Γεώργιος Σιάμισιης ν. Μιχάλη Χατζησολωμού κ.α., Αρ. Αγωγής: 3232/16, 30/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A478 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3232/16 Μεταξύ: Γεώργιος Σιάμισιης Ενάγοντα-Αιτητή Και
- Μιχάλη Χατζησολωμού
- Γιώργου Χαλκιαδάκη Εναγομένων-Καθ ων η αίτηση ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 24.6.16 ΠΡΟΣ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΕΚΔΟΘΕΝΤΩΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ Ημερομηνία: 30.8.2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή : κ. Συρίμης Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση 1: κ. Λουκά Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει εναντίον των εναγομένων το ποσό των €445.000 το οποίο οι εναγόμενοι του απέσπασαν δυνάμει ψευδών παραστάσεων και αναληθών, παραπλανητικών και/ή πλαστών και κατασκευασμένων εγγυήσεων των εναγομένων. Στα πιο πάνω πλαίσια, αυθημερόν με την καταχώριση της αγωγής, την 24.6.16, ο ενάγων υπέβαλε μονομερώς αίτηση προς έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον και των δυο εναγομένων σε βάρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους μέχρι του ποσού των €295.
- Το αίτημα εγκρίθηκε και ως αποτέλεσμα ο εναγόμενος 1 καταχώρισε ένσταση. Αναφορικά με τον εναγόμενο 2 η αίτηση απεσύρθη γιατί δεν κατέστη δυνατή η επίδοση σε αυτόν τόσο της αίτησης, όσο και το εκδοθέντος ενδιαμέσου διατάγματος. Να προστεθεί ότι την ημέρα που το διάταγμα ήταν επιστρεπτέο εμφανίστηκε εκ μέρους της τράπεζας κάποιος κ. Κούμας ο οποίος δήλωσε ότι η τράπεζα συμμορφώθηκε και έχει δεσμεύσει τους λογαριασμούς, ως το σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε δια των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων, χωρίς την αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. Οι αντίστοιχες θέσεις εκτίθενται εκτενώς στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, στις οποίες αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις θέσεις των δικηγόρων όπως αυτές καταγράφονται στις γραπτές τους αγορεύσεις. Θα γίνει αναφορά σε αυτές όπου χρειάζεται, όπως επίσης και σε εγειρόμενα ζητήματα επί των ενόρκων δηλώσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΠΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ Πριν γίνει ειδική αναφορά στα γεγονότα κρίνεται εξ αρχής σκόπιμο να γίνει αναφορά στο νομικό υπόβαθρο επί ενδιαμέσων διαταγμάτων. Είναι νομολογημένο ότι το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.170/11 ημερ.20.10.11). Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θα κριθεί μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος, για να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σχετικό σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία το στοιχείο αυτό, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 αποτελούν τα δικόγραφα. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η παρούσα αίτηση έχει, μεταξύ άλλων, ως νομικό βάθρο το Αρ.5 του Κεφ.6 για την ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Έχει επανειλημμένα υποδειχθεί ότι το Αρ.5 του Κεφ.6 αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Αρ.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ« Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 785, υπεδείχθη ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί, ενώ στην υπόθεση Τσιολάκη κ.α ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ 782, εξηγήθηκε ότι εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (βλπ ακόμα Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R 520, και Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ 54). Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Ο ενάγων, σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση, και ο εναγόμενος 1 συνδέονται με στενή προσωπική φιλία πάνω από 30 χρόνια. Ο εναγόμενος 1 το 2015 μπήγε στην Ινδία για να σπουδάσει και να γίνει κόπτης διαμαντιών. Τέλος του 2015 μετέβη και ο ίδιος στην Ινδία και ο εναγόμενος 1 τον πήρε στην αγορά των διαμαντιών όπου και αγόρασαν μερικά διαμάντια. Του εξήγησε επίσης τον τρόπο που ελέγχουν τα διαμάντια και πως αξιολογείται η αξία τους. Τον Ιανουάριο του 2016 ο εναγόμενος αγόρασε από την Ινδία διαμάντια αξίας €50.000 και ζήτησε από τον ενάγοντα να τα αγοράσει με αμοιβή 5% για τον εναγόμενο 1 επί της τιμής πωλήσεως τους. Τους αγοραστές θα τους εξεύρισκε ο εναγόμενος 1 μοιράζοντας το κέρδος μεταξύ τους. Αυτό έγινε για 3 διαμάντια μικρής αξίας. Του έλεγε επίσης ότι έψαχνε για ακατέργαστα διαμάντια γιατί αυτά είχαν μεγάλο κέρδος. Στις 14.4.16, ο εναγόμενος 1 του σύστησε στην Λευκωσία τον εναγόμενο 2 ως σπουδαίο γεμολόγο και ότι κατείχε πολλές και καλές γνώσεις για τους πολύτιμους λίθους. Του είπαν ότι στην πόλη Χαράρε της Ζιμπάμπουε υπήρχε προς αγορά ένα δέμα με ακατέργαστα διαμάντια αξίας περίπου €1.000.000 και πως ο εναγόμενος 2 το διαπραγματεύτηκε στην τιμή των €750.
- Ο εναγόμενος 2 του είπε ότι μπορούσε να βάλει μόνο €170.000 και ο εναγόμενος 1 το ποσό των €100.000 και τον ρώτησαν αν ήθελε να συμμετάσχει και να αποκομίσει όφελος. Έθεσε όρο ότι αν θα συμμετείχε ήθελε ως εξασφάλιση το ισόποσο σε διαμάντια το οποίο και έγινε αποδεκτό εκ μέρους των εναγομένων. Ζήτησε την ταυτότητα και το διαβατήριο του εναγομένου 2 (τεκμ.1 και 2). Με συνεχή πίεση ο εναγόμενος 1 προσπαθούσε να τον πείσει ότι ήταν μεγάλη ευκαιρία η αγορά και αρχικά δέχτηκε να καταβάλει το ποσό των €200.
