← Κύπρος

Χριστάκη Ευστρατίου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Αρ.Αγωγής: 6080/05, 28/9/2016

Χριστάκη Ευστρατίου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Αρ.Αγωγής: 6080/05, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A520 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 6080/05 Μεταξύ: Χριστάκη Ευστρατίου Ενάγοντα Και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ Εναγομένης Αίτηση ημ. 22.2.16 για προσθήκη εναγόμενου Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου

  1. Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/Εναγόμενη: κ. Κλ. Στυλιανού για Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ Για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ: κα Κλ. Κραμβή για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με βάση το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα προκύπτει ότι η αγωγή αφορά απαίτηση του ενάγοντα για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού των υπηρεσιών του από την Εναγόμενη και για την έκδοση Δηλωτικών αποφάσεων στη βάση των οποίων η απόφαση των εναγομένων για τερματισμό των υπηρεσιών του να θεωρηθεί παράνομη και/ή άκυρη καθότι είναι το αποτέλεσμα διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τη Εναγόμενη κατά παράβαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και/ ή των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης. Με την παρούσα Αίτηση η Εναγόμενη/Αιτήτρια αιτείται όπως προστεθεί η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως πρόσθετη εναγόμενη 2 στην παρούσα αγωγή και/ή να της δοθεί το δικαίωμα παρέμβασης στην εν λόγω αγωγή. Από πλευράς Ενάγοντα δεν υπήρξε ένσταση ενώ η προτεινόμενη Εναγόμενη 2 καταχώρησε ένσταση. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, θθ.1, 4-7, 10 και 11, Δ.48, θθ.1-3, 8 και 9, στο Άρθρο 29 του Ν.14/60, στα Άρθρα 2, 5, 7, 9, 13, 27 και 28 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(I) 2013 και τα σχετικά Διατάγματα περί της πώλησης ορισμένων εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Κ.Δ.Π. 104/13, Κ.Δ.Π. 133/13 και Κ.Δ.Π. 156/16) όπως και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση της Αγγελικής Σιαξιατέ, Δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγομένη. Αρχικά η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στη φύση της απαίτησης στην παρούσα υπόθεση και στις επιζητούμενες αξιώσεις αλλά και στην αλλαγή δικηγόρου από πλευράς Εναγόμενης που μεσολάβησε στις 7/12/15 και την αντικατάσταση των προηγούμενων δικηγόρων της από τους νυν. Ακολούθως γίνεται αναφορά στο γεγονός της υπαγωγής της Εναγόμενης σε καθεστώς εξυγίανσης μετά τη ψήφιση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και τα δυνάμει αυτού εκδοθέντα Διατάγματα, όπως, μεταξύ άλλων, των Διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 104/13, Κ.Δ.Π. 133/13 και Κ.Δ.Π. 156/
  2. Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι κάτω από πιεστικά χρονοδιαγράμματα εμφανίστηκε το δικηγορικό τους γραφείο και ενώ ουσιαστικά η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 7/12/
  3. Κατά τη μελέτη, ωστόσο, της υπόθεσης διαπιστώθηκε από τους δικηγόρους της Εναγόμενης ότι θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να συμπεριληφθεί η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην αγωγή ως το αποκτών πρόσωπο διαφόρων περιουσιακών στοιχείων και/ή άλλων υποχρεώσεων της Εναγόμενης σύμφωνα με τα σχετικά Διατάγματα μεταβίβασης. Γίνεται δε επίκληση του Άρθρου 28 του Νόμου17(Ι)/2013 για να διατυπωθεί στη συνέχεια η θέση ότι οποιαδήποτε αγωγή εκκρεμούσε κατά την ημερομηνία της υπαγωγής της Εναγόμενης σε καθεστώς εξυγίανσης δεν επηρεάζεται αλλά μπορεί να συνεχιστεί εναντίον του αποκτώντος προσώπου ήτοι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Γίνεται ταυτόχρονα επίκληση και στο Άρθρο 9 του Κ.Δ.Π. 104/13 αναφορικά με τις συμβάσεις εργασίας υπαλλήλων της Εναγόμενης που σύμφωνα με αυτό μεταβιβάζονται ρητά στην Τράπεζα Κύπρου. Καταλήγει δε λέγοντας ότι λόγω των επιτακτικών προνοιών της νομοθεσίας από τη μια αλλά και του πιθανού επηρεασμού των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου από την άλλη θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είτε για προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου είτε με την παραχώρηση του δικαιώματος σε αυτή να λάβει μέρος στη διαδικασία. Αναφέρεται περαιτέρω ότι αν και το ζήτημα αυτό είχε τεθεί κατά την εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 7/12/15 και δόθηκε χρόνος στους δικηγόρους του Ενάγοντα να τοποθετηθούν αυτό δεν προχώρησαν σε διάβημα για συμπερίληψη της προτεινόμενης Εναγόμενης
  4. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από την προτεινόμενη Εναγόμενη 2 η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς πολιτικής Δικονομίας Δ.19, 25, 42Α, 43 48, θθ. 1-9, στα Άρθρα 30-32 και 41 του Ν.14/60, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013, στα Διατάγματα Κ.Δ.Π.104/13, Κ.Δ.Π.92/13, στον περί Σύστασης και Λειτουργίας του Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 16(Ι)/13, στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο 66(Ι)/97, στο Άρθρο 23 του Συντάγματος, στο Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης όπως και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Η απαίτηση του Ενάγοντα σε σχέση με τον κατ΄ισχυρισμό παράνομο τερματισμό των υπηρεσιών του από τους Εναγόμενους δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα με βάση το Κ.Δ.Π. 104/13 και ως εκ τούτου η προτεινόμενη Εναγόμενη 2 ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα αίτηση. Η προτεινόμενη Εναγόμενη 2 ουδέποτε αποτέλεσαν και/ή αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας. Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο ενώ η Τράπεζα Κύπρου λειτούργησε και/ή λειτουργεί ως αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν βάσει ανταλλάγματος σε αυτήν δυνάμει των αναφερόμενων Διαταγμάτων. Η Αίτηση δεν δικαιολογείται καθότι η προτεινόμενη Εναγόμενη 2 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαίος διάδικος. Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιόλογητη καθυστέρηση στην υποβολή και προώθηση της Αίτησης με την οποία ζητείται η προσθήκη της Εναγόμενης 2 αναφορικά με γεγονότα που κατ΄ισχυρισμό έλαβαν χώρα από τον Ιούνιο του 2005 και ημερομηνία πολύ προγενέστερη της έκδοσης των σχετικών Διαταγμάτων που ακολούθησαν τα γεγονότα της 16ης Μαρτίου 2013 που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων και στη μεταβίβαση ορισμένων εργασιών, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και περιουσιακών στοιχείων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η Αίτηση είναι παράτυπη, αβάσιμη και αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Το αιτούμενο Διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στην Εναγόμενη που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με έξοδα. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαλβίνας Ναθαναήλ δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της προτεινόμενης Εναγόμενης 2 στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής της υπόθεσης θα συνοψίσω τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της προσθήκης διαδίκου όπως αποκρυσταλλώνονται από τη νομολογία. Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει, βασικά, στους ενάγοντες με το Δικαστήριο να διατηρεί την εξουσία δυνάμει της Δ.9, θ.10[1] η οποία και καθορίζει και τις συνέπειες τέτοιας τροποποίησης[2], να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι προφανές ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η απόφαση ως προς τον αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του συναρτάται προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις[3]. Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 θα πρέπει να κριθεί αναγκαίος διάδικος. Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διάδικους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων[4] Στην Byrne and Another ν. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 o Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ως εξής: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.» Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία[5].» Όπως αναφέρθηκε στην απόσταση Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου

(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Αmon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Aγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)». ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Είναι φανερό και αποτέλεσε και θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι η παρούσα αγωγή αφορά απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης από πρώην εργοδοτούμενο της ο οποίος επιδιώκει την έκδοση Δηλωτικών αποφάσεων με τις οποίες να κηρύσσεται παράνομος ο τερματισμός και επιπλέον και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις. Ως εκ τούτου είναι σαφές ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ουδεμία σχέση και/ή ανάμειξη έχει με την ουσία της απαίτησης ή με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται. Η εισήγηση που προωθήθηκε από πλευράς Αιτήτριας/Εναγόμενης είναι ότι ένεκα του γεγονότος ότι η Εναγόμενη από τον Μάρτη του 2013 τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης και με βάση τα σχετικά Διατάγματα που εκδόθηκαν από τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, η παρούσα αγωγή επηρεάζει την τελευταία και για αυτό θα πρέπει να προστεθεί ως Εναγόμενη 2. Πιο συγκεκριμένα υποβλήθηκε ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ο Ενάγοντας θα θεωρηθεί ότι ουδέποτε σταμάτησε να είναι εργοδοτούμενος της Εναγόμενης και ότι συνεπώς κατά την ημερομηνία μεταφοράς των εργοδοτουμένων της Εναγομένης στην Τράπεζα Κύπρου με βάση το Κ.Δ.Π. 104/13 ο Ενάγοντας θα είχε μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου[6]. Περαιτέρω υποβλήθηκε ότι, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Κ.Δ.Π. 104/13, με βάση το Άρθρο 28 του αρχικού νόμου οποιαδήποτε αγωγή που εκκρεμούσε εναντίον του υπό εξυγίανση ιδρύματος συνεχίζεται εναντίον του Αποκτώντος Προσώπου, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου. Αντίθετα η συνήγορος της προτεινόμενης Εναγόμενης 2 υποστήριξε ότι η τελευταία ουδέποτε αποτέλεσε και/ή αποτελεί διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας και ότι η υπό κρίση απαίτηση του Ενάγοντα σε σχέση με κατ΄ισχυρισμό παράνομο τερματισμό των υπηρεσιών του από την Εναγόμενη δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου από τη Λαϊκή Τράπεζα. Μέσα στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών που της παραχωρήθηκαν με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 η Αρχή Εξυγίανσης, δηλ. η Κεντρική Τράπεζα[7], εξέδωσε, μεταξύ άλλων, τα περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματα 2013 έως (Αρ. 3) του 2013, Κ.Δ.Π. 104/2013 σύμφωνα με το οποίο ορισμένες εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα στο Άρθρο 5 της Κ.Δ.Π. 104/2013 διαλαμβάνεται η μεταβίβαση από τη Λαϊκή στο Αποκτών Πρόσωπο, δηλ. την Τράπεζα Κύπρου[8] όλων των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων εκτός των προβλεπόμενων στο Παράρτημα Ι καθώς και υποχρεώσεων της Λαϊκής όπως αυτές συγκεκριμενοποιούνται στο εδάφιο
(2)του εν λόγω Άρθρου. Ενώ στο Άρθρο 6 καθορίζεται αφενός ο τρόπος προσδιορισμού της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και αφετέρου η δυνατότητα καταβολής αποζημίωσης στη Λαϊκή στην περίπτωση που η τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κτλ υπερβαίνει της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων. Στο ίδιο Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/2013) υπάρχει επίσης ρητή πρόνοια στο Άρθρο 13 για τα αποτελέσματα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων κτλ και υποχρεώσεων της Λαϊκής προς την Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα διαλαμβάνεται ότι κατά την ημερομηνία μεταβίβασης το αποκτών πρόσωπο: · αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία είναι συναφή προς τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ή τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις και · υποκαθιστά την Λαϊκή αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Με βάση δε το περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 279/2013 καταβλήθηκε «δίκαιη αποζημίωση» δια της έκδοσης από την Τράπεζα Κύπρου μετοχών τάξης Α΄ «έτσι ώστε η Λαϊκή Τράπεζα στις 17:15 την 30η Ιουλίου 2013 να κατέχει 18,056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου σύμφωνα με την παράγραφο 6
(2)των περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διαταγμάτων του 2013, προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης». Τα πιο πάνω καταδεικνύουν, κατά την άποψη μου, ότι στην Τράπεζα Κύπρου μεταβιβάστηκαν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, ήτοι μέρος αυτών, έναντι μάλιστα καταβολής «δίκαιης αποζημίωσης» και, συνεπώς, βάσει ανταλλάγματος ως ήταν και η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της προτεινόμενης Εναγόμενης 2. Είναι δε περαιτέρω σαφές ότι με την πώληση/μεταβίβαση που επήλθε στη βάση του Διατάγματος (Κ.Δ.Π. 104/2013) η Τράπεζα Κύπρου δεν κατέστη διάδοχος της Λαϊκής Τράπεζας Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω υπήρξε και δεύτερη βάση επί της οποίας η πλευρά της Εναγόμενης προώθησε την επιχειρηματολογία της στην προσπάθεια να καταδείξει την αναγκαιότητα προσθήκης της Τράπεζας Κύπρου ως διαδίκου. Συγκεκριμένα έγινε επίκληση των προνοιών του Άρθρου 28 του Νόμου 17(Ι)/13 που αφορά στις εκκρεμούσες κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης αγωγές. Κρίνουμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσουμε αυτούσιο το εν λόγω Άρθρο: 28.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 13, οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή άλλη διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αλλά μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την περίπτωση: Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση.
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δεν επηρεάζονται οφειλές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση που προκύπτουν από δικαστικές αποφάσεις και δικαστικά διατάγματα, που αφορούν περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω ιδρύματος, που έχουν εκδοθεί, πριν από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) H πιο πάνω πρόνοια θα πρέπει, όπως ρητώς αναφέρεται, να διαβάζεται στη βάση των διατάξεων του Άρθρου 13 του Νόμου 17(Ι)/13 το οποίο αναφέρεται στα Διατάγματα που η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να εκδίδει για σκοπούς μεταβίβασης τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια λαμβάνοντας υπόψη ότι - όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω - στην Τράπεζα Κύπρου μεταβιβάστηκαν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, οι όποιες εκκρεμούσες κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης αγωγές θα πρέπει να αφορούν και να αναφέρονται σε υποχρεώσεις που η Τράπεζα Κύπρου ανέλαβε από τη Λαϊκή ως αυτές καθορίζονται και προσδιορίζονται στο σχετικό Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/2013). Η δε υπό κρίση απαίτηση του Ενάγοντα η οποία αναφέρεται σε κατ΄ισχυρισμό παράνομο τερματισμό των υπηρεσιών του από την Εναγόμενη δεν φαίνεται να εμπίπτει εντός των υποχρεώσεων που η Τράπεζα Κύπρου ανέλαβε από τη Λαϊκή. Εγέρθηκε ακόμη ένα ζήτημα στην παρούσα υπόθεση το οποίο χρειάζεται να απαντηθεί. Υπενθυμίζουμε ότι η απαίτηση του Ενάγοντα στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεση αφορά σε κατ΄ισχυρισμό παράνομο τερματισμό των υπηρεσιών του από την Εναγόμενη. Επιζητούνται δε Δηλωτικές Αποφάσεις ότι η επίδικη απόφαση τερματισμού είναι παράνομη και/ή άκυρη και αποζημιώσεις για τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη από αυτή. Με δεδομένο δε ότι δεν εκδίδεται διάταγμα ειδικής εκτέλεσης εκεί όπου η παραβιασθείσα σύμβαση αφορά στη σχέση εργοδότη/εργοδοτουμένου, την παροχή προσωπικών υπηρεσιών ή συναφή θέματα δεν προκαλεί έκπληξη ότι εν προκειμένω δεν επιζητείται η έκδοση Διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών/εργοδότησης του. Το υπαίτιο συμβαλλλόμενο μέρος θα διαταχθεί να καταβάλει αποζημιώσεις αλλά όχι να εκτελέσει κάποια σύμβαση η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αυστηρά προσωπική». Έτσι εκεί όπου ένας εργοδοτούμενος έχει απολυθεί κατά παράβαση της σχετικής συμφωνίας η συνήθης θεραπεία του είναι αυτή των αποζημιώσεων ή δηλωτική απόφαση ότι η απόλυση ήταν παράνομη. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Stevenson v. United Road Transport Union [1977] I.C.R. 893: "It is well established law that this court will not, except in very special circumstances, grant relief which will have the effect of enforcing specific performance of a contract of personal service." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρομοίως στην Vine v. National Dock Labour Board [1957] A.C. 488 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: "But in the ordinary case of master and servant the repudiation or the wrongful dismissal puts an end to the contract, and the contract having been wrongfully put an end to a claim for damages arises. It is necessarily a claim for damages and nothing more. The nature of the bargain is such that it can be nothing more." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επισημαίνεται δε ότι στις επιδιωκόμενες θεραπείες δεν επιζητείται η έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι η επίδικη εργοδότηση εξακολουθεί να υφίσταται και/ή ότι ουδέποτε έπαυσε[9]. Τούτου δοθέντος η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ο Ενάγων θα θεωρηθεί ότι ουδέποτε σταμάτησε να είναι εργοδοτούμενος της Εναγόμενης είναι άνευ ερείσματος[10]. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίστανται, ούτε εγείρονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία τα οποία επηρεάζουν την Τράπεζα Κύπρου. Ως αποτέλεσμα κρίνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί τη συμπερίληψη της Τράπεζας Κύπρου ως αναγκαίου διάδικου στην παρούσα αγωγή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά συνέπεια η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η προτεινόμενη Εναγόμενη 2/ Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται τα έξοδα της. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της προτεινόμενης Εναγόμενης 2/Καθ΄ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας/ Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] 10. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court of a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants that ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this prescribed Order or in such manner as may be prescribed by any special order and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» [2] Δέστε Ferro Fashions Limited v. Fashio Box S.R.L.
(1999)1 A.Δ.Δ. 1805, 1809 [3] Δέστε Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. [4] Δέστε Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co. v. Mcllwraith & Co. [1896] 2 Q.B. 464, C.A. Ideal Films Ltd. ν. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B.
  2. [5] Δέστε Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1977)1 Α.Α.Δ.
  1. [6] Δέστε Άρθρο 9 του Διατάγματος της Κ.Δ.Π. 104/13 σύμφωνα με το οποίο οι συμβάσεις εργασίας υπαλλήλων της Λαϊκής Τράπεζας (εξαιρουμένων των συμβάσεων εργασίας που έχουν συναφθεί σε σχέση με το υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο) μεταβιβάζονται την Ημερομηνία Μεταβίβασης στο Αποκτών πρόσωπο. [7] Δέστε Άρθρο 2 του Νόμου 17(Ι)/
  2. [8] Δέστε Άρθρο 2 της Κ.Δ.Π.104/
  3. [9] Δέστε Stevenson v. United Road Transport Union [1977] I.C.R. 893 όπου στη σελ. 906-907 λέχθηκε: "...The declaration in the form in which it was made states that the executive committee decision of July 9, 1974, was in breach of the rules, in breach of natural justice, ultra vires and null and void: it does not declare that the contract of employment is still subsisting or that it remained in operation during any particular period.." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [10]Δέστε Chitty on Contracts 32nd Ed. Volume 1 - General Principles (Chapter 27 - Specific Performance and Injunction, Section
  4. - Contracts Not Specifically Enforceable): ". Where an employee is dismissed in breach of contract, his normal remedy is a claim for damages or a declaration that the dismissal was wrongful: not specific enforcement, or a declaration that the dismissal was invalid.174 .." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.