← Κύπρος

Αιμίλιου Στυλιανού ν. Ανδρέας Καρασιάζης κ.α., Αγωγή Αρ. 5928/15, 19/8/2016

Αιμίλιου Στυλιανού ν. Ανδρέας Καρασιάζης κ.α., Αγωγή Αρ. 5928/15, 19/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A468 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 5928/15 Μεταξύ: Αιμίλιου Στυλιανού, ΑΔΤ 770041 Ενάγοντος - και -

  1. Ανδρέας Καρασιάζης, ΑΔΤ 566682
  2. Παναγιώτης Φωτίου Εναγόμενων Και κατόπιν τροποποίησης ημερ. 28.1.2016 Αιμίλιου Στυλιανού, ΑΔΤ 770041 Ενάγοντος - και -
  3. Ανδρέας Καρασιάζης, ΑΔΤ 566682
  4. Φωτίου Ανδρέα Παναγιώτης Εναγόμενων Ημερομηνία: 19.8.2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Θ. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Δ. Μαρκίδης, για Ανδρέας Π. Σιαπάνης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την Ένσταση των Εναγομένων αρ. 1 και 2 / Καθ' ων η αίτηση στη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 4.2.2016 στη βάση μονομερούς αίτησης υπό του Ενάγοντος, ημερ. 28.1.2016 Εισαγωγή
  5. Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 2.12.2015, ο Ενάγων αξιώνει απόφαση εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 για: «Α) Αποζημιώσεις ύψους €42.090,00σ. πλέον νόμιμο τόκο από 1/1/2009 που αποτελεί το ποσό που δόλια και/ή κατόπιν απάτης και/ή παράνομα οικειοποιήθηκαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, και/ή, Β) Αποζημιώσεις ύψους €20.000,00σ. ως διαφεύγοντα κέρδη από τη χρήση του ως άνω ποσού και διαμερίσματος πλέον νόμιμο τόκο από 1/1/2009, και/ή, Γ) Γενικές αποζημιώσεις, Δ) Τιμωρητικές αποζημιώσεις, Ε) Νόμιμο τόκο, Στ) Έξοδα συν ΦΠΑ». Η Έκθεση Απαίτησης
  6. Οι ισχυρισμοί γεγονότων επί των οποίων στηρίζει την αξίωση του ο Ενάγων, δικογραφούνται στην ειδικά οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου Έκθεση Απαίτησης («Ε/Α»), ως εξής: · Ο Ενάγων είναι φυσικό πρόσωπο με έδρα στην Περιστερώνα. Ο Ενάγων κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή ήταν προτιθέμενος αγοραστής της κατοικίας - διαμέρισμα στη Βουλγαρία, την οποία του παρουσίασαν οι Εναγόμενοι ότι ήταν διαθέσιμη προς πώληση (βλ. παρα. 1 της Ε/Α). · Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο 2008, ο Ενάγων προσεγγίστηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα και οι οποίοι του παρουσιάσθηκαν ως αντιπρόσωποι και/ή δικαιούχοι εταιρείας που πουλούσε ακίνητα στη Βουλγαρία ελεύθερα βάρους (βλ. παρα.2). · Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 πρότειναν στον Ενάγοντα προς πώληση σε αυτόν ένα διαμέρισμα στη Βουλγαρία, το οποίο του παρουσίασαν ότι ήταν σε νέα πολυκατοικία, η οποία ήταν ακόμη υπό ανέγερση, στην πόλη Βελίκο Τύρνοβο της Βουλγαρίας (βλ. παρα. 3). · Κατά ή περί το 2008 κατέληξαν σε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγόμενων όπως ο Ενάγων αγοράσει από τους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι πωλήσουν σε αυτόν το συγκεκριμένο διαμέρισμα (βλ. παρα. 4). · Ο Ενάγων προχώρησε σύντομα στην καταβολή €42.090,00σ. που ήταν το ποσό που ζήτησαν οι Εναγόμενοι για την πώληση του διαμερίσματος (βλ. παρα. 5). · Συνεφωνήθη μεταξύ τους ότι το διαμέρισμα θα ήταν έτοιμο προς παράδοση και η μεταβίβαση του τίτλου εις το όνομα του ενάγοντα θα γινόταν πριν το 2009 (βλ. παρα. 6). · Το συγκεκριμένο διαμέρισμα ουδέποτε έτυχε εκδόσεως ξεχωριστού τίτλου και ουδέποτε μεταβιβάστηκε στον Ενάγοντα Αγοραστή. Οι Εναγόμενοι απέσπασαν από τον Ενάγοντα το ποσό που περιγράφεται στην παρα. 5 της Ε/Α κατόπιν δόλιων και/ή ψευδών πράξεων και/ή παραστάσεων και/ή απάτης των Εναγομένων 1 και 2 που παρουσιάστηκαν ψευδώς ή δολίως και/ή παραπλανητικά ως αντιπρόσωποι και/ή δικαιούχοι εταιρείας που πωλούσε ακίνητα ελεύθερα βάρους στη Βουλγαρία, συμπεριλαμβανομένου και του εν λόγω διαμερίσματος (βλ. παρα. 7 και 12). · Ειδικότερα, του ανέφεραν γραπτώς και/ή προφορικά και/ή του άφησαν σιωπηρά να εννοηθεί ότι όλες οι σχετικές άδειες είχαν εξασφαλισθεί πριν προχωρήσουν στη συμφωνία και ότι το έργο θα ολοκληρώνετο πριν το 2009 (βλ. παρα. 8) και ότι η εκτέλεση του έργου προχωρούσε σύμφωνα με τη μεταξύ τους συμφωνία (βλ. παρα. 9), · Βλέποντας ο Ενάγων ότι οι Εναγόμενοι δεν του παρουσίαζαν οποιαδήποτε ένδειξη αναφορικά με την ολοκλήρωση του έργου και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου που θα μεταβιβάζετο στον Ενάγοντα, προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με τους Εναγόμενους 1 και 2 για να πληροφορηθεί τι συνέβαινε με το διαμέρισμα το οποίο είχε αγοράσει από τους Εναγόμενους (βλ. παρα. 10). · Όταν μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να επικοινωνήσει με τους Εναγόμενους 1 και 2, αυτοί τον πληροφόρησαν ότι η εταιρεία, της οποίας παρουσιάσθηκαν ως αντιπρόσωποι και/ή δικαιούχοι της, πτώχευσε και τα διαμερίσματα στην πολυκατοικία που ήταν και το αγορασθέν από τον Ενάγοντα διαμέρισμα τέθηκαν υπό τη διαχείριση της τράπεζας και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου για να του το μεταβιβάσουν (βλ. παρα. 11). · Καταλήγει να ισχυρίζεται ο Ενάγων ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε χρησιμοποίησαν το ποσό που τους κατέβαλε για την ανέγερση οποιουδήποτε διαμερίσματος και έκδοση ξεχωριστού τίτλου, αλλά το οικειοποιήθηκαν δόλια και/ή με απάτη και/ή παράνομα (βλ. παρα. 13). · Ένεκα όλων των πράξεων των Εναγομένων, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη ηθική και υλική βλάβη, καθώς και απώλεια, χρηματική και ψυχική από την εκμετάλλευση του υποτιθέμενου υπό ανέγερση διαμερίσματος (βλ. παρα. 14).
  7. Προτού επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα στους Εναγόμενους, ο Ενάγων προχώρησε στις 28.1.2016 και καταχώρησε Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα. Η μόνη τροποποίηση που έγινε στο νέο κλητήριο, ημερ. 28.1.2016, αφορά στο όνομα του Εναγόμενου
  8. Συνεπώς, το πραγματικό βάθρο επί του οποίου προωθείται η αγωγή παρέμεινε το ίδιο από την αρχή μέχρι και την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, ημερ. 28.1.
  9. Η υπό κρίση αίτηση
  10. Στις 28.1.2016 ο Ενάγων καταχώρησε μονομερή (ex parte) αίτηση με την οποία ζητούσε꞉ «Α. Όπως το Δικαστήριο Εκδώσει διάταγμα που να απαγορεύει την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή υποθήκευση και/ή μεταβίβαση και/ή οποιαδήποτε επιβάρυνση του ακινήτου με στοιχεία Φ./Σχ.29/1323V02 Τμήμα 1, Τεμάχιο 497, το όλο μερίδιο, στην Περιοχή Λούκκος, Βυζακιά, Λευκωσία και του ακινήτου με Φ./Σχ.29/25 Τμήμα 0, Τεμάχιο 306, το όλο μερίδιο, στην Περιοχή Κορωνιές, Βυζακιά, Λευκωσία, τα οποία αποτελούν ιδιοκτησία του Εναγόμενου
  11. Β. Όπως το Δικαστήριο Εκδώσει διάταγμα που να απαγορεύει την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή υποθήκευση και/ή μεταβίβαση και/ή οποιαδήποτε επιβάρυνση του ακινήτου με στοιχεία Φ./Σχ.29/04 Τμήμα 0, Τεμάχιο 397, το όλο μερίδιο, στην Περιοχή δρόμου Μένοικου, Περιστερώνα, Λευκωσία, το οποίο αποτελεί ιδιοκτησία του Εναγόμενου 2.».
  12. Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση, ημερ. 28.1.2016, του Ενάγοντος, όπου αυτός υιοθετούσε τους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η αγωγή, ως φαίνονται στην ειδικά οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου εντάλματος Ε/Α, και επιπλέον παρέθετε - · Ως Τεκμήριο 1 τη σύμβαση πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, · ως Τεκμήριο 2 διάφορες αποδείξεις πληρωμών, καταθέσεων και εισπράξεων προς απόδειξη της καταβολής του ποσού των €42.090,00σ., το οποίο, ως ο ισχυρισμός του Ενάγοντος, έλαβαν απευθείας οι Εναγόμενοι (βλ. παρα. 6 της Ε/Δ ημερ. 28.1.2016).
  13. Ο νέος ισχυρισμός γεγονότων που εισήχθη από τον Ενάγοντα μέσω της παρα. 16 της Ε/Δ, ημερ. 28.1.2016, ήταν ότι- «Το όλο θέμα περί υπάρξεως πολυκατοικίας, από την οποία μου πώλησαν ένα από τα διαμερίσματα της, είναι ένας μύθος που ανακάλυψα προ λίγων εβδομάδων από άλλα θύματα των Εναγομένων που απαιτούσαν και αυτοί επιστροφή των χρημάτων τους μετά από επίσκεψη στην Βουλγαρία όπου ανακάλυψαν ότι η εν λόγω πολυκατοικία δεν υπήρξε ποτέ.».
  14. Επιπλέον, στην Ε/Δ ημερ. 28.1.2016 (βλ. παρα. 16 έως 18), ο Ενάγων δήλωνε ότι αυτός και οι δικηγόροι του έκαναν παγκύπρια έρευνα για να εξεύρουν τα ακίνητα που έχουν στο όνομά τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 και από την έρευνά τους διαφάνηκε ότι ο Εναγόμενος 1 έχει την ακίνητη ιδιοκτησία ως φαίνονται στο Τεκμήριο 3 και ο Εναγόμενος 2 ως φαίνεται στο Τεκμήριο
  15. Εκτός από εκείνην που προσδιορίζεται στο αιτητικό της αίτησης ημερ. 28.1.2016, ουδεμία άλλη κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία, ελεύθερη επιβαρύνσεων, έχουν οι Εναγόμενοι προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης εκδοθεί εναντίον τους στην παρούσα αγωγή, καθ' ότι, ως φαίνεται στα Πιστοποιητικά Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας, ημερ. 13.1.2016, ως τα Τεκμήρια 3 και 4, η υπόλοιπη περιουσία τους είναι δεσμευμένη με υποθήκες υπέρ τραπεζών και βάσει εκτιμήσεων του κτηματολογίου οι εν λόγω υποθήκες είναι για ποσά πέραν της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων.
  16. Ως η θέση του Ενάγοντος (βλ. παρα. 21 της Ε/Δ ημερ. 28.1.2016), εάν δεν εκδίδονταν τα ζητούμενα διατάγματα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν θα δίσταζαν να μεταβιβάσουν την όποια ελευθέρα βαρών ακίνητη ιδιοκτησία τους, μόλις λάμβαναν γνώση της παρούσας αγωγής, προκειμένου να αποφύγουν το ενδεχόμενο εκτέλεσης ενδεχόμενης δικαστικής αποφάσεως που τυχόν να εκδίδετο εναντίον τους.
  17. Τέλος, ήταν η θέση του Ενάγοντος (βλ. παρα. 21-22 της Ε/Δ) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με πολύ καλή πιθανότητα επιτυχίας και λήψης της θεραπείας που αξιώνει στην αγωγή, καθώς επίσης θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδίδονταν τα ζητούμενα διατάγματα. Τυχόν καθυστέρηση δυνατόν να αλλοιώσει επί το χείρον την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και 2 σε σημείο που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν τελική απόφαση υπέρ του. 10.Το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε στις 4.2.2016 τα ζητηθέντα από τον Ενάγοντα απαγορευτικά Διατάγματα ενεργώντας στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, υπό τον όρο ότι ο Ενάγων - Αιτητής θα υπέγραφε εγγύηση ύψους €40.000 για την κάλυψη τυχόν ζημιών που τυχόν ήθελαν προκύψει σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων χωρίς εύλογη αιτία. Τηρηθέντος του όρου αυτού, τα προσωρινά Διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα και για επίδοση στους Εναγόμενους, οι οποίοι εμφανίστηκαν στις 25.2.2016 και καταχώρησαν Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στη διατήρηση των διατγμάτων στις 14.4.
  18. Η ένσταση των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση 11.Η ένσταση των Εναγόμενων 1 και 2 βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27, θ.θ. 1, 2, 3, Δ.48 θ.θ. 1,2,3,4,7 και 9, Δ.64, Δ.39, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 7, 8, 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 21 και 32, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. 12.Δικογραφούνται 15 λόγοι ένστασης ως ακολούθως: · Πρώτον, η αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή διατήρηση του αιτούμενου διατάγματος και/ή είναι καταχρηστική. Περαιτέρω, δεν πληρούνταν εξ' αρχής οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος, μονομερώς, στις 04.02.
  19. · Δεύτερον, το Δικαστήριο που εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα δεν έχει και/ή δεν είχε κατά τόπο αρμοδιότητα να επιληφθεί της μονομερούς αίτησης καθ' ότι εμφανώς η βάση της αγωγής αφορά: Α. Ακίνητο το οποίο βρίσκεται εκτός Κύπρου ήτοι ακίνητο στην πόλη Βελίκο Τύρνοβο της Βουλγαρίας. Β. Ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο το οποίο συνετάχθη και υπεγράφη εκτός Κύπρου ήτοι στην Βουλγαρία. Γ. Η αγωγή και/ή η αίτηση στρέφεται παράτυπα και/ή παράνομα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 προσωπικά και/ή δεν στρέφεται εναντίον της συμβαλλόμενης Βουλγάρικης εταιρείας P.A.P Ltd, η οποία έχει ως έδρα της την πόλη Βελίκο Τύρνοβο στην Βουλγαρία. · Τρίτον, η έκδοση του προσωρινού διατάγματος έγινε κατά παράβαση του Άρθρου 21 του Νόμου 14/60 (Περί Δικαστηρίου Νόμος) και της Νομολογίας (Αλεξάνδρου κ.α., ημερ. 14.4.1993, 1 ΑΑΔ σελ. 211, Χρίστος Ιωαννίδης ν. Μάριου Κρητικού

(1992)1 ΑΑΔ 828 και Πολιτική Αίτηση 73/2010 ημερ. 19.7.2010 αναφορικά με την αίτηση Έλενας Κυριάκου από την Λεμεσό). · Τέταρτον, η μονομερής αίτηση και/ή η αγωγή στρέφεται κατά λανθασμένων διαδίκων και/ή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 προσωπικά. · Πέμπτον, ο Ενάγοντας δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη, ούτε με καθαρά χέρια και πέραν αυτού παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο σημαντικά στοιχεία και γεγονότα που αν ήσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα εκδίδετο το διάταγμα μονομερώς και/ή δεν θα επιτρεπόταν να καταστεί το ενδιάμεσο διάταγμα απόλυτο και/ή δεν θα επιτρεπόταν η έκδοση του σχετικού διατάγματος. · Έκτον, ο Ενάγοντας κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς του να επικαλείται και/ή να δικαιούται στην έκδοση και/ή διατήρηση των αιτούμενων διαταγμάτων. · Έβδομον, με την συνέχιση της ισχύος του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς την 04.02.2016 επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγόμενων 1 και 2, και/ή οι Εναγόμενοι πραγματικά υφίστανται ζημίες από την παράνομη συμπεριφορά του Ενάγοντα. · Όγδοον, η εγγύηση που δόθηκε για την έκδοση του μονομερούς διατάγματος δεν πληροί τους όρους που έθεσε το Δικαστήριο. · Έννατον, τα γεγονότα της υπόθεσης δεικνύουν πως σε κάθε περίπτωση ακόμα κι αν επιτύχει η αγωγή του Ενάγοντα, δεν τίθεται θέμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. · Δέκατον, οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα περί δήθεν κινδύνου μη απονομής δικαιοσύνης είναι ατεκμηρίωτοι και/ή ασαφείς και/ή χωρίς τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. · Ενδέκατον, η αίτηση είναι παράνομη και/ή καταχρηστική και/ή άνευ αντικειμένου και/ή πουθενά δια ταύτης και/ή της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει αυτή εμφαίνεται δόλος και/ή απάτη στις πράξεις και/ή ενέργειες των Εναγομένων 1 και
  1. · Δωδέκατον, ο Ενάγοντας δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και/ή δεν έχει ορατή προοπτική να δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή. · Δέκατον τρίτον, η ένορκη δήλωση του κ. Αιμίλιου Στυλιανού που συνοδεύει την αίτηση περιέχει αοριστίες και/ή ανακρίβειες και/ή αστήρικτους και/ή αυθαίρετους και/ή γενικούς και/ή ψευδείς ισχυρισμούς. · Δέκατον τέταρτον, ο Ενάγοντας επέδειξε σε κάθε περίπτωση καθυστέρηση στις ενέργειες του και/ή στην λήψη των σχετικών δικονομικών διαβημάτων. · Δέκατον πέμπτον, το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ των Εναγόμενων 1 και
  2. Η ένσταση στηρίζεται σε ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αρ. 1, ημερ.14.4.