- Την 26.4.16 ο εναγόμενος 1 επισκέφτηκε τον εναγόμενο 2 στην Ρουμανία, όπου αυτός κατοικούσε, για να διαπιστώσει αν ο εναγόμενος 2 ήταν πράγματι αυτός που έλεγε ότι ήταν και όχι κάποιος απατεώνας. Στις 28.4.16 που επέστρεψε, τον διαβεβαίωσε ότι ο εναγόμενος 2 είναι αξιόπιστος και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Έφερε και δυο διαμάντια, ένα μπλε και ένα άχρωμο, ως εξασφάλιση για τα χρήματα που θα έδινε. Ο εναγόμενος 1 προσπαθούσε να τον πείσει να βάλει περισσότερα χρήματα αναφέροντας του ότι ο εναγόμενος 2 είναι γνωστός στην Ρουμανία και μπορούσαν να τον εμπιστευτούν. Στις 30.4.16 ο εναγόμενος 1 προσπαθούσε να τον πείσει, πριν ανοιχθεί το δέμα στην Χαράρε, να βάλει περισσότερα χρήματα για να μην πάρουν άλλοι τις καλύτερες πέτρες και μειωθεί έτσι το πιθανό κέρδος που θα είχαν. Του είπε επίσης ότι έπεισε τον εναγόμενο 2 να βάλει €250.000, ο ίδιος θα έβαζε €100.000 και ο ενάγων €400.000 ώστε να αγοράσουν όλο το δέμα και να το πωλήσουν στην τιμή του €1.250.000 σε αγοραστή που είχε έτοιμο ο εναγόμενος
- Την 1.5.16 έδωσε στον εναγόμενο 1 το ποσό των €200.000 και αυτός του έδωσε το μπλε και το άσπρο διαμάντι ως εξασφάλιση, μαζί με τα πιστοποιητικά αυθεντίας και εκτίμησης τους. Τα πρωτότυπα είναι στην κατοχή της αστυνομίας (τεκμ.3 και 4). Σύμφωνα με τα πιστοποιητικά και τα λεγόμενα των εναγομένων, η αξία των διαμαντιών ανερχόταν στο ποσό των €240.000 και συνεπώς κάλυπταν το ποσό των €200.000 που έδωσε στον εναγόμενο
- Ακολούθως συμφώνησε να καταβάλει ακόμα €245.000 αφού με την εξασφάλιση 3 διαμαντιών που του παρείχαν οι εναγόμενοι 1 και 2 θα έπαιρνε διαμάντια αξίας μεγαλύτερης από τα χρήματα που θα κατέβαλλε. Την 3.5.16 παρουσία της συζύγου του, στο αεροδρόμιο Λάρνακας συνάντησε τους εναγόμενους και τους έδωσε το ποσό των €245.
- O εναγόμενος 2 του έδωσε ένα κίτρινο διαμάντι μαζί με τα πιστοποιητικά του, το οποίο ως του είπε άξιζε €140.000, την αυθεντικότητα και την αξία του οποίου επιβεβαίωσε και ο εναγόμενος 1 (τεκμ.5). Η διευθέτηση που έγινε με τους εναγόμενους ήταν ότι κατέβαλε €400.000 για το δέμα των διαμαντιών και επιπλέον €45.000 για τα τέλη εξαγωγής τους από την Ζιμπάμπουε, τα οποία θα έπαιρνε πίσω, πλέον το κέρδος του ύψους €170.000 και θα κρατούσε τα διαμάντια ως εγγύηση μέχρι να πληρωθεί. Στις 6.5.16 και ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 μετέβηκαν στην Χαράρε για την αγορά του πακέτου των διαμαντιών, επικοινώνησαν μαζί του και του είπαν ότι υπήρχε πρόβλημα, γιατί τελικά η αξία του πακέτου ήταν μόνο €230.
- Του είπαν ότι δεν έγινε η αγορά και πως ο εναγόμενος 2 θα πήγαινε στην Νότιο Αφρική, για να μην πάει άδικα το ταξίδι, όπως του είπε ο εναγόμενος 2, και να προσπαθήσει να κάμει καμιά πράξη. Ζήτησε από τον εναγόμενο 2 να του επιστρέψει τουλάχιστον €150.000 από τα λεφτά του και να τα δώσει στον εναγόμενο 1 όταν αυτός θα επέστρεφε στην Κύπρο. Μέσω των κινητών τηλεφώνων διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι τον κορόιδεψαν και βρίσκονταν την 15η προς την 16η Μαΐου στην ίδια πτήση προς την Κύπρο. Στις 16.5.16 ο εναγόμενος 1 τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του και του έδωσε €150.000, αρνούμενος ότι βρισκόταν στην ίδια πτήση μαζί με τον εναγόμενο
- Ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να βρει τον εναγόμενο 2 και να του επιστρέψουν τα χρήματα του και να τους δώσει πίσω τα διαμάντια τους. Το βράδυ της 16.5.16 ο εναγόμενος 1 του έστειλε μήνυμα ότι ο εναγόμενος 2 ήταν καθοδόν για να του δώσει τα χρήματα του, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος 2 αναχώρησε για Ρουμανία στις 17.5.
- Επικοινώνησε με τον εναγόμενο 2 ο οποίος του ανέφερε ότι βρισκόταν στην Ρουμανία και πως την επομένη ημέρα θα έστελλε κάποιο να του δώσει τα χρήματα και να παραλάβει τα 3 διαμάντια μαζί με τα πιστοποιητικά τους, γεγονός που δεν έγινε. Στις 18.5.16 πήγε στην αστυνομία, παρά τον προβληματισμό του, ότι δηλαδή είχε στην κατοχή του διαμάντια μεγαλύτερης αξίας. Στις 27.5.16 άρχισε να ανησυχεί γιατί οι εναγόμενοι δεν ενδιαφέρθηκαν να πάρουν πίσω τα διαμάντια τους, αφού υποτίθεται άξιζαν περισσότερα από τα χρήματα που τους έδωσε. Έτσι, στις 28.5.16 επισκέφτηκε γνωστό του κοσμηματοπώλη και του ζήτησε να ελέγξει τα διαμάντια. Αφού τα έλεγξε του είπε ότι το άχρωμο ήταν καλό, αλλά το μπλε και το κίτρινο παρουσίαζαν πολλά προβλήματα και δεν άξιζαν πολλά. Μετά από αυτό, μέσω γνωστού του επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 και του ζήτησε τα χρήματα που τους έδωσε. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι έχασε επαφή με τον εναγόμενο
- Στη συνέχεια επισκέφτηκε εξειδικευμένο γεμολόγο στη Λεμεσό ο οποίος, παρουσία και του εναγομένου 1, αφού εξέτασε τα διαμάντια, του ανέφερε ότι η συνολική αξία των 2 διαμαντιών, πλην του άχρωμου, ανέρχεται στο ποσό των €7.000 και ότι τα πιστοποιητικά ήταν πλαστά (τεκμ.6, 7 και 8). Αντιπαραβολή των πιστοποιητικών που του έδωσε ο εναγόμενος 1 με εκείνα του ειδικού γεμολόγου, αναδεικνύει ότι τα διαμάντια έχουν υποστεί επεξεργασία, ενώ τα πιστοποιητικά που του παρέδωσε ο εναγόμενος 1 δεν το αναγράφει, γεγονός που ρίχνει κατακόρυφα την αξία των διαμαντιών. Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 συνωμότησαν με στόχο να αποκομίσουν κέρδος σε βάρος του με απάτη και ψευδείς παραστάσεις και κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Ο εναγόμενος 1 τελεί υπό κράτηση και αναζητείται υπό της αστυνομίας ο εναγόμενος
- Είναι περαιτέρω η θέση του ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, μεταξύ αυτών και τα χρήματα που τους έδωσε, γιατί ως πιστεύει, δεν είχαν ακόμα την ευκαιρία να τα ξοδέψουν. Ο εναγόμενος 1 από την πλευρά του αναφέρει ότι ο ενάγων είναι αγοραστής λίθων και μόνος του επέδειξε ενδιαφέρον για να εμπορευτούν διαμάντια από την Ινδία, όπου βρισκόταν και διδάχτηκε στην αξιολόγηση αποκλειστικά λευκών διαμαντιών, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων. Αναφορικά με την πρώτη αγορά των διαμαντιών αξίας €50.000 αυτή αφορούσε λευκά διαμάντια και προσυμφώνησαν μεταξύ τους τι ακριβώς θα αγόραζε και σε ποιο ποσό. Τον εναγόμενο 2 τον γνώρισε μέσω κάποιου γνωστού του, ο οποίος του συστήθηκε ως γεμολόγος απόφοιτος πανεπιστημίου και ειδικός στην εκτίμηση διαμαντιών και στην έκδοση σχετικών πιστοποιητικών αυθεντικότητάς τους. Ανέφερε στον ενάγοντα για την γνωριμία του αυτή και του είπε ότι ήθελε να βρεθούν και οι τρεις τους, γιατί ο ενάγων είχε ενδιαφέρον επί των ακατέργαστων διαμαντιών. Του ξεκαθάρισε από την αρχή ότι δεν γνώριζε πολύ καλά τον εναγόμενο 2 και είναι ο εναγόμενος 2 που ανάφερε για τα σχετικά περί των διαμαντιών στην Χαράρε, καθότι ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε περί ακατέργαστων διαμαντιών. Ο εναγόμενος 2 μετά από ερωτήσεις του ενάγοντα ανέφερε ότι η αξία του πακέτου ήταν €1.000.000, αλλά μετά από διαπραγματεύσεις το εξασφάλισε στην τιμή των €750.
- Ο ίδιος δεν είχε διαμάντια να παράσχει ως εγγύηση στον ενάγοντα και τα δοθέντα ως εγγύηση διαμάντια δόθηκαν από τον εναγόμενο 2 προσωπικά και όχι εκ μέρους του. Γι' αυτό μετέβη με δικά του έξοδα στην Ρουμανία για να φέρει τα διαμάντια που ζήτησε ως εγγύηση ο ενάγων και για να τον διαβεβαιώσει για την αξιοπιστία του εναγόμενου 2, αφού δεν του είχαν πλήρη εμπιστοσύνη. Στην Ρουμανία επισκέφτηκε τον εναγόμενο 2 στο χώρο εργασίας της συζύγου του όπου και διέμενε - ζαχαροπλαστείο -και τον εμπιστεύτηκε πιο πολύ. Μετέφερε την άποψη του στον ενάγοντα και από μόνος του, ο ενάγων - γνωστός λάτρης της εμπορίας διαμαντιών - αποφάσισε να αυξήσει το ποσό που θα έδινε για την αγορά των διαμαντιών για να αυξηθεί το αναμενόμενο κέρδος του. Ήταν αποκλειστική δική του απόφαση και ο ίδιος ουδέποτε τον πίεσε να δώσει μεγαλύτερο ποσό. Ήταν ο ενάγων που εξέφρασε το ενδιαφέρον να προβεί στην εν λόγω επένδυση και τον έφερε σε επαφή με τον εναγόμενο 2 και από ότι γνώριζε είχαν καθημερινή επαφή μεταξύ τους. Ο ενάγων απέκρυψε την καθημερινή του επικοινωνία με τον εναγόμενο 2 και προσπάθησε να παρουσιάσει τον ίδιο ως γνώστη ακατέργαστων διαμαντιών και της αγοράς τους. Ήταν απλώς μέρος της συμφωνίας για την εισαγωγή διαμαντιών και αυτός που γνώρισε τον ενάγοντα και τον εναγόμενο
- Δέχεται ότι αυτός έφερε τα διαμάντια που δόθηκαν ως εγγύηση στον ενάγοντα και σκοπός του ταξιδιού του στην Ρουμανία ήταν να βεβαιωθεί για την αξιοπιστία του εναγομένου 2 και να πάρει τις πέτρες που ζήτησε ως εγγύηση ο ενάγων. Ο ενάγων γνωρίζει πολύ καλά ότι τα λεφτά που έδωσε κατέληξαν στον εναγόμενο 2, γεγονός που το παραδέχεται στην παράγραφο 18 της ένορκης του δήλωσης και συνεπώς γνωρίζει ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα όφελος. Δεν έδωσε εξασφάλιση τα διαμάντια στον ενάγοντα αλλά ο εναγόμενος
- Η δική του συμμετοχή ήταν η καταβολή €100.000 για την εισαγωγή, επεξεργασία και πώληση των διαμαντιών με το αναλογούν σε αυτόν κέρδος. Αναφορικά με τις εκτιμήσεις των διαμαντιών για το λευκό διαμάντι έκαμε εκτίμηση ότι η αξία του ήταν γύρω στις €125.000, ενώ για τα άλλα δεν μπορούσε να εκτιμήσει την αξία τους γιατί δεν είχε γνώσεις ως προς αυτά. Είχαν, τόσο ο ίδιος όσο και ο ενάγων, εμπιστοσύνη στον εναγόμενο 2, μετά από τις διαβεβαιώσεις του γνωστού του που του τον γνώρισε και μετά από την προσωπική του επίσκεψη στην Ρουμανία και την καθημερινή επικοινωνία που είχε ο ενάγων μαζί του. Ουδέποτε σκέφτηκαν ότι τα πιστοποιητικά που προσκόμισε ήταν πλαστά, καθότι παρουσιάστηκε ως ειδικός τεχνοκράτης γεμολόγος. Στην Ζιμπάμπουε δεν τελεσφόρησαν οι διαπραγματεύσεις γιατί οι λίθοι που τους υποδείχθηκαν, όπως διαπίστωσαν με τον εναγόμενο 2 μετά από προκαταρκτική εξέταση, ήταν κατώτερης αξίας. Ενημέρωσαν τον ενάγοντα για την εξέλιξη αυτή και ο ενάγων αποκρύπτει ότι εισηγήθηκε να τα αγοράσουν στην πραγματική τους αξία. Επίσης ο ενάγων αποκρύπτει ότι μετά την διαβεβαίωση του εναγομένου 2 για συμμετοχή του σε πλειστηριασμό διαμαντιών στην Νότια Αφρική του είπε να κρατήσει τα χρήματα για ακόμα 2 εβδομάδες. Αυτό, κατά την εισήγηση του εναγομένου 1, δεικνύει ότι ο ενάγων ενδιαφερόταν έντονα για την αγορά ακατέργαστων διαμαντιών και ότι είχε εμπιστοσύνη στον εναγόμενο
- Είναι με δική του παρέμβαση που έλαβε τις €150.000 και τις έδωσε στον ενάγοντα. Ο εναγόμενος 2 μέχρι την τελευταία στιγμή δεν του έλεγε αν θα επέστρεφε από την Ζιμπάμπουε και μέχρι την επιβίβαση του (στο αεροπλάνο), δεν γνώριζε την απόφαση του εναγόμενου
- Τελικά επιβιβάστηκε στην πτήση για την Κύπρο και του ανέφερε ότι θα επέστρεφε σε μια εβδομάδα για να κάνει την αγορά. Του ζήτησε να μην πει οτιδήποτε στον ενάγοντα γιατί θα χαλούσε η συμφωνία και ότι είχε άδεια να κρατήσει τα λεφτά του μέχρι το τέλος Μαΐου. Όταν επέστρεψε και πήρε τα χρήματα στον ενάγοντα, αυτός φώναζε και είναι γεγονός ότι αρνήθηκε την επιστροφή του εναγομένου 2 στην Κύπρο πανικοβλημένος από την συμπεριφορά του ενάγοντα, γνωρίζοντας πόσο ήθελε να επιτευχθεί η συμφωνία. Τότε ο ενάγων τηλεφώνησε στον εναγόμενο 2 και του ζήτησε τα χρήματα του πλέον €170.000 ως το κέρδος που θα απεκόμιζε από την συμφωνία. Ο εναγόμενος 2 του είπε ότι θα του επιστρέψει αν ήθελε τα χρήματα του, όχι όμως και το κέρδος. Στην συνέχεια μετά από οχλήσεις του ενάγοντα ζήτησε από τον εναγόμενο 2 να του επιστρέψει τα χρήματα και αυτός τον διαβεβαίωσε ότι θα το έπραττε. Είναι η θέση του ότι εκ της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα είναι φανερό ότι παραδέχεται και ο ίδιος ότι τα χρήματά του ήταν στην κατοχή του εναγόμενου 2 και ότι ο ίδιος ουδέν ποσό έλαβε, έχασε δε και την προοπτική μεταπώλησης των διαμαντιών. Έκανε αλλεπάλληλες προσπάθειες για να πείσει τον εναγόμενο 2 να επιστρέψει τα χρήματα του ενάγοντα. Πήγε στη Ρουμανία στις 7.6.16 και επέστρεψε την επομένη. Εκεί η γυναίκα του εναγόμενου 2 του είπε ότι χώρισαν και δεν έμενε πλέον εκεί. Ο ενάγων προσπάθησε μέσω του υποκόσμου να του αποσπάσει το ποσό που κατείχε ο εναγόμενος 2 και έχει υποπέσει σε αντιφάσεις στην ένορκη του δήλωση, με σκοπό να μπλέξει τον ίδιο, που είναι αθώος, στην απόσπαση των χρημάτων του από τον εναγόμενο
- Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι αντιφατικοί με εκείνους που ανέφερε στους εξεταστές της υπόθεσης, επισυνάπτοντας στην ένορκη του δήλωση, την γραπτή δήλωση του εξεταστή της υπόθεσης στην διαδικασία προσωποκράτησης εναντίον του (τεκμ.3). Εκεί αναφέρει ότι του ζήτησε ο ενάγων να αποστείλει το πιστοποιητικό του λευκού διαμαντιού στην Αθήνα γιατί βρήκε αγοραστή, γεγονός που δεν το αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Αποκρύπτει επίσης ότι στην κατάθεση του στην αστυνομία ανέφερε ότι ήταν αυτός που τον ενημέρωσε ότι το πακέτο ήταν εκτός προδιαγραφών και ότι ο ενάγων επέμενε να προβούν στην αγορά του πακέτου με το ανάλογο ποσό της αξίας του και το υπόλοιπο ποσό να αξιοποιηθεί σε άλλη πηγή ακατέργαστων διαμαντιών, μετά από εισήγηση του εναγόμενου
- Αυτό αντιφάσκει με τον επί της παραγράφου 16 ισχυρισμό του ότι ζήτησε άμεση επιστροφή των χρημάτων του. Είναι επίσης η θέση του ότι ο ενάγων παραθέτει τα γεγονότα με παραπλανητικό και ελλιπή τρόπο και δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια. Παραλείπει να αναφέρει την καθημερινή του επικοινωνία με τον εναγόμενο 2 και την εμπιστοσύνη που ανέπτυξε στο άτομο του και ότι και οι δυο στηρίζονταν στα λεγόμενα του εναγομένου
- Παραλείπει να αναφέρει ότι ήταν έτοιμος να αφήσει το σύνολο του ποσού στα χέρια του εναγομένου 2 και ότι επέμενε για την αγορά του πακέτου στην αξία την οποία είχε. Αποκρύπτει ότι μετά από πιέσεις του πήγε στη Ρουμανία για να ανακτήσει τα χρήματα του και ότι τον παρακάλεσε να αποστείλει μαζί του και ένα δικό του άτομο. Ψεύδεται ότι του έδωσε σαφή εκτίμηση για την μπλε και την κίτρινη πέτρα, γιατί γνώριζε ότι δεν είχε τέτοια τεχνογνωσία και δεν έκαμε ποτέ τέτοια εκτίμηση. Δεν είχε κανένα όφελος, ούτε προκάλεσε κάποια ζημιά στον ενάγοντα και δεν προέβη σε καμιά ψευδή παράσταση σε αυτόν. Επέστρεψε τα όποια ποσά έλαβε από τον ενάγοντα. Είναι ο εναγόμενος 2 που έδωσε ως εγγύηση τα διαμάντια, δικής του ιδιοκτησίας, και αυτός έλαβε τα χρήματα του ενάγοντα. Προβάλλει επίσης ότι η συμφωνία για την αγορά των διαμαντιών ήταν παράνομη, αντιβαίνουσα του Νόμο, Ν.266
(1)/04 και τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2368/02 σύμφωνα με τον οποίο απαιτείται όπως η εισαγωγή ακατέργαστων διαμαντιών γίνει μέσω συγκεκριμένης τοποθεσίας και στην Κύπρο θα έπρεπε να εισαχθούν μέσω τρίτης Ευρωπαϊκής πόλης, ενώ η συμφωνία σύμφωνα με τον ενάγοντα προέβλεπε να εισαχθούν από την Χαράρε στην Κύπρο. Έτσι και αν εξάγονταν νόμιμα από την Αφρική θα εισαγόταν παράνομα στην Κύπρο. Τέλος είναι η θέση του ότι ο ενάγων έχει στην κατοχή του διαμάντια αξίας €130.000 και το εκδοθέν διάταγμα θα έπρεπε να ήταν για το ποσό των €165.000 και όχι για €295.000. Τα πιο πάνω συνθέτουν το πραγματικό τοπίο όπως αυτό αναδύεται εκ των ενόρκων δηλώσεων και επί αυτών των γεγονότων και δεδομένων το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, στα πλαίσια των καθιερωμένων κριτηρίων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και αν ικανοποιούνται τα κριτήρια που τάσσει η νομολογία. Εγείρονται διάφορα θέματα εκ μέρους του εναγομένου 1 τα οποία και προωθούνται στην αγόρευση του δικηγόρου του. Θα εξεταστούν κατά σειρά ως πρώτα εκείνα που σχετίζονται με δικονομικής υφής ζητήματα. Το πρώτο που εγείρεται είναι ότι δεν στοιχειοθετείται το κατεπείγον. Εξάγεται εκ της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα ότι τα ουσιαστικά γεγονότα διαδραματίστηκαν τον Μάιο, ενώ τις εκτιμήσεις για τα διαμάντια που του δόθηκαν ως εγγύηση τις έλαβε αρχές Ιουνίου (τεκμ.6, 7 και 8) και στην συνέχεια αποτάθηκε και κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Εξάγεται περαιτέρω εκ της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή, ότι ο εναγόμενος 1 συνελήφθη, όταν δε αποτάθηκε ο ενάγων στο δικαστήριο, ο εναγόμενος 1 ήδη βρισκόταν υπό κράτηση. Αποτάθηκε τελικά στο δικαστήριο την 24.6.16, γεγονός που στην ροή και την εξέλιξη των γεγονότων, μετά που κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να λεχθεί ότι ολιγώρησε ή και αδιαφόρησε για την άσκηση των δικαιωμάτων. Αντίθετα κατά την κρίση του δικαστηρίου ενέργησε άμεσα για την προστασία των δικαιωμάτων του. Κατά συνέπεια η ένσταση περί μη στοιχειοθέτησης του κατεπείγοντος απορρίπτεται. Το επόμενο θέμα που εγείρεται εκ μέρους του εναγομένου 1 είναι ότι ο ενάγων απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, ώστε τα εκδοθέντα διατάγματα, εξ αυτού του λόγου, θα πρέπει να ακυρωθούν. Σειρά αποφάσεων, κυρίως Αγγλικών, που υιοθέτησε η δική μας νομολογία, αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη αλλά και την υποχρέωση της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι σε γνώση του αιτητή. Σε αντίθετη περίπτωση το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Η υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, που μπορεί ακόμα να είναι και ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, αποτελεί υψίστης πίστεως. Παράλειψη τήρησης της υποχρέωσης αυτής οδηγεί στην ακύρωση της διαταγής που δόθηκε μονομερώς. Τα γεγονότα όμως θα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση έστω και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Beenfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280). Στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 597, κρίθηκε ότι το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Εκείνο που σε τελική ανάλυση προσμετρά ως επιβαλλόμενη υποχρέωση, είναι η ειλικρινής παράθεση όλων των αληθινών γεγονότων κατά τρόπο δίκαιο. Σύμφωνα με την υπόθεση Larissa (Αρ.2)
(1997)1 ΑΑΔ 1333, αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί σε τέτοια περίπτωση είναι κατά πόσο το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε (α) ήταν γνωστό στον αιτητή και (β) αν είναι ουσιαστικό. Παραμένει όμως σταθερό σημείο αναφοράς ότι, ως υπεδείχθη στην υπόθεση Resola Cyprus Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Τι μπορεί κάθε φορά να αποτελούν ή και να συνιστούν ουσιώδη στοιχεία, εξαρτάται εξ αντικειμένου από τη φύση τους. Ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής κατά την εξέταση της αίτησης. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιώδες. Ακόμα, ως εξηγήθηκε στην Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου
(1998)1 ΑAΔ 1551, και εκεί που δεν έγινε πλήρης αποκάλυψη, δεν αποτελεί το μόνο αποφασιστικό παράγοντα, αφού το Δικαστήριο τελικά έχει διακριτική ευχέρεια, παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που θα δικαιολογούσε την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο, υπό όρους, διάταγμα. Το δικαστήριο έχει μελετήσει όλα όσα ο εναγόμενος 1 αναφέρει ως γεγονότα τα οποία ο ενάγων απέκρυψε, όταν αποτάθηκε μονομερώς στο δικαστήριο. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, κανένα εξ αυτών δεν στοιχειοθετεί την θέση του εναγομένου
- Ούτε και κρίνεται ως ικανό για να κριθεί ως τέτοιας σπουδαιότητας γεγονός, το οποίο και απέκρυψε ο ενάγων, ώστε αν αποκαλυπτόταν θα επηρέαζε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Έτσι, για τον ισχυρισμό του εναγομένου 1 ότι ο ενάγων τους ζήτησε να αγοράσουν τα διαμάντια στην Χαράρε στην αξία την οποία πραγματικά είχαν, δεν αποτελεί κάποιο γεγονός που θα διαμόρφωνε κάποια άλλη διαφορετική εικόνα από εκείνη που στο τέλος της ημέρας παρουσίασε ο ενάγων στο δικαστήριο. Ούτε και ότι είπε του εναγόμενου 2 να κρατήσει τα χρήματα μέχρι τέλος Μαΐου συνιστά κάποιο γεγονός που μεταβάλλει την κατάσταση ως προς την ουσία των γεγονότων. Άλλωστε ο ενάγων δεν απέκρυψε τα γεγονότα αυτά, αφού αναφέρει ότι μετά το πρόβλημα με την αξία των διαμαντιών στην Χαράρε, του είπαν ότι ο εναγόμενος 2 θα πήγαινε στην Νότια Αφρική για να κάμει καμιά πράξη, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο ενάγων αποδέχτηκε το γεγονός αυτό, ζητώντας όμως την επιστροφή €150.
- Είναι η συνέχεια των γεγονότων που έχει ουσιαστική σημασία που οδήγησαν τον ενάγοντα να αποταθεί σε ειδικό και ακολούθως στην αστυνομία και τελικά στο δικαστήριο. Για ορισμένα άλλα γεγονότα τα οποία ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι απέκρυψε ο ενάγων, θα εξεταστούν στη συνέχεια, υπό το πρίσμα της εξέτασης των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Εγείρει θέμα ο εναγόμενος 1 ότι ο ενάγων είναι αντιφατικός με αυτά που ανάφερε στην αστυνομία, επισυνάπτοντας την μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης κατά την διαδικασία προσωποκράτησής του. Το δικαστήριο έχει διεξέλθει τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης στο δικαστήριο. Αποτελεί, ενδεχομένως, την κυρία εξέταση του στο δικαστήριο και απουσιάζει βεβαίως η αντεξέταση του και ότι προέκυψε εξ αυτής. Το σχόλιο αυτό γίνεται όχι γιατί το δικαστήριο θα αξιολογήσει όσα ανέφερε ο εξεταστής στο δικαστήριο σε αντιπαραβολή με όσα ορκίστηκε ο ενάγων στην παρούσα διαδικασία, αλλά για να υποδειχθεί ότι αποτελεί μόνο ένα μέρος της μαρτυρίας του εξεταστή και όχι το σύνολο της μαρτυρίας του. Κατά συνέπεια και στον βαθμό που θα μπορούσαν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα το υλικό είναι ελλιπές. Ανεξάρτητα από αυτό, και αν ακόμα ο εναγόμενος 1 ζήτησε από τον ενάγοντα να του αποστείλει φωτογραφία του πιστοποιητικού αυθεντικότητας της άχρωμης πέτρας γιατί βρήκε αγοραστή στην Αθήνα, που δεν το αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, δεν διαφοροποιείται η κατάσταση, ούτε και αποτελεί γεγονός τέτοιο που να είχε κάποια επίδραση κατά την έκδοση του διατάγματος. Πρόκειται για λεπτομέρειες που αφορούν το ιστορικό και άσχετες με την ουσία των γεγονότων. Πέραν αυτού, η διαπίστωση του δικαστηρίου είναι ότι όσα αναφέρονται στην μαρτυρία του εξεταστή, συνάδουν με τον κύριο κορμό της μαρτυρίας που έδωσε ο ενάγων, δια της ενόρκου δηλώσεως του, προς υποστήριξη της αίτησης προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση η αγωγή του ενάγοντα εδράζεται σε δόλο και απάτη και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, πλαστογραφία και συνομωσία προς καταδολίευσή του, ήτοι ενώ έδωσε το ποσό των €495.000 στους εναγόμενους 1 και 2 για την από κοινού αγορά διαμαντιών, τελικά οι εναγόμενοι κατακράτησαν ποσό εκ €295.00 χωρίς τελικά να διενεργηθεί οποιαδήποτε αγορά διαμαντιών. Περαιτέρω και προς εγγύηση των χρημάτων που τους έδωσε, του παρέδωσαν 3 διαμάντια εκ των οποίων τα δυο σχετικά πιστοποιητικά ήταν ψευδή και πλαστά. Κρινόμενη αντικειμενικά η απαίτηση διαπιστώνεται ότι εδράζεται επί καλώς αναγνωρισμένων από το νόμο δικαιωμάτων ώστε να κριθεί ως καλή βάση της αγωγής προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης (Α/φοι Μυλωνα κ.ά ν. Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1513). Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, υπεδείχθη ότι εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Το δικαστήριο συνεπώς θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση, υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, σύμφωνα με την οποία εξετάζεται με βάση τη προσαχθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του το δικαστήριο, ώστε να αποδειχθεί η μικρή έστω πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής σε βαθμό που να είναι ορατή. Το κριτήριο αυτό θα συνεξεταστεί και υπό το πρίσμα των λόγων ένστασης που προβάλλει ο καθ ου η αίτηση. Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να λεχθεί, ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό του ενδιαμέσου διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980), ούτε και εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και σε κατάληξη ευρημάτων επί γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Από την άλλη, η μαρτυρία ως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού ανωτέρω, θα υποστεί κάποια, έστω, πρωταρχική και πρώιμη αξιολόγηση με την έννοια της απεικόνισης της μαρτυρίας. Τέτοια ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στο περιορισμένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Εκείνο που είναι επιτρεπτό, με την έννοια της πρώιμης αξιολόγησης, είναι η αποτύπωση των διαφόρων ουσιαστικών ισχυρισμών και η αντιπαραβολή τους με τον απαραίτητο υπό τις περιστάσεις σχολιασμό, ώστε να διαφανεί η αποδεικτική δύναμη κάθε πλευράς. Τελεσίδικα βέβαια ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν (Όξυνου κ.ά ν. Μαρία Ρόλη Λούη,
(2011)1 Α.Α.Δ 1066). Δεν είναι το παρόν στάδιο το βάθρο για την οριστική επίλυση της ουσίας της διαφοράς. Ο εναγόμενος 1 πλειστάκις αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι δεν έλαβε κάποιο ποσό από τον ενάγοντα και πως είναι ο εναγόμενος 2 που έχει και κατακρατεί τα χρήματα του ενάγοντα. Και τούτο παρόλο που σε άλλο μέρος αναφέρει, (δες παράγραφο 21 ενόρκου δηλώσεως), ότι επέστρεψε τα όποια ποσά έλαβε από τον αιτητή. Εν τούτοις, στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι ο ενάγων έδωσε σε δυο διαφορετικές περιπτώσεις ολόκληρο το ποσό των €445.000 στον εναγόμενο 2. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις αναφορικά με την ανακολουθία του εναγομένου 1 γίνονται για να καταδείξουν ότι παρά την αναφορά του ότι είναι ο εναγόμενος 2 που κατακρατεί τα χρήματα του ενάγοντα, παραδέχεται ότι έλαβε και αυτός κάποιο ποσό από τον ενάγοντα. Υποδεικνύεται εδώ, πως μεταξύ άλλων η βάση της αγωγής του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι και για συνομωσία και επί τούτου, ως υποδεικνύει η νομολογία, επί συνομωσίας η καταβολή αμοιβής δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (TABRIZI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2004)2 Α.Α.Δ. 421). Ούτε και έχει σημασία ποιος εκ των δυο κρατούσε ή και εξακολουθεί να έχει τα υπόλοιπα χρήματα που έδωσε ο ενάγων. Βεβαίως τα θέματα αυτά θα εξεταστούν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας με την πλήρη αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξαγωγή τελικών ευρημάτων του δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό να καταγραφούν οι πιο πάνω παρατηρήσεις, στα πλαίσια εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης. Από το σύνολο των εκτεθέντων συνάγεται ότι ο εναγόμενος 1 γνώρισε στον ενάγοντα τον εναγόμενο 2 ως ειδικό γεμολόγο. Στην συνάντηση που είχαν του λέχθηκε από τους εναγόμενους για τα διαμάντια στην Χαράρε. Μάλιστα, παρόλο που ο εναγόμενος 1 σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του δεν γνώριζε πολύ καλά τον εναγόμενο 2, πήγε στην Ρουμανία για να φέρει αφενός τα διαμάντια που ζήτησε ως εγγύηση ο ενάγων, αλλά και να ελέγξει αφετέρου τον εναγόμενο
- Συνάγεται περαιτέρω πως ο εναγόμενος 1 έκαμε τους ελέγχους του, όποιοι και αν ήταν αυτοί, και βεβαιώθηκε περί της αξιοπιστίας του εναγομένου 2 και τον εμπιστεύτηκε, πιο πολύ μάλιστα. Μετέφερε δε την άποψη του στον ενάγοντα και τον διαβεβαίωσε περί της αξιοπιστίας του εναγομένου
- Παρενθετικά να αναφερθεί, τουλάχιστον για ότι αφορά την βασιμότητα των ελέγχων που έκαμε ο εναγόμενος 1 περί της αξιοπιστίας του εναγομένου 2, αποτελεί το γεγονός, όπως ο ίδιος αναφέρει, όταν μεταγενέστερα πήγε στη Ρουμανία για να βρει τον εναγόμενο 2, αυτός χώρισε και έφυγε από το ζαχαροπλαστείο της συζύγου του, εξ ου και καταζητείται από την αστυνομία. Κατά συνέπεια και ως παρατήρηση, εκείνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι εναγόμενος 1 έπεισε τον ενάγοντα και τον ώθησε να καταβάλει αρχικά το ποσό των €200.000 και στη συνέχεια το υπόλοιπο ποσό, τόσο γιατί του ανέφερε περί της αξιοπιστίας του εναγομένου 2 και της αύξησης της εμπιστοσύνης του προς αυτόν, όσο και γιατί έφερε και έδωσε στον ενάγοντα τα διαμάντια μαζί με τα πιστοποιητικά αυθεντικότητας, ως εγγύηση για το πιο πάνω ποσό. Τα οποία στη συνέχεια ως αναντιλέκτως εξάγεται, τα δυο εξ αυτών ήταν πλαστά και η αξία τους ήταν κατά πολύ χαμηλότερη από όσα του είπαν οι εναγόμενοι. Ένα ερώτημα που εγείρεται εδώ, το οποίο και θίγει ο κ. Συρίμης στην αγόρευση του είναι το εξής. Ο εναγόμενος 1, αφού θα κατέβαλλε €100.000 στην όλη συναλλαγή και αγορά των διαμαντιών, δεν φαίνεται να επέδειξε ενδιαφέρον να ζητήσει και αυτός κάποια εγγύηση από τον εναγόμενο
- Ούτε τελικά αναφέρει αν τελικά έβαλε το πιο πάνω ποσό και τι απέγινε αυτό. Αποτελεί πάντως γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 ουδέν περί αυτών αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετους προβληματισμούς. Σε κάθε περίπτωση προκαλεί εύλογη απορία πως ο εναγόμενος 1 έσπευσε να πάει στην Ρουμανία για να φέρει τα διαμάντια της εγγύησης που ζητούσε ο ενάγων και ο ίδιος ουδέν μέτρο έλαβε για να εξασφαλίσει το ποσό των €100.000 της δικής του επένδυσης. Ούτε και έχει σημασία, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, αν τα διαμάντια της εγγύησης ήταν ιδιοκτησίας του εναγομένου 2 ή του εναγομένου 1, αφού σε κάθε περίπτωση είναι ο εναγόμενος 1 που τα έφερε και τα παρέδωσε στον ενάγοντα ως εγγύηση για την επένδυση του. Διαφαίνεται πάντως πως το ενδιαφέρον των εναγομένων στην όλη συναλλαγή, επικεντρώθηκε στο να πειστεί μόνο ο ενάγων και να εξασφαλιστεί η επένδυση του και όχι και ο εναγόμενος
- Γεγονός που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιτεύχθηκε. Επί του θέματος αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι ενώ ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι γνώριζε μόνο για λευκά διαμάντια και συνεπώς δεν μπορούσε να γνωρίζει αν τα πιστοποιητικά των διαμαντιών που του έδωσε ο εναγόμενος 2 ήταν πλαστά, από την άλλη, για την αγορά των διαμαντιών στην Χαράρε, όπως αναφέρει στην παράγραφο 13 της ένορκης του δήλωσης, «. οι διαπραγματεύσεις καθώς και οι υποδεικνυόμενοι σε μένα και τον εναγόμενο 2 λίθοι ήταν κατώτερης αξίας από το ποσό που μας ζητείτο, όπως διαπιστώσαμε μετά από προκαταρκτική εξέταση». Υπενθυμίζεται εδώ πως επρόκειτο για ακατέργαστους λίθους επί των οποίων ο εναγόμενος 1 ως αναφέρει δεν γνώριζε και δεν είχε γνώσεις. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα πως τότε διαπίστωσε ότι τα ακατέργαστα διαμάντια δεν ανταποκρίνονταν στην αξία που τους ζητείτο, ενώ, ως αναφέρει αλλού, δεν μπορούσε για παράδειγμα να εκτιμήσει την αξία των δυο διαμαντιών που έδωσε στον ενάγοντα ως εγγύηση. Αναφορικά με τον πλειστηριασμό στην Νότια Αφρική, έχει λεχθεί ότι ο ενάγων αναφέρεται σε αυτό το θέμα στην ένορκη του δήλωση, εκείνο όμως που ο εναγόμενος 2 δεν αναφέρει, είναι τι έκαμε ο ίδιος με τις δικές του €100.000 που υποτίθεται έδωσε στον εναγόμενο
- Δέχτηκε για παράδειγμα ο εναγόμενος 2 να μεταβεί στην Νότια Αφρική και να κρατεί και τα δικά του χρήματα. Χωρίς νόημα κρίνεται ο ισχυρισμός του εναγομένου 1 ότι, μετά που επέστρεψε από την Χαράρε στην Κύπρο μαζί με τον εναγόμενο 2, γεγονός που ως ευθέως εξάγεται απέκρυψε από τον ενάγοντα, ο εναγόμενος 2 του είπε να μην αναφέρει οτιδήποτε στον ενάγοντα γιατί θα επέστρεφε πίσω να κάμει την αγορά, και τούτο γιατί θα χαλούσε η συμφωνία. Αφού η θέση και ο ισχυρισμός του εναγομένου 1 είναι ότι ο ενάγων δέχτηκε να κρατήσει τα χρήματα ο εναγόμενος 2 για ακόμα δυο εβδομάδες, πως τότε θα χαλούσε η συμφωνία, αφού αυτό ακριβώς επιδίωκε ο ενάγων. Να γίνει δηλαδή κάποια αγορά διαμαντιών. Ούτε και έχει νόημα ότι επειδή ο ενάγων φώναζε, ο εναγόμενος 1 πανικοβλήθηκε και του απέκρυψε την επιστροφή του εναγομένου 2, γιατί μάλιστα γνώριζε πόσο ο ενάγων ήθελε να γίνει η συμφωνία, την οποία όμως του απέκρυψαν για μην την χαλάσει. Οι πιο πάνω αναφορές περιττό να αναφερθεί ότι δεν στοιχειοθετούν, ούτε και συνιστούν αξιολόγηση της μαρτυρίας προς εξαγωγή ευρημάτων, αλλά αποτελούν σχολιασμό ορισμένων εκατέρωθεν ισχυρισμών προς εξεύρεση της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς και τίποτε περισσότερο. Προβάλλει ακόμα ο εναγόμενος 1 παρανομία στη μεταξύ τους σύμβαση, λόγω παραβίασης της νομοθεσίας, Ν.266
(1)/04 αναφορικά με την εισαγωγή τους στην Κύπρο. Αντιπροβάλλει ο κ. Συρίμης στην αγόρευση του, ότι και έτσι να έχουν τα πράγματα, τότε εφαρμόζονται τα Αρ.23 και 65 Του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, ήτοι εφαρμόζονται οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στο παρόν στάδιο δεν μπορούν να γίνουν σε βάθος αναλύσεις, ούτε και να λεχθούν πολλά, αρκεί για τους σκοπούς της παρούσης διαδικασίας να λεχθεί ότι ο ενάγων στην παράγραφο 15 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι η διευθέτηση του με τους εναγομένους ήταν να καταβάλει €400.000 για το πακέτο με τα διαμάντια και το ποσό των €45.000 για τα τέλη εξαγωγής του από την Ζιμπάμπουε. Πουθενά ο ενάγων δεν αναφέρει περί εισαγωγής τους στην Κύπρο, ως είναι η θέση του εναγομένου 2 στην παράγραφο 22 της δικής του ένορκης δήλωσης, παραδεχόμενος όμως εμμέσως ότι θα γινόταν νόμιμη εξαγωγή από την Αφρική. Ομοίως, ο ενάγων δε αναφέρει σε ποια χώρα βρισκόταν ο υποτιθέμενος αγοραστής των διαμαντιών που του είπε ο εναγόμενος 2. Επαναλαμβάνεται ότι οι πάνω κρίσεις και σχόλια γίνονται με βάση τα ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία και γεγονότα ως αυτά έχουν εκτεθεί, τα οποία βεβαίως δεν αποτελούν ευρήματα, αλλά συνιστούν παράθεση και αποτύπωση των κύριων θέσεων των αντιδίκων πλευρών χωρίς ίχνος αξιολογικής προσέγγισης ή άλλης ανάλυσης, και στο επίπεδο και μόνο του πιο πάνω επιτρεπτού νομολογιακού μέτρου. Της απεικόνισης δηλαδή της μαρτυρίας στα πλαίσια ενός πρωταρχικού επιπέδου μιας πρώιμης συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης εκάστης πλευράς και τίποτε περισσότερο. Και τούτο, με την έννοια αν η υπόθεση του ενάγοντα έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Βεβαίως στο παρόν στάδιο, ως λέχθηκε, δεν θα εξαχθούν τελικά συμπεράσματα και ευρήματα επί συγκρουόμενων ισχυρισμών, αλλά από την άλλη δεν μπορεί, στα πλαίσια της συνεκτίμησης των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών να μην υποδειχθούν οι πιο πάνω παρατηρήσεις και σχόλια επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Όπως τέθηκε στην Hellenic Bank ανωτέρω, το δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Από όσα έχουν εκτεθεί εκείνο το οποίο εξάγεται και παρουσιάζεται ως εικόνα ως προς την προοπτική επιτυχίας της βάσης της αγωγής του ενάγοντα, είναι ότι ικανοποιείται πλήρως και η προϋπόθεση αυτή. Το τρίτο κριτήριο εξετάζεται υπό το πρίσμα του Αρ.5 του Κεφ.6 και της τρίτης προϋπόθεσης του άρ.32 του Ν.14/60 επί του οποίου έχει ήδη γίνει αναφορά. Δεδομένου ότι ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι έχει και ακίνητη περιουσία, θα μπορούσε να ξεκαθάριζε το τοπίο προς αυτή την κατεύθυνση με την προσκόμιση σχετικής εκτίμησης της αξίας της. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, στην Νικόλα ν. Κεφάλα κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ 1440, υπεδείχθη ότι η ύπαρξη άλλης περιουσίας των εναγομένων δεν παρέχει από μόνη της τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής απόφασης εναντίον τους και εν πάση περιπτώσει οι οικονομικές δυνατότητες των εναγομένων είναι ασύνδετο ζήτημα ως προς τα επίδικα θέματα. Ως προς την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων, σχετική προς τούτο είναι η παράγραφος 29 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή για τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας τους και ως ορθώς αναφέρει και ο κ. Συρίμης για τον αιτητή, η νομολογία υποδεικνύει ότι δεν απαιτείται η προαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του, αλλά εκείνο που μετρά, ως λέχθηκε, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (Phasarias ανωτέρω). Σχετική επίσης είναι και η νομολογία που διέπει την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva, που παραπέμπει ο κ. Συρίμης, ως για παράδειγμα η υπόθεση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.ά
(2001)1 Α.Α.Δ
- Αναφορικά με την αξία των παραδοθέντων υπό εγγύηση διαμαντιών και στην εισήγηση του εναγομένου 1 ότι αυτή θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό του διατάγματος, κρίνεται πως η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αφενός τα διαμάντια ευρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας, σχετική είναι η παράγραφος 15 της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα, ως είναι αντιληπτό ως τεκμήρια και αφετέρου τα διαμάντια δεν ανήκουν στον ενάγοντα ώστε η αξία τους να μπορούσε να αφαιρεθεί από την απαίτηση. Άλλωστε κρίνεται και αντιφατικός με την θέση του ότι τα υπό εγγύηση διαμάντια δεν ανήκουν στον ίδιο, αλλά στον εναγόμενο
- Τελικά και ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας ως υπεδείχθη στην υπόθεση Γρηγορίου ανωτέρω, αυτό κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237 δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της δεδομένων και περιστατικών. Αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου, ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς και αποκλίνει υπέρ του ενάγοντα - αιτητή και της συνέχισης της ισχύος των διαταγμάτων. Ως εκ τούτου τα εκδοθέντα ενδιάμεσα διατάγματα εναντίον του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση 1 καθίστανται απόλυτα. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα - αιτητή και σε βάρος του εναγομένου - καθ ου η αίτηση 1. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο