← Κύπρος

Ελένης Καλοκαιρινού ν. Ηλία Χάζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6925/2009, 9/8/2016

Ελένης Καλοκαιρινού ν. Ηλία Χάζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6925/2009, 9/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A466 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6925/2009 Μεταξύ: Ελένης Καλοκαιρινού Ενάγουσας και

  1. Ηλία Χάζου
  2. Cyprus Mail Company Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 9 Αυγούστου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Αχ. Αιμιλιανίδης για Αχιλλεύς και Αιμίλιος Κ. Αιμιλιανίδης Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Κ. Μαυραντώνης για Μάρκος Π. Σπανός & Σια ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.1.2009 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «SUNDAY MAIL», ιδιοκτησίας των Εναγομένων 2 δημοσίευμα που συντάχθηκε από τον Εναγόμενο 1 με τίτλο «University Professor accused of plagiarism». Στο δικόγραφο της Ενάγουσας παρατίθεται το κείμενο του δημοσιεύματος στην αγγλική Γλώσσα και ακολουθεί μετάφραση αυτού στην ελληνική γλώσσα. Παραθέτω αυτούσια την μετάφραση στην ελληνική γλώσσα όπως παρατίθεται στο δικόγραφο της Ενάγουσας. «Καθηγήτρια πανεπιστημίου κατηγορείται για λογοκλοπή Πειθαρχική επιτροπή εξετάζει ισχυρισμούς για αντιγραφή από έργο διάσημου φιλόσοφου από καθηγήτρια Του Ηλία Χαζού Επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου αντιμετωπίζει κατηγορίες λογοκλοπής, σε υπόθεση που έχει σοκάρει πολλούς στην πανεπιστημιακή σχολή. Οι ισχυρισμοί αφορούν ακαδημαϊκό του Τμήματος Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας, η οποία είναι ύποπτη για ιδιοποίηση μέρους του έργου του Alasdair Maclntyre, φιλόσοφου, γνωστού για τη συνεισφορά του στην ηθική και πολιτική φιλοσοφία. Την υπόθεση έφεραν στην επιφάνεια ακαδημαϊκοί, όταν εργασία που υποβλήθηκε από την καθηγήτρια το 1999, παρουσίαζε μια αλλόκοτη ομοιότητα με το βιβλίο περί ηθικής φιλοσοφίας του Maclntyre με τίτλο «After Virtue», το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το
  3. Η επίμαχη εργασία αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του "Φόρουμ για τη Μεταρρύθμιση Ελληνικού Πανεπιστημίου" (Greek University Reform Forum), η οποία βρίσκεται στην εξής ηλεκτρονική διεύθυνση: http://greekuniversityreform.wordpress.com/2008/12/20/ Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτό έχει γίνει το επίκεντρο έντονων συζητήσεων στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Η εργασία, η οποία στη συνέχεια αποτέλεσε μέρος βιβλίου που δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, πράγματι κάνει αναφορά και πραγματεύεται το έργο του Maclntyre, περιλαμβάνοντας συχνά παραθέματα από το βιβλίο του «After Virtue». Ενώ όμως σε ορισμένα σημεία σωστά αναφέρει τον Maclntyre ως πηγή, χρησιμοποιώντας τα παραθέματα του εντός εισαγωγικών, σε άλλα σημεία, ακόμα και μία πρόχειρη εξέταση του κειμένου δίνει την εντύπωση ότι ο συγγραφέας μετέφρασε σχεδόν λέξη προς λέξη στα Ελληνικά ολόκληρες προτάσεις του «After Virtue» χωρίς να αποδίδει την προέλευση τους στον Maclntyre. Επίσης, οι ύποπτες παράγραφοι σκορπίστηκαν ανάμεσα στις «καθαρές» ώστε να παράγουν ένα ρέον κείμενο, αποδίδοντας φαινομενικά ένα πρωτότυπο έργο. Πέρα απ' αυτό, η συγγραφέας πρόσθεσε τη δική της αυθεντική γραφή σε προτάσεις που φαίνεται να έχουν αντιγραφεί (μεταφραστεί) κατευθείαν από τον Maclntyre. Αρκετά ειρωνικό είναι ότι η επίκουρη καθηγήτρια που βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, τυγχάνει να διδάσκει το μάθημα της δεοντολογίας στο πανεπιστήμιο. Η Sunday Mail αντιλαμβάνεται ότι κατέχει επίσης την έδρα στην Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής Κύπρου. Ο Σταύρος Ζένιος, πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, επιβεβαίωσε στη Sunday Mail ότι η υπόθεση της εν λόγω επίκουρης καθηγήτριας διερευνάται από την πειθαρχική επιτροπή του πανεπιστημίου. Όπως ανέφερε, η απόφαση της επιτροπής θα διαβιβαζόταν στη Σύγκλητο για επικύρωση. Η κατηγορούμενη έχει το δικαίωμα έφεσης. Οι πιθανές κυρώσεις περιλαμβάνουν επίπληξη, παρακράτηση μισθού αλλά και απόλυση. Όπως δήλωσε ο Ζένιος, η επίπληξη δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και στέρηση προαγωγής. «Πρέπει να έχουμε όμως υπόψη μας ότι όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου», πρόσθεσε. Προειδοποίησε ακόμα ότι δεν ωφελεί να προτρέχουμε, καθότι «εκεί όπου υπάρχει υποψία για λογοκλοπή, η γραμμή είναι λεπτή, αφού τα έργα των ακαδημαϊκών πολύ συχνά στηρίζονται πάνω σε έργα συναδέλφων τους». Η επίκουρη καθηγήτρια είναι υποψήφια για προαγωγή τον επόμενο μήνα και, όπως ανέφερε ο Ζένιος, ο ίδιος έχει ήδη ενημερώσει την επιτροπή προαγωγών του πανεπιστημίου σχετικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης. «Αν υπάρχει αλήθεια στους ισχυρισμούς, τότε πρόκειται για ένα λυπηρό γεγονός, για οποιοδήποτε πανεπιστήμιο. Αυτά όμως αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά», είπε ο Ζένιος, προσθέτοντας ότι δεν έχει υπόψη του παρόμοια υπόθεση, τουλάχιστον υπό την εποπτεία του. Ωστόσο, πηγή που γνωρίζει την υπόθεση είπε στη Sunday Mail ότι θα ήταν προς το συμφέρον του πανεπιστημίου να εξαλείψει τέτοια φαινόμενα. «Οι καθηγητές θα' πρεπε να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση», δήλωσε η πηγή. «Οι φοιτητές μαθαίνουν ότι η λογοκλοπή αποτελεί ένα εξαιρετικά σοβαρό αδίκημα, για το οποίο μπορεί να αποβληθούν προσωρινά ή διά παντός. Φανταστείτε τώρα τι σημαίνει να συλλαμβάνεται ένας εκπαιδευτικός κάνοντας ακριβώς αυτό». Η πηγή ανέφερε ότι έχουν ακουστεί συχνά περιπτώσεις ανέντιμης ή ανάρμοστης συμπεριφοράς στους ακαδημαϊκούς κύκλους της Κύπρου και της Ελλάδας, οι οποίες όμως συνήθως συγκαλύπτονται. Ένα γνωστό παράδειγμα υπήρξε πριν από μία δεκαετία, όταν καθηγητής του ίδιου πανεπιστημίου κατηγορήθηκε για σεξουαλική παρενόχληση των φοιτητών του. Οι κατηγορίες εναντίον του εν λόγω άνδρα αποσύρθηκαν και ο ίδιος δεν υπέστη καμία συνέπεια. «Ας ελπίσουμε ότι η πειθαρχική επιτροπή έχει ωριμάσει αρκετά ώστε να χειρίζεται τέτοια θέματα με μεγαλύτερη σοβαρότητα,» σχολίασε η πηγή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου υπάρχει αυστηρός κώδικας συμπεριφοράς, η αποδεδειγμένη λογοκλοπή μπορεί να σημάνει το τέλος μίας καριέρας. Ως πρώτο βήμα, ο ακαδημαϊκός απολύεται άμεσα, και στη συνέχεια μπαίνει στη «μαύρη λίστα» του πανεπιστημίου, το οποίο ενημερώνει άλλα πανεπιστήμια για το αδίκημα. Παρότι είναι σχεδόν αδύνατο να διαπιστώσει κανείς την έκταση της λογοκλοπής στους ακαδημαϊκούς κύκλους, ο κοινωνιολόγος Νίκος Περιστιάνης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας εικάζει ότι το φαινόμενο αυτό έχει λάβει τεράστια έκταση τα τελευταία χρόνια, με κύριο υπαίτιο το Διαδίκτυο. «Είναι τόσο εύκολο για κάποιον να ψάξει στο Διαδίκτυο, να αντιγράψει μια παράγραφο και να την περάσει για δική του. Προ Διαδικτύου, όπου το υλικό ήταν διαθέσιμο μόνο σε έντυπη μορφή, δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να αναγνωριστεί η πηγή ή ο συγγραφέας, καθώς ήταν περιορισμένος ο αριθμός τους σε οποιονδήποτε τομέα. Αυτό όμως δεν ισχύει πλέον.» Τα πανεπιστήμια όμως δεν μένουν άπρακτα. Για παράδειγμα το Πανεπιστήμιο Berkeley της Καλιφόρνια έχει δημιουργήσει ένα λογισμικό για τον εντοπισμό της λογοκλοπής. Πολύπλοκοι αλγόριθμοι αναλύουν τη δομή της πρότασης και μπορούν να ανακαλύψουν αν ένα κείμενο έχει «κλαπεί» ακόμα κι αν ο ένοχος προσπαθήσει να καλύψει την «κλεψιά» ανακατατάσσοντας τις λέξεις. Στον πιο κάτω πίνακα, στην αριστερή στήλη, είναι ένα απόσπασμα από την εργασία της Κύπριας καθηγήτριας. Στα δεξιά βρίσκεται η παράγραφος από το «After Virtue» του Maclntyre. Η τοποθέτηση εισαγωγικών (βλ. κείμενο με έντονη γραφή) υποδεικνύει ότι η συγγραφέας όντως γνωρίζει τη σωστή τους χρήση, κάτι που συνιστά ότι εσκεμμένα απέφυγε τη χρήση εισαγωγικών σε άλλα σημεία. Ενώ πριν από μισή σελίδα η συγγραφέας ορθά συμπεριέλαβε την υποσημείωση «After Virtue, σελ.50», εδώ δεν το κάνει. Στην αριστερή στήλη, μεταξύ παρενθέσεων, βρίσκεται η αναμφισβήτητα αυθεντική γραφή της καθηγήτριας. Το υπόλοιπο κείμενο θεωρείται «ύποπτο». Στο ίδιο δημοσίευμα παρατίθεται σε πλαίσιο το εξής κείμενο (σε μετάφραση): «Τι είναι η λογοκλοπή; Σύμφωνα με το διαδικτυακό λεξικό «Merriam-Webster», «λογοκλοπή» σημαίνει να κλέβεις και να παρουσιάζεις τις ιδέες ή τις λέξεις άλλου προσώπου ως δικές σου- να χρησιμοποιείς τη δημιουργία κάποιου άλλου χωρίς να αναφέρεις την πηγή- να διαπράττεις λογοτεχνική κλοπή- να παρουσιάζεις ιδέα ή προϊόν που προέρχεται από υφιστάμενη πηγή, ως νέο ή πρωτότυπο. Με άλλα λόγια, η λογοκλοπή αποτελεί μια μορφή απάτης, η οποία περιλαμβάνει τόσο την κλοπή έργου που ανήκει σε τρίτο άτομο όσο και το ψεύδος που αυτό συνεπάγεται. Όλα τα ακόλουθα θεωρούνται ως λογοκλοπή: παράδοση εργασίας άλλου ατόμου παρουσιάζοντας την ως ίδια, αντιγραφή λέξεων ή ιδεών από κάποιον άλλο χωρίς αναφορά της πηγής, παράθεση αποσπάσματος χωρίς εισαγωγικά, αναφορά εσφαλμένων πληροφοριών σχετικά με την πηγή του παραθέματος, αντικατάσταση των λέξεων αλλά αντιγραφή της δομής της πρότασης κάποιας πηγής χωρίς αναφορά αυτής, αντιγραφή τόσο μεγάλου αριθμού λέξεων ή ιδεών από μία πηγή, ώστε να αποτελούν την πλειοψηφία της ίδιας εργασίας, είτε γίνεται αναφορά της πηγής είτε όχι.» Επιπλέον στο δημοσίευμα υπήρχε ο ακόλουθος πίνακας: The assistant professor's paper Alasdair Maclntyre, After Virtue Αλλά η κοσμική απόρριψη της "καθολικής και της διαμαρτυρόμενης θεολογίας και η επιστημονική και φιλοσοφική απόρριψη του αριστοτελισμου εί-χαν ως συνέπεια την εξάλειψη του δεύτερου από τα τρία ανωτέρω στοιχεία, δηλαδή της σύλληψης του «ανθρώπου -όπως- θα- ήταν- εάν- επραγμάτωνε- τη φύση του»- Η εγκατάλειψη της ιδέας του τέλους {και κατ' επέκταση η αποτελεολογικοποίηση του αριστοτελισμού} μας άφησε με τα δύο εναπομεί-ναντα στοιχεία, των οποίων η σχέση δεν είναι και τόσο σαφής. Από τη μια πλευρά έχουμε μια σύλ-ληψη της «απαιδαγώγητης- φύσης- του- ανθρώ- που» και από την άλλη «ένα σύνολο κανόνων της ηθικής». Εφόσον, όμως, οι κανόνες αυτοί εκπλή-ρωναν το στόχο τους μέσα σ' ένα θεωρητικό σχήμα, στο οποίο σκοπός τους ήταν να διαπαιδαγω- γήσουν και να βελτιώσουν την ανθρώπινη φύση, {και εφόσον πλέον το τελεολογικό υπόβαθρο είχε εγκαταλειφθεί, διότι γι' αυτό το θεωρητικό σχήμα πρόκειται, οι κανόνες της ηθικής δεν έχουν πια καμιά σχέση με την ανθρώπινη φύση, διότι ούτε από προτάσεις για την ανθρώπινη φύση μπορούν να συναχθούν ούτε να δικαιολογηθούν επικαλού-μενοι κάποια χαρακτηριστικά της. Καθίσταται, λοι- πόν, .ευνόητα γιατί όλες οι προσπάθειες των ηθι-κών φιλοσόφων του 1θου αιώνα ήταν καταδικασμένες να αποτύχουν {...] But the joint effect of the secular rejection of both of the Protestant and Catholic theology and the scientific and philosophical re­jection of Aristotelianism was to eliminate any notion of man- as- he- could- be- if- he- realized- his- telos [...] the abandon­ment of any notion of a telos leaves behind a moral scheme composed of two remaining elements whose relationship be­comes quite un-clear. There is on the one hand [...] a set of injunctions deprived of their teleological context There is on the other hand a certain view of untutored- human- nature- as- it- Is. Since the moral Injunctions were originally at home in a scheme in which their purpose was to correct, improve and educate that human nature, they are clearly not going to be such as could be deduced from true statements about hu­man nature or justified in some other way by appeal-ing to its characteristics [...] Hence the eighteenth-century moral phi­losophers engaged in what was an Inevitably un-successful project [.„] ' Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος της Επιτροπής Βιοηθικής και δίδασκε Δεοντολογία και Ηθική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Στις 19.12.2008 είχε εκλεγεί στη θέση αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αντί του ανθυποψήφιου της, Παναγιώτη Θανασά, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας. Ισχυρίζεται ότι ο Παναγιώτης Θανασάς, εκδικητικά και κακόβουλα, απέστειλε την επόμενη ημέρα της εκλογής, ηλεκτρονική επιστολή στις πρυτανικές αρχές και στην Διεθνή Πενταμελή Επιτροπή, η οποία θα έκρινε την Ενάγουσα για τη βαθμίδα της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, με την οποία απέδιδε στην Ενάγουσα τη διάπραξη λογοκλοπής με αντιγραφή κειμένου από το βιβλίο του Alasdair Maclntyre με τίτλο «After Virtue». Ακολούθησε το επίδικο δημοσίευμα το οποίο σύμφωνα με την Ενάγουσα, αναφερόταν και/ή έγινε αντιληπτό ότι αναφερόταν στην ίδια, διότι η Ενάγουσα είχε τις ιδιότητες που αναφέρονται πιο πάνω και παράλληλα είχε συντάξει το 1999 επιστημονικό άρθρο, με τίτλο «Η αναβίωση της αριστοτελικής πολιτικής στο έργο του Alasdair Macintyre», το οποίο αναφερόταν περιγραφικά στο έργο του Alasdair Maclntyre, ενός καθηγητή και φιλόσοφου παγκοσμίου κύρους, για τον Αριστοτέλη. Για τους λόγους που παραθέτει με λεπτομέρεια στο δικόγραφο της, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι το επίδικο δημοσίευμα στη φυσική και/ή συνηθισμένη σημασία του και/ή διαζευκτικά, κατά τρόπο νομικού και/ή αληθούς υπονοουμένου (true or legal innuendo) σήμαινε και/ή έγινε αντιληπτό ότι σήμαινε ότι η Ενάγουσα (α) διέπραξε λογοκλοπή (β) οικειοποιήθηκε ανήθικα και/ή παράνομα και ή αντιδεοντολογικά την επιστημονική εργασία άλλου ακαδημαϊκού, (γ) δεν είχε τα ηθικά εχέγγυα για να διδάσκει δεοντολογία στο Πανεπιστήμιο και/ή να συμμετέχει ως μέλος στην Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής Κύπρου (δ) διέπραξε πειθαρχικό αδίκημα ανάλογο με σεξουαλική παρενόχληση (ε) προχώρησε σε μίξη «ύποπτων αποσπασμάτων» με κείμενο της, ούτως ώστε να φαίνεται η εργασία της ως αυθεντική εργασία, ενώ δεν ήταν και (στ) παρουσίασε επίτηδες προτάσεις άλλου ακαδημαϊκού, οι οποίες αναπαρήχθηκαν μεταφρασμένες απευθείας, ως δικές της. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι ένας σημαντικός αριθμός ατόμων και/ή αναγνωστών του επίδικου δημοσιεύματος γνωρίζοντας τα δεδομένα και διαβάζοντας το επίδικο δημοσίευμα, όλοι ή κάποιοι από αυτούς, αντιλήφθηκαν ότι το επίδικο δημοσίευμα είχε τη σημασία που δίνεται πιο πάνω. Ως αποτέλεσμα του επίδικου δημοσιεύματος, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά, στο καλό όνομα, τη φήμη και τις δραστηριότητες της και κατέστη αντικείμενο δημοσίου σκανδάλου, απαξίωσης, περιφρόνησης και χλεύης. Επιπλέον κινήθηκε εναντίον της πειθαρχική διαδικασία και/ή στερήθηκε εκλογής στη βαθμίδα αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Προκλήθηκε επίσης αποστροφή και/ή αποφυγή της Ενάγουσας από συναδέλφους και/ή φοιτητές της και/ή άλλα πρόσωπα στην Κύπρο, στην Ελλάδα και στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. H Ενάγουσα εν πάση περιπτώσει αθωώθηκε κατά ή περί το καλοκαίρι του 2010 από τις πειθαρχικές διαδικασίες που αντιμετώπιζε. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν ψευδές και/ή κακόβουλο και/ή αποτελεί επιζήμια ψευδολογία. Παραθέτει στο δικόγραφό της σχετικές λεπτομέρειες. Μεταξύ άλλων η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι συνέταξαν και/ή δημοσίευσαν το επίδικο δημοσίευμα εν γνώσει τους ότι το περιεχόμενο ήταν ψευδές και/ή αδιαφορώντας για την αλήθεια του περιεχομένου του. Ενώ αναζήτησαν τις απόψεις, διαφόρων προσώπων που αναφέρονται στο δημοσίευμα, εν τούτοις δεν επικοινώνησαν με την ίδια την Ενάγουσα, ώστε να λάβουν τη δική της θέση επί των όσων της καταλόγιζαν. Επιπλέον οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να εξασφαλίσουν και/ή να εξετάσουν το άρθρο της Ενάγουσας στην ολότητα του, παραθέτοντας απλά αποσπάσματα, τα οποία απομονωμένα, έδιδαν λανθασμένη εντύπωση επί των γεγονότων. Παρέλειψαν ειδικότερα, να αναφέρουν τον τίτλο του άρθρου της Ενάγουσας που αναφέρθηκε πιο πάνω. Οι Εναγόμενοι δεν πρόσφεραν καμία απολογία στην Ενάγουσα, μολονότι τους απεστάλη επιστολή ημερομηνίας 27.7.2009 με την οποία τους ζητείτο να απολογηθούν. Με την Υπεράσπιση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, παραδέχονται ότι η Εναγόμενη 2 εκδίδει την εφημερίδα SUNDAY MAIL που είναι η κυριακάτικη έκδοση της αγγλόφωνης εφημερίδας CYPRUS MAIL. Ο Εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εργοδοτούμενος των Εναγομένων 2 και ασκούσε δημοσιογραφικά καθήκοντα. Η εφημερίδα CYPRUS MAIL κυκλοφορεί, σε ολόκληρη την Κύπρο, καθημερινά από Τρίτη μέχρι Σάββατο. Την Κυριακή η εν λόγω εφημερίδα εκδίδεται και κυκλοφορεί ως SUNDAY MAIL. Η εφημερίδα SUNDAY MAIL και/ή CYPRUS MAIL έχει μικρή κυκλοφορία ενώ το αναγνωστικό κοινό της περιορίζεται σε ξένους που διαμένουν και/ή επισκέπτονται την Κύπρο.Οι Εναγόμενοι 2 διατηρούν επίσης ιστοσελίδα στο διαδίκτυο στην οποία δεν δημοσιεύτηκε το επίδικο δημοσίευμα. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι την 18.1.2009, στη σελίδα 8 της εφημερίδας SUNDAY MAIL δημοσιεύτηκε αγγλικό κείμενο όμοιο με αυτό που αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Ισχυρίζονται δε, ότι η μετάφραση στην ελληνική γλώσσα δεν είναι πιστή και/ή ακριβής μετάφραση. Παραδέχονται ότι το δημοσίευμα ημερομηνίας 18.1.2009 περιείχε τον πίνακα που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και ο οποίος εκτέθηκε αυτούσιος πιο πάνω. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόμενων ότι το δημοσίευμα δεν αναφερόταν στην Ενάγουσα και/ή δεν έγινε αντιληπτό ότι αναφέρετο εις την Ενάγουσα και εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο του δεν ήταν δυσφημιστικό για την Ενάγουσα. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το νόημα που η Ενάγουσα απέδωσε στο επίδικο δημοσίευμα δεν είναι το πραγματικό και/ή αποτελεί κακή και/ή παραπλανητική μετάφραση του εν λόγω δημοσιεύματος. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το επίδικο δημοσίευμα αποτελούσε και αποτελεί δίκαιο και/ή έντιμο σχόλιο (fair comment) επί ζητημάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, εφόσον αναφέρεται σε συμβάν που έλαβε χώρα και/ή αφορά εις το Πανεπιστήμιο Κύπρου το οποίο είναι οργανισμός δημοσίου συμφέροντος και χαρακτήρα. Περαιτέρω, το επίδικο δημοσίευμα αποτελούσε και αποτελεί έντιμο σχόλιο επί δηλώσεων και/ή γεγονότων που το Πανεπιστήμιο Κύπρου δημοσιοποίησε και/ή επιβεβαίωσε και/ή που είχαν ήδη αποκαλυφθεί δημοσίως και τα οποία αφορούσαν και/ή ενδιέφεραν τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά με τα ανωτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο δημοσίευμα κατά τον χρόνο της δημοσίευσης του, γράφτηκε και/ή δημοσιεύτηκε με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων και/ή των συμφερόντων του κοινού και/ή ήταν ζήτημα δημοσίου συμφέροντος. Οι Εναγόμενοι λένε ότι δεν είχαν σκοπό να περιφρονήσουν ή χλευάσουν ή βλάψουν ή εκθέσουν με οποιοδήποτε τρόπο την Ενάγουσα και το επίδικο δημοσίευμα δεν γράφτηκε και δεν δημοσιεύτηκε με κακοβουλία ή με πρόθεση να εκθέσει ή να πλήξει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπρέπεια, φήμη, υπόληψη και επαγγελματική ιδιότητα της Ενάγουσας. Ούτε οι Εναγόμενοι είχαν σκοπό να θέσουν την Ενάγουσα με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμένεια, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει ισχυρίζονται ότι δεν έχουν πράξει. Το επίδικο δημοσίευμα γράφτηκε και δημοσιεύτηκε καλόπιστα. Οι Εναγόμενοι ουδέν όφελος αποκόμισαν από το επίδικο δημοσίευμα και σε καμία περίπτωση, δεν προκλήθηκε οιαδήποτε ζημιά σε οιονδήποτε πρόσωπο και/ή την Ενάγουσα από το επίδικο δημοσίευμα. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οιεσδήποτε πειθαρχικές διαδικασίες από το Πανεπιστήμιο Κύπρου ή άλλο διερευνητικό σώμα είχαν αρχίσει πριν το αναφερόμενο δημοσίευμα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη

(2004)1 Α.Α.Δ. 576.) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22.5.2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268.) Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι είναι ανάγκη η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται δεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο.(βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339) Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε μόνο η ίδια. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) και ο Κυριάκος Ιακωβίδης (Μ.Υ.2.) Στην προκειμένη περίπτωση μέσα από την μαρτυρία των μαρτύρων προέκυψε ότι δεν υπάρχει ουσιαστική αντιπαράθεση όσον αφορά τα γεγονότα ούτε προωθήθηκαν διαφορετικές εκδοχές ως προς αυτά. Εκεί που υπάρχει αντιγνωμία και διαφορετική εκδοχή αφορά κυρίως στην ερμηνεία και τον τρόπο με τον οποίο το επίδικο δημοσίευμα έγινε αντιληπτό ως δυσφημιστικό ή κατά πόσον αυτό αποτελούσε έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος στο οποίο απλώς έγινε αναφορά σε πραγματικά και αληθινά γεγονότα σύμφωνα με τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Αντιγνωμία υπήρξε επίσης στο κατά πόσον υπήρξε κακοβουλία εκ μέρους των Εναγομένων. Πιο κάτω παραθέτω όσο το δυνατόν πληρέστερα την μαρτυρία κάθε μάρτυρα. Η Μαρτυρία της Ενάγουσας Η Ενάγουσα ανέφερε ότι το 2009, ήταν Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και βρισκόταν σε διαδικασία ανέλιξης για τη βαθμίδα της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας. Ήταν επίσης μέλος της Επιτροπής Βιοηθικής και Καθηγήτρια Φιλοσοφίας, με πληθώρα επιστημονικών δημοσιεύσεων ειδικά στο πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας και της ηθικής. Γνωρίζει άπταιστα την αγγλική γλώσσα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του βιογραφικού της σημειώματος (Τεκμήριο 1). Ανέφερε ότι έχαιρε μεγάλης εκτίμησης, αποδοχής και υπόληψης στην κυπριακή και τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα, τόσο για την προσωπικότητα της, όσο και για το ακαδημαϊκό της έργο και τύγχανε αποδοχής για την προσφορά της, τις γνώσεις, το ηθικό επίπεδο, την αξιοπρέπεια και την εντιμότητα της. Ανάμεσα στο έργο της, υπήρξε και ένα επιστημονικό άρθρο που δημοσιεύθηκε το 1999, με τίτλο «Η αναβίωση της αριστοτελικής πολιτικής στο έργο του Alasdair Maclntyre» το οποίο αναφερόταν περιγραφικά, στο έργο του Alasdair Maclntyre, ενός καθηγητή και φιλοσόφου παγκόσμιου κύρους και τις θέσεις του για τον Αριστοτέλη και την αριστοτελική πολιτική. (Τεκμήριο 3). Τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση έχουν ως αφετηρία την εκλογή της Ενάγουσας στη θέση Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στις 19.12.2008, αντί του ανθυποψηφίου Παναγιώτη Θανασά, ο οποίος ήταν επίσης Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας. Ο Παναγιώτης Θανασάς, κατά την Ενάγουσα εκδικητικά λόγω της μη εκλογής του, απέστειλε στις 20.12.2008, επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις πρυτανικές αρχές και στη Διεθνή Πενταμελή Επιτροπή που θα έκρινε την Ενάγουσα για την ανέλιξη στη βαθμίδα της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, αποδίδοντας της τη διάπραξη λογοκλοπής από το βιβλίο του Alasdair Maclntyre με τίτλο «After Virtue». Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε στην Ενάγουσα από τον τότε Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου Σταύρο Ζένιο και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  1. Ο Εναγόμενος 1 δημοσιογραφεί και είναι συντάκτης στην εφημερίδα Sunday Mail, η οποία αποτελεί την κυριακάτικη έκδοση της αγγλόφωνης κυπριακής εφημερίδας Cyprus Mail. Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία που εκδίδει την εν λόγω εφημερίδα. Η Sunday Mail κυκλοφορεί ευρέως ανά το παγκύπριο με χιλιάδες φύλλα κυκλοφορίας, ενώ πρόσθετα δημοσιεύεται και στο διαδίκτυο σε ηλεκτρονική μορφή και αναπαράγεται μαζικά στο διαδίκτυο. Επιπρόσθετα γίνεται καθημερινά ραδιοφωνική και τηλεοπτική αναφορά σε όλες τις εφημερίδες και το περιεχόμενο τους, από όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Ο Εναγόμενος 1 συνέταξε δημοσίευμα το οποίο δημοσιεύθηκε στις 18.1.2009 στη σελίδα 8 της εφημερίδας Sunday Mail με τίτλο "University Professor accused of plagiarism". (Τεκμήριο 4) Το δημοσίευμα δημοσιεύθηκε επίσης στην διαδικτυακή στην ιστοσελίδα της εφημερίδας. (Τεκμήριο 5) Ισχυρίστηκε ότι ακόμα και σήμερα το εν λόγω δημοσίευμα μπορεί να βρεθεί χωρίς δυσκολία στο διαδίκτυο. Κατέθεσε ως Τεκμήρια, δημοσίευμα από την ιστοσελίδα «Τhefreelibrary» και από την ιστοσελίδα «Ηighbeam» τα οποία εκτύπωσε στις 7.12.2015 (Τεκμήρια 6 και 7). Κατέθεσε την μετάφραση του δημοσιεύματος στην ελληνική ως Τεκμήριο 8 και την υιοθέτησε ως την ακριβή μετάφραση του επίδικου δημοσιεύματος. Πρόκεται για το ίδιο κείμενο που παρέθεσα πιο πάνω και δεν κρίνω αναγκαίο να το επαναλάβω. Ήταν η θέση της Ενάγουσας, ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφερόταν και έγινε αντιληπτό ότι αναφερόταν στην ίδια. Τούτο διότι κατά την δημοσίευση του, ήταν Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ήταν επίσης μέλος της Επιτροπής Βιοηθικής και δίδασκε δεοντολογία και ηθική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Το δημοσίευμα αναφερόταν επίσης στις κατηγορίες στις οποίες είχε προβεί ο Παναγιώτης Θανασάς εναντίον της. Υποστήριξε ότι δεν υπήρξε πρόσωπο στην ακαδημαϊκή κοινότητα ή στον κύκλο των προσώπων που την γνώριζαν που να μην κατανόησε ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στην ίδια. Αλλά ούτε και υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο οποίο να μπορούσε να αναφέρεται το δημοσίευμα και που να έχει αυτές τις ιδιότητες εκτός από την ίδια. Ένας σημαντικός αριθμός προσώπων και αναγνωστών του επίδικου δημοσιεύματος γνώριζε επαρκή γεγονότα, ώστε διαβάζοντας το επίδικο δημοσίευμα να το συνδέσει με το πρόσωπο της. Εξάλλου στο επίδικο δημοσίευμα γίνεται παραπομπή σε κάποια ιστοσελίδα αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 9, στην οποία υπάρχει ανάρτηση της απάντησης του Παναγιώτη Θανασά στην εισηγητική έκθεση για την μη εκλογή του στην βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρεται ονομαστικά στην Ενάγουσα. Περαιτέρω, η Ενάγουσα υποστήριξε ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για την ίδια. Ήταν ειδικότερα, η θέση της ότι το δημοσίευμα της απέδιδε λογοκλοπή και μίξη «ύποπτων αποσπασμάτων» από το βιβλίο του Macintyre με κείμενο της ίδιας, παρομοίασε την υπόθεση με κατηγορίες για σεξουαλική παρενόχληση και παρουσίασε το γεγονός ότι δίδασκε δεοντολογία ως «ειρωνικό». Επίσης, το επίδικο δημοσίευμα απομόνωσε συγκεκριμένο απόσπασμα από το άρθρο της για τον Maclntyre παραλείποντας να εξετάσει το κείμενο της στην ολότητα του καθώς επίσης παρέλειψε να αναφέρει τον τίτλο της εργασίας της, ενώ αν το είχε πράξει θα είχε καταστεί σαφές ότι δεν υπήρξε προσπάθεια παρουσίασης του έργου του Maclntyre ως δικό της. Περαιτέρω, πριν το δημοσίευμα ουδέποτε ζητήθηκε η άποψη της, ούτε ρωτήθηκε για το όλο ζήτημα, παρά το γεγονός ότι αναζητήθηκαν οι απόψεις του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου, του κοινωνιολόγου του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Νίκου Περιστιάνη και κάποιας ανώνυμης πηγής. Ήταν η θέση της Ενάγουσας ότι ο στόχος του συγγραφέα του άρθρου και της εφημερίδας ήταν να επέμβει και να επηρεάσει την πειθαρχική διαδικασία διερεύνησης της περίπτωσής που ελάμβανε χώρα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ειδικότερα στις 13.1.2009 της είχε κοινοποιηθεί η παραπομπή της στο πειθαρχικό του Πανεπιστημίου Κύπρου και ενώ δεν είχε αρχίσει ακόμα η διερεύνηση, δημοσιεύθηκε το επίδικο άρθρο στις 18.1.