  3. Σπεύδω να επισημάνω ότι τα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 1 στην Ε/Δ του, είναι διαμετρικά αντίθετα από αυτά που ισχυρίστηκε ο Ενάγων προσερχόμενος στο Δικαστήριο για να αξιώσει την έκδοση των υπό κρίση Διαταγμάτων. 14.
  4. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος εκθέτει ισχυρισμούς βάσει των οποίων η όποια συμφωνία για την αγοραπωλησία του επίδικου διαμερίσματος συντάχθηκε και υπογράφηκε στη Βουλγαρία, ευθέως μεταξύ του Ενάγοντος και υπαρκτής Βουλγάρικης εταιρείας, για ακίνητη ιδιοκτησία στη Βουλγαρία. 14.
  5. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 εκθέτει ισχυρισμούς αποβλέποντας να δείξει ως ψευδή τον ισχυρισμό περί «ανύπαρκτης πολυκατοικίας» ή/και πολυκατοικίας της οποίας η ανέγερση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ ή/και διαμερίσματος που δεν παραδόθηκε ποτέ στον Ενάγοντα.
  6. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 1 δηλώνει ενόρκως ότι ο Ενάγοντας συμβλήθηκε με την Βουλγάρικη εταιρεία P.A.P. Ltd, στην οποία τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και ο Εναγόμενος 2, καθώς και ένα τρίτο πρόσωπο (ο κ. Πέτρος Μιχαήλ) είναι διευθυντές και η οποία έχει ως έδρα της την πόλη Βελίκο Τύρνοβο στη Βουλγαρία. 16.Δίδονται, κατ' αρχάς, λεπτομέρειες αναφορικά με την επιχειρηματική δραστηριοποίηση της εταιρείας P.A.P. Ltd στη Βουλγαρία, καθώς και για το νόμιμο της σύστασης και λειτουργίας της, ως επίσης για τη συνέχιση της ύπαρξής της꞉ «
  7. Η βουλγαρική εταιρεία P.A.P. Ltd με αριθμό εγγραφής BULSTAT 104682040 της οποίας τόσο εγώ όσο και ο Εναγόμενος 2, καθώς και ο κ. Πέτρος Μιχαήλ είμαστε διευθυντές αγόρασε κατά ή περί το έτος 2007 οκτώ
(8)διαμερίσματα στην πόλη Βέλικο Τύρνοβο της Βουλγαρίας στην συνοικία «Κολιού Φιτσέτο» στην οδό Κράκοβ 11, από την κατασκευαστική εταιρεία AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO BULSTAT 104001773 μονομελής Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Η αγορά πιστοποιήθηκε με την υπογραφή προκαταβολικών συμβολαίων αγοράς μεταξύ της P.A.P. Ltd και της AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO (κατασκευαστική εταιρεία). Με τον ίδιο τρόπο αγοράστηκε από την εταιρεία στην οποία είμαστε διευθυντές με τον Εναγόμενο 2 και τον κ. Πέτρο Μιχαήλ, το επίδικο διαμέρισμα στο οποίο κάνει αναφορά ο Ενάγοντας κ. Αιμίλιος Στυλιανού. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο επίσημης μετάφραση από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, του πρωτότυπου σχετικού προκαταβολικού συμβολαίου που υπέγραψε η εταιρεία P.A.P. Ltd με την κατασκευαστική εταιρεία AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO του επίδικου διαμερίσματος του Ενάγοντα στην ως άνω αναφερόμενη περιοχή της Βουλγαρίας. Ως Τεκμήριο 2 επισυνάπτω αντίγραφα όλων των προκαταβολικών συμβολαίων που υπογράφηκαν μεταξύ της P.A.P. Ltd και της κατασκευαστικής εταιρείας AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO για τα υπόλοιπα 7 διαμερίσματα του ίδιου κτηριακού συγκροτήματος. Επιπλέον, επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 αντίγραφα επίσημων μεταφράσεων από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, των πρωτότυπων αποδείξεων πληρωμής και των οκτώ διαμερισμάτων από την εταιρεία P.A.P. Ltd στην οποία είμαστε διευθυντές, που εκδίδονταν από τον διευθυντή της εταιρείας AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO κ. Ivan Atanasov Mutov. (όπου μεταφράστηκαν πρωτότυπα έγγραφα, τα έχουμε στην κατοχή μας και μπορούμε να τα προσκομίσουμε στο Σεβαστό Δικαστήριο όποτε ζητηθεί).
  1. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 στο Σεβαστό Δικαστήριο δέσμη αντιγράφων που αποδεικνύουν το νόμιμο της εγγραφής της εταιρείας P.A.P. Ltd, ως Τεκμήριο 5 επισυνάπτω αντίγραφο επίσημης μετάφραση από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρόσφατου πιστοποιητικού έγκυρης κατάστασης της πιο πάνω εταιρείας και ως Τεκμήριο 6 επισυνάπτω αντίγραφο επίσημης μετάφραση από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρόσφατα καταχωρημένων φορολογικών δηλώσεων της εταιρείας προς την Εφορία της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας που αφορούν στο έτος 2015 (όπου μεταφράστηκαν πρωτότυπα έγγραφα, τα έχουμε στην κατοχή μας και μπορούμε να τα προσκομίσουμε στο Σεβαστό Δικαστήριο όποτε ζητηθεί).
  2. Έκτοτε, η εταιρεία P.A.P. Ltd προσεγγίστηκε από αρκετούς Κύπριους στους οποίους μεταπώλησε διαμερίσματα στο ίδιο κτήριο στη συγκεκριμένη περιοχή της Βουλγαρίας.».
  3. Ακολούθως, περιγράφονται σε λεπτομέρεια από τον Εναγόμενο 1 τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύναψη του αγοραπωλητήριου εγγράφου μεταξύ της P.A.P. Ltd και του Ενάγοντος και όσα επακολούθησαν μέχρι την έγερση της αγωγής. Για να καταδείξει ότι ο Ενάγων δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στο Δικαστήριο ή/και ότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, ο Εναγόμενος 1 - · τονίζει ότι υπήρξε από μέρους της πωλήτριας εταιρείας παράδοση της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος στον Ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε καρπούται το όφελος της ενοικίασης του εν λόγω διαμερίσματος· · παραδέχεται ότι καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €42.090,00σ., αλλά αναλύει σε τί αντιστοιχεί το ποσό αυτό, για να δείξει ότι μόνο οι €35.000 αφορούν στην αξία αγοράς του επίδικου διαμερίσματος· · αναγνωρίζει, συγχρόνως, ότι η πωλήτρια εταιρεία παρέλειψε να μεταβιβάσει την ιδιοκτησία του επίδικου διαμερίσματος στον Ενάγοντα και εξηγεί τους λόγους για την παράλειψη αυτή, τονίζοντας ότι φρόντισε να ενημερώσει τον Ενάγοντα για τους λόγους αυτούς.
  4. Παραθέτω αυτουσίες τις δηλώσεις του Εναγόμενου 1꞉ «
  5. Ο Ενάγοντας ήταν για χρόνια προσωπικός κουρέας και φίλος μου. Όταν ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε από τον περίγυρο του ότι διατελώ διευθυντής της Βουλγάρικης εταιρείας P.A.P. Ltd, επέδειξε ενδιαφέρον για να αγοράσει διαμέρισμα και/ή επέδειξε ενδιαφέρον να επενδύσει σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Βουλγαρία. Τα όσα αναφέρει ο ίδιος μέσα στην Ένορκη Δήλωση του περί προσέγγισης του από εμένα και τον Εναγόμενο 2 αποτελούν ψεύδη και κατασκευάσματα του Ενάγοντα με σκοπό την παραπλάνηση του Σεβαστού Δικαστηρίου και την παραποίηση και απόκρυψη των πραγματικών γεγονότων.
  6. Πράγματι, κατά ή περί το έτος 2008 συμφωνήθηκε μεταξύ της Βουλγάρικης Εταιρείας P.A.P. Ltd και του Ενάγοντα η αγορά εκ μέρους του ενός εκ των διαμερισμάτων στην πιο πάνω αναφερόμενη περιοχή. Ο Ενάγοντας παραλείπει να αναφέρει μέσα από την Ένορκη του Δήλωση ότι κατόπιν δικής του παράκλησης ταξίδεψε μαζί μου στο Βέλικο Τύρνοβο της Βουλγαρίας με σκοπό να εξετάσει το ενδεχόμενο αγοράς διαμερίσματος στην ήδη ολοκληρωμένη πολυκατοικία και όχι ανύπαρκτη όπως ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, στην συνοικία «Κολιού Φιτσέτο» επί της οδού Κράκοβ
  7. Κατά την διαμονής μας στην Βουλγαρία, ο Ενάγοντας με ενημέρωσε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει το διαμέρισμα που του έδειξα (δηλαδή το επίδικο διαμέρισμα).
  8. Ακολούθως η εταιρεία μας P.A.P. Ltd ετοίμασε στην Βουλγαρία το συμβόλαιο το οποίο επισυνάπτει ο ίδιος ο Ενάγοντας ως Τεκμήριο 1 με την Ένορκη Δήλωση του ημερομηνίας 28.01.
  9. Η εταιρεία P.A.P. Ltd ως όφειλε παρέδωσε μετά από το συμβόλαιο τα κλειδιά του διαμερίσματος στον Ενάγοντα και ο Ενάγοντας απόκτησε κατοχή του διαμερίσματος αμέσως μετά από την σύναψη των προκαταβολικών συμβολαίων και έχει την κατοχή του διαμερίσματος μέχρι και σήμερα. Ενδεικτικό, των ψευδών αναφορών και της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από την μεριά του Ενάγοντα, είναι ότι αυτός ενοικιάζει το επίδικο διαμέρισμα από την ημέρα που το αγόρασε από την εταιρεία μέχρι και σήμερα. Ενδεικτικό του πιο πάνω ισχυρισμού είναι το Τεκμήριο 2 της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα ημερομηνίας 28.01.2016, στο οποίο Τεκμήριο φαίνεται ξεκάθαρα πως ο Ενάγοντας όχι μόνο έχει κατοχή του διαμερίσματος αλλά προσπορίζεται κέρδη με την ενοικίαση του. Τα πιο πάνω αναφερθέντα καταδεικνύουν προς το Σεβαστό Δικαστήριο την τάση του Ενάγοντα προς το ψεύδος με σκοπό να κερδίσει χρήματα στην πλάτη μου εμένα και του Εναγόμενου 2, ενώ ταυτόχρονα κατέχει το διαμέρισμα και το εκμεταλλεύεται για δικούς του σκοπούς μέχρι και σήμερα αποκτώντας χρηματικά κέρδη.
  10. Το επίδικο διαμέρισμα αγοράστηκε με βάση το Τεκμήριο 1 της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα για την συνολική τιμή των €35.000,00 και όχι €42.090,00 όπως αναφέρει ο ίδιος στην Ένορκη του Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του. Το υπόλοιπο ποσό μέχρι τις €42.090,00, δηλαδή το ποσό των €7.090,00, αφορά σε €4.490,00 τα οποία δόθηκαν ως προκαταβολή για αγορά δεύτερου διαμερίσματος σε άλλη περιοχή του Βελίκο Τύρνοβο της Βουλγαρίας για το οποίο άλλαξε γνώμη μετά την καταβολή της πιο πάνω προκαταβολής και το υπόλοιπο ποσό αφορά σε ποσό που δόθηκε από τον Ενάγοντα για επάνδρωση του επίδικου διαμερίσματος με οικιακό εξοπλισμό δικής του προτίμησης. Όλα τα πιο πάνω, φαίνονται ξεκάθαρα από το Τεκμήριο 2 (Δέσμη αποδείξεων) της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση του.
  11. Με την ολοκλήρωση της πολυκατοικίας το 2008, πρώτιστη προτεραιότητα της εταιρείας P.A.P. Ltd ήταν να μεταβιβαστούν τα διαμερίσματα από την κατασκευαστική εταιρεία AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO στην εταιρεία P.A.P. Ltd και ακολούθως από την P.A.P. Ltd προς όλους τους νόμιμους ιδιοκτήτες με βάση τα προκαταβολικά συμβόλαια. Κατά ή περί το έτος 2011 προς έκπληξη μας ενημερωθήκαμε ότι η εταιρεία AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO βρισκόταν σε εν εξελίξει διαδικασία πτώχευσης ενώ τα διαμερίσματα όλα στο εν λόγω κτήριο ήταν υποθηκευμένα για δάνειο της στην Βουλγαροαμερικανική Τράπεζα και εκδόθηκε σχετικό Δικαστικό Διάταγμα από Βουλγάρικο Δικαστήριο για την πιο πάνω εξέλιξη. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο επίσημης μετάφραση από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, του πρωτότυπου της Δικαστικής απόφασης Βουλγάρικου Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σε σχέση με την πτώσευση της εταιρεία AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO. Περεταίρω, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο επίσημης μετάφραση από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, της λίστας με τους αναγνωρισμένους πιστωτές της εταιρείας AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO στην οποία φαίνεται και το ποσό το οποίο οφείλετε προς την P.A.P. Ltd. (όπου μεταφράστηκαν πρωτότυπα έγγραφα, τα έχουμε στην κατοχή μας και μπορούμε να τα προσκομίσουμε στο Σεβαστό Δικαστήριο όποτε ζητηθεί).
  12. Ψευδείς, γενικές και ατεκμηρίωτες οι αναφορές στην ένορκη δήλωση του κου Αιμίλιου Στυλιανού που συνοδεύει την αίτηση του, ότι δήθεν η εγώ και ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε του δίναμε ένδειξη σχετικά με την ολοκλήρωση του έργου και σχετικά με την μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομά του. Ο Ενάγοντας όχι μόνο όπως ανέφερα πιο πάνω πήρε κατοχή άμεσα του διαμερίσματος την οποία και διατηρεί μέχρι και σήμερα αλλά όπως προείπα ενοικιάζει το επίδικο διαμέρισμα στην Βουλγαρία. Επιπλέον, η εταιρεία P.A.P. Ltd αμέσως με το που ενημερώθηκε το 2011 ότι η κατασκευαστική εταιρεία AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO βρισκόταν σε εκκρεμή διαδικασία πτώχευσης, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της στην Βουλγαρία να καταχωρήσουν αγωγές στο Βουλγάρικο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 9, αντίγραφο επίσημης μετάφρασης από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, των δικογράφων των Αγωγών που καταχωρήθηκαν από τους δικηγόρους της εταιρείας P.A.P. Ltd στην Βουλγαρία (όπου μεταφράστηκαν πρωτότυπα έγγραφα, τα έχουμε στην κατοχή μας και μπορούμε να τα προσκομίσουμε στο Σεβαστό Δικαστήριο όποτε ζητηθεί).
  13. Ενδεικτικό, των καθημερινών νομικών προσπαθειών της Εταιρείας P.A.P. Ltd οι οποίες καταβάλλονται στην Βουλγαρία για να εξευρεθεί μια λύση στο ζήτημα είναι η επιτυχία της κατοχύρωσης του ενός εκ των προκαταβολικών συμβολαίων σε τελικό και της μεταβίβασης του διαμερίσματος στο νόμιμο δικαιούχο της. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 10, αντίγραφο επίσημης μετάφρασης από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, της δικαστικής απόφασης του Βουλγάρικου Δικαστηρίου για το πιο πάνω αναφερόμενο γεγονός. (όπου μεταφράστηκαν πρωτότυπα έγγραφα, τα έχουμε στην κατοχή μας και μπορούμε να τα προσκομίσουμε στο Σεβαστό Δικαστήριο όποτε ζητηθεί). [...]
  14. Αμέσως μετά που πληροφορηθήκαμε για την πτώχευση της βουλγαρικής κατασκευαστικής εταιρείας AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO, η εταιρεία P.A.P. Ltd έσπευσε να ενημερώσει όλους τους επηρεαζόμενους αγοραστές στο εν λόγω κτηριακό συγκρότημα. Το ίδιο έγινε και με τον Ενάγοντα ο οποίος ήταν ενήμερος από την αρχή και ο ίδιος προσωπικά αλλά και η σύζυγος του. Περαιτέρω αξίζει να αναφερθεί ότι ένα από τα διαμερίσματα στο εν λόγω κτήριο ανήκει σε εμένα προσωπικά κατά το 1/3, 1/3 στον Εναγόμενο 2 και 1/3 στον κ. Πέτρο Μιχαήλ έτερο διευθυντή της Βουλγάρικης Εταιρείας P.A.P. Ltd.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.)
  15. Αποκαλύπτει ο Εναγόμενος 1 ότι ο Ενάγων απέστειλε την 5.11.2014, μέσω δικηγόρου, στον Εναγόμενο 2 επιστολή τερματισμού της σύμβασης πώλησης ημερ. 23.9.
  16. Ο Εναγόμενος 1 επικαλείται το γεγονός αυτό για να δείξει την καθυστέρηση που επέδειξε ο Ενάγων, ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο μόλις στις 28.1.2016, για να ζητήσει για πρώτη φορά τα απαγορευτικά διατάγματα. Παραθέτω τη σχετική παράγραφο από την Ε/Δ του Εναγόμενου 1꞉ «
  17. Τέλος, ο Ενάγοντας απέστειλε σε εμένα και στον Εναγόμενο 2 επιστολή απαιτήσεως μέσω δικηγόρου στις 05.11.2014 ήτοι 1 χρόνο και 4 μήνες περίπου πριν, την οποία και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 11, με την οποία απαιτούσε τα συγκεκριμένα ποσά που απαιτεί με την παρούσα αγωγή. Μετά από συζήτηση που είχε ο τότε δικηγόρος του, κ. Ιωάννου, μαζί με τον δικηγόρο μας κ. Ανδρέα Σιαπάνη και την πλήρη επεξήγηση την οποία έλαβε των γεγονότων ως αυτά πραγματικά έχουν, ο τότε δικηγόρος του Ενάγοντα δεν επανήλθε με οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση.».
