← Κύπρος

Marquis Limited ν. G. & Chr. Antoniades Rentals Limited, Αρ. Αγωγής: 7872/09, 3/8/2016

Marquis Limited ν. G. & Chr. Antoniades Rentals Limited, Αρ. Αγωγής: 7872/09, 3/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A461 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7872/09 Μεταξύ: Marquis Limited Ενάγουσας ΚΑΙ G. & Chr. Antoniades Rentals Limited Εναγομένης ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 03/08/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Γ. Κυριάκου για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη: κος Κ. Πρωτοπαπάς ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, με την Έκθεση Απαίτησής της, αξίωνε εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €102.328,84 σεντ δυνάμει συμφωνίας και/ή κατάστασης λογαριασμού και/ή παρακαταθήκης και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, νόμιμο τόκο και έξοδα. Τελικά, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, περιόρισε το αξιούμενο ποσό σε €92.443,87 σεντ. Η Εναγομένη, με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι κατά ή περί τις 25/09/2008, που τερματίστηκε η συνεργασία τους, κατόπιν ενδελεχούς μελέτης των σχετικών χρεοπιστωτικών σημειωμάτων, κατέληξαν ότι η Εναγόμενη οφείλει το ποσό των €8.000 στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη το ποσό των €7.

  1. Έτσι, ο διευθυντής της Εναγομένης, Γεώργιος Αντωνιάδης, στις 25/09/2008 υπέγραψε σχετική βεβαίωση εξόφλησης του ποσού των €8.000 σε διάστημα 12 ημερών, ήτοι μέχρι τις 07/10/2008, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο η Ενάγουσα αναγνώρισε ότι όφειλε στην Εναγόμενη το ποσό των €7.000 περίπου, ως συμφωνηθείσα προμήθεια, με την υπόσχεση ότι θα εξοφλούσε τούτο μέχρι τις 07/10/
  2. Κατόπιν τούτων, η Εναγόμενη κατέθεσε επ' ονόματι της Ενάγουσας το ποσό των €3.000 από 25/09/2008 μέχρι τις 03/10/2008, χωρίς όμως η Ενάγουσα να καταβάλει το ποσό των €7.
  3. Επομένως η Εναγομένη δικαιούται και ανταπαιτεί το ποσό των €2.
  4. Η Ενάγουσα, στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, αρνείται τους ως άνω ισχυρισμούς της Εναγομένης και εμμένει στους ισχυρισμούς της που εμπεριέχονται στην Έκθεση Απαίτησής της, θέτοντας την Εναγομένη σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Η Ενάγουσα, για να αποδείξει την υπόθεσή της, κάλεσε δύο μάρτυρες. Τη Δέσποινα Χαραλάμπους, ΜΕ1, βοηθό λογιστηρίου της Ενάγουσας, η οποία κατέθεσε το Τεκμήριο 1 και η οποία δεν γνώριζε τίποτε περισσότερο για την υπόθεση και το Μιχάλη Χαβάτζια, ΜΕ2, ο οποίος είναι υπάλληλος της εταιρείας SEO TRANS SELF DRIVE CARS LTD, η οποία ανέλαβε το χειρισμό τω ηλεκτρονικών προγραμμάτων και παροχής υπηρεσιών λογιστηρίου της Ενάγουσας, ο οποίος ασκούσε τούτες προσωπικά και γνωρίζει όλα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Η Εναγομένη, για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της, πρόσφερε τη μαρτυρία του Γεώργιου Αντωνιάδη, ΜΥ, ο οποίος είναι διευθυντής της και άμεσα, προσωπικά, εμπλεκόμενος, ο οποίος γνωρίζει όλα όσα αφορούν την υπόθεση. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας, στη σύντομη και λιτή αγόρευσή του, αφού αναφέρθηκε συνοπτικά στη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2, στη συνέχεια ανέφερε ότι το αρνητικό πρόσημο στο λογαριασμό της Εναγομένης προκλήθηκε κατά κύριο λόγο από την απώλεια £22.000-£23.000 από διάρρηξη του καταστήματος της Εναγομένης περί το τέλος του 2006, που για το λόγο αυτό, επειδή η Εναγομένη ήταν σημαντικός συνεργάτης της Ενάγουσας, της παραχώρησε διευκολύνσεις αποπληρωμής, με υπογραφή των συμφωνιών, Τεκμήρια 6 και 7 και την έκδοση επιταγών, ως τα Τεκμήρια 3, 4 και 5, αντί να κλείσει το σύστημα, προσδοκώντας εξόφληση μέσω των προμηθειών που δικαιούτο, με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία, Τεκμήριο
  5. Σημείωσε δε ότι το υπόλοιπο την 31/12/2007 ήταν £12.152,98 και μεταφέρθηκε, με τη μετατροπή του νομίσματος, σε ευρώ, την 01/01/
  6. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστους τους ΜΕ1 και 2, επειδή ήταν σαφείς και ευθείς και δεν κλονίστηκε η μαρτυρία τους και αναξιόπιστο τον ΜΥ με επισήμανση σχετικών αναφορών του από τη μαρτυρία του, όπως, ότι αν και καίριο σημείο της Υπεράσπισης ήταν τα λάθη στα λογιστικά, εν τούτοις αν και του ζητήθηκε να υποδείξει τούτα στις καταστάσεις λογαριασμών, δεν μπόρεσε να το πράξει. Επίσης, ενώ ανάφερε ότι η Ενάγουσα δεν του κατέβαλε προμήθειες για τα έτη 2005 και 2006, όταν του αναφέρθηκε ότι έλαβε τούτες με επιταγές δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί περί του αντιθέτου. Επίσης τόνισε ότι η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει την Ανταπαίτησή της αφού δεν παρέθεσε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τούτη αλλά ούτε προώθησε τούτη με ερωτήσεις ή υποβολές προς τους ΜΕ1 και 2, είτε με προώθηση τούτης από τον ΜΥ. Ως εκ τούτου ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση της Ενάγουσας και απόρριψη της Ανταπαίτησης, με έξοδα εις βάρος της Εναγομένης. Από την άλλη, ο δικηγόρος της Εναγομένης, με την επίσης σύντομη και λιτή αγόρευσή του, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη αφού η ΜΕ1 δεν γνώριζε οτιδήποτε για την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1, που κατέθεσε, ενώ ο ΜΕ2 δεν μπόρεσε να εξηγήσει πώς δημιουργήθηκε το υπόλοιπο που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1, με βάση την υποχρεωτική αμεσότητα των συναλλαγών, που επέβαλλε η συμφωνία, Τεκμήριο 2 και η πρακτική που ακολουθείτο, δίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι και οι δύο μάρτυρες της Ενάγουσας δεν ήταν υπάλληλοι της Ενάγουσας, που κατά την άποψή του δεν πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους για όλη τη χρονική περίοδο που υπήρξε η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία, οι οποίοι μάρτυρες ήλθαν στο Δικαστήριο ακόμα να καταθέσουν, με εντολή και καθοδήγηση της Ενάγουσας, ψυχρά λογιστικά στοιχεία και αριθμούς άσχετους με την αλήθεια, δείγμα των οποίων είναι και η μείωση του ποσού της αξίωσης από €102.328,84 σε €92.443,
  7. Επεσήμανε ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1, περιλαμβάνει την περίοδο από 01/01/2008 μέχρι 31/10/2008, ενώ θα έπρεπε να κατατεθεί και η κατάσταση λογαριασμού από 01/01/2003 που άρχισε η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία μέχρι τις 31/12/2007, περίοδο κατά την οποία έγινε σωρεία λαθών. Αντίθετα, εισηγήθηκε, η μαρτυρία του ΜΥ ήταν ειλικρινής και αληθινή που κάλυψε όλο το φάσμα της διαφοράς πλην επουσιωδών λεπτομερειών. Σημείωσε τον εξαναγκασμό της Εναγομένης να παραδώσει ο ίδιος ο διευθυντής της, ΜΥ, προσωπικές επιταγές ύψους €36.000, για να καταδείξει το μέγεθος της εξάρτησης και της πίεσης που θα μπορούσε η Ενάγουσα να έχει επί της Εναγομένης. Επίσης, κατά την άποψή του, τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 (επιταγές) και το Τεκμήριο 6, δόθηκαν στην Ενάγουσα ως εγγυητική μετά τη διάρρηξη του καταστήματος της Εναγομένης τον Ιανουάριο του 2007 και επομένως δεν οφείλονται αυτά ως υπόλοιπο λογαριασμού ή άλλως πως. Ενόψει των πιο πάνω ζήτησε την απόρριψη της αγωγής και έκδοση απόφασης στην Ανταπαίτηση. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω, τόσο τους μάρτυρες της Ενάγουσας όσο και το μάρτυρα της Εναγομένης, κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνειά τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προέβηκα στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων. Η μαρτυρία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να καταγραφεί, είτε ως έχει, είτε το ουσιαστικότερο μέρος αυτής, αφού τούτο θα γίνει στα πλαίσια της αξιολόγησης, των ευρημάτων και της κατάληξης του Δικαστηρίου, που θα γίνεται ενιαία και αδιάσπαστα μεταξύ τους, με ευδιάκριτο τρόπο, ποιά μαρτυρία γίνεται αποδεκτή και ποιά όχι, όπως και τα ευρήματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου που εξάγονται από τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή. Συνάμα, μέσα από την απόφαση, θα απαντώνται και οι διάφορες θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων, που καταγράφονται στις αγορεύσεις τους, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από αυτές. Στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι, το Δικαστήριο εξετάζει ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και δεν επεκτείνεται πέραν αυτών (βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G & P Ergatides Motors Ltd.

(2007)1 ΑΑΔ 1380, Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ. κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 991 και Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24). Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει Υπεράσπιση που τυχόν ή πιθανόν να εξάγεται από τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιόν του. Πέραν τούτου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από τις θέσεις που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων στην αγόρευσή τους, το Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις αυτές και εκφράζονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης. Η Ενάγουσα, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή, ως η παραδοχή της Εναγομένης, των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης, με την Παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Ανταπαίτησής της, ήταν εταιρεία η οποία δραστηριοποιείτο στον τομέα υπηρεσιών μεταφοράς χρημάτων από την Κύπρο σε άλλες χώρες, ως νόμιμος αντιπρόσωπος στην Κύπρο, της εταιρείας MoneyGram. Η Εναγομένη, κατόπιν γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 29/11/2006, Τεκμήριο 2, ως υποαντιπρόσωπος της Ενάγουσας, δραστηριοποιείτο στον ίδιο τομέα, υπό τους όρους του Τεκμηρίου 2, λαμβάνοντας συγκεκριμένη προμήθεια από την Ενάγουσα. Όμως, όπως καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 8, 9, 10 και 11, που επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία του ΜΕ2 και τη γραμμή αντεξέτασης του ΜΥ, και γίνονται αποδεκτά μόνο γι' αυτό το γεγονός και τίποτε περισσότερο, ως εξηγείται κατωτέρω, η συνεργασία μεταξύ τους άρχισε από το 2003, υπό άλλη μορφή ή τρόπο. Ο τρόπος λειτουργίας της μεταξύ τους συμφωνίας, ως καταδεικνύεται από τη μαρτυρία του ΜΕ2 και του ΜΥ, καθώς και από το Τεκμήριο 1, το οποίο κατατέθηκε από τη ΜΕ1, η οποία δεν γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση πέραν του ότι ως υπάλληλος στο λογιστήριο της Ενάγουσας είχε πρόσβαση στο λογιστικό σύστημα της τελευταίας, από το οποίο εκτύπωσε το Τεκμήριο 1, το οποίο αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού από την 01/01/2008 μέχρι 31/10/2008, τουλάχιστον γι' αυτή την περίοδο, αφού πελάτες της Εναγόμενης της παρέδιδαν χρήματα για μεταφορά στο εξωτερικό, αυτή τα έμβαζε στην Ενάγουσα, η οποία διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό μεταξύ τους, ως το Τεκμήριο 1, μέσω ενός ηλεκτρονικού συστήματος στο οποίο εμφαίνονταν και έβλεπαν και οι δύο πλευρές καταθέσεις και υπόλοιπα και η οποιαδήποτε εκκρεμότητα θα διευθετείτο την ίδια ημέρα ή το αργότερο μέχρι το μεσημέρι της επόμενης ημέρας. Σε αντίθετη περίπτωση η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να αναστείλει τη λειτουργία της Εναγομένης μέχρι πλήρης καταβολής του ποσού της εκκρεμότητας, όπως και να τερματίσει τη μεταξύ τους συμφωνία δίνοντάς της γραπτή ειδοποίηση. Στην πράξη όμως, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2, ο οποίος ήταν σταθερός και ακλόνητος, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις, ένεκα του ότι η Εναγόμενη ήταν ένας μεγάλος και σημαντικός υποαντιπρόσωπος, παρακάμφθηκε η πιο πάνω πρόνοια και υπήρχε μεγαλύτερη ελαστικότητα στο χρόνο καταβολής των ποσών που εκκρεμούσαν εκ μέρους της Εναγομένης, κυρίως μετά τη διάρρηξη, περί το τέλος 2006, αρχές 2007, του καταστήματος της Εναγομένης και κλοπής απ' αυτό ποσού £22.000-£23.000, επειδή ένεκα του όγκου της εργασίας που έκανε, η Ενάγουσα, θα λάμβανε τούτο, με την πάροδο του χρόνου, με αποκοπή χρημάτων από τις προμήθειες που θα δικαιούτο να πάρει. Στις 30/06/2009 η MoneyGram τερμάτισε τη συμφωνία με την Ενάγουσα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία, που κατά την Ενάγουσα ο χρεοπιστωτικός λογαριασμός που διατηρούσε με την Εναγομένη, στις 31/10/2008 δείκνυε υπόλοιπο €92.443,87, ως το Τεκμήριο
  1. Η Ενάγουσα, ως η μαρτυρία του ΜΕ2, προβάλλει ότι η Εναγόμενη, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 1, στο οποίο, ουσιαστικά, ο ΜΥ αποδέχθηκε ότι εμφαίνονται όλες οι καταθέσεις, πιστώσεις και χρεώσεις, πλην του υπολοίπου με το οποίο αρχίζει την 01/01/2008, ως αναφέρεται κατωτέρω, που αποτελεί την αναλυτική, καθημερινή, κατάσταση, χρεοπιστωτικού λογαριασμού, που διατηρούσε η Ενάγουσα με την Εναγομένη, για την περίοδο από 01/01/2008 μέχρι και τις 31/10/2008, δεικνύει οφειλόμενο υπόλοιπο από την Εναγομένη στην Ενάγουσα το ποσό των €92.443,
  2. Από την άλλη, η Εναγόμενη, διά του ΜΥ, ο οποίος είναι ο διευθυντής της, ισχυρίζεται ότι, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 1, ανοίγει ο λογαριασμός την 01/01/2008 με το ποσό των €78.379,43, χωρίς να φαίνονται οι προηγούμενες χρεοπιστώσεις, από τότε που άρχισε η συνεργασία της το 2003, την ίδια ημερομηνία αφαιρείται από το λογαριασμό το ίδιο ποσό και μηδενίζεται ο λογαριασμός, στη συνέχεια την ίδια ημέρα χρεώνεται με το ποσό των €20.764,60 και πιστώνεται με το ποσό των €136 και ακολούθως την ίδια ημέρα χρεώνεται ο λογαριασμός με το ποσό των €66.410.90 για να καταλήξει την ίδια ημερομηνία, 01/01/2008, να φαίνεται οφειλόμενο υπόλοιπο €87.039,
  3. Πέραν από το ανεξήγητο, κατά την Εναγόμενη, άνοιγμα με το ποσό των €78.379,43, το οποίο κατά τον ισχυρισμό του ΜΥ δεν είναι ορθό με βάση τα Τεκμήρια 8, 9, 10 και 11 που αποτελούν τις καταστάσεις λογαριασμών από τις 25/11/2003 μέχρι τις 31/12/2007, ημερομηνία κατά την οποία (31/12/2007) δεικνύεται υπόλοιπο £12.152,98 ή €20.781,59, υπάρχουν λογιστικά λάθη στις καταστάσεις λογαριασμών που διατηρούσε η Ενάγουσα για την Εναγομένη, όπως καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 12, 13 και 14, που αναφέρονται στις ημερομηνίες 01/04/2007-04/07/2007, 30/07/2007-06/08/2007 και 20/09/2007-03/10/2007, αντίστοιχα, που αποτελούν ενδεικτικά δείγματα και παραδείγματα για τα λογιστικά λάθη της Ενάγουσας στις καταστάσεις λογαριασμών. Εδώ είναι που εντοπίζεται και η μεταξύ των διαδίκων διαφορά και ο κάθε ένας από αυτούς αποδίδει διαφορετικό λόγο για τον οποίο έγιναν διάφορα έγγραφα, ήτοι το γραμμάτιο συνήθους τύπου, ημερομηνίας 29/05/2007, για το ποσό των £21.203,61, Τεκμήριο 6, η έκδοση μερικών επιταγών, συνολικού ποσού €36.000, ως ανέφερε στην αγόρευσή του ο συνήγορος της Εναγομένης, χωρίς όμως να έχει τεθεί τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων, η επιταγή ημερομηνίας 30/01/2007 για το ποσό των £7.000, Τεκμήριο 3, η επιταγή ημερομηνίας 31/01/2007 για το ποσό των £7.000, Τεκμήριο 4, η επιταγή ημερομηνίας 02/02/2007 για το ποσό των £2.500, Τεκμήριο 5 και η έγγραφη βεβαίωση, ημερομηνίας 25/09/2008, πληρωμής από τον ΜΥ στην Ενάγουσα του ποσού των €8.000, μέχρι τις 07/10/
  4. Κατ' αρχάς τα Τεκμήρια 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15 ουδέποτε επιδείχθηκαν στον ΜΕ2 για να τα σχολιάσει και εκφράσει τη θέση του. Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (βλ. υπόθεση Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου ν. Λεόντιου Κ. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785, 791). Ως εκ τούτου, αν και σε σχετική ερώτηση ο ΜΕ2 απάντησε ότι είδε τα στοιχεία που του πήρε ο ΜΥ και έγινε έλεγχος και δεν υπήρχε λάθος στο Τεκμήριο 1, αφού δεν κατέστη γνωστό στο Δικαστήριο ποια ήταν αυτά και παρότι σε γενικό επίπεδο αμφισβητήθηκε το υπόλοιπο του Τεκμηρίου 1, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να δώσει βαρύτητα σε αυτά και πολύ περισσότερο τη σημασία που αποδίδει ο ΜΥ σε αυτά, για να αποδείξει λάθος στο υπόλοιπο που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 1 ή σε σχέση με τα Τεκμήρια 8-11, λάθος σε αυτά. Επίσης διαφάνηκε, κατά την αντεξέταση του ΜΥ, ότι η Ενάγουσα δεν έδινε στην Εναγόμενη μόνο τα λεφτά που εμφαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμών, που κατέβαλλε ως προμήθειες στην Εναγόμενη, αλλά και επιταγές. Οι επιταγές δεν καταχωρούντο και δεν εμφαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού, όπως ισχυρίστηκε ο ΜΥ στη μαρτυρία του, όταν