  2. Το δημοσίευμα αναπαράχθηκε ευρέως και διαβάστηκε από πολλά πρόσωπα, με αποτέλεσμα να δεχθεί πολλά τηλεφωνήματα από φίλους και γνωστούς από το επαγγελματικό και κοινωνικό της χώρο και αναγκάστηκε να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια και το κύρος της. Ήταν η θέση της ότι , υπό το κράτος των καταγγελιών και με την αρνητική δημοσιότητα που προκλήθηκε μέσω του επίδικου δημοσιεύματος, το Συμβούλιο και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου δεν επικύρωσαν την ομόφωνη θετική εισήγηση της ειδικής διεθνούς πενταμελούς επιτροπής για την ανέλιξη της στη θέση της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Προκλήθηκε επίσης αποστροφή και αποφυγή από συναδέλφους και φοιτητές της και άλλα πρόσωπα στην Κύπρο, στην Ελλάδα και στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Κατετέθηκαν ενδεικτικά ως Τεκμήριο 10 εκτύπωση από την ιστοσελίδα «Center for International Higher Education» στην οποία με θέμα «ακαδημαϊκή διαφθορά στον τύπο» γίνεται παραπομπή στο επίδικο δημοσίευμα. Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι δεν προσέφεραν οποιαδήποτε απολογία στην Ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι τους εστάλη επιστολή ημερ. 27.7.2009 (Τεκμήριο 11) με την οποία τους ζητείτο να απολογηθούν. Η Ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο γνωμοδότηση από τον Νένο Γεωργόπουλο, πρώην Καθηγητή Πολιτικής Θεωρίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και Ομότιμου Καθηγητή Φιλοσοφίας στο Kent State University του Οχάιο (Τεκμήριο 12) και γνωμοδότηση από τον Θεοδόσιο Πελεγρίνη Καθηγητή Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τεκμήριο 13), το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε. Αμφότερες οι γνωμοδοτήσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν διεξήχθη λογοκλοπή και ότι οι καταγγελίες του κ. Θανασά ήταν ανυπόστατες. Επίσης η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου απέρριψε τις κατηγορίες εναντίον της καταλήγοντας ότι δεν επρόκειτο για λογοκλοπή. Παρόμοια άποψη είχε και η Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου του Πανεπιστημίου Κύπρου. Κατατέθηκαν τα σχετικά Πρακτικά του Πανεπιστημίου Κύπρου ημερομηνίας 18.10.2010 ως Τεκμήριο
  3. Τέλος πειθαρχική έρευνα έγινε, για το ίδιο ζήτημα, και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και η τριμελής εξεταστική επιτροπή ομόφωνα έκρινε ότι δεν υπήρχε λογοκλοπή με απόφαση ημερομηνίας 4.12.2013 (Τεκμήριο 15). Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας από τον κ. Μαυραντώνη, ανέφερε ότι γνωρίζει την αγγλική γλώσσα λόγω των μεταπτυχιακών σπουδών επιπέδου Master καθώς και διδακτορικό τα οποία έχει εκπονήσει στο πανεπιστήμιο Exeter της Αγγλίας. Δεν υπεβλήθη στην μάρτυρα ότι δεν μετέφρασε σωστά το επίδικο δημοσίευμα. Ζητήθηκε από την μάρτυρα να περιγράψει τις σχέσεις της με τον Παναγιώτη Θανασά. Ανέφερε ότι διετέλεσαν συνάδελφοι στο Πανεπιστήμιο Κύπρου για κάποια έτη. Σε κάποια στιγμή περί το 2002, ο κύριος Θανασάς προσελήφθη από το Αριστετέλειο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ως Επίκουρος Καθηγητής. Στη συνέχεια έγινε μια προκήρυξη θέσης για την βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή για την οποία η Ενάγουσα μπορούσε από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, να θέσει και όντως έθεσε υποψηφιότητα και ψηφίστηκε αντί του κ. Θανασά. Ήταν η θέση της ότι από εκεί απορρέει κατά βάση η έχθρα και εκδικητικότητα εκ μέρους του κ. Θανασα. Εκ τότε ο Παναγιώτης Θανασάς δεν της έχει απολογηθεί ποτέ αλλά απεναντίας επανέλαβε την ίδια καταγγελία για λογοκλοπή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Συνεπεία τούτου έχει γίνει διερεύνηση δύο φορές, μία από το Πανεπιστήμιο Κύπρου και μία από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και έχει αθωωθεί δύο φορές. Είχε κάνει αρχικά μήνυση εναντίον του Θανασά σε ελληνικό Δικαστήριο η οποία εν τέλει αποσύρθηκε χωρίς να λάβει αποζημίωση, στα πλαίσια αμοιβαίου συμβιβασμού και σε πνεύμα στοιχειώδους επαγγελματικής συνεννόησης. Ο Θανασάς είναι πλεον συνάδελφος της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και δεν θέλει να έχει οποιεσδήποτε προστριβές μαζί του. Συμφώνησε ότι δεν είναι αρμόδια για να πει για τον ακριβή αριθμό κυκλοφορίας της Sunday Mail. Σε σχέση με την αναφορά της Ενάγουσας ότι γίνεται καθημερινά ραδιοφωνική και τηλεοπτική αναφορά σε όλες τις εφημερίδες και το περιεχόμενο τους, από όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης απάντησε ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι όντως αυτό συμβαίνει και σε ποιο κανάλι. Στη συνέχεια έγινε αναφορά στα τεκμήρια 6 και 7, ήτοι τις εκτυπώσεις τις οποίες έκανε η Ενάγουσα από κάποιες ιστοσελίδες στις 7.12.
  4. Ζητήθηκε από την μάρτυρα να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με την έρευνα την οποία έκανε στο διαδίκτυο για να εντοπίσει τα εν λόγω δημοσιεύματα. Απάντησε ότι όταν βάλει κανείς λέξεις κλειδιά όπως university, plagiarism, βγαίνουν ιστοσελίδες στις οποίες αναγράφεται κάτι σχετικό για οποιονδήποτε καθηγητή Πανεπιστημίου που έχει λογοκλέψει και ανάμεσα σε αυτούς εμφανίζεται και το άρθρο στο οποίο γίνεται λόγος για την ίδια. Δεν γνωρίζει εάν οι εναγόμενοι έχουν οποιοδήποτε έλεγχο στις αναρτήσεις που αναδημοσιεύονται σε αυτές τις ιστοσελίδες ή αν θα μπορούσαν να τις αποσύρουν. Το ίδιο ανέφερε η Ενάγουσα για το δημοσίευμα σε διαδυκτιακή ιστοσελίδα στην οποία γίνεται παραπομπή από το επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 9). Υπεύθυνος της εν λόγω ιστοσελίδας ήταν ο κ. Θέμης Λαζαρίδης, Έλληνας καθηγητής φυσικής. Συμφώνησε ότι δεν προκύπτει από κάπου ότι οι Εναγόμενοι ελέγχουν ή είναι υπεύθυνοι για την εν λόγω ιστοσελίδα. H Ενάγουσα δεν έχει κάμει κάποια διαβήματα εναντίον της ιστοσελίδας αυτής. Η μάρτυρας ερωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι ο τίτλος του επίδικου δημοσιεύματος αναφέρει ότι «Καθηγητής Πανεπιστημίου κατηγορείται για λογοκλοπή» και κατά πόσον συμφωνεί ότι στις 18.1.2009 που έγινε η δημοσίευση αυτό ήταν αλήθεια. Απάντησε ότι εκείνο το χρονικό διάστημα το όλο θέμα βρισκόταν υπό διερεύνηση στο Πανεπιστήμιο. Ήταν η θέση της, ότι είναι διαφορετικό μια υπόθεση να είναι υπό διερεύνηση και διαφορετικό να κατηγορείται κάποιος για λογοκλοπή. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της ανέφερε ότι η κοινοποίηση για την παραπομπή της στο πειθαρχικό έγινε στις 13.1.2009 αλλά η διερεύνηση ουσιαστικά ξεκίνησε στις 8.7.2009 όταν δόθηκε εντολή σε ερευνόντα λειτουργό από την πειθαρχική επιτροπή του πανεπιστημίου, για να ελέγξει τα κείμενα της και να εκφέρει την άποψη κατά πόσο διέπραξε ή όχι λογοκλοπή. Στην συνέχεια της αντεξέτασης ζητήθηκε από την μάρτυρα να εξηγήσει ποιο τμήμα του δημοσιεύματος θεωρεί ότι της αποδίδει λογοκλοπή. Απάντησε ότι δεν είναι μόνο ένα τμήμα που αποδίδει την λογοκλοπή αλλά πολλά και διάφορα. Επιχείρησε να εξηγήσει στο Δικαστήριο τους λόγους που θεωρεί ότι το δημοσίευμα της αποδίδει λογοκλοπή διαβάζοντας αφενός από το δημοσίευμα και προσπαθώντας παράλληλα να εξηγήσει γιατί το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Στην ουσία η μάρτυρας επανέλαβε όσα είχε αναφέρει κατά την κυρίως εξέτασή της και εξέφερε την προσωπική της γνώμη. Της υποβλήθηκε η θέση ότι πολλές παράγραφοι του επίδικου δημοσιεύματος αποτελούν μέρος του ρεπορτάζ ως αναπαραγωγή της αρχικής καταγγελίας του κ. Θανασά και δεν είναι επινόηση του συγγραφέα του επίδικου δημοσιεύματος. Αρνήθηκε ότι το δημοσίευμα παρουσιάζει με αντικειμενικότητα την είδηση και εξήγησε πως θα θεωρούσε η ίδια ότι θα έπρεπε να λειτουργήσει ο δημοσιογράφος. Έκανε δε αναφορά σε κακή δημοσιογραφία. Σε σχέση με την ερμηνεία της λέξης λογοκλοπή στο επίδικο δημοσίευμα η Ενάγουσα ανέφερε ότι ο ορισμός που δίνεται είναι ορθός και από μόνη της η παράθεση του ορισμού δεν είναι μεμπτή. Το μεμπτό είναι ότι το άρθρο ακριβώς δίδοντας τον ορισμό της λογοκλοπής, συγχρόνως με τα προηγούμενα αναγραφόμενα σε αυτό, υπονοεί ότι υπάρχει λογοκλοπή. Σε σχέση με το ότι δεν επικυρώθηκε ομόφωνα η θετική εισήγηση της πενταμελούς επιτροπής η οποία θα έκρινε την Ενάγουσα για τη βαθμίδα της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ζητήθηκε από την Ενάγουσα να εξηγήσει την διαδικασία, κάτι το οποίο έπραξε. Από την πενταμελή επιτροπή έγινε μια θετική εισήγηση προς το εκλεκτορικό της Φιλοσοφικής Σχολής το οποίο αποφασίζει εάν δέχεται ή δεν δέχεται την εισήγηση. Ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία για την ανέλιξη της, την κάλεσε ο τότε πρόεδρος του τμήματος, ο οποίος ήταν και στην πενταμελή επιτροπή και της έδειξε το επίδικο δημοσίευμα στην αγγλική γλώσσα και της ζήτησε τη γραπτή της απάντηση. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που είδε το επίδικο δημοσίευμα. Έπειτα κάποιοι συνάδελφοι της στο Πανεπιστήμιο της είπαν ότι με ένα τέτοιο δημοσίευμα, δεν υπάρχει περίπτωση να περάσει από την Σύγκλητο, γιατί μετά από το εκλεκτορικό της σχολής πάει στην Σύγκλητο που το επικυρώνει. Όντως η ανέλιξη της Ενάγουσας δεν πέρασε από την Σύγκλητο. Έγινε έπειτα αναφορά στο Τεκμήριο 11, ήτοι την επιστολή από τον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας, για σκοπούς εξώδικου συμβιβασμού και ερωτήθηκε εάν γνωρίζει ότι είχε γίνει πρόταση στον δικηγόρο για δημοσίευση εκ μέρους των εναγομένων απολογίας και καταβολής και κάποιων ποσών εναντί των εξόδων. Απάντησε ότι την είχε ενημερώσει ο δικηγόρος της για κάποια πρόταση για εξώδικο συμβιβασμό αλλά όταν αντιλήφθηκε ότι δεν επρόκειτο για δημοσίευση απολογίας, δεν αποδέχτηκε. Η Ενάγουσα μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν αυθόρμητη, απαντούσε με καθαρότητα και με εντυπωσιακή αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν. Σε κανένα σημείο δεν έδειξε να διακατέχεται από αμηχανία. Για θέματα τα οποία δεν ήταν γνώστης, δεν δίστασε να το αναφέρει στο δικαστήριο όπως για παράδειγμα ότι δεν γνωρίζει σε πόσα φύλλα κυκλοφορεί η Cyprus Mail ή κατά πόσον έγινε αναπαραγωγή του επίδικου δημοσιεύματος μέσω τηλεοπτικού καναλιού. Η μάρτυρας ήταν σταθερή στις θέσεις της και η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της. Η Ενάγουσα δεν κατέφυγε σε υπερβολές στις τοποθετήσεις της στο Δικαστήριο. Ήταν άκρως κατατοπιστική, απαντούσε τις ερωτήσεις με πολύ ήρεμο και μειλίχιο ύφος και σε καμιά περίπτωση δεν έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποδώσει διαφορετική διάσταση στα πράγματα, από αυτήν που πραγματικά βίωσε. Ούτε διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια, για οικονομική εκμετάλλευση του γεγονότος της δημοσίευσης. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι το κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό. Δεν έχει σημασία το κατά πόσον η ίδια η Ενάγουσα, δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα δυσφημιστικό, ούτε και έχει σημασία η μαρτυρία που δίδεται για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια. Περισσότερα για το θέμα αυτό, θα λεχθούν πιο κάτω κατά την παράθεση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Από την μαρτυρία της Ενάγουσας δεν αποδέχομαι τις αναφορές της περί του ότι η ηλεκτρονική μορφή της Cyprus Mail αναπαράγεται μαζικά στο διαδίκτυο καθώς επίσης και την ανανφορά της ότι γίνεται καθημερινά ραδιοφωνική και τηλεοπτική αναφορά σε όλες τις εφημερίδες και το περιεχόμενο τους, από όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αφού η Ενάγουσα δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει ως προς τούτα επαρκή γνώση. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Ενάγουσας κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, επιστολή από την εταιρεία Hellenic Distribution Agency (Cyprus) Ltd ημερομηνίας 8.1.2016 με την πιστοποιείται ότι το τεύχος της Εφημερίας «CYPRUS MAIL» ημερομηνίας 18.1.2009 είχε κυκλοφορήσει σε 8.891 φύλλα από τα οποία πωλήθηκαν τα 5.
  5. Ακολούθως η Ενάγουσα έκλεισε την υπόθεση της. Μαρτυρία Εναγομένων Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Ενάγουσα κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας για την υπεράσπιση (Μ.Υ.1) ο Ηλίας Χάζου, Εναγόμενος