  18. Για να καταδείξει ότι δεν υφίσταται γνήσιος και επαπειλούμενος κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων εάν δεν διατηρηθούν σε ισχύ τα υπό κρίση απαγορευτικά Διατάγματα, ο Εναγόμενος 1 αναφέρει τα εξής꞉ «
  19. [...] ουδέποτε μπήκαμε στην διαδικασία να μεταβιβάσουμε με οποιοδήποτε τρόπο μέρος ή ολόκληρη την ακίνητη ιδιοκτησία μας μετά που λάβαμε την πιο πάνω επιστολή Τεκμήριο 11 ημερομηνίας 05.11.2014, όπως δήθεν φοβάται ο Ενάγοντας ότι θα πράτταμε μετά που λάβαμε γνώση της με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.».
  20. Τέλος, ο Εναγόμενος 1 δήλωσε ενόρκως τα εξής꞉ «
  21. Εγώ και ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε εξαπατήσαμε τον Ενάγοντα, ουδέποτε του αναφέραμε ότι η βουλγαρική εταιρεία P.A.P. Ltd στην οποία είμαστε διευθυντές πτώχευσε και ουδέποτε κρατούσαμε τον ίδιο στην αφάνεια. Η εκδοχή του Ενάγοντα και η τάση του προς το ψεύδος φαίνεται ξεκάθαρα από τα επισυναπτόμενα Τεκμήρια που καταθέτει με την Ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του.».
  22. Εν' όψει όλων των ανωτέρω, ο Εναγόμενος 1, εισηγείται στο Δικαστήριο ότι τα επίδικα απαγορευτικά διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν και η Αίτηση του Ενάγοντα να απορριφθεί, με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1 και
  23. Ουδεμία συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή αντεξέταση
  24. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης στη βάση των πιο πάνω αναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων, αφού ουδείς εκ των διαδίκων άσκησε το δικαίωμα που είχε δυνάμει της Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. συναφώς την Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 1377) να ζητήσει την αντεξέταση του ομνύοντος για την υπόθεση του έτερου διάδικου. Ούτε υπήρξε αίτηση από μέρους του Ενάγοντος για καταχώρηση τυχόν Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης για αντίκρουση οποιουδήποτε από το υς ισχυρισμούς που ήγειρε ο Εναγόμενος 1 στη δική του Ε/Δ. ΙΕΡΑΡΧΙΣΗ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ
  1. Εξετάζω πιο κάτω τους λόγους ένστασης που ήγειραν οι Εναγόμενοι ακολουθώντας την ιεράρχιση που κρίνω κατάλληλη, σύμφωνα με το Νόμο και τη νομολογία. Συγκεκριμένα꞉ Κατά προτεραιότητα, επιλέγω να εξετάσω το 2ο και 3ο λόγο ένστασης, οι οποίοι αφορούν σε κατ' ισχυρισμόν έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή και συνεπακόλουθα να εκδώσει ή/και διατηρήσει τα επίδικα απαγορευτικά Διατάγματα. Σημειώνω ότι ο συνήγορος των Εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση συσχετίζει αυτούς τους δύο λόγους ένστασης και με τον 4ο λόγο ένστασης, ήτοι ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον λανθασμένων διαδίκων. Εάν και εφόσον ήθελε αποφασισθεί ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή, τότε θα πρέπει εν συνεχεία να εξεταστούν ο 1ος και ο 14ος λόγος ένστασης, οι οποίοι αφορούν στο κατά πόσον ικανοποιείται το κατεπείγον ως δικαιοδοτικός όρος για την έκδοση του Διατάγματος ή αν, αντίθετα, υπήρξε τέτοια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα, η οποία να αναιρεί την τήρηση του εν λόγω όρου. Εάν και εφόσον ικανοποιηθώ ως προς τους ως άνω δικαιοδοτικούς όρους, θα εξετάσω τον 5ο λόγο ένστασης (μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων), καθότι αποτελεί λόγο που το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει χωρίς καν να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Συνδέεται με αυτόν και ο 6ος λόγος ένστασης. Σε ό,τι αφορά τον 7ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο και 15ο λόγο ένστασης, καθένας από αυτούς αφορά στην ουσία της υπόθεσης, γι' αυτό και το Δικαστήριο θα τους εξετάσει τελευταίους, εφόσον παραστεί ανάγκη.
  2. Όσον αφορά τον 8ο λόγο ένστασης, κρίνω ότι αυτός, ως είναι διατυπωμένος, δεν ευσταθεί, αφού συγκρίνοντας τις οδηγίες που είχαν δοθεί από το Δικαστήριο για τους όρους της εγγύησης, περιλαμβανομένου του ύψους του ποσού της εγγύησης, ο Ενάγων - Αιτητής φαίνεται, με βάση τα στοιχεία του Δικαστικού φακέλου, να έχει εφοδιάσει τον Πρωτοκολλητή με την προδιαγραφείσα εγγύηση. Συνεπώς, ο 8ος λόγος ένστασης απορρίπτεται συνοπτικά ως αβάσιμος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ · Αναφορικά με τo λόγο ένστασης περί έλλειψης δικαιοδοσίας.
  3. Η ύπαρξη ή έλλειψη δικαιοδοσίας είναι θέμα δημόσιας τάξης και ως τέτοιο μπορεί να εγερθεί και εξετασθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Είναι ουσιαστικό θέμα το οποίο μπορεί να εξετασθεί και να αποφασισθεί προκαταρκτικά και κατά προτεραιότητα, ανεξάρτητα από την αίτηση και τα τυχόν άλλα ελαττώματά της, αφού η έλλειψη αρμοδιότητας οδηγεί σε εξ αρχής και αθεράπευτη ακυρότητα (Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.l.c. κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, 844).
  1. Εχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ΄ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα. Η ύπαρξη μόνο καθ' ύλην αρμοδιότητας δεν αρκεί, απαιτείται και η συνύπαρξη κατά τόπον αρμοδιότητας ως το δεύτερο συστατικό στοιχείο της δικαιοδοσίας (βλ. Βερεγγάρια Παπακόκκινου, ανωτέρω).
  2. Στην Κύπρο, για υποθέσεις που δεν εμφανίζουν στοιχείο αλλοδαπότητας έτσι ώστε να τίθεται θέμα ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας από το Κυπριακό δικαστήριο, το θέμα της κατά τόπο αρμοδιότητας των Επαρχιακών Δικαστηρίων διέπεται από το άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Το θέμα της καθ' ύλην αρμοδιότητας των Επαρχιακών Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται αγωγών ρυθμίζεται δυνάμει του άρθρου 22 του ιδίου Νόμου.
  3. Εκείνο που αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση δεν είναι η καθ' ύλην, αλλά η κατά τόπο αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου.
  4. Προτού αντιπαραβάλω τις εκατέρωθεν τοποθετήσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, παραθέτω τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.14/60꞉ «21.-
(1)Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ' ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι' ήν το δικαστήριο καθιδρύθη· (β) ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι' ήν το δικαστήριον καθιδρύθη· (γ) πάντων των διαδίκων όντων Κυπρίων είτε η βάσις της αγωγής προέκυψεν, εν όλω ή εν μέρει, εντός των Κυριάρχων Περιοχών των Βάσεων ή ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός αυτών."
(1)Α ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
(1)Β ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
(2)Οσάκις η αγωγή αφορά εις διανομήν ή πώλησιν οιασδήποτε ακινήτου ιδιοκτησίας ή οιονδήποτε άλλο θέμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν, αύτη θα εισάγηται εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επαρχίας εντός της οποίας κείται η τοιαύτη ιδιοκτησία. Διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εάv πάvτες oι εvδιαφερόμεvoι είvαι Κύπριoι, "επαρχία" περιλαμβάvει και τας Κυριάρχoυς Περιoχάς τωv Βάσεωv. Νoείται ότι, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oπoιoυδήπoτε άλλoυ ειδικoύ Νόμoυ, απαίτηση για απόδoση καθυστερημέvωv μισθωμάτωv πoυ πρoκύπτει από σύμβαση μισθώσεως ακιvήτoυ ή απαίτηση για καταβoλή απoζημιώσεως έvεκα αθέτησης πωλητηρίoυ ή εvoικιαστηρίoυ εγγράφoυ ή άλλης σύμβασης πoυ αφoρά τηv ακίvητη ιδιoκτησία δύvαται vα εισαχθεί στo Επαρχιακό Δικαστήριo, όπως πρoβλέπεται στo εδάφιo
(1)τoυ παρόvτoς άρθρoυ.».
  1. Ο όρος «βάσις της αγωγής» ορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.14/60 ως εξής꞉ «βάσις αγωγής» περιλαμβάνει τo σύvoλov τωv γεγovότωv τωv θεμελιoύvτωv τo αγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεv σημαίvει κατ' αvάγκηv oλόκληρov τηv βάσιv της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει πρoκύψει εvτός της δικαιoδoσίας εάv η σύμβασις συvήφθη εvτός αυτής, καίτoι η διάρρηξις δυvατόv vα επήλθεv αλλαχoύ, και επίσης εάv η διάρρηξις επήλθεv εvτός της δικαιoδoσίας, καίτoι η σύμβασις δυvατόv vα συvήφθη αλλαχoύ».
  2. Στην Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160 σημειώθηκε ότι꞉ «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δηλαδή την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του για απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες.». 33. Έτσι, οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 2 και 21 του Ν.14/60, που είναι ο γενικός νόμος, θα πρέπει να διαβάζονται σε συνδυασμό με τις διατάξεις οποιουδήποτε εν ισχύ ειδικού Νόμου που ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις επί των οποίων θεμελιώνεται η βάση της αγωγής. Για παράδειγμα, αν η βάση της αγωγής αφορά σε αστικό αδίκημα, το δικαιοδοτικό ζήτημα θα πρέπει να κριθεί και υπό το φως του πεδίου εφαρμογής του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου περιορίζει την εδαφική εφαρμογή και εμβέλεια των διατάξεων του Νόμου ως εξής꞉ «3.-
(1)Τα ακόλoυθα πoυ απαριθμoύvται πιo κάτω στo Νόμo αυτό απoτελoύv αστικά αδικήματα, και τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ, oπoιoδήπoτε πρόσωπo, πoυ υφίσταται βλάβη ή ζημιά λόγω αστικoύ αδικήματoς δικαιoύται vα αvαζητήσει από τo πρόσωπo τo oπoίo διέπραξε ή ευθύvεται για τo αστικό αυτό αδίκημα τις θεραπείες τις oπoίες τo δικαστήριo έχει εξoυσία vα χoρηγήσει: Νoείται ότι δεv θεωρείται ως αστικό αδίκημα πράξη η oπoία αv επαvαλαμβαvόταv δεv θα έτειvε vα δημιoυργήσει αvτίθετη αξίωση ή η oπoία είvαι πράξη για τηv oπoία υπό τις περιστάσεις πρόσωπo συvήθoυς λoγικής και ιδιoσυγκρασίας δεv θα παραπovιόταv.
(2)Χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης περίπτωσης στην οποία ο νόμος της Δημοκρατίας εφαρμόζεται λόγω της ισχύος οποιουδήποτε κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ο παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής: (α) Σε οποιοδήποτε αστικό αδίκημα που διαπράττεται στο έδαφος της Δημοκρατίας∙ (β) σε οποιοδήποτε αστικό αδίκημα που διαπράττεται εναντίον προσώπου ή στρέφεται εναντίον ακίνητης περιουσίας όταν, κατά τη διάπραξη του αστικού αδικήματος, το εν λόγω πρόσωπο ή η ακίνητη περιουσία ευρίσκεται στο έδαφος της Δημοκρατίας: Νοείται ότι αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει της παρούσας παραγράφου υφίσταται ανεξάρτητα του κατά πόσο η πράξη ή η παράλειψη που συνιστά το αστικό αδίκημα δυνάμει αυτού του νόμου επιτρέπει την έγερση αγωγής στη χώρα στην οποία διαπράχθηκε η πράξη ή έγινε η παράλειψη.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έδαφος της Δημοκρατίας περιλαμβάνει τα χωρικά της ύδατα, τον εναέριο χώρο πάνω από τη Δημοκρατία και τα χωρικά της ύδατα και οποιοδήποτε πλοίο ή αεροσκάφος εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία οπουδήποτε βρίσκεται αυτό, εκτός εάν, δυνάμει του διεθνούς δικαίου, το εν λόγω πλοίο ή αεροσκάφος υπόκειται κατά το σχετικό χρόνο, λόγω της θέσεώς του, στην αποκλειστική δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαίου.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) 34. Τα επίδικα θέματα μιας αγωγής προσδιορίζονται από τη δικογραφία (βλ., μεταξύ άλλων, Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063, Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134). 35. Συνεπακόλουθα, το ερώτημα ποια είναι η βάση της αγωγής κρίνεται στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και τα οποία περιέχονται στην έκθεση απαίτησης (Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446, και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160, Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 729). 36. Μία αγωγή ενδέχεται να έχει πέραν της μίας βάσης αγωγής. Στη Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. ΄Ανδρου Νικολαΐδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364, λέχθηκε ότι: «Η ουσία της αγωγής ταυτίζεται με τη βάση της αγωγής, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.14/60 και περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων «των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα» ....... «Η αγωγή μπορεί να έχει μονομερή ή πολυμερή βάση». ...... Η Δ.13 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθιστά δυνατή τη στοιχειοθέτηση δύο ή περισσοτέρων βάσεων αγωγής ... Όπου συνενώνονται δύο ή περισσότερες βάσεις αγωγής στο ίδιο ένδικο μέσο η ουσία της αγωγής σύγκειται από το άθροισμα των βάσεων της αγωγής.».
  1. Σε περίπτωση πολυμερούς βάσης αγωγής, η κατά τόπο αρμοδιότητα εξετάζεται για κάθε μια βάση αγωγής ξεχωριστά.
  2. Δεν αποκλείεται πάντως, ακόμη και εκεί όπου με βάση την έκθεση απαίτησης διαφαίνεται η ύπαρξη δικαιοδοσίας για εκδίκαση μίας βάσης αγωγής, το Δικαστήριο να καταλήξει, στη βάση «των εκ των υστέρων διαπιστώσεών του», ότι στερείται δικαιοδοσίας για τη χορήγηση των ζητούμενων θεραπειών. Τούτο διότι, όπου ορίζονται προϋποθέσεις με την έννοια των σταθερών δεδομένων, το κατά πόσο αυτές πληρούνται παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης και, αν τότε προκύψει αρνητική απάντηση, η υπόθεση ναυαγεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Έτσι, οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν είναι άνευ σημασίας. Εξαρτάται από το τι προβλέπει η δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη (βλ. Interamerican Insurance Co Limited v. Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529). Η εισήγηση του συνήγορου του Ενάγοντος περί ύπαρξης δικαιοδοσίας. 39. Στην παρούσα υπόθεση, στη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Ενάγοντος - Αιτητή εισηγείται ότι το παρόν Δικαστήριο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21
(1)(β) του Ν.14/60, εφόσον, πρώτον, οι Εναγόμενοι διαμένουν στην Κύπρο και, δεύτερον, η θεραπεία που αξιώνει ο Ενάγων είναι χρηματική και όχι η εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματί του. Περαιτέρω, ο συνήγορος του Αιτητή επικαλείται την απόφαση Samourides v Hadjicostas
(1982)1 A.Α.Δ. 735, και ισχυρίζεται ότι από αυτήν απορρέει ότι «όταν αντιπρόσωπος εταιρείας παρουσιάζεται για εταιρεία που η έδρα της είναι στο εξωτερικό, ο αντιπρόσωπος δύναται να είναι προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε ζημία ήθελε υποστεί ο αντισυμβαλλόμενος του» (βλ. πρώτη παράγραφο σελ. 4 της γραπτής αγόρευσης). · Η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων περί έλλειψης δικαιοδοσίας. 40. Από την άλλη, ο συνήγορος των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση εισηγείται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα διότι η προς εκδίκαση διαφορά εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 21
(2)του Ν.14/
  1. Περαιτέρω, ο εν λόγω συνήγορος επισημαίνει ότι η επίδικη διαφορά εμφανίζει στοιχεία αλλοδαπότητας. Η επιχειρηματολογία συμπυκνώνεται στις τελευταίες δύο παραγράφους της σελ. 26 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγομένων και έχει τις εξής δύο πτυχές꞉ Πρώτον, ότι λανθασμένα ο Ενάγων εγείρει την αγωγή στην Κύπρο, εφόσον η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε και υλοποιήθηκε εξ ολοκλήρου στη Βουλγαρία και αφορά σε ακίνητο (διαμέρισμα) το οποίο βρίσκεται στη Βουλγαρία. Δεύτερον, ότι λανθασμένα η αγωγή εγείρεται εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 προσωπικά από τη στιγμή που αντισυμβαλλόμενο μέρος είναι η Βουλγάρικη εταιρεία Ρ.Α.Ρ. Ltd, η οποία είναι υπαρκτή νομική οντότητα.
  2. Ο συνήγορος των Εναγομένων παρέπεμψε συναφώς το Δικαστήριο στις ακόλουθες αποφάσεις꞉ · Στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν. Εταιρείας Landbroke Plc και άλλων
(1999)1 Α.Α.Δ. 838. Σε εκείνη την υπόθεση, η εφεσείουσα - ενάγουσα κίνησε αγωγή εναντίον των εφεσιβλήτων αξιώνοντας μεταξύ άλλων: (Α) Αποζημιώσεις για προσωπικές βλάβες που υπέστη συνεπεία δυστυχήματος που επεσυνέβη στο ξενοδοχείο Χίλτον Αθηνών όπου και διέμενε και το οποίο προκλήθηκε συνεπεία της αμέλειας και/ή εξ υπαιτιότητος των εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή εκατέρου εξ αυτών και/ή των υπαλλήλων και/ή των εκπροσώπων τους και (Β) Αποζημιώσεις για προσωπικές βλάβες που υπέστη συνεπεία παραβάσεως συμβάσεως εκ μέρους των εναγομένων και/ή των υπαλλήλων τους, η οποία συνάφθηκε δυνάμει προφορικής τηλεφωνικής συμφωνίας στη Λευκωσία μεταξύ της εναγούσης και της αδελφής της και των εναγομένων. Αναφορικά με τη βάση αγωγής ως το (Α), λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος ότι η αξίωση υπό στοιχείο (Α) θεμελιούται πάνω σε αστικό αδίκημα, που καθώς ισχυρίζεται η εφεσείουσα, διαπράχθηκε στο ξενοδοχείο «Χίλτον» των Αθηνών δηλαδή εκτός των γεωγραφικών ορίων εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 3 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149.» · Στην Πολιτική αίτηση 30/93, Αναφορικά με την αίτηση των 1) Χριστάκη Μιχαήλ Αλεξάνδρου και 2) Κούλας Χρ. Μιχαήλ για την έκδοση άδειας υποβολής αίτησης για την έκδοση Διατάγματος τύπου Prohibition και/ή Certiorary
(1993)1 Α.Α.Δ. 211. Εναντίον των αιτητών, που ήσαν σύζυγοι, η Τράπεζα Κύπρου Λτδ είχε κινήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αγωγή για την ανάκτηση χρέους και την εκποίηση υποθήκης. Οι αιτητές ήσαν κάτοικοι Στροβόλου αλλά το ενυπόθηκο κτήμα βρισκόταν στο χωριό Άγιος Γεώργιος της επαρχίας Λεμεσού. Αποφασίσθηκε ότι, ενόψει της πρόνοιας του άρθρου 21
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου σχετικά με την κατά τόπο δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων, ότι, όταν η αγωγή αφορά σε διανομή ή πώληση οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας ή σε οποιοδήποτε άλλο θέμα που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία, η αγωγή πρέπει να εισάγεται στο Δικαστήριο της επαρχίας όπου ευρίσκεται η ιδιοκτησία αυτή, υπήρχε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο θέμα για χορήγηση της αιτούμενης άδειας. · Στην υπόθεση Χρίστος Ιωαννίδης ν. Μάριου Κρητικού
(1992)1 C.L.R. 828. Σε εκείνη την υπόθεση, ο εφεσείων αξίωσε με αγωγή του εναντίον του εφεσίβλητου επιστροφή ποσού ΛΚ250 που, κατά τον ισχυρισμό του, είχε καταβάλει στον εφεσίβλητο σαν προκαταβολή για την ενοικίαση ενός ισόγειου διαμερίσματος στην 93 Atwood road, Diosbuiy, στην Αγγλία. Ο εφεσίβλητος πρόβαλε διάφορες ανταπαιτήσεις σχετιζόμενες με ισχυριζόμενη παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης του διαμερίσματος από τον εφεσείοντα, αλλά υπέβαλε επίσης, σαν προκαταρκτική ένσταση, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση, διότι αυτή αφορούσε θέμα σχετιζόμενο με ακίνητο στην αλλοδαπή. Ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία, διότι ο εφεσίβλητος διέμενε μέσα στην περιοχή της δικαιοδοσίας του, και, κατά συνέπεια, εφαρμόζετο το άρθρο 21
(1)(β) των περί Δικαστηρίων Νόμων, και ότι εν πάσει περιπτώσει υφίστατο δικαιοδοσία με βάση την ισχύουσα αγγλική νομολογία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι, εφόσον η αγωγή αφορούσε «θέμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν» και η εν λόγω ακίνητος ιδιοκτησία δεν βρισκόταν στην Επαρχία Λευκωσίας, το Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση, ανεξάρτητα από το πού προέκυψε ολόκληρη η βάση της αγωγής ή μέρος αυτής. Κατ' έφεση σημειώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: «Η εκκίνηση όμως για την αντιμετώπιση του προβλήματος που θέτει η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει από τις ρυθμίσεις στις οποίες προέβη η νομοθεσία που ήδη παραθέσαμε. Οι λέξεις «οιονδήποτε άλλο θέμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν» δεν διατυπώθηκαν σύμφωνα με τον κανόνα ερμηνείας καλούμενο ejusdem generis (βλέπε Μιχαηλίδου, ανωτέρω). Η παραπάνω γενική έκφραση δεν περιορίζεται στην εφαρμογή της σε καταστάσεις ή σχέσεις της ίδιας κατηγορίας με εκείνες των ειδικών λέξεων που προηγήθηκαν, δηλαδή της διανομής ή πώλησης ακινήτου ιδιοκτησίας. Καλύπτει ευρύτερο φάσμα σχέσεων και εν πάση περιπτώσει θέματα που ανακύπτουν από συμφωνία ενοικίασης, όπως συμβαίνει εδώ. Η απόφαση Σαββίδη έκρινε με καθαρότητα ότι όπου εφαρμόζεται το 21
(2)είναι απαράδεκτη η ανάληψη δικαιοδοσίας κάτω από το 21 (α) και (β). Αν δεχθούμε την εισήγηση του εφεσείοντα είναι σαν να κάμνουμε έμμεσα αυτό που ο νόμος απαγορεύει απευθείας. Στην Αγγλία οι κανόνες διαφέρουν. Το στοιχείο αλλοδαπότητας που παρουσιάζει η υπόθεση πρέπει να αποφασισθεί στο πλαίσιο των κανόνων του θετού μας δικαίου. Και μια τελευταία παρατήρηση που ισχυροποιεί πιστεύουμε όσα έχουν λεχθεί. Αν ο νομοθέτης ήθελε να διευρύνει τα όρια εφαρμογής των νομικών σχέσεων που αφορούν την ακίνητο ιδιοκτησία σε συμφωνίες που καταρτίζονται έξω από τα όρια του εδάφους της Κυπριακής επικράτειας, και σχετίζονται με τέτοιου είδους ιδιοκτησία, θα το έκαμνε με ρητές διατάξεις, όπως στην περίπτωση του ποινικού κώδικα. Όμως ο νομοθέτης επέλεξε να μην εγκαταλείψει την αρχή της εδαφικότητας η οποία ενσωματώνεται στο άρθρ. 21
(2). [...]». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου).
  1. Ο συνήγορος των Εναγομένων προχωρεί και εισηγείται ότι, εφόσον το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη Βουλγαρία και η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία εδρεύει στη Βουλγαρία, η αγωγή έπρεπε να είχε εγερθεί από τον Ενάγοντα στη Βουλγαρία, αλλιώς, εάν το παρόν Κυπριακό Δικαστήριο επιλαμβανόταν της παρούσας αγωγής και αίτησης, θα αναλάμβανε κατ' αυτόν τον τρόπο διεθνή δικαιοδοσία, την οποία δεν έχει. Ο συνήγορος των Εναγομένων παραπέμπει εν προκειμένω το Δικαστήριο στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, άρθρα 5.1 α), 5.3, 6.1 και 22, ως νομικής βάσης για σκοπούς εξέτασης και λήψης απόφασης επί του δικαιοδοτικού ζητήματος, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιεί ο εν λόγω συνήγορος σε ποιο εκ των προαναφερθέντων άρθρων αυτός εισηγείται ότι κατατάσσεται η επίδικη διαφορά, ήτοι αν την κατατάσσει στην περίπτωση του άρθρου 5.1 (ως διαφορά εκ συμβάσεως) ή στην περίπτωση του άρθρου 5.3 (ως αφορώσα σε ενοχή (tort) ή αδικοπραξία (delict) ή σε οιωνεί αδικοπραξία (quasi-delict)) ή στην περίπτωση του άρθρου 6.1 (υπόθεση εμπράγματων δικαιωμάτων). Το ζήτημα αφήνεται στο Δικαστήριο. · Ανάλυση διατάξεων Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 (πρώην Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001)
  2. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω την επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Εναγομένων, αποδεχόμενη ότι η επίδικη αντιδικία εμφανίζει ένα τουλάχιστον στοιχείο αλλοδαπότητας που είναι εκατέρωθεν παραδεκτό꞉ ότι η ισχυριζόμενη από τον Ενάγοντα απάτη την οποία αυτός υπέστη συνεπεία πράξεων ή δηλώσεων των Εναγομένων αφορά ή/και συνδέεται με την από μέρους του συνομολόγηση σύμβασης για την απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία βρίσκεται στη Βουλγαρία, ήτοι εκτός της εδαφικής επικράτειας της Κύπρου.
  3. Σε μια υπόθεση που εμφανίζει στοιχεία αλλοδαπότητας, προέχει η εξέταση του κατά πόσον το επιληφθέν Δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία. Εάν δεν δύναται να αναλάβει διεθνή δικαιοδοσία, διότι αυτή απονέμεται εκ του νόμου αποκλειστικά στα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους, τότε δεν προχωρά να εξετάσει ζητήματα εσωτερικής δωσιδικίας.
  4. Εκεί όπου υπάρχει ζήτημα ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας από Κυπριακό Δικαστήριο, το σύννομο ή μη τέτοιας ανάληψης δικαιοδοσίας εξετάζεται και αποφασίζεται στη βάση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο αποτελεί πηγή του εφαρμοστέου στην Κύπρο δικαίου, με υπέρτερη ισχύ εκεί όπου συγκρούεται με Κυπριακό νόμο (βλ. σχετικά τα Άρθρα 1Α και 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 (Ν.127(Ι)/2006), και τα οποία δίδουν εφαρμογή στην αρχή της υπεροχής του Ευρωπαϊκού Δικαίου).[1]
  5. Διευκρινίζω ότι, το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν ρυθμίζει το ζήτημα της εσωτερικής δωσιδικίας των κρατών μελών, γι' αυτό και παραμένουν ισχυρές οι διατάξεις του οικείου εθνικού νόμου, οι οποίες ρυθμίζουν στο εσωτερικό του κράτους μέλους την κατανομή της κατά τόπο αρμοδιότητας (βλ. παρα. 50 και 51 της απόφασης της 28.4.2009 στην υπόθεση C-420/2007, Μελέτιος Αποστολίδης κατά David Charles Orams και Linda Elizabeth Orams).
  6. Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών του 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, σε ό,τι αφορά τα εδάφη των κρατών μελών που καλύπτονται από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, εκτός της Δανίας. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 έχει με τη σειρά του καταργηθεί και αντικατασταθεί σε εφαρμογή από τις 10.1.2015 από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L351/1, 20.12.2012 (βλ. συναφώς τα άρθρα 80 («Κατάργηση») και 81 («Έναρξη ισχύος») του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012).
  7. Η θέσπιση του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 εμπίπτει στο χώρο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 81 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η Ένωση θέτει ως στόχο τη διατήρηση και την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, μεταξύ άλλων διευκολύνοντας την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Στο πλαίσιο του στόχου αυτού κρίθηκε ότι είναι ουσιώδης η θέσπιση διατάξεων σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ώστε να εξασφαλίζεται ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων που εκδίδονται σε κράτος μέλος. Για να επιτευχθεί ο στόχος της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, κρίθηκε ότι είναι αναγκαίο και ενδεδειγμένο οι κανόνες σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων να καθορίζονται από δεσμευτικό και άμεσα εφαρμοστέο νομοθέτημα της Ένωσης, γι' αυτό και επιλέγηκε η νομοθετική ρύθμιση να γίνει υπό τη μορφή Κανονισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το Άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρών Άρθρο 249 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), έχει τα εξής χαρακτηριστικά꞉ έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και έχει άμεση ισχύ σε κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  8. Έτσι, το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Εναγομένων στηρίζεται στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 χωρίς ο κανονισμός αυτός να είχε αναφερθεί στη νομική βάση της Ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης των Εναγομένων στην υπό κρίση αίτηση, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, αφού ο εν λόγω Κανονισμός είναι δεσμευτικός για το Δικαστήριο, ως μέρος του Ενωσιακού Δικαίου που αποτελεί πηγή του Κυπριακού Δικαίου. Παραπέμπω, συναφώς, στην πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση, ημερ. 18.7.2016, στην Πολιτική Έφεση αρ. 251/2011, Directo Capital Investments Ltd κ.α. ν. Global Finance κ.α., όπου η Έντιμη Τ. Ψαρά - Μιλτιάδους, Δ., παραθέτει την εξής περικοπή από το Σύγγραμμα των Briggs & Rees «Civil Jurisdiction and Judgments», 4η έκδοση, σελ. 24, αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001꞉ «It has mandatory effect. It obviously does not need to be pleaded꞉ the court is bound to apply it as the law of England». Η αρχή αυτή ισχύει στο έδαφος κάθε κράτους μέλους της Ε.Ε..
  9. Οι δικαστικές διαφορές που υπάγονται στον Κανονισμό 1215/2012 είναι εκείνες που παρουσιάζουν «σύνδεσμο με το έδαφος των κρατών μελών». Κατά γενικό κανόνα, οι κανόνες που θέτει ο Κανονισμός εφαρμόζονται όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος. Εφαρμόζεται η «αρχή της γενικής δωσιδικίας» του τόπου κατοικίας του εναγόμενου και, κατ' εξαίρεση, προβλέπονται εναλλακτικές ειδικές δωσιδικίες ή περιπτώσεις αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Η λογική επεξηγείται στο Προοίμιο του Κανονισμού. Συγκεκριμένα꞉ · Στην αιτιολογική σκέψη
(15)του Προοιμίου του κανονισμού αναφέρεται ότι - «Οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου. Η δωσιδικία αυτή θα πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των διαδίκων δικαιολογεί άλλο συνδετικό στοιχείο. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.». · Στην αιτιολογική σκέψη
(16)αναφέρεται ότι- «Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η ύπαρξη στενού συνδέσμου θα πρέπει να παρέχει ασφάλεια δικαίου και να αποφεύγεται το ενδεχόμενο ο εναγόμενος να ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο δεν μπορούσε ευλόγως να προβλέψει. [...]». · Στην αιτιολογική σκέψη
(21)αναφέρεται ότι - «Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη μέλη. [...]».
  1. Έτσι, η θεμελιώδης αρχή που καθιερώνει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 (αντίστοιχα προς το άρθρο 2, παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001), είναι εκείνη που απονέμει αρμοδιότητα στα δικαστήρια του κράτους μέλους κατοικίας του εναγομένου. Παραθέτω· «Άρθρο 4
  2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.».
  3. Κατά παρέκκλιση από την πιο πάνω αναφερόμενη θελεμιώδη αρχή, στο άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 και στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 4 (βλ. αντίστοιχα το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3 και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001) καθιερώνονται «ειδικές δωσιδικίες» ως ακολούθως꞉ «Άρθρο 7 Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1)α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι꞉ - εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος τους κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών· γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β)· 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός·
  4. Άρθρο
  5. Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: 1) εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους· 4) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, εάν η αγωγή μπορεί να συνδυασθεί με αγωγή κατά του ιδίου εναγομένου σε διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.» 54.Από τη συνδυασμένη ανάγνωση της αιτιολογικής σκέψης
(16)του Κανονισμού και της χρήσης του όρου «μπορεί» και «μπορεί επίσης» στα πιο πάνω άρθρα 7 και 8 του Κανονισμού 1215/2012, καθίσταται προφανές ότι δεν αφορούν σε υποχρεωτική δικαιοδοσία (βλ., συναφώς, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, υπό του Στ. Ναθαναήλ, Δ., ημερ. 29.5.2014, στην Πολιτική Αίτηση 84/14, Αναφορικά με την Αίτηση της Dunnes Stores), αλλά αντίθετα οι εν λόγω ειδικές δωσιδικίες προσδίδουν εναλλακτική ή συμπληρωματική αρμοδιότητα ή, αλλιώς, συντρέχουσα αρμοδιότητα στα δικαστήρια κρατών μελών, άλλων από εκείνο στο οποίο έχουν την κατοικία τους οι Εναγόμενοι (βλ., συναφώς, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, υπό της Δ. Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 23.10.2013, στην Πολιτική Έφεση 320/2009, Powertools Electro SRL v Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.).
  1. Απεναντίας, αποκλειστική δικαιοδοσία απονέμεται στα δικαστήρια ενός κράτους μέλους υπό τις συνθήκες που καθορίζονται ρητά με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Κνονισμού 1215/2012 (βλ. αντίστοιχα το άρθρο 22 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001), ως εξής꞉ «
  2. Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων: 1) Σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Πάντως, σε υποθέσεις μισθώσεων ακινήτων που συνάπτονται για προσωρινή ιδιωτική χρήση μέγιστης διάρκειας έξι συνεχών μηνών, έχουν επίσης διεθνή δικαιοδοσία τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, εφόσον ο μισθωτής είναι φυσικό πρόσωπο και ο ιδιοκτήτης και ο μισθωτής έχουν την κατοικία τους στο ίδιο κράτος μέλος· [2) ... έως 5)...]».
  3. Περαιτέρω, στον ίδιο Κανονισμό θεσπίζεται και η περίπτωση «παρέκτασης της διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει συμφωνίας» μεταξύ των συμβαλλομένων μερών για καθορισμό των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους ως αποκλειστικά αρμόδιου. Παραθέτω τις διατάξεις του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 (αντίστοιχα προς τις διατάξεις του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001)꞉ «Άρθρο 25 Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. [...]»
