← Κύπρος

ΧΑΡΑΚΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑ ν. ROYAL CROWN INSURANCE CO. LTD, Αρ. Αγωγής: 3111/2009, 28/9/2016

ΧΑΡΑΚΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑ ν. ROYAL CROWN INSURANCE CO. LTD, Αρ. Αγωγής: 3111/2009, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A521 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3111/2009 ΜΕΤΑΞΥ: - ΧΑΡΑΚΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑ, εκ Λεμεσού Ενάγοντας -και- ROYAL CROWN INSURANCE CO. LTD, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 28.9.2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Αδάμος Κόνιας, για Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Άντης Πολυδώρου, για Άντης Πολυδώρου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, κατά την ημερομηνία καταχώρησής της (27.5.2009), ο Ενάγων αξίωνε από το Δικαστήριο - ως η γενική οπισθογράφηση επί του κλητηρίου - τις ακόλουθες θεραπείες꞉ «(Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι υποχρεούνται να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα για οποιοδήποτε ποσό ήθελε τυχόν επιδικασθεί εναντίον του στην αγωγή υπ' αριθ. 5027/05 Ε.Δ. Λεμεσού στη βάση του υπ' αρ. 30259 Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, το οποίον οι Εναγόμενοι εξέδωσαν αναφορικά με το υπ' αρ. εγγραφής ΕΚΡ305 όχημα το οποίον ενεπλάκη σε ατύχημα κατά ή περί την 18/9/00 ενόσω οδηγείτο από τον Ενάγοντα. (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο όρος περί παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος στο πιο πάνω αναφερόμενο συμβόλαιο, συνιστά ρήτρα επιβαρυντική και/ή είναι παράνομη και/ή αντίθετος και/ή αντιβαίνει στον περί Παραγραφής Νόμο και/ή στον περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο. (Γ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες της παραγραφής στον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης ουδόλως επηρεάζει τα συμβατικά δικαιώματα του Ενάγοντα που πηγάζουν από το υπ' αρ. 0302259 ασφαλιστήριο συμβόλαιο. (Δ) Διαταγή του Δικαστηρίου που να υποχρεώνει τους Εναγομένους να παραδώσουν πληροφορίες και/ή έγγραφα και/ή αντίγραφα όλων των εγγράφων και/ή του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου και/ή εντύπων που καταρτίσθηκαν κατά τη σύναψη του υπ' αρ. 030259 Ασφαλιστήριου Συμβολαίου. (Ε) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι περί Παραγραφής πρόνοιες του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Νόμου αφορούν τα οποιαδήποτε δικαιώματα του Τρίτου εναντίον των Εναγομένων και ουδόλως τα συμβατικά δικαιώματα του Ενάγοντα από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. (Ζ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο όρος περί Παραγραφής στον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Νόμο είναι αντισυνταγματικός και/ή δεν ευρίσκεται εντός των πλαισίων της συνταγματικότητας και/ή του Ευρωπαϊκού Δικαίου και/ή Οδηγιών και/ή Κανονισμών και/ή προνοιών του Δικαίου της Επιείκειας και/ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. (Η) Αποζημιώσεις δυνάμει του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου και/ή της απόφασης στην αγωγή 5027/05 Ε.Δ. Λεμεσού.». Την αξίωση για το σύνολο των ως άνω θεραπειών προώθησε ο Ενάγων με την Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησε στις 8.4.

  1. Καθ' ον χρόνο η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, είχε ήδη εκδοθεί η απόφαση στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή 5027/2005, με αποτέλεσμα η απαίτηση του Ενάγοντος για αποζημιώσεις (ως οι παρα. (Α) και (Η) της αξίωσής του ανωτέρω) να έχει αποκρυσταλλωθεί ως αφορώσα στα ποσά που επιδικάστηκαν στην εν λόγω αγωγή, ως εξής꞉ «21.058,58 πλέον τόκο 8% από 28/9/2005 μέχρι 14/10/2008 και 5.5% τόκος από 15/10/2008 μέχρι εξόφλησης πλέον €3.627,98 έξοδα πλέον νόμιμο τόκο και €42- έξοδα έκδοσης της απόφασης». Σημειωτέον ότι το πιο πάνω γεγονός περί της έκδοσης της απόφασης στην αγωγή 5027/2005, ως επίσης το σύνολο των λοιπών γεγονότων που αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αγωγή, κατέστησαν παραδεκτά κατά την ενώπιον μου ακροαματική διαδικασία και αποφεύχθηκε η απώλεια περαιτέρου δικαστικού χρόνου και εξόδων. Η κοινή δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων περί παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της δικασίμου 22/3/
  2. Ο κατάλογος των παραδεκτών γεγονότων που κατατέθηκε ενώπιόν μου ως τεκμήριο κατά την εν λόγω δικάσιμη, σημειώθηκε ως «Έγγραφο Α». Τα αναφερόμενα στον εν λόγω κατάλογο επιμέρους έγγραφα, τα οποία είναι επίσης παραδεκτά ως προς το περιεχόμενό τους, κατατέθηκαν ως τεκμήρια με την ένδειξη «Α» έως «Μ» υπό Έγγραφο Α. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αγωγής στη βάση γραπτών τελικών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων, επί των οποίων αμφότεροι είχαν την ευκαιρία να δώσουν διευκρινίσεις κατά τη δικάσιμο ημερ. 31.5.2016, ημερομηνία κατά την οποία επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση. ΙΙ. ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο καλείται από τον Ενάγοντα να αποδώσει θεραπεία είναι παραδεκτό ως ακολούθως (βλ. το Έγγραφο Α):
  3. «Ο Ενάγων ήταν κατά την 18/9/2000 οδηγός του υπ' αριθμόν εγγραφής ΕΚΡ305 οχήματος.
  4. Οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήσαν και είναι Ασφαλιστική Εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και νόμιμα αδειούχος να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στην Κύπρο περιλαμβανομένης της Ασφάλισης Μηχανοκίνητων οχημάτων, σύμφωνα με τον Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμο.
  5. Κατόπιν πρότασης που η Line Garage Ltd υπέβαλε στους Εναγόμενους, οι Εναγόμενοι εξέδωσαν και παρέδωσαν στην Line Garage Ltd το υπ' αριθμό 030259 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και πιστοποιητικό ασφάλισης για το όχημα υπ' αριθμόν εγγραφής ΕΚΡ 305 ιδιοκτησίας του Χαράλαμπου Νικολάου, με εξουσιοδοτημένο οδηγό τον Ενάγοντα.
  6. Το υπ' αριθμόν 030259 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και πιστοποιητικό ασφάλισης εξεδόθηκαν σύμφωνα με τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης για την ευθύνη έναντι Τρίτου που προκύπτει από τη Χρήση Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμο.
  7. Το υπ' αριθμόν 030259 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήτο σε ισχύ την 18/9/
  8. Ο Ενάγοντας κατά ή περί την 18/9/2000 ενώ οδηγούσε το υπ' αριθμόν εγγραφής ΕΚΡ305 όχημα στην οδό Βασιλέως Παύλου στην Λεμεσό, ενεπλάκη σε ατύχημα με το υπ' αριθμόν εγγραφής ΤΕΝΕ836 όχημα ταξί το οποίο ήταν ιδιοκτησίας της εταιρείας Pavlos Elpidorou & Sons Ltd.
  9. Ο Ενάγοντας εμπρόθεσμα δήλωσε γραπτώς τα περιστατικά του ατυχήματος στους Εναγόμενους.
  10. Οι Εναγόμενοι άνοιξαν σχετικό φάκελο για το ατύχημα με αρ. αναφοράς τους ΜΤ 2000/
  11. Οι ιδιοκτήτες του οχήματος ΤΕΝΕ 836 έδωσαν την δέουσα ειδοποίηση στους Εναγόμενους για επιθεώρηση της ζημιάς στο όχημα τους και πράγματι οι Εναγόμενοι με δικό τους εκτιμητή επιθεώρησαν την ζημιά και έλαβαν την έγγραφη εκτίμηση του εκτιμητή που διόρισαν αναφορικά με το ύψος της ζημιάς στο όχημα ΤΕΝΕ
  12. Διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ του Γεώργιου Δανού δικηγόρου της εταιρείας Pavlos Elpidorou & Sons Ltd, και των Εναγόμενων για εξώδικη διευθέτηση της απαίτησης της πρώτης εταιρείας για τις ζημιές του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής ΤΕΝΕ 836 οι οποίες δεν τελεσφόρησαν.
  13. Ως αποτέλεσμα η Εταιρεία Pavlos Elpidorou & Sons Ltd στις 28/09/05, ήγειρε την υπ' αριθμό 5027/05 αγωγή Ε. Δ. Λεμεσού εναντίον του Χαράκη Ζαχαρία, οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΚΡ305 και του Χαράλαμπου Νικολάου, ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΚΡ
  14. Η εταιρεία Pavlos Elpidorou & Sons Ltd, έδωσε στους Εναγόμενους την δέουσα ειδοποίηση περί εγέρσεως της υπ' αριθμό 5027/2005 αγωγής σύμφωνα με τον Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμο και επεσύναψε στην εν λόγω ειδοποίηση αντίγραφο της υπ' αριθμόν 5027/2005 αγωγής.
  15. Οι Εναγόμενοι εισηγήθηκαν στους Χαράκη Ζαχαρία και Χαράλαμπο Νικολάου ότι οι δικηγόροι που οι Εναγόμενοι εισηγήθηκαν για να εκπροσωπούν και να υπερασπίζονται τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των Εναγόμενων στην αγωγή αρ.5027/2005, ήτο το δικηγορικό γραφείο των τότε κ.κ. Οικονόμου, Πολυδώρου & Σια.
  16. Το δικηγορικό γραφείο Οικονόμου, Πολυδώρου & Σια καταχώρησαν εμφάνιση για τους Χαράκη Ζαχαρίας Ενάγων στην παρούσα αγωγή και Χαράλαμπο Νικολάου, Εναγόμενους 1 και 2 αντίστοιχα στην υπ' αριθμό 5027/2005 αγωγή Ε. Δ. Λεμεσού.
  17. Ο Ενάγοντας, ο Χαράλαμπος Νικολάου και ή η Line Garage Ltd λόγω της παρόδου του χρόνου, δεν κράτησαν και δεν έχουν στην κατοχή τους το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και πιστοποιητικό ασφάλισης τα οποία απωλέσθηκαν και παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν αυτά δεν ανευρέθηκαν. Ούτε οι Εναγόμενοι διατήρησαν στην κατοχή τους αντίγραφο του υπ' αριθμό 030259 ασφαλιστήριου συμβολαίου και πιστοποιητικού ασφάλισης.
  18. Τον αριθμό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ο Ενάγων εντόπισε από την Αστυνομική Έκθεση που βρισκόταν στην κατοχή των δικηγόρων των Εναγόντων στην αγωγή 5027/
  19. Οι δικηγόροι Οικονόμου, Πολυδώρου & Σια με επιστολή τους ημερ. 02/10/06 που απηύθυναν στον Ενάγοντα, τον πληροφόρησαν ότι επειδή η υπ' αριθμό 5027/2005 αγωγή ηγέρθηκε πέραν των δύο χρόνων μετά το τροχαίο ατύχημα, σύμφωνα με ασφαλιστήριο συμβόλαιο όσο και την σχετική νομοθεσία, οι Εναγόμενοι δεν είχαν υποχρέωση να ικανοποιήσουν οποιανδήποτε απαίτηση σε σχέση με το εν λόγω ατύχημα. Με την πιο πάνω αναφερόµενη επιστολή, οι πιο πάνω αναφερόµενοι δικηγόροι πληροφόρησαν τον Ενάγοντα ότι στις 13/10/06 που ήτο ορισµένη η αγωγή 5027/2005 θα αποσύροντο. Πράγματι οι πιο πάνω αναφερόµενοι δικηγόροι απεσύρθησαν από δικηγόροι του Ενάγοντα, Εναγόµενου στην αγωγή 5027/2005 και ο Ενάγοντας διόρισε τους δικούς του δικηγόρους.
  20. Ο Ενάγοντας δια των δικηγόρων του απηύθυνε επιστολή ηµερ. 12/2/08 στους δικηγόρους Οικονόµου, Πολυδώρου & Σια και τους πληροφόρησε ότι ο Ενάγων θα διεκδικούσε από τους Εναγόµενους οιονδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί εναντίον του στην αγωγή 5027/2005 και ζητούσε να εφοδιαστεί µε αντίγραφο της εκτίµησης της ζηµιάς που οι Εναγόµενοι διενήργησαν για το όχηµα ΤΕΝΕ
  21. Οι δικηγόροι Οικονόµου, Πολυδώρου & Σια εφοδίασαν τους δικηγόρους του Ενάγοντα µε εκτίµηση της ζηµιάς του οχήµατος TEΝΕ836 που οι Εναγόµενοι διενήργησαν.
  22. Οι δικηγόροι που ο Ενάγων διόρισε για να τον υπερασπισθούν στην αγωγή 5027/05 µε την απόσυρση των δικηγόρων Οικονόµου, Πολυδώρου & Σια απηύθυναν στους Εναγόµενους επιστολή ηµερ. 5/1/09 µε την οποία πληροφορούσαν ότι επειδή ήτο προφανές ότι η ευθύνη βάρυνε τον Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, εισηγούντο όπως για αποφυγή περαιτέρω εξόδων, οι αποζηµιώσεις για την ζηµιά στο όχηµα ΤΕΝΕ836 δηλωθεί για το ποσό των €17.500,- και ζητούσαν την έγκρισή τους, ενόψει του ότι ο Ενάγων στην παρούσα αγωγή θα διεκδικούσε το ποσό που θα επιδικάζετο υπέρ τωv Εναγόντων στην αγωγή 5027/
  23. Οι Εναγόµενοι δια της δικηγόρου τους Ανθής Ζαχαριάδου απηύθυναν στις 17/2/09 επιστολή µε την οποία θεώρησαν λογική την διευθέτηση της ζηµιάς στο όχηµα ΤΕΝΕ836 για ποσό €17.500,- και επί πλέον επεσύναψαν αντί ολόκληρο το ασφαλιστήριο συµβόλαιο, αντίγραφο της σελίδας 12 του ασφαλιστηρίου συµβολαίου.
  24. Η ζηµιά στο όχηµα των Εναγόντων στην αγωγή 5027/05 εδηλώθη στο ποσό των €17.500,- η ευθύνη έγινε αποδεκτή εκ πλευράς του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και του Εναγόµενου στην αγωγή 5027/05 και η αγωγή προχώρησε σε Ακρόαση για τα υπόλοιπα εγερθέντα επίδικα θέµατα.
  25. Τα υπόλοιπα επίδικα θέµατα ήταν η αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας στην υπ' αρ. 5027/05 αγωγή Ε. Δ. Λεµεσού για ποσό απώλειας χρησης του µηχανοκίνητου οχήματος µε αρ. εγγραφής ΤΕΝΕ
  26. Η Εναγόµενη εταιρεία δια της δικηγόρου της Ανθής Ζαχαριάδου πληροφόρησε τους δικηγόρους του Εναγόµενου στην υπ' αρ. 5027/05 αγωγή Ε. Δ. Λεµεσού κ.κ. Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σια, ότι δεν αποδέχοντο οποιονδήποτε ποσό ως απώλεια χρήσης για το όχηµα µε αρ. εγγραφής ΤΕΝΕ
  27. Την 17/12/09 το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην αγωγή 5027/05 µε την οποία επιδικάσθηκαν υπέρ των Εναγόντων €21.058,58 πλέον 8% τόκος από 28/9/05 µέχρι 14/10/08 και 5,5% τόκος από 15/10/08 µέχρι εξόφλησης. Επί πλέον επιδικάστηκαν €3.627,98 έξοδα πλέον νόµιµο τόκο και €42,- έξοδα έκδοσης της απόφασης.
  28. Στη σελ. 12 του ασφαλιστήριου συμβολαίου αναφέρεται υπό τον τίτλο παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος ότι σε περίπτωση που αγωγή εγείρεται εναντίον του Ασφαλισμένου ή του οδηγού σε σχέση με περιστατικό που διαφορετικά οι Εναγόμενοι θα είχαν υποχρέωση παροχής κάλυψης, έχει παραγραφεί σε σχέση με τους Εναγόμενους δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιανδήποτε ευθύνη για καταβολή οποιοδήποτε ποσού προς τον ασφαλισμένο ή τον οδηγό, είτε αυτός έχει καταβάλει οποιονδήποτε ποσό είτε όχι.» Τα έγγραφα που κατατέθηκαν από κοινού, με δεκτό το περιεχόμενό τους από αμφότερους τους διαδίκους, είναι τα εξής: «Α. Δείγμα Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ίδιο με το υπ' αριθμόν 030259 που εξέδωσε και παρέδωσε η Εναγόμενη Εταιρεία αναφορικά με το όχημα ΕΚΡ
  29. Β. Αντίγραφο αστυνομικής έκθεσης για το ατύχημα ημερ. 18/09/2000 με επισυνημμένο σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος. Γ. Αντίγραφο δήλωσης αυτοκινητιστικού ατυχήματος ημερ. 19/09/2000 με το οποίο ο δικηγόρος των Εναγομένων εφοδίασε τους δικηγόρους του Ενάγοντα. Δ. Αντίγραφο των. Ν. Papadopoulos Automotive Engineer Assessor ημερ.15/11/200.[1] Ε. Αντίγραφο επιστολής Γεώργιου Δανού, δικηγόρου ημερ. 26/03/
  30. ΣΤ. Αντίγραφο της υπ' αριθμό 5027/2005 αγωγής Ε. Δ. Λεμεσού. Ζ. Αντίγραφο επιστολής Γεώργιου Δανού, δικηγόρου ημερ. 28/09/2005 προς την Εναγόμενη. Η. Αντίγραφο Υπεράσπισης στην αγωγή 5027/2005 Ε. Δ. Λεμεσού. Θ. Αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων/νομικών συμβούλων Οικονόμου, Πολυδώρου & Σια ημερ. 02/10/
  31. I. Αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σια ημερ. 12/02/
  32. Κ. Αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σια ημερ. 5/1/
  33. Λ. Αντίγραφο επιστολής ημερ. 17/02/2009 με επισυνημμένη σελ. 12 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Μ. Αντίγραφο απόφασης Ε. Δ. Λεμεσού ημερ. 17/12/09.». Τα πιο πάνω παραδεκτά έγγραφα και γεγονότα δεσμεύουν το Δικαστήριο και θεμελιώνουν τα ευρήματα γεγονότων επί των οποίων η δικαστική απόφαση δέον να στηριχθεί. Σημειώνω, συναφώς, ότι όπως το έθεσε ο Πικής, Π., στην υπόθεση
  34. Cybarco Ltd,
  35. Δήμος Λευκωσίας v. Rawnsello Trading Company Ltd

(1999)1 Α.Α.Δ. 726꞉ «η παραδοχή γεγονότων αποτελεί θεσμοθετημένο μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (Δ.21) και τον περιορισμό τους προδικαστικά (Δ.24). Γεγονότα μπορεί να γίνουν παραδεχτά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας προς εξυπηρέτηση του ίδιου σκοπού. Όπως τονίζεται σε πρόσφατη Αγγλική απόφαση, είναι προς το συμφέρον τόσο της δικαιοσύνης όσο και των διαδίκων, (α) όπως η διάρκεια της δίκης δεν είναι μακρύτερη απ' ότι είναι απαραίτητο για την απονομή της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, και (β) ότι δεν πρέπει να αναλώνεται δικαστικός χρόνος σε θέματα τα οποία δεν είναι υπό αμφισβήτηση. Η απόφαση είναι η Stanton v. Callaghan [1998] 4 All E.R. 961 (CA) [...].» Υπό το φως, λοιπόν, των προπαρατεθέντων παραδεκτών γεγονότων, τα οποία αποτελούν και τα ευρήματά μου ως προς τα γεγονότα, προχωρώ να προσδιορίσω ό,τι παραμένει ως αντικείμενο αντιδικίας. ΙΙΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Ενόψει των ανωτέρω, η αντιδικία περιορίζεται στα νομικά ζητήματα που αναδεικνύονται από πλευράς του Ενάγοντος μέσα από τις αξιούμενες δηλωτικές αποφάσεις ως τα αιτητικά (Α) έως (Ζ) του παρακλητικού του κλητηρίου και, αντίστοιχα, των παραγράφων 33(Α) έως 33(Ζ) της Έκθεσης Απαίτησης. Οι νομικοί ισχυρισμοί, στη βάση των οποίων ο Ενάγων προώθησε την αγωγή του, σκιαγραφήθηκαν εξ αρχής στην Έκθεση Απαίτησης, ειδικότερα στις παρα. 22 έως 32 αυτής, ως εξής꞉ Βλ. παρα. 22 της Ε/Α꞉ Ο Ενάγων ήτο εξουσιοδοτημένος οδηγός και ασφαλισμένος δυνάμει του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Βλ. παρα. 24 της Ε/Α꞉ Η πρόνοια περί παραγραφής που φαίνεται στη σελ. 12 του ασφαλιστήριου συμβολαίου είναι ανίσχυρη και/ή άκυρη και/ή είναι αντίθετη με το Νόμο περί Παραγραφής και/ή είναι αντίθετη με τον περί Παραγραφής Νόμο που διέπει την παραγραφή δικαιωμάτων εκ συμβάσεως και/ή οι Εναγόμενοι ουδέν δικαίωμα έχουν να αποκλείσουν το δικαίωμα του Ενάγοντα ως εκ της σύμβασης που περιλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Βλ. παρα. 26 της Ε/Α꞉ Ο περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης έναντι Τρίτου Νόμος δεν καταργεί τα συμβατικά δικαιώματα του Ενάγοντα εκ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και/ή τις συμβατικές υποχρεώσεις των Εναγομένων έναντί του. Βλ. παρα. 27 της Ε/Α꞉ Η πρόνοια του όρου περί παραγραφής στη σελ. 12 του ασφαλιστήριου είναι καταχρηστική και/ή συνιστά ρήτρα επιβαρυντική. Βλ. παρα. 29 της Ε/Α꞉ Ο όρος περί Παραγραφής στον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμο είναι αντισυνταγματικός και/ή δεν ευρίσκεται εντός των πλαισίων της συνταγματικότητας και/ή του Ευρωπαϊκού Δικαίου και/ή των κανονισμών και/ή οδηγιών και/ή προνοιών του Δικαίου της επιείκιας και/ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και/ή η περιληφθείσα στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Πρόνοια αντιβαίνει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και/ή τις οδηγίες και/ή τους Κανονισμούς. Βλ. παρα. 30 της Ε/Α꞉ Οι Εναγόμενοι αντισυνταγματικά και/ή παράνομα περιορίζουν και/ή καταργούν το δικαίωμα πρόσβασης του Ενάγοντα στο Δικαστήριο και/ή περιέλαβαν όρο ο οποίος είναι αντίθετος και/ή προσβάλλει τη δημόσια πολιτική και/ή τάξη. Βλ. παρα. 31 της Ε/Α꞉ Εφόσον το δικαίωμα των Εναγόντων στην αγωγή 5027/07 δεν παρεγράφη εναντίον του εκεί Εναγόμενου (εδώ Ενάγοντος) σύμφωνα με τον περί Παραγραφής Νόμο, δεν παρεγράφη ούτε το δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων. Βλ. παρα. 25 και 32 της Ε/Α꞉ Οι Εναγόμενοι ανέλαβαν δυνάμει των όρων του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα για οιονδήποτε ποσό ήθελε επιδικασθεί εναντίον του, ως εκ τούτου υποχρεούνται να τον αποζημιώσουν για το ποσό που επιδικάσθηκε στην αγωγή 5027/05 και ο Ενάγων έχει ζημιώσει ως εκ της παράλειψης των Εναγομένων να τον αποζημιώσουν ως όφειλαν. Από την άλλη, στην Έκθεση Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ»), η οποία καταχωρήθηκε στις 5.5.2011, οι Εναγόμενοι αρνούνταν ότι ο Ενάγων δικαιούται στην έκδοση των εν λόγω Δηλωτικών αποφάσεων και κατ' επέκταση στην έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο που να του επιδικάζει αποζημιώσεις ως το αποτέλεσμα της αγωγής 5027/05 Ε.Δ. Λεμεσού. Ζητούσαν οι Εναγόμενοι να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη, προτάσσοντας τους εξής, κατ' ουσίαν νομικούς, ισχυρισμούς꞉ Βλ. παρα. 8(α) της Ε/Υ꞉ Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (Ν.96(Ι)/2000)περιέχει τις πρόνοιες που διέπουν την υποχρέωση όλων των οδηγών για κατοχή πιστοποιητικού ασφάλισης και καθορίζει τις βασικές καλύψεις που θα πρέπει να περιέχονται στα ασφαλιστήρια μηχανοκινήτων οχημάτων για ευθύνη έναντι τρίτου που εκδίδονται από ασφαλιστές. Βλ. παρα. 8(β) της Ε/Υ꞉ Το άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000 κατά τον ουσιώδη χρόνο προέβλεπε ότι οποιαδήποτε αγωγή στην οποία εκδιδόταν απόφαση, η οποία θα έπρεπε να ικανοποιηθεί από τους ασφαλιστές, θα έπρεπε να εγειρόταν εντός δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Βλ. παρα. 8(γ) της Ε/Υ꞉ Το Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων για Ευθύνη Έναντι Τρίτου είναι σχεδιασμένο και διατυπωμένο με σκοπό να ικανοποιεί τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου, και να εξασφαλίζει στους ασφαλισμένους το βασικό εύρος κάλυψης, για σκοπούς συμμόρφωσης με την εν λόγω Νομοθεσία. Οποιαδήποτε επιπρόσθετη κάλυψη, πέραν από το πλαίσιο της νομοθεσίας, θα πρέπει να προστίθεται στο ασφαλιστήριο μέσω οπισθογράφησης και/ή άλλως πως. Βλ. παρα. 8(δ)(ε) της Ε/Υ꞉ Ο όρος στη σελ. 12 του Ασφαλιστήριου επενεργεί και περιορίζει την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας σε αμιγώς συμμορφωτική προς τις πρόνοιες της νομοθεσίας, η οποία προβλέπει ότι όλες οι οι αγωγές θα πρέπει να εγείρονται εντός 2 ετών από το ατύχημα. Ακόμα και αν μια απαίτηση δεν έχει παραγραφεί σε σχέση με τον Ασφαλισμένο, αν παραγράφεται σε σχέση με την Εταιρεία, σύμφωνα με το Άρθρο 22 της πιο πάνω νομοθεσίας, η ευθύνη της Εταιρείας για κάλυψη δεν υφίσταται πλέον. Βλ. παρα. 8(στ) της Ε/Υ꞉ Επομένως, σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο, η Εναγόμενη δεν είχε καμία υποχρέωση να παρέχει οποιαδήποτε κάλυψη προς τον Ενάγοντα σε σχέση με το ατύχημα, θέμα της αγωγής, μετά την πάροδο των δύο ετών από την ημερομηνία του ατυχήματος. Ενόψει του γεγονότος ότι το ατύχημα συνέβηκε στις 18/9/2000 και η αγωγή καταχωρήθηκε στις 28/9/2005, η υποχρέωση της Εναγομένης με βάση το ασφαλιστικό συμβόλαιο είχε προ πολλού εκπνεύσει. Βλ. παρα. 9 της Ε/Υ꞉ Άνευ βλάβης των πιο πάνω και/ή διαζευκτικά, εδώ δεν πρόκειται για περίπτωση όπου έχει παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα, αλλά για περίπτωση εφαρμογής συγκεκριμένου όρου σε συγκεκριμένο ασφαλιστήριο που ισχύει για περιπτώσεις ασφάλισης μηχανοκινήτων οχημάτων, του οποίου σκοπός είναι η ικανοποίηση των βασικών προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, ως πιο πάνω περιγράφεται. Οποιοσδήποτε όρος, πέραν των βασικών προνοιών της νομοθεσίας, δύναται να προστεθεί στο ασφαλιστήριο έγγραφο με την πληρωμή του επιπρόσθετου ασφαλίστρου που ισχύει για κάθε περίπτωση. Βλ. παρα. 10 της Ε/Υ꞉ Περαιτέρω και/ή άνευ βλάβης των πιο πάνω και/ή διαζεκτικά, ο εν λόγω όρος περί παραγραφής στη σελ. 12 του ασφαλιστήριου εγγράφου βρίσκεται σε περίοπτη θέση εντός του λεκτικού του ασφαλιστικού συμβολαίου, είναι γραμμένος με σκούρα γράμματα, και ο Ενάγοντας θα όφειλε και/ή θα μπορούσε να είχε μελετήσει το ασφαλιστήριο έγγραφο πριν και/ή μετά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και είτε να μην προχωρήσει σε αυτήν είτε να ζητήσει απάλειψη και/ή τροποποίηση του εν λόγω όρου και/ή άλλων όρων, ούτως ώστε να βεβαιωθεί ότι το περιεχόμενο της κάλυψης ικανοποιεί τις ασφαλιστικές ανάγκες της για να ασφαλιστική κάλυψη, κάτι που ο Ενάγων αμέλησε και/ή παρέλειψε να πράξει. Βλ. παρα. 11 της Ε/Υ꞉ Περαιτέρω και/ή άνευ βλάβης των πιο πάνω και/ή διαζεκτικά, η παρούσα περίπτωση δεν αφορά οποιαδήποτε παραγραφή αγωγίμου δικαιώματος, αλλά εφαρμογή ασφαλιστικής σύμβασης που έγινε μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενης, και σύμφωνα με την οποία παρεχόταν κάλυψη για την ευθύνη του Ενάγοντα κατά τη χρήση συγκεκριμένου οχήματος, για περίοδο δύο χρόνων, όπως ακριβώς απαιτείται και από το Ν.96(Ι)/2000, κάτι που ο Ενάγων όφειλε και/ή θα μπορούσε να γνωρίζει, και να λάβει οποιαδήποτε μέτρα θεωρούσε πρέποντα σε περίπτωση που δεν αποδεχόταν τον όρο του συμβολαίου που περιορίζει την ευθύνη της Εναγομένης για κάλυψη σε αυτήν που απαιτείται από τη νομοθεσία. IV ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Θα επιληφθώ όλων των ανωτέρω ζητημάτων, αντιμετωπίζοντας και την εκατέρωθεν νομική επιχειρηματολογία, την οποία ανέπτυξαν με ικανό τρόπο στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Το σκεπτικό μου αναδιπλώνεται πιο κάτω꞉ Με βάση την αρχή του ενοχικού δεσμού, μόνον τα μέρη μιας σύμβασης μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση. Ο κανόνας του ενοχικού δεσμού έχει δύο σκέλη꞉ i. αφενός, ότι μόνον ένας συμβαλλόμενος μπορεί να αποκομίσει τα θετικά οφέλη που προκύπτουν από τη σύμβαση (υπό την έννοια ότι αυτός έχει το δικαίωμα να εγείρει αγωγή για να επιδιώξει τη δικαστική εφαρμογή της) και, ii. αφετέρου, ότι μόνον ένας συμβαλλόμενος μπορεί να επικαλεστεί τις πρόνοιες της σύμβασης ως ασπίδα, δηλαδή ως υπεράσπιση σε περίπτωση που ένας εκ των συμβαλλομένων εγείρει αγωγή εναντίον του επί των γεγονότων που αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης. Το ερώτημα είναι πότε ένας τρίτος, προς όφελος του οποίου συνήφθη η σύμβαση, δύναται να έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, όπως και οι συμβαλλόμενοι. Στην Κύπρο, όπου ο κανόνας του ενοχικού δεσμού εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής, υπάρχουν αναγνωρισμένες εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό (βλ. το Σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Λευκωσία 2014, στις σελ. 257 - 281)꞉ i. σε περίπτωση όπου εφαρμόζεται η αρχή του εξ επαγωγής εμπιστεύματος (trust), η οποία είναι αρχή του δικαίου της επιείκιας (όπου δηλαδή η σύναψη της συμφωνίας έγινε μετά από οδηγίες του δικαιούχου του εμπιστεύματος (beneficiary)), ii. σε περίπτωση αντιπροσωπείας (agency), αφού επιτρέπεται σε κάποιο πρόσωπο να εγείρει αγωγή σε σχέση με σύμβαση που συνομολογήθηκε μεταξύ του αντιπροσώπου του με κάποιο τρίτο πρόσωπο, iii. σε περίπτωση όπου υπήρξε εκχώρηση (assignment) κάποιου δικαιώματος, και iv. σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπήρξε κάποια παράλληλη συμβατική σχέση (collateral contract) μεταξύ του ενός αρχικά συμβαλλομένου, αφενός, και του τρίτου μέρους, αφετέρου. Στην παρούσα υπόθεση, η επίδικη σύμβαση, αποτελεί ασφαλιστική σύμβαση, η οποία συνήφθη μεταξύ της εταιρείας «Line Garage Limited» και των Εναγομένων ασφαλιστών. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του τροχαίου ατυχήματος, ο Ενάγων ήταν δηλωμένος στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως εξουσιοδοτημένος οδηγός και ότι, υπ' αυτή την έννοια, ήταν και ο ίδιος «ασφαλισμένο» πρόσωπο. Εγείρεται στην τελική αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης ως επίδικο το αν αυτή η πραγματική ιδιότητα του Ενάγοντος τον καθιστά και αυτόν «συμβαλλόμενο μέρος» στην ασφαλιστική σύμβαση, έτσι ώστε αυτός να έχει ενοχικό δεσμό με τους Εναγόμενους. Επ' αυτού του σημείου, επιβάλλεται, κατ' αρχάς, να επισημάνω την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στους δικογραφημένους στις παρα. 10 και 11 της Ε/Υ ισχυρισμούς και στη νομική επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο συνήγορος των Εναγομένων στην τελική του αγόρευση. Ο συνήγορος των Εναγομένων επιχείρησε να αποστεί από τη δικογραφηθείσα θέση στις πιο πάνω παρα. 10 και 11 της Ε/Υ ότι ο Ενάγων είναι συμβαλλόμενος και επικαλέστηκε (στην αρχή της έννατης σελίδας της γραπτής του αγόρευσης) ότι «ο Ενάγοντας ουδέποτε συμβλήθηκε με την Εναγόμενη» και ότι η Εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία συμβλήθηκε μόνο με την εταιρεία «Line Garage Limited», η οποία δεν είναι μέρος της παρούσας αγωγής. Επιχείρησε, δηλαδή, ο συνήγορος των Εναγομένων επί του σημείου αυτού, αντιφατικά προς τις δικογραφηθείσες θέσεις, να διαχωρίσει την περίπτωση του Ενάγοντος, ο οποίος είναι παραδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος ήταν «εξουσιοδοτημένος οδηγός» και συνεπακόλουθα «ασφαλισμένος οδηγός» βάσει του κρίσιμου Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, από τα «συμβαλλόμενα μέρη» στο πλαίσιο του εν λόγω Ασφαλιστήριου Συμβολαίου. Ανέπτυξε αυτή την επιχειρηματολογία προκειμένου να ισχυριστεί ότι μόνο η εταιρεία «Line Garage Limited», εάν και εφόσον ήταν μέρος της παρούσας αγωγής, θα μπορούσε να είχε εγείρει ζήτημα καταχρηστικότητας του επίδικου όρου της σελ. 12 του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Επιβάλλεται να σημειωθεί ότι δεν αποτελεί αποδεκτή πρακτική να αναπτύσσονται κατά την ακρόαση θέσεις ή επιχειρήματα που συγκρούονται με ό,τι δικογραφείται ως παραδεκτό στα δικόγραφα. Είναι υπ' αυτή την έννοια τυπικά απορριπτέα η επιχειρηματολογία του συνηγόρου Υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει, η νομολογία έχει δώσει απάντηση στο ζήτημα που θέτει ο συνήγορος των Εναγομένων, κατά τρόπο αντίθετο προς ό,τι αυτός εισηγείται. Συγκεκριμένα, στην πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 26.2.1979, στην Αγωγή 4009/76, Nicos Themistokleous v Atlas Assurance Company Limited (υπό Ι. Πογιατζή, Α.Ε.Δ, όπως ήταν τότε), στην οποία με παρέπεμψε κατά τη δικάσιμο ημερ. 31.5.2016 ο συνήγορος του Ενάγοντος, αποφασίσθηκε, με παραπομπή σε Αγγλική νομολογία, ότι η πρόνοια η οποία επεκτείνει την έννοια του ασφαλισμένου προσώπου ώστε να καλύπτει και τους εξουσιοδοτημένους οδηγούς που κατονομάζονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δημιουργεί νέο, ξεχωριστό, συμβόλαιο μεταξύ του εξουσιοδοτημένου οδηγού και της ασφαλιστικής, ώστε ο εν λόγω εξουσιοδοτημένος οδηγός, ως ασφαλισμένος να αποκτά δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι της ασφαλιστικής και αντιστρόφως. Παραθέτω αυτούσια αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση꞉ · (Βλ. 51 της απόφασης)꞉ «In the Schedule attached to the Policy, which shall in accordance with condition 1 of the Policy be read together with is as one contract, there is this provision with regard to the authorised driver꞉- "Authorised driver꞉ Any of the following - (a) The Insured. (b) Any other person who is driving on the Insured's order or with his permission." It is clear enough from the language of the above clauses that there is not one contract of insurance only. First, by operation of clause 1(a) of Section II of the Policy we have one contract with the named Insured. Secondly, by operation of clause 2(a) of the same section of the Policy we have another contract in favour of any other person who at any given time may be driving the vehicle on the Insured's order or permission. Such other person being an authorised driver, as Naso Eliadou is in the present case, may on the authority of Tattersal v Drysdale
(1935)2 K.B. 174 claim in his own name directly from the insurers indemnity in respect of liability incurred to him by any other person whilst using the vehicle on the road.» · (βλ. 80 της απόφασης) «The effect of this clause set out earlier in the judgment [the extension clause covering use of the vehicle by an authorised driver], is that a separate policy of insurance is deemed to have been issued in favour of and directly enforceable by Naso Eliadou who thus becomes "a person insured by the policy" within the meaning of s. 10
(1)and s.4
(1)of [the Motor Vehicles (Third Party Insurance) Law] Cap. 333.», και · Σελ. 82 διατυπώθηκε το συμπέρασμα꞉ «The authorised driver Naso Eliadou was herself, an insured person with distinct and separate rights and obligations under the said policy». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Περαιτέρω, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπό Τ. Ηλιάδη, Δ.) στην Ανδρέας Κωνσταντίνου, από τη Λευκωσία, κ.α. ν. COMPASS INSURANCE CO. LTD.
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Σε εκείνη την υπόθεση η εφεσίβλητη εταιρεία, που διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες στην Κύπρο, στις 28/6/87 ασφάλισε το υπ' αριθμό FP 356 όχημα που ανήκε στον πρώτο εφεσείοντα από τις 28/6/87 - 28/6/88 με συνηθισμένη κάλυψη (act). Η σχετική συμφωνία κάλυπτε ταυτόχρονα και το δεύτερο εφεσείοντα (γιό του πρώτου εφεσείοντος) που ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας. Το πρωΐ της 27/8/87 ενώ ο δεύτερος εφεσείων οδηγούσε το πιο πάνω όχημα προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα με το υπ' αριθμό ΜΚ 258 όχημα. Ο δεύτερος εφεσείων υπέβαλε έγγραφη δήλωση του ατυχήματος στην εφεσίβλητη εταιρεία. Ακολούθως κοινοποιήθηκαν στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οι αγωγές 1073/88 και 1074/88 που είχαν καταχωρηθεί από τον οδηγό του άλλου οχήματος και τη συνεπιβάτιδα του. Αργότερα καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του δεύτερου εφεσείοντος για τις τροχαίες παραβάσεις που είχε διαπράξει και αυτός, παραδέχθηκε ενοχή σε αυτές μέσω προσωπικού του δικηγόρου, χωρίς να πληροφορήσει την εφεσίβλητη εταιρεία για την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του. Η εφεσίβλητη ασφαλιστική ισχυρίστηκε ότι οι εφεσείοντες είχαν παραβιάσει σχετικούς όρους του ασφαλιστήριου εγγράφου αφού, αμφότεροι παρέλειψαν να πληροφορήσουν την εφεσίβλητη για την καταχώριση ποινικής υπόθεσης εναντίον του δεύτερου εφεσείοντος και η παραδοχή του δεύτερου εφεσείοντος στην ποινική υπόθεση έγινε χωρίς τη συγκατάθεση της εφεσίβλητης.Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού βρήκε ότι ο δεύτερος εφεσείων παραβίασε πράγματι τους όρους του σχετικού συμβολαίου εξέδωσε απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων 1 και
  2. Κατ' έφεση, ο πρώτος εφεσείων ισχυρίστηκε ότι δεν υπέχει οποιασδήποτε ευθύνης για τις πράξεις ή παραλείψεις του δεύτερου εφεσείοντος γιατί το ασφαλιστικό συμβόλαιο παρήγαγε αποτελέσματα μόνο όσον αφορά το δεύτερο εφεσείοντα (οδηγό). Το Εφετείο, (απόφαση υπό Ηλιάδη Δ.), αποφάσισε ως εξής꞉ «Η εισήγηση δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ο οδηγός που καλύπτεται ασφαλιστικά μαζί με τον ιδιοκτήτη του οχήματος ή το πρόσωπο που συμβάλλεται ασφαλιστικά με την ασφαλιστική εταιρεία, καθίσταται και αυτό συμβαλλόμενο μέρος και δεσμεύεται με τους ίδιους όρους όπως και ο κύριος συμβαλλόμενος. Ο τελευταίος σε περίπτωση ατυχήματος που περιέρχεται σε γνώση του δεν μπορεί να ζητήσει απαλλαγή από τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ισχυριζόμενος ότι το ατύχημα προκλήθηκε από άλλο και όχι από τον ίδιο.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα του Δικαστηρίου.) Καταλήγω, υπό το φως της προμνησθείσας νομολογίας, να απορρίπτω τη νομική θέση που διατύπωσε ο συνήγορος των Εναγομένων στην τελική του αγόρευση, ότι δηλαδή ο Ενάγων - που ήταν ασφαλισμένος ως κατονομασθείς στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο εξουσιοδοτημένος οδηγός - δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος δυνάμει του εν λόγω ασφαλιστήριου συμβολαίου. Αντί τούτο, ορθή είναι η θεώρηση του πράγματος ότι ο Ενάγων είναι αντισυμβαλλόμενος των Εναγομένων. Δοθέντος του πιο πάνω συμπεράσματος, προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό που ανέπτυξε στη δική του τελική αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντος, ότι δηλαδή ο επίμαχος όρος περί παραγραφής που περιέχεται στη σελ. 12 του επίδικου ασφαλιστήριου συμβολαίου συνιστά καταχρηστική ρήτρα, κατά την έννοια του άρθρου 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996), λόγω της, κατ' ισχυρισμό, σημαντικής ανισότητας που δημιουργεί ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο μερών. Ο ισχυρισμός αυτός εγείρεται με σκοπό να επιτύχει ο Ενάγων την αποδέσμευσή του από τον εν λόγω όρο περί παραγραφής κατ' επίκληση του άρθρου 6 του Ν.93(Ι)/1996, το οποίο προβλέπει ότι, παρά τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα δεν δύναται να δεσμεύσει τον καταναλωτή έναντι του προμηθευτή. Εδώ, ο Ενάγων υπέχει κατ' ισχυρισμόν τη θέση «καταναλωτή» και οι Εναγόμενοι υπέχουν κατ' ισχυρισμόν τη θέτη «προμηθευτή», κατά την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς στο πλαίσιο του Ν.93(Ι)/
  3. Νομολογιακά έχει, πράγματι, αναγνωρισθεί το δικαίωμα ενός μέρους της σύμβασης, που ισχυρίζεται ότι η σύμβαση περιέχει καταχρηστική ρήτρα, είτε να προβεί σε τερματισμό της σύμβασης είτε να επιμείνει για τη μη εφαρμογή της συγκεκριμένης ρήτρας (βλ. απόφαση, ημερ. 10.3.2015, στην Πολιτική Εφεση Αρ. 283/2010, Χριστίνα Περικλέους ν.
  4. ELLINAS FINANCE LTD. κ.α.). Είναι ορθό ότι, εάν και εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι μια ρήτρα σε σύμβαση είναι καταχρηστική κατά παράβαση του Ν.93(Ι)/96, η νομική επίπτωση ενός τέτοιου ευρήματος είναι ότι η εν λόγω ρήτρα παύει να είναι δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς αυτά να απαλλάσσονται από τους υπόλοιπους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, η οποία θα συνεχίζει να ισχύει, εκτός εάν κριθεί ότι δεν θα μπορούσε να διαχωρισθεί κατά το υπόλοιπο μέρος των διατάξεών της η σύμβαση και να παραμείνει ως ισχύουσα χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (βλ. το άρθρο 6
(2)του Ν.93(Ι)/96 και τη νομολογία, Συρίμη ν. Οργανισμού Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1131 και Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238). Επισημαίνω ότι, στην παρούσα υπόθεση, δικογραφήθηκε ρητά στην Ε/Α ότι ο εν λόγω όρος περί παραγραφής αποτελεί επιβαρυντική και/ή καταχρηστική ρήτρα, χωρίς όμως να γίνει ειδική μνεία ότι τούτο συνιστά παράβαση του Ν.93(Ι)/1996. Δεν πρόκειται για σφάλμα. Δικαιούνται οι διάδικοι μέσω του συνηγόρου τους στο στάδιο της τελικής τους αγόρευσης να επικαλεσθούν τις νομοθετικές εκείνες διατάξεις, οι οποίες είναι προστατευτικές των δικαιωμάτων τους που έχουν κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους παραβιασθεί (βλ. PARICO ALUMINIUM DESIGNS LTD, ν. MUSKITA - ALUMINIUM CO LIMITED, κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Θέτει υπό αμφισβήτηση ο συνήγορος των Εναγομένων τη θέση του Ενάγοντος ότι το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του N.93(I)/96. Λέγει τούτο, με το σκεπτικό ότι, πρώτον, «πουθενά στο Ν.93(Ι)/96δεν αναφέρεται ότι περιλαμβάνονται οι ασφαλιστικές συμβάσεις» και, δεύτερον, ότι κατά τον καταρτισμό του επίδικου ασφαλιστήριου, η μόνη αντισυμβαλλόμενη των Εναγομένων ήταν η «Line Garage Limited» που είναι «νομικό πρόσωπο», ενώ ο Νόμος 93(Ι)/96 προορίζεται να προστατεύσει τα δικαιώματα του «καταναλωτή» που είναι φυσικό πρόσωπο. Επαναλαμβάνει ο συνήγορος των Εναγομένων τη θέση του ότι ο Ενάγων ουδέποτε συμβλήθηκε με τους Εναγόμενους. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι, με τον τρόπο που έχει διατυπωθεί το πεδίο εφαρμογής του Νόμου 93(Ι)/96, προκύπτει ότι εμπίπτει σε αυτό κάθε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ των μερών που περιγράφονται στο άρθρο 3
(1)του Νόμου, με εξαίρεση τις συμβάσεις που ρητά αναφέρεται στο άρθρο 4 του ιδίου Νόμου ότι εξαιρούνται. Τέτοιες είναι꞉ (α) οι συμβάσεις εργασίας, (β) οι συμβάσεις που αφορούν σε κληρονομικά δικαιώματα, (γ) οι συμβάσεις που αφορούν θέματα οικογενειακού δικαίου, (δ) οι συμβάσεις που αφορούν τη σύσταση και την οργάνωση εταιρειών ή συνεταιρισμών. Συνεπώς, εφόσον οι ασφαλιστικές συμβάσεις δεν εξαιρούνται ρητά από το πεδίο εφαρμογής του Νόμου, έπεται ότι εμπίπτουν σε αυτό. Απορρίπτεται, επομένως, η πρώτη γραμμή επιχειρηματολογίας του συνηγόρου των Εναγομένων. Προχωρώ να εξετάσω το δεύτερο σκέλος της επιχειρηματολογίας του. Με βάση το άρθρο 3
(1)του Ν.93(Ι)/96, εν λόγω Νόμος εφαρμόζεται «σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης». Ο όρος «προμηθευτής» ορίζεται κατά τρόπο που σημαίνει «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προμηθεύει αγαθά ή υπηρεσίες και το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του». Οι Εναγόμενοι, ως νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ασφάλισης, εμπίπτουν, λοιπόν, ξεκάθαρα στην έννοια του όρου προμηθευτής. Απεναντίας, ο όρος «καταναλωτής», ορίζεται στον ίδιο Νόμο ως «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του». Όντως, η εταιρεία «Line Garage Limited» δεν αποτελεί καταναλωτή, εφόσον δεν είναι φυσικό πρόσωπο η ίδια. Κρίνω, όμως, ότι, εφόσον νομολογιακά αναγνωρίζεται ότι ο κατονομασθείς στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο εξουσιοδοτημένος οδηγός αποτελεί ασφαλισμένο πρόσωπο και ότι, συνεπακόλουθα, αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος σε μια ξεχωριστή ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίζεται υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που συμφωνούνται μεταξύ των αντισυμβαλλομένων στο πλαίσιο της κυρίως ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία είναι γραπτή σύμβαση, θα ήταν άδικο να αποκλειστεί η εν λόγω ξεχωριστή σύμβαση από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3
(1)του Ν.93(Ι)/96. Είναι κατά την ταπεινή μου κρίση θεμιτό και δίκαιο να μπορεί ο εξουσιοδοτημένος οδηγός, όντας καταναλωτής κατά την έννοια του Νόμου, να έχει την προστασία του Νόμου αναφορικά με τις ρήτρες που υπάρχουν στην καταρτισθείσα γραπτή σύμβαση, αφού αυτός επωμίζεται, έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας (του προμηθευτή), υποχρεώσεις υπό τους ίδιους όρους με εκείνους της (κυρίως) γραπτής σύμβασης ασφάλισης. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω ένα τρίτο σκέλος επιχειρηματολογίας που εγείρει ο συνήγορος των Εναγομένων. Αρνείται ότι οι όροι του επίδικου ασφαλιστήριου συμβολαίου δεν έτυχαν ατομικής διαπραγμάτευσης. Λέγει ότι οι όροι ασφαλιστικής κάλυψης που κατατέθηκαν ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου, υπογράφηκαν και παραδόθηκαν στον ασφαλιζόμενο («Line Garage Limited») σε πρωτότυπη μορφή κατόπιν πρότασης ασφάλισης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(3)του Ν.93(Ι)/96, για τους σκοπούς του εν λόγω Νόμου, ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για το σκοπό αυτό. Όπως ορθά επισημαίνει στη δική του τελική αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντος, το εδάφιο
(5)του άρθρου 3 εναποθέτει στους ώμους του πωλητή ή προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, το βάρος να το αποδείξει. Εν προκειμένω, είναι οι Εναγόμενοι αυτοί που θα έπρεπε να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι ο επίμαχος όρος 12 της σύμβασης έτυχε ατομικής διαπραγμάτευσης με την εταιρεία Line Garage Ltd (ως τον κύριο αντισυμβαλλόμενό τους) ή με τον εξουσιοδοτημένο οδηγό (ως αντισυμβαλλόμενο δυνάμει ξεχωριστής παράλληλης σύμβασης). Δικαιολογημένα, κατά την κρίση μου, ο συνήγορος του Ενάγοντος επισημαίνει ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που εξέδωσαν οι Εναγόμενοι, κατά το πρότυπο αυτού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως το Τεκμήριο «Α» υπό Έγγραφο Α, περιέχει τυποποιημένες ρήτρες (standardised), οι οποίες δεν έτυχαν ατομικής διαπραγμάτευσης, περιλαμβανομένης και αυτής ως ο επίμαχος όρος της σελ. 12 του Ασφαλιστήριου. Ασφαλώς και συνήφθη η σύμβαση ασφάλισης κατόπιν πρότασης ασφάλισης που υπέβαλε η εταιρεία Line Garage Ltd προς την ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πρόταση ασφάλισης θεωρείται ότι έχει ενσωματωθεί στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αλλά όπως το Τεκμήριο «Α» υπό Έγγραφο Α ρητά αναφέρει στη σελ. 1 αυτού - «Το Ασφαλιστήριο αυτό βεβαιώνει ότι, όσον αφορά γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου της Ασφάλισης και με την επιφύλαξη των όρων, εξαιρέσεων και προϋποθέσεων που περιέχονται στο έγγραφο αυτό ή σε πρόσθετη πράξη (που αναφέρονται πιο κάτω συλλογικά ως οι όροι του Ασφαλιστήριου αυτού), παρέχει την κάλυψη που αναφέρεται πιο κάτω.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία από τους Ενάγοντες, η οποία να ικανοποιεί το Δικαστήριο στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι για τους συγκεκριμένους όρους, εξαιρέσεις και προϋποθέσεις που αναφέρονται στο Ασφαλιστήριο υπήρξε ειδική, ατομική, διαπραγμάτευση είτε με τη Line Garage Ltd ή με τον Ενάγοντα. Προχωρώ να εξετάσω μια τέταρτη και τελευταία επί του ιδίου θέματος πτυχή της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου των Εναγομένων. Λέγει, συγκεκριμένα στην τελική του αγόρευση ο εν λόγω συνήγορος, ότι, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι ο επίμαχος όρος της σελ. 12 του Ασφαλιστηρίου δεν έτυχε ατομικής διαπραγμάτευσης, εν πάση περιπτώσει αυτός ο όρος «είναι παραπομπή στο Νόμο και ακόμη και αν δεν αναφερόταν, το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε.». Πρόκειται για σημαντικό επιχείρημα, υπό την έννοια ότι, αν αυτό γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο, τότε το συνεπακόλουθο συμπέρασμα θα είναι ότι η επίμαχη ρήτρα εξαιρείται των διατάξεων του Ν.93(Ι)/96. Τούτο διότι το άρθρο 4(ε)(i) του εν λόγω Νόμου προβλέπει ρητά ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του «οι ρήτρες που ενσωματώθηκαν [στη σύμβαση] με σκοπό τη συμμόρφωση με νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις της Κυπριακής Δημοκρατίας». Θυμίζω ότι το περιεχόμενο του επίμαχου όρου (βλ. παρα. 25 του Εγγράφου Α και σελ. 12 του Τεκμηρίου «Α» υπό Έγγραφο Α) είναι ως εξής꞉ «Σε περίπτωση που αγωγή, που εγείρεται εναντίον του Ασφαλισμένου και/ή του οδηγού σε σχέση με περιστατικό που διαφορετικά η Εταιρεία θα είχε υποχρέωση παροχής κάλυψης δυνάμει του Μέρους αυτού, έχει παραγραφεί σε σχέση με την Εταιρεία δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, η Εταιρεία δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει του Μέρους αυτού για καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τον Ασφαλισμένο και/ή τον οδηγό, είτε αυτός έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό είτε όχι.». Στη σελ. 16 του του Τεκμηρίου «Α» υπό Έγγραφο Α διευκρινίζεται ότι όπου στο Ασφαλιστήριο χρησιμοποιείται ο όρος «Νόμος», σημαίνει τον «περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 ή οποιοδήποτε Νόμο που τον τροποποιεί ή τον αντικαθιστά και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε κανονισμούς έχουν εκδοθεί σύμφωνα με αυτόν». Πρόκειται για το Ν.96(Ι)/2000, όπως εκάστοτε τροποποιείται. Είναι φανερό, ότι ο επίμαχος όρος της σελ. 12 του Ασφαλιστηρίου δεν καθορίζει ποια είναι η περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος κατά της ασφαλιστικής εταιρείας. Παραπέμπει απλώς στις διατάξεις του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 (Ν.96(Ι)/2000)για τον προσδιορισμό της περιόδου παραγραφής. Μόνο εάν μεταβαλλόταν με την επίμαχη ρήτρα του Ασφαλιστήριου συμβολαίου, αυτό που ο Νόμος καθορίζει ως «περίοδο παραγραφής σε σχέση με την Εταιρεία», θα χωρούσε βάσει του άρθρου 5
(3)του Ν.93(Ι)/96 δικαστικός έλεγχος για να διαπιστωθεί κατά πόσο η εν λόγω ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη꞉ (α) τη διαπραγματευτική δύναμη των μερών, (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις για να συμφωνήσει στη ρήτρα, (γ) αν οι υπηρεσίες προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή, και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο προμηθευτής χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή. Εδώ, όπως προανέφερα, ουδεμία μεταβολή των προβλεπόμενων στο Ν. 96(Ι)/2000 όσον αφορά την περίοδο παραγραφής, φαίνεται να επιδιώκεται ή να επιφέρεται με την επίμαχη ρήτρα του ασφαλιστηρίου, αφού το μόνο που αυτή κάνει είναι να παραπέμπει στον ίδιο το Νόμο. Συνεπώς, έχει δίκαιο, κατά την κρίση μου, ο συνήγορος των Εναγομένων όταν λέγει ότι ο επίμαχος όρος της σελ. 12 του Ασφαλιστήριου δεν προσθέτει οτιδήποτε στις διατάξεις του Νόμου, παρά μόνο επιδιώκει να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με αυτές. Υπ' αυτή την έννοια, δέχομαι ότι ο επίμαχος όρος εμπίπτει στην εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του Ν.93(Ι)/96 βάσει του άρθρου 4(ε)(i). Άνευ βλάβης της πιο πάνω κατάληξής μου, προχωρώ για χάριν πληρότητας, να εξετάσω στο σύνολό της την επιχειρηματολογία του συνηγόρου του Ενάγοντος αναφορικά με την ισχυριζόμενη καταχρηστικότητα του επίμαχου όρου. Το ερώτημα που τίθεται είναι πότε παραγράφεται σύμφωνα με το Ν.96(Ι)/2000μία αγωγή που στρέφεται εναντίον του ασφαλισμένου προσώπου «σε σχέση με την ασφαλιστική εταιρεία». Είναι η θέση του συνηγόρου του Ενάγοντος (βλ. παρα. 21 της αγόρευσής του) ότι η εν λόγω διατύπωση είναι ασαφής κατά παράβαση του άρθρου 7 του Ν.93(Ι)/96 και ότι θα πρέπει, συνεπακόλουθα, να τύχει εφαρμογής ο ερμηνευτικός κανόνας που επιβάλλει να υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Δεν αμφισβητείται, πάντως, ότι αυτός ο όρος τέθηκε σε περίοπτη θέση στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ώστε να μπορούσε ο καταναλωτής να λάβει γνώση αυτού προτού συμβληθεί με την ασφαλιστική εταιρεία. Ο συνήγορος των Εναγομένων υποδεικνύει ότι ο όρος της σελ. 12 του ασφαλιστηρίου στοχεύει συγκεκριμένα σε συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν.96(Ι)/
  1. Ότι εκεί εντοπίζεται η παραγραφή «σε σχέση με την ασφαλιστική εταιρεία». Παρατηρώ ότι το άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000 είναι και το μόνο άρθρο στον εν λόγω Νόμο που προβλέπει για παραγραφή αγωγίμου δικαιώματος. Το εν λόγω άρθρο, εισήχθηκε κατά το χρόνο θέσπισης του Ν.96(Ι)/2000, με πλαγιότιτλο «Παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος κατά του αδικοπραγούντα», και προέβλεπε τα εξής꞉ «
  2. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του Νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε δύο χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η προβλεπόμενη στο άρθρο 22 διετής περίοδος παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος κατά του αδικοπραγούντα συνέχιζε να ισχύει μέχρι που ο Ν.96(Ι)/2000τροποποιήθηκε με το Ν.168(Ι)/2006, ο οποίος αύξησε την προβλεπόμενη περίοδο παραγραφής από δύο σε τρία χρόνια από τη μέρα του ατυχήματος. Η διάταξη του άρθρου 22 καταργήθηκε εν τέλει σχετικά πρόσφατα, όταν θεσπίστηκε ο Ν.66(Ι)/2012, ο οποίος προέβλεψε ρητά για την κατάργηση του άρθρου 22 του Ν.96(Ι)/2000 από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.66(Ι)/2012, ήτοι από 1η Ιουλίου
  3. Κρίσιμο για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η αγωγή 5027/2005 από τον ζημιωθέντα οδηγό κατά του ασφαλισμένου οδηγού και εδώ Ενάγοντα. Κρίσιμο, εν προκειμένω, είναι το άρθρο 22 στην αρχική του μορφή, ενόσω προέβλεπε για διετή περίοδο παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος κατά του αδικοπραγούντα, από την ημερομηνία του ατυχήματος. Εισηγείται ο συνήγορος του Ενάγοντος, στην τελική του αγόρευση (βλ. παρα. 20 και 24 αυτής), ότι, εάν ο επίμαχος όρος της σελ. 12 του επίδικου ασφαλιστήριου συμβολαίου ερμηνευθεί κατά τρόπο που η αναφερόμενη στον όρο αυτό περίοδος παραγραφής «σε σχέση με την εταιρεία» είναι η ίδια με εκείνην που προβλέπει το άρθρο 22 του Νόμου για την έγερση αγωγής «κατά του αδικοπραγούντα», τότε δημιουργείται μεγάλη ανισότητα. Τούτο διότι το δικαίωμα του αδικοπραγούντα ασφαλισμένου προσώπου να λάβει κάλυψη από την ασφαλιστική εταιρεία, εξαρτάται από μια πράξη που είναι εκτός του ελέγχου του, δηλαδή εξαρτάται από το αν ο ζημιωθείς[2] τρίτος θα εγείρει ή όχι την αγωγή εναντίον του αδικοπραγούντα ασφαλισμένου προσώπου εντός της περιόδου των δύο ετών από το δυστύχημα που είναι η προβλεπόμενη στο άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000 περίοδος παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος κατά του αδικοπραγούντα. Ειδικότερα, η ισχυριζόμενη ανισότητα έγκειται στο ότι, ενώ ο αδικοπραγούντας θα έχει εκπληρώσει όλες τις εκ πλευράς του συμβατικές υποχρεώσεις έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, πληρώνοντας τα ασφάλιστρά του με σκοπό να δικαιούται με βάση το ασφαλιστήριο να ζητήσει την ασφαλιστική κάλυψη, εντούτοις με τον όρο της σελ. 12 του ασφαλιστηρίου, επιτρέπεται στην ασφαλιστική εταιρεία να αποποιηθεί της κυριότερης υποχρέωσής της με βάση το ασφαλιστήριο, δηλαδή την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης, επικαλούμενη τη μη εκπλήρωση μιας προϋπόθεσης (όσον αφορά το χρόνο έγερσης της αγωγής) από το ζημιωθέντα τρίτο που δεν είναι μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης. Το επιχείρημα αυτό έχει τη σημασία του, αν ληφθεί υπόψη ότι με βάση το άρθρο 5
(4)του Ν.93(Ι)/96 σε συνδυασμό με το Παράρτημα του ιδίου Νόμου δημιουργείται τεκμήριο ότι «μπορεί να θεωρηθούν ως καταχρηστικές», εκείνες οι ρήτρες «που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα - (ιε) να υποχρεώνουν τον καταναλωτή να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις του, ενώ ο πωλητής ή ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις δικές του, ή (ιζ) να καταργούν ή να παρεμποδίζουν την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή την άσκηση ένδικων μέσων από τον καταναλωτή.» Έχω μελετήσει το σύνολο των διατάξεων του Ν.96(Ι)/2000 για να διαπιστώσω, πρώτον, ποια η εμβέλεια της ασφαλιστέας ευθύνης που προβλέπεται στο Νόμο, δεύτερον, ποια η έκταση της ευθύνης της ασφαλιστικής έναντι του ασφαλισμένου προσώπου και τρίτον, αν αυτή διαφέρει από την έκταση της ευθύνης της ασφαλιστικής έναντι του ζημιωθέντος τρίτου. Η απάντηση στα τρία αυτά ερωτήματα είναι αναγκαία προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αν η παραγραφή «σε σχέση με την εταιρεία», η οποία αναφέρεται στον επίμαχο όρο της σελ.12 του ασφαλιστηρίου, θα πρέπει να ερμηνεύεται διαφορετικά από την «παραγραφή σε σχέση με τον αδικοπραγούντα» που προβλέπεται στο άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000. Με βάση το άρθρο 3
(1)του Νόμου 96(Ι)/2000, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο (α) να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, ή (β) να προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του ιδίου Νόμου, κάθε ασφαλιστήριο που εκδίδεται για τους σκοπούς του Νόμου αυτού και που παρέχει κάλυψη σε μηχανοκίνητο όχημα που έχει ως τόπο συνήθους στάθμευσης του τη Δημοκρατία, πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών, είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 4
(1)(β)(i) προϋπόθεση, αναφορικά με την έκταση της ευθύνης που θα ασφαλίζει το εν λόγω ασφαλιστήριο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι θα «ασφαλίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες προσώπων που καθορίζονται ρητά σε αυτό έναντι οποιασδήποτε ευθύνης αυτού ή αυτών που τυχόν να προκύψει σε σχέση με θάνατο ή σωματική βλάβη οποιουδήποτε προσώπου ή ζημιά σε περιουσία, σε περίπτωση που τέτοια ευθύνη προκλήθηκε ή προέκυψε από τη χρήση του μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό στη Δημοκρατία». Δεδομένου του προσδιορισμού της ασφαλιστέας ευθύνης στο άρθρο 4
(1)(β)(i) του Νόμου, οριοθετείται ανάλογα, στο άρθρο 4
(4)του ιδίου Νόμου, και η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας ως εξής꞉ «
(4)Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιλαμβάνεται σε οποιοδήποτε νόμο, πρόσωπο που εκδίδει ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο αυτό ευθύνεται να αποζημιώσει τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες προσώπων που ορίζονται στο ασφαλιστήριο σχετικά με οποιαδήποτε ευθύνη την οποία το ασφαλιστήριο φέρεται να καλύπτει στην περίπτωση των προσώπων αυτών ή τις κατηγορίες των προσώπων αυτών.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ο Νόμος 96(Ι)/2000 προβλέπει ένα σύστημα διαζευκτικής επιλογής του ζημιωθέντα τρίτου για τη διεκδίκηση της αποζημιώσεώς του για τις ζημιές που υπέστη. Ο ζημιωθείς τρίτος μπορεί꞉ (α) είτε να κινηθεί με αγωγή εναντίον του αδικοπραγούντα ασφαλισμένου προσώπου για να εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του, (β) είτε να κινηθεί απευθείας με αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας που καλύπτει την αστική ευθύνη του ασφαλισμένου υπευθύνου του μηχανοκίνητου οχήματος, για να εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της. Στην περίπτωση της απευθείας αγωγής, κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία ασκείται δυνάμει του άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000, η ασφαλιστική εταιρεία υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου. Το δικαίωμα του ζημιωθέντος τρίτου να εναγάγει τον αδικοπραγούντα δεν είναι απεριόριστο χρονικά. Υπόκειται σε περίοδο παραγραφής με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 22 του Νόμου. Στην περίπτωση που ο ζημιωθείς τρίτος επιλέγει να εναγάγει απευθείας την ασφαλιστική εταιρεία, αυτή υποκαθίσταται στη θέση του αδικοπραγούντα, πράγμα που συνεπάγεται ότι και το δικαίωμα έγερσης τέτοιας ευθείας αγωγής υπόκειται εξίσου στον περιορισμό της περιόδου παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 22 αναφορικά με τον αδικοπραγούντα τον οποίο υποκαθιστά η ασφαλιστική. Είναι κατά την ταπεινή μου κρίση, ενδεικτικό του γεγονότος ότι το άρθρο 22 εφαρμόζεται σε αμφότερες τις περιπτώσεις αγωγών, το ότι ο Νομοθέτης δεν προέβλεψε για ξεχωριστή περίοδο παραγραφής σε ό,τι αφορά το αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 16Α. Συνεπώς, το άρθρο 22 που αποτελεί τη μοναδική διάταξη περί παραγραφής, η οποία εντοπίζεται στο Ν.96(Ι)/2000, καλύπτει παν ενδεχόμενο αγωγής για την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης στο πλαίσιο του Ν.96(Ι)/2000 που είναι ο ειδικός Νόμος περί ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Η δικαστική απόφαση, η οποία εξασφαλίζεται είτε μετά από αγωγή που ασκείται κατά του ασφαλισμένου προσώπου είτε απευθείας κατά της ασφαλιστικής εταιρείας δυνάμει του άρθρου 16Α, εντός της περιόδου παραγραφής του άρθρου 22, δημιουργεί υποχρέωση στην ασφαλιστική εταιρεία να ικανοποιήσει τη δικαστική απόφαση τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 14, 15 και 16.[3] Ο όρος "δικαστική απόφαση" ορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.96(Ι)/2000 ώστε να σημαίνει «απόφαση ή διάταγμα που εκδίδεται από αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας στα πλαίσια οποιασδήποτε διαδικασίας για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που αφορά αποζημιώσεις για τους σκοπούς του Νόμου αυτού». Δεν προκύπτει από το Ν.96(Ι)/2000να έχει υποχρέωση η ασφαλιστική εταιρεία να ικανοποιήσει οποιαδήποτε δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται έξω από το πλαίσιο του εν λόγω Νόμου. Είναι γι' αυτό το λόγο που αποκτά ιδιαίτερη αξία και σημασία το ότι ο Νομοθέτης, διατύπωσε με σαφήνεια, στο άρθρο 22, την πρόθεσή του ότι, το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται «για τους σκοπούς του Νόμου αυτού», «ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου». Είναι αδιάφορο για τους σκοπούς του Ν.96(Ι)/2000, το γεγονός ότι άλλοι Νόμοι, όπως για παράδειγμα ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148, ή ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, όπως κατά καιρούς τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε ή αναστάληκε, προβλέπουν για διαφορετικές προθεσμίες παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Προκύπτει από όλα τα προαναφερθέντα ότι, εάν εκδοθεί απόφαση για αποζημιώσεις κατά του αδικοπραγούντα λόγω αμέλειας, η οποία απόφαση εκδικάστηκε στο πλαίσιο αγωγής που ασκήθηκε έξω από το σύμπλεγμα των διατάξεων του Ν.96(Ι)/2000, η ασφαλιστική εταιρεία, η οποία εκδίδει ασφαλιστήρια συμβόλαια για τους σκοπούς του Ν.96(Ι)/2000, δεν έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει την εν λόγω δικαστική απόφαση. Τούτο είναι το άμεσο αποτέλεσμα των προεκτεθέντων διατάξεων του Ν.96(Ι)/
  1. Ο επίμαχος όρος της σελ. 12 του ασφαλιστήριου συμβολαίου δεν προσθέτει ή αφαιρεί κάτι από το εν λόγω αποτέλεσμα. Απλώς, εξασφαλίζει τη συμμόρφωση της ασφαλιστικής εταιρείας με αυτό. Έτσι, εφόσον η αγωγή 5027/2005 καταχωρήθηκε μετά τη λήξη της περιόδου παραγραφής που προβλέπει το άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000, έπεται ότι ήταν νόμιμη εντός του πλαισίου του Ν.96(Ι)/2000 και σύμφωνη με τους όρους του ασφαλιστήριου συμβολαίου η απόφαση της ασφαλιστικής εταιρείας να μην ικανοποιήσει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στην εν λόγω αγωγή. Την ανισότητα που εντόπισε ο συνήγορος του Ενάγοντος ότι δημιουργήθηκε στην παρούσα υπόθεση σε ό,τι αφορά τη σχέση μεταξύ του ασφαλισμένου αδικοπραγούντα και της ασφαλιστικής του εταιρείας, δεν είναι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που τη δημιούργησε ούτε οι διατάξεις του Ν.96(Ι)/2000 αυτές καθεαυτές, αλλά η πολλαπλότητα των εν ισχύ νομοθετημάτων που προέβλεπαν ταυτόχρονα για διαφορετικές προθεσμίες παραγραφής για την ίδια υπαίτια συμπεριφορά, ήτοι για την αμέλεια. Είναι ορθή η παρουσίαση από το συνήγορο του Ενάγοντος της ρύθμισης της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος, ως προβλεπόταν στις λοιπές νομοθεσίες (βλ. την παρα. 5 της τελικής του αγόρευσης) κατά τον ουσιώδη χρόνο τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος καθώς και κατά το χρόνο που ηγέρθη η αγωγή 5027/
  2. Το άρθρο 68(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προέβλεπε κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος ότι «Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί εvτός δύο ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή». Ωστόσο, η ισχύς της εν λόγω διάταξης του άρθρου 68(α) τελούσε υπό αναστολή μέχρι την 1.6.2005 δυνάμει του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964 (Ν.57/64). Ενεργοποιήθηκε η ισχύς της εν λόγω πρόνοιας του άρθρου 68(α) την 1.6.2005 όταν τέθηκε σε ισχύ ο περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 2002 (Ν.110(Ι)/2002). Έτσι από 1.6.2005 άρχισε να τρέχει η διετής περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος για αμελή συμπεριφορά κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 68(α) του Κεφ.
  3. Η εκεί προβλεπόμενη περίοδος παραγραφής αυξήθηκε, εν τω μεταξύ, στα τρία χρόνια με την τροποποίηση του Κεφ. 148 δυνάμει του Ν.171(Ι)/
  4. Είναι φανερό ότι ο ζημιωθείς τρίτος, ο οποίος έχασε το χρονοδιάγραμμα της περιόδου παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματός του κατά του αδικοπραγούντα που προβλεπόταν στο άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000, κατάφερε να εκμεταλλευτεί τη διαφορετική περίοδο παραγραφής που εφαρμοζόταν στο πλαίσιο του Κεφ. 148 και η οποία δεν είχε ακόμη εκπνεύσει όταν καταχώρησε την αγωγή 5027/
  5. Στην παρα. 29 της Ε/Α του Ενάγοντος είχε δικογραφηθεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 22 του Ν.96(Ι)/2000 ή/και μη συμβατότητάς του με το Ευρωπαϊκό δίκαιο. Ωστόσο, διαπιστώνω ότι ο συνήγορος του Ενάγοντος δεν έχει αναπτύξει στην τελική του αγόρευση τους εν λόγω ισχυρισμούς και συνεπώς δεν κρίνεται αναγκαίο ή κατάλληλο να διαμορφώσω δικαστική κρίση επ' αυτών. Πολύ συνοπτικά, λοιπόν, αναφέρω τα εξής꞉ Στη Υiannis Fekkas v. The Electricity Authority of Cyprus
(1967)1 C.L.R. 173 αποφασίστηκε ότι το άρθρο 11
(2)του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171, με τον οποίο περιοριζόταν σε τρεις μήνες ο χρόνος έγερσης αγωγής κατά της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου για αστικά αδικήματα, ήταν αντισυνταγματικός διότι αφίστατο του γενικού μέτρου της παραγραφής που καθιέρωνε ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, για τα αστικά αδικήματα. Στην απουσία βάσιμου λόγου ο οποίος να δικαιολογούσε τη διαφορετική αυτή ρύθμιση, η οποία προβλεπόταν από το άρθρο 11
(2)του Κεφ. 171, κρίθηκε ότι η διάκριση δεν μπορούσε να αντέξει στη βάσανο της ισότητας. Ο νομοθετικός περιορισμός που έθετε το άρθρο 11
(2), κρίθηκε απαράδεχτος για το λόγο ότι συνιστούσε περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με την προσέγγιση στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών στην Barbler v. Connolly (113 US 27; 28 Law, ed. 923), στην οποία αποφασίστηκε ότι η κατίσχυση της αρχής της ευνομίας (due process of law) η οποία κατοχυρώνεται από τη 14η Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος, αποκλείει, μεταξύ άλλων, και τον περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο για τη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων. Δικαιώματα, ανάλογα προς εκείνα τα οποία κατοχυρώνει η 14η Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος, διασφαλίζονται και στην Κύπρο από τα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος. Παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα από την απόφαση Υiannis Fekkas꞉ «The main issue before us is whether or not section 11
(2)of Cap.171, which dates since before the Constitution came into effect on the 16th August, 1960, is still in force thereafter, under Article 188 of the Constitution. It can only be in force if it is not "contrary to, or inconsistent with, any provision" of the Constitution (see Article 188.2). We have had to examine, in this respect, whether or not section 11
(2)is contrary to, or inconsistent with, Article 28 of the Constitution, which safeguards the right to equality. The laying down of periods of limitation is, obviously, a matter primarily within the sphere of competence of the Legislature; and different periods of limitation may be laid down in respect of different causes of action or different litigants; depending on the nature of things. [...] On the contrary, in the present case the differentiation introduced by section 11
(2)of Cap. 171 cannot be upheld-as not violating the right to equality-because, inter alia, the period of limitation laid down thereby is unduly short, unreasonably insufficient and inadequate, in so far, to say the least, as actions for civil wrongs against the respondent are concerned. In the light of all the foregoing we have no hesitation in saying that we are satisfied that, viewed in the context of the constitutional order in force since the 16th August, 1960, the said section 11
(2), in so far, at any rate, as it applies to actions for civil wrongs against the respondent, is clearly arbitrary and unreasonable, and, thus, contrary to, and inconsistent with, Article 28 of the Constitution; therefore, it could not constitutionally be applied to the case before us. Furthermore, we would observe that the period of limitation of three months, laid down by section 11
(2)of Cap.171, appears to us to be so arbitrary and unreasonably short, by present-day standards, that it amounts, in effect, to a most serious interference with the right of access to, and hearing by, a Court, which is safeguarded under Article 30 of the Constitution; such right coincides, in this connection, with the right to equality. As stated in Barbier v. Connolly (113 US 27; 28 Law. ed. 923), by Mr. Justice Field, the 14th Amendment of the U.S.A. Constitution by providing about due process of law and equal protection of the laws "undoubtedly intended. that all persons... should have like access to the courts of the country for the protection of their persons and-property, the prevention-and redress of wrongs, and the enforcement of contracts." Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι ελέγχεται δικαστικά η συνταγματικότητα - σε συνάρτηση με το άρθρο 28 και 30 του Συντάγματος - μιας διάταξης ειδικού νόμου που θεσπίζει διαφορετική προθεσμία παραγραφής από εκείνην που προβλέπει ο γενικός περί Παραγραφής Νόμος (όταν πρόκειται για αγώγιμο δικαίωμα σχετικά με την ίδια κατηγορία εναγομένων και ίδιων αστικών αδικημάτων) στη βάση των εξής κριτηρίων꞉ αν, με βάση σύγχρονες αντιλήψεις και δεδομένα, η προθεσμία παραγραφής που προβλέπει ο ειδικός νόμος είναι ασυνήθιστα μικρή ή παράλογα ανεπαρκής έτσι που να καταλήγει να συνιστά αυθαίρετο περιορισμό της πρόσβασης των ζημιωθέντων στο δικαστήριο κατά των αδικοπραγούντων. Κρίνω σημαντικό να παραθέσω και το εξής απόσπασμα από την απόφαση Υiannis Fekkas꞉ «In finding a legislative provision to be contrary to the Constitution, as offending against the right to equality, this Court cannot substitute its own decision and fill the gap by specifying what should be the reasonable period of limitation in the circumstances (see Svolos & Vlahos on the Constitution of Greece, vol. A. p. 200); all that the Court can do is to leave the matter to be regulated by the general law, which in this case is section 68 of Cap. 148; and, thus, in the present case the period of limitation applicable is that provided for under section
  1. Before concluding, we would observe that it is, of course, open to the Legislature to provide, in future, and for good cause, periods of limitation, in respect of actions for civil wrongs against an Authority such as the respondent, or against the Republic itself, reasonably different than the one provided for, in general, under section 68 of Cap.
  2. [...]» Με βάση το προπαρατεθέν απόσπασμα, εάν το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000 εισήγαγε μία υπερβολικά μικρή ή ανεπαρκή ή αυθαίρετη περίοδο παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος για αστική ευθύνη, η οποία ήταν συνεπακόλουθα σε σύγκρουση με το Σύνταγμα, δεν θα μπορούσε το ίδιο το Δικαστήριο να υποκαταστήσει το Νομοθέτη και να τροποποιήσει τη διάταξη του άρθρου 22, αλλά θα αποφάσιζε ότι θα έμενε ανεφάρμοστο το άρθρο 22 και αντ' αυτού θα εφαρμοζόταν μόνο η περίοδος παραγραφής που προβλεπόταν στο γενικό νόμο, ήτοι στο άρθρο 68 του Κεφ.
  3. Εάν επρόκειτο να εφαρμόσω τα πιο πάνω κριτήρια της Fekkas για δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας του άρθρου 22 του Ν.96(Ι)/2000 θα έλεγα αμέσως ότι η διετής περίοδος παραγραφής που εκεί προβλεπόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος, δεν ήταν διαφορετική από την περίοδο παραγραφής που προβλεπόταν στο άρθρο 68(α) του Κεφ. 148 κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο, αφού ήταν και εκείνη διετής. Επομένως, δεν υπάρχει τίποτα το παράλογο ή το ανεπαρκές στον καθορισμό διετούς περιόδου παραγραφής στο άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/
  4. Θυμίζω ότι η αναντιστοιχεία στην εφαρμογή των δύο νομοθετημάτων προέκυψε, όχι για λόγους που αφορούσαν σε διαφορά του εύρους της εκεί προβλεπόμενης περιόδου παραγραφής, αλλά λόγω της αναστολής της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 68 του Κεφ.
  5. Το ερώτημα είναι αν είναι συνταγματικά δυνατό να γίνει ανεκτή η θέσπιση με ειδικό Νόμο (ως ο Ν.96(Ι)/2000)διάταξης περί παραγραφής, τη στιγμή που οι διατάξεις του γενικού νόμου περί παραγραφής (άρθρο 68, Κεφ. 148) τελούσαν σε αναστολή. Κρίνω ότι ο συνήγορος των Εναγομένων έχει επεξηγήσει με πειστικό τρόπο στην τελική του αγόρευση γιατί δικαιολογείτο η θέσπιση ειδικής διάταξης περί παραγραφής στο Ν.96(Ι)/2000που ρυθμίζει ειδικά την ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου. Σχετικό το απόσπασμα που παραθέτω꞉ «Η λογική πίσω από τον χρονικό περιορισμό του ιδίου του Νομοθέτη, η οποία υιοθετείται και στο κείμενο των ασφαλιστικών συμβολαίων, αφορά ουσιωδώς την φύση των εργασιών του ασφαλιστικού τομέα, τομέας ο οποίος, ως θεσμικός παράγοντας στην οικονομία του τόπου, δεν μπορεί να μένει μετέωρος και να επαφίεται στην αυθαίρετη διεκδίκηση αποζημιώσεων σε βάθος χρόνου, καθότι δεν είναι δυνατό να δεσμεύονται κεφάλαια (reserves) που αφορούν την εξασφάλιση της κάθε απαίτησης, και να παραμένουν δεσμευμένα επ' αόριστο. Η λογική αυτή του ιδίου του Νομοθέτη, την οποία και υιοθέτησε ταυτόσημα και η Εναγομένη, αγγίζει ακριβώς το ίδιο σημείο της προστασίας της ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος του κοινού εν γένει. [...] Η πολιτική που ουσιαστικά η πολιτεία έχει θεσμοθετήσει με την οικεία νομοθεσία, είναι αυτή της προστασίας του πολίτη, και με τρόπο ώστε οι ασφαλιστές να είναι σε θέση να συνεχίζουν τις εργασίες τους με αναπροσαρμογή των κεφαλαίων τους (reserves) σε χρόνο που ο Νομοθέτης έκρινε αρκετό για έγερση της απαίτησης. Αυτός ο χρόνος είναι (τότε) δύο έτη και δεν παρατείνεται, ούτε και δίδεται διακριτική ευχέρεια στον ασφαλιστή να δράσει διαφορετικά. Ο λόγος είναι απλός. Ο ασφαλιστής διαχειρίζεται υπό τη θέση εμπιστευματοδόχου τα κεφάλαια του κοινού που ασφαλίζεται και αποζημιώνει κάθε απαίτηση μέσω των κεφαλαίων αυτών. Ως γνωστό για κάθε απαίτηση παγιοποιείται η αναλογία που αφορά κάθε απαίτηση και μπορεί να απελευθερωθεί μόνο όταν ολοκληρωθεί η υπόθεση ή παρέλθει ο χρόνος που προβάλλει η οικεία Νομοθεσία, οποιοδήποτε επισυμβεί πρώτο. Αυτή είναι και η λογική των προνοιών παραγραφής, που εν τη σοφία του ο Νομοθέτης προνοεί, και επακόλουθα υιοθετούν οι ασφαλιστές στα συμβόλαια τους.». Ακριβώς για τον λόγο αυτό ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία είναι νομοθεσία που καθιστά τον ίδιο ασφαλιστικό τομέα ως θεματοφύλακα του κοινού για τυχόν απαιτήσεις, ο Νομοθέτης εν τη σοφία του προέβηκε στη θέσπιση των εν λόγω προθεσμιών, σε εξαίρεση των γενικότερων νομοθεσιών που γενικότερα ισχύουν.». Πάντως, το ότι ο Νομοθέτης κατάργησε εν τη σοφία του το άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000 εν έτη 2012, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του γενικού νόμου περί παραγραφής, δεν δύναται να μεταβάλει αναδρομικά το νομικό καθεστώς το οποίο ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, και το οποίο κρίνεται, αρχικά, κατά τον χρόνο του ατυχήματος που αποτέλεσε τη βάση της αγωγής και, το αργότερο, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής 5027/
  6. Ζήτημα ασυμβατότητας του άρθρου 22 του Ν.96(Ι)/2000 με την Κοινοτική Οδηγία, με την οποία ήταν εναρμονισμένος ο εν λόγω Νόμος, δεν υφίσταται καθ΄οτι η εν λόγω Οδηγία δεν επιβάλλει ούτε απαγορεύει τη θέσπιση ρήτρας παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων. Παραπέμπω σε απόσπασμα από τη διάλεξη, ημερ. 31.3.2006, με τίτλο «το Δικαιο της Παραγραφής» που δόθηκε από τον Στ. Ναθαναήλ, Π.Ε.∆., όπως ήταν τότε, στον ∆ικηγορικό Σύλλογο Λευκωσίας. «Μία περίοδος παραγραφής δεν αντίκειται κατ΄ ανάγκη στο κοινοτικό κεκτηµένο, ούτε είναι αντίθετη µε την Ευρωπαϊκή οδηγία 69/335 µε την προϋπόθεση ότι δεν αποστερεί ολωσδιόλου το δικαίωµα ενός αιτητή να προσφύγει στα ∆ικαστήρια της χώρας του διεκδικώντας το οποιοδήποτε δικαίωµα έχει. Στην υπόθεση Express Dairy Foods Ltd v. International Board for Agricultural Produce, case 130/79, το ∆ικαστήριο εισηγήθηκε ότι µία "λογική" περίοδος παραγραφής δεν επενεργεί κατά τρόπο που στην πράξη να είναι αδύνατο για τα εθνικά ∆ικαστήρια να προστατεύσουν αποτελεσµατικά τα δικαιώµατα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και αυτή η αρχή αµφισβητήθηκε στην υπόθεση Emmott v. Minister for Social Welfare, case C-208/90, στη συνέχεια η αµφισβήτηση δεν έτυχε περαιτέρω δικαστικής αναγνώρισης και έτσι σε διάφορες αποφάσεις επανήλθε η αρχή ότι εύλογοι περίοδοι παραγραφής είναι επιτρεπτές κάτω από το Ευρωπαϊκό δίκαιο. Στις υποθέσεις Marshall (No. 2), case C-27191 και Brasserie du Pecheur, cases C-46 & 48/93, κρίθηκε ότι η περίοδος παραγραφής ενός έτους για αναζήτηση θεραπείας δεν ήταν τέτοια που καθιστούσε ιδιαίτερα δυσχερή ή a fortiori αδύνατη την καταχώριση αγωγής για αποζηµίωση. Στην υπόθεση Fantask A/S v. Industriministeriet, case C-188/95, το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο Κοινοτήτων αποδέχθηκε τη δια νόµου πενταετή περίοδο παραγραφής για την επανάκτηση χρεών στη ∆ανία, περίοδος που άρχιζε από την ηµέρα της καταβολής του χρέους ως µη αντίθετη µ ε το κοινοτικό δίκαιο. Ακόµη, στην Preston v. Wolverhampton NHS Healthcare Trust, case C-78/98, έγινε αποδεκτή περίοδος παραγραφής έξι µηνών για την έγερση διαδικασίας µετά τον τερµατισµό εργοδότησης.». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω πως δεν δύναμαι να κηρύξω ανεφάρμοστες τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν.96(Ι)/
  7. Καταλήγω ότι, κατ εφαρμογή του άρθρου 22 του Ν.96(Ι)/2000 σε συνδυασμό με τον επίμαχο όρο της σελ. 12 του ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι Εναγόμενοι δεν είχαν υποχρέωση να ικανοποιήσουν δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του Ενάγοντος στο πλαίσιο αγωγής η οποία ασκήθηκε μετά που παραγράφηκε το αγώγιμο δικαίωμα κατά του Ενάγοντος για τους σκοπούς του Ν.96(Ι)/
  8. Αναπόδραστα, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπερ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντος, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)....................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Προκύπτει από το εν λόγω έγγραφο ότι είναι ημερομηνίας «15/11/2000». [2] Βλ. στο Ν.96(Ι)/2000τον ορισμό του όρου αυτού꞉ "ζημιωθείς" σημαίνει το πρόσωπο, που έχει υποστεί σωματική βλάβη ή ζημία σε περιουσία, η οποία προκλήθηκε ή προέκυψε από τη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος· σε περίπτωση θανάτου, ως "ζημιωθείς" νοείται το πρόσωπο που δικαιούται αποζημίωσης βάσει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. [3] Βλ. συναφώς το άρθρο 16Α
(5). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.