  6. Ανέφερε στο δικαστήριο ότι έχει σπουδάσει γλώσσες και μετάφραση και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εργοδοτούμενος των Εναγομένων αρ.2 ασκώντας δημοσιογραφικά καθήκοντα. Οι εφημερίδες SUNDAY MAIL και CYPRUS MAIL ασχολούνται και καλύπτουν θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος που ενδιαφέρουν τους αναγνώστες και τους πολίτες ευρύτερα. Υποστήριξε ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι ένα ρεπορτάζ ή μία ανταπόκριση μίας είδησης που αφορούσε όχι μόνο το Πανεπιστήμιο Κύπρου και τον ακαδημαϊκό κόσμο, αλλά και μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Η ανταπόκριση αφορούσε καταγγελία ότι επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου αντιμετωπίζει κατηγορίες λογοκλοπής και ότι σαν αποτέλεσμα διεξάγεται πειθαρχική έρευνα από την αρμόδια επιτροπή. Περιέχει αναφορά στους ακαδημαϊκούς κύκλους που έφεραν στην επιφάνεια την πιο πάνω καταγγελία ως επίσης αναφορά στους λόγους που βασίστηκε η υπό διερεύνηση καταγγελία. Γίνεται επίσης αναφορά στα όσα επιβεβαίωσε στον μάρτυρα ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, Σταύρος Ζένιος για την εν λόγω υπόθεση ως επίσης την διαδικασία που θα ακολουθηθεί και τις πιθανές κυρώσεις. Ο μάρτυρας επεσήμανε ότι δημοσίευσε κατά λέξη αυτό που του είχε πει ο Πρύτανης ότι δηλαδή «Πρέπει να έχουμε όμως υπόψη μας ότι όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου»...και «Προειδοποίησε ακόμα ότι δεν ωφελεί να προτρέχουμε, καθότι εκεί όπου υπάρχει υποψία για λογοκλοπή, η γραμμή είναι λεπτή, αφού τα έργα των ακαδημαϊκών πολύ συχνά στηρίζονται πάνω σε έργα συναδέλφων τους.». Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι το υπόλοιπο δημοσίευμα περιείχε απόψεις του Πρύτανη και άλλων ακαδημαϊκών μέσα σε εισαγωγικά, πάνω στο γενικό θέμα της λογοκλοπής και για παραδείγματα ανάρμοστης συμπεριφοράς καθηγητών παγκοσμίως και τρόπων καταπολέμησης τέτοιων φαινομένων. Έγινε αναφορά στο κώδικα συμπεριφοράς που επικρατεί στις ΗΠΑ και για συγκεκριμένο λογισμικό του Πανεπιστημίου του Berkley της Καλιφόρνιας που εντοπίζει την λογοκλοπή. Στο τέλος του δημοσιεύματος παρουσιάστηκε η ερμηνεία της λέξης «λογοκλοπή» σύμφωνα με το λεξικό "Merriam-Webster" ούτως ώστε να έχουν πλήρη και σωστή ενημέρωση οι αναγνώστες για το τι ακριβώς είναι λογοκλοπή και για την σοβαρότητα της. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι το δημοσίευμα είναι ένα έντιμο σχόλιο (Fair Comment) καθώς είναι ανταπόκριση μίας σοβαρής είδησης δημοσίου συμφέροντος και αποτελείται από αναφορά γεγονότων, απόψεων και δηλώσεων εμπλεκομένων τους οποίους ο συγγραφέας αποκαλεί «πηγές», και περιέχει επεξήγηση της ερμηνείας του όρου «λογοκλοπή» σύμφωνα με έγκυρα λεξικά. Υποστήριξε ότι σε καμία περίπτωση δεν έδωσε την προσωπική του ερμηνεία ή άποψη και οπωσδήποτε δεν απέδωσε στην Ενάγουσα την διάπραξη κανενός παραπτώματος. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα, ότι η Ενάγουσα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από το επίδικο δημοσίευμα στο οποίο απλώς έγινε αναφορά σε πραγματικά και αληθινά γεγονότα που είχαν αποκαλυφθεί δημοσίως και ήταν προς το ενδιαφέρον των πολιτών και ως τέτοια ήταν ζήτημα δημοσίου συμφέροντος. Έγινε δε σύμφωνα με τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Απέρριψε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι το επίδικο δημοσίευμα είχε σκοπό να επηρεάσει την πειθαρχική έρευνα κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν συνέβηκε λόγω και του αθωωτικού της αποτελέσματος. Δεν υπήρξε καμία κακοβουλία εκ μέρους του. Δεν γνωρίζει την Ενάγουσα προσωπικά ή επαγγελματικά ούτε και έχει οποιαδήποτε διαφορά μαζί της. Το εν λόγω ρεπορτάζ έγινε με καλή τη πίστη και ουδέν κέρδος έχει αποκομίσει από αυτό. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι γνώριζε πριν την δημοσίευση ότι το δημοσίευμα αφορούσε την Ενάγουσα καθότι είχε προηγουμένως μιλήσει με τον κ. Θανασά. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4, ήτοι το φύλλο της εφημερίδας Sunday Mail ημερομηνίας 18.1.2009 και ανέφερε ότι όσα αναγραφόμενα στο δημοσίευμα δεν περιλαμβάνονται εντός εισαγωγικών είναι δικοί του ισχυρισμοί και συμπεράσματα. Ερωτήθηκε ειδικότερα για την 5η παράγραφο του δημοσιεύματος ήτοι το εξής απόσπασμα: «Ενώ όμως σε ορισμένα σημεία σωστά αναφέρει τον Maclntyre ως πηγή, χρησιμοποιώντας τα παραθέματα του εντός εισαγωγικών, σε άλλα σημεία, ακόμα και μία πρόχειρη εξέταση του κειμένου δίνει την εντύπωση ότι ο συγγραφέας μετέφρασε σχεδόν λέξη προς λέξη στα Ελληνικά ολόκληρες προτάσεις του «After Virtue» χωρίς να αποδίδει την προέλευση τους στον Maclntyre. Απάντησε ότι πρόκειται για δικό του συμπέρασμα. Όταν του υποβλήθηκε ότι στο εν λόγω απόσπασμα υπάρχει συμπέρασμα για λογοκλοπή απάντησε ότι το θέμα του δημοσιεύματος ήταν η διερεύνηση κατά πόσον υπήρχε λογοκλοπή. Ερωτήθηκε ακολούθως για την 6η παράγραφο του επίδικου δημοσιεύματος, ήτοι το ακόλουθο απόσπασμα: «Επίσης, οι ύποπτες παράγραφοι σκορπίστηκαν ανάμεσα στις «καθαρές» ώστε να παράγουν ένα ρέον κείμενο, αποδίδοντας φαινομενικά ένα πρωτότυπο έργο. Πέρα απ' αυτό, η συγγραφέας πρόσθεσε τη δική της αυθεντική γραφή σε προτάσεις που φαίνεται να έχουν αντιγραφεί (μεταφραστεί) κατευθείαν από τον Maclntyre.» Του υποβλήθηκε ότι αποδίδει λογοκλοπή και ο Μ.Ε.1 προσπάθησε να δώσει την δική του ερμηνεία αναπαράγοντας ουσιαστικά το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου. Σε ερώτηση γιατί ανέφερε ως «ειρωνικό» το γεγονός ότι η Ενάγουσα δίδασκε δεοντολογία και ηθική και απάντησε ότι γενικά το θεωρεί ειρωνικό ότι μια καθηγήτρια ηθικής θα ήταν ύποπτη για λογοκλοπή. Ακολούθως ερωτήθηκε, αν με την αναφορά στο δημοσίευμα ότι «Ας ελπίσουμε η επιτροπή να έχει ωριμάσει αρκετα ώστε να χειρίζεται τέτοια θέματα με μεγαλύτερη σοβαρότητα» στέλλει μήνυμα ότι τυχόν αθωωτική απόφαση θα σήμαινε κουκούλωμα; Απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι πάντα είναι καχύποπτος σαν δημοσιογράφος. Υποδείχθηκε στην συνέχεια στον μάρτυρα η προτελευταία παράγραφος του επίδικου δημοσιεύματος και κλήθηκε να συμφωνήσει ότι υποδηλώνει λογοκλοπή. Παραθέτω την εν λόγω παράγραφο για ευκολία αναφοράς. «Η τοποθέτηση εισαγωγικών (βλ. κείμενο με έντονη γραφή) υποδεικνύει ότι η συγγραφέας όντως γνωρίζει τη σωστή τους χρήση, κάτι που συνιστά ότι εσκεμμένα απέφυγε τη χρήση εισαγωγικών σε άλλα σημεία.» Ο Μάρτυρας δεν απάντησε με σαφήνεια αλλά στην ουσία διάβασε την εν λόγω παράγραφο ως απάντηση στο ερώτημα. Ο Μ.Υ. 1 ερωτήθηκε γιατί δεν μίλησε με την κα Καλοκαιρινού προτού προβεί στην σύνταξη του άρθρου. Απάντησε ότι δεν της μίλησε και αναγνώρισε ότι ενδεχομένως αυτό να ήταν λάθος. Δεν γνώριζε ότι ο Θανασάς είχε χάσει θέση προαγωγής λίγο καιρό πριν την επίδικη δημοσίευση. Γνωρίζει ότι το επίδικο άρθρο έχει δημοσιευθεί στο διαδίκτυο όχι όμως αν υπάρχει μέχρι σήμερα. Δεν γνωρίζει ούτε εάν συζητήθηκε το άρθρο του, ούτε αν η κα Καλοκαιρινού έπρεπε συνεπεία του άρθρου να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσον έγραψε ποτέ ότι οι κατηγορίες ήταν άδικες απάντησε ότι σε κάποιο άλλο δημοσίευμα έγραψε ότι η Ενάγουσα αθωώθηκε αλλά δεν έδωσε λεπτομέρειες. Παραδέχτηκε ότι δεν διάβασε ολόκληρο το άρθρο της Ενάγουσας αλλά μόνο κάποιες παραγράφους που του δόθηκαν από κάποια πηγή. Υποβλήθηκε τέλος η θέση ότι το επίδικο δημοσίευμα εμπόδισε την ανέλιξη της Ενάγουσας στην θέση της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας και απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Εν πάση περιπτώσει ήταν η θέση του ότι δεν ήταν σκοπός του να προκαλέσει πλήγμα στην Ενάγουσα. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία που έδωσε ο Εναγόμενος 1 κρίνω ότι δεν εκδήλωσε με ιδιαίτερη σαφήνεια τον τρόπο σκέψης του και την πρόθεση που είχε όταν δημοσίευε το άρθρο του. Δεν θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα, πλην όμως ήταν εμφανής η προσπάθεια του να δικαιολογήσει με το καλύτερο δυνατό τρόπο πως όσα έγραψε στο επίδικο δημοσίευμα αποτελούσαν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος και δεν απέδιδαν μομφή στην Ενάγουσα. Όπως και πιο πάνω ανέφερα, το κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό κρίνεται από το Δικαστήριο και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μαρτυρία δίδεται σε σχέση με τις απόψεις των μαρτύρων. Εν πάση περιπτώσει αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στον βαθμό που αντικατοπτρίζει μόνο γεγονότα ότι δηλαδή τα όσα αναγράφονται στο δημοσίευμα εκτός εισαγωγικών είναι δικά του συμπεράσματα, το γεγονός ότι πριν την δημοσίευση είχε μιλήσει με τον κ. Θανασά αλλά όχι με την Ενάγουσα, το ότι ανέγραψε σε επόμενο άρθρο ότι η Ενάγουσα αθωώθηκε και ότι πριν την δημοσίευση δεν διάβασε ολόκληρο το άρθρο της Ενάγουσας. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε κακές προθέσεις όταν ανέγραφε το επίδικο δημοσίευμα. Σε ποιο βαθμό η προθέσεις του έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική αξία και βαρύτητα, είναι θέμα στο οποίο θα αναφερθώ στην συνέχεια καθώς παραθέτω τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ακολούθησε η μαρτυρία του Μ.Υ.2 Κυριάκου Ιακωβίδη ο οποίος δήλωσε ότι είναι ο κατά νόμο υπεύθυνος και διευθύνων σύμβουλος της Εναγομένης
  7. Ήταν σταθερός και ήρεμος στο εδώλιο του μάρτυρα αν και στο μεγαλύτερο μέρος της, η γραπτή του δήλωση του είναι όμοια σε περιεχόμενο με την γραπτή δήλωση που είχε καταθέσει ο Μ.Υ.1 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ως εκ τούτου σε όσα σημεία η μαρτυρία των δύο μαρτύρων υπεράσπισης αλληλεπικαλύπτεται δεν θα την επαναλάβω, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει ότι δεν την έχω λάβει υπόψη μου στο σύνολό την. Ειδικότερα για τον Μ.Υ. 2 προσθέτω το ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του, δεν είχε δει ο ίδιος το επίδικο δημοσίευμα πριν την δημοσίευση του και δεν γνώριζε σημαντικές πτυχές όπως το κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 είχε επικοινωνήσει με την Ενάγουσα πριν την δημοσίευση. Εν πάση περιπτώσει ο Μ.Υ. 2 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι Εναγόμενοι αρ.2 δεν έχουν καμία δύναμη ή εξουσία ή έλεγχο στις ιστοσελίδες όπου κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας βρίσκεται ακόμα αναρτημένο το επίδικο δημοσίευμα. Εξ όσων γνωρίζει όλα τα άρθρα με ενδιαφέρον συλλέγονται και αποθηκεύονται επ' αόριστο από τα διάφορα "search engines". Δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με αυτή την τελευταία πτυχή της μαρτυρίας του. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.2 ερωτήθηκε κατά πόσον εξακολουθεί να υποστηρίζει αυτό που αναγράφεται στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν αφορά την Ενάγουσα. Απάντησε ότι ναι μεν δεν ονομάζεται η Ενάγουσα στο άρθρο, αλλά δέχτηκε ότι αφορά την Ενάγουσα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι οποιοδήποτε άρθρο, είναι αναπόφευκτο να περιέχει και την άποψη του δημοσιογράφου αφού δημοσιογραφία σημαίνει ακριβώς έκφραση άποψης. Υποστήριξε εν πάση περιπτώσει ότι το επίδικο δημοσίευμα περιείχε γεγονότα και όχι απόδοση λογοκλοπής. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι αν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στην Ενάγουσα τούτη την προκάλεσε η ίδια η έρευνα και όχι το επίδικο δημοσίευμα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατόπιν των πιο πάνω προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Εναγομένη 2 εκδίδει την εφημερίδα «SUNDAY MAIL» η οποία ασχολείται και καλύπτει μεταξύ άλλων και θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Πέρα από την έντυπη της μορφή η εφημερίδα δημοσιεύεται και στο διαδίκτυο σε ηλεκτρονική μορφή. O Εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην Εναγομένη 2 ασκώντας δημοσιογραφικά καθήκοντα. Ήταν επίσης κοινή θέση ότι στις 18.1.2009 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «SUNDAY MAIL» ένα άρθρο συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα. Πρόκειται για το άρθρο που περιέχεται στο Τεκμήριο
  8. Η ακριβής μετάφραση του εν λόγω άρθρου κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  9. Η Ενάγουσα υιοθέτησε την εν λόγω μετάφραση και έδωσε στο Δικαστήριο επαρκείς λεπτομέρειες ότι γνωρίζει τόσο την ελληνική όσο και την αγγλική γλώσσα και μπορούσε να προβεί στην εν λόγω μετάφραση. Οι ικανότητες της μάρτυρος προς τούτο δεν αμφισβητήθηκαν ούτε της υπεβλήθη η θέση ότι το Τεκμήριο 8 δεν αποτελεί πιστή και ακριβή μετάφραση του Τεκμηρίου
  10. Συνεπώς αποτελεί εύρημα μου ότι το Τεκμήριο 8 περιλαμβάνει την ακριβή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του άρθρου το οποίο δημοσιεύθηκε στην σελίδα 8 της εφημερίδας «SUNDAY MAIL» ημερομηνίας 18.1.
  11. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 παρατέθηκε πιο πάνω (στις σελίδες 1 - 4 της παρούσας απόφασης) και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Ως προς το περιεχόμενο του δημοσιεύματος επισημαίνω στο παρόν στάδιο μόνο το ότι σε αυτό γίνεται παραπομπή σε κάποια ιστοσελίδα στην οποία υπάρχει ανάρτηση της απάντησης του Παναγιώτη Θανασά στην εισηγητική έκθεση για την μη εκλογή του στην βαθμίδα του Αναπληρωτή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρεται ονομαστικά η Ενάγουσα. Αποτέλεσε επίσης παραδεκτό γεγονός και συνεπώς αποτελεί εύρημα μου ότι το τεύχος της Εφημερίας «CYPRUS MAIL» ημερομηνίας 18.1.2009 είχε κυκλοφορήσει σε 8.891 φύλλα από τα οποία πωλήθηκαν τα 5.
  12. Στις 18.1.2009 ήταν ημέρα Κυριακή (δικαστική γνώση) ως εκ τούτου η αναφορά σε «CYPRUS MAIL» δεν μπορεί να έχει άλλη απόδοση ότι πρόκειται για την εφημερίδα «SUNDAY MAIL» αφού σύμφωνα την δικογραφική θέση των Εναγομένων αλλά και την μαρτυρία της Ενάγουσας η «SUNDAY MAIL» είναι η Κυριακάτικη έκδοση της «CYPRUS MAIL» η οποία εκδίδεται επίσης από την Εναγομένη
  13. Το δημοσίευμα δημοσιεύθηκε επίσης στην διαδικτυακή ιστοσελίδα της εφημερίδας (βλ. Τεκμήριο 5). Αναπαράχθηκε επίσης σε δύο άλλες ιστοσελίδες (βλ. Τεκμήρια 6 &7) για τις οποίες όμως οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιοδήποτε έλεγχο ή επιρροή. Η Ενάγουσα το 2009, ήταν Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και βρισκόταν σε διαδικασία ανέλιξης για τη βαθμίδα της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας. Ήταν επίσης μέλος της Επιτροπής Βιοηθικής και Καθηγήτρια Φιλοσοφίας, με πληθώρα επιστημονικών δημοσιεύσεων ειδικά στο πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας, της ηθικής. Ανάμεσα στα έργα της ήταν ένα επιστημονικό άρθρο που δημοσίευσε το 1999 με τίτλο «Η αναβίωση της αριστοτελικής πολιτικής στο έργο του Alasdair Maclntyre» το οποίο αναφερόταν περιγραφικά, στο έργο του Alasdair Maclntyre, ενός καθηγητή και φιλοσόφου παγκόσμιου κύρους και τις θέσεις του για τον Αριστοτέλη και την αριστοτελική πολιτική. Δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από την Ενάγουσα το οποίο να έχει όλες αυτές τις ιδιότητες. Η Ενάγουσα, έχαιρε εκτίμησης και υπόληψης στην κυπριακή και τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα, τόσο για την προσωπικότητα, όσο και για το ακαδημαϊκό της έργο. Η Ενάγουσα είχε σε κάποιο στάδιο υποβάλει αίτημα για εκλογή της στη θέση Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ένας από τους ανθυποψηφίους για την εν λόγω θέση ήταν ο Παναγιώτης Θανασάς. Η Ενάγουσα εκλέγηκε για την θέση στις 19.12.2008 αντί του Θανασά. Ο Θανασάς απέστειλε στις 20.12.2008, επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις πρυτανικές αρχές και στη Διεθνή Πενταμελή Επιτροπή που θα έκρινε την Ενάγουσα για την ανέλιξη στη βαθμίδα της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, αποδίδοντας της τη διάπραξη λογοκλοπής από το βιβλίο του Alasdair Maclntyre με τίτλο «After Virtue». Κατόπιν της επιστολής Θανασά, ακολούθησε στις 13.1.2009 η κοινοποίηση για την παραπομπή της Ενάγουσας στην Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου του Πανεπιστημίου. Η διερεύνηση δεν άρχισε αμέσως, αλλά η εντολή δόθηκε σε ερευνόντα λειτουργό στις 8.7.
  14. Στο μεσοδιάστημα, και ειδικότερα στις 18.1.2009 δημοσιεύτηκε το επίδικο δημοσίευμα. Πριν το δημοσίευμα ουδέποτε ζητήθηκε η άποψη της Ενάγουσας. Είχαν αναζητηθεί μόνο οι απόψεις του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου, του κοινωνιολόγου του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Νίκου Περιστιάνη και κάποιας ανώνυμης πηγής. Επίσης ο Εναγόμενος 1 προτού προβεί στην δημοσίευση δεν διάβασε ολόκληρο το άρθρο της Ενάγουσας με τίτλο «Η αναβίωση της αριστοτελικής πολιτικής στο έργο του Alasdair Macintyre», αλλά μόνο κάποιες παραγράφους που του δόθηκαν από κάποια πηγή. Μετά το δημοσίευμα η Ενάγουσα δέχθηκε πολλά τηλεφωνήματα από φίλους και γνωστούς από το επαγγελματικό και κοινωνικό της χώρο. Μετά τις καταγγελίες και μετά το δημοσίευμα το Συμβούλιο και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου δεν επικύρωσαν την ομόφωνη θετική εισήγηση της ειδικής διεθνούς πενταμελούς επιτροπής για την ανέλιξη της στη θέση της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου απέρριψε τις κατηγορίες εναντίον της καταλήγοντας ότι δεν επρόκειτο για λογοκλοπή. Παρόμοια άποψη είχε και η Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου του Πανεπιστημίου Κύπρου. Τέλος πειθαρχική έρευνα έγινε για το ίδιο ζήτημα και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και η τριμελής εξεταστική επιτροπή ομόφωνα έκρινε ότι δεν υπήρχε λογοκλοπή. Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι δεν προσέφεραν οποιαδήποτε απολογία στην Ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι τους εστάλη επιστολή ημερ. 27.7.2009 με την οποία τους ζητείτο να απολογηθούν. Σε κάποιο στάδιο έγινε κάποια πρόταση για εξώδικο συμβιβασμό χωρίς όμως δημοσίευση απολογίας και έτσι δεν έγινε αποδεκτή. Η Ενάγουσα είχε κάνει αρχικά μήνυση εναντίον του Θανασά σε Ελληνικό Δικαστήριο η οποία εν τέλει αποσύρθηκε στα πλαίσια αμοιβαίου συμβιβασμού και σε ένα πνεύμα στοιχειώδους επαγγελματικής συνεννόησης. Δεν έλαβε οποιαδήποτε αποζημίωση. Η Ενάγουσα δεν κινήθηκε νομικά ούτε εναντίον των διαφόρων ιστοσελίδων που αναπαρήγαγαν το επίδικο δημοσίευμα (βλ. Τεκμήρια 6 &7). Ήταν κοινή θέση και των δύο πλευρών ότι πριν το επίδικο δημοσίευμα, η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1 δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η έννοια της δυσφήμισης δίδεται από τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που έχει ως ακολούθως: «17
(1). Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης περιλαμβανόμενης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους.» Γενικά για το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης Ως προκύπτει από την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην περίπτωση που το Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με αγωγή λιβέλου, δυο είναι τα σημαντικά δικαιώματα που θα πρέπει να εξισορροπήσει. Πρώτον, το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης, και δεύτερο το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας, υπόληψης και καλής φήμης του ανθρώπου. Αμφότερα τα ποιο πάνω δικαιώματα κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και από σχετικές Συνταγματικές διατάξεις. Η σύγχρονη τάση, ως τούτη προκύπτει από τις πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου κλίνει προς τον περιορισμό του δικαιώματος στην φήμη ενός προσώπου, προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης. Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης, έχει αναφερθεί ότι συνιστά «ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και απαραίτητο συστατικό για την πρόοδο της και για την ολοκλήρωση του ατόμου». Σημειώθηκε ακόμα ότι, «(μ)ε την επιφύλαξη της παρ. 2 του Άρθρου 10 της Σύμβασης, η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης εφαρμόζεται όχι μόνο σε μετάδοση 'πληροφοριών' ή 'ιδεών', οι οποίες γίνονται δεκτές ευνοϊκά ή θεωρούνται ως μη επιθετικές ή προκαλούν αδιαφορία, αλλά εφαρμόζεται επίσης σε εκείνες που ενοχλούν, προσβάλουν ή σοκάρουν. Αυτό επιτάσσει ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και ευρύτητα πνεύματος χωρίς τα οποία δεν υφίσταται δημοκρατική κοινωνία». Τονίστηκε ακόμη ότι, κάθε δημοσίευμα θα πρέπει να εξετάζεται υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν όταν τούτο διενεργήθηκε. Δέστε σχετικά τις Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ κ.α. ν. Κώστα Γενάρη
(2011)1Γ Α.Α.Δ 1952, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 856, ο Φιλελεύθερος Λτδ ν. Δώρος Γεωργιάδης κ.α ECLI:CY:AD:2014:A541, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2008 ημερομηνίας 17.7.2014) Στην Κωνσταντίνου Kώστας κ.α ν. Aικατερίνης Kαραμεσίνη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 715 λέχθηκαν τα εξής σημαντικά σε σχέση με την εξισορροπητική άσκηση που πρέπει να ακολουθήσει το Δικαστήριο: «Είναι ιδιαίτερης σημασίας να τονιστεί σ' αυτό το στάδιο ότι η διάδοση γεγονότων, πληροφοριών, σχολίων και γνωμών, που αποτελεί δικαίωμα, αλλά και εχέγγυο βέβαια της ελευθεροτυπίας, πρέπει να εξισορροπείται με την απαίτηση του κάθε πολίτη σε μια ευνομούμενη δημοκρατία να τυγχάνει σεβασμού και προστασίας η προσωπικότητα και ατομικότητά του, καθώς και το αναφαίρετο δικαίωμα του να εκφράζεται και να δημιουργεί ελεύθερα, εφόσον βέβαια το πράττει νομίμως. Η εξισορροπητική αυτή άσκηση είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Προς τα πού θα κλίνει η πλάστιγγα στη ζυγαριά των αμφίρροπων αυτών τάσεων στην προσπάθεια αναζήτησης της χρυσής τομής, αναμφίβολα συναρτάται προς τα ήθη, τις αξίες, την ηθική, τον πολιτισμό και την γενικότερη κοινωνική δομή του συγκεκριμένου κράτους. Όμως, η υπόληψη του ανθρώπου παραμένει διαχρονικής αξίας ως το κύτταρο στον κοινωνικό ιστό. Και όσο και αν η ελευθερία του τύπου αποτελεί μια σταθερά αξία, άλλο τόσο και η υπόληψη του ατόμου παραμένει προεξάρχουσα.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, σελίδα 62: «Για να επιτύχει ο ενάγων σε αγωγή για δυσφήμηση πρέπει να αποδείξει τα πιο κάτω στοιχεία: (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, (β) ότι τούτο αναφερόταν σ' αυτόν και (γ) ότι δημοσιεύτηκε.» Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει, ως ανέφερα, αμφισβήτηση ως προς το ότι το επίδικο δημοσίευμα δημοσιεύθηκε. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχτεί ότι το κείμενο που κατ' ισχυρισμόν είναι δυσφημιστικό, όντως περιήλθε στην αντίληψη των αναγνωστών. (βλ. Gatley on Libel and Slander 11th Ed. Par. 6.14 page 177.). Αρκεί επομένως η κυκλοφορία της εφημερίδας η οποία περιέχει το εν λόγω κείμενο, κάτι το οποίο στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτό γεγονός Προχωρώ, συνεπώς, ευθύς αμέσως να εξετάσω κατά πόσον το δημοσίευμα αναφερόταν στην Ενάγουσα και κατά πόσον αυτό είναι δυσφημιστικό, ως η Ενάγουσα διατείνεται. Το επίδικο δημοσίευμα να αφορά τον εκάστοτε Ενάγοντα/ουσα Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. Στυλιανού
(2006)1 Α.Α.Δ. 632 υπεδείχθη ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για τη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος η ρητή αναφορά στο όνομα του προσώπου στο οποίο αφορά το δημοσίευμα αλλά είναι αρκετή η αναφορά σε στοιχεία που προδίδουν την ταυτότητα και τον φωτογραφίζουν. (βλ. επίσης Knupffer v. London Express Newspaper Ltd [1944] 1 All E.R. 495 (HL), Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 285, και Gatley on Libel and Slander, 10ηΈκδοση, παρ. 262). Στο σύγγραμμα Media Law των Robertson και Nicol, 4η Έκδοση, σελ. 93, εξηγείται ότι στην περίπτωση που το δημοσίευμα μεταφέρει και αποδίδει κατακριτέα συμπεριφορά σε κάποιον δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα, αν ο ενάγων αποδείξει ότι τουλάχιστον κάποιοι αναγνώστες μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν ως το κρινόμενο πρόσωπο, ή ότι τα γεγονότα υπονοούσαν τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους του. Σε τέτοια περίπτωση «ο στόχος» του δημοσιεύματος μπορεί να εγείρει αγωγή και αν η γνώση των γεγονότων εξαρτάται από ειδικές συνθήκες που δεν είναι γνωστές σε όλους, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δημοσιεύτηκε σε πρόσωπα που μπορούσαν να διακρίνουν την σύνδεση του δημοσιεύματος με τον ενάγοντα. Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να τεθεί σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αν το συγκεκριμένο πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή είναι το συγκεκριμένο πρόσωπο που υποδεικνυόταν προσωπικά από τις λέξεις (βλ. Στυλιανού ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 968). Αν η απάντηση είναι θετική τότε υπάρχει και αγώγιμο δικαίωμα. Θα πρέπει τέλος να λεχθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, που δεν κατονομάζεται ο ενάγων, δεν έχει σημασία η πρόθεση του συντάκτη, ότι δηλαδή δεν στόχευε τον ενάγοντα γιατί εκείνο που έχει σημασία είναι κατά πόσο ένας λογικός αναγνώστης μπορούσε να σκεφτεί ότι απευθυνόταν στον ενάγοντα. (βλ. Phileleftheros Public Company Ltd και άλλος ν. Ανδρέα Χριστοδούλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 176 ). Στην προκειμένη περίπτωση μέσα από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη κατάληξη πέρα από το ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφερόταν στην Ενάγουσα. Πέρα από το γεγονός ότι υπήρξε προς τούτο παραδοχή και από τους δύο μάρτυρες της Υπεράσπισης, σημειώνω περαιτέρω τα ακόλουθα τα οποία και αποτελούν ευρήματά μου. Κατά την δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, η Ενάγουσα ήταν Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και μέλος της Επιτροπής Βιοηθικής. Το επίδικο δημοσίευμα κάνει ρητή αναφορά σε Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου η οποία κατέχει την έδρα στην Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής Κύπρου. Περαιτέρω, η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο δίδασκε δεοντολογία και ηθική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου κάτι το οποίο επίσης αναφέρεται στο δημοσίευμα. Αναντίλεκτο είναι επίσης και το γεγονός ότι στο έργο της Ενάγουσας συγκαταλέγεται και ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε το 1999 και το οποίο αναφερόταν περιγραφικά, στο έργο του Alasdair Maclntyre. Το επίδικο δημοσίευμα αναφερόταν ρητά σε εργασία η οποία εκπονήθηκε από την καθηγήτρια το 1999. Σύμφωνα με την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Ενάγουσας δεν υπήρξε πρόσωπο στην ακαδημαϊκή κοινότητα ή στον κύκλο των προσώπων που την γνώριζαν που να μην κατανόησε ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στην ίδια. Αλλά ούτε και υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο οποίο να μπορούσε να αναφέρεται το δημοσίευμα και που να έχει αυτές τις ιδιότητες, εκτός από την ίδια. Ένας σημαντικός αριθμός προσώπων και αναγνωστών του επίδικου δημοσιεύματος γνώριζε επαρκή γεγονότα, ώστε διαβάζοντας το επίδικο δημοσίευμα να το συνδέσει με το πρόσωπο της. Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφερόταν στην Ενάγουσα η οποία είναι το πρόσωπο που υποδεικνυόταν προσωπικά από το περιεχόμενο του. Το δημοσίευμα να είναι δυσφημιστικό Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα είναι όντως δυσφημιστικό για την Ενάγουσα. Στην υπόθεση Μακάριος Δρουσιώτης ν. Νικόλα Παπαδόπουλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 102, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Το κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό, με απόδοση στις λέξεις ή φράσεις, της συνήθους φυσικής τους έννοιας, με γνώμονα το μέτρο του μέσου λογικού πολίτη. Δεν έχει σημασία το κατά πόσον ένας αναγνώστης ή ακόμη και ο ίδιος ο ενάγων, δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα δυσφημιστικό, ούτε και έχει σημασία η μαρτυρία που τυχόν δίδεται για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια. Ο Ενάγων, δε μπορεί να αποδώσει ο ίδιος δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα και να θεωρήσει τον εαυτό του θιγμένο, αν το κείμενο είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, όχι μόνον την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά και το σύνολο του περιεχομένου του, με αναφορά στο χρόνο και τόπο του δημοσιεύματος καθώς και στην ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα, με την επισήμανση, ότι κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται. Οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολό τους. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση σε ένα κείμενο, να θεωρείται δυσφημιστική, όπως είναι εξίσου δυνατόν, να υπάρχουν εκεί και άλλες φράσεις ή προτάσεις οι οποίες να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση (βλ. Gatley On Libel and Slander, 10η έδ., 2004, παρα. 3.12 - 3.17)». Καθίσταται επομένως ξεκάθαρο ότι, σημαντικό για το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, είναι το τι πραγματικά, στα μάτια του μέσου συνετού πολίτη, αποδίδεται, με αυτό, στον εκάστοτε Ενάγοντα ή Ενάγουσα. (βλ. Μιχάλης Ατταλίδης ν. Χρίστου Ροδούλη,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1690). Στον Gatley on Libel and Slander 11th Ed. Par. 2.8 σελ. 47 αναφέρονται τα εξής: «To say of any person carrying on any trade or profession, or holding any office, that he is incompetent at it, may not lower him in the estimation on the sense that they will think less of his general character, but the words will be defamatory because of the injury to his reputation in his trade, profession or office and that is enough» Επίσης στο ίδιο σύγγραμμα στην σελίδα 71 par. 2.26 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Any imputation which may tend to injure a person's reputation in a business, employment, trade, profession, calling or office carried on by him is defamatory. To be actionable, words must impute to the claimant some quality which would be detrimental, or the absence of some quality which is essential, to the successful carrying on of his office profession or trade.» Στην υπόθεση εκδόσεις Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 497 αναφέρονται τα ακόλουθα με παραπομπές στον Gatley (παραθέτω μόνο την μετάφραση από τον Gatley όπως την απέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο): «Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: . . . Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη. Έτσι, στην υπόθεση Shah v. Standard Chartered Bαnk, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος· αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ' ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται): «
(1)Η βασική αρχή είναι η λογική.
(2)Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες.
(3)Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται.
(4)Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη.
(5)Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν.
(6)Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα.
(7)Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.
(8)Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές.» Στις περιπτώσεις όπου τα επίδικα δημοσιεύματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδουν στον παραπονούμενο κάποια συμμετοχή σε σχέση με ποινικά αδικήματα, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί με βάση τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές είναι μέχρι ποιό βαθμό συμμετοχή σε αυτό αποδίδεται στον παραπονούμενο. Στον Gatley (ανωτέρω), σελ. 124 αναφέρονται τα εξής: . . . Σε ελεύθερη μετάφραση: «Συνήθως λέγεται ότι υπάρχουν δύο επίπεδα καταλογισμού, κάτω από εκείνο της ενοχής (επίπεδο 1), τα οποία είναι δυνατόν σε μια τέτοια περίπτωση, να είναι και τα δύο δυσφημιστικά, διαφορετικού όμως βαθμού σοβαρότητας: ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι για να υποψιαστεί κανείς την εμπλοκή του ενάγοντος (επίπεδο 2) ή ότι υπάρχει βάσιμος λόγος για να διερευνηθεί τί έπραξε ο ενάγων (επίπεδο 3). Στην υπόθεση Lewis ήταν παραδεκτό ότι οι λέξεις ήταν δυσφημιστικές με την τελευταία έννοια (ή κατά τρόπο ανάλογο), αλλά οι εναγόμενοι μπόρεσαν να το αιτιολογήσουν, προβάλλοντας ότι η διεξαγωγή της έρευνας ελάμβανε χώρα.» Εν ολίγοις, συνάγεται από τα πιο πάνω πως αν αναφέρεται στο δημοσίευμα ότι ο παραπονούμενος είναι υπό υποψία ή ότι διερευνάται γι' αυτόν υπόθεση δεν μπορεί ευλόγως να ερμηνευτεί ή να γίνει αντιληπτό ότι σημαίνει πως αυτός είναι ένοχος γιατί αν ο κοινός λογικός άνθρωπος σκεφτόταν πως όποτε υπάρχει αστυνομική έρευνα ο υπό διερεύνηση είναι ένοχος, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να δοθεί ακριβής πληροφόρηση για οτιδήποτε για το οποίο το κοινό ενδιαφέρεται να γνωρίζει και να πληροφορείται. Συνάγεται επίσης πως σε περίπτωση που τα επίδικα δημοσιεύματα επιδέχονται μιας πιο «αθώας» ερμηνείας από την πιο σοβαρή που εισηγείται ο παραπονούμενος, τότε θα προτιμηθεί η πρώτη.» Στην παρούσα περίπτωση, ανατρέχοντας στο δημοσίευμα ημερομηνίας 18.9.2009 και εξετάζοντας με προσοχή το περιεχόμενο του κρίνω ότι δεν είναι δύσκολο για τον μέσο λογικό αναγνώστη να αντιληφθεί ότι το κείμενο ουσιαστικά εισηγείται ότι η Ενάγουσα είναι ένοχη λογοκλοπής. Ναι μεν αρχικά, το δημοσίευμα ξεκινά αναφέροντας ότι «Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κατηγορείται για λογοκλοπή - Πειθαρχική Επιτροπή εξετάζει ισχυρισμούς για αντιγραφή από έργο διάσημου φιλοσόφου», ακολούθως, όμως αναφέρεται σε «αλλόκοτη ομοιότητα», δηλαδή παράξενη ομοιότητα, της εργασίας της Ενάγουσας με το "After Virtue". Σε κατοπινό σημείο, ο συγγραφέας εκφράζει την προσωπική του θέση ότι η Ενάγουσα «σε ορισμένα σημεία σωστά αναφέρει τον Maclntyre ως πηγή, χρησιμοποιώντας τα παραθέματα του εντός εισαγωγικών, σε άλλα σημεία, ακόμα και μία πρόχειρη εξέταση του κειμένου δίνει την εντύπωση ότι ο συγγραφέας μετέφρασε σχεδόν λέξη προς λέξη στα Ελληνικά ολόκληρες προτάσεις.» Αναφέρει επίσης ότι οι ύποπτες παράγραφοι σκορπίστηκαν ανάμεσα στις «καθαρές» ώστε να παράγουν ένα ρέον κείμενο αποδίδοντας φαινομενικά ένα πρωτότυπο έργο. Απαραίτητο θεωρώ σε αυτό το στάδιο να εξετάσω την συνήθη ερμηνεία του επιρρήματος «φαινομενικά». Σύμφωνα με το λεξικό τον Γ. Μπαμπινιώτη «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» Β' Έκδοση 2002 «φαινομενικός» είναι «αυτός που δεν έχει πραγματική οντότητα, που φαίνεται χωρίς να υπάρχει». Παρατίθενται ως συνώνυμα οι λέξεις, πλαστός, πλασματικός, επιφανειακός ενώ ως αντίθετα, οι λέξεις πραγματικός, αληθινός. Επομένως η μόνη αυθεντική ερμηνεία που ο μέσος λογικός αναγνώστης μπορεί να δώσει στην φράση «φαινομενικά πρωτότυπο έργο» είναι ότι δεν πρόκειται για πρωτότυπο έργο αλλά φαίνεται ως τέτοιο. Τούτο από μόνο του αποτελεί μομφή προς την Ενάγουσα και αποτελεί απόδοση της πράξης της λογοκλοπής. Τούτο δε, επιτείνεται από το γεγονός ότι στο ίδιο το άρθρο παρατίθεται ο ορισμός της λογοκλοπής, όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι λογοκλοπή είναι «να παρουσιάζεις ιδέα ή προϊόν που προέρχεται από υφιστάμενη πηγή, ως νέο ή πρωτότυπο». Τι περισσότερο θα έπρεπε να παρουσιάσει ο συγγραφέας του κειμένου ώστε να θεωρηθεί ότι αποδίδεται όντως λογοκλοπή; Αυτό που εισηγείται ο Εναγόμενος 1 με τα γραφόμενα του, είναι ακριβώς ότι η Ενάγουσα παρουσιάζει έργο κάποιου άλλου ως πρωτότυπο δικό της. Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει κάποιος μέσα από την αναφορά του συγγραφέα ότι υπάρχει η «εντύπωση ότι ο συγγραφέας μετέφρασε σχεδόν λέξη προς λέξη στα Ελληνικά ολόκληρες προτάσεις του «After Virtue» χωρίς να αποδίδει την προέλευση τους στον Maclntyre.» Αν αντιπαραβάλει κανείς την εν λόγω αναφορά με τον ορισμό της λογοκλοπής που περιέχεται στο ίδιο άρθρο τότε αναπόδραστα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όντως ο Εναγόμενος 1 αποδίδει λογοκλοπή στην Ενάγουσα. Ως επιστέγασμα το επίδικο δημοσίευμα χαρακτηρίζει ως ειρωνικό το γεγονός ότι η Ενάγουσα διδάσκει το μάθημα της δεοντολογίας στο πανεπιστήμιο. Ειρωνεύεται δηλαδή, εμπαίζει ή κοροϊδεύει το γεγονός ότι η Ενάγουσα διδάσκει δεοντολογία. Από την καθ' ομιλουμένη και τη συνήθη χρήση της λέξης ειρωνικά, ο μέσος λογικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας προσπαθεί να κοροϊδέψει μια κατάσταση. Αλλά και σύμφωνα με το λεξικό τον Γ. Μπαμπινιώτη (ανωτέρω) στο οποίο ανέτρεξα, «ειρωνικός» είναι «αυτός που χαρακτηρίζεται από ειρωνεία, που κοροϊδεύει με τρόπο λεπτό και υπαινικτικό πρόσωπα ή καταστάσεις». Αναπόφευκτα η χρήση του επιρρήματος «ειρωνικά» δηλώνει υπαινιγμό ότι η Ενάγουσα είναι ακατάλληλη να διδάσκει δεοντολογία κάτι που εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη της Ενάγουσας στο επάγγελμα, την απασχόληση ή τη θέση της (Άρθρο 17
(1)(γ)). Στην συνέχεια του δημοσιεύματος ο Εναγόμενος 1, όντως παραθέτει περικοπές από τις διάφορες πηγές με τις οποίες επικοινώνησε σύμφωνα με τις οποίες «όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου» καθώς και ότι «εκεί όπου υπάρχει υποψία για λογοκλοπή, η γραμμή είναι λεπτή, αφού τα έργα των ακαδημαϊκών πολύ συχνά στηρίζονται πάνω σε έργα συναδέλφων τους». Αν και οι περικοπές αυτές δεν αποτελούν λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα, εντούτοις περιλαμβάνονται στο κείμενο του δημοσιεύματος το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε εξετάζεται στην ολότητά του. Ενδεχομένως, κάποιος να μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι αναφορές περί του τεκμηρίου της αθωότητας και περί λεπτής γραμμής ανάμεσα στην λογοκλοπή, ή ότι η υπόθεση διερευνάται, αποτελούν το αντίδοτο στις προγενέστερες αναφορές του συγγραφέα. Παρά τις αναφορές αυτές όμως, ο συγγραφέας του κειμένου προχωρά στο μεγαλύτερο, κατά την κρίση μου, σφάλμα που καθιστά το επίδικο δημοσίευμα δυσφημιστικό. Ειδικότερα, αφού παραθέτει τις αναφορές από τις διάφορες πηγές, προχωρά και εκφέρει την δική του κρίση, ότι ενώ η συγγραφέας όντως γνωρίζει τη σωστή χρήση των εισαγωγικών εντούτοις εσκεμμένα απέφυγε τη χρήση εισαγωγικών σε άλλα σημεία. Η χρήση του επιρρήματος «εσκεμμένα» αποδίδει αναντίλεκτα πρόθεση. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας του κειμένου, ωσάν δικαστής αποδίδει στην Ενάγουσα ότι με πρόθεση δεν χρησιμοποίησε εισαγωγικά. Παραθέτοντας στην συνέχεια του άρθρου την ερμηνεία της λογοκλοπής καλεί στην ουσία τον αναγνώστη, να συμφωνήσει μαζί του ότι η Εναγομένη διέπραξε λογοκλοπή. Συγκεκριμένα, στο ίδιο το επίδικο δημοσίευμα δίδεται παράδειγμα ότι λογοκλοπή θεωρείται η «αντιγραφή λέξεων ή ιδεών από κάποιον άλλο χωρίς αναφορά της πηγής, παράθεση αποσπάσματος χωρίς εισαγωγικά» ή «η αντικατάσταση των λέξεων αλλά αντιγραφή της δομής της πρότασης κάποιας πηγής χωρίς αναφορά αυτής». Συνδυάζοντας κανείς τα γραφόμενα του συγγραφέα και αντιπαραβάλλοντας τα με την έννοια της λογοκλοπής που ο ίδιος ο συγγραφέας φρόντισε να παραθέσει, μπορεί εύλογα να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας θεωρεί την καθηγήτρια ένοχη για λογοκλοπή και όχι απλά ύποπτη για λογοκλοπή. Με άλλα λόγια δεν είναι καθόλου δύσκολη για τον μέσο λογικό αναγνώστη η διασύνδεση των ισχυρισμών του γράφοντος με την έννοια της λογοκλοπής ώστε να θεωρήσει την Ενάγουσα λογοκλοπής πριν καν εκδοθεί οιαδήποτε απόφαση από αρμόδιο πειθαρχικό όργανο. Ο συγγραφέας προχωρά στο τέλος του κειμένου και αναφέρει ότι το κείμενο θεωρείται «ύποπτο». Τοποθετεί δηλαδή την λέξη «ύποπτο» εντός εισαγωγικών κάτι που υποδηλώνει ότι ο συγγραφέας αποδίδει στην εν λόγω λέξη όχι την συνήθη ερμηνεία της αλλά κάτι άλλο, το οποίο αφήνει απροσδιόριστο. Θεωρώ ότι η χρήση των εισαγωγικών κατά την παράθεση της εν λόγω λέξης σκοπό έχει ακριβώς να υποδηλώσει ότι η λέξη δεν χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική της σημασία. Αποτελεί κατά την κρίση ένα εύσχημο τρόπο για να προσδώσει ο συγγραφέας έναν ειρωνικό τόνο ή μεταφορική σημασία στη λέξη. Πέρα από τα πιο πάνω, ο συγγραφέας του δημοσιεύματος αναφέρει τις κυρώσεις οι οποίες μπορούν να επιβληθούν σε περίπτωση λογοκλοπής. Αναφέρεται σε κάποια πηγή χωρίς να την κατονομάζει, η οποία ανέφερε ότι τέτοια φαινόμενα είναι προς το συμφέρον του πανεπιστημίου να εξαλειφθούν και ότι οι καθηγητές θα έπρεπε να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση. Η πηγή καλεί τον αναγνώστη να φανταστεί τι σημαίνει να συλλαμβάνεται ένας εκπαιδευτικός κάνοντας λογοκλοπή, όταν οι φοιτητές μαθαίνουν ότι η λογοκλοπή αποτελεί ένα εξαιρετικά σοβαρό αδίκημα, για το οποίο μπορεί να αποβληθούν προσωρινά ή διά παντός. Αναφέρει ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχει αυστηρός κώδικας συμπεριφοράς και η αποδεδειγμένη λογοκλοπή μπορεί να σημάνει το τέλος μίας καριέρας καθώς και την τοποθέτηση σε «μαύρη λίστα». Όλα τα πιο πάνω ιδωμένα από μόνα τους δεν παρουσιάζουν οτιδήποτε δυσφημιστικό. Τοποθετημένα όμως στο ευρύτερο νόημα του επίδικου δημοσιεύματος, ότι δηλαδή η Ενάγουσα είναι ένοχη για λογοκλοπή, τείνουν σαφώς να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη της Ενάγουσας στο επάγγελμα της και ενδέχεται να την εκθέσουν σε περιφρόνηση ή χλεύη. (Άρθρο 17
(1)(γ)(δ)). Στον Gatley on Libel and Slander 11th Ed. σελ. 74 par. 2.29 αναφέρεται ότι «It is defamatory to impute that a person is unfit for his profession or calling owing to want of ability, mental stability, learning or some other necessary qualification, or he has been guilty of any dishonest or disreputable conduct or any other misconduct or inefficiency therein.» Με το δημοσίευμα θεωρώ ότι θίγεται η αξιοπρέπεια η εντιμότητα και η ηθική της Ενάγουσας. Λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο του επίδικου δημοσιεύματος, κρίνω ότι τούτο είναι δυσφημιστικό καθ' ότι στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοντήτων είναι ικανό εκ φύσεως «να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη της Ενάγουσας στο επάγγελμά της» (βλ. το άρθρο 17
(1)(γ) του Κεφ. 148). Δεν είναι αναγκαίο να αποδείξει η Ενάγουσα, ότι η υπόληψή της έχει πράγματι υποστεί βλάβη ή ότι πράγματι έχει εκτεθεί σε περιφρόνηση κτλ. Ο νόμος δεν θέτει τέτοιο αποδεικτικό βάρος στους ώμους της. Αυτό που απαιτείται είναι μόνο το δημοσίευμα να «τείνει» ή να «ενδέχεται» να επιφέρει τέτοιες συνέπειες. Τούτο κρίνεται υπό το φως του γενικότερου κοινωνικού πλαισίου και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας κατά τον ουσιώδη χρόνο της δημοσίευσης του επίδικου δημοσιεύματος. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αναντίλεκτη μαρτυρία σε ότι αφορά την κρισιμότητα της χρονικής περιόδου κατά την οποία δημοσιεύτηκε το επίδικο δημοσίευμα για την επαγγελματική σταδιοδρομία της Ενάγουσας. Εξ΄άλλου ο ίδιος ο συγγραφέας του δημοσιεύματος αναγνωρίζει ότι η λογοκλοπή αποτελεί ένα ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα για έναν ακαδημαϊκό το οποίο επιφέρει ιδιαιτέρως αυστηρές ποινές. Δεν απαιτείται, όπως προανέφερα, να αποδειχθεί η βλάβη στο επάγγελμα. Αρκεί το γεγονός ότι έτεινε να υποστεί βλάβη από ένα τέτοιο δημοσίευμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό κατά την έννοια του άρθρου 17
(1)(γ) και (δ) του Κεφ.
  1. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ Έχοντας κρίνει ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω τις προβαλλόμενες υπερασπίσεις της αλήθειας και του ευλόγου σχολίου, στις οποίες βασίζονται οι Εναγόμενοι και προωθήθηκαν μέσα από την εμπεριστατωμένη αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους. Υπεράσπιση της αλήθειας Σύμφωνα με το άρθρο 19(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149: «
  2. Σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση- (α) ότι τo δημοσίευμα για τo oπoίo έγινε η αγωγή ήταv αληθές: Νοείται ότι, όταν τo δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά τoυ ενάγοντα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφου αυτής δεv καταρρίπτεται για μόνο τo λόγο ότι δεv αποδεικνύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγορίας, αv τo μέρος τoυ δημοσιεύματος πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει ουσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγοντα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλοιπων κατηγοριών» Ο εναγόμενος ο οποίος προβάλλει την υπεράσπιση της αληθείας (justification), θα πρέπει να δικογραφήσει και να αποδείξει πως τα όσα η Ενάγουσα θεωρεί ως δυσφημιστικά, είναι αληθή ή επί της ουσίας αληθή. Η υπεράσπιση της αληθείας, στην περίπτωση που ορισμένο δημοσίευμα κριθεί ως δυσφημιστικό για συγκεκριμένο πρόσωπο, πετυχαίνει εφ' όσον τόσον οι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα όσον και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα τα οποία εξάγονται από το δημοσίευμα αυτό αποδεικνύονται αληθή ή επί της ουσίας αληθή (Φιλίππου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1124). Η υπεράσπιση της αληθείας αφορά μόνον σε δηλώσεις γεγονότων και όχι σε σχόλια (Τ.Μ.P. Agents v. SABA and Co. (T.M.P.)
(2007)1 (A) Α.Α.Δ. 448). Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 11th Ed. σελ. 318 par. 11.7 αναφέρεται ότι, όπου το επίδικο δημοσίευμα περιέχει δυσφημιστικούς ισχυρισμούς γεγονότων και γνώμης, πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ισχυρισμοί γεγονότων είναι αληθείς και ότι η γνώμη είναι ορθή: «If the libel contains defamatory statements both of fact and of opinion, the defendant, under a plea of justification, must prove that the statements of fact are true and that the statements of opinion are correct. Στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι: «Hence if an article in a newspaper is introduced by a defamatory headline in the nature of a comment, evidence that the facts stated in the article were true is not sufficient to support a plea of justification unless the defendant convinces the jury that the headline was a true view of the state of affairs disclosed by the facts. It may of course be that the expression of opinion can be defended as fair comment. [.] A plea of justification in respect of a comment may succeed were fair comment would fail because the defendant was actuated by malice; contrarywise, a plea of justification may fail in circumstances in which a plea of fair comment would succeed because the comment, though untrue, was such as an honest person might have made and was made without malice.". Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε στην απόφαση Χρυσόστομος Φιλίππου ν. 1. Εκδόσεις Αρκτίνος ΛΤΔ και 2. Γιάννη Παπαδόπουλου
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1124. Λέχθηκαν τα εξής꞉ «Η υπεράσπιση της αλήθειας, όταν ένα δημοσίευμα κριθεί ως δυσφημιστικό για συγκεκριμένο άτομο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πετυχαίνει μόνον όταν τόσο οι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα όσο και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα που εξάγονται από αυτό, αποδεικνύονται αληθή από τον εναγόμενο (Δέστε Glafx Ltd v Loizia
(1984)1 CLR 729). Το βάρος που έχει ο εναγόμενος (το οποίο αποσείεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων) είναι να αποδείξει την αλήθεια των λέξεων υπό τη φυσική και συνήθη τους έννοια. Η υπεράσπιση αυτή πετυχαίνει αν ο εναγόμενος αποδείξει ότι η ουσία των δυσφημιστικών λέξεων είναι αληθής (Δέστε: Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, παραγ. 33.11, σελ. 997).» Στο σημείο αυτό παρατηρώ ότι υπάρχει ελλιπής δικογράφηση σε σχέση με την υπεράσπιση της αλήθειας. Πολύ σύντομη αναφορά γίνεται μόνο στην παράγραφο 10 της κατά τα άλλα μακροσκελούς Έκθεσης Υπεράσπισης. Στην υπόθεση Μarks and Another v. Wilson - Boyd and others [1939] 2 All E.R. 605, 608 η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Νικολαϊδης ν. Δημητριάδης
(1997)1 Α.Α.Δ 1683 τονίστηκε η ανάγκη συγκεκριμενοποίησης των ισχυρισμών της υπεράσπισης που παραλληλίζονται και εξομοιώνονται από τη σκοπιά αυτή με το κατηγορητήριο σε ποινική υπόθεση. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "A plaintiff is entitled to know with certainty on what the defendant intends to rely in support of his plea. Indeed, it has been said that the justification ought to state the facts with as much particularity as an indictment. No doubt in the great majority of cases a plea in this bald form ought to be supplemented by particulars from which the plaintiff can ascertain the precise nature of the charge which it is proposed to make against him, for he needs this information in order to prepare his evidence for the trial." Στην υπόθεση Νικολαϊδη (ανωτέρω) έγινε, επίσης, παραπομπή και στην υπόθεση Lucas-Box v. News Group Newspapers
(1986)1 All E.R 177 στην οποία τονίσθηκε ότι ο Εναγόμενος ο οποίος στηρίζεται στην Υπεράσπιση της αλήθειας (justification) έχει υποχρέωση να κάνει ξεκάθαρο στον Ενάγοντα ποια είναι η υπόθεση που θα υποστηρίξει. Η δε οποιαδήποτε ασάφεια θα πρέπει να διευκρινισθεί. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "..whatever may have been the practice to date, in future a defendant who is relying on a plea of justification must make it clear to the plaintiff what is the case which he is seeking to set up. The particulars themselves may make this quite clear, but if they are ambiguous then the situation must be made unequivocal." Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι Εναγόμενοι στηρίζουν την υπεράσπιση της αλήθειας στις λεπτομέρειες που πηγάζουν από το ίδιο δημοσίευμα και δεν χρειαζόταν η παράθεση περαιτέρω λεπτομερειών στο δικόγραφό τους. Έτσι θα προχωρήσω να εξετάσω ποιο κατά την κρίση μου είναι εκείνο που θα έπρεπε οι Εναγόμενοι, έχοντας το βάρος απόδειξης, να αποδείξουν προκειμένου να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας. Έχοντας ήδη κρίνει ότι το δημοσίευμα είναι όντως δυσφημιστικό για την ενάγουσα, υπό την έννοια ότι ο Εναγόμενος 1 εκφέρει κρίση και γνώμη ως προς την ενοχή της Ενάγουσας για λογοκλοπή, όφειλαν κατά την κρίση μου οι Εναγόμενοι, με αξιόπιστη μαρτυρία, να αποδείξουν την αλήθεια των αναφερομένων στο δημοσίευμα γεγονότων που αποδίδουν ακριβώς την δυσφημιστική σημασία, ήτοι του συμπεράσματος περί διάπραξης λογοκλοπής. Εντούτοις καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ως προς το ότι η Ενάγουσα μετέφρασε σχεδόν λέξη προς λέξη στα Ελληνικά ολόκληρες προτάσεις του «After Virtue» χωρίς να αποδίδει την προέλευση τους στον Maclntyre, ή ότι η ενάγουσα ενήργησε εσκεμμένα (κάτι το οποίο μπορεί να ταξινομηθεί ως γεγονός). Δεν παραβλέπω ότι στο επίδικο δημοσίευμα περιλαμβανόταν πίνακας ο οποίος περιείχε σύγκριση αφενός του έργου της Ενάγουσας και του Maclntyre αφετέρου, όμως, ως ο Εναγόμενος 1 παραδέχτηκε κατά την μαρτυρία του, δεν διάβασε ολόκληρο το άρθρο της Ενάγουσας αλλά βασίστηκε αποκλειστικά στα αποσπάσματα που του δόθηκαν από κάποια πηγή. Παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο εάν ολόκληρη η εργασία της Ενάγουσας παρουσιάζει την «αλλόκοτη ομοιότητα» με το "After Virtue" την οποία διατείνεται ο Εναγόμενος 1. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε επίσης από τους Εναγομένους που να δείχνει ότι η Ενάγουσα εσκεμμένα απέφυγε την χρήση των εισαγωγικών σε κάποια σημεία της εργασίας της. Δεν παραγνωρίζω ότι στο επίδικο δημοσίευμα περιλαμβάνονται αναφορές που ανταποκρίνονται στην αλήθεια όπως για παράδειγμα ότι η υπόθεση της καθηγήτριας διερευνάται από την πειθαρχική επιτροπή του Πανεπιστημίου. Όμως, το μέρος του επίδικου δημοσιεύματος το οποίο δεν αποδείχτηκε ως αληθές, είναι ακριβώς εκείνο το οποίο προκαλεί βλάβη στην υπόληψη και το επάγγελμα της Ενάγουσας. Στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου v. Καψού
(2009)1(Β) A.A.Δ. 1175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών. Νομοθετική πρόνοια με παρόμοιο λεκτικό συναντάτο και στο Αγγλικό Defamation Act 1952, Αρθρο 5. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pumplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2) [1998] 1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων. Όπως δε τονίστηκε και στην υπόθεσηReynolds v. Times Newspapers Ltd and Others [1999] 4 All E.R. 609, η απόδειξη της αλήθειας συνιστά μια ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτό είναι αρκετό. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732, τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να επιτύχει υπεράσπιση της αλήθειας, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο έχει προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος. Όπως περαιτέρω αναφέρεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 1053, είναι επαρκές εάν η υπεράσπιση της αλήθειας καλύπτει την κύρια κατηγορία ή την ουσία της δυσφήμησης και ο εναγόμενος δεν χρειάζεται όπως δικαιολογήσει επουσιώδεις λεπτομέρειες ή καταχρηστικές εκφράσεις, οι οποίες δεν προσθέτουν στο κεντρί της δυσφήμησης, ή οι οποίες δεν προκαλούν στον αποδέκτη επίπτωση διαφορετική απ' εκείνη η οποία προκλήθηκε από το ουσιώδες μέρος το οποίο αποδεικνύεται αληθές. Είναι αρκετό εάν η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης δικαιολογείται.» Στην προκειμένη περίπτωση η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης που προκύπτει από το επίδικο δημοσίευμα δεν δικαιολογείται. Μάλιστα δε ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 μέσα από τα ίδια του τα γραφόμενα, φαίνεται ότι δεν αποδέχεται το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο του υπέδειξε ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου και προχωρεί και υποβάλλει την θέση περί ενοχής της Ενάγουσας για λογοκλοπή. Ναι μεν ο κοινός λογικός άνθρωπος δεν θα σκεφτόταν πως όποτε διερευνάται κάποιο πρόσωπο τούτο σημαίνει κατ' ανάγκη ότι είναι ένοχος, πλην όμως στην παρούσα περίπτωση ο συγγραφέας του επίδικου δημοσιεύματος προχώρησε και υπέβαλε στον αναγνώστη την θέση ότι η Ενάγουσα είναι όντως ένοχη. Έχω την άποψη ότι τούτο είναι το «κεντρί» του δημοσιεύματος και όχι η διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας εναντίον της Ενάγουσας. Προκειμένου να αποδείξει ότι το συμπέρασμα - κεντρί του δημοσιεύματος - είναι όντως αληθές όφειλε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία εκείνα που συνηγορούν προς τούτο, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, αυτό που λέχθηκε στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers
(1999)4 All E.R. 609, ότι αποτελεί καθήκον του Τύπου να αναζητά τις απόψεις του υποκειμένου του δημοσιεύματος, ως μέτρο έλεγχου της αλήθειας και της ακρίβειας του περιεχομένου και παράλληλα να προβάλει και την αντίθετη εκδοχή σε σχέση με το αντικείμενο του δημοσιεύματος. Πέραν των πιο πάνω, η μόνη μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε ήταν από την πλευρά της Ενάγουσας η οποία καταρρίπτει κάθε ισχυρισμό περί αλήθειας της θέσης του Εναγομένου
  1. Η Ενάγουσα δικάστηκε και αθωώθηκε όχι σε μια αλλά σε δύο πειθαρχικές διαδικασίες που εκκρεμούσαν εναντίον της. Περαιτέρω ο Μ.Υ1 σε ερωτήσεις κατά την αντεξέταση αν γνωρίζει το γεγονός ότι η Ενάγουσα αθωώθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε απάντησε καταφατικά αλλά δεν ανέφερε ούτε αν συμφωνεί ούτε εάν διαφωνεί. Εν όψει όλων των πιο πάνω η υπεράσπιση της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου Σύμφωνα με το άρθρο 19(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149: «
  2. Σε αγωγή για δυσφήμιση αποτελεί υπεράσπιση- . (β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος: Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, υπεράσπιση έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, αν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή τα οποία αποδεικνύονται: Νοείται περαιτέρω ότι η βάσει της παραγράφου αυτής υπεράσπιση δεν επιτυγχάνει αν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστει εντός της έννοιας του εδαφίου
(2)του άρθρου 21 του Νόμου αυτού.». Το άρθρο 21
(2)του ιδίου Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «
(2)Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει από πρόσωπο εντός της έννοιας του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, αν καταδειχθεί ότι- (α) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές· ή (β) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός προέβηκε στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς αυτού· ή (γ) προβαίνοντας στη δημοσίευση, ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου δια το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο.». Στην υπόθεση Πετρίδης ν. Εκδοτικού Οίκου ΔΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Πολ. Έφεση 232/2009, ημερομηνίας 18.7.2013, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: "Η σύγχρονη διατύπωση της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, την οποία και υιοθετούμε, εντοπίζεται στην υπόθεση Spiller & Anor v. Joseph & Anors [2010] UKSC 53, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί τα στοιχεία που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υπεράσπιση, όπως συνοψίζονται στην Wai Chun Paul v. Albert Cheng [2001] E.M.L.R. 31 από τον δικαστή Lord Nicholls of Birkenhead στο ακόλουθο απόσπασμα: «[i] First, the comment must be on a matter of public interest. .. [ii] Second, the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere, for example, justification or privilege. Much learning has grown up around the distinction between fact and comment. For present purposes it is sufficient to note that a statement may be one or the other, depending on the context. Ferguson J gave a simple example in the New South Wales case of Myerson v. Smith's Weekly
(1923)24 SR (NSW) 20, 26 : 'To say that a man's conduct was dishonourable is not comment, it is a statement of fact. To say that he did certain specific things and that his conduct was dishonourable is a statement of fact coupled with a comment.' [iii] Third, the comment must be based on facts which are true or protected by privilege: see, for instance, London Artists Ltd v Littler [1969] 2 QB 375 , 395. If the facts on which the comment purports to be founded are not proved to be true or published on a privilege occasion, the defence of fair comment is not available. [iv] Next the comment must explicitly or implicitly indicate, at least in general terms, the facts on which it is based. [v] Finally, the comment must be one which could have been made by an honest person, however prejudiced he might be, and however exaggerated or obstinate his views: see Lord Porter in Turner v Metro- Goldwyn- Mayer Pictures Ltd [1950] 1 All ER 449 , 461, commenting on an observation of Lord Esher MR in Merivale v Carson
(1888)20 QBD 275 , 281. It must be germane to the subject-matter criticised. Dislike of an artist's style would not justify an attack upon his morals or manners. But a critic need not be mealy-mouthed in denouncing what he disagrees with. He is entitled to dip his pen in gall for the purposes of legitimate criticism: see Jordan CJ in Gardiner v Fairfax
(1942)42 SR (NSW) 171 , 174. These are the outer limits of the defence. The burden of establishing that a comment falls within these limits, and hence within the scope of the defence, lies upon the Defendant who wishes to rely upon the defence. [vi] A Defendant is not entitled to rely on the defence of fair comment if the comment was made maliciously» Ένας εναγόμενος δεν δικαιούται να βασισθεί στην υπεράσπιση του ευλόγου σχολίου εάν το σχόλιο έγινε κακόβουλα. Το βάρος να αποδείξει κακοβουλία βαρύνει τον ενάγοντα. .... Για να μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, η επίμαχη δήλωση πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότων. Για να αποφασίζεται τούτο, αυτή η δήλωση θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο [βλ. Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λίμιτεδ κ.α. ν. Φιλίππου
(1998)1 Α.Α.Δ. 958]. .. Στην υπόθεση Μαυρίδης ν Παπαδόπουλου [2006] 1 Α.Α.Δ.136 λέχθηκε ότι για να έχει ο εναγόμενος το πλεονέκτημα της υπεράσπισης του ευλόγου σχολίου, έπρεπε να είχε δώσει και κάποιο ελάχιστο πραγματικό υπόβαθρο ούτως ώστε οι δηλώσεις του να μη συνιστούν δηλώσεις γεγονότων αυτών καθ' αυτών." Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (11η έκδοση) παράγραφος 12.10, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «While some indication, express or implied, of what underlies the alleged comment is necessary the ultimate question on whether the words are comment or fact is how they would strike the ordinary, reasonable reader and it is unlikely that any attempt to formulate general principles of construction will be of much help, especially bearing in mind that any particular statement must be taken in the context of the piece as a whole.» Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε αντιγνωμία μεταξύ των μερών ότι το επίδικο δημοσίευμα πραγματεύεται ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ή συμφέροντος. Έξάλλου ως έχει κριθεί η έννοια του δημόσιου συμφέροντος δεν ερμηνεύεται στενά. Στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου « «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης», 2013, σελ.. 237, αναφέρεται ότι «Στο δίκαιο της δυσφήμισης, και ειδικά αναφορικά με την εφαρμογή της υπεράσπισης του έντιμου σχολίου, το «δημόσιο συμφέρον» συνιστά μια ιδιαίτερα ρευστή έννοια. Το εάν ένα ζήτημα αποτελεί ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος κρίνεται από υπόθεση σε υπόθεση από το Δικαστήριο, ανάλογα με τις κοινωνικές αντιλήψεις και ευαισθησίες κατά το χρόνο εκδίκασης της αγωγής για δυσφήμιση.». Όπως επίσης αναφέρουν οι Αρτέμης & Ερωτοκρίτου στο Σύγγραμμά τους «Αστικά Αδικήματα», στη σελ. 69, «Η έννοια του δημοσίου ενδιαφέροντος δεν μπορεί να υποβληθεί σε στενούς περιορισμούς. Καλύπτει κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει και απασχολεί το ευρύ κοινό.». Έτσι και στην παρούσα περίπτωση το θέμα αφορά το ευρύ κοινό, πέρα και έξω από το κλειστό κύκλο των ακαδημαϊκών και επεκτείνεται σε όλους τους πολίτες οι οποίοι επιθυμούν να γνωρίζουν τόσο το επίπεδο, όσο και την εν γένει κατάσταση στην παιδεία. Σε σχέση με το αν οι αναφορές στο επίδικο δημοσίευμα αποτελούν σχόλια ή δηλώσεις γεγονότων, οφείλω να παρατηρήσω ότι η διάκριση ανάμεσα σε σχόλιο και γεγονός δεν είναι πάντα ευχερής. Τέτοια είναι θεωρώ, η παρούσα περίπτωση. Αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ο συγγραφέας δηλώνει γεγονότα, εντούτοις το θέμα δεν είναι τόσο απλό. Όπως υποδεικνύεται και στην υπόθεση Hunt v. Star Newspaper [1908] 2 K.B. 809, που επιδοκιμάστηκε στην London Artists v. Litter [1969] 2 Q.B. 395, όπου, ως συνήθως, συγχέονται τα γεγονότα με τα σχόλια και δεν υπάρχει ούτε επιδιώκεται σαφής μεταξύ τους διάκριση, η τάση είναι να θεωρηθεί το κείμενο εξ ολοκλήρου ως γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση οι δηλώσεις του Εναγομένου 1, οι οποίες είναι και οι κρίσιμες ως προς την απόδοση του δυσφημιστικού νοήματος του επίδικου δημοσιεύματος συμπλέκονται ανάμεσα στα γεγονότα που φέρονται να αποτελούν το υπόβαθρο των εν λόγω δηλώσεων. Αποτελούν στην ουσία συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα γεγονός. Τα συμπεράσματα του Εναγομένου 1 είναι ότι η Ενάγουσα μετέφρασε σχεδόν λέξη προς λέξη στα Ελληνικά ολόκληρες προτάσεις του «After Virtue» χωρίς να αποδίδει την προέλευση τους στον Maclntyre, ότι οι ύποπτες παράγραφοι σκορπίστηκαν ανάμεσα στις «καθαρές» ώστε να παράγουν ένα ρέον κείμενο, αποδίδοντας φαινομενικά ένα πρωτότυπο έργο καθώς και το ότι η ενάγουσα εσκεμμένα απέφυγε τη χρήση εισαγωγικών σε κάποια σημεία. Σύμφωνα με τον Gatley on Libel and Slander 11th Ed. σελ. 340 par. 12.7: «Inferences of fact as comment. There are statements to the effect that an inference of fact may fall within the defence of fair comment so that an author can assert, as his comment on facts stated or referred to in what he publishes, some other fact the existence of which he infers or deduces from those facts. "Comments may sometimes consist in the statement of a fact, and may be held to be comment if the fact so stated appears to be a deduction or conclusion come to by the speaker from other facts stated or referred to by him, or in the common knowledge of the person speaking and those to whom the words are addressed, and from which his conclusion can be reasonably inferred.If although stated as a fact, it is preceded or accompanied by such other facts, and it can be reasonably based upon them, the words may be reasonably regarded as comment and comment only, and if honest and fair, excusable; and whether it is to be regarded as a fact or a comment is a question for the jury, to be determined by them upon all the circumstances of the case" Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι οι δηλώσεις του Εναγομένου 1 στο επίδικο άρθρο αποτελούν δικά του συμπεράσματα. Στο επίδικο άρθρο φαίνεται ότι ο συγγραφέας παραθέτει συγκριτικό πίνακα όπου στην μια στήλη περιέχεται ένα απόσπασμα από την εργασία της Ενάγουσας, ενώ στην άλλη στήλη παρατίθεται μια παράγραφος από το «After Virtue» του Maclntyre. Ο συγγραφέας παραθέτει επίσης τον ορισμό της λογοκλοπής. Μέσα από το άρθρο, ο συγγραφέας υποδεικνύει στον αναγνώστη τα όσα ο ίδιος θεωρεί ότι συνηγορούν στην λογοκλοπή αφού προσπάθησε προηγουμένως να θέσει κάποιο πραγματικό αλλά και θεωρητικό υπόβαθρο για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα. Όμως, παρά το ότι ο Εναγόμενος 1 παραθέτει στον αναγνώστη κάποια γεγονότα εντούτοις φαίνεται μέσα από το άρθρο του ότι παραλείπει επίσης και πάρα πολλά άλλα. Αναφέρει για παράδειγμα ότι «ενώ πριν από μισή σελίδα η συγγραφέας ορθά συμπεριέλαβε την υποσημείωση «After Virtue, σελ.50», εδώ δεν το κάνει». Πουθενά στο επίδικο άρθρο δεν υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο για αυτή την δήλωση. Περεταίρω η αναφορά του μάρτυρα ότι η Ενάγουσα "εσκεμμένα απέφυγε τη χρήση εισαγωγικών σε άλλα σημεία» χωρίς να διευκρινίζει ποια είναι αυτά τα σημεία οδηγεί τον μέσο λογικό αναγνώστη στο συμπέρασμα ότι ο δημοσιογράφος έχει εξετάσει στην ολότητα του την εργασία της Ενάγουσας και έχει διαπιστώσει ότι η παράλειψη χρήσης εισαγωγικών είναι διάσπαρτη στην ολότητα της. Τούτο όμως δεν στηρίζεται σε πραγματικό υπόβαθρο το οποίο να παρατίθεται στο επίδικο δημοσίευμα. Στον Gatley (ανωτέρω) σελ. 349 par. 12.13 αναφέρονται τα εξής: «Comment and fact confused. If the defendant has failed to distinguish clearly in what he has published between the facts on which he is commenting and the comments he wishes to make on the facts on which he is commenting and the comments he wishes to make on those facts, those to whom the words are published may regard the comments either as statements of fact or as founded upon unrevealed information in the possession of the publisher; in such circumstances the publication may stand in the same position as any ordinary allegation of fact. Where the comment is not clearly identified there is a tendency to hold the entire statement to be one of fact. "In the first place", said Fletcher -Moulton L.J. in Hunt v. Star Newspaper: "comment in order to be justifiable as fair must appear as comment and must not be so mixed up with the facts that the reader cannot distinguish between what is report and what is comment; see Andrews v Chapman. The justice of this rule is obvious. If the facts are stated separately and the comments appears as an inference drawn from those facts, any injustice that it might do will be to some extent negative by the reader seeing the grounds upon which the unfavourable inference is based. But if fact and comment be intermingled so that it is not reasonably clear what portion purports to be inference, he will naturally suppose that the injurious statements are based on adequate grounds known to the writer, though not necessarily set out by him. In the one case the insufficiency of the facts to support the inference will lead fair minded men to reject the inference. In the other case it merely points to the existence of extrinsic facts which the writer considers to warrant the language he uses..Any matter therefore, which does not indicate with a reasonable clearness that it purports to be a comment, and not statement of fact, cannot be protected by the plea of fair comment" Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 συγγράφοντας το επίδικο δημοσίευμα συνέπλεξε τα γεγονότα με τα συμπεράσματα του σε τέτοιο βαθμό που ο μέσος λογικός αναγνώστης δεν μπορεί να διαχωρίσει ποιο μέρος του δημοσιεύματος αποτελεί σχόλιο του συγγραφέα και ποιο είναι το γεγονός. Ο συγγραφέας αφήνει τον αναγνώστη να πιστεύει ότι οι δηλώσεις του περί «αλλόκοτης ομοιότητας», περί αντιγραφής ολόκληρων προτάσεων από το «After Virtue» στα Ελληνικά χωρίς την απόδοση τους στον Maclntyre, περί διασκορπισμού ύποπτων παραγράφων στις καθαρες και περί ενός φαινομενικά πρωτότυπου έργου αποτελούν γεγονότα τα οποία βασίζονται σε υλικό το οποίο έχει στην κατοχή ή αφήνει τον αναγνώστη να πιστεύει ότι έχει τέτοιο υλικό στην κατοχή του που αποδεικνύει το αληθές των εν λόγω δηλώσεων. Στο ίδιο το δημοσίευμα όμως το μόνο που παρατίθεται είναι απλά ένας συγκριτικός πίνακας και τίποτε άλλο ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να καταλήξει σε δικά του συμπεράσματα σε σχέση με την αλήθεια των συμπερασμάτων του Εναγομένου 1. Ως αποτέλεσμα, στην ουσία καλείται ο αναγνώστης να αποδεχτεί τα συμπεράσματα του Εναγομένου 1 ως γεγονότα και όχι ως σχόλια. Η σύγχυση ως προς το αν οι επίδικες δηλώσεις αποτελούν σχόλιο ή γεγονός προέκυψε και μέσα από την ίδια την μαρτυρία των Εναγομένων. Ο Μ.Υ.1 ήτοι ο Εναγόμενος 1, κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι το δημοσίευμα περιέχει μόνο ισχυρισμούς γεγονότων και απόψεων ή δηλώσεων άλλων προσώπων και ότι σε καμία περίπτωση δεν αποδίδει την προσωπική του ερμηνεία ή άποψη. Ενώ από την μια αναφέρεται και υποστηρίζει ότι το δημοσίευμα του αφορά έντιμο σχόλιο, διαζευκτικά προωθεί την θέση ότι το δημοσίευμα του αποτελεί απλά μια ανταπόκριση γεγονότων. Κατά την αντεξέταση του, εν πάση περιπτώσει ανέφερε ότι όσα γραφόμενα στο κείμενο δεν περιλαμβάνονται εντός εισαγωγικών, αποτελούν δικά του συμπεράσματα. Την ίδια σύγχυση φαίνεται να είχε και ο Μ.Υ.2. Ενώ ανέφερε συνεχώς κατά την αντεξέτασή του ότι το δημοσίευμα περιέχει απλώς γεγονότα, σε κάποιο στάδιο ανέφερε με καθαρότητα ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε άρθρο το οποίο να μην περιέχει την άποψη του δημοσιογράφου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αλλά κατά πρώτο λόγο το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος καθώς και το πλαίσιο των γεγονότων στο οποίο αυτό δημοσιεύθηκε κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει σαφής διαχωρισμός των συμπερασμάτων του συγγραφέα από τα όποια γεγονότα παρατίθενται σε αυτό. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι το επίδικο δημοσίευμα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δήλωση γεγονότων. Συνεπώς η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν μπορεί να επιτύχει. Έστω όμως και εάν τα γραφόμενα στο επίδικο δημοσίευμα μπορούσαν να θεωρηθούν ως σχόλια, θεωρώ ότι και πάλι δεν θα μπορουσα να αποδεκτώ την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Παρόλον ότι ζήτημα κακοβουλίας εγείρεται μόνο όταν το δημοσίευμα κρίνεται ως έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, εντούτοις στην παρούσα περίπτωση υπάρχει μια σειρά γεγονότων και δεδομένων που θα το ενέτασσαν στην κατηγορία του κακόβουλου, αναιρώντας έτσι την ίδια την υπεράσπιση κατά το Άρθρο 19(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η μαρτυρία για κακοβουλία μπορεί να προέρχεται από εσωτερικά δεδομένα («intrinsic evidence»), όπως είναι το ίδιο το δημοσίευμα και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται ή εξωτερικά («extrinsic evidence»), όπως είναι οι όλες περιστάσεις της δημοσίευσης, καθώς και η συμπεριφορά του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της αντιδικίας και της εκδίκασης της υπόθεσης. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου Kώστας και Άλλη ν. Aικατερίνης Kαραμεσίνη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 715 λέχθηκαν τα εξής: «Η ύπαρξη κακοβουλίας μπορεί να διαγνωσθεί εξ αντικειμένου από μια σειρά παραγόντων που αναδύονται μέσα από την ίδια τη δημοσίευση. Στο σύγγραμμα του Gatley on Libel and Slander, 8η έκδ., σελ. 550-564, αναφέρεται ότι η κακοβουλία μπορεί να διαφανεί από τη γενική συμπεριφορά ενός εναγομένου ακόμη και πριν από τη δίκη, τη συμπεριφορά και τη στάση του απέναντι στον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης και μέχρι το τέλος της διαδικασίας. Η επιμονή ότι το δυσφημιστικό κείμενο είναι αληθές, ακόμη και μετά την παρουσίαση μαρτυρίας που δείχνει το αντίθετο, αποτελεί ένδειξη κακοβουλίας. Η χρήση των συγκεκριμένων λέξεων επίσης μπορεί να είναι τέτοια που να οδηγεί σε συμπέρασμα κακοβουλίας. Η μη αναζήτηση των απόψεων του υποκείμενου στο δυσφημιστικό δημοσίευμα, ως μέτρο ελέγχου της αλήθειας και της ακρίβειας του περιεχομένου του δημοσιεύματος, είναι επίσης στοιχείο που σύμφωνα και με την υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers [1999] 4 All E.R. 609, απογυμνώνουν τους ισχυρισμούς ενός εναγομένου περί καλής πίστης.» Θεωρώ ότι ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα περίπτωση χρησιμοποίησε χλευαστικούς χαρακτηρισμούς έναντι της ενάγουσας. Ακραίοι ή υπερβολικοί χαρακτηρισμοί κατά το σύγγραμμα του Halsbury's Laws of England 4η έκδ. Τόμος 28, παρ. 151, όπως υιοθετήθηκε και στην Κυριακίδης ν. Αριστείδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 349, συνιστά μαρτυρία περί κακοβουλίας. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία τούτη προκύπτει από το ίδιο το επίδικο δημοσίευμα. Όπως ήδη αναφέρθηκε η χρήση του επιρρήματος «ειρωνικά» υποδεικνύει κοροϊδία του γεγονότος ότι η Ενάγουσα διδάσκει ηθική. Είναι σαφής η πρόθεση στην παρούσα περίπτωση να πληγεί η υπόληψη της Ενάγουσας. Περαιτέρω ο Εναγόμενος προέβη στην συγγραφή του επίδικου δημοσιεύματος πολύ λίγο διάστημα μετά που έγινε η καταγγελία και πολύ πριν αρχίσει η διερεύνηση της υπόθεσης από ερευνώντα λειτουργό. Αποδίδει μάλιστα στην Ενάγουσα την διάπραξη λογοκλοπής πολύ πριν το ζήτημα αποφασισθεί από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα. Αδιαφόρησε δηλαδή ο Εναγόμενος 1 για την πειθαρχική διαδικασία η οποία βρισκόταν εν εξελίξει. Παρά το ότι δεν γνώριζε βασικές πτυχές του θέματος που επιχείρησε να καλύψει, εντούτοις προχώρησε με θάρρος και θράσος που δεν δικαιολογείτο από τις περιστάσεις να καταλήξει σε συμπεράσματα. Ειδικότερα, ο συγγραφέας του επίδικου δημοσιεύματος δεν είχε αναγνώσει ποτέ ολοκληρωμένα την εργασία της Ενάγουσας. Βασίστηκε αποκλειστικά στα αποσπάσματα που του δόθηκαν από κάποια πηγή. Παρέλειψε να συμπεριλάβει στο δημοσίευμα ακόμα και τον τίτλο της εργασίας της Ενάγουσας την οποία σύγκρινε με το "After Virtue" και ειδικότερα το γεγονός ότι ακριβώς επρόκειτο για μια εργασία που αποκλειστικά είχε ως αντικείμενο την «Η αναβίωση της αριστοτελικής πολιτικής στο έργο του Alasdair Macintyre». Αν το έπραττε ενδεχομένως να μπορούσε να περάσει κάποια άλλα μηνύματα στον αναγνώστη, πιο ήπια για την Ενάγουσα. Γενικά ο Εναγόμενος 1 ενήργησε μονόπλευρα. Η ύπαρξη κακοβουλίας αντλείται συμπερασματικά από την όλη συμπεριφορά του εναγόμενου και την πληροφόρηση που αυτός είχε διαθέσιμη. Το κίνητρο το οποίο ανιχνεύεται και αποδίδεται σ' ένα εναγόμενο, εξάγεται από το τι ελέχθη ή ήταν γνωστό ή κατά πόσο ο εναγόμενος ήταν αδιάφορος ως προς τα πραγματικά δεδομένα (Horrocks v. Lowe
(1975)AC 135). Επισημαίνω και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε μπήκε στον κόπο να επικοινωνήσει με την Ενάγουσα ώστε να έχει και την δική της θέση προτού προβεί στην δημοσίευση. Η μη αναζήτηση των απόψεων του υποκειμένου στο δυσφημιστικό δημοσίευμα, ως μέτρου ελέγχου της αλήθειας και της ακρίβειας των μηνυμάτων που δίδει στο κοινό το επίδικο δημοσίευμα είναι στοιχείο που, σύμφωνα και με την υπόθεση Κώστα Κωνσταντίνου κ.α v. Αικατερίνης Καραμεσίνη, (ανωτέρω) απογυμνώνει τους ισχυρισμούς ενός εναγομένου περί καλής πίστης. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι επέμειναν στην υπεράσπιση της αλήθειας μέχρι τέλους, ενώ γενικώς είναι δεκτό ότι η υπεράσπιση αυτή είναι επικίνδυνη διότι μια αποτυχημένη προσπάθεια τεκμηρίωσης της (όπως και εδώ), δύναται να θεωρηθεί ως επαυξητική της αρχικής ζημιάς που προκλήθηκε με τη δυσφήμιση. (Salmond on the Law of Torts 16η έκδ. σελ. 160). Παρόλο που η έγερση της υπεράσπισης της αλήθειας δεν είναι κατ' ανάγκη μαρτυρία ή απόδειξη για κακοβουλία, εν τούτοις το Δικαστήριο δύναται να εξαγάγει αυτό το συμπέρασμα, αν ο εναγόμενος αρνείται να αποσύρει την υπεράσπιση κατά τη δίκη και δεν προσφέρει μαρτυρία κατά την εκδίκαση προς απόδειξη της, (Gatley on Libel and Slander 10η έκδ. σελ. 981, παρ. 32.42). Η μη ύπαρξη μετάνοιας και απολογητικής διάθεσης από την πλευρά των Εναγομένων, προκύπτει θεωρώ, μεταξύ άλλων και από το ότι όταν ερωτήθηκε ο Εναγόμενος 1 από τον συνήγορο της Ενάγουσας κατά πόσον γνωρίζει την ύπαρξη των αθωωτικών αποφάσεων απάντησε καταφατικά. Όταν ερωτήθηκε στην συνέχεια αν δημοσίευσε ότι τελικά οι κατηγορίες εναντίον της Εναγουσας ήταν άδικες, ανέφερε απλώς ότι σε επόμενο δημοσίευμα ανέγραψε ότι η Ενάγουσα αθωώθηκε αλλά επιμελώς απέφυγε να αναφέρει κατά πόσον συμφωνεί ή διαφωνεί με την εν λόγω απόφαση και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «εμένα η άποψη μου φαίνεται στο άλλο δημοσίευμα». Εν πάση περιπτώσει η Ενάγουσα είχε αποστείλει επιστολή πριν την καταχώριση της αγωγής, μέσω του τότε δικηγόρου της, ζητώντας από τους Εναγομένους να επανορθώσουν. Εντούτοις οι Εναγόμενοι αγνόησαν την επιστολή αυτή και δεν πρόσφεραν καμία απολογία. Σε κάποιο στάδιο κατά την δίκη είχαν γίνει κάποιες προσπάθειες για να κάποιο είδος εξώδικου συμβιβασμού χωρίς όμως δημοσίευση απολογίας στην εφημερίδα. Επισημαίνω και την αναφορά του Μ.Υ. 2 ότι εάν προέβαιναν σε επανόρθωση τούτο ίσως να σήμαινε παραδοχή. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Νομική ευθύνη για τη δημοσίευση έχουν κατ' αρχήν όλα τα πρόσωπα, τα οποία εν γνώσει τους έλαβαν μέρος σε αυτήν. Στην περίπτωση δημοσίευσης σε εφημερίδα, ευθύνη έχουν ο συγγραφέας του άρθρου, ο εκδότης της εφημερίδας καθώς και οι ιδιοκτήτες. Εδώ εναγόμενοι είναι μόνον ο συγγραφέας του επίδικου δημοσιεύματος και η εταιρεία που είναι ιδιοκτήτρια της εφημερίδας. Σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να δοθεί στον ενάγοντα αποζημίωση για την ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί (βλ. Χάρης Χαριλάου ν. Νικόλας Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα με σκοπό την αποκατάσταση του ενάγοντα. (βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74) Οι γενικές αποζημιώσεις πρέπει σύμφωνα με την νομολογία να είναι κοινωνικά αποδεκτές κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν υπάρχει τέλεια χρηματική αποζημίωση για απώλεια η οποία δεν είναι εξ αντικειμένου χρηματική. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του θύματος χωρίς όμως να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, 793). Αναφορικά με τον υπολογισμό των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμησης, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει ότι, οι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται είναι αυτοί που συναρτώνται με την προσωπικότητα του δυσφημιζόμενου, την συμπεριφορά του, την θέση του και υπόληψη του στην κοινωνία, την φύση της δυσφήμησης, τον τρόπο και τον βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία απολογίας εκ μέρους του δυσφημούντος, την αποτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας, την πρόκληση ειδικής ζημίας, την τυχόν επανάληψη της δυσφήμησης και γενικότερα τη συμπεριφορά του εναγομένου από τον χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμησης μέχρι και την έκδοση της απόφασης. Όσον τώρα αφορά στον υπολογισμό των αποζημιώσεων, τούτος γίνεται, κατά πάγια νομολογία, την ημέρα της δικαστικής κρίσης, οπόταν και λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες που μεσολάβησαν και επηρεάζουν την κρίση ως προς τον υπολογισμό των αποζημιώσεων, που ανάγονται στον χρόνο γένεσης του δικαιώματος. Στην υπόθεση Φιλίππου ν Εκδόσεις Άρκτινος Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 271 με παραπομπή στα λεχθέντα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφέρεται ότι: «.είναι πολλοί οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Οι παράγοντες αυτοί συναρτώνται με τη θέση του Ενάγοντος στην κοινωνία, τη φύση και έκταση του λιβελογραφήματος, τη γενικότερη συμπεριφορά του Εναγομένου πριν και μετά τη δυσφήμιση, τον τρόπο διεξαγωγής της υπεράσπισης, την τυχόν απολογία, την πρόκληση ειδικής ζημιάς, την αποτυχία υπεράσπισης της αλήθειας και την επανάληψη της δυσφήμισης (βλ. I.C.P. (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and Another [1972] 4 J.S.C. 455 και Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ v. Φαλκονέττι
(1988)1 Α.Α.Δ. 958). Επιπλέον παράγοντες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση της αποζημίωσης παρατίθενται στα Άρθρα 17
(2)και 23 του Κεφ. 148 ενώ τέλος επιβαρυντικά μπορεί να επενεργήσει μαρτυρία που να καταδεικνύει μεγάλη κυκλοφορία της εφημερίδας (βλ. Gatley on Libel & Slander (7η έκδοση) παρ. 1235 υπό τον τίτλο "Mode and extent of publication")». Οι τρείς στόχοι που εξυπηρετούνται με την επιδίκαση των αποζημιώσεων είναι (α) η θεραπεία του Ενάγοντα από την βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης (β) η αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του και (γ) η δικαίωση του. Επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στις Χριστοδούλου ν. Αυξεντίου και Αυξεντίου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω), Αριστόδημος (Άρης) Χατζηπαναγιώτου ν 1. Μακαρίου Δρουσιώτη κ.α.
(2009)1 Β Α.Α.Δ. 1321, Λουκής Λουκαΐδης ν. 1. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ
(2003)1Α Α.Α.Δ 22, και Αλέκος Κωνσταντινίδης κ.α. ν. Τάσσου Παπαδόπουλου
(1999), 1 Β Α.Α.Δ. 992. Σε αστικά αδικήματα μπορεί να επιδικασθούν επίσης παραδειγματικές (exemplary) αποζημιώσεις γνωστές και ως τιμωρητικές (punitive) αποζημιώσεις ακριβώς γιατί σκοπό έχουν την τιμωρία του εναγόμενου και την αποτροπή του από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον και όχι την αποκατάσταση του ενάγοντα. (βλ. Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας του Πτωχεύσαντος Λούη Αιμιλίου
(2009)1Β Α.Α.Δ 1339). Στην Papakokinnou and others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65 εκφράστηκε η προτίμηση προς την ευρύτερη προσέγγιση που επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων για άδικη πράξη η οποία είναι αξιόμεμπτη και η οποία να αξίζει τιμωρία από Δικαστήριο αστικής δικαιοδοσίας. Με αυτό τον τρόπο το Αστικό Δίκαιο θα έχει ένα αποτελεσματικό «όπλο» ενάντια στην ανυπότακτη διαγωγή. Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd. ν. Kυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1836 λέχθηκε ότι αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Σε σχέση με το καθορισμό του ύψους των παραδειγματικών αποζημιώσεων λέχθηκε στην Papakokkinou (ανωτέρω) ότι λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της συμπεριφοράς και η οικονομική κατάσταση του εναγομένου. Επίσης με αναφορά στην υπόθεση Cassell λέχθηκε ότι είναι λάθος να διαχωρίζονται οι γενικές αποζημιώσεις από τις παραδειγματικές. Στο τέλος θα πρέπει να δίδεται ένα ποσό βασισμένο στη σφαιρική αντίληψη των γεγονότων της υπόθεσης. (βλ. επίσης Λούκας Κωνσταντίνου ή Λούκας Κ. Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1952). Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 24η Έκδοση, παράγρ. 326-334 ανφέρεται ότι το ύψος των γενικών αποζημιώσεων είναι σχετικό και δεν επιδικάζονται παραδειγματικές αν το ύψος των γενικών αποζημιώσεων είναι ικανό για να τιμωρήσει τον εναγόμενο για την πράξη του. Μετά την εξέταση πιο πάνω της νομικής πτυχής των αποζημιώσεων σε αστικά αδικήματα, θα εξετάσω στη συνέχεια τις αιτούμενες από την Ενάγουσα αποζημιώσεις. Υπό τα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης θεωρώ ότι η ζημία που υπέστη η Ενάγουσα στην προσωπικότητα της είναι ιδιαίτερα σημαντική. Λαμβάνω ιδιαιτέρως υπόψη μου το γεγονός ότι η Ενάγουσα θίχτηκε από το επίδικο δημοσίευμα ως ακαδημαϊκός αλλά και ως άνθρωπος. Αποδίδω πολύ περιορισμένη βαρύτητα στην αναφορά της Ενάγουσας ότι υπό το κράτος των καταγγελιών και με την αρνητική δημοσιότητα που προκλήθηκε μέσω του επίδικου δημοσιεύματος το Συμβούλιο και η Σύγκλητος του Πανεπιστη

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.