← Κύπρος

NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LTD ν. ΟΛΥΜΠΙΟΥ ΤΟΥΜΑΖΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6286/15, 16/9/2016

NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LTD ν. ΟΛΥΜΠΙΟΥ ΤΟΥΜΑΖΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6286/15, 16/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A498 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6286/15 Μεταξύ: NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LTD Ενάγουσα - και - ΟΛΥΜΠΙΟΥ ΤΟΥΜΑΖΟΥ Εναγόμενου --------------------------------- Αίτηση ημερ. 23/02/16 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου, 2016 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Δημητρίου Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, η Ενάγουσα - Αιτήτρια (στο εξής «η Αιτήτρια») ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως η απαίτηση της, εναντίον του εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση (στο εξής «ο Καθ' ου η Αίτηση»). Η αγωγή της Αιτήτριας καταχωρήθηκε στις 17/12/15 με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημείωμα Εμφάνισης, από τoν εναγόμενo - Καθ' ου η Αίτηση, καταχωρήθηκε στις 21/12/

  1. Η Αίτηση Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ.16, Δ.18 θ.1(α), Δ.39, Δ.48, θ.1- 4 και 9 και Δ.64, στη νομολογία, το κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Νικόδημου Νικοδήμου (διευθυντή της Αιτήτριας), ημερομηνίας 23/02/
  2. Σ' αυτή, αναφέρει ότι, ο Καθ' ου η Αίτηση είναι φυσικό πρόσωπο που συμβλήθηκε με την Αιτήτρια (η οποία είναι εταιρεία που δραστηριοποιείται στην οικοδομική βιομηχανία ως εργολάβος οικοδομών), για την ανέγερση μιας οικίας στο Γέρι της επαρχίας Λευκωσίας. Μεταξύ των μερών, υπογράφτηκε γραπτή σύμβαση συγκεκριμένου τύπου, η οποία, μεταξύ άλλων, προνοεί ειδική διαδικασία για την έκδοση πιστοποιητικών πληρωμής από τον αρχιτέκτονα του έργου, ο οποίος, αρχιτέκτονας, διορίστηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση. Κατά τον Νικοδήμου, μέχρι και την έκδοση του πιστοποιητικού πληρωμής αρ. 15 (επίδικο πιστοποιητικό), ο Καθ' ου η Αίτηση ουδέποτε παραπονέθηκε για οτιδήποτε σε σχέση με τις εργασίες που εκτέλεσε η Αιτήτρια. Ακόμα και για το επίδικο πιστοποιητικό, ο Καθ' ου η Αίτηση, αρχικά, αποδεχόμενος την ορθότητα του, υποσχέθηκε να το εξοφλήσει και ζητούσε χρόνο για να πράξει τούτο. Έπειτα, και τούτο προσδιορίζεται περί τα μέσα Ιουλίου 2015, ο Καθ' ου η Αίτηση, για πρώτη φόρα, υπαναχώρησε από την υπόσχεση του και δήλωσε ότι θα πληρώσει μικρότερο από το απαιτούμενο ποσό, χωρίς να προσδιορίσει το χρόνο που θα πράξει τούτο. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι με βάση τα λεγόμενα του Νικοδήμου, την 1/7/2015, ο Καθ' ου η Αίτηση κατέβαλε έναντι του επιδίκου πιστοποιητικού πληρωμής, ένα ποσό της τάξης των €13500, περίπου, αναγνωρίζοντας έτσι την ορθότητα του περιεχομένου του εν λόγω πιστοποιητικού, με αποτέλεσμα, η σημερινή οφειλή του να ανέρχεται στο ποσό των €89.137,67, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Πριν την έκδοση του επίδικου πιστοποιητικού (εκδόθηκε στις 3/6/2015), ο αρχιτέκτονας του έργου, στις 31/3/2015, εξέδωσε, σύμφωνα με τις πρόνοιες της επίδικης σύμβασης, Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης Έργου, κρίνοντας επίσης ότι, η οικία ήταν έτοιμη για άμεση χρήση. Συνεπεία τούτου, τον Απρίλιο του 2015, η οικία παραδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος, έκτοτε, διαμένει σ' αυτή. Ο Νικοδήμου, επικαλούμενος νομικές συμβουλές που έλαβε σε σχέση με το τρόπο που αντιμετωπίζονται δικαστικά τα πιστοποιητικά πληρωμής για οικοδομικές εργασίες, αλλά και σε σχέση με του όρους της επίδικης σύμβασης