σε σχετική ερώτηση απάντησε «όταν δεν καταβάλλονταν με επιταγή, έπρεπε να πιστωθεί ο λογαριασμός μας, ξεκάθαρο». Αλλά δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αν έλαβε ή όχι τις προμήθειες του Τεκμηρίου 15, που επικαλέσθηκε ως παράδειγμα, λέγοντας «δεν μπορώ να πω τώρα, γιατί αυτές ήταν ένα παράδειγμα για την προμήθεια που δικαιούμαι». Όμως, τα ίδια, περίπου, ουσιαστικά, ανέφερε και για τις προμήθειες που ισχυρίστηκε ότι δεν του καταβλήθηκαν για τα έτη 2005, 2006 και 2007, αφού δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τι προμήθειες του καταβλήθηκαν σε επιταγές γι' αυτά τα έτη. Επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του. Είναι ορθό, όμως, ότι στις 31/12/2007 εμφαίνεται ως υπόλοιπο στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 11, το ποσό των £12.152,98 αντίστοιχο σε ευρώ €20.764,60, το οποίο δεν αρνήθηκε ο ΜΕ2, αλλά αναφορά σε αυτό το ποσό γίνεται και στην αγόρευση του δικηγόρου της Ενάγουσας, που εξηγεί, με βάση τη μαρτυρία, πώς δημιουργήθηκε το υπόλοιπο το οποίο αξιώνεται και ανοίγει ο λογαριασμός την 01/01/2008 €78.379,43, έστω και αν δεν κλήθηκε ο ΜΕ2 να σχολιάσει το Τεκμήριο 11, αφού τέθηκε υπό άλλη μορφή αυτό το θέμα, όμως, όταν μηδενίστηκε ο λογαριασμός, το υπόλοιπο που ξανανοίχθηκε ο λογαριασμός ήταν €20.764,60 δηλαδή το αντίστοιχο του ποσού των £12.152,98 που φαίνεται ως υπόλοιπο στις 31/12/
  1. Όπως δε εξήγησε ο ΜΕ2 στο άνοιγμα του λογαριασμού προστέθηκαν και τα ποσά τα οποία όφειλε η Εναγομένη, για τα οποία εκδόθηκαν προσωπικές επιταγές του ΜΥ προς την Ενάγουσα, ως εξασφάλιση, εκ των οποίων τρεις δεν πληρώθηκαν μέχρι σήμερα, ήτοι τα Τεκμήρια 3, 4 και 5, συνολικού ποσού £16.500 ή €28.191,92 και το γραμμάτιο συνήθους τύπου, Τεκμήριο 6, £21.203,61 ή €36.228,52, το οποίο έγινε στις 29/05/2007, που επίσης δόθηκε στην Ενάγουσα από τον ΜΥ ως εξασφάλιση, των οποίων δύο ποσών, το συνολικό τους άθροισμα ανέρχεται στο ποσό των €64.420,44, το οποίο ποσό είναι πολύ πλησίον του ποσού των €66.410,90, το οποίο φαίνεται ως χρέωση την 01/01/2008 στο Τεκμήριο
  2. Άλλωστε, εάν δεν οφείλετο το ποσό αυτό, γιατί ο ΜΥ να αναλάβει, προσωπικά, στις 25/09/2008, να εξοφλήσει το ποσό των €8.000 μέχρι τις 07/10/
  3. Η δικαιολογία που πρόβαλε στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της, ότι υπήρχε μεταξύ τους αναγνώριση χρέους η μια προς την άλλη, που ουσιαστικά δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, αντιστρατεύεται την κοινή λογική, γιατί αν υπήρχε συμφωνία αναγνώρισης οφειλής της Εναγομένης προς την Ενάγουσα για το ποσό των €8.000 και ανέλαβε τούτη ο ΜΥ, τότε ανάλογη γραπτή υποχρέωση για εξόφληση του ποσού των €7.000, που κατ' ισχυρισμό του ΜΥ ανέλαβε η Ενάγουσα, έπρεπε να αναληφθεί και από την Ενάγουσα και όχι προφορική ανάληψη, ως ο ισχυρισμός του ΜΥ. Γι' αυτό το λόγο και δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΥ. Ούτε βέβαια γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του ότι κατέβαλε έναντι του ποσού των €8.000 το ποσό των €3.000, από τις 25/09/2008 μέχρι τις 03/10/2008, αφού μετά από αυτή την ημερομηνία, δηλαδή 25/09/2008, κατέβαλε μόνο €2.000 μέχρι τις 03/10/2008, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 1, ενώ για να γίνει το ποσό που κατέβαλε €3.000, θα πρέπει να συμπεριληφθεί και το ποσό των €1.000 που καταβλήθηκε στις 29/08/2008, και επομένως πριν από τη συμφωνία ημερομηνίας 25/09/2008, κάτι που φανερώνει το αναληθές για τη δήθεν, ως άνω, μεταξύ τους κατάρτισης συμφωνίας στις 25/09/
  4. Να λεχθεί επίσης ότι ο ισχυρισμός του ΜΥ ότι οι επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, δόθηκαν, μαζί με άλλες, ως γενική εγγύηση, που έδιναν όλοι οι υποαντιπρόσωποι, αλλά η Εναγόμενη δεν είχε δώσει μέχρι τότε, όμως ζητήθηκε μετά τη διάρρηξη του καταστήματος της Εναγόμενης και όχι ως οφειλή, δεν αντέχει στην κοινή λογική γιατί ποιος ο λόγος να μην δοθεί μία επιταγή για όλο το ποσό και να δοθούν πολλές επιταγές σε διαφορετικές ημερομηνίες και ποσά. Επίσης, από τις ημερομηνίες που εκδόθηκαν οι επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, 30/01/2007, 31/01/2007 και 02/02/2007, αντίστοιχα, και για τα ποσά που δόθηκαν £7.000, £7.000 και £2.500 αντίστοιχα, φαίνεται ξεκάθαρα ότι δόθηκαν μαζί με άλλες επιταγές έναντι του ποσού που οφείλετο από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα, ως εξασφάλιση, ενώ, όπως φαίνεται, που άλλωστε και ο ΜΥ παραδέχθηκε, για το ποσό που κλάπηκε από το κατάστημα της Εναγομένης, κατά τη διάρρηξη που έγινε το τέλος του 2006 ή αρχές του 2007, το οποίο υπολογίστηκε στις £22.000-£23.000, στις 25/09/2007, υπογράφηκε εκ μέρους του ΜΥ το γραμμάτιο, Τεκμήριο 6, για το πολύ συγκεκριμένο ποσό των £21.203,61, επίσης ως εξασφάλιση, αφού το ποσό που οφείλετο από την Εναγόμενη, θα αποπληρώνετο σιγά-σιγά, με το πέρασμα του χρόνου, με την αποκοπή ποσών από την προμήθεια που θα δικαιούταν από την Ενάγουσα. Βέβαια η θέση ότι το Τεκμήριο 6, δόθηκε για τις επιταγές που εξέδωσε ο ΜΥ στην Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να ευσταθήσει, γιατί αν ήταν έτσι θα έπαιρνε τις επιταγές πίσω. Επομένως κανένα πρόβλημα δεν υπήρχε στο λογιστικό σύστημα και κανέναν λάθος δεν υπάρχει στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1, που διατηρούσε η Ενάγουσα για την Εναγομένη, πλην του ποσού της διαφοράς μεταξύ του ποσού των €66.410,90 που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 1 και του ποσού των €64.420,44 που αντιστοιχεί στις επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5 και το γραμμάτιο, Τεκμήριο 6, ήτοι €1.990,
  5. Σε ότι αφορά την Ανταπαίτηση, εκτός του ότι αυτή δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία με το δέοντα τρόπο, με την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΥ καταρρίπτεται και το βάθρο επί του οποίου επιχειρήθηκε να στηριχθεί αυτή και επομένως δεν μπορεί να επιτύχει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, όπως προσπάθησαν να αναλύσω και να εξηγήσω, η απαίτηση επιτυγχάνει και η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €90.453,41 σεντ, με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, ήτοι 31/12/2009, μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα, πλέον ΦΠΑ, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €50.000-€100.
  6. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα, πλέον ΦΠΑ, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €2.000-€10.
  7. Εκεί που τα έξοδα της Απαίτησης και της Ανταπαίτησης είναι κοινά, θα υπάρχει ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.