  4. Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διατάξεις των άρθρων 26 και 27 του Κανονισμού 1215/2012 (βλ., αντίστοιχα, τις διατάξεις των άρθρων 24 και 25 του Κανονισμού 44/2001), τις οποίες παραθέτω꞉ «Άρθρο 26
  5. Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο
  6. [...] Άρθρο 27 Όταν δικαστήριο κράτους μέλους καλείται να κρίνει, ως κύριο ζήτημα, διαφορά επί της οποίας τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24, διαπιστώνει αυτεπάγγελτα ότι δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία.».
  7. Έτσι, σπεύδω να σημειώσω πως το γεγονός και μόνο ότι οι Εναγόμενοι στην παρούσα υπόθεση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, δεν συνιστά βάση χορήγησης δικαιοδοσίας στο παρόν Δικαστήριο, εάν αυτό δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία δυνάμει του νόμου και δη του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, αφού σκοπός της εμφάνισής τους ήταν να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Αν το παρόν Δικαστήριο δεχθεί τη θέση των Εναγομένων ότι αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν τα Βουλγαρικά δικαστήρια, τότε θα διαπιστώσει απλώς την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας.
  8. Έχει νομολογηθεί ότι οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, λαμβανομένων υπόψη του συστήματος και των σκοπών του, και όχι να αναζητείται λύση αναγόμενη στις εθνικές νομικές έννοιες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2009, C‑189/08, Zuid-Chemie, Συλλογή 2009, σ. I‑6917, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 25ης Οκτωβρίου 2011, C‑509/09 και C‑161/10, eDate Advertising κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. Ι‑10269, σκέψη 38, της 16ης Μαΐου 2013 C-228/2011, Melzer κατά MF Global UK Ltd, Συλλογή 2013, σ. I-305, σκέψεις 34 και 35.). Κατά τον ίδιο αυτοτελή τρόπο, αρμόζει να ερμηνεύεται και ο Κανονισμός 1215/
  9. Στις ίδιες αποφάσεις του ΔΕΕ διευκρινίστηκε ότι, οι διατάξεις επί των οποίων θεμελιώνονται οι περιπτώσεις «ειδικής δωσιδικίας» χρήζουν συσταλτικής ερμηνείας αφού συνιστούν παρέκκλιση από το γενικό κανόνα της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους κατοικίας του εναγομένου, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται ερμηνεία που να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο Κανονισμός.
  10. Κατά τον ίδιο αυτοτελή και συσταλτικό τρόπο ερμηνείας έχει αποφασισθεί ότι θα πρέπει να ερμηνεύονται και οι διατάξεις περί «αποκλειστικής δικαιοδοσίας», με το σκεπτικό ότι και αυτές αποτελούν εξαίρεση από το γενικό κανόνα της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του εναγομένου. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση της 5ης Απριλίου 2001, C-518/99, Richard Gaillard κατά Alaya Checkili, Συλλογή 2001, σ.Ι-02771, σκέψεις 13 και 14, όπου ερμηνεύθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 16 παράγραφος 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, την οποία Σύμβαση αντικατέστησε ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 (βλ. το άρθρο 68 αυτού), υιοθετώντας το ίδιο λεκτικό στο άρθρο 22, παράγραφος 1 αυτού, το οποίο εν συνεχεία συναντάται στο άρθρο 24, παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
  11. Παραθέτω και αναλύω πιο κάτω τον τρόπο με τον οποίο έχουν ερμηνευθεί δικαστικά, με βάση τις ανωτέρω αρχές, οι διατάξεις περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας και περί ειδικής δωσιδικίας.
  12. Κατ' αρχάς, η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου, που προβλέπεται στο άρθρο 24 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 καθιερώθηκε με το σκεπτικό ότι «λόγω της γειτνιάσεως, το δικαστήριο της τοποθεσίας είναι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο σε θέση να γνωρίζει καλά την πραγματική κατάσταση, διά της πραγματοποιήσεως επιτόπιων ελέγχων, ερευνών και πραγματογνωμοσυνών, και να εφαρμόζει τους κανόνες και τα συναλλακτικά ήθη που είναι, κατά κανόνα, οι του κράτους της τοποθεσίας (βλ. την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000 στην υπόθεση C-8/98, Dansommer A/S κατά Andreas Götz, Συλλογή 2000 Ι-00393, σκέψη 27)».
  13. Απασχόλησε νωρίς το Δικαστήριο το προδικαστικό ερώτημα κατά πόσον μία αγωγή περί λύσεως συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου και επιδικάσεως αποζημιώσεως συνεπεία της λύσεως αυτής αποτελεί "εμπράγματη" αγωγή περί ακινήτων, κατά την έννοια του άρθρου 16 της Συμβάσεως των Βρυξελλών (νυν άρθρο 24 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
  14. Το ερώτημα αυτό απαντήθηκε, μεταξύ άλλων, στην προμνησθείσα απόφαση της 5ης Απριλίου 2001, C-518/99, Richard Gaillard κατά Alaya Checkili, όπου στις σκέψεις 15 έως22 αποτυπώθηκε η ακόλουθη απάντηση, την οποία παραθέτω αυτούσια: «15 Υπό τις συνθήκες αυτές το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 16, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών έχει την έννοια ότι η αποκλειστική διεθνής αρμοδιότητα των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου δεν περιλαμβάνει το σύνολο των αγωγών που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, αλλά μόνο τις αγωγές εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω συμβάσεως και ανήκουν σ' αυτές με τις οποίες επιδιώκεται να καθοριστεί η έκταση, η υφή, η κυριότητα, η νομή ακινήτου ή η ύπαρξη άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτού και να εξασφαλιστεί στους δικαιούχους η προστασία των προνομίων που συνδέονται με τον τίτλο τους (προαναφερθείσα απόφαση Reichert και Kockler, σκέψη 11). 16 Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία, δεν αρκεί η αγωγή να αφορά ένα εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ή να έχει σχέση με ακίνητο για να έχει εφαρμογή το άρθρο 16, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Αντιθέτως, η αγωγή πρέπει να στηρίζεται σε εμπράγματο δικαίωμα και όχι σε ενοχικό, με εξαίρεση την προβλεπομένη για τις μισθώσεις ακινήτων (βλ. κατ' αυτή την έννοια, απόφαση της 17ης Μα_ου 1994, C-294/92, Webb, Συλλογή 1994, σ. Ι-1717, σκέψη 14, και προαναφερθείσες αποφάσεις Lieber, σκέψη 13, και Dansommer, σκέψη 22). 17 Συναφώς, από την έκθεση Schlosser για τη σύμβαση σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία για την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο ρωτόκολλο για την ερμηνεία της εν λόγω συμβάσεως από το Δικαστήριο (ΕΕ 1986, C 292, σ. 99, στο εξής: έκθεση Schlosser), συνάγεται ότι η διαφορά μεταξύ ενός εμπράγματος και ενός ενοχικού δικαιώματος έγκειται στο γεγονός ότι το πρώτο, επιβαρύνοντας ένα υλικό αγαθό, παράγει τα αποτελέσματά του έναντι όλων ενώ το δεύτερο μπορεί να προβληθεί μόνο κατά του οφειλέτη (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Lieber, σκέψη 14). 18 Ακριβώς όμως η αγωγή περί λύσεως συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου, ακόμη και αν έχει ενδεχομένως επίπτωση επί της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου, στηρίζεται σε ενοχικό δικαίωμα που ο ενάγων έλκει από τη συναφθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση και κατά συνέπεια μπορεί να ασκηθεί μόνο έναντι του αντισυμβαλλομένου. Συγκεκριμένα, με την αγωγή αυτή ο ένας των συμβαλλομένων επιθυμεί να απαλλαγεί από τις συμβατικές υποχρεώσεις του έναντι του αντισυμβαλλομένου λόγω της μη εκτελέσεως της συμβάσεως από τον τελευταίο και, επιπλέον, η δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής αυτής δεν μπορεί να παραγάγει αποτελέσματα παρά μόνον έναντι του διαδίκου κατά του οποίου κηρύχθηκε η λύση της συμβάσεως. Συνεπώς η αγωγή αυτή δεν έχει ως αντικείμενο προνόμια που συνδέονται άμεσα με το ακίνητο και δύνανται να προβληθούν έναντι πάντων. 19 Επομένως, η επίδικη στην κύρια δίκη αγωγή περί λύσεως της συμβάσεως δεν είναι αγωγή σε υπόθεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αλλά ενοχική αγωγή. 20 Το αυτό ισχύει και για την αγωγή αποζημιώσεως με την οποία ζητείται η αποζημίωση για τη ζημία που ο ένας αντισυμβαλλόμενος ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της λύσεως της συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου, συνεπεία της μη εκτελέσεως από τον αντισυμβαλλόμενο των συμβατικών του υποχρεώσεων (βλ. επίσης κατ' αυτή την έννοια την έκθεση Schlosser, σ. 149 και την προαναφερθείσα απόφαση Lieber). 21 Την ερμηνεία αυτή επιρρωννύει, εξάλλου, και η έκθεση Schlosser (σ. 150) που επισημαίνει ότι, όταν πρόκειται για μικτές αγωγές, όπως η αγωγή περί αποδόσεως ακινήτου που ασκεί ο ένας των συμβαλλομένων οσάκις ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει τις εκ της συμβάσεως πωλήσεως του ακινήτου υποχρεώσεις του, υπάρχουν πολυάριθμα στοιχεία που δείχνουν ότι ο ενοχικός χαρακτήρας των αγωγών αυτών υπερισχύει και επομένως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. 22 Συνεπώς, στο προδικαστικό ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η αγωγή περί λύσεως της συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου και περί αποζημιώσεως λόγω της λύσεως αυτής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανόνα αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, του άρθρου 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.)
  15. Δεν έχει περιέλθει σε γνώση μου οποιαδήποτε νεώτερη απόφαση του ΔΕΕ, η οποία να διαφοροποιείται από όσα πιο πάνω λέχθηκαν στην C-518/99, επί αντίστιχου προδικαστικού ερωτήματος στηριζόμενου στο άρθρο 24 του Κανονισμού 1215/
  16. Όσον αφορά το τι συνιστά «διαφορά εκ συμβάσεως» για τους σκοπούς των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 1 του Κανονισμού 44/2001, περί ειδικής δωσιδικίας, έχουν σημειωθεί από το ΔΕΕ οι εξής αρχές ερμηνείας꞉ 65.
  17. Στην απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016 στην υπόθεση C‑196/15, Granarolo SpA κατά Ambrosi Emmi France SA, λέχθηκε ότι (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 21 και 22): «21 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι απλώς και μόνον η εκ μέρους ενός εκ των συμβαλλομένων άσκηση αγωγής λόγω αστικής ευθύνης κατά του αντισυμβαλλομένου του δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η αγωγή αυτή εμπίπτει στις «διαφορές εκ συμβάσεως», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, του κανονισμού Βρυξέλλες I. Ο χαρακτηρισμός αυτός προϋποθέτει ότι η προσαπτόμενη συμπεριφορά δύναται να θεωρηθεί παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, όπως αυτές ορίζονται βάσει του αντικειμένου της συμβάσεως (απόφαση της 13ης Μαρτίου 2014, Brogsitter, C‑548/12, EU:C:2014:148, σκέψεις 23 και 24). 22 Ως εκ τούτου, επί υποθέσεως όπως αυτή της κύριας δίκης, προκειμένου να καθορισθεί ο χαρακτήρας της ασκηθείσας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αγωγής λόγω αστικής ευθύνης, το επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο πρέπει να διακριβώσει καταρχάς, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της αγωγής κατά το εθνικό δίκαιο, αν αυτή έχει συμβατικό χαρακτήρα.» 65.
  18. Το άρθρο 5, παράγραφος 1 του Κανονισμού 44/2001 ρητά αναφέρεται σε δύο τύπους συμβάσεων: σε εκείνες όπου η υποχρέωση που χαρακτηρίζει τη σύμβαση είναι είτε η πώληση εμπορευμάτων είτε η παροχή υπηρεσιών. Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι καθοριστικό το πού καταρτίστηκε η σύμβαση, αφού ο ενάγων δύναται να επιλέξει το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης της σύμβασης, ήτοι του τόπου όπου θα έπρεπε να εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στη σύμβαση (βλ. σχετικά την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013 στην υπόθεση C‑469/12, Krejci Lager & Umschlagbetriebs GmbH κατά Olbrich Transport und Logistik GmbH, Συλλογή 2013, αιτιολογικές σκέψεις 21 και 22). 65.
  19. Στην προμνησθείσα απόφαση στην υπόθεση C‑469/12 (βλ. σχετικά την αιτιολογική σκέψη 26), ερμηνεύθηκε η έννοια του όρου «υπηρεσίες» όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 44/
  20. Κρίθηκε ότι «υποδηλώνει, τουλάχιστον, ότι το πρόσωπο που τις παρέχει ασκεί συγκεκριμένη δραστηριότητα έναντι αμοιβής» (απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C‑533/07, Falco Privatstiftung και Rabitsch, Συλλογή 2009, σ. I‑3327, σκέψη 29). Διακρίθηκε, με βάση τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, η περίπτωση «διαφοράς εκ συμβάσεως υπηρεσιών» από τη διαφορά που αφορά σε εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου. Διαφορά που εδράζεται σε σύμβαση αποθήκευσης εμπορευμάτων συνιστά διαφορά εκ συμβάσεως υπηρεσιών, εν αντιθέσει προς τη σύμβαση μίσθωσης αποθηκευτικού χώρου που συνιστά σύμβαση αφορώσα σε ακίνητη ιδιοκτησία. Κρίθηκε ότι η πρώτη εμπίπτει στην ειδική δωσιδικία βάσει του άρθρου 5, παρα. 1, ενώ λέχθηκε ότι η δεύτερη εμπίπτει στην αποκλειστική δωσιδικία που διέπεται από το άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 (νυν άρθρο 24 Κανονισμού 1215/2012).. 65.
  21. Εφόσον το αντικείμενο μιας σύμβασης αφορά είτε σε παροχή είτε σε υπηρεσία, τότε αγωγές με αίτημα την ακύρωση συμβάσεως και την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως βάσει της εν λόγω συμβάσεως εμπίπτουν στις «διαφορές εκ συμβάσεως», υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 5, παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/
  22. Τούτο διότι, αν δεν υπήρχε συμβατικός δεσμός τον οποίο τα μέρη ανέλαβαν ελεύθερα, δεν θα είχε εκπληρωθεί η παροχή και δεν θα υπήρχε δικαίωμα επιστροφής. Αυτή η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του δικαιώματος επιστροφής και του συμβατικού δεσμού αρκεί για να ενταχθεί η αγωγή περί επιστροφής της παροχής στις διαφορές εκ συμβάσεως. Σχετικά τα όσα αναφέρθηκαν στις αιτιολογικές σκέψεις 55 και 58 της απόφασης της 20ής Απριλίου 2016 στην υπόθεση C‑366/13, Profit Investment SIM SpA, υπό εκκαθάριση, κατά Stefano Ossi κ.α, Συλλογή
  23. Όσον, ειδικότερα, αφορά τις διατάξεις του άρθρου 5, παρα. 3 του Κανονισμού 44/2001/ΕΚ (που είναι πανομοιότυπες με εκείνες του άρθρου 7 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012), έχουν σημειωθεί από το ΔΕΕ οι εξής αρχές ερμηνείας꞉ 66.
  24. Η έννοια της «ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», κατά το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών εμπεριέχει οποιαδήποτε αξίωση θέτουσα ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και μη αφορώσα «διαφορές εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως (αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 189/87, Καλφέλης, Συλλογή 1988, σ. 5565, σκέψη 18, και Reichert και Kockler, σκέψη 16, καθώς και απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-51/97, Réunion européenne κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. Ι-6511, σκέψη 22, της 17ης Σεπτεμβρίου
  25. - Fonderie Officine Meccaniche Tacconi SpA κατά Heinrich Wagner Sinto Maschinenfabrik GmbH (HWS) Συλλογή 2002, σ. I-07357, σκέψη 21). 66.
  26. Σε περίπτωση όπου ο τόπος επελεύσεως του γεγονότος που δύναται να θεμελιώσει ευθύνη εξ ενοχής ή αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου επήλθε η εκ του γεγονότος αυτού ζημία, η έκφραση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας όσο και τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, οπότε ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, κατ' επιλογή του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου που έχει την έδρα του στον ένα ή στον άλλο από τους δύο αυτούς τόπους (απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, C‑523/10, Wintersteiger, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 66.
  27. Ο πιο πάνω ερμηνευτικός κανόνας δικαιοδοσίας στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και των δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός, συνδέσμου ο οποίος δικαιολογεί την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στα εν λόγω δικαστήρια για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις στο ίδιο πνεύμα, μεταξύ άλλων, αποφάσεις Zuid-Chemie, σκέψη 24 και eDate Advertising κ.λπ., σκέψη 40). 66.
  28. Το δικαστήριο του τόπου όπου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός είναι συνήθως το πλέον κατάλληλο να αποφανθεί, ιδίως για λόγους εγγύτητας προς τη διαφορά καθώς και ευχέρειας συλλογής των αποδείξεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2002, C‑167/00, Henkel, Συλλογή 2002, σ. I‑8111, σκέψη 46, και προπαρατεθείσα απόφαση Zuid-Chemie, σκέψη 24). 66.
  29. Επομένως, ο κρίσιμος συνδετικός παράγοντας πρέπει να αναζητηθεί στην περιφέρεια του επιληφθέντος δικαστηρίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2012, C‑133/11, Folien Fischer και Fofitec, σκέψη 52).
  30. Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης της εφαρμογής των ως άνω αρχών ερμηνείας σε περιπτώσεις επίκλησης του άρθρου 5, παράγραφος 3 του Κανονισμού 44/2001/ΕΚ, χρήσιμη κρίνω την αναφορά στις αποφάσεις της 10 Ιουνίου 2004, C-168/2002, Rudolf Kronhofer κατά Marianne Maier, κ.α., Συλλογή 2004, σ. I-06009 και της 16ης Μαΐου 2013 C-228/2011, Melzer κατά MF Global UK Ltd, Συλλογή 2013, σ. I-
  31. Στην προμνησθείσα απόφαση C-168/2002, Kronhofer, ο κ. Kronhofer προσέφυγε κατά των εναγομένων της κύριας δίκης ενώπιον του Landesgericht Feldkirch (Αυστρία), στο πλαίσιο αγωγής με την οποία ζήτησε να του επιδικαστεί αποζημίωση για περιουσιακή ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της εκ μέρους τους αδικοπραξίας. Η ισχυριζόμενη αδικοπραξία αφορούσε στο ότι οι εναγόμενοι της κύριας δίκης, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές ή σύμβουλοι επενδύσεων της Γερμανικής εταιρίας Protectas Vermögensverwaltungs GmbH, τον προέτρεψαν, μέσω τηλεφώνου, να συνάψει συμφωνία αφορώσα σε δικαιώματα αγοράς μετοχών, χωρίς ωστόσο να τον προειδοποιήσουν για τους κινδύνους αυτής της πράξεως. Κατόπιν αυτού, ο κ. Kronhofer μετέφερε, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1997, συνολικό ποσό 82 500 δολαρίων ΗΠΑ σε επενδυτικό λογαριασμό της Protectas στη Γερμανία, το οποίο επενδύθηκε στη συνέχεια στο χρηματιστήριο αξιών του Λονδίνου σε εξαιρετικά κερδοσκοπικές πράξεις σχετικές με δικαιώματα αγοράς μετοχών. Αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής ήταν η μερική απώλεια του μεταφερθέντος ποσού και η επιστροφή στον R. Kronhofer μέρους μόνον του κεφαλαίου που είχε επενδύσει.
  32. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, Landesgericht Feldkirch, έκρινε ότι είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει την υπόθεση βάσει του άρθρου 5, σημείο 3 υπό την έννοια ότι πρόκειται περί του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και που, εν προκειμένω, είναι ο τόπος κατοικίας του R. Kronhofer. Απέρριψε όμως την αγωγή και ο R. Kronhofer προσέφυγε κατά της απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του Oberlandesgericht Innsbruck (Aυστρία). Αυτό κήρυξε τον εαυτό του αναρμόδιο, με την αιτιολογία ότι το δικαστήριο του τόπου κατοικίας δεν είναι «το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», καθόσον ούτε ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός ούτε ο τόπος επελεύσεως της ζημίας βρίσκονται στην Αυστρία. Το Oberster Gerichtshof, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αναίρεση («Revision»), κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς προϋποθέτει την ερμηνεία της Συμβάσεως, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο ΔΕΕ προδικαστικό ερώτημα. Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτούσε, κατ' ουσίαν, αν το άρθρο 5, σημείο 3, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η έκφραση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» είναι δυνατόν να αναφέρεται στον τόπο κατοικίας του ενάγοντος, στον οποίο βρίσκεται «το επίκεντρο της περιουσίας του», για τον μοναδικό λόγο ότι ο ενάγων υπέστη οικονομική ζημία λόγω της σημειωθείσας σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος απώλειας ορισμένων περιουσιακών του στοιχείων.
  33. Το Δ.Ε.Ε., απαντώντας στο πιο πάνω προδικαστικό ερώτημα, παρατήρησε ότι (βλ. σκέψεις 17 έως 21) ότι: «
  34. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά το Oberster Gerichtshof, στην υπόθεση της κύριας δίκης τόσο ο τόπος επελεύσεως της ζημίας όσο και ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός βρίσκονται στη Γερμανία. Η ιδιαιτερότητα της προκείμενης υποθέσεως έγκειται στο ότι η οικονομική ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ενάγων σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος επηρέασε ταυτόχρονα το σύνολο της περιουσίας του.
  35. Όπως ορθώς επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 46 των προτάσεών του, στην περίπτωση αυτή επ' ουδενί δικαιολογείται η απονομή δικαιοδοσίας στα δικαστήρια άλλου συμβαλλόμενου κράτους διαφορετικού από εκείνο στο έδαφος του οποίου εντοπίζονται τόσο το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός όσο και η εκδήλωση όλων των επιζήμιων συνεπειών, ήτοι το σύνολο των στοιχείων που θεμελιώνουν την ευθύνη. Αυτή η νέα απονομή δικαιοδοσίας δεν ανταποκρίνεται σε καμία αντικειμενική ανάγκη από πλευράς διεξαγωγής αποδείξεων ή οργανώσεως της δίκης.
  36. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, η έννοια «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν μπορεί να ερμηνευθεί τόσο ευρέως ώστε να καλύπτει κάθε τόπο στον οποίο θα μπορούσαν να γίνουν αισθητές οι επιζήμιες συνέπειες ενός γεγονότος που έχει ήδη προκαλέσει ζημία όντως επελθούσα σε άλλον τόπο (βλ. απόφαση της 19 Σεπτεμβρίου 1995, C-364/93, Marinari, Συλλογή 1995, σ. I-2719, σκέψη 14).
  37. Σε καταστάσεις όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εν λόγω ερμηνεία εξαρτά τον καθορισμό της δωσιδικίας από επισφαλείς παράγοντες όπως ο τόπος στον οποίο βρίσκεται το «επίκεντρο της περιουσίας» του ζημιωθέντος και, κατά συνέπεια, δεν υπηρετεί την ανάγκη ενισχύσεως της έννομης προστασίας των εγκατεστημένων στην Κοινότητα προσώπων, η οποία αποτελεί έναν από τους σκοπούς της Συμβάσεως, στον βαθμό που παρέχει τη δυνατότητα, αφενός, στον ενάγοντα να εντοπίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να προσφύγει και, αφετέρου, στον εναγόμενο να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί (βλ. αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-256/00, Besix, Συλλογή 2002, σ. I‑1699, σκέψεις 25 και 26, και προπαρατεθείσα απόφαση DFDS Torline, σκέψη 36). Επιπλέον, βάσει της εν λόγω ερμηνείας μπορεί κατεξοχήν να αναγνωρισθεί η δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του ενάγοντος, δικαιοδοσία την οποία, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με τη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως, δεν αναγνωρίζει η Σύμβαση σε άλλες περιπτώσεις πέραν αυτών που προβλέπει ρητώς.
  38. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η έκφραση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν αναφέρεται στον τόπο της κατοικίας του ενάγοντος, όπου βρίσκεται «το επίκεντρο της περιουσίας του», για τον μοναδικό λόγο ότι ο ενάγων υπέστη στον τόπο αυτό οικονομική ζημία, λόγω της σημειωθείσας σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος απώλειας ορισμένων περιουσιακών του στοιχείων.».
  39. Στην προμνησθείσα προδικαστική υπόθεση C-228/11, Melzer κατά MFGlobal UK Ltd, η διαφορά της κύριας δίκης αφορούσε στα εξής γεγονότα: · Η εταιρεία Weise Wertpapier Handelsunternehmen (στο εξής: WWH), με έδρα το Ντίσελντορφ (Γερμανία), προσέγγισε και εξυπηρέτησε τηλεφωνικώς τον κ. Melzer, κάτοικο Βερολίνου (Γερμανία). Η εταιρεία αυτή άνοιξε στο όνομα του κ. Melzer λογαριασμό στην MF Global, χρηματιστηριακή εταιρεία με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο). Μέσω του λογαριασμού αυτού, η MF Global εκτελούσε για λογαριασμό του κ. Melzer προθεσμιακά χρηματιστηριακά συμβόλαια έναντι αμοιβής. · Κατά το χρονικό διάστημα 2002-2003, ο κ. Melzer κατέθεσε σε συγκεκριμένο λογαριασμό ποσά συνολικού ύψους 172 000 ευρώ. Στις 9 Ιουλίου 2003 η MF Global απέδωσε στον κ. Melzer ποσό ύψους 924,88 ευρώ. Ο τελευταίος αξίωσε να του καταβληθεί ως αποζημίωση το ποσό της διαφοράς, δηλαδή 171 075,12 ευρώ. Η MF Global χρέωνε τον κ. Melzer με προμήθεια ύψους 120 δολάρια ΗΠΑ (USD). Από το ποσό αυτό η MF Global παρακρατούσε 25 USD και απέδιδε στην WWH τη διαφορά των 95 USD. · Ο κ. Melzer ισχυρίστηκε ότι δεν ενημερώθηκε επαρκώς για τους κινδύνους των προθεσμιακών χρηματιστηριακών συμβολαίων ούτε από την WWH ούτε από την MF Global. Επιπλέον, δεν ενημερώθηκε αντικειμενικά ούτε και για τη μυστική σύμβαση προμηθειών (kickback agreement) που είχαν συνάψει οι WWH και MF Global αλλά ούτε και για την απορρέουσα από τη σύμβαση αυτή σύγκρουση συμφερόντων. · Ο κ. Melzer θεώρησε ότι η MF Global οφείλει να του καταβάλει αποζημίωση λόγω παράνομης και υπαίτιας συνέργειας στην τέλεση ζημιογόνου πράξεως εκ μέρους της WWH.
  40. Στην ίδια υπόθεση C-228/11, ο κ. Melzer, καταχώρησε αγωγή εναντίον της MF Global (αγγλικής εταιρείας) στο Ντίσελντορφ (Γερμανία) ενώπιον του Landgericht Düsseldorf (στο εξής το αιτούν Δικαστήριο). Το αιτούν Δικαστήριο διατύπωσε την εκτίμηση ότι η διεθνής δικαιοδοσία των γερμανικών δικαστηρίων θεμελιώνεται, βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, στο γεγονός ότι η ζημία επήλθε στη Γερμανία. Ειδικότερα, το αιτούν Δικαστήριο εξέφρασε την εκτίμηση ότι η περιουσιακή ζημία της οποίας αξιώνεται αποκατάσταση επήλθε στη Γερμανία δεδομένου ότι οι καταθέσεις χρημάτων προς τον λογαριασμό που τηρούσε ο κ. Melzer στο Λονδίνο πραγματοποιήθηκαν από το κράτος αυτό και ότι η ζημία την οποία υπέστη ο ενδιαφερόμενος εμφανίστηκε στον λογαριασμό τον οποίο αυτός τηρούσε σε πιστωτικό ίδρυμα. Εντούτοις, το αιτούν Δικαστήριο που εδρεύει στο Ντίσελντορφ διερωτήθηκε ως προς τη δική του δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001, με το σκεπτικό ότι η ζημία του Ενάγοντος επήλθε κατά την εκτίμησή του στο Βερολίνο και όχι στο Ντίσελντορφ, ότι η MF Global δραστηριοποιείται αποκλειστικά και μόνο στο Λονδίνο, και ότι μόνο η WWH δραστηριοποιείται στο Ντίσελντορφ.
  41. Απαντώντας στα εγερθέντα προδικαστικά ερωτήματα, το Δ.Ε.Ε. σημείωσε ότι: 73.
  42. Υπό περιστάσεις, όπου ενάγεται μόνον ένα, μεταξύ περισσοτέρων προσώπων, φερόμενων ότι προκάλεσαν από κοινού προβαλλόμενη ζημία, τούτο δε ενώπιον δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου το εν λόγω πρόσωπο δεν ανέπτυξε δραστηριότητα, ελλείπει κατ' αρχήν το στοιχείο σύνδεσης με τις πράξεις του εναγομένου (βλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2013, C-228/2011, Melzer κατά MF Global UK Ltd, Συλλογή 2013, σ. I-305, σκέψη 30). 73.
  43. Λύση, η οποία συνεπάγεται ότι ο φερόμενος ως υπαίτιος ζημίας θα μπορούσε, βάσει του κριτηρίου του τόπου επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος, να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους στην περιφέρεια του οποίου ουδέποτε ανέπτυξε δραστηριότητα, βαίνει πέραν των περιπτώσεων που προβλέπει ρητώς ο εν λόγω κανονισμός (άρθρο 5, παρα. 3 του Καν. (ΕΚ) 44/2001) και, κατά συνέπεια, είναι αντίθετη προς την οικονομία και τους σκοπούς του (βλ. την προμνησθείσα απόφαση C-228/2011, Melzer κατά MF Global UK Ltd, Συλλογή 2013, σ. I-305, σκέψη 35). 73.
  44. Το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 δεν επιτρέπει την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας, βάσει του τόπου επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος που καταλογίζεται σε έναν από τους φερόμενους ως υπαίτιους της ζημίας, ο οποίος όμως δεν αποτελεί διάδικο της διαφοράς, ως προς έτερο φερόμενο υπαίτιο της ίδιας ζημίας, ο οποίος δεν ενήργησε εντός της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστηρίου (βλ.απάντηση επί του προδικαστικού ερωτήματος στην προπαρατεθείσα απόφαση C-228/2011, Melzer κατά MF Global UK Ltd).
  45. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω αναφερόμενα, προχωρώ να εξετάσω, με βάση τα γεγονότα που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα υπόθεση, σε ποια από τις ανωτέρω διατάξεις εμπίπτει η διαφορά (dispute) της παρούσας αγωγής, ώστε να κρίνω αν υφίσταται πράγματι ζήτημα (νόμιμης) ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας. Απάντηση στο δικαιοδοτικό ζήτημα στην παρούσα υπόθεση. · Επιλογή Εναγομένων - δικαίωμα του Ενάγοντος.
  46. Στην παρούσα υπόθεση, ο Ενάγων επέλεξε να κινήσει την παρούσα αγωγή εναντίον των συγκεκριμένων Εναγομένων, οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα με κατοικία στην Κύπρο, και όχι εναντίον της πωλήτριας εταιρείας P.A.P. Ltd, η οποία έχει έδρα στη Βουλγαρία. Η εξέταση του δικαιοδοτικού ζητήματος είναι στη βάση αυτής της επιλογής του ενάγοντος που θα πρέπει να προχωρήσει.
  47. Λαμβάνω, συναφώς, υπόψη ότι, με βάση γενική αρχή του Κοινοδικαίου (Common Law), η οποία έχει εφαρμογή στην Κύπρο, ο Ενάγων έχει δικαίωμα επιλογής του προσώπου εναντίον του οποίου θα στρέψει την αξίωσή του και δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να στραφεί εναντίον άλλων προσώπων χωρίς να το επιθυμεί. Σχετική η απόφαση του Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch. 33, στη σ. 38, ο οποίος παρέθεσε την εξής περικοπή από το Annual Practice: "Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue." 77. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στην πολύ πρόσφατη απόφαση, ημερ. 20.7.2016, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πoλιτική ΄Εφεση Αρ. 49/2014, ANDRENAL SHIPPPING COMPANY LTD, κ.α. ν. COMPANIA NAVIERA IRIS S.A., κ.α., όπου, αφού πρώτα σημειώθηκε ότι, αφενός, εναγόμενος, ο οποίος θεωρεί ότι τρίτο πρόσωπο είναι αναγκαίος διάδικος, δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο δυνάμει των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Δ.9, θ.10), για να ζητήσει την προσθήκη του ως συνεναγόμενου, και ότι, αφετέρου, το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία, ακόμη και χωρίς να υποβληθεί αίτηση από οποιοδήποτε διάδικο, να εξετάσει την αναγκαιότητα συνένωσης τρίτου προσώπου, ως αναγκαίου διάδικου και να προβεί, δυνάμει της Δ.9, θ.10, σε διαταγή συνένωσής του ως συνεναγόμενου, εφόσον η παρουσία του κρίνεται αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Μαυρογένη ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2) κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034, Perihan v. Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (αρ.1)
(2007)1 A.Α.Δ.1213), εντούτοις επεσημάνθηκε, συγχρόνως, ότι꞉ «Το Δικαστήριο δεν θα προσθέσει, όμως, εναγόμενο ως συνεναγόμενο εναντίον του οποίου ο ενάγοντας δεν ζητά θεραπεία, ενάντια στη βούληση του τελευταίου (Hood-Barrs v. Frampton & Co., [1924] W.N. 287).». 78. Παρενθετικά, αναφέρω ότι, το εάν είναι κατάλληλη η έγερση αγωγής κατά των συγκεκριμένων εναγομένων, είναι ζήτημα που εμπίπτει στην αξιολόγηση των κριτηρίων εφαρμογής του άρθρου 32 του Ν.14/60, όταν δηλαδή θα εξετάζεται το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία κατά των συγκεκριμένων εναγομένων. Για παράδειγμα, αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για παρεμπίπτον διάταγμα απορρίφθηκε στην υπόθεση United States Trust Company of New York v. Tsavliris Salvage (International) Limited
(1995)1 A.A.Δ. 1014, αφού εκρίθη, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να επιτύχουν οι εκεί ενάγοντες στις αναγνωριστικές αποφάσεις που ζητούσαν στα πλαίσια της αγωγής επειδή η αγωγή δεν στρεφόταν εναντίον των πλοιοκτητών, στους οποίους οι δηλωτικές αποφάσεις κατ' εξοχήν θα αφορούσαν, δηλαδή κρίθηκε εκεί ότι οι ενάγοντες αναζητούσαν «τα δικαιώματά τους δυνάμει συμβάσεων που συνήψαν στην απουσία των αντισυμβαλλομένων τους» και χωρίς οι τελευταίοι να ακουστούν. Ωστόσο, το κατά πόσο πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 32 για την έκδοση του ζητούμενου απαγορευτικού διατάγματος, δεν δύναται να κριθεί από το Δικαστήριο προτού αυτό διαπιστώσει αν έχει ή όχι δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή, ερώτημα που θα κριθεί στη βάση των υφιστάμενων εναγόμενοι ως η βούληση του ενάγοντος, γι' αυτό και προχωρώ να το εξετάσω πρώτο. · Ποια η βάση αγωγής στην παρούσα υπόθεση
  1. Η δικογραφηθείσα βάση αγωγής είναι το σημείο αφετηρίας της συζήτησης του δικαιοδοτικού ζητήματος.
  2. Παρατηρώ, συναφώς, τα εξής꞉ 80.
  3. Με βάση τα δικογραφηθέντα στην προεκτεθείσα Έκθεση Απαίτησης (Ε/Α), ο Ενάγων φέρεται να έχει ως αιτία αγωγής τα αστικά αδικήματα του δόλου και/ή της απάτης και/ή της παράνομης οικειοποίησης χρηματικού ποσού, για τα οποία δίδει λεπτομέρειες ισχυρισμών γεγονότων στις παραγράφους 8 έως 14 της Ε/Α. Σε ευθυγράμμιση με τα δικογραφηθέντα, ο Ενάγων αξιώνει, στο παρακλητικό Α του κλητηρίου εντάλματος, την αποκατάσταση σε αυτόν, υπό μορφή αποζημιώσεών, του ποσού που ως ο ισχυρισμός του, «δολίως και/ή κατόπιν απάτης και/ή παράνομα οικειοποιήθηκαν οι Εναγόμενοι 1 και 2», οι οποίοι φέρονται να ενήργησαν ως αντιπρόσωποι της εταιρείας που πωλούσε το επίδικο ακίνητο. 80.
  4. Η μόνη αξίωση του Ενάγοντος, η οποία εγείρεται από αυτόν, χωρίς όμως, κατά την κρίση μου, να δύναται να θεμελιωθεί επί των προαναφερθέντων ισχυριζόμενων αστικών αδικημάτων, είναι εκείνη που εγείρει στο παρακλητικό «Β» της έκθεσης απαίτησης, όπου ο Ενάγων φαίνεται να αξιώνει αποζημίωση για την απώλεια κάποιου οφέλους («διαφυγόντα κέρδη από τη χρήση του επίδικου διαμερίσματος»). Αυτή η αξίωση, κατά την κρίση μου συσχετίζεται με βάση αγωγής, η οποία κινείται στη σφαίρα του δικαίου των συμβάσεων, διότι το κέρδος από τη χρήση του επίδικου ακινήτου ο Ενάγων θα δικαιούτο να το λάβει μόνο εάν εκπληρωνόταν η σύμβαση πώλησης του ακινήτου και αυτός εξασφάλιζε την κατοχή και ιδιοκτησία του επίδικου διαμερίσματος για εκμετάλλευση και χρήση του. Τέτοιο είδος αποζημίωσης είναι εκείνο που χορηγείται από τα δικαστήρια αναφορικά με αγώγιμο δικαίωμα που εκπηγάζει από παράβαση σύμβασης και όχι από αστικό αδίκημα. Εξηγώ꞉ 80.2.
  5. Σκοπός των αποζημιώσεων στο αστικό αδίκημα της απάτης λόγω ψευδούς δήλωσης είναι όπως ο ενάγων βρεθεί στη θέση που θα ήταν αν δεν γινόταν σ' αυτόν η συγκεκριμένη δήλωση (βλ. Ανδρέας Λοΐζου κ.α. ν. Ανδρέα Πατσαλίδη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1379). Με βάση τα δικογραφηθέντα στην Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγων δεν θα αγόραζε το επίδικο διαμέρισμα και δεν θα κατέβαλλε το τίμημα αγοράς του, εάν δεν γινόταν προς αυτόν παραστάσεις από τους Εναγόμενους ότι η εταιρεία με έδρα στη Βουλγαρία, την οποία αυτοί αντιπροσώπευαν, είχε στην ιδιοκτησία της ακίνητο το οποίο θα του πωλούσε ελεύθερο βάρους και του οποίου η ανέγερση θα ολοκληρωνόταν πριν το 2009. Συνεπώς, σκοπός των αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα θα ήταν να τεθεί ο ενάγων στη θέση που ήταν αμέσως πριν τη σύναψη της επίδικης σύμβασης. 80.2.2. Αντίθετα, όπως λέχθηκε στην Ανδρέας Χ''Κυπρής κ.α. ν. Sanifix Agencies Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 447, στόχος των αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης είναι η τοποθέτηση του ανυπαίτιου στη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν εκπληρώνονταν οι συμβατικές υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν. Η αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος είναι σε αυτή την περίπτωση που εντάσσεται. 80.2.3. Ειδικότερα, όσον αφορά την αξίωση για διαφυγόν κέρδος, εκείνο που διερευνάται δικαστικά, ως πραγματικό γεγονός, είναι꞉ «αν η κατ' ισχυρισμό ζημιά με τη μορφή διαφυγόντος κέρδους ήταν απομακρυσμένη και έμμεση ή αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η φυσιολογική, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, συνέπεια της παράβασης της σύμβασης ή ως ζημία που τα μέρη γνώριζαν, κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης ότι θα ήταν το πιθανό αποτέλεσμα της παράβασης. Αυτά, κατά το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 που, όπως έχει λεχθεί επανειλημένα, απέβλεψε στην κωδικοποίηση των βασικών αρχών του κοινοδικαίου όπως διατυπώθηκαν στην υπόθεση Hadley v. Baxendale [1843-60] All E.R. Rep.
  1. (Βλ. Christos Markou v. Gregoria Michael 19 C.L.R. 282, Philippou Ltd v. Josephy Hoyle & Son, (ανωτέρω), Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (ανωτέρω). Όσα νομολογήθηκαν ειδικά ως προς την έκφανση του θέματος που αναφέρεται στη δυνατότητα διεκδίκησης διαφυγόντος κέρδους, αποτελούν προέκταση των ίδιων αρχών. Η υπόθεση Hadley v. Baxendale (ανωτέρω) βρίσκεται στον πυρήνα του συλλογισμού που στήριξε την αιτιολογία στην υπόθεση Victoria Laundry v. Newman Industries (ανωτέρω). Μπορεί να τίθεται θέμα αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος ανάλογα με το αν, ως συνέπεια της γνώσης των σχετικών γεγονότων, πραγματικής ή αποδιδόμενης ως συναρτημένης προς τη φυσική πορεία των πραγμάτων, θεωρείται ότι η απώλεια του ορισμένου κέρδους, ως σοβαρή πιθανότητα ή ως πραγματικός κίνδυνος, ήταν εύλογα προβλεπτή και, επομένως, μέσα στη σκέψη των συμβαλλομένων κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης.». 80.
  2. Συνεπώς, η απόδοση της θεραπείας ως το παρακλητικό «Β» εξαρτάται, κατά την κρίση μου, από το εάν θα μπορούσε να αποδειχθεί, πρώτον, η σύναψη σύμβασης μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων προσωπικά, δεύτερον εάν η υπαιτιότητα για μη εκπλήρωση της εν λόγω σύμβασης βαρύνει τους Εναγόμενους και, τρίτον, εάν, ως εκ της εκ μέρους τους υπαίτιας μη εκπλήρωσης της σύμβασης, ο Ενάγων απώλεσε, στη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων, το δικαίωμα να απολαμβάνει το δικαίωμα χρήσης και μίσθωσης της ιδιοκτησίας του. 80.
  3. Δικονομικά και νομολογιακά, δεν εμποδίζεται ένας ενάγων από το να εγείρει δύο διαφορετικές, εναλλακτικές βάσεις αγωγής. Όπως ήδη προανέφερα, το δικαιοδοτικό ζήτημα σε τέτοια περίπτωση εξετάζεται ξεχωριστά για έκαστη βάση αγωγής και αξίωση. 80.
  4. Παρενθετικά αναφέρω ότι, στη Μιχάλης Μούντης ν. Κώστα Φοίβου Παπαχριστοφόρου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2637 σημειώθηκε ότι είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Έτσι, η συμπερίληψη σε ένα κλητήριο διαζευκτικού ισχυρισμού για παράβαση σύμβασης και, διαζευκτικά, για αστικά αδικήματα δόλου και ψευδών παραστάσεων, δεν εμποδίζει τον ενάγοντα να εγκαταλείψει στην πορεία τη θεραπεία των αποζημιώσεων για παράβαση της σύμβασης και να προωθήσει την αιτία αγωγής μόνο στη βάση του δόλου και των ψευδών παραστάσεων. 80.6. Επίσης παρενθετικά αναφέρω ότι, επί της ουσίας του ερωτήματος κατά πόσον είναι επιτρεπτή η προώθηση, κατά τρόπο διαζευκτικό, αξιώσεων που εδράζονται, αφενός, σε αστικό αδίκημα και, αφετέρου, σε παράβαση σύμβασης, στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Belvestico Trading Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 838 αποσαφηνίστηκε ότι το κοινοδίκαιο, το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρο δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του Ν.14/60, δεν αρνείται την ύπαρξη συντρέχουσας ευθύνης για παράβαση συμβάσεως και, παράλληλα, για αστικό αδίκημα (βλ. Henderson v. Merett Syndicates Ltd [1995] 2 AC 145). Έτσι, για παράδειγμα, η αξίωση για παράβαση συμβάσεως και, παράλληλα, για αμέλεια είναι επιτρεπτή. Αλλά, η διαζευκτική αξίωση έχει περιορισμούς και δεν μπορεί να εφαρμόζεται, όπως είπε ο Δικαστής Lord Goff of Chieveley στη σελίδα 191 της υπόθεσης Henderson αναφερόμενος στην Καναδέζικη υπόθεση Central Trust Co. v. Refuse [1986] 31 D.L.R. (4th) 481, στις περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στον Ενάγοντα να παραγκωνίσει συμβατικές ρήτρες εξαίρεσης ή περιορισμού της ευθύνης. · Αδιαμφισβήτητο ότι η κατοικία των Εναγομένων είναι στην Κύπρο꞉ εφαρμογή αρχής γενικής δωσιδικίας για σκοπούς διεθνούς δικαιοδοσίας.
  1. Το ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν κατά το χρόνο έγερσης της παρούσας αγωγής την κατοικία τους στην Κύπρο είναι παραδεκτό στην όψη των ενόρκων δηλώσεων. Άλλωστε, η διεύθυνση διαμονής τους στην Κύπρο αποδεικνύεται από το ίδιο το Σημείωμα Εμφάνισης που καταχώρησε στο φάκελο του Δικαστηρίου ο συνήγορός τους. Κυπριακή διεύθυνση εμφανίζονται να είχαν δηλώσει οι Εναγόμενοι 1 και 2 αναφορικά με τον τόπο διαμονής τους και κατά το χρόνο σύστασης και εγγραφής της P.A.P. Ltd στο Εμπορικό Μητρώο του Δικαστηρίου της πόλης Βελίκο Τύρνοβο (βλ. σχετικά το Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ του Εναγόμενου 1, ημερ. 14.4.2016).
  2. Επομένως, στο σημείο αυτό αρκεί να σημειωθεί ότι, το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι έχουν την κατοικία τους στην Κύπρο, ενάγονται ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου, δεν συγκρούεται με τον γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που καθιερώνει το άρθρο 4, παρα. 1, του Κανονισμού 1215/
  3. Το ότι, δε, αυτοί ενάγονται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, έχοντας διεύθυνση διαμονής στη Λευκωσία, την οποία δεν αρνούνται, συνάδει εκ πρώτης όψεως με την κατά τόπο αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 21
(1)(β) του Ν.14/60 όσον αφορά την εσωτερική δωσιδικία.
  1. Απομένει, ωστόσο, να εξεταστεί αν υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος ώστε να εφαρμοσθεί οποιαδήποτε εξαίρεση από τον γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που καθιερώνει το άρθρο 4, παρα. 1, του Κανονισμού 1215/2012, είτε λόγω αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων άλλου κράτους είτε λόγω παρέκτασης της δικαιοδοσίας σε δικαστήρια άλλου κράτους μέλους λόγω συμφωνίας των μερών. · Κατά πόσον η εφαρμογή της αρχής της γενικής δωσιδικίας προσκρούει στην αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους.
  2. Εξετάζω, πρώτα, κατά πόσον χωρεί εφαρμογής η περίπτωση του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012, η οποία δύναται να αποφασιστεί ανεξάρτητα από τη βάση της αγωγής. Εκείνο που εξετάζω είναι, αν, στην όψη των ενώπιον μου ενόρκων δηλώσεων και των συνημμένων σε αυτές τεκμηρίων, αποδεικνύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων μερών, όπως οι όποιες μεταξύ τους διαφορές εκδικαστούν από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους από εκείνο της κατοικίας τους. Επισημαίνω ότι, βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 5 του Κανονισμού, «συμφωνία καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας που αποτελεί στοιχείο σύμβασης λογίζεται ως συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς όρους της σύμβασης».
  3. Στην παρούσα υπόθεση, η μόνη συμφωνία που ο Ενάγων ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησης ότι σύναψε με τους Εναγόμενους, για την οποία έδωσε μαρτυρία, είναι εκείνη που περιέχεται στο Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του ημερ. 28.1.
  4. Χωρίς να εξετάζω σε αυτό το στάδιο αν θεμελιώνεται συμβατική σχέση μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων προσωπικά στη βάση του Τεκμηρίου 1, σημειώνω ότι δεν εντοπίζω να υπάρχει σε εκείνο το έγγραφο συμφωνίας οποιαδήποτε ρήτρα παρέκτασης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας σε Βουλγαρικά δικαστήρια. Το ότι στην εν λόγω συμφωνία υπάρχει ρήτρα επιλογής του Βουλγαρικού δικαίου ερμηνείας της σύμβασης (βλ. σχετικά το άρθρο 30 της σύμβασης)[2] δεν είναι καθοριστικός παράγοντας προσδιορισμού της δωσιδικίας στο πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012, αφού δεν εξυπακούει ούτε οδηγεί στο αυτόματο συμπέρασμα ότι συμφωνείται μεταξύ των μερών η ανάθεση της δικαιοδοσίας για οποιοδήποτε πρόβλημα αναφύεται από τη σύμβαση πώλησης αποκλειστικά σε Βουλγάρικο δικαστήριο. Μόνο με ρητή ρήτρα περιέχουσα συμφωνία των μερών περί τέτοιας αποκλειστικής δικαιοδοσίας, θα μπορούσε να ισχύσει κάτι τέτοιο. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση του (Αγγλικού) Court of Appeal, ημερ. 26.2.2015, στην υπόθεση AMT Futures Ltd v Marzillier, Dr Meier & Dr Gunter Rechtanswaltsgesellschaft mbH [2015] EWCA Civ 143, [2015] Q.B. 699, όπου εξετάστηκε η εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 και λέχθηκε per curiam ότι꞉ "However, the governing law of the relationship between the former clients and the claimant (which did not have to be of England and Wales) is not a determining factor in the allocation of jurisdiction under the Regulation".
  5. Καταλήγω ότι, στην παρούσα υπόθεση, με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, δεν στοιχειοθετείται αποκλειστική αρμοδιότητα των Βουλγαρικών δικαστηρίων ως προβλέπεται στο άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/
  6. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω αν τυγχάνει εφαρμογής η περίπτωση αποκλειστικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων κράτους άλλου από εκείνο στο οποίο έχουν την κατοικία τους οι Εναγόμενοι ως εκ της βάσης της αγωγής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 24 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/
  7. Από το εν λόγω άρθρο, η μόνη περίπτωση που χρήζει μελέτης υπό τα γεγονότα ως δικογραφούνται στην παρούσα υπόθεση είναι εκείνη της παραγράφου 1, την οποία και έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω. Δηλαδή είναι η περίπτωση που η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά σε εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων ή μισθώσεων ακινήτων, στην οποία περίπωση η αποκλειστική αρμοδιότητα ανήκει στα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.
  8. Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω, με παραπομπή στην απόφαση C-518/99, Richard Gaillard κατά Alaya Chekili, η αποκλειστική δικαιοδοτική βάση με αναφορά στην τοποθεσία του ακινήτου καλύπτει μόνον τις αγωγές με τις οποίες επιδιώκεται ο καθορισμός της εκτάσεως, της υφής, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων επ' αυτών, καθώς και η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομίων που συνδέονται με τον τίτλο τους (βλ. συναφώς και την εισήγηση με τίτλο «Ασφαλιστικά Μέτρα κατά τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001», Ιωάννης Στ. Δεληκωστόπουλος, Επιθεώρηση Πολιτικής Δικονομίας 1/2011, σε. 6 επ., που δημοσιεύθηκε ως κεφάλαιο υπό τη Μονογραφία με τίτλο «Ζητήματα από την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων», Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2011).
  9. Στην παρούσα υπόθεση, έχω ήδη κρίνει ότι, όσον αφορά το παρακλητικό «Α», αυτό κινείται στη σφαίρα του δικαίου των αστικών αδικημάτων και ότι όσον αφορά το παρακλητικό «Β» αυτό κινείται στη σφαίρα του δικαίου των συμβάσεων. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω κρίνω ότι ο Ενάγων δεν διεκδικεί να του αναγνωρισθεί ή να του προστατευθεί οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα μέσω των συγκεκριμένων παρακλητικών. Λαμβάνω, συναφώς, υπόψη ότι꞉ 90.
  10. Εδώ, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, στην όψη των ενόρκων δηλώσεών τους, ότι ουδέποτε μεταβιβάστηκε τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου στον Ενάγοντα. Έπεται ότι αυτός δεν έχει μέχρι στιγμής αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα επί του εν λόγω ακινήτου. 90.
  11. Ούτε όμως διεκδικεί ένα τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα μέσω των συγκεκριμένων αξιώσεων. Δεν επιζητείται δηλωτική απόφαση ότι ο Ενάγων δικαιούται να του μεταβιβαστεί η κυριότητα του επίδικου ακινήτου (διαμερίσματος) ή διάταγμα εγγραφής του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματί του ή διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης. Είναι ορθή περί τούτου η επισήμανση του συνηγόρου του Ενάγοντος στη γραπτή του αγόρευση ότι αυτός περιορίζεται σε χρηματική αξίωση έναντι των Εναγομένων. 90.
  12. Εκείνο που θα χρειασθεί να αποφασισθεί, στο πλαίσιο του παρακλητικού «Α», είναι αν οι Εναγόμενοι, ενεργώντας ως αντιπρόσωποι της πωλήτριας εταιρείας Ρ.Α.Ρ. Ltd προέβησαν σε ψευδείς δηλώσεις ή παραστάσεις (γραπτώς, προφορικώς ή σιωπηρώς) ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιοκτησίας της πωλήτριας εταιρείας, καθώς και ότι θα ήταν έτοιμο να μεταβιβαστεί ελεύθερο βαρών στον Ενάγοντα, ή/και ότι ενώ γνώριζαν για το αναληθές των εν λόγω δηλώσεων ή παραστάσεων, εντούτοις σκόπιμα το απέκρυψαν από τον Ενάγοντα, και ότι ο Ενάγων βασίστηκε στις δηλώσεις και/ή παραστάσεις αυτές προκειμένου να συνάψει τη σύμβαση πώλησης, και να καταβάλει στους Εναγόμενους το τίμημα αγοραπωλησίας, το οποίο αυτοί αχρεωστήτως έλαβαν ή/και οικειοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα αυτός να υπέστη ζημιά ως εκ της καταβολής του εν λόγω ποσού (βλ. σχετικά τα άρθρα 36 έως 41 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και την απόφαση Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. v. ALOCAY HOLDINGS LTD, κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523 όπου η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα). 90.
  1. Όσον αφορά το παρακλητικό «Β», η απόδοση τέτοιας θεραπείας άπτεται ουσιαστικά της ερμηνείας και εφαρμογής της σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας ως το Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του Ενάγοντος, ημερ. 28.1.
  2. Για να υπάρχει δικαίωμα αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, θα πρέπει να αποφασισθεί, όπως προανέφερα, ότι ο Ενάγων δικαιούται στην εκπλήρωση της σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας ως το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του Ενάγοντος, ημερ. 28.1.
  3. Πρόκειται για αξίωση ενοχικού και όχι εμπράγματου δικαιώματος, το οποίο ο Ενάγων μπορεί να αξιώσει μόνον έναντι των αντισυμβαλλομένων του και όχι έναντι πάντων.
  4. Για τους ίδιους λόγους ούτε τα παρακλητικά «Γ» και «Δ» που αφορούν σε γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις, αντίστοιχα, συσχετίζονται με οποιαδήποτε εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητη ιδιοκτησία ή με συμβάσεις μίσθωσης.
  5. Επομένως, καταλήγω να κρίνω ότι στο σύνολό τους τα παρακλητικά της αγωγής, εδραζόμενα επί ισχυριζόμενων αστικών δικαιωμάτων ή ενοχικών δεσμών, δεν εμπίπτουν στην περίπτωση αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του τόπου όπου ευρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία, διότι το δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί αναφορικά με εμπράγματα δικαιώματα ή μίσθωση αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία ευρισκόμενη στη Βουλγαρία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
  6. · Γενική και ειδική δωσιδικία.
  7. Εφόσον τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους δεν έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση των συγκεκριμένων παρακλητικών της αγωγής και εφόσον η αγωγή έχει εγερθεί στον τόπο κατοικίας των Εναγομένων 1 και 2, έπεται ότι μπορεί νόμιμα να αναληφθεί από το παρόν Δικαστήριο διεθνής δικαιοδοσία στη βάση της αρχής της γενικής δωσιδικίας του τόπου κατοικίας του εναγομένου.
  8. Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να εξηγήσω με παραπομπή σε νομολογία, οι διατάξεις που ρυθμίζουν την ειδική δωσιδικία έχουν συμπληρωματικό ή εναλλακτικό και όχι υποχρεωτικό χαρακτήρα, επομένως δεν περιορίζουν ούτε εμποδίζουν την εφαρμογή της αρχής της γενικής δωσιδικίας. Μόνο σε περίπτωση που ο Ενάγων επέλεγε να κινήσει αγωγή στην Κύπρο εναντίον της Ρ.Α.Ρ. Ltd, η οποία δεν έχει την κατοικία της στην Κύπρο, ή αν επέλεγε να κινήσει αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στη Βουλγαρία όπου δεν είναι ο τόπος κατοικίας τους, θα όφειλε το επιληφθέν Δικαστήριο να εξετάσει αν δύναται να αναλάβει διεθνή δικαιοδοσία κατ' επίκληση της ειδικής δωσιδικίας. Εν πάση περιπτώσει, διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση από τα γεγονότα της υπόθεσης C-228/2011, Melzer κατά MF Global UK Ltd, όπου η αγωγή κινήθηκε στη Γερμανία (Ντίσελντορφ) εναντίον νομικού προσώπου με τόπο εγκατάστασης και δραστηριότητας στην Αγγλία. Επίσης, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται και από την C-168/2002, Kronhofer όπου η αγωγή κινήθηκε στην Αυστρία όπου κατοικούσε ο Ενάγων εναντίον φυσικών προσώπων που κατοικούσαν στη Γερμανία και ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι νομικού προσώπου με έδρα στη Γερμανία.
  9. Αλλά ακόμη και αν είχα να εξετάσω την παρούσα υπόθεση υπό το φακό της ειδικής δωσιδικίας, θα είχα να παρατηρήσω τα εξής꞉ 95.
  10. Στο στάδιο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος ως η μονομερής αίτηση του Ενάγοντος, το παρόν Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι: 95.1.
  11. Όσον αφορά το αστικό αδίκημα της απάτης, τόσο στην Έκθεση Απαίτησης, όσο στην Ε/Δ του που συνόδευε την αίτηση για το προσωρινό διάταγμα, ο Ενάγων άφηνε να νοηθεί ότι όλες οι πράξεις και /ή δηλώσεις των Εναγομένων που τον έπεισαν να συμβληθεί με τους Εναγόμενους έγιναν στην Κύπρο, καθώς επίσης προώθησε την υπόθεσή του στη βάση της εκδοχής ότι πρόσφατα έμαθε εν τέλει από άλλους παθώντες αγοραστές ότι είναι ανύπαρκτη τόσο η πωλήτρια εταιρεία όσο και η επίδικη πολυκατοικία. Ήταν σιωπηρός για το αν έγιναν οποιεσδήποτε ουσιώδεις πράξεις ή δηλώσεις εκ μέρους των Εναγομένων προς αυτόν στη Βουλγαρία ή αν η ισχυριζόμενη μεταξύ τους συμφωνία συνήφθη στη Βουλγαρία αντί στην Κύπρο. 95.1.
  12. Όσον αφορά το αστικό αδίκημα της παράνομης οικειοποίησης του χρηματικού ποσού, ο Ενάγων, αν και δεν είχε δικογραφήσει ρητά στην Ε/Α τον τόπο όπου κατέβαλε το χρηματικό ποσό, το οποίο ως ο ισχυρισμός του δολίως οικειοποιήθηκαν οι Εναγόμενοι, εντούτοις είχε φέρει μαρτυρία μέσω των τεκμηρίων που επισυνάπτονταν στην Ε/Δ του, η οποία έτεινε να αποδείξει ότι αυτός κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά, συμποσούμενα σε αυτό που αξιώνει, από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί στο όνομά του στην Κύπρο, προς τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα των Εναγομένων, τον οποίο αυτοί διατηρούσαν επίσης στην Κύπρο. Έδειχνε δηλαδή ότι η ζημιά του, εκ των ανωτέρω αστικών αδικημάτων, η οποία συνίσταται στην απώλεια του αξιούμενου χρηματικού ποσού, επήλθε στην Κύπρο. 95.
  13. Διαφαίνεται, κατόπιν της ένστασης που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι στη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος, ότι, αναφορικά με το ισχυριζόμενο αστικό αδίκημα της απάτης, δεν υπάρχουν παραδεκτά γεγονότα ως προς αυτό. Διαφέρουν ουσιωδώς οι εκατέρωθεν προωθηθείσες εκδοχές, αφού οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων έκανε επιτόπια συνάντηση με τους Εναγόμενους στη Βουλγαρία όπου θ' ανεγειρόταν το προς πώληση διαμέρισμα για να το δει και να αποφασίσει για την αγορά του, και ότι αφού το είδε, τότε είναι που εκδήλωσε το ενδιαφέρον του να συμβληθεί με την εταιρεία που αντιπροσώπευαν οι Εναγόμενοι, γι' αυτό και υπέγραψε τη σύμβαση στη Βουλγαρία. Δηλαδή οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι, όλες οι ουσιώδεις πράξεις ή δηλώσεις που οδήγησαν τον Ενάγοντα στη συνομολόγηση της σύμβασης είναι στη Βουλγαρία που έλαβαν χώρα και ότι εν προκειμένω η δική τους ουσιώδης δραστηριοποίηση ως αντιπροσώπων της PAP Ltd είναι στη Βουλγαρία που έλαβε χώρα. Από την άλλη, όσον αφορά το ισχυριζόμενο αδίκημα της παράνομης οικειοποίησης, παρατηρώ ότι οι Εναγόμενοι δεν αρνούνται ότι το ποσό που ο Ενάγων αξιώνει από αυτούς ως παράνομα οικειοποιηθέν είναι στην Κύπρο που τους το κατέβαλε και δη σε προσωπικό τους Κυπριακό λογαριασμό και όχι σε λογαριασμό επ' ονόματι της Ρ.Α.Ρ. Ltd. 95.
  14. Το Δικαστήριο εξετάζοντας το δικαιοδοτικό ζήτημα, κατά κανόνα στηρίζεται στα γεγονότα που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα ως δικογραφούνται στην Έκεθση Απαίτησης. Ασφαλώς, όπως είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω εισαγωγικά, οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν είναι άνευ σημασίας (βλ. Interamerican Insurance Co Limited v. Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529). Ενόψει, λοιπόν, της μαρτυρίας που εισήγαγε ο Εναγόμενος 1 ενώπιον μου στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης του και χωρίς να προχωρώ, σε αυτό το στάδιο της ενδιάμεσης δικαστικής διαδικασίας, σε αξιολόγηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας για να εξεύρω την πραγματική βάση γεγονότων ή την αλήθεια των ισχυρισμών, αφού δεν έχω εξουσία σε αυτό το στάδιο να πράξω κάτι τέτοιο (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026, Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ 284), περιορίζομαι απλώς στο να εκθέσω τις εξής σκέψεις: 95.
  1. Πρώτον, ότι, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι στην παρούσα υπόθεση η γενεσιουργός αιτία, σε ό,τι αφορά το αδίκημα του δόλου/απάτης, ήτοι οι παραστάσεις που έγιναν προς τον Ενάγοντα, ρητά ή σιωπηρά, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ελεύθερο βαρών και ανήκε στην ιδιοκτησία της εταιρείας που αντιπροσώπευαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, έλαβαν χώρα στη Βουλγαρία και όχι στην Κύπρο, θα ήταν και πάλιν δικαίωμα του Ενάγοντος βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/12 (αντίστοιχα προς το άρθρο 5, παρα. 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001) να επιλέξει να κινήσει την αγωγή στον τόπο όπου επήλθε η ζημιά του. Τέτοια ζημιά συνιστά η καταβολή του τιμήματος της αγοραπωλησίας άνευ ανταλλάγματος. Και, εν προκειμένω, είναι σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό των Εναγομένων που αυτοί διατηρούν στην Κύπρο που εμφανίζεται ο Ενάγων, βάσει του Τεκμηρίου 2 της Ε/Δ του, ημερ. 28.1.2016, να κατέβαλε το τίμημα, άρα μπορεί να λεχθεί ότι στην Κύπρο επήλθε η άμεση ζημιά του. Σημειώνω, συναφώς, ότι η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει (βλ. Diamond v. Bank of London & Montreal Ltd [1979] 1 All E.R. 561), ότι ο ενάγων μπορεί να υποστεί τη ζημία όταν και όπου ενεργεί ή αρχίζει να ενεργεί βασιζόμενος στη ψευδή δήλωση, αλλά μπορεί και να έχει προκύψει σε μεταγενέστερο χρόνο και σε διαφορετικό μέρος. Κατ΄ επέκταση, ακόμη και αν η αρχική ζημιά του επήλθε με την ίδια τη συνομολόγηση της σύμβασης στη Βουλγαρία, είναι δυνατόν άμεση ζημιά να έχει επέλθει αλλού και, συγκεκριμένα, στην Κύπρο κατά την εκπλήρωση μίας κύριας υποχρέωσης που προβλέπεται στη σύμβαση. Εν προκειμένω, στην Κύπρο είναι που φαίνεται να επήλθε για τον Εναγόμενο η ζημιά ως εκ της πληρωμής του τιμήματος της σύμβασης. Ομοίως, στην Κύπρο είναι που φαίνεται να προέκυψε το ζημιογόνο για τον Ενάγοντα γεγονός αναφορικά με την ισχυριζόμενη παράνομη οικειοποίηση του εν λόγω ποσού από τους Εναγόμενους. Παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος 1 δεν αρνείται στο πλαίσιο της ενώπιον μου ένορκης δήλωσης ότι το ποσό που ο Ενάγων αξιώνει από αυτούς ως παράνομα οικειοποιηθέν είναι στην Κύπρο που τους το κατέβαλε και δη σε προσωπικό τους Κυπριακό λογαριασμό και όχι σε λογαριασμό επ' ονόματι της Ρ.Α.Ρ. Ltd. Ούτε έφεραν οι Εναγόμενοι οποιαδήποτε μαρτυρία που να βαίνει να δείξει ότι αυτοί, αφότου το παρέλαβαν, το απέδωσαν σε λογαριασμό της Ρ.Α.Ρ. Ltd προς όφελος της τελευταίας ως αντισυμβαλλόμενης του Ενάγοντος. Επομένως, θα έβρισκα ότι υφίσταται επαρκής συνδετικός δεσμός της βάσης της αγωγής με την Κύπρο όσον αφορά το παρακλητικό «Α» για σκοπούς ειδικής δωσιδικίας. 95.
  2. Διευκρινίζω, ασφαλώς, ότι δεν θα ήταν επαρκές συνδετικό στοιχείο με το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας το γεγονός και μόνον ότι ο Ενάγων διατηρεί τα δικά του κύρια περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο ή/και ότι κατέβαλε το τίμημα από δικό του τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο ή/και ότι λόγω της κατ' ισχυρισμόν ζημιογόνου για τον ίδιο συμπεριφοράς των Εναγομένων επήλθε μείωση των περιουσιακών του στοιχείων (τραπεζικών διαθεσίμων στην Κύπρο). Λέγω τούτο με βάση τα λεχθέντα στην C-168/2002, Kronhofer.
  3. Τέλος, σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ισχυρισμός ότι εκκρεμεί ήδη ενώπιον Βουλγαρικού Δικαστηρίου οποιαδήποτε αγωγή μεταξύ του Ενάγοντος και της Βουλγαρικής εταιρείας Ρ.Α.Ρ. Ltd, η οποία είναι αντισυμβαλλόμενή του στην επίδικη σύμβαση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, έτσι ώστε να δημιουργείται κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων από την ανάληψη δικαιοδοσίας από το παρόν Δικαστήριο ή και να συντρέχει λόγος συνένωσης της παρούσας με άλλην υπόθεση ενώπιον Βουλγαρικού Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 8 του Κανονισμού 1215/
  4. Για τους λόγους εξήγησα πιο πάνω, επιτρέπεται η ανάληψη διεθνούς δικαιοδοσίας υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον πληρούται ο έτερος δικαιοδοτικός όρος, περί του κατεπείγοντος χορήγησης των απαγορευτικών διαταγμάτων, καθώς και του κατά πόσον υπήρξε πλήρης και δίκαιη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων. · Κατά πόσον πληρούται ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος. Οι συνέπειες της μη πλήρους και δίκαιης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων.
  5. Είναι επιταγή του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, και αποτελεί πάγια νομολογία ότι, στην περίπτωση που η έκδοση προσωρινού διατάγματος ζητείται μονομερώς, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης, έτσι ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της αίτησης και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή, όλως εξαιρετικά, σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Aναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους, Πολ. Αίτηση Αρ. 27/10, Ημερομηνίας 23/12/2010 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Τσιάτταλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 140/2010, Ημερομηνίας 01/03/2011).
  1. Έχει νομολογηθεί ότι όσον αφορά την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων μη αποξένωσης ακίνητης ιδιοκτησίας, η υποχρέωση παρουσίασης μαρτυρίας ως προς τον κίνδυνο αποξένωσης της ιδιοκτησίας από τον Εναγόμενο συνδέεται, πρώτα και κύρια, με την υποχρέωση του αιτούντος το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα να αποδείξει το κατεπείγον του αιτήματός του και όχι απλώς με την απόδειξη του κίνδυνου μη ικανοποίησης ενδεχόμενης απόφασης ως είναι η τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Διαφωτιστικό είναι το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπό του Χατζηχαμπή, Δ., ημερ. 15.1.2013 στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. 3 και 4 του 2011, Έλενας Αμβροσιάδου ν Martin Coward): «Έχουμε ήδη παρατηρήσει και εξηγήσει γιατί η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής ουσιαστικά δεν εξέτασε το θέμα του κατεπείγοντος ως τέτοιο παρά μόνο σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και δη τον κίνδυνο μη ικανοποίησης ενδεχόμενης απόφασης. Τα δύο όμως είναι χωριστά πράγματα. Ούτε αποφασίζεται πρώτα αν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται και έπειτα αν συνέτρεχε το κατεπείγον. Το κατεπείγον εξετάζεται πρώτο, εφ΄όσον αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών εκείνων προϋποθέσεων. Παρερμηνεύθησαν δε τα λεχθέντα στην Mitsingas ότι «Δοθείσας της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης από τους εφεσίβλητους με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας η προστασία των δικα

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.