και ειδικότερα με τον όρο 36 τούτης, ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν νομιμοποιείται να προβάλλει υπεράσπιση αναφορικά με την ορθότητα ή μη του επίδικου πιστοποιητικού, καθότι, κάτι τέτοιο, θα έπρεπε, με βάση τον όρο 36 της σύμβασης, να τεθεί στα πλαίσια διαιτησίας και τούτο με βάση τη συγκεκριμένη, προβλεπόμενη από τη σύμβαση, διαδικασία, πράγμα το οποίο δεν έπραξε ο Καθ' ου η Αίτηση. Στην ένορκη του δήλωση, ο Νικοδήμου επισυνάπτει τα ακόλουθα τεκμήρια: Αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας στο αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη σε σχέση με την Αιτήτρια. Αντίγραφο της μεταξύ των μερών γραπτής σύμβασης. Δέσμη με τα αντίγραφα διαφόρων εκτιμήσεων του επιμετρητή ποσοτήτων του έργου και πιστοποιητικών πληρωμής σε σχέση με τις εργασίες που εκτελέστηκαν από την Αιτήτρια (φέρουν αρίθμηση από 1-12 και ακολουθούν τα υπ. αρ. 14 και 15). Αντίγραφο του πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης του έργου. Αντίγραφο της εκτίμησης του επιμετρητή ποσοτήτων σε σχέση με το επίδικο πιστοποιητικό πληρωμής αριθμός
  3. Αντίγραφο του επίδικου πιστοποιητικού, αριθμός
  4. Αντίγραφο της απόδειξης είσπραξης της πληρωμής των €18.000,00 στην οποία προέβηκε ο Καθ΄ου η Αίτηση προς όφελος της Αιτήτριας, από τα οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Νικοδήμου, €13.539,40 εισπράχθηκαν έναντι του επιδίκου πιστοποιητικού και τέλος, Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 23.10.2015 μαζί με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, που την επέδωσε στην ιδιαιτέρα του Καθ΄ου η Αίτηση και με τη οποία επιστολή, η Αιτήτρια, μεταξύ άλλων, ενημερώνει τον Καθ' ου η Αίτηση ότι αναστέλλει την εκτέλεση των περαιτέρω εργασιών λόγω της άρνησης του να εξοφλήσει το οφειλόμενο από αυτόν, με βάση το επίδικο πιστοποιητικό, ποσό . Η Ένσταση Ο Καθ' ου η Αίτηση, καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής η «Ένσταση»), η οποία βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.16, Δ.18, Δ.48 θ 1 - 7, 8 και 9, Δ.39, Δ.64, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, τη νομολογία, το κοινοδίκαιο και τη δικαστική πρακτική. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής:- «
  5. Δεν πληρούνται οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις όπως τίθενται από την νομολογία και τη Δ.18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  6. Ο Εναγόμενος / Καθ΄ ου η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων / Αιτητών.
  7. Ο Εναγόμενος / Καθ΄ ου η αίτηση έχει ανταπαίτηση εναντίον των Εναγόντων Αιτητών που πηγάζει από τα ίδια τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η παρούσα αγωγή των Εναγόντων.
  8. Οι Αιτητές κωλύονται λόγω παραστάσεων ή/και λόγω συμπεριφοράς από το να προβαίνουν στου ισχυρισμούς που στηρίζουν την αίτηση τους. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος μεταξύ άλλων, δηλώνει ότι σε κάποιο στάδιο, μετά την έκδοση του πιστοποιητικού πληρωμής υπ. αρ. 6 (μέχρι τότε τα μέρη λειτουργούσαν και έπρατταν με βάση τους όρους της μεταξύ τους γραπτής σύμβασης), κατόπιν σχετικών απαιτήσεων της Αιτήτριας (που έγιναν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2013 και Μάιου 2014) και σχετικών κατά καιρούς αποδοχών του Καθ' ου η Αίτηση και της συζύγου του, σημαντικοί όροι της επίδικης σύμβασης τροποποιήθηκαν, χωρίς ωστόσο, αρχικά, για κάποιους εξ αυτών, να ενημερωθούν ο αρχιτέκτονας και ο επιμετρητής ποσοτήτων του έργου. Με βάση τις ρηθείσες διαφοροποιήσεις, α) η οικία θα περατωνόταν μέχρι την πρώτη βδομάδα του Μαΐου του 2014, αντί μέχρι τις 30/9/2013 ως προνοείτο στη αρχική σύμβαση, β) η εγγυητική επιστολή της Αιτήτριας για το ποσό των €93.650,00, η οποία έληγε στις 30/9/2013, δεν θα ανανεωνόταν ώστε τα χρήματα να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση της οικίας του Καθ' ου η Αίτηση και της συζύγου του, και τούτο λόγω επικαλούμενης στενότητας ρευστότητας από πλευράς της Αιτήτριας, γ) οι πληρωμές από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση έναντι της εκτέλεσης του έργου, θα γίνονται πριν την εκτέλεση των εργασιών, υπό μορφή χρηματοδότησης τους (και τούτο, επίσης, λόγω επικαλούμενης στενότητας ρευστότητας από πλευράς της Αιτήτριας) και όχι μετά τη περάτωση και έγκριση τους από τον αρχιτέκτονα, δ) εκ των πραγμάτων, τα όποια πιστοποιητικά πληρωμής θα εκδίδονταν στο μέλλον δεν θα αποτελούσαν αποδεικτικά στοιχεία των οικονομικών απαιτήσεων της Αιτήτριας, αφού για τις εργασίες για τις οποίες θα εκδίδονταν, θα είχαν ήδη καταβληθεί χρήματα από τον Καθ' ου η Αίτηση με βάση το (γ) ανωτέρω, ε) η Αιτήτρια θα έκανε έκπτωση στον Καθ' ου η Αίτηση και τη σύζυγο του μέρους του Φ.Π.Α. και στ) στη περίπτωση που ο Καθ' ου η Αίτηση και η σύζυγος του θα αντιμετώπιζαν στο μέλλον οικονομική στενότητα, η Αιτήτρια θα αποδεχόταν την συνομολόγηση νέας συμφωνίας με την οποία θα γίνονταν ευκολίες πληρωμής στους πρώτους. Υπό αυτές τις κατά καιρούς διαφοροποιημένες αντιλήψεις συνέχυσε η σχέση των δύο πλευρών. Παρά την υπό στοιχείο (α), ανωτέρω, συμφωνηθείσα διαφοροποίηση, η οικία δεν περατώθηκε τον Μάιο του
  9. Παραδόθηκε δε, στις 31/3/2015 έχοντας προηγουμένως ελεγχθεί από τον αρχιτέκτονα του έργου, ο οποίος προέβη σε 12 σημαντικές παρατηρήσεις για μη εκτελεσθείσες εργασίες από πλευράς της Αιτήτριας. Αν και το επίδικο πιστοποιητικό εκδόθηκε στις 3/6/2015 και δη δύο και πλέον μήνες μετά την παράδοση της οικίας και την κοινοποίηση των παρατηρήσεων του αρχιτέκτονα προς την Αιτήτρια, και παρά το γεγονός ότι το εν λόγω πιστοποιητικό αποτελεί το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής με βάση το οποίο όλες οι εργασίες για τις οποίες έγιναν οι σχετικές παρατηρήσεις του αρχιτέκτονα έχουν εκτελεστεί, εντούτοις, αυτές ουδέποτε εκτελέστηκαν από την Αιτήτρια. Για μία δε εξ αυτών, ο Καθ' ου η Αίτηση, αποτάθηκε απευθείας σε υπεργολάβο της Αιτήτριας, ο οποίος εκτέλεσε την εργασία και πληρώθηκε σχετικά στις 31/7/2015 (δύο μήνες μετά την παράδοση της οικίας) από τον Καθ' ου η Αίτηση. Κατά τον Καθ' ου η Αίτηση, το ποσό που κατέβαλε στον υπεργολάβο της Αιτήτριας για την εργασία που εκτέλεσε μετά την έκδοση του επίδικου πιστοποιητικού πληρωμής, περιλαμβάνεται στο απαιτούμενο, με βάση το επίδικο πιστοποιητικό, ποσό. Ο λόγος που δεν αμφισβήτησε, με βάση τους όρους της σύμβασης, την ορθότητα του περιεχομένου του επίδικου πιστοποιητικού, ήταν γιατί οι σχετικοί όροι της μεταξύ των μερών σύμβασης, είχαν, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, διαφοροποιηθεί και τα πιστοποιητικά πληρωμής δεν εκδίδονταν πλέον ως διαφωτιστικά των πληρωμών που έπρεπε να ακολουθήσουν, μιας και οι πληρωμές γίνονταν πριν την εκτέλεση των εργασιών. Επομένως, δεν ξένισε και ούτε ανησύχησε τον Καθ' ου η Αίτηση το γεγονός ότι εκδόθηκε πιστοποιητικό πληρωμής για εργασίες που δεν εκτελέστηκαν και ούτε ανέμενε ότι οι περιλαμβανόμενες στο πιστοποιητικό μη εκτελεσθείσες εργασίες θα εκτελούντο χωρίς να πληρώσει για αυτές. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και κατόπιν σχετικής απαίτησης της Αιτήτριας που κατέβαλε την 1/7/2015 τις €18.000.00 (βλέπε, τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει της Αίτηση), ώστε να εκτελέσει η Αιτήτρια τις εργασίες για τις οποίες έγιναν οι 12 παρατηρήσεις του αρχιτέκτονα του έργου και οι οποίες συνυπολογίστηκαν ως εκτελεσθείσες για την έκδοση του επίδικου πιστοποιητικού. Η Αιτήτρια, παρότι παρέλαβε τα χρήματα, αρνήθηκε να εκτελέσει τις ρηθείσες εργασίες και εκβιαστικά, επικαλούμενη την μη αμφισβήτηση, με βάση τους όρους της σύμβασης, από τον Καθ' ου η Αίτηση της ορθότητας του επίδικου πιστοποιητικού, απαίτησε την πλήρη εξόφληση του προτού εκτελέσει τις εν λόγω εργασίες. Είναι κατόπιν αυτής της συμπεριφοράς της Αιτήτριας που αποτάθηκε (ο Καθ' ου η Αίτηση) στο υπεργολάβο για την εκτέλεση της μίας εκ των εν λόγω εργασιών. Με βάση τα ανωτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια ενέργησε δόλια και ότι αδυνατεί να επικαλείται το επίδικο πιστοποιητικό ως βάση για την οποιαδήποτε απαίτηση της λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκδόθηκε. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι όροι της μεταξύ των μερών συμφωνίας διαφοροποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, που η έκδοση του επίδικου πιστοποιητικού πληρωμής δεν υπέχει της σημασίας που θα επείχε αν εκδιδόταν με βάση τις αρχικές πρόνοιες της σύμβασης. Διερωτάται δε, πως είναι δυνατό το επίδικο πιστοποιητικό πληρωμής να μπορεί να αποτελέσει τη βάση για έκδοση απόφασης εναντίον του, τη στιγμή που αδιαμφισβήτητα περιλαμβάνει χρέωση για εργασίες που δεν εκτελεστήκαν. Επικαλείται δε τη συμπεριφορά της Αιτήτριας για να υποστηρίξει ότι κωλύεται να απαιτεί την αυστηρή εφαρμογή των όρων της σύμβασης (αναφορικά με τη μη αμφισβήτηση του επίδικου πιστοποιητικού μέσω διαιτησίας, ως προνοείται στον όρο 36 της σύμβασης), όταν η ίδια (η Αιτήτρια) απαίτησε και επέτυχε την πληρωμή προς αυτή χρημάτων χωρίς την μεσολάβηση του αρχιτέκτονα και του επιμετρητή ποσοτήτων του έργου (προπληρωμές για εκτέλεση εργασιών εν αγνοία του επιμετρητή ποσοτήτων και αρχιτέκτονα του έργου). Τέλος, επικαλούμενος, από τη μια την καθυστέρηση στη παράδοση της οικίας και από την άλλη την αδυναμία του, συνεπεία της ρηθείσας καθυστέρησης, να ενοικιάσει γρηγορότερα, σε τρίτο, την οικία, στη οποία διέμενε με τη σύζυγο του μέχρι και την παράδοση της επίδικης οικίας, προβάλλει την θέση ότι έχει ανταπαίτηση εναντίον της Αιτήτριας. Στην ένορκη του δήλωση, ο Καθ' ου η Αίτηση, επισυνάπτει τα ακόλουθα τεκμήρια: .
  10. Αρχικές σελίδες της προσφοράς, η οποία αποτελεί μέρος της συμφωνίας για ανέγερση της οικίας, ώστε να υποστηρίξει τη θέση του ότι, Εργοδότες του έργου, είναι, από κοινού, ο ίδιος και η σύζυγος του, Ξένια Τουμάζου.
  11. Διατακτικά Πληρωμών 1 - 6 και τις αντίστοιχες πληρωμές (πιστωτικές σημειώσεις) στις οποίες προέβαινε η γυναίκα του Ξένια Τουμάζου από τον κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό.
  12. Εγγυητική επιστολή της Αιτήτριας για πιστή εκτέλεση των αναληφθεισών εργασιών.
  13. Επιστολή του αρχιτέκτονα του έργου προς την Αιτήτρια, ημερομηνίας 11/11/2013 με την οποία ζητούνται εξηγήσεις για την μη περάτωση των εργασιών μέχρι τις 30/9/2013, ως προνοείτο στη σύμβαση.
  14. Απαντητική επιστολή της Αιτήτριας.
  15. Επιστολή του αρχιτέκτονα του έργου ημερομηνίας 19/11/2013 προς την Αιτήτρια, με κοινοποίηση προς τον Καθ΄ ου η Αίτηση με την οποία διατυπώνεται, εν μέρει, κατά τον Καθ' ου η Αίτηση, η νέα τροποποιητική συμφωνία των μερών.
  16. Αποδείξεις πληρωμής ημερομηνίας 07/02/2014, 24/02/2014, 18/03/2014 και 11/04/2014 οι οποίες αφορούν προπληρωμές προς την Αιτήτρια οι οποίες έγιναν πριν την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού πληρωμής ή τιμολογίου, και φέρουν την ένδειξη "without invoice".
  17. Επιστολή του αρχιτέκτονα του έργου προς την Αιτήτρια, η οποία, κατά τον Καθ' ου η Αίτηση, καταμαρτυρεί και την όλη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με τις οικονομικές διευκολύνσεις και τις προπληρωμές προς την Αιτήτρια.
  18. Ενοικιαστήριο έγγραφο που σύναψε η σύζυγος του με τρίτο πρόσωπο για ενοικίαση της οικίας στην οποία διέμενε το ζεύγος μέχρι και την παράδοση της επίδικης οικίας και
  19. Τιμολόγιο που εξέδωσε ο υπεργολάβος που εκτέλεσε την μία εκ των εργασιών για τις οποίες έκανε σχετικές παρατηρήσεις ο αρχιτέκτονας. Η Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκων δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο στις 21/06/
  20. Επιπροσθέτως, ζήτησαν και τους επετράπη και αγόρευσαν προφορικά, τόσο για να τονίσουν κάποια μέρη της αγόρευσης τους, όσο και για να προωθήσουν θέσεις που δεν αναφέρονται στις αγορεύσεις τους. Νομική Πτυχή Δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones

(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η διαταγή 18, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθοι: (I) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. (II) Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. (III) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Στην παρούσα υπόθεση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1 πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Τρίτη Προϋπόθεση της Δ.18 θ.1 Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.18-θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
  2. Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
  3. «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και σημειώνει πως, η Δ.39-θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επί του ιδίου θέματος, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Chain Gulf (ανωτέρω), τα οποία κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσια λόγω και του άμεσου της συνάφειας τους με την υπό εξέταση Αίτηση: «Απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο όμοιο θέμα πρόσφατα, στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670 - 10.7.
  4. Επανατονίστηκε, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, η ανάγκη αυστηρής προσέγγισης και κρίθηκε πως η γνώση από έγγραφα συνταγμένα ή ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν ήταν προσωπικη, βασιζόταν σε πληροφορίες και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Κανονισμού παρά το γεγονός ότι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη εδώ, τα έγγραφα είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση και βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάνω σ' αυτή τη βάση, δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε στην προκείμενη περίπτωση η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα.». Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται κατά τη γνώμη μου αναγκαία η ειδική αναφορά στις νομικές βάσεις επί των οποίων επιδιώκεται η έκδοση της υπό εξέταση απόφασης. Και τούτο γιατί, ως υποδείχτηκε και ανωτέρω, η καταλληλότητα ενός ομνύοντα να ορκιστεί προς υποστήριξη αίτησης, ως η υπό εξέταση, συναρτάται και με την φύση της αξίωσης. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, το απαιτούμενο ποσό ζητείται από την Αιτήτρια ως ποσό οφειλόμενο για εκτελεσθείσες οικοδομικές εργασίες, το οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση, κατά παράβαση της μεταξύ των μερών σύμβασης, δεν κατέβαλε. Είναι δε η θέση της Αιτήτριας ότι, εκείνο που καθιστά την υπό εξέταση υπόθεση ιδανική για έκδοση απόφασης στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, είναι το ότι, για τις εν λόγω εργασίες, εκδόθηκε, από τον αρχιτέκτονα του έργου, το επίδικο πιστοποιητικό πληρωμής. Κατά την Αιτήτρια, συνεπεία των όρων της μεταξύ των μερών σύμβασης, αλλά και των συνθηκών κάτω από τις οποίες, ως η ίδια ισχυρίζεται, τούτο εκδόθηκε, το πιστοποιητικό είναι δεσμευτικό και για τις δύο πλευρές και αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή του Καθ' ου η Αίτηση. Τέλος, από την Αιτήτρια προβάλλεται και η θέση ότι, με βάση τις πρόνοιες της σύμβασης των μερών, η όποια αμφισβήτηση του πιστοποιητικού, μπορούσε να γίνει μόνο κάτω από ειδικές, προβλεπόμενες από τη σύμβαση, διαδικασίες και για ειδικούς λόγους, που στη υπό εξέταση υπόθεση δεν ακολουθήθηκαν (οι διαδικασίες) και εν πάση περιπτώσει, απουσιάζουν (οι λόγοι). Η ορθότητα του περιεχομένου του επίδικου πιστοποιητικού, αλλά και οι επικαλούμενες από την Αιτήτρια συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε, αμφισβητούνται από τον Καθ' ου η Αίτηση. Από τι στιγμή δε που προωθούνται οι ρηθείσες αμφισβητήσεις και ειδικότερα αν το επίδικο πιστοποιητικό εκδόθηκε υπό συνθήκες που το καθιστούν αποδεικτικό μέσο, αφενός για την ποσότητα και ποιότητα των εκτελεσθεισών εργασιών και αφετέρου για την αξία τους, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει της αίτηση, θα έπρεπε να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για όλα εκείνα τα γεγονότα τα οποία θα επέτρεπαν τον έλεγχο της ορθότητας του περιεχομένου του. Δηλαδή να αποδείξει ότι είχε προσωπική γνώση για τους σχετικούς, με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού, ισχυρισμούς του. Στην υπό εξέταση υπόθεση, εκ μέρους της Αιτήτριας, παρουσιάστηκε μαρτυρία μόνο από τον διευθυντή της, ο οποίος δεν είναι το πρόσωπο που συνέταξε το πιστοποιητικό. Ο αρχιτέκτονας του έργου και δη ο συντάξας του πιστοποιητικού, δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας. Τούτα τα δεδομένα, αποτελούν, στη προκείμενη περίπτωση, ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη Αιτήτρια στη προσπάθεια της να επιτύχει την έκδοση απόφασης στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Το ίδιο θέμα και υπό παρόμοια περιστατικά απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση New Orchidea Fashion Ltd v Εργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ'' Κυπριανού Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 202, και ειδικότερα στις σελ. 206 και
  1. Στην εν λόγω υπόθεση, όπως και στην υπό εξέταση, το όλο εγχείρημα, βασιζόταν στο περιεχόμενο πιστοποιητικού πληρωμής που εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου. Επίσης, οι σχέσεις των μερών είχαν μεταβληθεί σε κάποιο στάδιο, με αποτέλεσμα να ήταν δικαιολογημένη η αναζήτηση (με περισσότερη λεπτομέρεια), από πλευράς της εκεί Καθ' ης η Αίτηση, της ορθότητας του απαιτούμενου ποσού. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που υποστήριζε της Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν μπορούσε να κριθεί ως πρόσωπο που είχε προσωπική γνώση ως προς το περιεχόμενο του πιστοποιητικού πληρωμής που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας του έργου, ο οποίος δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας προς υποστήριξη της αίτησης. Όπως υπεδείχθη ανωτέρω, και στην υπό εξέταση υπόθεση φαίνεται (συνεπεία της φύσης της υπό εξέταση Αίτησης δεν προβαίνω σε σχετικό απόλυτο εύρημα) να έχει, σε κάποιο στάδιο, μεταβληθεί η συμβατική σχέση των μερών. Τούτο προκύπτει από τα όσα σχετικά αναφέρει ο Καθ' ου η Αίτηση, μέρος των οποίων υποστηρίζεται από την αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ των διαδίκων, πάντα διά της μεσολάβησης του αρχιτέκτονα του έργου. Επίσης, η Αιτήτρια με επιστολή της (τεκμήριο 8 της Αίτησης), ανέστειλε την εκτέλεση περαιτέρω εργασιών στο εργοτάξιο (δεν παραγνωρίζω τους λόγους, που κατά την Αιτήτρια, προέβη στην εν λόγω ενέργεια), μεταβάλλοντας η ίδια με την ρηθείσα ενέργεια της, την συμβατική σχέση της με τον Καθ' ου η Αίτηση. Επιπροσθέτως, ως ισχυρίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση, η από κοινού, μετά την έκδοση των πρώτων έξι πιστοποιητικών πληρωμής, τροποποίηση των όρων της μεταξύ των μερών σύμβασης, διαφοροποίησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδίδονταν, έκτοτε, τα επόμενα πιστοποιητικά πληρωμής, περιλαμβανομένου και του επιδίκου. Οι όροι της μεταξύ των μερών σύμβασης, υπό των οποίων εκδίδονται τα πιστοποιητικά πληρωμής και γενικά οι συνθήκες και οι προθέσεις των συμβαλλομένων κάτω από τις οποίες εκδίδουν και/ή αποδέχονται την έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών, υπέχουν μεγάλης σημασίας κατά την εκτίμηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στο περιεχόμενο ενός τέτοιου πιστοποιητικού. Σημασίας υπέχει και το κατά πόσο ένα πιστοποιητικό πληρωμής, είναι ενδιάμεσο ή τελικό. Αν και ο συνήγορος της Αιτήτριας χαρακτήρισε, κατά την αγόρευση του, το επίδικο πιστοποιητικό ως «ενδιάμεσο», υπό την έννοια ότι τούτο εκδόθηκε επί εκτίμησης που έγινε από τον επιμετρητή ποσοτήτων του έργου (ο οποίος, επίσης, δεν παρέθεσε μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης) και ότι σ' αυτό δεν περιλαμβάνονται οι μη εκτελεσθείσες εργασίες, για τις οποίες ο αρχιτέκτονας προέβη σε παρατηρήσεις, εντούτοις, ο διευθυντής της Αιτήτριας, στις παραγράφους 13, 14 και 15 της ένορκής δήλωσης του, χαρακτηρίζει τούτο ως «τελικό». Επίσης, σε μετωπική σύγκρουση με τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας, στην παράγραφο 18 της ένορκης του δήλωσης, ο εν λόγω ομνύοντας διευθυντής της, αναφέρει ότι δεν εκκρεμούν οποιεσδήποτε εργασίες για να εκτελεστούν από την Αιτήτρια και ότι η επιστολή, τεκμήριο 8 της ένορκης δήλωσής του, στάλθηκε για να μην αναγκαστεί η Αιτήτρια να εκτελέσει διορθωτικές εργασίες που τυχόν να προκύψουν στα πλαίσια της ευθύνης της να επιδιορθώσει τυχόν ελαττώματα που θα διαφανούν εντός της περιόδου των πρώτων 12 μηνών από την παράδοση της οικίας. Ακόμα, στη παράγραφο 11 της δήλωσης του, αναφέρει ότι «το έργο . ολοκληρώθηκε». Τέλος, το περιεχόμενο του επίδικου πιστοποιητικού δεν είναι κατατοπιστικό των εκτελεσθεισών εργασιών για τις οποίες εκδόθηκε, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να ελεγχθεί το κατά πόσο σε αυτό περιλαμβάνονται ή όχι οι εργασίες για τις οποίες έκανε σχετικές παρατηρήσεις ο αρχιτέκτονας του έργου. Δεν είναι επίσης κατατοπιστικό, για το αν πρόκειται για τελικό ή ενδιάμεσο πιστοποιητικό. Με τα ανωτέρω ως δεδομένα και ειδικότερα (α) το αδιευκρίνιστο των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκδόθηκε το επίδικο πιστοποιητικό, (β) αν τούτο είναι ενδιάμεσο ή τελικό, (γ) αν περιλαμβάνει η όχι και τις, κοινώς αποδεκτές, μη εκτελεσθείσες εργασίες, για τις οποίες έγιναν οι 12 παρατηρήσεις του αρχιτέκτονα και (δ) του ομιχλώδους τοπίου που περιβάλλει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταβλήθηκαν χρήματα από τον Καθ' ου η Αίτηση, τα οποία χρησιμοποίησε η Αιτήτρια για εξόφληση μέρους του επίδικου πιστοποιητικού, η μη προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς του αρχιτέκτονα που συνέταξε το πιστοποιητικό, και η αδυναμία του διευθυντή της Αιτήτριας να ορκιστεί θετικά ως προς τα σχετικά με το περιεχόμενο του επιδίκου πιστοποιητικού γεγονότα, οδηγούν στη κρίση ότι, η Αιτήτρια δεν ικανοποίησε της τρίτη προϋπόθεση που επιβάλλει η Δ.
  2. Σημειώνω επί του προκειμένου ότι, ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά του διευθυντή της Αιτήτρια περί ενδεχόμενης ανάμιξης του και/ή σχέσης του με την σύνταξη ή γενικά την ετοιμασία του επίδικου πιστοποιητικού. Το μόνο που θα μπορούσε ενδεχομένως να εξαχθεί από τα λεγόμενα του, αν και απουσιάζει σχετικός ισχυρισμός, είναι ότι, για τα όσα σχετικά με το περιεχόμενο του, αναφέρει, είτε έτυχε ενημέρωσης από τον συντάξα του ή απλά αποτελούν το αποτέλεσμα δικής του εκτίμησης και/η πεποίθησης. Επομένως, οι διάφοροι σχετικοί ισχυρισμοί του διευθυντή της Αιτήτριας, δεν προωθούνται με βάση προσωπική του γνώση, αλλά πηγάζουν, είτε από πεποίθηση του, είτε από πληροφορίες που έλαβε από τρίτα πρόσωπα. Όπως όμως υποδείχτηκε ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω)) αντιπαρέθεσε την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση των όσων πληροφορείται και πιστεύει και σημείωσε πως, η Δ.39-θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Δεν παραγνωρίζω ότι, η Αιτήτρια είναι εταιρεία και ότι, συνεπεία τούτου, αναμενόμενο είναι ότι, εκ μέρους της, θα ορκιστεί κάποιο ή κάποια φυσικά πρόσωπα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι νομιμοποιείται μια Ενάγουσα εταιρεία να παρουσιάζει, ως ομνύοντα, για σκοπούς υποστήριξης αίτησης, ως η υπό εξέταση, πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των ουσιωδών επίδικων, για την αγωγή, γεγονότων. Και τούτο, λόγω της φύσης της υπό εξέταση Αίτησης, που για να εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, στα πλαίσια της, θα πρέπει, στην ουσία, να στερηθεί ο εναγόμενος του δικαιώματος του να εξεταστεί η υπεράσπιση του, στα πλαίσια μιας ακροαματικής διαδικασίας διά της παρουσίασης (αν τούτο αποτελεί επιθυμία του) προφορικής μαρτυρίας. Και στην προκείμενη περίπτωση, τόσο η ορθότητα του περιεχομένου του πιστοποιητικού, όσο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε, βρίσκονται υπό αμφισβήτηση. Επομένως, επιβεβλημένο είναι, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, μεταξύ των οποίων, αναγκαία είναι και τα γεγονότα που προσδιορίζουν την πραγματική, ενδεχόμενη, οφειλή του Καθ' ου η Αίτηση και δη την ορθότητα του περιεχομένου του επίδικου πιστοποιητικού, επί του οποίου, στη ουσία, εναποθέτει όλες τις ελπίδες της η Αιτήτρια για την έκδοση απόφασης στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτησης. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι, η υποχρέωση ενός ομνύοντα που συνοδεύει μια αίτηση, ως η παρούσα, είναι να μπορεί να επιβεβαιώσει (verify) την απαίτηση του ενάγοντα, με υιοθέτηση, στην ουσία, του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης και ότι, ο ομνύοντας για λογαριασμό της Αιτήτριας, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, δεν αντεξετάστηκε. Αν ο εν λόγω ομνύοντας δεν προχωρούσε στο να επισυνάψει τεκμήρια στην ένορκη του δήλωση, επικαλούμενος το περιεχόμενο τους ως επιβεβαιωτικό και/ή υποστηρικτικό της ορθότητας των ισχυρισμών του, η μη αντεξέταση του, από τον συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση, ενδεχομένως να ήταν καταλυτικής σημασίας κατά την κρίση ως προς την καταλληλότητα του να ορκιστεί θετικά προς υποστήριξη της Αίτησης. Η επιλογή του όμως να συνοδεύσει την ένορκή του δήλωση με το συγκεκριμένο τεκμήριο (επίδικο πιστοποιητικό πληρωμής) και να επικαλεστεί το περιεχόμενο του ως αποδεικτικό της ορθότητας των ισχυρισμών του, κατέστησε το περιεχόμενο του σχετικό με την κρίση ως προς την καταλληλότητα του να ορκιστεί θετικά στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτηση. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, που κρίνω ότι, η Αιτήτρια δεν ικανοποίησε την τρίτη προϋπόθεση που θέτει η Διαταγή 18 , επί της οποίας βασίζεται η αίτηση. Η πιο πάνω κατάληξη μου, οδηγεί μονοδρομικά στην απόρριψη της αίτησης. Το δε δικαιοδοτικό του χαρακτήρα των προϋποθέσεων που επιβάλλει η Διαταγή 18, καθιστά μη αναγκαία την εξέταση της Αίτησης, επί της ουσίας της. Παρά ταύτα, νοιώθω την ανάγκη να σημειώσω ότι, και στην περίπτωση που ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση, κρινόταν ως κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί θετικά, προς υποστήριξη της, και πάλι θα απέρριπτα την Αίτηση. Και τούτο γιατί, με τα όσα ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται με παραπομπή και στο περιεχόμενο σχετικών τεκμηρίων, περί της τροποποίησης των όρων της μεταξύ των μερών σύμβασης, της συνυπολόγησης για την έκδοση του επίδικου πιστοποιητικού και εργασιών οι οποίες δεν εκτελεστήκαν και αναφορικά με τους λόγους που δεν αμφισβήτησε την ορθότητα του πιστοποιητικού με την προβλεπόμενη από τη σύμβαση διαδικασία, προκύπτει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι, την υπό εξέταση αγωγή, περιβάλλουν, τουλάχιστον, τέτοια γεγονότα, που δικαιολογούν την διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας για την τελική, επί των επιδίκων θεμάτων, δικαστική απόφανση. Και τούτο γιατί, ως υποδείχθηκε νομολογιακά, θα δοθεί σε ένα Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπιστεί μια αγωγή που στρέφεται εναντίον του στην περίπτωση που εγείρει τέτοια θέματα που κρίνονται επαρκή για να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας[1]. Για το ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, δεν κωλύεται (αφ' ης στιγμής δεν αμφισβήτησε την ορθότητα του επίδικου πιστοποιητικού μέσω διαιτησίας - όρος 36 της σύμβασης των μερών), να προβάλλει, ως υπεράσπιση, την θέση ότι το περιεχόμενο του δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα αναφορικά με την ποσότητα, ποιότητα και αξία των εκτελεσθεισών από την Αιτήτρια εργασιών, (βλέπε New Orchidea Fashion Ltd - ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι, από τη στιγμή που καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον των εκεί Εφεσειόντων (Καθ' ων η Αίτηση στη πρωτόδικη διαδικασία), δεν δεσμεύονταν πλέον να προβούν σε διαιτησία αναφορικά με την ορθότητα ή μη του περιεχομένου του πιστοποιητικού πληρωμής και μπορούσαν να προβάλουν σχετικούς ισχυρισμούς ως υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Με βάση τα πιο πάνω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά στο θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι, αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, ο Καθ' ου η Αίτηση, δικαιούται τα έξοδα του. Επομένως, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος της Ενάγουσας - Αιτήτριας και υπέρ του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως τούτα, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ)................................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΨ [1]Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239 (δέστε επίσης VIDISAVA SUBOTIC v. Δήμου Στυλιανίδη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22), τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή (ως ήταν τότε) Αρτέμη που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 CLR 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.