορθά η Δημοκρατία δεν συνόδευσε την επίδικη εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση, με ένορκη δήλωση, αλλά θα στηριχθεί σε μαρτυρία που το Σεβαστό σας Δικαστήριο θα ζητήσει, όπως αυτό προνοείται ρητά και με κάθε σαφήνεια από τη Δ.55
(3).» ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Έχω μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. Κρίνω ότι αναδεικνύονται δύο ξεχωριστά θέματα προς συζήτηση: το πρώτον, είναι θέμα ουσίας, το δεύτερο είναι θέμα τύπου. Ως θέμα ουσίας, αξιολογώ ότι είναι το ζήτημα της αναγκαιότητάς ή μη ρητής επίκλησης του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στη νομική βάση της αίτησης. Αυτό δεν είναι θέμα τύπου, ήτοι καταλληλότητας ή μη του εναρκτήριου μέσου που επιλέγηκε, αλλά ζήτημα προσδιορισμού της ουσιαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που ο Αιτητής στην κυρίως αίτηση διατείνεται ότι δικαιούται να έχει. Ως ζήτημα τύπου, αξιολογώ ότι είναι το ζήτημα της έναρξης της διαδικασίας στη βάση της Δ.55, αντί στη βάση οποιουδήποτε άλλου εναρκτήριου μέσου. Θα εξετάσω τα πιο πάνω δύο ζητήματα, με σκοπό να αποφανθώ αν προκύπτει από αυτά η ακυρότητα της κυρίως αίτησης. Κατά πόσον ήταν αναγκαία η επίκληση του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στην κυρίως αίτηση. Αφετηρία της όποιας συζήτησης θα πρέπει να αποτελέσει κατά την κρίση μου το γεγονός ότι στην κυρίως αίτηση, ημερ. 4.10.2012, αναφέρεται ρητά και με σαφήνεια ότι ο Γενικός Εισαγγελέας - Αιτητής επιδιώκει με αυτήν την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης του Διαιτητή Σώτου Δημητρίου, ημερ. 13.3.
- Αυτό είναι το αντικείμενο της αίτησης και, ως φαίνεται από τον τίτλο της, η νομική προστασία και η συναφής θεραπεία ζητείται δυνάμει του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Είναι εξίσου σημαντικό να σημειωθεί ότι η εταιρεία G. Mak Construction Ltd διατύπωσε τις προδικαστικές της ενστάσεις με πλήρη αντίληψη του αντικειμένου της κυρίως αίτησης ως αναφερόμενου στην «ακύρωση διαιτητικής απόφασης» (βλ. τους εξειδικευμένους λόγους ένστασης στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην πρωτογενή αίτηση ημερ. 4.10.2012, η οποία καταχωρήθηκε στις 12.12.2012). Δεν έχει αμφιβολία η G. Mak Construction Ltd ότι από τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, η μόνη διάταξη του εν λόγω Νόμου επί της οποίας δύναται να εξετασθεί δικαστικά το συγκεκριμένο αντικείμενο και/ή αιτητικό της κυρίως αίτησης είναι εκείνη του άρθρου 20
(2). Άλλωστε, η G. Mak Construction Ltd το θέτει ρητά στο κείμενο των προδικαστικών της ενστάσεων ότι το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, «είναι η μόνη δικαιοδοτική βάση αίτησης για ακύρωση διαιτητικής απόφασης». Η τοποθέτησή της αυτή συνάδει εξάλλου με όσα λέχθηκαν στην απόφαση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιίας Βασιλικού Λτδ ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23, και συγκεκριμένα ότι: «Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης. Έτσι, ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, που έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρ. 20
(2).» Στην πιο πάνω απόφαση επεξηγήθηκε ακριβώς ότι τα άλλα ένδικα μέσα ελέγχου των διαιτητικών χειρισμών που προβλέπει ο περί Διαιτησίας Νόμος, στα άρθρα 19 και 27 αυτού δεν είναι δυνατό να τύχουν επίκλησης σε περιπτώσεις όπου ο Διαιτητής έχει εκτελέσει την αποστολή του στην υπόθεση που του ανατέθηκε με την έκδοση της τελικής του απόφαση, οπόταν και έχει καταστεί, κατά τη λατινική έκφραση, functus officio. Έρχομαι υπό το φως των ανωτέρω να εξετάσω την εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα ότι η επίκληση του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 στον τίτλο της αίτησης, καλύπτει αρκούντως - κατά το μείζον το έλασσον - το ουσιαστικό δίκαιο που ο Αιτητής όφειλε να επικαλεστεί στην κυρίως αίτηση και πως δεν προκαλείται οποιαδήποτε ουσιαστική αδικία στην G. Mak Construction Ltd επί τω ότι δεν αναφέρθηκε ρητά το άρθρο 20
(2), γι' αυτό και υποβάλλεται η εισήγηση για διόρθωση της παράλειψης αυτής, ως απλής παρατυπίας, δυνάμει της Δ.64. Σημειώνω ότι, η κυρίως αίτηση δεν εδράζεται στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, της οποίας ο θεσμός 2
(1)θέτει επιτακτικά ότι: «Εκτός όπου γίνεται άλλη πρόνοια, κάθε αίτηση προς το Δικαστήριον πρέπει να είναι γραπτή και να εκθέτει τη φύση του διατάγματος ή οδηγίας που ζητούνται και να αναφέρει το ειδικό άρθρο του Νόμου ή τους ειδικούς κανόνες του Δικαστηρίου στους οποίους στηρίζεται». Εάν η κυρίως αίτηση εδραζόταν στη Δ.48, θ.2
(1), τότε δεν θα χωρούσε διόρθωση, δυνάμει της Δ.64, της παράλειψης αναφοράς του ειδικού άρθρου του περί Διαιτησίας Νόμου. Τούτο ακριβώς αποφασίστηκε στην Bank For Foreign Trade of Russian Federation «VNESHTORGBANK» ν. ICC CHEMICALS (UK) LTD.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1728, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η Διαταγή 64 δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. Αυτό είναι που συνέβηκε στην παρούσα υπόθεση. Η αίτηση της 1.7.1997 συμμορφώνεται πλήρως με τους θεσμούς. Εκείνο που επιζητείται με την αίτηση της 21.5.1998 είναι η τροποποίηση της με την παρεμβολή πρόσθετης νομικής βάσης. Τέτοια όμως παρεμβολή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεραπεύει οποιαδήποτε παρατυπία που προκλήθηκε λόγω μη συμμόρφωσης της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό.». Διαφέρουν τα προδιαγραφόμενα για το αν και πώς θα πρέπει να προσδιορίζεται από τον Αιτητή το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την επιδιωκόμενη προστασία των δικαιωμάτων του, αναλόγως του τύπου του εναρκτήριου μέσου που αυτός χρησιμοποιεί για να λάβει τη συγκεκριμένη προστασία από το Δικαστήριο. Για παράδειγμα, σε περίπτωση διαδικασίας αγωγής που κινείται με κλητήριο ένταλμα, οι θεσμοί προβλέπουν ότι τα δικόγραφα θα περιλαμβάνουν μόνον γεγονότα (βλ. Δ.19 θ.4) και δικαιούνται στο στάδιο της τελικής τους αγόρευσης να επικαλεσθούν τις νομοθετικές εκείνες διατάξεις, οι οποίες είναι προστατευτικές των δικαιωμάτων τους που έχουν κατά τους ισχυρισμούς τους παραβιασθεί (βλ. PARICO ALUMINIUM DESIGNS LTD, ν. MUSKITA - ALUMINIUM CO LIMITED, κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Στην παρούσα υπόθεση, η κυρίως αίτηση εδράζεται στη Δ.55. Επισημαίνω, λοιπόν, ότι η Δ.55 δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια, αντίστοιχη προς εκείνην της Δ.48, θ.2
(1), η οποία να θεσμοθετεί την αναγκαιότητα ρητής επίκλησης στο σώμα της αίτησης του ειδικού άρθρου του Νόμου στη βάση του οποίου θα πρέπει να απαντηθεί «οιονδήποτε ερώτημα που εγείρεται από τη [γραπτή] πράξη» ή επί του οποίου θα πρέπει να βασισθεί η «δήλωση για τα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων προσώπων». Επομένως, κατά την ταπεινή μου κρίση δεν προκύπτει ζήτημα ουσιαστικής ακυρότητας του εναρκτήριου μέσου που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα υπόθεση και το οποίο εδράζεται στη Δ.55, για το μόνο λόγο ότι δεν έγινε σε αυτό μνεία του ειδικού άρθρου του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στο οποίο δύναται να στηριχθεί η απόδοση της αιτούμενης θεραπείας για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, και τούτο διότι δεν υφίσταται τέτοια απαίτηση στη Δ.55. Κατά πόσον χρησιμοποιήθηκε κατάλληλος τύπος εναρκτήριου μέσου της διαδικασίας για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το ερώτημα αν η χρήση της πρωτογενούς αίτησης που προβλέπεται στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποτελεί κατάλληλο και έγκυρο εναρκτήριο μέσο για την ακύρωση διαιτητικής απόφασης. Όπως έχω προαναφέρει, η μόνη διάταξη του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που προβλέπει για εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει μια διαιτητική απόφαση είναι εκείνη του άρθρου 20
(2)του εν λόγω Νόμου, το οποίο και παραθέτω꞉ «20.—
(1)΄Οταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
(2)΄Οταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.». Σε ό,τι αφορά τη δικονομία για την εκδίκαση ζητημάτων που βασίζονται στις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, η μόνη σχετική διάταξη που περιέχει ο περί Διαιτησίας Νόμος είναι εκείνη του άρθρου 30, η οποία προβλέπει τα εξής꞉ «30. Ο Κυβερνήτης με τη συμβουλή και βοήθεια του Αρχιδικαστή δύναται να εκδίδει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για τη ρύθμιση της πρακτικής και διαδικασίας και τον καθορισμό των δικαιωμάτων τα οποία θα εισπράττονται αναφορικά με κάθε είδους διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα με βάση τον Νόμο αυτό:[1] Νοείται ότι, μέχρις ότου εκδοθούν τέτοιοι Κανονισμοί, εφαρμόζονται σε διαδικασίες με βάση το Νόμο αυτό με τις αναγκαίες προσαρμογές οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις αυτών.». Δεν έχουν μέχρι σήμερα εκδοθεί οποιοιδήποτε διαδικαστικοί κανονισμοί οι οποίοι να ρυθμίζουν κατά τρόπο ειδικό τη διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, γι' αυτό και ό,τι εφαρμόζεται μέχρι σήμερα είναι αυτό που η επιφύλαξη του άρθρου 30 προδιαγράφει. Δηλαδή, τυγχάνουν εφαρμογής, με τις αναγκαίες προσαρμογές, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Παραπέμπω, συναφώς, στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ. v. Dynacon Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 1978, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των Διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του.». Στην προμνησθείσα απόφαση διασαφηνίστηκε ότι, η ανάληψη των εξουσιών του Δικαστηρίου που προβλέπει ο περί Διαιτησίας Νόμος γίνεται με εναρκτήρια διαδικασία και όχι με ενδιάμεση διαδικασία, εφόσον δεν εκκρεμεί κάποια αιτία (cause)[2] ή ζήτημα (matter)[3], κατά την έννοια της Δ.1, θ.2. Στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι για την εναρκτήρια διαδικασία είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν τύποι αιτήσεων που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι, όπως ορίζεται στη Δ.1,θ.5, «είναι δεκτικοί προσαρμογών ανάλογα με την περίπτωση».[4] Για παράδειγμα, στην προμνησθείσα υπόθεση Dynacon Ltd κρίθηκε ότι η υποβολή της αίτησης για παραμερισμό διαιτητή δυνάμει εξουσίας που προβλέπεται στο άρθρο 14
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, στον τύπο αίτησης που προβλέπει η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν ήταν άκυρη. Λέχθηκε, προς αιτιολόγηση της κατάληξης αυτής, ότι: «Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. [.] Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση υποβλήθηκε στο προβλεπόμενο από τους Θεσμούς Τύπο, με τις προσαρμογές εκείνες, που της προσδίδουν το χαρακτήρα εναρκτήριου δικονομικού μέτρου. Δεν γίνεται αναφορά στο εισαγωγικό μέρος σε υφιστάμενη διαδικασία, αλλά στο θέμα, το οποίο εγείρεται προς εξέταση στη συγκεκριμένη διαιτησία, και στον ίδιο το Νόμο, οι πρόνοιες του οποίου διέπουν την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Οι διάδικοι καθορίζονται στο τέλος. Είναι τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση. (α) η Dynacon Limited και (β) ο Παύλος Παυλίδης, ο Διαιτητής. [...] Το σφάλμα στην επιχειρηματολογία των εφεσειόντων έγκειται, κατά τη γνώμη μας, στην εξομοίωση εναρκτήριας αίτησης με ενδιάμεση αίτηση που υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης αγωγής. Η αίτηση των εφεσειόντων ήταν αφ' εαυτής προσδιοριστική των μερών στην αντιδικία και των επίδικων θεμάτων.». Από τον πιο πάνω τρόπο προσέγγισης του θέματος από το Ανώτατο Δικαστήριο διαφαίνεται ότι και το παρόν Δικαστήριο δεν θα πρέπει να κρίνει ανελαστικά την καταλληλότητα και εγκυρότητα ή μη του εναρκτήριου μέσου που χρησιμοποίησε ο Αιτητής στην παρούσα υπόθεση. Ο τύπος της αίτησης που προβλέπεται στη Δ.48 δεν είναι προδιαγεγραμμένος οπουδήποτε ως ο μόνος ορθός τύπος εναρκτήριου μέσου για ακύρωση διαιτητικής απόφασης κατ' εφαρμογή του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, και ειδικότερα, του άρθρου 20
(2)αυτού. Χρήσιμη ανάλυση των διαφόρων εναρκτήριων μέσων που εφαρμόζονται στο δικονομικό σύστημα της Κύπρου περιέχει η πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 3.3.2015, του Χ. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. στην Αίτηση Αριθ. 473/11, Αναφορικά με την Εταιρεία G. PARASKEVAIDES
(1966)LTD. Αναλύονται εκεί τα εξής εναρκτήρια μέσα: το «action» (αγωγή), το petition (το οποίο συναντάται μεταφρασμένο στην Ελληνική είτε ως αίτηση είτε ως υπόμνημα ή αναφορά), το «motion» (αίτηση), και το «summons» (η εναρκτήρια κλήση). Δεν εξετάστηκε, βεβαίως, εκεί, κατά τρόπο ειδικό, ποιο από τα διάφορα εναρκτήρια μέσα είναι κατάλληλο ή ενδεδειγμένο για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, με σκοπό την ακύρωση διαιτητικής απόφασης. Η ομοιότητα του δικονομικού συστήματος της Κύπρου με το Αγγλικό και η αντιστοιχία των νομικών όρων καθιστά χρήσιμη την άντληση καθοδήγησης από την αγγλική νομολογία και τα συγγράμματα (WILFRID WORTHAM v.1. ΝΤΙΝΑΣ ΚΩΣΤΑ ΤΣΙΜΟΝ, κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1442). Με δεδομένο ότι η διάταξη του άρθρου 20 είναι αντίστοιχη με εκείνην του άρθρου 23 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 (βλ. Νεόφυτος Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 687), έχω ανατρέξει στο Σύγγραμμα "Russell on the Law of Arbitration", 19th edn, London Stevens & Sons, 1979, σελ. 495, όπου αναφέρονται τα εξής: «Procedure The particular procedure for setting aside an award is by motion before a single judge (Ord.73, r.2), the case being entered before a single judge. Misconduct of the arbitrator cannot be pleaded as a defence to an action to enforce the award, and since an award cannot be set aside in an action commenced by writ, a fortiori it cannot be set aside on a counterclaim (Birtley & District Co-operative Society Ltd v Windy Nook & District Industrial Co-operative Society Ltd. [1959] 1 W.L.R. 142; [1959] 1 ALL ER 43; Scrimaglio v Thornett and Fehr
(1924)131 L.T. 174.». Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει σαφώς ότι δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί το εναρκτήριο μέσο της αγωγής (action) για να ακυρωθεί διαιτητική απόφαση, ενώ προδιαγράφεται ως κατάλληλο εναρκτήριο μέσο για το σκοπό αυτό η υποβολή εναρκτήριας αίτησης (εκεί αναφερόμενου ως «motion»). Στη σελ. 604 του ιδίου Συγγράμματος παρατίθεται ο Τύπος 51 (Notice of Motion to set aside an award): «In the High Court of Justice Queen's Bench Division. In the Matter of an Arbitration between AB and CD. Take notice that the Court will be moved on ..the day of .. 19., at . o'clock in the forenoon, or so soon after as counsel can be heard by .. On behalf of AB, that the award made between the parties by XY may be set aside or remitted on the following grounds: 1st [here state the grounds, e.g.,
(1)that the arbitrator misconducted himself in that no proper judicial investigation of the matters on dispute was held by him in the presence of the parties;
(2)that the said award on the face thereof is bad in law;
(3)that the said award was beyond jurisdiction of the arbitrator in that .; etc.]. And take notice that the said AB will in support of such motion read the following affidavits filed in this matter, namely, the affidavit of WK sworn on the . day of .19, and filed on the same day, the affidavit of CF sworn on the .day of, copies of which affidavits are served herewith. Dated this . day of .19 Solicitors to AB To the above CD.». Στην απόφαση του έντιμου αδελφού Δικαστή Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ, ημερ.11/02/2015, στην Αίτηση 2289/2013, Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδ και των Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, εκ Λευκωσίας, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην υπόθεση Ashbank v. Department of Transport, Times 25.7.94, εξηγείται ότι η ορθή διαδικασία για παραμερισμό απόφασης διαιτητή είναι με εναρκτήρια κλήση (originating motion, βλ. ακόμα Russell on Arbitration 19η εκδ. σελ. 495 επ. και σελ. 604 για τον σχετικό τύπο της αίτησης). [.] η ακολουθητέα διαδικασία είναι εκείνη των πρωτογενών αιτήσεων, [.] Σχετική προς τούτο είναι η Δ.1, Θ.2 της Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία πρωτογενής κλήση (Originating summons) ορίζεται ως κάθε κλήση που δεν αφορά εκκρεμούσα διαδικασία (cause of matter). H μόνη πρόνοια που υπάρχει στους Θεσμούς για την ακρόαση πρωτογενών αιτήσεων είναι η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται ή αφορά άλλα μεν θέματα, ενδεικτικά όμως δίνει το στίγμα και τροχοδρομεί την διαδικασία. Σχετικοί είναι και οι τύποι 50 και 51 που βρίσκονται στο παράρτημα Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση, σύμφωνα με την διαταγή αυτή, υποστηρίζεται από μαρτυρία (evidence), ενώ στην αντίστοιχη Αγγλική διαταγή Δ.55 Θ.7 προβλέπεται ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται είναι με ένορκη δήλωση. [.]» Σε συνέχεια των πιο πάνω, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη Δ.1, Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο όρος «εναρκτήρια κλήση» σημαίνει «οποιανδήποτε κλήση εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί». Δεν προκαθορίζεται εξαντλητικά η θεματολογία για την οποία δύναται να εφαρμοσθεί η εναρκτήρια κλήση. Η ίδια η Δ.55, η οποία αναφέρεται σε πρωτογενή αίτηση στη βάση των τύπων 50 και 51, δείχνει (βλ. το θ.1 αυτής) ότι εφαρμόζεται «για απόφαση σε οιονδήποτε ερώτημα που εγείρεται από την πράξη» [βλ. έγγραφο μεταβίβασης, διαθήκη «ή άλλη γραπτή πράξη»] και «για δήλωση για τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων προσώπων [από τέτοια πράξη]». Αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι τέτοιο ερώτημα δεν πρέπει να αποφασισθεί δια πρωτογενούς κλήσεως, δεν δεσμεύεται να το αποφασίσει κατ' αυτόν τον τρόπο (βλ. Δ.55, θ.4). Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο όρος «γραπτή πράξη» καλύπτει και διαιτητική απόφαση. Ωστόσο, οι λόγοι για τους οποίους δύναται να ακυρωθεί μία διαιτητική απόφαση, όπως αυτοί προδιαγράφονται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ.4, αφορούν στο κατά πόσον ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή αν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, δηλαδή πρόκειται για ερωτήματα που απαιτούν να αξιολογηθούν τα γεγονότα ως προς τη διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης, ήτοι της επίδικης γραπτής πράξης. Δεν αφορούν σε ερμηνευτικό ερώτημα που εγείρεται από το κείμενο [έγκυρης] διαιτητικής απόφασης ούτε σε δήλωση για τα δικαιώματα των μερών της διαιτητικής διαδικασίας στη βάση της εν λόγω γραπτής πράξης. Στον Odgers΄on Pleadings and Practice, 20η Έκδοση
(1971), σελ. 352, αναφέρεται αναφορικά με το ένδικο μέσο του «originating summons» ότι «Where the main point at issue is one of construction of a document or statute, or is one of pure law, then this is the appropriate procedure. It is not, however, appropriate where there is likely to be any substantial dispute of fact. [.]». Στην υπό κρίση αίτηση, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στον τύπο εναρκτήριας κλήσης βάσει της Δ.55, καθίσταται πρόδηλο στην όψη των δεκαεπτά
(17)λόγων ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης που εκτίθενται στο σώμα της αίτησης αυτής, καθώς και από τους λόγους ένστασης που δικογράφησε η G. MAK CONSTRUCTION LTD (βλ. λόγους ένστασης 4, 5 και 6 στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, ημερ. 12.12.2012) ότι το Δικαστήριο καλείται να υπεισέλθει σε αξιολόγηση της νομιμότητας της διαιτητικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε και όχι απλώς σε ερμηνεία του κειμένου της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε. Απώτερος σκοπός του Αιτητή στην κυρίως αίτηση είναι η ακύρωση της εκδοθείσας γραπτής πράξης και όχι ο προσδιορισμός των δικαιωμάτων του βάσει αυτής ως έγκυρης πράξης. Για τους λόγους αυτούς, είμαι της γνώμης πως τα ερωτήματα που τίθενται και ο σκοπός της ενώπιον μου εκκρεμούσας αίτησης δεν είναι τέτοια που να την εντάσσουν, με βάση τη γραμματική ερμηνεία των λέξεων της Δ.55, θ.1, εντός του πλαισίου αυτής. Το ερώτημα, όμως, που γεννάται είναι κατά πόσον, δεδομένης της διατυπωθείσας πιο πάνω γνώμης του Δικαστηρίου, είναι ορθός δικαστικός χειρισμός η απόρριψη της υπό κρίση αίτησης ως άκυρης. Κρίνω πως όχι, για δύο τουλάχιστον λόγους: (α) Δικονομικά και νομολογιακά η χρήση λανθασμένου εναρκτήριου μέσου, όντας ζήτημα τύπου και όχι ουσίας, αποτελεί παρατυπία θεραπεύσιμη με βάση τη Δ.64. Παραπέμπω: Στη Δ.64, θ.1.
(1)
(3), όπου προβλέπονται τα εξής: «θ.1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή. «3) To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.». Σε δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πρώτον, στην απόφαση ημερ. 17.12. 2013 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010, Γιώργος Φαλέκκου v. Κυριάκου Χριστοφίδη, όπου η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4), κρίθηκε ότι ήταν θεραπεύσιμη και ότι ήταν επιτρεπτή η έκδοση διατάγματος απαλλαγής από τη θεραπεία δυνάμει της Δ.64, και, δεύτερον, στην πολύ πρόσφατη απόφαση, ημερ. 20.7.2016, στην Πολιτική Έφεση 212/2011, Μαρίας Μιχαήλ Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD και MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) όπου κρίθηκε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση της εφεσείουσας για ακύρωση υποθήκης που είχε εκτελέσει προς όφελος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ με το σκεπτικό ότι η αίτηση είχε καταχωρηθεί σε εσφαλμένο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τύπο, και συγκεκριμένα τον Τύπο αρ. 50. Το Εφετείο σημείωσε χαρακτηριστικά ότι: «Ναι μεν ως επικεφαλίδα στην αίτηση αναγράφεται (ΤΥΠΟΣ Αρ.50) ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΚΛΗΣΗ (Δ.55 Κ.1) - που όπως ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποιείται σε εναρκτήριες κλήσεις που έχουν ως αντικείμενο την ερμηνεία διαθήκης ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου και ως αίτημα τη διάγνωση των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων μερών - πλην όμως κατά τα άλλα η αίτηση αποτελεί «αίτηση» εν τη εννοία του άρθρου 36
(1)του Νόμου για έκδοση «ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος». Κατά συνέπεια το «σφάλμα» που αφορά στον εναρκτήριο τύπο της διαδικασίας θα έπρεπε να είχε αγνοηθεί ή, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσε να θεραπευθεί ως απλή παρατυπία δυνάμει της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών με έκδοση διαταγής για διαγραφή της επικεφαλίδας και όχι να κριθεί πως συνιστούσε «θεμελιώδες και μοιραίο ελάττωμα» που αποστερούσε το πρωτόδικο Δικαστήριο της δικαιοδοσίας να επιληφθεί της «υπόθεσης η οποία εισήχθηκε με λανθασμένο εναρκτήριο τύπο».». (β) Η σύγχυση που επικρατεί, ως προς το ποιο είναι το κατάλληλο δικονομικό μέσο έναρξης της διαδικασίας για ακύρωση διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο, αφενός, επειδή δεν έχουν θεσπισθεί διαδικαστικοί κανονισμοί δυνάμει του ιδίου του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, και, αφετέρου, επειδή οι αγγλικοί θεσμοί, η αγγλική νομολογία και τα αγγλικά νομικά συγγράμματα που ερμηνεύουν τη νομοθετική διάταξη από την οποία είναι εμπνευσμένο το άρθρο 20
(2)του Κεφ.4 καθοδηγούν προς το ότι είναι ευλόγως επιτρεπτή και κατάλληλη για σκοπούς ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης η χρήση εναρκτήριας αίτησης με βάση τους τύπους 50 και 51 και οι οποίοι αναφέρονται στη Δ.55, δεν θα ήταν δίκαιο να αφεθεί να διασαλεύσει το δικαίωμα του Αιτητή σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη για εξασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Από την άλλη, τα αντίστοιχα δικαιώματα της Καθ' ης εταιρείας, κρίνω ότι δεν κινδυνεύουν με οποιοδήποτε τρόπο για το μόνο λόγο ότι ο Αιτητής επέλεξε να στηρίξει την υπό κρίση αίτηση στη Δ.55, για να αρχίσει τη διαδικασία ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Η Καθ' ης η αίτηση έχει ήδη εμφανισθεί στη διαδικασία στις 17.10.2012 και εκφράσει την ετοιμότητά της στις 12.12.2012 να υπερασπισθεί τη θέση της, ως δικογραφείται στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, προσκομίζοντας μαρτυρία όπως τυχόν θα διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά τους όρους της Δ.55
(3). Έχει στη συνέχεια, στις 17.1.2013, προχωρήσει η ίδια η Καθ' ης η αίτηση και ζητήσει από τον Πρωτοκολλητή, βάσει της Δ.31, να ορίσει ημέρα ακρόασης της κυρίως αίτησης ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Επομένως, έχουν ήδη γίνει διαβήματα εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση προς την κατεύθυνση της συνέχισης της διαδικασίας στη βάση του υφιστάμενου εναρκτήριου μέσου. Σημειωτέον ότι ακολούθησε, κατά τη δικάσιμο ημερ. 14.4.2014, το αίτημα από πλευράς του Αιτητή για να διεξαχθεί η ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης με προφορική μαρτυρία, ως δύναται να διατάξει το Δικαστήριο βάσει της Δ.55, θ.3, χωρίς να εγερθεί ένσταση από μέρους της Καθ' ης. Το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία, ακόμη και χωρίς να υποβληθεί αίτηση προς τούτο ενώπιον του (βλ. την απόφαση, ημερ. 17.12. 2013, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010), να θεραπεύσει τη διαπιστωθείσα παρατυπία, εφόσον την κρίνη θεραπεύσιμη, είτε ακόμη να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατ' αυτόν τον τρόπο δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι το αν θα υπάρξει ή όχι δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία (Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520 - 522 και Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366). Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω πως δύναμαι να εκδώσω διάταγμα απαλλαγής της διαδικασίας από την παρατυπία όσον αφορά τον εναρκτήριο τύπο, δεδομένων των προεκτεθέντων παρατηρήσεών μου για τη στάση που αυτή τήρησε μετά την έναρξη της διαδικασίας και εφόσον δεν διαβλέπω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της Καθ'ης από τη χρήση αυτού. Για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την εισήγηση της εταιρείας G. MAK CONSTRUCTION LTD (Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση και Καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση) ότι η έναρξη της διαδικασίας στη βάση της Δ.55 καθιστά άκυρη τη διαδικασία και εκδίδω διάταγμα απαλλαγής της διαδικασίας από την παρατυπία. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα αυτό, τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης, πλέον ΦΠΑ, επιδικάζονται εναντίον της εταιρείας G. Mak Construction Ltd και υπέρ του Γενικού Εισαγγελέα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης της κυρίως αίτησης. (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Ο όρος Κυβερνήτης και Αρχιδικαστής θα πρέπει να διαβάζονται υπό το φως των διατάξεων του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1. [2] «cause» (αιτία) περιλαμβάνει οιανδήποτε αγωγή ή πρωτογενή διαδικασία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένου. [3] «matter» (ζήτημα) περιλαμβάνει οιανδήποτε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου που δεν περιλαμβάνεται εις την αιτία. [4] Η Δ.1, θ.5 αναφέρει ότι: «5. Οι τύποι αιτήσεων που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς αυτούς μπορούν να χρησιμοποιηθούν με τέτοιες αλλαγές που θα είναι αναγκαίες στην υπόθεση και όπου δεν μπορούν να εφαρμοσθούν μπορούν να χρησιμοποιηθούν τύποι αιτήσεων με παρόμοιο χαρακτήρα.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο