← Κύπρος

Storrs Trading Co Ltd ν. Ανδρέα Πέτρου, Αρ. Αγωγής: 8711/2007, 20/9/2016

Storrs Trading Co Ltd ν. Ανδρέα Πέτρου, Αρ. Αγωγής: 8711/2007, 20/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A505 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8711/2007 Μεταξύ: Storrs Trading Co Ltd Ενάγουσας v. Ανδρέα Πέτρου Εναγομένου Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Δ. Παπαδόπουλος για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία Για τον Εναγόμενο: κ. Γ. Χριστοδούλου με κ. Κ. Αυγουστή και κα Μ. Κωνσταντίνου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση τα δικόγραφα και τις εκατέρωθεν θέσεις στην παρούσα ακροαματική διαδικασία είναι παραδεκτό πως η Ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, καθώς επίσης πως ο Εναγόμενος είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος, διατηρεί δικηγορικό γραφείο στη Λευκωσία και, μεταξύ άλλων, ασχολείται με την ίδρυση υπεράκτιων εταιρειών στις οποίες παρέχει διάφορες υπηρεσίες, όπως διαχείρισης και διοίκησης. Είναι επίσης παραδεκτό πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κ. Vladimir Khyguer, M.E.1, ήταν το πρόσωπο το οποίο έδωσε οδηγίες στον Εναγόμενο για τη σύσταση της Ενάγουσας ως υπεράκτιας εταιρείας και πως κατά την εγγραφή της στις 28.4.95, μοναδικός διευθυντής της ήταν ο Μ.Ε.1, γραμματέας της ο Εναγόμενος και το εγγεγραμμένο γραφείο της ήταν η διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου του Εναγομένου. Αποτελεί περαιτέρω παραδεκτό γεγονός πως ο Εναγόμενος ενεργούσε ως συνυπογραφέας στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Ενάγουσας, υπό την έννοια ότι ήταν ένας εκ των δεσμευόντων αυτούς, στα πλαίσια των υπηρεσιών που πρόσφερε για τη διαχείριση των λογαριασμών της. Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα αποδίδει στον Εναγόμενο κλοπή και ή οικειοποίηση χρημάτων υπό διευθυντού και ή δικηγόρου και ή απάτη και ή παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης και ή παράβαση σύμβασης παροχής εταιρικών υπηρεσιών αναφορικά με χρήματα της και γι΄ αυτό αξιώνει το ποσό των US$1.250,152 ως αποζημιώσεις και επιπλέον γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις, ως επίσης και διάταγμα για πλήρεις λογαριασμούς και απόφαση για το ανάλογο ποσό. Συγκεκριμένα καταλογίζονται στον Εναγόμενo οι ακόλουθες αυθαίρετες και δόλιες πράξεις: (
  2. i)Αντικατάσταση του Μ.Ε.1 ως διευθυντή της Ενάγουσας και διορισμό του ιδίου του Εναγομένου κατά ή περί τις 18.11.99, (
  3. ii)Άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού επ΄ ονόματι της Ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου παρασύροντας τον Μ.Ε.1 προς τούτο και ξεγελώντας τον ως προς τον σκοπό και τη χρήση αυτού, (iii) Πρόκληση υπογραφής από τον Μ.Ε.1 εντύπων εν λευκώ παραπλανώντας τον ως προς τη σημασία τους και χρήση τους για απόσυρση χρημάτων από τον προαναφερόμενο λογαριασμό της Ενάγουσας προς όφελος του (Εναγομένου), (
  4. iv)Επένδυση των χρημάτων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (εφεξής «ΧΑΚ») και μεταγενέστερη δημιουργία μιας ψεύτικης εικόνας πως δήθεν οι εν λόγω επενδύσεις ήταν εξαρχής εξουσιοδοτημένες και εγκεκριμένες από τον Μ.Ε.1. Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται πως ο διορισμός του ιδίου ως διευθυντή έγινε κατόπιν συγκατάθεσης των πραγματικών ιδιοκτητών της Ενάγουσας, πως ανοίχθηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί με τη συγκατάθεση του Μ.Ε.1, πως ουδέποτε ζήτησε από τον τελευταίο να υπογράψει λευκές κόλλες και πως οι επενδύσεις της Ενάγουσας στο ΧΑΚ έγιναν κατόπιν συμφωνίας με τον Μ.Ε.1 υπό τον όρο ότι ο Εναγόμενος θα εισέπραττε το 30% επί των κερδοφόρων συναλλαγών. Ι. Παράθεση και Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στο ιστορικό των γεγονότων από την πρώτη επίσκεψη του στην Κύπρο και την επαφή του με τον Εναγόμενο για την ίδρυση της Ενάγουσας μέχρι την ανακάλυψη από τον ίδιο της ισχυριζόμενης δόλιας συμπεριφοράς του Εναγομένου και στο τι ακολούθησε μέχρι και την καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Ως Μ.Ε.2 για την Ενάγουσα κλήθηκε η κα Μαρία Παύλου του Τμήματος Διεθνών Δραστηριοτήτων (International Business Unit - IBU) της Τράπεζας Κύπρου. Η Μ.Ε.2 ανέφερε πως παρόλες τις προσπάθειες προς ανεύρεση του φακέλου της Ενάγουσας στα αρχεία της Τράπεζας, αυτό δεν κατέστη δυνατό και έτσι παρουσίασε όσα στοιχεία υπήρχαν διαθέσιμα. Βάσει αυτών η Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στους προσωπικούς λογαριασμούς του Μ.Ε.1 και σε αυτούς της Ενάγουσας, στις κινήσεις των λογαριασμών αυτών και σε κάποια άλλα στοιχεία. Θα πρέπει να τονιστεί εξαρχής πως η μη ανεύρεση του φακέλου κατέστησε αδύνατο τον εντοπισμό αρκετών πληροφοριών οι οποίες θα έριχναν φως σε ουσιώδη θέματα της υπόθεσης, όπως το ποιος έδινε οδηγίες για άνοιγμα λογαριασμών, για μεταφορά χρημάτων ή για παραγγελία βιβλιαρίων επιταγών. Στον βαθμό που η μάρτυρας βασίζετο στα έγγραφα ενώπιον της, η ύπαρξη των προσωπικών λογαριασμών στο όνομα του Μ.Ε.1 και των εταιρικών στο όνομα της Ενάγουσας, η έκδοση πιστωτικών καρτών και η κίνηση αυτών αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ο Εναγόμενος, Μ.Υ.1, με τη σειρά του αναφέρθηκε και πάλι στο όλο ιστορικό των γεγονότων παρουσιάζοντας όμως μια εκ διαμέτρου αντίθετη από τον Μ.Ε.1 εκδοχή επί των ουσιωδών επίδικων θεμάτων. Προς υπεράσπιση του κάλεσε συνολικά ακόμα πέντε μάρτυρες. Η κα Μαρία Γεωργίου της Κεντρικής Τράπεζας, Μ.Υ.2, κατέθεσε αναφορικά με τα στοιχεία των τελικών δικαιούχων τόσο της Ενάγουσας όσο και κάποιων άλλων εταιρειών, όπως αυτά βρίσκονται καταχωρημένα στα αρχεία της Κεντρικής Τράπεζας. Αυτά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Ενάγουσα. Ο κ. Μίλτος Χαμηλός, Μ.Υ.3, ο οποίος μεταξύ 1997-2000 εργαζόταν στο IBU της Τράπεζας Κύπρου, επιβεβαίωσε τους λογαριασμούς που υπήρχαν στο όνομα του Μ.Ε.1 και της Ενάγουσας. Έδωσε επίσης κάποια στοιχεία αναφορικά με το άνοιγμα προσωπικού λογαριασμού του Μ.Ε.1 και τον τρόπο λειτουργίας των πιστωτικών καρτών. Ο κ. Γεώργιος Χ΄΄Σπύρου, Μ.Υ.4, Λειτουργός στο ΧΑΚ, επιβεβαίωσε τη διενέργεια μέρους των χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα της Ενάγουσας, από τον Οκτώβριο του 1999 μέχρι και τον Ιούνιο του 2000, όπως αυτές παρουσιάζονται σε κατάσταση του χρηματιστηριακού γραφείου Suphire Stockbrokers Ltd, Τεκμήριο 44. Αναφέρθηκε ακόμη στον τότε τρόπο διεκπεραίωσης και καταχώρισης των συναλλαγών και στον ρόλο του ΧΑΚ σε σχέση με αυτόν. Η κα Κωνσταντίνα Δημοσθένους, Μ.Υ.5, Προϊσταμένη του Τμήματος Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου, επιβεβαίωσε με τη σειρά της τη διενέργεια των συναλλαγών που αφορούν μετοχές της Τράπεζας Κύπρου κατά το 1999 οι οποίες (συναλλαγές) επίσης παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 44 και επεξήγησε την τότε πρακτική που ακολουθούσε το εν λόγω Τμήμα για την εγγραφή και καταχώριση των συναλλαγών στο μητρώο της Τράπεζας. Τελευταίος μάρτυρας για τον Εναγόμενο ήταν ο κ. Σταύρος Αγρότης, Μ.Υ.6, χρηματιστής. Αυτός αναφέρθηκε γενικά στην επικρατούσα κατάσταση κατά τα έτη 1999-2001 όσον αφορά τον όγκο των συναλλαγών και στην πρακτική της χρηματιστηριακής εταιρείας Cisco, θυγατρικής της Τράπεζας Κύπρου, της οποίας ήταν τότε διευθυντής. Θα πρέπει εξαρχής να σημειωθεί πως τόσο η Μ.Ε.2 όσο και οι Μ.Υ.2, 4 και 5 γενικά άφησαν θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Υπήρξαν όλοι αντικειμενικοί μάρτυρες και κατέθεταν τεκμηριωμένα βάσει των στοιχείων που βρίσκονταν στα αρχεία των αρμοδίων τμημάτων τους. Ειδικότερα, όλοι αυτοί οι μάρτυρες κατέθεσαν με σαφήνεια και αμεσότητα και δεν δίστασαν να αναφέρουν ευθαρσώς για ποια θέματα δεν είχαν ή και δεν θα μπορούσαν να είχαν προσωπική γνώση, είτε λόγω έλλειψης στοιχείων είτε λόγω της επικρατούσας πρακτικής, καταδεικνύοντας με τη στάση τους αυτή ότι κατέθεταν με αμεροληψία και ουδετερότητα στην προσπάθεια τους να δώσουν μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη και ακριβή εικόνα για τα όσα κλήθηκαν να καταθέσουν. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας τους δεν διαφάνηκε να διακατέχοντο από οποιαδήποτε άλλα κίνητρα πέραν από το να καταθέσουν όσα γνώριζαν λόγω ακριβώς της ιδιότητας τους. Άλλωστε στον βαθμό που η μαρτυρία τους στηρίχθηκε στα αρχεία, η άλλη πλευρά ουδόλως τα αμφισβήτησε, αλλά αντιθέτως, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η κάθε πλευρά στηρίχθηκε σε αυτά προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων της. Ανεξαρτήτως λοιπόν της πλευράς για την οποία κλήθηκαν να δώσουν μαρτυρία, το Δικαστήριο ικανοποιείται πλήρως για την αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια τους. Ως εκ τούτου με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση συνάγεται ότι τα στοιχεία αναφορικά με τους λογαριασμούς και τις πιστωτικές κάρτες στο όνομα του Μ.Ε.1 και της Ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου, η κίνηση αυτών, τα στοιχεία στην Κεντρική Τράπεζα και η διενέργεια των πλείστων χρηματιστηριακών συναλλαγών ως φαίνονται στο Τεκμήριο 44 επ΄ ονόματι της Ενάγουσας γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο ως μέρος των ευρημάτων του. Ειδικότερη αναφορά σε αυτά θα παρατίθεται κατωτέρω στο στάδιο και στον βαθμό βεβαίως που κρίνεται απαραίτητο. Όσον αφορά τον Μ.Υ.3 σημειώνεται ότι η μαρτυρία του αναφορικά με τους λογαριασμούς και τις πιστωτικές κάρτες ταυτίζεται πλήρως με την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.2. Για το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ισχύουν τα προαναφερθέντα και είναι αποδεκτά. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής αξιολόγησης, όπως θα τύχει αξιολόγησης και ο Μ.Υ.6 στο κατάλληλο στάδιο. Όπως έχει ήδη λεχθεί οι δύο βασικοί μάρτυρες στην παρούσα υπόθεση είναι ο Μ.Ε.1 και ο Εναγόμενος, ως οι άμεσα εμπλεκόμενοι, οι οποίοι παρουσίασαν εντελώς αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα. Είναι σημαντικό να επισημανθεί πως τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν αφετηρία το 1995, ήτοι 20 τουλάχιστον έτη πριν από την έναρξη της ακρόασης της παρούσας Αγωγής. Τα ουσιώδη δε γεγονότα καλύπτουν τη χρονική περίοδο μέχρι και το 2000 και αφορούν σε συναντήσεις, οδηγίες ως προς διάφορα ζητήματα, άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών και άλλα, για τα οποία είναι πλήρως αντιληπτό και κατανοητό πως δεν αναμένεται από τους μάρτυρες να τα θυμούνται όχι μόνο με λεπτομέρεια αλλά ίσως και καθόλου. Αναπόφευκτα η αξιολόγηση των δύο αυτών μαρτύρων θα γίνει με συνεκτίμηση αυτού του στοιχείου, καθώς επίσης και με βάση τόσο τη γενική εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε για τον καθένα όσο και την αντιπαραβολή και σύγκριση της μαρτυρίας τους με τα δικόγραφα τους και με την υπόλοιπη κυρίως έγγραφη μαρτυρία, η οποία έχει ήδη γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς, χρηματιστηριακές πράξεις κ.λπ., η οποία αποτελεί μια σταθερή και αδιαμφισβήτητη πηγή δεδομένων, καθώς και αξιόπιστη βάση ελέγχου της όποιας προφορικής μαρτυρίας. Το Δικαστήριο γενικά αποκόμισε καλή εντύπωση αναφορικά με τον Μ.Ε.1. Είναι γεγονός πως υπήρξαν σημεία που η πάροδος τόσου χρόνου και η μνήμη του μάρτυρος δεν τον βοηθούσαν στο να θυμηθεί λεπτομερώς γεγονότα και κυρίως να τα διατυπώσει με ακρίβεια. Όμως το σημαντικό είναι πως γενικά ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικά την όλη εικόνα της υπόθεσης κυρίως όσον αφορά τον σκοπό ίδρυσης της Ενάγουσας, τους δικαιούχους αυτής και το πιο βασικό τη σχέση του με τον Εναγόμενο αναφορικά με τον τρόπο διαχείρισης της. Η μαρτυρία του στο σύνολο της χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνέπεια όσον αφορά τα ουσιώδη επίδικα θέματα. Τονίζεται δε, για όποια σημασία πιθανόν έχει, πως επέμενε με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του στις βασικές του θέσεις περί οικειοποίησης των χρημάτων από τον Εναγόμενο χωρίς τη δική του έγκριση και της κατάχρησης της εμπιστοσύνης που ο ίδιος (ο Μ.Ε.1) του είχε επιδείξει. Ο Εναγόμενος με τη σειρά του γενικά δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο αναφορικά με την αλήθεια των ισχυρισμών του. Πέραν του ότι η μαρτυρία του σε ουσιώδη ζητήματα έρχεται σε αντίφαση με την υπεράσπιση του, είναι ενδεικτικό πως κατά τη μαρτυρία του παρουσίασε αφενός, διαφορετικές και αντικρουόμενες μεταξύ τους εκδοχές σε κρίσιμα σημεία και αφετέρου, προέβαλε θέσεις προσαρμοζόμενες κατά το δοκούν δίδοντας την εντύπωση πως επιτηδευμένα προσπαθούσε να βρει τρόπο να δικαιολογήσει εκ των υστέρων τις ενέργειες του. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω για βασικά θέματα έδινε γενικές και αόριστες εξηγήσεις οι οποίες δεν κρίνονται ικανές να καταδείξουν το βάσιμο αυτών. Συνεκτιμώντας ότι η μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων ήταν ιδιαίτερα μακρά και αφορούσε πάρα πολλά θέματα, κρίνεται σκόπιμο όπως η ειδικότερη αξιολόγηση της μαρτυρίας τους γίνει με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων ανά θέμα όπου αυτό κρίνεται κατάλληλο και όχι ξεχωριστά για τον καθένα. Ι.1 Ίδρυση και Δομή Ενάγουσας Όπως προκύπτει ο Μ.Ε.1 γεννήθηκε στη Ρωσία αλλά μεγάλωσε στη Λευκορωσία όπου διέμενε μέχρι τον Μάιο του 1999 ενώ τώρα διαμένει στην Πολωνία. Συνάγεται επίσης πως το 1995 ήρθε στην Κύπρο από τη Λευκορωσία για να εγγράψει μια υπεράκτια εταιρεία προς διευκόλυνση των εργασιών του, ήτοι το εμπόριο καπνού. Δεν έχει αμφισβητηθεί πως αυτό το έπραξε λόγω του ότι προηγουμένως για τη διεκπεραίωση των συναλλαγών το συνάλλαγμα έπρεπε να γινόταν σε Λευκορωσικά ρούβλια το οποίο υπέκειτο σε πληθωρισμό και έτσι ήταν ασύμφορο. Είναι πολύ λογικό πως γι΄ αυτό συστάθηκε στις 28.4.95 η Ενάγουσα, με μόνο διευθυντή τον ίδιο και γραμματέα τον Εναγόμενο, όπως επιμαρτυρούν τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών ημ. 28.4.95 και 15.5.98, Τεκμήρια 1 και 2. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών πιστοποιητικών είναι η αναγραφείσα υπηκοότητα του Μ.Ε.1. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 1 αναγράφεται ως υπηκοότητα η Ρωσική ενώ στο Τεκμήριο 2 η Ισραηλινή. Επί τούτου ο Εναγόμενος δέχεται πως μετά την απόκτηση Ισραηλινής υπηκοότητας, ο Μ.Ε.1 ζήτησε από τον ίδιο όπως προβεί στη δέουσα αλλαγή στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών, κάτι το οποίο και έπραξε. Σημειώνεται για ό,τι αξίζει πως το Ισραηλινό διαβατήριο του Μ.Ε.1 εκδόθηκε στις 18.9.96, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα που έχουν παρουσιαστεί ως μέρος του Τεκμηρίου 16. Από άλλα κοινώς αποδεκτά πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών ημ. 28.4.95, Τεκμήριο 3, προκύπτουν το εγγεγραμμένο γραφείο της Ενάγουσας, καθώς επίσης και οι μέτοχοι της, ήτοι η κα Πόπη Σταύρου και η κα Θεοδώρα Πέτρου, υπάλληλοι στο δικηγορικό γραφείο του Εναγομένου, με 667 και 333 μετοχές αντίστοιχα. Κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Ε.1 επανέλαβε τον προβληθέντα στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμό πως ήταν ο μοναδικός τελικός δικαιούχος του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Σημειώνεται επίσης πως στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι οι μετοχές της Ενάγουσας κατέχοντο από δύο υπαλλήλους του Εναγομένου ως καταπιστευματοδόχοι μέτοχοι για λογαριασμό και προς όφελος του Μ.Ε.1 ως του μοναδικού δικαιούχου των μετοχών με βάση σχετικό καταπίστευμα. Σε υποβολή πως στην εταιρεία υπήρχαν τρεις δικαιούχοι μέτοχοι με ίση συμμετοχή, ήτοι ο ίδιος, ο κ. Victor Lagvinets και ο κ. Mikhail Ghevko (θέση που αποτέλεσε και μέρος της μαρτυρίας του Εναγομένου) ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε πως αυτή ήταν η επιθυμία των άλλων δύο αρχικά κατά το έτος 1995, πλην όμως προσέθεσε πως τελικά αυτοί υπαναχώρησαν και δεν μπήκαν δικαιούχοι. Η τελευταία αναφορά του Μ.Ε.1 δεν επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, αφού σύμφωνα με τη Μ.Υ.2, δηλώθηκαν ως αρχικοί τελικοί δικαιούχοι της Ενάγουσας και οι τρεις, με 333 μετοχές ο καθένας εκ των άλλων δύο και 334 ο Μ.Ε.1. Τα εν λόγω στοιχεία επιβεβαιώνονται επίσης και από αντίγραφο Παραρτήματος προς την Κεντρική Τράπεζα, το οποίο παρουσιάστηκε από τον Εναγόμενο, με ημερομηνία 1.6.95 και υπογεγραμμένο από τον ίδιο - Τεκμήριο 42. Σύμφωνα πάντοτε με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, στις 22.12.98 υποβλήθηκε αίτηση η οποία εγκρίθηκε στις 5.3.99, με αποτέλεσμα τη μεταβίβαση 333 μετοχών από την κα Θεοδώρα Πέτρου, ήτοι οι 166 μετοχές του κ. Ghevko μεταβιβάστηκαν στον Μ.Ε.1 και οι υπόλοιπες 167 μετοχές του κ. Ghevko στον κ. Lagvinets. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως οι αιτήσεις προς την Κεντρική Τράπεζα έγιναν από τον Εναγόμενο, όπως δέχθηκε η Μ.Υ.2, πλην όμως αυτό από μόνο του δεν είναι ικανό κατ΄ εκείνο το στάδιο να αποδώσει στον Εναγόμενο οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια ή αλλότριο κίνητρο όσον αφορά τη συμπερίληψη των άλλων δύο προσώπων ως μετόχων της εταιρείας. Tο Δικαστήριο θεωρεί πως οι αιτήσεις προς την Κεντρική Τράπεζα έγιναν με βάση και σύμφωνα με τις οδηγίες του Μ.Ε.1 προς τον Εναγόμενο. Μια προσεκτική ανάγνωση του συνόλου της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 επί τούτου όμως καταδεικνύει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία πως ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την αρχική δηλωμένη δομή της εταιρείας και μάλιστα ούτε επακριβώς τη διαφορά μεταξύ μετόχου και διευθυντή μιας εταιρείας. Ήταν εμφανές πως ο μάρτυρας στηρίζετο αφενός στα έγγραφα του Εφόρου Εταιρειών τα οποία τον παρουσίαζαν ως τον μοναδικό διευθυντή και αφετέρου στο γεγονός πως ο ίδιος ήταν ο μόνος (εκ των τριών αυτών προσώπων) που είχε δικαίωμα υπογραφής στους λογαριασμούς της εταιρείας. Αυτά τα στοιχεία, κατά τον ίδιο, καταδείκνυαν πως αυτός είχε τον έλεγχο και πως αυτός εκπροσωπούσε αποκλειστικά την Ενάγουσα στην τράπεζα. Άλλωστε ο ίδιος δεν αμφισβητήθηκε ενώ κατέθετε πως ουδέποτε του δόθηκαν οποιαδήποτε έγγραφα από τα οποία να διαφαίνεται η συμμετοχή των άλλων δύο προσώπων στην εταιρεία. Με αυτά τα δεδομένα εξάγεται πως η αντίληψη του Μ.Ε.1 πως αυτός ήταν ο μοναδικός δικαιούχος της Ενάγουσας προκύπτει από τα στοιχεία που είχαν τότε τεθεί υπόψιν του. Η αντίληψη του αυτή κρίνεται δικαιολογημένη. Βασικά ο Μ.Ε.1 θεωρούσε πως από τη στιγμή που ο ίδιος είναι διευθυντής και ο μόνος που υπέγραφε για την εταιρεία αυτός είχε και την αποκλειστική ιδιοκτησία αυτής. Με άλλα λόγια εκείνο το οποίο τελικώς έλεγε ο μάρτυρας ήταν πως ο ίδιος διαχειρίζετο και έδινε εντολές για την εταιρεία και ως εκ τούτου αυτός είχε τον αποκλειστικό έλεγχο της. Αυτή η θέση του συνάδει και με τον κοινώς αποδεκτό ισχυρισμό πως ο Μ.Ε.1 ήταν το μοναδικό πρόσωπο που ασκούσε όλες τις εξουσίες της εταιρείας ως ο διευθυντής της και που έδινε οδηγίες στον Εναγόμενο όσον αφορά τη λειτουργία της εταιρείας και τη διαχείριση των λογαριασμών της. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως ο ίδιος ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στην ίδρυση ακόμα δύο εταιρειών, ήτοι της Condo Holdings Ltd το 1999, μαζί με τον κ. Lagvinets, και της VK Energy Oil Ltd, μαζί με τον κ. Lagvinets και τρίτο πρόσωπο, το 2000. Λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την εγγραφή όλων αυτών των εταιρειών είναι λογικό ο Μ.Ε.1 να μην ήταν σε θέση να θυμάται επακριβώς τη δομή των εταιρειών, όπως άλλωστε αναγνώρισε και ο ίδιος σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του. Όπως έχει ήδη λεχθεί, σημασία έχει πως ο ίδιος τελικώς δηλώνει ορθώς τη σχέση του με την Ενάγουσα αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της. Επί αυτού του θέματος και παρά το ότι θα αναμένετο ως δικηγόρος να ήταν σε πολύ καλύτερη θέση να το πράξει επισημαίνεται πως ούτε και ο Εναγόμενος έδωσε μια ολοκληρωμένη εικόνα όσον αφορά τη δομή της Ενάγουσας. Αρχικά επισημαίνεται πως στην υπεράσπιση του προβλήθηκε μόνον ο ισχυρισμός ότι και οι τρεις προαναφερθέντες αρχικοί μέτοχοι είχαν ίση συμμετοχή στην Ενάγουσα χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε αλλαγή της δομής του μετοχικού κεφαλαίου της. Το θέμα της αλλαγής αναφέρθηκε για πρώτη φορά μόνο κατά τη μαρτυρία του ιδίου του Εναγομένου. Είναι αξιοσημείωτο πως η όποια θέση περί αλλαγής δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1. Μια τέτοια υποβολή ενδεχομένως είτε θα τον βοηθούσε να θυμηθεί τα γεγονότα είτε θα του παρείχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί επί αυτής. Εν πάση περιπτώσει όμως είναι γεγονός πως αυτή η αναφορά του Εναγομένου συνάδει με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, ως προς το ότι οι μετοχές του κ. Ghevko μεταβιβάστηκαν εξ ημισείας στους Μ.Ε.1 και κ. Lagvinets. Όμως η θέση του πως σχετικές δηλώσεις καταπιστεύματος, βάσει των οποίων οι πραγματικοί δικαιούχοι της Ενάγουσας ήταν πλέον ο Μ.Ε.1 με 501 μετοχές και ο κ. Lagvinets με 499, παραδόθηκαν στους δύο μετόχους όχι μόνο δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 αλλά ο τελευταίος ανέφερε με βεβαιότητα πως ο Εναγόμενος δεν του είχε δώσει οποιαδήποτε άλλα έγγραφα πέραν αυτών του Εφόρου Εταιρειών. Ανεξαρτήτως τούτου, σημειώνεται πως με αυτή τη θέση του ο ίδιος ο Εναγόμενος αναγνωρίζει ρητώς πως με την αλλαγή που επήλθε, ο Μ.Ε.1 κατέστη ο μέτοχος πλειοψηφίας της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου εκείνο το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα και γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο είναι πως ο Μ.Ε.1 ήταν ο βασικός μέτοχος της Ενάγουσας με προέχοντα και κύριο ρόλο σε αυτή, ήτοι αυτός ήταν ο διευθυντής της, ο υπογραφέας στους λογαριασμούς της και το μοναδικό πρόσωπο που έδινε οδηγίες αναφορικά με όλα τα θέματα λειτουργίας της και των λογαριασμών της. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει πως στη βάση των πιο πάνω τελικώς ο Μ.Ε.1 ήταν ο βασικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος της Ενάγουσας. Αποτελεί κοινό έδαφος πως το δικηγορικό γραφείο του Εναγομένου ανέλαβε την παροχή εταιρικών υπηρεσιών προς την Ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος πως ο Εναγόμενος ήταν ένας εκ των δεσμευόντων τους λογαριασμούς της, και πως ο Μ.Ε.1 ήταν αυτός που αποκλειστικά έδινε στον Εναγόμενο τις οδηγίες και εντολές αναφορικά με τη λειτουργία της ίδιας, καθώς και των λογαριασμών αυτής. Αναφορικά με τη διαχείριση του (αρχικώς ενός) τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας, ο Μ.Ε.1 επικαλέστηκε την ύπαρξη συμφωνίας με τον Εναγόμενο πως για κάθε τραπεζική πράξη θα λάμβανε τη γραπτή εξουσιοδότηση του Μ.Ε.1 και πως εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος θα ενεργούσε καλή τη πίστει και προς το συμφέρον της Ενάγουσας και του Μ.Ε.1. Είναι γεγονός πως μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του ο Μ.Ε.1 άφησε να νοηθεί πως τελικώς αυτή η συμφωνία περί γραπτών οδηγιών δεν τηρείτο αυστηρά λόγω του ότι είχε αναπτυχθεί μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως ο Εναγόμενος απέδωσε μεταγενέστερη συμμετοχή στον κ. Lagvinets στις υποθέσεις της εταιρείας, μόνον όσον αφορά τις υποθέσεις της στη Λευκορωσία, ήτοι εν σχέσει με οδηγίες ως προς την αποστολή επιστολών εκ μέρους της στη Λευκορωσία. Αυτό το ζήτημα θα τύχει εξέτασης κατωτέρω σε συνάρτηση με τον χρόνο που τοποθετείται αυτή η αναφορά του Εναγομένου. Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός πως ο Μ.Ε.1 δεν μιλούσε Αγγλικά ή Ελληνικά και πως η όποια επικοινωνία και συνεννόηση του με τον Εναγόμενο γινόταν στα Ρωσικά μέσω κυρίως της υπαλλήλου του τελευταίου, της κας Ειρήνας Αουζίν. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται πως με την πάροδο του χρόνου ο Μ.Ε.1 ανέπτυξε και φιλικές σχέσεις με τον Εναγόμενο και όταν ο πρώτος ερχόταν στην Κύπρο πήγαιναν για φαγητό. Επί τούτου είναι σημαντικό να λεχθεί πως και ο Εναγόμενος τελικώς παραδέχεται πως ανέπτυξε μια στενή φιλική σχέση με τον Μ.Ε.1 μέσω της επαγγελματικής τους συνεργασίας. Παρόλο που αρχικά στη γραπτή του δήλωση αρνήθηκε κάτι τέτοιο, εντούτοις αυτό αφενός δέχεται στην επιστολή του ημ. 23.10.05 προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας στο Ισραήλ, Τεκμήριο 23, και αφετέρου το ίδιο προκύπτει από την αναφορά του πως ο ίδιος διευθέτησε τον δεύτερο γάμο του Μ.Ε.1 στην Κύπρο και ήταν ο κουμπάρος και πως μάλιστα ο Μ.Ε.1 του εκμυστηρεύετο και προσωπικά του ζητήματα. Είναι βεβαίως θέμα κοινής λογικής πως αυτή η καλή φιλική σχέση οδήγησε προϊόντος του χρόνου και στην προαναφερθείσα μη αυστηρή τήρηση της συμφωνίας για γραπτές οδηγίες. Ι.2 Τραπεζικοί Λογαριασμοί Είναι αναντίλεκτο το γεγονός πως από την ίδρυση της η Ενάγουσα διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στη Lombard Natwest Bank στην Κύπρο και πως ο Εναγόμενος ήταν ένας εκ των δεσμευόντων και από μόνος του τον εν λόγω λογαριασμό. Περαιτέρω αποτελεί κοινό έδαφος πως λόγω της αλλαγής του κυβερνώντος καθεστώτος στη Λευκορωσία, ο κ. Lagvinets καταδιώχθηκε από τις εκεί αρχές και τελικώς καταδικάστηκε σε φυλάκιση τον Ιούνιο του 1999. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως φοβήθηκε για τυχόν παγοποίηση του λογαριασμού της Ενάγουσας στην Κύπρο και γι΄ αυτό, τον Ιούλιο του 1999 ζήτησε τη συμβουλή του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος του εισηγήθηκε όπως η εταιρεία ανοίξει λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου και όπως κλείσουν οι άλλοι λογαριασμοί της Ενάγουσας και της άλλης εταιρείας (Condo) για να αποφευχθεί τυχόν παγοποίηση τους, λέγοντας πως δεν θεωρούσε τη Lombard αξιόπιστη. Έτσι ο Μ.Ε.1 ήρθε στην Κύπρο στις 20.7.99 προς τον σκοπό αυτό. Είναι γεγονός πως στην έκθεση απαίτησης γίνεται μόνο αναφορά στην έλευση του Μ.Ε.1 στην Κύπρο κατόπιν προτροπής του Εναγομένου ο οποίος του ανέφερε ότι η Lombard δεν ήταν αξιόπιστη, ενώ παραλείπονται οι υπόλοιποι προφορικοί ισχυρισμοί του Μ.Ε.1. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της Ενάγουσας εκφεύγει του δικογράφου καθότι αυτό ορθώς περιέχει μόνο μια συνοπτική αναφορά της ουσίας του ζητήματος η οποία συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ενώ οι υπόλοιποι ισχυρισμοί αφορούν το όλο ιστορικό και τις λεπτομέρειες των γεγονότων οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στη Δ.14 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις υποθέσεις Γεωργική Εταιρεία Πλατωνία Λτδ v. Sharif

(2012)1(A) A.A.Δ. 28 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Αντιθέτως όμως ως προς αυτό το σημείο παρατηρείται πως υπάρχει διάσταση μεταξύ της δικογραφημένης θέσης του Εναγομένου και της μαρτυρίας του. Συγκεκριμένα, στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος προβάλλει ως λόγο για το άνοιγμα νέων λογαριασμών στην Τράπεζα Κύπρου από πολύ νωρίτερα, ήτοι στις 17.7.97 τη σοβαρή καθυστέρηση στην εκτέλεση των εμβασμάτων, ενόψει του μικρού του μεγέθους και του αριθμού του προσωπικού της Lombard, με αποτέλεσμα να δημιουργούντο πολύ συχνά προβλήματα όσον αφορά τις ημερομηνίες πίστωσης των χρημάτων (value dates). Αντί τούτου όμως στη γραπτή του δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, δέχεται τον ίδιο λόγο ως ο Μ.Ε.1, ήτοι την καταδίκη του κ. Lagvinets, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στα όσα αναγράφονται στο δικόγραφο του. Ούτε και τέθηκε σχετική υποβολή στον Μ.Ε.1 για το θέμα των ημερομηνιών πίστωσης των χρημάτων. Μόνο κατά την αντεξέταση του, όταν πλέον ο Εναγόμενος τέθηκε ενώπιον των δύο αυτών εκδοχών του, επανέφερε το ζήτημα των καθυστερήσεων στις πληρωμές. Ο Εναγόμενος μάλιστα επανερχόμενος και αντιφάσκοντας με τη γραπτή δήλωση του είπε πως θεωρούσε ότι αυτό το ζήτημα ήταν ο βασικός λόγος για να αλλάξουν τράπεζα, καθότι, όπως ισχυρίστηκε, το πρόβλημα είχε παρουσιαστεί πολύ ενωρίτερα, από το 1997, εξ ου και ο Μ.Ε.1 άνοιξε δύο λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου σε τρία στάδια, το 1997, το 1998 και το
  2. Είναι όντως αξιοσημείωτο πως ο βασικός λόγος ο οποίος προβάλλεται στο δικόγραφο του Εναγομένου όχι μόνο δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 αλλά ούτε καν αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο στην κυρίως εξέταση του. Ήταν εμφανής η αδυναμία αλλά και η αμηχανία του να δώσει ολοκληρωμένη και πειστική απάντηση σε αυτό το ζήτημα και διεφάνη πως τελικώς ενέπλεκε τους προσωπικούς λογαριασμούς του Μ.Ε.1 με τους λογαριασμούς της εταιρείας σε μια προσπάθεια του να καλύψει αυτή την αντίφαση του και ειδικότερα το θέμα των ημερομηνιών. Επιπλέον η θέση του για το άνοιγμα δύο λογαριασμών σε τρία στάδια ουδόλως βρίσκει έρεισμα στα κατά τα άλλα αναντίλεκτα και από τον ίδιο στοιχεία της Τράπεζας. Κατ΄ αρχάς από τα στοιχεία της Τράπεζας προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ανοίχθηκαν οι ακόλουθοι επτά προσωπικοί λογαριασμοί, ήτοι έξι σε Δολάρια και ένας σε Κυπριακές Λίρες, επ΄ ονόματι του Μ.Ε.1: · 0155-41-077003, υπό προειδοποίηση δύο ημερών, κοινός με την πρώην σύζυγο του, ο οποίος ανοίχθηκε στις 28.8.97 και έκλεισε στις 21.6.99 (εφεξής ο «003») · 0155-42-032690, γραμμάτιο, κοινός με την πρώην σύζυγο του, ο οποίος ανοίχθηκε στις 26.5.98 και έκλεισε στις 17.6.99 (εφεξής ο «690») · 0155-42-039458, γραμμάτιο, κοινός με την πρώην σύζυγο του, ο οποίος ανοίχθηκε στις 11.1.99 και έκλεισε στις 22.4.99 (εφεξής ο «458») · 0155-41-128864, υπό προειδοποίηση δύο ημερών, ο οποίος ανοίχθηκε στις 26.7.99 και έκλεισε στις 29.12.14 (εφεξής ο «864») · 0155-41-144444, υπό προειδοποίηση δύο ημερών, κοινός με τον κ. Μαός Ισραέλ, ο οποίος ανοίχθηκε στις 17.1.00 και έκλεισε στις 29.12.14 (εφεξής ο «444») · 0155-42-071513, γραμμάτιο, ο οποίος ανοίχθηκε στις 21.3.01 και έκλεισε στις 13.3.07 (εφεξής ο «513») · 0155-09-006900, λογαριασμός πιστωτικής κάρτας σε Κυπριακές Λίρες (εφεξής ο «900»). Από τα αρχεία της Τράπεζας δεν φαίνεται πότε ανοίχθηκε όμως συνάγεται ότι έκλεισε στις 30.9.
  3. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ανοίχθηκαν οι ακόλουθοι έξι λογαριασμοί στο όνομα της εταιρείας: · 0155-41-076996, υπό προειδοποίηση, σε Δολάρια , ο οποίος ανοίχθηκε στις 23.7.97 και έκλεισε στις 18.1.11 (εφεξής ο «996») · 0155-41-128880, υπό προειδοποίηση, σε Δολάρια , ο οποίος ανοίχθηκε στις 21.7.99 και έκλεισε στις 18.1.01 (εφεξής ο «880») · 0155-02-023141, όψεως, σε Κυπριακές Λίρες, ο οποίος ανοίχθηκε στις 22.7.99 και έκλεισε στις 3.2.04 (εφεξής ο «141») · 0155-40-008938, όψεως, σε Δολάρια , ο οποίος ανοίχθηκε στις 23.7.99 και έκλεισε στις 18.1.11 (εφεξής ο «938») · 0155-06-001002, υπό προειδοποίηση, σε Κυπριακές Λίρες, ο οποίος ανοίχθηκε στις 25.8.99 και έκλεισε στις 28.11.03 (εφεξής ο «002») · 0155-09-006919, πιστωτική κάρτα, με ημερομηνία κλεισίματος στις 17.2.03 (εφεξής ο «619») Όσον αφορά τον τελευταίο λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας, και παρόλο που στα αρχεία της Τράπεζας δεν φαίνεται η ημερομηνία ανοίγματος του, εντούτοις με βάση την κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού, Τεκμήριο 37, φαίνεται η χρήση της κάρτας κατά την περίοδο από τον Αύγουστο του 1997 μέχρι και τον Νοέμβριο του 1999 και στη συνέχεια υπήρχε μόνο χρέωση δικαιωμάτων, σύμφωνα και με τη μαρτυρία της Μ.Ε.
  4. Προκύπτει λοιπόν αβίαστα το συμπέρασμα πως ο εν λόγω λογαριασμός είχε ανοιχθεί τουλάχιστον από τον Αύγουστο του
  5. Επίσης σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 υπήρχε ακόμα μια πιστωτική κάρτα συνδεδεμένη με τον εταιρικό λογαριασμό
  6. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε πως δεν ήταν σε θέση να βρει στοιχεία αναφορικά με τους αριθμούς των καρτών, όμως η συγκεκριμένη κάρτα αναγράφεται στην κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού, Τεκμήριο 7, και είναι η κάρτα direct/maestro υπ΄ αρ. 4546 8901 0372 0014, όπου φαίνονται χρεώσεις γι΄ αυτή από τον Ιανουάριο του
  7. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί τη λογική και τη βάση του επιχειρήματος του Εναγομένου για το άνοιγμα δύο λογαριασμών, καθότι φαίνεται πως ανοίχθηκαν αρκετοί λογαριασμοί, με διάφορους συνδυασμούς δικαιούχων, ήτοι τον Μ.Ε.1 προσωπικά, αυτόν και την πρώην σύζυγο του, αυτόν και άλλο πρόσωπο και την εταιρεία, και είναι τουλάχιστον τεσσάρων διαφορετικών ειδών, ήτοι υπό προειδοποίηση, γραμμάτιο, όψεως και πιστωτικής κάρτας. Είναι ενδεικτικό από την πιο πάνω παράθεση των διαφόρων λογαριασμών πως μεταξύ των ετών 1997-1999 ανοίχθηκαν τουλάχιστον τέσσερις προσωπικοί λογαριασμοί καθώς και οι έξι εταιρικοί λογαριασμοί (συμπεριλαμβανομένης της μιας εταιρικής κάρτας). Έτσι η αναφορά σε «δύο» είναι αδύνατο να αντιστοιχεί με οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά των λογαριασμών, δηλαδή στο πόσοι είναι αριθμητικά, σε ποιους ανήκουν και στο είδος τους. Επιπλέον, καθίσταται εξίσου αδύνατο να γίνει αντιληπτό σε ποια στάδια αναφέρετο ο Εναγόμενος. Τα τρία στάδια τα οποία επικαλέστηκε, ήτοι τα έτη 1997, 1998 και 1999, δεν φαίνεται να συνάδουν με οποιονδήποτε τρόπο με μια συγκεκριμένη λογική και συνοχή είτε με τις ημερομηνίες ανοίγματος των λογαριασμών, είτε με το είδος τους, είτε ακόμα και με τα πρόσωπα στα οποία ανήκουν. Με άλλα λόγια, τα πιο πάνω τεθέντα στοιχεία δεν δίδουν την εικόνα κάποιας διαδοχικότητας ή λογικής σύνδεσης μεταξύ των εν λόγω λογαριασμών η οποία να παραπέμπει σε σταδιακό άνοιγμα τους. Το Δικαστήριο σχημάτισε την εντύπωση πως η αναφορά στα τρία στάδια ήταν απλώς ακόμα μια αστήρικτη εξήγηση την οποία προφανώς σκέφτηκε και ανέφερε ο Εναγόμενος για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση των δύο χρόνων στη δημιουργία νέου λογαριασμού, όταν πλέον το ζήτημα του τέθηκε κατά την αντεξέταση του. Έτσι η εν λόγω αναφορά του Εναγομένου παραμένει παντελώς αβάσιμη και δεν γίνεται δεκτή. Περαιτέρω, στις επίμονες ερωτήσεις του δικηγόρου της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος αναφέρθηκε σε κατηγορίες λογαριασμών, ήτοι 40 και 41, και προσέθεσε πως επειδή ο πρώτος λογαριασμός ήταν τέτοιας κατηγορίας που δεν επέτρεπε την πίστωση-χρέωση με value date της ίδιας μέρας, ανοίχθηκαν νέοι λογαριασμοί άλλης κατηγορίας για να επιτρέπουν στον Μ.Ε.1 να διεκπεραιώνει τις συναλλαγές που επιθυμούσε. Αυτή η εκδοχή του Εναγομένου καταρρίπτεται πλήρως τόσο από το είδος όσο και από τις ημερομηνίες ανοίγματος των λογαριασμών. Ο πρώτος (προσωπικός) λογαριασμός που ανοίχθηκε ήταν υπό προειδοποίηση
(41), επομένως λογικά αυτός θα παρουσίαζε το πρόβλημα. Το ίδιο ισχύει και για τον λογαριασμό της Ενάγουσας (υπό προειδοποίηση) ο οποίος ανοίχθηκε το 1997. Ακολούθησαν δύο (προσωπικοί κοινοί) λογαριασμοί γραμματίου
(42)το 1998 και το 1999. Όμως μετά ανοίγεται και πάλι λογαριασμός (της εταιρείας) υπό προειδοποίηση, κάτι το οποίο αντιβαίνει πλήρως στη λογική του επιχειρήματος του Εναγομένου. Μετά από όλους αυτούς ανοίγονται δύο λογαριασμοί όψεως (02 και 40) στο όνομα της εταιρείας, για τον οποίον θα μπορούσε μεν να θεωρηθεί πως ανοίχθηκε προς επίλυση του προβλήματος, πλην όμως αμέσως μετά ακολουθούν και πάλι λογαριασμοί υπό προειδοποίηση (της εταιρείας, ένας προσωπικός και ένας κοινός προσωπικός). Εάν πράγματι οι λογαριασμοί υπό προειδοποίηση ήταν προβληματικοί για τον Μ.Ε.1 στη λειτουργία τους, τότε δεν υπάρχει εξήγηση για τη συνέχιση ανοίγματος νέων τέτοιων λογαριασμών και μάλιστα πολύ περισσότερων σε αριθμό σε σύγκριση με αυτόν ο οποίος δήθεν εξυπηρετούσε καλύτερα τον Μ.Ε.1, ήτοι μόνο δύο (όψεως)! Ή όπως θα μπορούσε να τεθεί διαφορετικά, υπάρχει εξήγηση την οποία γνώριζε ο Εναγόμενος και την οποία δεν θέλησε να αποκαλύψει. Είναι εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας του Εναγομένου επί τούτου πως αυτός έδινε απαντήσεις κατά το δοκούν και προέβαλλε εξηγήσεις με μοναδικό στόχο να ενδυναμώσει τη θέση του, οι οποίες όμως δεν ήταν ικανές να πείσουν, ακριβώς λόγω της αντίθεσης τους με τα πραγματικά δεδομένα και τη λογική. Επίσης προσπάθησε να θολώσει την εικόνα των λογαριασμών για να δικαιολογήσει το άνοιγμα τόσων λογαριασμών και να δώσει την εντύπωση πως αυτή η πρακτική ήταν προς όφελος και για την καλύτερη εξυπηρέτηση του Μ.Ε.1 και της Ενάγουσας. Είναι γεγονός πως κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, (η οποία βεβαίως προηγήθηκε της μαρτυρίας της Μ.Ε.2 και της προσκόμισης των σχετικών στοιχείων για τους λογαριασμούς), θα μπορούσε να δημιουργηθεί εκ πρώτης όψεως η εντύπωση πως ο μάρτυρας μιλούσε με ασάφεια και κάποια σύγχυση. Εντούτοις όμως από την άλλη τελικώς διεφάνη πως κάποιες υποβολές που του τέθηκαν από την Υπεράσπιση ήταν ανακριβείς και πως παρά ταύτα ο Μ.Ε.1, πέραν της καθόλα κατανοητής δυσκολίας να θυμηθεί λεπτομέρειες, γενικά ήταν σε θέση να δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις, για τις οποίες εν τέλει κρίνεται είτε ότι συμφωνούν με τα στοιχεία της Τράπεζας είτε ότι από μόνες τους παρουσιάζουν συνοχή και λογική. Αρχικώς ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε ευθέως πως το 1999 διατηρούσε κοινό προσωπικό λογαριασμό με την πρώην σύζυγο του και πως είχαν και οι δύο πιστωτική κάρτα. Καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού
(003)ημ. 31.1.99 και 31.3.99 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 19. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του πως δεν γνώριζε για την ύπαρξη τόσων πολλών λογαριασμών. Ήταν δε εκπληκτική η επιμονή του πως αποκλείεται να υπήρχε ο εταιρικός λογαριασμός 938 από τον Ιανουάριο του 1999 και από αυτόν να έγινε μεταφορά ποσού ύψους US$500.000 στον προαναφερόμενο προσωπικό λογαριασμό, λέγοντας πως ο πρώτος ανοίχθηκε τον Ιούλιο του 1999 και αρνούμενος με κατηγορηματικό τρόπο τη σχετική υποβολή. Πέραν του ότι πρόκειται για μια απλή υποβολή, αυτή αφενός, δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του ιδίου του Τεκμηρίου 19 και αφετέρου, αντικρούεται από τα στοιχεία της Τράπεζας, σύμφωνα με τα οποία ο λογαριασμός 938 ανοίχθηκε τον Ιούλιο του 1999 και τα οποία όντως επιβεβαιώνουν τον Μ.Ε.1. Σύμφωνα με την πιστωτική σημείωση, Τεκμήριο 38, η οποία παρουσιάστηκε από τη Μ.Ε.2, πράγματι υπήρξε μεταφορά ποσού US$500.000 από τον λογαριασμό της εταιρείας 996 στον κοινό προσωπικό λογαριασμό του Μ.Ε.1 -003. Είναι γεγονός πως ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε την τότε ύπαρξη λογαριασμού στο όνομα της εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου, επιμένοντας πως η εταιρεία διατηρούσε λογαριασμό στη Lombard και πως ο Εναγόμενος προέβη στη μεταφορά των χρημάτων. Πέραν του ότι οι υποβολές για το συγκεκριμένο ποσό ήταν όντως παραπλανητικές, τελικώς φαίνεται πως ο Μ.Ε.1 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες για την εν λόγω μεταφορά με αποτέλεσμα να επιμένει απλώς στο ότι χρησιμοποιούσε πιστωτική κάρτα η οποία δεν ήταν συνδεδεμένη με λογαριασμό της εταιρείας και πως οι προσωπικοί λογαριασμοί δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση. Υπεβλήθη επίσης στον Μ.Ε.1 πως κατείχε δύο πιστωτικές κάρτες, μια «maestro» και μια «visa gold». Σύμφωνα όμως με τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 ο Μ.Ε.1 ήταν κάτοχος τριών πιστωτικών καρτών, ενώ η υποβολή πως η κάρτα «visa gold» είναι συνδεδεμένη με τον λογαριασμό 900 στο όνομα της εταιρείας είναι και πάλι ανυπόστατη και παραπλανητική. Ο εν λόγω λογαριασμός ήταν προσωπικός του Μ.Ε.1 και ουδόλως συνδέεται με την εταιρεία. Η θέση του Μ.Ε.1 ήταν πως ουδέποτε κατείχε δύο πιστωτικές κάρτες ταυτόχρονα αλλά χρησιμοποιούσε μόνο μια, πως η πρώτη αφορούσε τον κοινό προσωπικό λογαριασμό που διατηρούσε με την πρώην σύζυγο του και η οποία ίσως είχε εκδοθεί από το 1995, ενώ για τη δεύτερη απλώς είπε πως την παρέλαβε από τον Εναγόμενο χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος με ποιον λογαριασμό αυτή ήταν συνδεδεμένη και κατά πόσο ήταν στο όνομα της εταιρείας. Παρόλο που τα στοιχεία της Τράπεζας δείχνουν πως ο Μ.Ε.1 είχε ταυτόχρονα δύο λογαριασμούς πιστωτικής κάρτας, ένα κοινό προσωπικό και ένα της εταιρείας, εντούτοις τα ίδια αυτά στοιχεία ενισχύουν τη θέση του πως χρησιμοποίησε αυτές τις κάρτες διαδοχικά και όχι ταυτόχρονα, πράγμα που δικαιολογεί και τη δική του γνήσια πεποίθηση ότι ουδέποτε κατείχε δύο κάρτες ταυτόχρονα. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 37, κατάσταση λογαριασμού της κάρτας 919, φαίνεται η χρήση της κάρτας μέχρι και τον Νοέμβριο του 1999, ο προσωπικός λογαριασμός κάρτας 900 (για τον οποίο δεν έχουν προσκομιστεί στοιχεία) είχε ήδη κλείσει στις 30.9.99, ενώ οι χρεώσεις για την κάρτα «maestro» ξεκινούν να παρουσιάζονται από τις 18.1.00 στο Τεκμήριο 7, κατάσταση λογαριασμού 141. Ο Μ.Ε.1 εξέφρασε τη θέση πως πίστευε ότι η πιστωτική κάρτα ήταν συνδεδεμένη με προσωπικό λογαριασμό στην Alpha Bank, όμως δήλωσε ευθαρσώς πως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί επακριβώς. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του πως οι λογαριασμοί της Ενάγουσας ανοίχθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου μετά τον Ιούλιο του 1999 και πως είχε ανοιχθεί και λογαριασμός της Condo. Ενόψει του πολυετούς χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από τα εν λόγω γεγονότα μέχρι και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 κρίνεται απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο το ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει πλήρεις εξηγήσεις για το όλο πλέγμα λογαριασμών και καρτών. Όμως οι βασικές του θέσεις αναφορικά με την ύπαρξη προσωπικού κοινού λογαριασμού, τη χρήση των πιστωτικών καρτών και το άνοιγμα των λογαριασμών της Ενάγουσας μετά τον Ιούλιο του 1999 είναι ορθές. Αναμφίβολα όμως και παρά τη δυσκολία του Μ.Ε.1 να αναφερθεί σε λεπτομέρειες και ολοκληρωμένα στοιχεία αναφορικά με τους λογαριασμούς και τις κάρτες, το σημαντικό είναι πως η βασική και σταθερή του εκδοχή τελικώς συνάδει με τα στοιχεία της Τράπεζας. Έτσι και πάλι γίνεται δεκτή η θέση του πως ο ίδιος γνώριζε πως θα ανοίγετο ένας λογαριασμός της εταιρείας σε Δολάρια και δεν γνώριζε με ποιον λογαριασμό ήταν συνδεδεμένη η πιστωτική κάρτα (maestro) που του παραδόθηκε από τον Εναγόμενο και την οποία αναγνωρίζει ότι χρησιμοποίησε, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από την κατάσταση του λογαριασμού 141, Τεκμήριο 7. Εδώ σημειώνεται ότι, όπως ο Μ.Υ.3 ανέφερε, μέχρι και τα έτη 2003-2004 η Τράπεζα δεν είχε τη δυνατότητα έκδοσης πιστωτικών καρτών σε ξένα νομίσματα, έτσι αυτές εκδίδονταν σε Κυπριακές Λίρες και οι πελάτες τους ενημερώνονταν γι΄ αυτή την πολιτική. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, και ελλείψει μαρτυρίας πως ο Μ.Ε.1 πήγε προσωπικά στην Τράπεζα για τον σκοπό έκδοσης της εν λόγω κάρτας, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως ο Εναγόμενος προέβη στο άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού και στην έκδοση πιστωτικής κάρτας χωρίς ο Μ.Ε.1 να τύχει τέτοιας ενημέρωσης ή να γνωρίζει ακριβώς τις λεπτομέρειες και τα στοιχεία αυτού του λογαριασμού. Όπως επίσης θα διαφανεί κατωτέρω, ο Εναγόμενος ήταν σε θέση να δίνει εντολές για μεταφορά χρημάτων από τον ένα λογαριασμό της Ενάγουσας στον άλλο. Γι΄ αυτό το θέμα, ήτοι της ύπαρξης του λογαριασμού 141, θα γίνει αναφορά και κατωτέρω στα πλαίσια εξέτασης του θέματος επένδυσης στο Χρηματιστήριο και ανοίγματος λογαριασμών. Έτσι, αναφορικά με το θέμα των λογαριασμών, το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του Μ.Ε.1 ενώ η εκδοχή του Εναγομένου απορρίπτεται ως μη λογική, αβάσιμη και μη πειστική. Οι δύο μάρτυρες διαφωνούν και ως προς τα υπόλοιπα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες ανοίγματος νέου(ων) λογαριασμού(ών). Ειδικότερα, ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως όταν ο ίδιος ήρθε στην Κύπρο, ο Εναγόμενος τού έδωσε να υπογράψει κάποιες κόλλες εν λευκώ λέγοντας του ότι αυτές θα χρησιμοποιούνταν σε σχετική με τον λογαριασμό αλληλογραφία και ότι δεν είχαν σημασία. Προσέθεσε πως υπέγραψε ακόμα ένα έγγραφο στο οποίο ήταν καταγεγραμμένο κάποιο κείμενο στα Ελληνικά, για το οποίο του εξήγησε ο Εναγόμενος πως ήταν καθαρά τυπικό και να μην ανησυχεί. Ο Μ.Ε.1 αναχώρησε από την Κύπρο την ίδια μέρα και δείχνοντας εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο, δεν ζήτησε μετάφραση του κειμένου και τον άφησε υπεύθυνο για το άνοιγμα του λογαριασμού. Ο Εναγόμενος με τη σειρά του ανέφερε πως εκείνο το οποίο εισηγήθηκε στον Μ.Ε.1 ήταν όπως ανοίξει νέους λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου καθότι τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρεία διατηρούσαν ήδη εκεί λογαριασμό από το 1997 και οι διαδικασίες ήταν απλούστερες, και πως ο Μ.Ε.1 συμφώνησε. Πράγματι τα ως άνω στοιχεία της Τράπεζας επιβεβαιώνουν πως πριν την προαναφερόμενη κρίσιμη ημερομηνία (20.7.99) στην Τράπεζα Κύπρου είχαν ανοιχθεί διάφοροι προσωπικοί λογαριασμοί στο όνομα είτε του Μ.Ε.1 είτε από κοινού μαζί με την πρώην σύζυγο του, ένας κοινός προσωπικός λογαριασμός πιστωτικής κάρτας σε κυπριακές Λίρες, καθώς επίσης και ένας υπό προειδοποίηση σε Δολάρια και ο προαναφερόμενος λογαριασμός πιστωτικής κάρτας 919 στο όνομα της Ενάγουσας. Ι.3 Επενδύσεις στο ΧΑΚ Ενώ ο Μ.Ε.1 υποστήριξε πως συμφώνησαν για το άνοιγμα ενός λογαριασμού της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος έκανε λόγο για τρεις, δηλαδή δύο λογαριασμούς σε Δολάρια και ένα σε Κυπριακές Λίρες, καθότι ο ένας σε Δολάρια και ο ένας σε Λίρες θα χρησιμοποιούνταν για τις συναλλαγές της εταιρείας στο ΧΑΚ. Το θέμα των επενδύσεων στο ΧΑΚ αποτέλεσε το πιο ουσιώδες ζήτημα διαφωνίας μεταξύ των δύο βασικών μαρτύρων, εφόσον ο Μ.Ε.1 απέρριψε κατηγορηματικά την εκδοχή του Εναγομένου περί οποιασδήποτε συμφωνίας για επενδύσεις της Ενάγουσας στο ΧΑΚ, και είναι αλληλένδετο με τους λογαριασμούς που τελικώς ανοίχθηκαν στο όνομα της Ενάγουσας. Βασικά ο Εναγόμενος δεν αρνείται τη χρήση χρημάτων της Ενάγουσας για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Επίδικα ουσιώδη θέματα καθίστανται το ακριβές ποσό που χρησιμοποιήθηκε για τέτοιες επενδύσεις και κυρίως το κατά πόσον αυτές έγιναν ή εγκρίθηκαν από την Ενάγουσα. Επί αυτού ο Εναγόμενος ανέφερε ότι στη συνάντηση του με τον Μ.Ε.1 στις 20.7.99, ο τελευταίος τον ρώτησε και για το Κυπριακό Χρηματιστήριο, λέγοντας του πως ένας φίλος του από το Ισραήλ προέβη σε επένδυση και παροτρύνοντας τον να πράξει το ίδιο. Σημειώνεται πως τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 για να τοποθετηθεί επί αυτής. Συνεχίζοντας ο Εναγόμενος προέβαλε ότι τότε τού είπε πως είχε δύο επιλογές, είτε να διενεργεί τις πράξεις μόνος του είτε να τις αναλάβει ο Εναγόμενος νοουμένου ότι θα λάμβανε αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Ο Μ.Ε.1 ζήτησε τη βοήθεια του και κατόπιν συζήτησης συμφώνησαν όπως η αμοιβή του Εναγομένου ήταν 30% επί των κερδών των κερδοφόρων συναλλαγών. Ο Εναγόμενος ήταν σταθερός πως ο ίδιος πρότεινε το εν λόγω ποσοστό το οποίο εν συνεχεία αποτέλεσε μέρος της ισχυριζόμενης πρότασης της Ενάγουσας προς τον ίδιο για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων. Σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του Εναγομένου, ο Μ.Ε.1 ήταν ιδιαίτερα επίμονος στο να ανοιχθεί χρηματιστηριακός λογαριασμός αυθημερόν, πριν την αναχώρηση του από την Κύπρο, και ο Εναγόμενος του είπε ότι αυτό ήταν πολύ δύσκολο λόγω πίεσης χρόνου, όμως θα κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια. Έτσι ο Εναγόμενος ζήτησε και του ετοίμασαν ένα ψήφισμα με το οποίο αυτός εξουσιοδοτείτο όπως ενεργεί εκ μέρους της εταιρείας για τη διεξαγωγή αυτής της διαδικασίας και τη διεκπεραίωση των πράξεων. Το ψήφισμα υπεγράφη από τον Μ.Ε.1 στο γραφείο του Εναγομένου και στην παρουσία του. Πρόκειται κατά τον ίδιο για το Τεκμήριο 20. Σημειώνεται πως το εν λόγω έγγραφο, το οποίο αποτελεί αντίγραφο, υποδείχθηκε και κατατέθηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης του Μ.Ε.1, ο οποίος δήλωσε πως πιθανόν το είδε για πρώτη φορά το 2005-2006 όταν του παραδόθηκαν όλα τα έγγραφα από τον Εναγόμενο ή έθεσε την υπογραφή του σε αυτό χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του λόγω της εμπιστοσύνης που είχε στον Εναγόμενο. Και εδώ επισημαίνεται πως ο Εναγόμενος ανέφερε πως το ψήφισμα είχε μεταφραστεί στον Μ.Ε.1 προφορικά «λέξη προς λέξη» από την κα Αουζίν, θέση η οποία όμως και πάλι δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1. Το εν λόγω Τεκμήριο 20 φέρει το όνομα της Ενάγουσας και τιτλοφορείται «Απόσπασμα των Πρακτικών Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου». Με αυτό φέρεται να εξουσιοδοτείται ο Εναγόμενος όπως διά μόνης της υπογραφής του δεσμεύει την Ενάγουσα για κάθε αγορά ή πώληση μετοχών και χρεογράφων δημόσιων εταιρειών μέχρι νεοτέρας ειδοποίησης. Όπως εύκολα διαπιστώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 20, αυτό περιέχει διάφορες ανακρίβειες, οι οποίες εντοπίστηκαν και επεξηγήθηκαν από τον Εναγόμενο κατά την κυρίως εξέταση του. Συγκεκριμένα σε αυτό αναγράφεται πως εξουσιοδοτείται ο Ανδρέας Πέτρου «μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου», ιδιότητα η οποία δεν υφίστατο. Ο Εναγόμενος απέδωσε την αναφορά αυτή σε καλόπιστο λάθος λόγω της πίεσης του χρόνου. Άλλωστε, όπως ορθώς επισημαίνει, στη θέση του συμβούλου της Ενάγουσας φέρεται η υπογραφή του Μ.Ε.1. Στην πιστοποίηση περί της πιστότητας του αντιγράφου των πρακτικών αναφέρεται ότι αυτά αφορούν συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας η οποία «έγινε στις 27 Μαΐου 1999». Ο Εναγόμενος αναγνωρίζει πως αυτή η ημερομηνία είναι λανθασμένη λόγω του ότι αυτή αφορούσε προηγούμενο άνοιγμα λογαριασμού άλλης εταιρείας. Οι δύο αυτές ανακρίβειες δεν είναι τέτοιες που από μόνες τους θα κρίνονταν ικανές να θέσουν εν αμφιβόλω τα λεγόμενα του Εναγομένου. Θα μπορούσε εύκολα να γίνει δεκτό ότι τα δύο πιο πάνω σφάλματα παρεισέφρησαν στο κείμενο υπό την πίεση του χρόνου εντός του οποίου έπρεπε να ετοιμαστεί το έγγραφο, έστω και αν πρόκειται για ένα πολύ σύντομο και τυποποιημένο πρακτικό. Πλην όμως δεν είναι μόνο οι δύο πιο πάνω ανακρίβειες που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 20. Υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο το οποίο όμως τελικώς αποβαίνει καθοριστικό για να καταρρίψει την όλη εκδοχή του Εναγομένου αναφορικά με αυτό το έγγραφο. Πρόκειται για την αναγραφόμενη ημερομηνία σύνταξης του, ήτοι τη 18.7.99, σε συνδυασμό και με τη δικαιολογία που προέβαλε ο Εναγόμενος γι΄ αυτό. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος ανέφερε επ΄ αυτού του τελευταίου στοιχείου πως με βάση την ισχύουσα πρακτική η οποία τότε ακολουθείτο στο Χρηματιστήριο, απαιτείτο η προσκόμιση γραπτής απόφασης με ημερομηνία τουλάχιστον δύο μέρες προηγουμένως. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «Αυτή την πρακτική του Χρηματιστηρίου την γνώριζα λόγω των προηγούμενων συνδιαλλαγών που είχα για άλλους πελάτες σε σχέση με το Χρηματιστήριο.» Μάλιστα προσέθεσεπως παρέδωσε το έγγραφο στο χρηματιστηριακό γραφείο, το οποίο (έγγραφο) ως πληροφορήθηκε κατατέθηκε στο Χρηματιστήριο και στις εισηγμένες εταιρείες των οποίων η Ενάγουσα αγόρασε μετοχές. Επί αυτού του σημείου ρωτήθηκε και επισταμένα στην αντεξέταση του. Ήταν χαρακτηριστική η άνεση με την οποία ο Εναγόμενος είπε πως η απαίτηση από το ΧΑΚ για δύο ημερών προχρονολογημένη απόφαση «ήταν πρακτική . Είχα ανοίξει λογαριασμούς για άλλες εφτά εταιρείες μας, μου είχαν πει ότι "το resolution σου πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο ημέρες προχρονολογημένο", το γνώριζα και προχρονολόγησα 18 του μηνός, εάν αντιλαμβανόμουν ότι 18 ήταν Κυριακή θα το έβαλλα 16 που ήταν Παρασκευή απλά δεν το είχα αντιληφθεί και έβαλα το». Και παρά την επιμονή του στο ότι ο ίδιος το συμπλήρωσε και το παρέδωσε στο ΧΑΚ, δηλώνοντας και με βεβαιότητα ότι εκεί βρίσκεται το πρωτότυπο, σε πολύ σύντομο στάδιο και εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα άλλαξε θέση. Ειδικότερα, επανήλθε στην πρώτη του εκδοχή, ήτοι πως παρέδωσε το εν λόγω έγγραφο στον χρηματιστή ο οποίος το κατέθεσε στο ΧΑΚ, προσθέτοντας κάτι εντελώς καινούργιο, ήτοι πως είναι ο χρηματιστής που του ανέφερε για την προχρονολογημένη απόφαση ενώ «ποιες ήταν οι διαδικασίες του χρηματιστή με το Χρηματιστήριο, ήταν θέμα του χρηματιστή εγώ δεν είχα καμία ανάμειξη..» Ακολούθησε και νέα αλλαγή στη θέση του Εναγομένου, λέγοντας πως το γεγονός της διενέργειας της χρηματιστηριακής πράξης αποδεικνύει ότι το έγγραφο κατατέθηκε στο ΧΑΚ. Μάλιστα ο ίδιος είπε πως αποτάθηκε στο ΧΑΚ προς ανεύρεση του πρωτοτύπου του Τεκμηρίου 20, όμως του είπαν ότι δεν τηρούν φακέλους. Έτσι παρέπεμψε τελικώς στη μαρτυρία που θα προσκόμιζε εκ μέρους του ΧΑΚ. Η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε εκ μέρους του ΧΑΚ όμως τον διέψευσε πλήρως. Ο Μ.Υ.4, ο οποίος κρίνεται πλήρως αξιόπιστος από το Δικαστήριο, δήλωσε ξεκάθαρα πως κατά τα έτη 1999 μέχρι και τον Ιούλιο του 2001, στο ΧΑΚ δεν υπήρχε το Κεντρικό Αποθετήριο Μητρώο, ήτοι ένα κεντρικό μητρώο στο οποίο (αργότερα) κρατούνταν τα αρχεία όλων των εισηγμένων εταιρειών. Κατ΄ εκείνη τη χρονική περίοδο το ΧΑΚ απλώς παραλάμβανε τα έγγραφα των συναλλαγών, ήτοι αγοράς και πώλησης μετοχών, από τα χρηματιστηριακά γραφεία, τα ήλεγχε και ακολούθως τα παρέδιδε στις εταιρείες για να προβούν στις καταχωρίσεις των συναλλαγών στα μητρώα τους. Ήταν σαφής πως το ΧΑΚ τότε δεν απαιτούσε οποιαδήποτε άλλα έγγραφα, αλλά ήταν οι χρηματιστές οι οποίοι παραλάμβαναν τα απαραίτητα έγγραφα για τον σκοπό διεκπεραίωσης συναλλαγών. Σχετική ήταν και η μαρτυρία της Μ.Υ.5 η οποία όμως και πάλι δεν πρόσφερε ίχνος επιβεβαίωσης του Εναγομένου. Η Μ.Υ.5 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στον τρόπο με τον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το Τμήμα Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου τηρούσε το μητρώο των μετόχων της. Υπενθυμίζεται πως η μάρτυρας έχει ήδη κριθεί αξιόπιστη και επισημαίνεται ακόμα πως αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της παρέμεινε αναντίλεκτο και υιοθετείται πλήρως από το Δικαστήριο. Έτσι, γίνεται δεκτό πως με βάση τις οδηγίες από τη διοίκηση της Τράπεζας, το Τμήμα Μετοχών ζητούσε μόνο αντίγραφο των πρακτικών της σχετικής απόφασης, δυνάμει του οποίου επιβεβαίωναν το άτομο ή τα άτομα τα οποία εξουσιοδοτούνταν από την εταιρεία στο να προβούν σε αγορά ή πώληση μετοχών εκ μέρους της και ήλεγχαν το δείγμα υπογραφής του(ς) που περιείχετο στα πρακτικά. Αυτά τα στοιχεία ήταν αρκετά για να γίνει η εγγραφή της συναλλαγής στο μητρώο μετόχων της Τράπεζας. Το Δικαστήριο δέχεται επίσης τη θέση της πως στα αρχεία της Τράπεζας υπάρχει κατατεθειμένο αντίγραφο, και όχι πρωτότυπο, της απόφασης (Τεκμήριο 20), το οποίο (αντίγραφο) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 58. Με δεδομένη την τότε πρακτική της Τράπεζας, γίνεται επίσης δεκτή η θέση της μάρτυρος πως το Τμήμα Μετοχών δεν διερευνούσε τη γνησιότητα της προσκομισθείσας απόφασης και την ορθότητα των αναγραφόμενων σε αυτή στοιχείων, π.χ. για το πρόσωπο που φέρεται ως διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας. Είναι βεβαίως αυτονόητο πως η θέση της μάρτυρος ότι η ημερομηνία της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας είναι η 27.5.99 ενώ η ημερομηνία σύνταξης των πρακτικών είναι η 18.7.99, σαφώς αποτελεί υπόθεση δική της, όπως και η ίδια ευθέως αναγνώρισε, και η οποία δεν επιβεβαιώνεται από τα λεχθέντα του Εναγομένου. Επομένως, αυτή η θέση της μάρτυρος κρίνεται ως μια καλόπιστη δική της υπόθεση η οποία όμως δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι καμιά προσωπική γνώση δεν είχε για το θέμα αλλά η όποια γνώση της στηριζόταν στην ερμηνεία των όσων αναγράφονται στο έγγραφο. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί και η αναντίλεκτη αναφορά της μάρτυρος πως το Τμήμα της δεχόταν αντίγραφο απόφασης ληφθείσας ακόμα και 2-3 μήνες πριν τη συναλλαγή, για σκοπούς καταχώρισης της στο μητρώο. Θέση η οποία ουδόλως επιβεβαιώνει την εκδοχή του Εναγομένου για την απαίτηση προχρονολόγησης αυτής (της απόφασης) κατά δύο μέρες πριν την καταχώριση της συναλλαγής. Ούτε και ο Μ.Υ.6 διαφώτισε επί τούτου περαιτέρω το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρος κρίνεται γενική, αόριστη και ασαφής. Λόγω ακριβώς της ιδιότητας του θα ανέμενε ευλόγως κάποιος πως θα έδινε επαρκή στοιχεία και την αντιπροσωπευτική εικόνα για τα όσα ρωτήθηκε, αλλά αντί τούτου περιορίστηκε σε σύντομες και γενικές αναφορές κατά τη μαρτυρία του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ότι ρωτήθηκε για τον όγκο των συναλλαγών στο ΧΑΚ κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1999 και αυτός απαντούσε για την αύξηση του προσωπικού της χρηματιστηριακής όπου εργάζετο, εξηγώντας πως ζητούσαν επίμονα από τη Βουλή να κλείσει το ΧΑΚ λόγω του τεράστιου φόρτου εργασίας. Έτσι κρίνεται πως δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα. Σημειώνεται βεβαίως πως δεν αμφισβήτησε ότι κατά τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1999 ο ρυθμός επενδύσεων στο ΧΑΚ ήταν ραγδαία αυξανόμενος και εξωφρενικός με αποτέλεσμα και τη ραγδαία αύξηση των τιμών των μετοχών. Ο Μ.Υ.6 επιβεβαίωσε πως η Cisco, ως χρηματιστηριακή εταιρεία, ζητούσε μόνο αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίας της εταιρείας για σκοπούς διενέργειας συναλλαγών και μεταφοράς χρημάτων. Προσέθεσε πως ως θυγατρική της Τράπεζας Κύπρου, είχαν ως κανόνα πως ο κάθε πελάτης έπρεπε να ανοίξει ξεχωριστό χρηματιστηριακό λογαριασμό στην Τράπεζα, η οποία ακολουθούσε τον έλεγχο KYC (Know Your Client), δηλαδή ζητούσαν πρωτότυπο ή πιστοποιημένο αντίγραφο του Πιστοποιητικού Σύστασης της εταιρείας, το Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της και την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που θα διενεργεί συναλλαγές και χειρίζεται τραπεζικούς λογαριασμούς. Παρέπεμψε δε στην εγκύκλιο 6/98 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ημ. 14.4.98. Είναι προφανές πως η μαρτυρία του Μ.Υ.6 δεν προσθέτει οτιδήποτε περισσότερο από το ότι τα χρηματιστηριακά γραφεία δέχονταν αντίγραφο των πρακτικών, κάτι το οποίο έχει γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο ως εύρημα του. Η αναφορά του σε εγκύκλιο παρέμεινε μετέωρη εφόσον δεν προσκομίστηκε η ίδια η εγκύκλιος, και εν πάση περιπτώσει η όποια αναφορά του στην πρακτική της Τράπεζας Κύπρου αφορά εξ ολοκλήρου την ίδια χωρίς να δύναται να εξαχθεί συμπέρασμα πως αυτή ακολουθείτο και από άλλα τμήματα και δη χρηματιστηριακά γραφεία. Ακόμη και αν το Δικαστήριο δεχόταν την εξ ακοής μαρτυρία του μάρτυρος αναφορικά με το περιεχόμενο της εγκυκλίου, δεν εξυπακούεται αυτόματα πως κάθε χρηματιστηριακό γραφείο όντως την ακολουθούσε πιστά. Άλλωστε από τη στιγμή που το Τμήμα Μετοχών της Τράπεζας δεχόταν μόνο αντίγραφο των πρακτικών, είναι αδύνατο να γίνει δεκτή η θέση πως η Τράπεζα Κύπρου από τη μια απαιτούσε το πρωτότυπο για σκοπούς ανοίγματος λογαριασμού πελάτη προς επένδυση μέσω της Cisco, ενώ από την άλλη ικανοποιείτο μόνο με αντίγραφο για την καταχώριση των συναλλαγών στο Τμήμα Μετοχών της, οι οποίες γίνονταν από διάφορα χρηματιστηριακά γραφεία με τα οποία η Τράπεζα δεν είχε ανάμειξη και έτσι δεν ασκούσε τον έλεγχο KYC. Είναι δε αξιοσημείωτο πως ο μάρτυρας δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά σε απαίτηση προχρονολογημένων πρακτικών. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για την αλήθεια της μαρτυρίας του Μ.Υ.6. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση διαπιστώνεται χωρίς δυσκολία πως η εκδοχή του Εναγομένου αναφορικά με την αναγραφόμενη ημερομηνία των πρακτικών καταρρίπτεται ως πλήρως αβάσιμη και αναξιόπιστη. Είναι πρόδηλο πως δεν υπήρχε απολύτως καμία ανάγκη για προχρονολόγηση (δύο ημερών) τέτοιων πρακτικών για σκοπούς ανοίγματος λογαριασμού, διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών ή καταχώρισης στα μητρώα των εταιρειών. Η θέση του Εναγομένου πως το πρωτότυπο βρίσκεται στο ΧΑΚ έχει αποκλεισθεί. Ούτε προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία, (ενδεχομένως από τα χρηματιστηριακά γραφεία μέσω των οποίων έγιναν πράξεις στο όνομα της Ενάγουσας), η οποία να δεικνύει ότι πράγματι παρουσιάστηκε το πρωτότυπο και ούτε στα αρχεία της Τράπεζας Κύπρου υπάρχει πρωτότυπο. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί πως πράγματι το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε υπό τις συνθήκες τις οποίες περιγράφει ο Εναγόμενος. Μια γενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας του περί τούτου δημιουργεί την πεποίθηση στο Δικαστήριο πως τελικώς αυτό καταρτίστηκε μεν υπό τρομερή πίεση χρόνου (εξ ου και παρουσιάζονται τόσα λάθη) πλην όμως αυτό έγινε για καθαρά δικούς του (Εναγομένου) σκοπούς και όχι λόγω της απαίτησης του Μ.Ε.1, για κατεπείγουσες δήθεν επενδύσεις. Η κοινή λογική στη βάση της επικρατούσας τότε πρακτικής είναι πως εάν ο Μ.Ε.1 ζητούσε επίμονα να ανοιχθεί λογαριασμός για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων στις 20.7.99, δεν υπήρχε απολύτως κανένας βάσιμος λόγος τα πρακτικά να χρονολογηθούν δύο μέρες προηγουμένως. Αντιθέτως, το μόνο συμπέρασμα το οποίο εξάγεται με ασφάλεια είναι πως αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου ήταν όντως απαραίτητο για τη διενέργεια των μεταβιβάσεων και γι΄ αυτό ακριβώς ετοιμάστηκε από τον Εναγόμενο προφανώς βεβιασμένα και επιπόλαια, με τόσα πολλά τα λάθη που αυτός θεώρησε ότι δεν μπορούσε να τα αποδώσει όλα σε καλόπιστο λάθος και έτσι προέβαλε ατυχώς και χωρίς πειστικότητα τον ισχυρισμό περί αναγκαιότητας προχρονολόγησης για να δικαιολογήσει την ημερομηνία 18.7.99. Το θέμα της υπογραφής του Μ.Ε.1 επί αυτού θα απασχολήσει κατωτέρω. Έτσι το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 επί αυτού του θέματος, η οποία παρουσιάστηκε με απόλυτη συνέπεια, συνοχή και ιδιαίτερη σταθερότητα. Επομένως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως λόγω της καταδίωξης και καταδίκης του κ. Lagvinets ο Μ.Ε.1 ανησυχούσε για τυχόν παγοποίηση του λογαριασμού της εταιρείας στη Lombard. Έτσι ζήτησε τη γνώμη του Εναγομένου ο οποίος του εισηγήθηκε να ανοίξει λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου και να κλείσει αυτούς της Ενάγουσας και της Condo στη Lombard την οποία θεωρούσε ως μη αξιόπιστη. Ακόμη το Δικαστήριο αποδέχεται τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 πως ο Εναγόμενος του ζήτησε όπως έρθει στην Κύπρο για τον σκοπό αυτό και απορρίπτει τη θέση του Εναγομένου πως ο Μ.Ε.1 ήρθε κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας. Ο Μ.Ε.1 συμφώνησε στο άνοιγμα ενός λογαριασμού της εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου. Το Δικαστήριο επίσης αποδέχεται την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.2 και του Μ.Υ.3 πως ο Εναγόμενος ήταν εγκεκριμένος συνεργάτης της Τράπεζας Κύπρου και ενόψει αυτού δεν απαιτείτο η φυσική παρουσία του πελάτη στην Τράπεζα για να ανοίξει λογαριασμό για την εταιρεία. Αυτή η θέση επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον Εναγόμενο κατά την αντεξέταση του. Είναι γεγονός πως ο Εναγόμενος αρχικά αρνήθηκε την υποβολή πως έλαβε προμήθεια (sponsorship) από την Τράπεζα Κύπρου λόγω της προώθησης πελατών, όμως αργότερα, όταν του τέθηκαν υπόψιν κάποια δημοσιεύματα, αναγνώρισε πως όντως έλαβε τέτοια προμήθεια επισημαίνοντας απλώς πως αυτό έγινε πολύ αργότερα από τα επίδικα γεγονότα. Το Δικαστήριο διέκρινε την αρχική απροθυμία του Εναγομένου να αποκαλύψει κάτι τέτοιο, εφόσον μπορούσε εξ αρχής βεβαίως να επισημάνει ότι αφορούσε μεταγενέστερη χρονική περίοδο, κάτι το οποίο απέφυγε εντέχνως και δείχνει πως αυτός δίσταζε να αποκαλύψει την ακριβή έκταση της συνεργασίας του με την Τράπεζα Κύπρου. Εδώ είναι σημαντικό να λεχθεί πως ο Μ.Υ.3 μίλησε για άνοιγμα προσωπικού λογαριασμού από τον ίδιο τον Μ.Ε.1 κατά την παρουσία του στην Τράπεζα (θέση η οποία θα αξιολογηθεί κατωτέρω) όμως δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά περί ανοίγματος λογαριασμού της εταιρείας κατόπιν της παρουσίας του Μ.Ε.1 στην Τράπεζα. Άλλωστε ούτε και ο Εναγόμενος δήλωσε πως ο Μ.Ε.1 επισκέφθηκε την Τράπεζα εκείνη τη μέρα, ήτοι στις 20.7.99, για σκοπούς ανοίγματος του λογαριασμού. Αντιθέτως αναγνώρισε πως τα έγγραφα υπεγράφησαν στο γραφείο του από τον Μ.Ε.1. Εξ ου και ο Μ.Ε.1 δεν πήγε στην Τράπεζα για ένα τέτοιο σκοπό, αλλά υπέγραψε κάποια έγγραφα τα οποία του παρουσίασε ο Μ.Ε.1. Συγκεκριμένα γίνεται δεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε.1 πως κατά την παραμονή του στην Κύπρο στις 20.7.99 υπέγραψε ένα έντυπο στο οποίο υπήρχε ένα κείμενο στο Ελληνικά και το οποίο ο Εναγόμενος του είπε ότι είναι καθαρά τυπικό. Δεν έχει διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία τι ήταν αυτό το έγγραφο, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να αποκλεισθεί και το ενδεχόμενο αυτό το έγγραφο είτε να αποτελούσε την εντολή για το άνοιγμα του εταιρικού λογαριασμού είτε να ήταν το Τεκμήριο 20, εφόσον ο Μ.Ε.1 είπε πως δεν θυμόταν κατά πόσο υπέγραψε σε ένα τέτοιο έγγραφο χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του. Η αδυναμία του Μ.Ε.1 να δώσει μια σταθερή απάντηση επί τούτου κρίνεται δικαιολογημένη λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει, χωρίς να έχει διαφανεί πως ο μάρτυρας προσπαθούσε να απαντήσει με υπεκφυγές. Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται ότι ο Μ.Ε.1 υπέγραψε έντυπα εν λευκώ, θέση την οποία όμως κατά το δοκούν επαναλάμβανε ή αναιρούσε κατά την αντεξέταση του. Ειδικότερα, αρχικά είπε πως ο Μ.Ε.1 γνώριζε πάντοτε και πλήρως τι υπέγραφε και δεν υπέγραφε λευκή κόλλα, ενώ αργότερα ανέτρεψε άρδην αυτή τη θέση αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 52 το οποίο είναι ένα τυποποιημένο έντυπο, μη συμπληρωμένο, που αφορά οδηγίες για μεταφορά χρημάτων μεταξύ λογαριασμών, το οποίο όμως ο Μ.Ε.1 υπέγραψε εν λευκώ. Στην επόμενη δικάσιμο παρουσίασε άλλη εκδοχή, ήτοι πως ο Μ.Ε.1 υπέγραψε κενές κόλλες, μια-δυο φορές, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει ο Εναγόμενος ως πρόσκληση για σκοπούς μετάβασης του στο Ισραήλ, τις οποίες όμως ο Εναγόμενος του έδωσε πίσω. Αυτές οι αντιφάσεις αναμφίβολα πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του επί τούτου. Γίνεται λοιπόν δεκτός ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 πως υπέγραψε έντυπα εν λευκώ πειθόμενος από τον Εναγόμενο ότι αυτά θα χρησιμοποιούνταν για την αλληλογραφία του τραπεζικού λογαριασμού και ότι δεν είχαν σημασία. Ο Μ.Ε.1 επέμενε σε αυτόν τον ισχυρισμό καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως με βάση τη συμφωνία μεταξύ του Μ.Ε.1 και του Εναγομένου για το άνοιγμα στην Τράπεζα Κύπρου ενός λογαριασμού της Ενάγουσας σε Δολάρια, εν τέλει στις 21.7.99 ανοίχθηκε ο λογαριασμός 880. Είναι σαφές και αποδεκτό από το Δικαστήριο πως ο Μ.Ε.1 γνώριζε για την ύπαρξη αυτού του λογαριασμού, εξ ου και προχώρησε στο έμβασμα σε αυτόν του ποσού των US$798.431,11 στις 23.7.99, όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού ημ. 31.7.99, Τεκμήριο 6. Ο ίδιος ο Εναγόμενος δέχεται πως όταν ανοίχθηκε ο λογαριασμός 880, απέστειλε τα στοιχεία στον Μ.Ε.1 ο οποίος έκανε το πρώτο έμβασμα στις 23.7.99. Όσον αφορά τους άλλους δύο λογαριασμούς, o M.E.1 δήλωσε κατηγορηματικά πως δεν γνώριζε για την ύπαρξη τους. Η αναφορά του Εναγομένου πως για το άνοιγμα και αυτών των λογαριασμών απαιτείτο η υπογραφή του Μ.Ε.1 ως διευθυντή της εταιρείας δεν καταδεικνύει αυτόματα πως ο Μ.Ε.1 γνώριζε τι υπέγραφε και τον σκοπό της υπογραφής του, ήτοι πως ήταν για το άνοιγμα πέραν του ενός λογαριασμού. Το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί με το θέμα των υπογραφών από τον Μ.Ε.1 και έτσι αδυνατεί να δεχθεί πως αυτός υπέγραψε εν γνώσει του έντυπα για το άνοιγμα πέραν του ενός λογαριασμού σε Δολάρια. Όσον αφορά τους όρους της ισχυριζόμενης συμφωνίας αναφορικά με το ποσό που θα επενδύετο από την Ενάγουσα προβλήθηκε σειρά αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών. Στη γραπτή του δήλωση ο Εναγόμενος ανέφερε πως το αρχικό ποσό επένδυσης συμφωνήθηκε στις Λ.Κ.500.000. Στην αντεξέταση του ανέφερε πως ο Μ.Ε.1 του ανέφερε πως θα έστελνε ένα ποσό γύρω στις US$700.000-800.000, μέρος του οποίου θα χρησιμοποιείτο για επένδυση. Ακολούθως είπε πως δεν είχε οδηγίες για την επένδυση συγκεκριμένου ποσού, αμέσως μετά είπε πως επένδυε όσα του έλεγε ο Μ.Ε.1, αργότερα ανέφερε πως ο ίδιος τηλεφώνησε στον Μ.Ε.1 και του είπε ότι αρχικά επένδυσε το ποσό των Λ.Κ.300.000 περίπου και τέλος εξέφρασε δυσκολία στο να αναφέρει το ποσό το οποίο συμφώνησαν λέγοντας πως πιθανόν ο Μ.Ε.1 να του είπε να αφήσει κάποιο ποσό για την κάρτα και το υπόλοιπο να το επενδύσει. Στην επόμενη δικάσιμο της αντεξέτασης του και στις επίμονες ερωτήσεις του δικηγόρου της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος δεν έδωσε και πάλι σαφείς απαντήσεις. Τελικώς ανέφερε πως ο Μ.Ε.1 του είπε να επενδύσει σε Δολάρια αφήνοντας ποσό US$20.000-30.000 για την κάρτα. Ο Εναγόμενος σε καμία περίπτωση δεν δήλωσε αδυναμία μνήμης αναφορικά με τις ακριβείς οδηγίες του Μ.Ε.1 για το συγκεκριμένο θέμα. Αντί τούτου όμως έδωσε πολλές και διαφοροποιημένες απαντήσεις οι οποίες έδειχναν την αμηχανία και αδυναμία του να τοποθετηθεί σαφώς και δεν είχαν συνοχή. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως ο Μ.Ε.1 αναχώρησε από την Κύπρο αυθημερόν, ήτοι στις 20.7.99. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο πως την ίδια μέρα κιόλας ανοίχθηκε χρηματιστηριακός λογαριασμός στο όνομα της Ενάγουσας και ξεκίνησε η διενέργεια συναλλαγών στο όνομα της από το χρηματιστηριακό γραφείο Suphire Stockbrokers Ltd, σύμφωνα με την κατάσταση Τεκμήριο 44. Είναι γεγονός πως ενώ το έμβασμα χρημάτων στον λογαριασμό 880 έγινε στις 23.7.99, το οποίο σύμφωνα με τον Εναγόμενο αφορούσε και ποσό για την επένδυση της Ενάγουσας στο Χρηματιστήριο, οι συναλλαγές ξεκίνησαν από πριν, ήτοι από τις 20.7.99. Ο Εναγόμενος προσπαθώντας να δώσει εξήγηση γι΄ αυτό είπε πως άνοιξε τον χρηματιστηριακό λογαριασμό με χρεωστικό υπόλοιπο, λόγω της γνωριμίας και συνεργασίας του με τον κ. Ανδρονίκου της Suphire και της εμπιστοσύνης που ο τελευταίος είχε προς τον Εναγόμενο. Προσέθεσε πως ο κ. Ανδρονίκου δέχθηκε την εισήγηση του (Εναγομένου) για τη διενέργεια συναλλαγών και την πληρωμή των χρημάτων εντός των επόμενων προσεχών ημερών, οπότε και ακολούθησε η ενημέρωση του Μ.Ε.1 για τα στοιχεία του λογαριασμού 880. Περαιτέρω επεξηγώντας τον τρόπο λειτουργίας των λογαριασμών ο Εναγόμενος είπε πως ο ίδιος προέβαινε σε μεταφορές χρημάτων από τον ένα λογαριασμό της εταιρείας στον άλλο, ήτοι από τον 880 στον 141, μετατρέποντας τα Δολάρια σε Κυπριακές Λίρες, μόνο για το ποσό που απαιτείτο και αντιστοιχούσε στην εκάστοτε αγορά μετοχών. Σε αυτό απέδωσε και το γεγονός πως τα ποσά δεν ήταν στρογγυλεμένα, εφόσον γινόταν η μετατροπή του νομίσματος. Όταν ρωτήθηκε για την ύπαρξη μεταφορών και μικρών ποσών, δήλωσε πως αυτά αφορούσαν κάποια μικρή διαφορά που πιθανόν να προέκυπτε κατά τη μετατροπή. Τα ποσά τα οποία μεταφέρθηκαν από τον λογαριασμό 880 στον λογαριασμό 141 είναι ως φαίνονται στις αντίστοιχες καταστάσεις, Τεκμήρια 6 και 7, και υιοθετούνται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά θα παρατεθούν κατωτέρω. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εναγομένου επί του θέματος των επενδύσεων της Ενάγουσας, στο παρόν στάδιο κρίνεται κατάλληλο να γίνει λεπτομερής αναφορά στη μαρτυρία που προσήχθη αναφορικά με τις συναλλαγές που έγιναν στο όνομα της, στις πληρωμές που έγιναν προς και εκ μέρους της και σε κάποιες άλλες πληρωμές εκ μέρους της Ενάγουσας με σκοπό επίσης να εξαχθούν τα όποια ευρήματα του Δικαστηρίου. (
  1. i)Συναλλαγές Το Τεκμήριο 44 παρουσιάζει συναλλαγές στο όνομα της Ενάγουσας από τις 20.7.99 μέχρι και τις 23.6.00. Με βάση τη μαρτυρία των Μ.Υ.4 και 5, έχει ήδη γίνει δεκτή η διενέργεια των πλείστων εξ αυτών των συναλλαγών, ήτοι όλων όσων αφορούν μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και όλων όσων έγιναν από τις 20.10.99 και μετέπειτα. Αναφορικά με όσες υπολείπονται για την περίοδο μέχρι τις 20.10.99, το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει στα αντίγραφα των contract notes στο Τεκμήριο 47 το οποίο κατέθεσε ο Εναγόμενος, τα οποία αφορούν όλες τις εν λόγω συναλλαγές πλην μόνο μίας (πώληση μετοχών CPB στις 6.8.99 με αρ. εγγράφου SCU/03347). Επομένως το Δικαστήριο αποδέχεται πως έλαβαν χώρα όλες ανεξαιρέτως οι συναλλαγές οι οποίες περιέχονται στο Τεκμήριο 44. Μόνο κατά τη μαρτυρία του Εναγομένου, έγινε λόγος για άνοιγμα και δεύτερου χρηματιστηριακού λογαριασμού της Ενάγουσας με άλλο χρηματιστηριακό γραφείο, ήτοι τη Severis Athienitis Securities. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, αυτό έγινε περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1999 λόγω της δυσαρέσκειας του με τη Suphire η οποία απέτυχε να εκτελέσει κάποιες πράξεις για τις οποίες ο ίδιος έδωσε οδηγίες αναφορικά με άλλες εταιρείες. Ο Εναγόμενος κατέθεσε σχετική κατάσταση, Τεκμήριο 48. Προκαλεί έκπληξη προς το Δικαστήριο πως ουδεμία αναφορά έγινε γι΄ αυτό το ζήτημα προς τον Μ.Ε.1 και πως ούτε του υποδείχθηκε το εν λόγω Τεκμήριο 48 για να τοποθετηθεί. Η εν λόγω κατάσταση αφορά την περίοδο Δεκεμβρίου του 1999 μέχρι τις 30.6.00 και τα έτη 2000 και 2001. Σε αυτή εκείνο που βασικά παρουσιάζεται είναι οι μετοχές οι οποίες κατέχοντο από την Ενάγουσα κατ΄ εκείνη την περίοδο, χωρίς στοιχεία της φύσης των συναλλαγών, και έτσι το Δικαστήριο την αποδέχεται μόνο ως μια τέτοια κατάσταση. Με βάση το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 44 και 47, είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα αναφορικά με το συνολικό ύψος των συναλλαγών της Ενάγουσας και κυρίως το όποιο κέρδος από αυτές. Στο Τεκμήριο 44 αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το είδος των μετοχών, η ποσότητα τους, το ποσό χρέωσης ή πίστωσης αναλόγως του είδους της πράξης και το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού. Όμως είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να προβεί σε μαθηματικές πράξεις με βάση αυτά τα στοιχεία για να καταλήξει στο συνολικό ποσό των συναλλαγών και στο όποιο κέρδος. Και αυτό διότι ακόμα και όταν είναι δυνατή η εξακρίβωση της τιμής πώλησης μιας μετοχής υπάρχει αδυναμία στη διακρίβωση της τιμής αγοράς της (ούτως ώστε να μπορεί να εξαχθεί το κέρδος που τυχόν προέκυψε κατά την πώληση). Για παράδειγμα, στις 20.7.99 αναγράφεται η διενέργεια τριών πράξεων αγοράς μετοχών LCH, η πρώτη για 3000 με αξία Λ.Κ.4.513,73, η δεύτερη για 8000 με αξία Λ.Κ.11.876,11 και η τρίτη για 20000 με αξία Λ.Κ.30.091,50. Στις 23.7.99 υπάρχει μια πώληση 300 μετοχών LCH έναντι ποσού Λ.Κ.598,20, όμως είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να αντιστοιχίσει την πώληση με μια εκ των τριών αγορών αυτών, ούτως ώστε να διαφανεί η διαφορά στην τιμή μεταξύ αγοράς και πώλησης και να εντοπίσει το τυχόν κέρδος εάν υπήρξε. Ούτε και στα contract notes του Τεκμηρίου 47 δίδεται τέτοιο στοιχείο, πέραν του ποσού της προμήθειας του χρηματιστή. Όμως εδώ πρέπει να σημειωθεί πως για την περίοδο μέχρι και τις 20.10.99 απουσίαζε μόνο ένα contract note, ενώ για τη συνολική περίοδο των συναλλαγών απουσιάζουν αρκετά. Η διενέργεια των πράξεων επιβεβαιώθηκε μεν από το Χρηματιστήριο αλλά το κόστος αυτών δεν δύναται να ανευρεθεί μέσα από αυτά τα ελλιπή στοιχεία. Ούτε και το Τεκμήριο 46 διαφωτίζει περαιτέρω. Αυτό είναι απλώς μια Βεβαίωση Δέσμευσης από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ημ. 17.12.99, με την οποία βεβαιώνεται η κατοχή 5000 μετοχών CPB στο όνομα της Ενάγουσας. Σύμφωνα όμως με το Τεκμήριο 44, αυτές οι μετοχές πωλήθηκαν στις 20.12.99 σε διάφορες ποσότητες, και ακολούθησε άλλη αγορά και πώληση μετοχών της Λαϊκής. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, οι αναφορές του Εναγομένου ότι το συνολικό ύψος της επένδυσης ανήλθε στις Λ.Κ.720.032,42 και πως το κέρδος του 30% μεταξύ 26.10.99 - 16.1.00 στις Λ.Κ.29.389,01 παραμένουν γενικές και παντελώς ατεκμηρίωτες και ως τέτοιες δεν δύνανται να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο. Μεγαλύτερη σύγχυση προκαλεί και η επόμενη του θέση, ήτοι πως μαζί με τη συμφωνηθείσα αμοιβή που έλαβε τον Αύγουστο του 1999 έλαβε και το συνολικό ποσό των Λ.Κ.65.243,71 που αντιπροσωπεύει το 30% επί των κερδών της εταιρείας που ανήλθαν στις Λ.Κ.217.479,03. Αυτές οι θέσεις θα τύχουν και αξιολόγησης κατωτέρω. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως το συνολικό ποσό της επένδυσης παρουσιάζεται διαφοροποιημένο από αυτό που αναγράφεται σε τηλεομοιότυπο (μέρος του Τεκμηρίου 10) το οποίο ο Εναγόμενος έστειλε στον Μ.Ε.1 και το οποίο δεν φέρει ημερομηνία σύνταξης παρά μόνο αποστολής τον Απρίλιο του 2000. Εκεί αναφέρεται το ποσό των Λ.Κ.802.000. Όταν του υποδείχθηκε αυτή η διαφορά ο Εναγόμενος την απέδωσε στον υπολογισμό της μετατροπής του νομίσματος αλλά τελικώς παραδέχθηκε πως εκεί το ποσό είναι λανθασμένο. Παρενθεντικά και η αναφορά στο εν λόγω τηλεομοιότυπο στα υπόλοιπα του λογαριασμού, ήτοι US$60.000 και Λ.Κ.50.000 δεν επιβεβαιώνεται από την κατάσταση του λογαριασμού 880, Τεκμήριο 6, όπου τέλος Απριλίου του 2000 φαίνεται υπόλοιπο US$108.715,56, ενώ ελλείπει η αντίστοιχη κατάσταση ημ. 30.4.00 για τον λογαριασμό 141 στο Τεκμήριο 7. Τονίζεται πως αυτά τα ζητήματα ήταν καίρια για να υποστηρίξουν τη συγκεκριμένη θέση της Υπεράσπισης και παρόλα αυτά παρέμειναν στο επίπεδο μιας απλής γενικής τοποθέτησης από τον Εναγόμενο, αφήνοντας έτσι μια εντελώς ασαφή και αόριστη εικόνα της όλης κατάστασης που περιβάλλει τις συναλλαγές και μη επιτρέποντας την εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος. (
  2. ii)Πληρωμές από και προς Suphire Αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, στο Τεκμήριο 47 περιλαμβάνονται επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν από τη Suphire με ημερομηνίες από τις 2.8.99 μέχρι και τις 30.11.99 και μια τραπεζική επιταγή ημ. 6.12.99 προς την Ενάγουσα. Τα αντίστοιχα ποσά των επιταγών συνολικού ύψους Λ.Κ.1.341.639,94 φαίνονται να έχουν κατατεθεί στον λογαριασμό 880 της Ενάγουσας, πλην του ποσού των Λ.Κ.53.586,75 δηλαδή της μιας εκ των δύο επιταγών για το ίδιο ποσό ημ. 5.8.99 και του ποσού των Λ.Κ.346.376,93 της επιταγής υπ΄ αρ. 1104123-6 ημ. 24.8.99. Είναι πιθανόν βεβαίως τα δύο αυτά ποσά να έχουν χρησιμοποιηθεί για σκοπούς επενδύσεων της Ενάγουσας, πλην όμως κανένα ασφαλές συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί για το θέμα ελλείψει στοιχείων που να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Υπενθυμίζεται πως το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε εύρημα αναφορικά με την τιμή αγοράς μετοχών, την τιμή μεταγενέστερης αντίστοιχης πώλησης αυτών, το όποιο κέρδος και το ποσό για τη νέα αγορά μετοχών για να εξαγάγει τέτοιο συμπέρασμα. Στο Τεκμήριο 47 περιέχονται επίσης και επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν από την Ενάγουσα προς τη Suphire. Αυτές περιλαμβάνονται στη δέσμη επιταγών, Τεκμήριο 32 και αφορούν και την τραπεζική επιταγή, Τεκμήριο 31. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως όλες αυτές οι επιταγές συνολικού ποσού Λ.Κ.1.688.773,03 έχουν πληρωθεί από τον λογαριασμό 141 (σε Λ.Κ.) της Ενάγουσας, ως εμφαίνεται και στη σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7. (iii) Άλλες πληρωμές από Ενάγουσα Στο Τεκμήριο 32 υπάρχουν κάποιες επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν από την Ενάγουσα προς άλλα πρόσωπα, ήτοι έξι προς τη Sockmark Consultancy Services Ltd και μία προς τη Geosof Consulting Ltd. Σύμφωνα και πάλι με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.2, και αυτές έχουν πληρωθεί μέσω του λογαριασμού 141, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 7. Ο Εναγόμενος αναγνωρίζει ρητώς πως η εταιρεία Sockmark είναι δικών του συμφερόντων, γεγονός το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Ισχυρίζεται ακόμα πως οι πληρωμές σε αυτή αποτελούν μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής του για το 30% επί του κέρδους από τις συναλλαγές. Σημειώνεται πως οι επιταγές ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.53.217,95 ενώ το συνολικό ποσό της αμοιβής του προσδιορίστηκε από τον ίδιο σε Λ.Κ.65.243,71. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για τον τρόπο είσπραξης του υπόλοιπου ποσού. Επίσης με βάση τα λεγόμενα του Εναγομένου, η αμοιβή του κατά τον Αύγουστο του 1999 ανήλθε στις Λ.Κ.35.854,70, ποσό το οποίο δεν συμφωνεί με το ποσό της μοναδικής επιταγής Αυγούστου (25.8.99) προς τη Sockmark η οποία αφορά ποσό Λ.Κ.23.828,94. Και πάλι δεν δόθηκε μαρτυρία για τον τρόπο είσπραξης του υπόλοιπου ποσού για τον συγκεκριμένο μήνα. Μάλιστα η εξήγηση που έδωσε ο Εναγόμενος για το ότι η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε πολύ αργότερα, την 1.11.99, ήτοι ότι περίμενε το κατάλληλο στάδιο που θα υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στον λογαριασμό της εταιρείας, δεν κρίνεται καθόλου πειστική εφόσον στο Τεκμήριο 7 φαίνεται πως τουλάχιστον στον λογαριασμό των Λ.Κ. υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον συγκεκριμένο μήνα, και ειδικότερα στις 31.8.99 το υπόλοιπο του λογαριασμού ανήρχετο στις Λ.Κ.508.642,91. Σημειώνεται ακόμα πως ο Εναγόμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία ως προς τον συσχετισμό κίνησης των δύο λογαριασμών αναφορικά με τις χρεώσεις στους λογαριασμούς της εταιρείας για τη δική του αμοιβή ούτε και δύναται να εξαχθεί οποιοδήποτε τέτοιο συμπέρασμα από τις ίδιες τις καταστάσεις, Τεκμήρια 6 και 7. Όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα να εξηγήσει το ποσό των Λ.Κ.29.389,01, ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στη λήψη ποσών Λ.Κ.12.373 και Λ.Κ.3.269 στις 11.11.99, Λ.Κ.7.120,72 στις 23.12.99, Λ.Κ.5.190,66 στις 28.12.99 και Λ.Κ.715,63 στις 16.1.00. Σημειώνεται πως τα ποσά αυτά όμως συμποσούνται στις Λ.Κ.28.669,01, δεν υπάρχει επιταγή για την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των Λ.Κ.720 ούτε άλλη μαρτυρία που να την επιβεβαιώνει. Είναι σαφέστατο πως οι αναφορές του Εναγομένου είναι γενικές, ανακριβείς και μόνο σύγχυση προκαλούν παρά να ξεκαθαρίζουν την όλη εικόνα κυρίως προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του δικηγόρου υπεράσπισης πως ο Εναγόμενος έδωσε πλήρεις εξηγήσεις όσον αφορά την προμήθεια του 30% την οποία έλαβε μέχρι και τις 25 Αυγούστου 1999. Η σχετική απάντηση του Εναγομένου επί τούτου όμως δεν επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 44 στο οποίο ο ίδιος βασίστηκε. Ειδικότερα ο Εναγόμενος είπε πως το ποσό των Λ.Κ.23.828 είναι εύκολο να υπολογιστεί επειδή στις 25.8.99 «ζέροσαν οι μετοχές της εταιρείας», κάτι το οποίο δεν αντικατοπτρίζεται στα στοιχεία που καταγράφονται στο Τεκμήριο 44. Συγκεκριμένα από το εν λόγω Τεκμήριο δεν προκύπτει πως όλες οι αγορασθείσες μετοχές είχαν πωληθεί μέχρι την εν λόγω ημερομηνία για να φαίνεται πως πράγματι κατ΄ εκείνη την ημερομηνία η εταιρεία δεν κατείχε μετοχές. Αυτό ισχύει για τις μετοχές με τον κωδικό «LCH» και «BOCY» αλλά όχι για τις μετοχές με τον κωδικό «CPB» καθότι αγοράστηκαν συνολικά 36.048 ενώ πωλήθηκαν συνολικά 46.048. Με αυτή τη διαπίστωση η εισήγηση πως ο Εναγόμενος ήταν σε θέση να αποδείξει το εν λόγω ποσό αλλά δεν του δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος από τον δικηγόρο της Ενάγουσας παραμένει άνευ ερείσματος. Πέραν του ότι ο δικηγόρος της Ενάγουσας θεώρησε πως ο Εναγόμενος όφειλε να είχε έτοιμα τα στοιχεία αυτά από τη στιγμή που ο ίδιος προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό, το Δικαστήριο θεωρεί πως το σύνολο των θέσεων του Εναγομένου επί αυτού του ζητήματος καταδεικνύουν χωρίς δυσκολία την αδυναμία του να προσφέρει συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις. Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, η εταιρεία Geosof είναι υπεράκτια, έχει εγγραφεί από τον Εναγόμενο και ο δικαιούχος τελικός μέτοχος της φέρεται πρόσωπο του εξωτερικού και όχι ο Εναγόμενος. Είναι η θέση του Εναγομένου πως κατόπιν συνεννόησης του με τον διευθυντή της Geosof, η Ενάγουσα αγόρασε μετοχές από εκείνη και γι΄ αυτό την πλήρωσε κατ΄ ευθείαν, λόγω του περιορισμού στην ποσόστωση του αριθμού κάποιων μετοχών που μπορούσε να αποκτήσει μια εταιρεία. Η εν λόγω επιταγή φέρει ημερομηνία έκδοσης την 1.12.99 για ποσό Λ.Κ.20.895. Το Δικαστήριο θεωρεί και πάλι αυτόν τον ισχυρισμό εντελώς γενικό, αόριστο και χωρίς ίχνος μαρτυρίας που να τον υποστηρίζει. Αυτή η τακτική είναι μια χαρακτηριστική στάση που παρατηρείτο καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του Εναγομένου, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργήσει σοβαρά κενά στην αξιοπιστία του και κυρίως για το βάσιμο των ισχυρισμών του. Ανεξαρτήτως του ότι η παράθεση των πιο πάνω στοιχείων δεν διαφωτίζει το Δικαστήριο ως προς συγκεκριμένες περαιτέρω λεπτομέρειες, εντούτοις γεγονός αναντίλεκτο παραμένει πως υπήρξαν μεταφορές χρημάτων συνολικού ύψους US$1.243.600 από τον λογαριασμό 880 στον 141, οι οποίες, σύμφωνα πάντα και με τον Εναγόμενο, έγιναν για σκοπούς επενδύσεων. Αυτά αποτελούν ήδη ευρήματα του Δικαστηρίου και έχουν ως ακολούθως: 1) 23.7.99 - μεταφορά US$586.000 και US$185.489 2) 24.9.99 - μεταφορά US$21.940 3) 17.11.99 - μεταφορά US$43.500,50 4) 24.11.99 - μεταφορά US$168.671,80 5) 6.12.99 - μεταφορά US$125.000 6) 30.12.99 - μεταφορά US$113.000 Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως υπάρχουν ακόμα δύο μεταφορές χρημάτων, ήτοι για τα ποσά των US$5.000 και US$1.548 στις 23.8.99 και 23.11.99 αντίστοιχα, τα οποία καταβλήθηκαν για λογαριασμό της Ενάγουσας και αφορούν πληρωμές για την κάρτα visa. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όπως αυτή καταγράφεται και στις καταστάσεις τις οποίες ο ίδιος ετοίμασε, Τεκμήρια 9 και 9 Α, και επιβεβαιώνεται από τις τραπεζικές καταστάσεις του λογαριασμού 880, Τεκμήρια 6 και 8. Ο Εναγόμενος ανέφερε πως τον Οκτώβριο του 1999 ο Μ.Ε.1 του ζήτησε να αυξήσει το ποσό της επένδυσης με χρήματα που θα έστελνε από λογαριασμό εταιρείας συμφερόντων του στη Λετονία, παρά την αντίθετη εισήγηση του Εναγομένου. Έτσι ο Εναγόμενος συνέδεσε τις τέσσερις τελευταίες πιο πάνω μεταφορές μεταξύ 17.11.99-30.12.99 συν ακόμα μια στις 10.1.00 για ποσό US$57.000, συνολικού ύψους US$506.671,80, οι οποίες ανέφερε πως έγιναν από την προαναφερομένη εταιρεία Kelagan International Ltd. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος είπε πως μετέτρεψε το εν λόγω ποσό συνολικά σε Λ.Κ.285.271,83 προς επένδυση. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.2 το συνολικό ποσό των μεταφορών για την περίοδο Ιουλίου του 1999 μέχρι Ιανουάριο του 2000 από τον λογαριασμό 880 στον 141 αντιστοιχεί σε Λ.Κ.717.866 (US$1.313,190 ). Σε αυτό το ποσό βεβαίως συνυπολογίζονται και οι μεταγενέστερες μεταφορές, ήτοι η μεταφορά US$57.000 στις 10.1.00 και μεταφορά US$1.300 στις 17.1.00, οι οποίες αφορούν μεταφορές στην ίδια την Ενάγουσα - βλ. Τεκμήρια 6 και 8. Περαιτέρω παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο πως για την ίδια χρονική περίοδο το συνολικό ποσό των καταθέσεων (συμπεριλαμβανομένων και των μεταφορών) στον λογαριασμό 141 ανήλθε στις Λ.Κ.2.078.491, ήτοι κατατέθηκε επιπλέον ποσό Λ.Κ.1.360.625, ενώ συνολικά έφυγαν από τον λογαριασμό Λ.Κ.2.061.700. Είναι και πάλι εμφανές πως αυτά τα στοιχεία δεν προσφέρουν οποιαδήποτε περαιτέρω καθοδήγηση προς το Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες επένδυσης του εν λόγω ποσού. Με άλλα λόγια είναι αδύνατο να γίνει ο συσχετισμός των εν λόγω ποσών με τις συναλλαγές. Δίδεται όμως η γενική εικόνα του τρόπου και έκτασης κίνησης του εν λόγω λογαριασμού ο οποίος χρησιμοποιείτο για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων. Σε αυτό το σημείο αξίζει επίσης να σημειωθεί πως υπάρχει ακόμα μια χρέωση του λογαριασμού 880 προς τη Geosof με επιταγή για ποσό US$90.259,63 στις 3.1.01. Το μόνο που δύναται να λεχθεί επί τούτου είναι πως η εν λόγω πληρωμή έγινε πολύ μεταγενέστερα του συνόλου των συναλλαγών που έλαβαν χώρα στο όνομα της Ενάγουσας, και επομένως με βάση το προηγούμενο επιχείρημα του Εναγομένου αναφορικά με την εν λόγω εταιρεία, λογικά θα αναμένετο η πληρωμή να γινόταν πολύ ενωρίτερα. Είναι βεβαίως αυτονόητο πως με δεδομένο ότι δεν είχαν δοθεί ποτέ οδηγίες από την Ενάγουσα για επενδύσεις εξαρχής, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε και η θέση του πως τον Οκτώβριο του 1999 ο Μ.Ε.1 του ζήτησε να αυξήσει το ποσό της επένδυσης με χρήματα που θα έστελνε από λογαριασμό εταιρείας συμφερόντων του στη Λετονία, παρά την αντίθετη θέση του Εναγομένου. Όσον αφορά το θέμα των επενδύσεων της Ενάγουσας στο ΧΑΚ και με βάση την πιο πάνω ανάλυση, το Δικαστήριο καταλήγει πως η μαρτυρία του ιδίου του Εναγομένου είναι αντιφατική, γενική και ατεκμηρίωτη και συνεπώς δεν κρίνεται αξιόπιστη. Το δε σύνολο της μαρτυρίας επί αυτού δεν προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξαγάγει οποιαδήποτε συμπεράσματα ως προς τις συναλλαγές, το ύψος αυτών και το όποιο κέρδος τυχόν προέκυψε. Ο Εναγόμενος δεν μπορεί με απλές γενικές αναφορές του να αναμένει αυτές να κριθούν από το Δικαστήριο ως βάσιμες και πειστικές. Υπενθυμίζεται επίσης ότι η γενική εικόνα του Εναγομένου δεν ήταν θετική ούτως ώστε να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή του αφ΄ εαυτής ως αξιόπιστη, όσον αφορά τις λεπτομέρειες και τα στοιχεία που παρουσίασε. Το Δικαστήριο επισημαίνει πως ακριβή στοιχεία θα μπορούσαν να διαφανούν μέσω μαρτυρίας από το χρηματιστηριακό γραφείο Suphire, κάτι το οποίο δεν έγινε, ή μέσω ετοιμασίας ενός λεπτομερούς εξειδικευμένου ελέγχου από λογιστή, κάτι το οποίο ο Εναγόμενος δεν έκρινε αναγκαίο επικαλούμενος πλήρη ενημέρωση του Μ.Ε.1 από τον ίδιο. Είναι γεγονός πως τυχόν προσκόμιση τέτοιου ελέγχου θα ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστική και θα διευκόλυνε στην παρουσίαση μιας ολοκληρωμένης εικόνας αναφορικά με το καίριο θέμα των επενδύσεων. Αντεξεταζόμενος για τους ετήσιους λογαριασμούς της εταιρείας για τα έτη 1999-2001 ο Εναγόμενος παραδέχθηκε πως τέτοιοι λογαριασμοί δεν ετοιμάστηκαν. Η εξήγηση που έδωσε προς τούτο ήταν πως οι λογιστές του ζήτησαν στοιχεία για την ετοιμασία αυτών τα οποία ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Μ.Ε.1, ο τελευταίος δεν τα παρέδωσε επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία και έτσι ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με αυτό το θέμα. Είναι ορθή η θέση πως από το τέλος του 1999 ο Εναγόμενος ήταν ο διευθυντής της Ενάγουσας και έτσι η δικαιολογία που προέβαλε δεν κρίνεται πειστική και αξιόπιστη δεδομένου ότι αυτός πλέον επωμίζετο την ευθύνη για την ετοιμασία των λογαριασμών. Περαιτέρω αυτή η θέση του έρχεται σε αντίφαση με το περιεχόμενο επιστολής του προς τον δικηγόρο της Ενάγουσας στο Ισραήλ, κ. Maxim Lipkin, ημ. 23.10.05, Τεκμήριο 23, στην οποία ρητώς αναφέρει, μεταξύ άλλων, πως οι λογαριασμοί μέχρι το 2001 είχαν ήδη ελεγχθεί δεόντως («Please take into consideration that the accounts of the company up to 2001 were audited by Chartered Accountants according to the international standards»). Όταν του τέθηκε υπόψιν αυτή η επιστολή, ο Εναγόμενος έδωσε μιαν αφελή και επιπόλαιη απάντηση, ήτοι πως εκεί εννοούσε τη δέσμευση ότι έδωσε τα έγγραφα στον λογιστή για την ετοιμασία των λογαριασμών. Ερωτηθείς ξανά επικαλέστηκε τη φτωχή γνώση του στα Αγγλικά και ανέφερε πως εφόσον ο Μ.Ε.1 δεν ανταποκρίθηκε ο Εναγόμενος δεν ήθελε τον λογιστή «πάνω στο κεφάλι του», ο οποίος ήθελε πληρωμή αλλά ουδέποτε πληρώθηκε. Το Δικαστήριο θεωρεί παντελώς αβάσιμες αυτές τις θέσεις του Εναγομένου, ειδικότερα λαμβανομένης υπόψιν της ιδιότητας του ως δικηγόρου και του καθήκοντος πίστης το οποίο ο ίδιος σαφώς αναγνώρισε, από την έναρξη της αντεξέτασης του, ότι όφειλε προς την Ενάγουσα τόσο στα πλαίσια παροχής εταιρικών υπηρεσιών όσο και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή. Ο Εναγόμενος προσπάθησε επίσης να παρουσιάσει την εικόνα πως ο Μ.Ε.1 ενημερώνετο για τις επενδύσεις στο ΧΑΚ τηλεφωνικώς και μέσω τηλεομοιοτύπου. Είναι όντως αξιοσημείωτο πως αναφέρθηκε στην αποστολή τουλάχιστον οκτώ τηλεομοιοτύπων, όμως δεν κράτησε ούτε παρουσίασε κάποιο από αυτά. Επίσης ανέφερε πως ο Μ.Ε.1 ερχόταν συχνά στην Κύπρο κατά το διάστημα των επενδύσεων της Ενάγουσας και ότι κατά τις επισκέψεις του αυτές ενημερώνετο πλήρως (από τον Εναγόμενο) για όλους τους λογαριασμούς του και για την πορεία των επενδύσεων. Ο Εναγόμενος μάλιστα παρουσίασε τον Μ.Ε.1 ως ένα άτομο ιδιαίτερα σχολαστικό το οποίο δεν άφηνε τίποτα χωρίς να περάσει από τον έλεγχο του. Ειδικότερα ο Εναγόμενος ανέφερε πως ο Μ.Ε.1 ήρθε στην Κύπρο στις 20.7.99 για μια μέρα, στις 25-29.7.99 και μετά στις 3.8.99, περίοδο κατά την οποία έγιναν πολλές πράξεις και μάλιστα στην παρουσία του για τις οποίες ήταν πλήρως ενήμερος και ικανοποιημένος. Όντως ο Μ.Ε.1 αφίχθη στην Κύπρο στις 25.7.99 και αναχώρησε στις 29.7.99, αφίχθη ξανά στις 3.8.99 και αναχώρησε στις 7.8.99, όπως επιβεβαιώνεται από τις σχετικές σφραγίδες στο Ισραηλινό διαβατήριο του, Τεκμήριο 16. Είναι αξιοσημείωτο πως ο Εναγόμενος παρέλειψε να αναφερθεί και σε μεταγενέστερη επίσκεψη του Μ.Ε.1 στην Κύπρο στις 26.10.99 για μια μέρα και σε τυχόν ενημέρωση του για τις χρηματιστηριακές πράξεις εφόσον κατ΄ εκείνη την περίοδο εκτελούνταν ακόμα αρκετές πράξεις εκ μέρους της εταιρείας. Βεβαίως το γεγονός της έλευσης του Μ.Ε.1 στην Κύπρο σε εκείνες τις ημερομηνίες δεν είναι ικανό αφ΄ εαυτού να καταδείξει και ενημέρωση ή γνώση του για τις χρηματιστηριακές πράξεις. Άλλωστε οι σφραγίδες του Τεκμηρίου 16 καταδεικνύουν άφιξη του Μ.Ε.1 και στις 17.1.00 για μια μέρα, άφιξη του στις 24.1.00, αναχώρηση του στις 3.2.00, άφιξη του στις 27.2.00 και αναχώρηση του στις 2.3.00 και άφιξη του στις 27.4.00. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, ο Μ.Ε.1 έδωσε λόγο για την έλευση του στην Κύπρο τον Ιανουάριο του 2000, ενώ τέλεσε τον δεύτερο γάμο του στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2000, επομένως εξάγεται το εύλογο συμπέρασμα πως η μετάβαση του στην Κύπρο δεν αφορούσε πάντοτε και αποκλειστικά επαγγελματικά του ζητήματα αλλά και προσωπικά για τα οποία συναντούσε και βοηθείτο από τον Εναγόμενο. Ο Μ.Υ.3 επανέλαβε τη θέση του Εναγομένου πως ο Μ.Ε.1 επισκέπτετο συχνά την Τράπεζα και ενημερωνέτο πλήρως για τα υπόλοιπα των λογαριασμών του. Αυτή η αναφορά του Μ.Υ.3 εκφράστηκε με γενικότητα στην κυρίως εξέταση του. Χαρακτηριστικά είπε πως «. σίγουρα ερχόταν εκεί να πιάσει τα υπόλοιπα των λογαριασμών του, να ανοίξει λογαριασμούς, γιατί άνοιξε και λογαριασμό προσωπικά ο ίδιος μαζί μας». Πέραν του ότι ο μάρτυρας ήταν σαφής πως ο Μ.Ε.1 συνήθως έβλεπε τον κ. Παρπέρη ο οποίος γνώριζε τη Ρωσική, το Δικαστήριο απεκόμισε την εντύπωση πως ο μάρτυρας προσπάθησε να δώσει μια διαφορετική εικόνα από ό,τι ίσχυε στην πραγματικότητα. Η αναφορά του στο ότι επισκέπτετο την Τράπεζα «για να ανοίξει λογαριασμούς» παραπέμπει σε συχνότητα τέτοιων ενεργειών, ενώ στη συνέχεια είπε πως τελικώς αυτό έγινε μόνο μια φορά. Ήταν εμφανές πως ο μάρτυρας υπερέβαλε σε αυτή του τη θέση εφόσον ο ίδιος μάλιστα συμφώνησε με την υποβολή πως ουδέποτε ο Μ.Ε.1 πήγε στην Τράπεζα να υπογράψει για το άνοιγμα λογαριασμού το οποίο γινόταν από τον Εναγόμενο ως αντιπροσώπου και σημαντικού πελάτη της Τράπεζας και ως διευθυντή της εταιρείας. Έτσι το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί αυτή τη θέση. Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει πως η όλη ιστορία περί εξουσιοδοτημένων επενδύσεων της Ενάγουσας στο Χρηματιστήριο αποτελεί δημιούργημα του Εναγομένου, και δέχεται την εκδοχή του Μ.Ε.1 επί τούτου, ήτοι πως ο Μ.Ε.1 ουδέποτε έδωσε τέτοιες οδηγίες εκ μέρους της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο και πως ουδέποτε έγινε συμφωνία μεταξύ τους για κάτι τέτοιο υπό οποιουσδήποτε όρους. Αυτή η διαπίστωση συνεπάγεται πως το άνοιγμα των άλλων λογαριασμών της Ενάγουσας, οι μεταφορές χρημάτων, οι συναλλαγές και οι πληρωμές που έγιναν στο όνομα της από τον Εναγόμενο ήταν πρωτοβουλία του ιδίου και όχι εις γνώση και με τη συγκατάθεση του Μ.Ε.1. Ι.4 Αντικατάσταση Διευθυντή Ενάγουσας Έχει ήδη αναφερθεί πως από ιδρύσεως της Ενάγουσας ο Εναγόμενος ήταν ο διευθυντής της. Eίναι κοινώς παραδεκτό πως στις 18.11.99 ο Εναγόμενος διορίστηκε διευθυντής εις αντικατάσταση του Μ.Ε.1. Ο Μ.Ε.1 δήλωσε πως ουδέποτε έδωσε τέτοιες οδηγίες προς τον Εναγόμενο και πως πληροφορήθηκε την αλλαγή το 2006 από τους δικηγόρους του στο Ισραήλ. Η εκδοχή του Εναγομένου είναι εντελώς διαφορετική. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, στις 26.10.99 ο Μ.Ε.1 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του είπε πως μετά τη φυλάκιση του κ. Lagvinets οι αρχές της Λευκορωσίας είχαν εξασφαλίσει περισσότερα στοιχεία και ο ίδιος (ο Μ.Ε.1) ήθελε να αποσυνδέσει το όνομα του από την Ενάγουσα. Έτσι ζήτησε από τον Εναγόμενο να τον αντικαταστήσει από διευθυντή της. Περί τα μέσα Νοεμβρίου του 1999 ο Μ.Ε.1 τηλεφώνησε στον Εναγόμενο και ζήτησε το νέο πιστοποιητικό διευθυντή και λόγω αμέλειας ο Εναγόμενος προέβη στην καταχώριση του σχετικού εντύπου στον Έφορο Εταιρειών στις 24.11.99. Είναι άξιον απορίας το ότι, κατ΄ ισχυρισμόν του Εναγομένου, ο Μ.Ε.1 ζήτησε το πιστοποιητικό νέου διευθυντή τηλεφωνικώς αλλά ο Εναγόμενος, όπως ο ίδιος ανέφερε, του το παρέδωσε προσωπικά πολύ αργότερα, στις 17.1.00 κατά την επίσκεψη του τελευταίου στην Κύπρο. Επίσης ο Εναγόμενος είπε πως στις 3.12.99 ο Μ.Ε.1 του ζήτησε να στείλει, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή, επιστολή εκ μέρους της Ενάγουσας προς τον Πρόεδρο της Λευκορωσίας, Τεκμήριο 50. Σε υποβολή πως η επιστολή δεν φέρει ούτε ημερομηνία ούτε διεύθυνση, ο Εναγόμενος ανέφερε πως μόλις την προηγούμενη της συγκεκριμένης δικασίμου βρήκε αντίγραφο της το οποίο φέρει ημερομηνία και την υπογραφή του. Αυτή δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Στο εν λόγω Τεκμήριο 50 αναγράφεται «5/2000». Η εξήγηση του Εναγομένου πως αυτή είναι η ημερομηνία που η επιστολή στάληκε με courier στον Μ.Ε.1 ενώ είχε σταλεί αμέσως μετά τις οδηγίες του Μ.Ε.1 μέσω τηλεομοιοτύπου ημ. 3.12.99, δεν χαρακτηρίζεται λογική και πειστική. Καταρχάς δεν υπάρχει οτιδήποτε που να υποδηλώνει την αποστολή της επιστολής τον Μάιο του 2000 και ούτε παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση για τον σκοπό αποστολής της τόσους μήνες αργότερα. Εκείνο όμως που καταβαραθρώνει πλήρως τη θέση του Εναγομένου επί τούτου είναι πως στη γραπτή του δήλωση παρουσίασε το Τεκμήριο 50 ως άλλη επιστολή, και ειδικότερα επιστολή η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν της επιμονής του Μ.Ε.1 ο οποίος βρισκόταν στο γραφείο του Εναγομένου για τον σκοπό αυτό στις 27.4.00, Μεγάλη Πέμπτη. Και όχι μόνο αυτό αλλά μαζί με την εν λόγω επιστολή κατέθεσε και δεύτερη επιστολή ημ. 10.5.00 την οποία ισχυρίζεται πως του απέστειλε μαζί με την πρώτη μέσω τηλεομοιοτύπου και στην οποία γίνεται αναφορά σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, Τεκμήριο 51. Αντεξεταζόμενος για το ζήτημα αυτό, ο Εναγόμενος δήλωσε πως δεν έχει στην κατοχή του την επιστολή του Απριλίου και έτσι παραμένει εντελώς αιωρούμενη η αναφορά του σε δεύτερη επιστολή. Πέραν της ασάφειας και της σύγχυσης επί του θέματος ο Εναγόμενος παρουσιάζεται και πάλι αντιφατικός. Ενώ από τη μια είπε πως ο Μ.Ε.1 ασχολείτο με τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας και ο κ. Lagvinets ασχολείτο αποκλειστικά με το θέμα των επιστολών της Ενάγουσας προς τη Λευκορωσία, από την άλλη παρουσιάζει μεγαλύτερη ανάμειξη του Μ.Ε.1 και σε αυτό το ζήτημα, εφόσον, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, οι δύο εκ των τριών επιστολών προς τον Πρόεδρο της Λευκορωσίας στάληκαν κατόπιν οδηγιών του Μ.Ε.1 (Δεκέμβριο του 1999 και Απρίλιο του 2000) και μόνο μία κατόπιν οδηγιών του κ. Lagvinets (Μάρτιο του 2000). Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτές οι αναφορές του Εναγομένου στερούνται κάθε λογικής και πειστικότητας και δεν γίνονται δεκτές. Λόγω του ότι το ζήτημα των επιστολών συνδέεται και με το θέμα της αλλαγής του διευθυντή της εταιρείας το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί την εκδοχή του Εναγομένου για το ζήτημα αυτό. Επί αυτού ο Μ.Ε.1 ανέφερε στη γραπτή του δήλωση πως πληροφορήθηκε το 2006 για τον διορισμό του Εναγομένου ως διευθυντή κατόπιν έρευνας στον Έφορο Εταιρειών από τους δικηγόρους του στην Κύπρο. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 πως στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιλαμβάνεται η έρευνα των δικηγόρων στον Έφορο Εταιρειών η οποία έγινε στις 21.12.15. Τότε ο Μ.Ε.1 επανέλαβε πως όταν πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο Lipkin πως ο ίδιος δεν ήταν διευθυντής και πως δεν υπήρχαν χρήματα αντιλήφθηκε πως επρόκειτο για μια προμελετημένη υπόθεση και πως αυτή πλέον θα έπαιρνε τον δρόμο προς τη δικαιοσύνη. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η διαφοροποίηση στην αναφορά από τον Μ.Ε.1 στον δικηγόρο ο οποίος αποκάλυψε την αλλαγή του διευθυντή δεν συνιστά αντίφαση και δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία, καθότι το ουσιώδες είναι πως ο Μ.Ε.1 έλαβε αυτή την πληροφόρηση από τους δικηγόρους του κατόπιν της σχετικής έρευνας. Το Δικαστήριο δέχεται επίσης ως βάσιμη την απάντηση του πως για τον ίδιο τότε ήταν αδιάφορο κατά πόσον ήταν ο διευθυντής της εταιρείας εφόσον το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να πάρει τα χρήματα πίσω ενώ προσέθεσε πως χειρίστηκε το όλο ζήτημα στη βάση νομικής συμβουλής και αποτάθηκε για στοιχεία στις τράπεζες. Σχετική είναι η επιστολή της Ενάγουσας προς την Τράπεζα Κύπρου ημ. 27.6.07, Τεκμήριο 15, για την οποία θα γίνει εκτενής αναφορά κατωτέρω. Είναι λογικό και αναμενομένο όπως σε εκείνο το στάδιο ο Μ.Ε.1 ενεργούσε κατόπιν συμβουλών των δικηγόρων του. Έτσι το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του Μ.Ε.1 πως ουδέποτε έδωσε οδηγίες στον Εναγόμενο για να τον αντικαταστήσει από διευθυντή της Ενάγουσας και πως για πρώτη φορά πληροφορήθηκε κάτι τέτοιο περί τα τέλη του 2005 κατόπιν έρευνας των δικηγόρων του στον Έφορο Εταιρειών. Ι.5 Εξέλιξη Γεγονότων μέχρι την Καταχώριση της Αγωγής Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 το κρίσιμο χρονικό σημείο κατά το οποίο πληροφορήθηκε για το άνοιγμα τόσων λογαριασμών και το έλλειμμα χρημάτων ήταν κατά τον Δεκέμβριο του 1999 όταν τηλεφώνησε στην Τράπεζα σε μιαν υπάλληλο που μιλά Ρωσικά για να πληροφορηθεί το υπόλοιπο. Επί αυτού ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε και στον κ. Στέλιο Παρπέρη, όμως τελικώς διευκρίνισε πως αρχικά είχε μιλήσει τηλεφωνικώς με μια υπάλληλο (μια εκ των τριών που μιλούσαν Ρωσικά) για να μάθει το υπόλοιπο ενώ μεταγενέστερα είδε τον κ. Στέλιο Παρπέρη ο οποίος τον εφοδίασε με καταστάσεις λογαριασμών. Αυτό το ζήτημα θεωρείται επουσιώδους σημασίας και εν πάση περιπτώσει δεν παρατηρείται τέτοια αντίφαση που να πλήττει την αξιοπιστία του μάρτυρος. Έγινε εισήγηση από την υπεράσπιση πως η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι αυτός δεν παρακολουθούσε τον λογαριασμό της Ενάγουσας μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1999 καθότι αρχικά συγκέντρωνε χρήματα σε αυτόν είναι ανακόλουθη. Σύμφωνα με τον δικηγόρο, εφόσον ο Μ.Ε.1 ενδιαφερόταν να μαζεύει χρήματα ήταν αναμενόμενο όπως αυτός ελέγχει το υπόλοιπο. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση της υπεράσπισης και δεν θεωρεί παράλογη τη στάση του Μ.Ε.1, ειδικότερα αν ληφθεί υπόψιν πως από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1999 έγιναν συνολικά έξι καταθέσεις στον εν λόγω λογαριασμό και μάλιστα η πρώτη τον Ιούλιο ενώ οι υπόλοιπες κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1999, επομένως ούτε ο αριθμός των καταθέσεων ούτε και ο χρόνος διενέργειας τους φαίνεται να απαιτούσε ιδιαίτερη και συνεχή παρακολούθηση του λογαριασμού. Ο Μ.Ε.1 είπε πως μόλις το ανακάλυψε προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο ο οποίος δεν απαντούσε ούτε στα τηλεφωνήματα ούτε στα μηνύματα του πρώτου. Μόνο όταν ο Μ.Ε.1 είπε πως θα ερχόταν στην Κύπρο, η βοηθός του Εναγομένου τον καθησύχασε λέγοντας του πως τα χρήματα του δεν είχαν χαθεί, πως επενδύθηκαν στο ΧΑΚ και πως θα «ευγνωμονούσε» (τον Εναγόμενο) τελικά γι΄ αυτή του την πρωτοβουλία. Έτσι ο Μ.Ε.1 ήρθε στην Κύπρο τον Ιανουάριο του 2000 απαιτώντας τα χρήματα του. Παρόλο που ο Εναγόμενος του παρουσίασε πως η επένδυση ήταν εξαρχής εξουσιοδοτημένη από τον Μ.Ε.1 με (ψεύτικα) έγγραφα, εντούτοις σε μεταγενέστερο στάδιο, ήτοι στις 12.3.01, ο Εναγόμενος του παρουσίασε επίσης μια κατάσταση του χαρτοφυλακίου, Τεκμήριο 11, η οποία καταδείκνυε πως οι τότε τιμές των μετοχών ήταν ίσες περίπου με το ποσό της επένδυσης και έτσι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Ο Εναγόμενος του είπε επίσης πως σύντομα θα υπήρχε μεγάλο κέρδος και πως θα επέστρεφε τα χρήματα στον λογαριασμό της Ενάγουσας. Είναι αξιοσημείωτο πως το Τεκμήριο 11 συνάδει με την κατάσταση του χρηματιστηριακού γραφείου Severis & Athienitis, Τεκμήριο 48, για το έτος 2001, αναφορικά με τις κατεχόμενες μετοχές τριών εταιρειών, ήτοι Severis & Athienitis, Cyprus Airways και Cyprus Popular Bank, ενώ παρουσιάζεται διαφορετικός αριθμός μετοχών της Kronos. Αυτή η διαφορά παρέμεινε ανεξήγητη από τον Εναγόμενο και έτσι δημιουργεί ερωτηματικά όσον αφορά το βάσιμο του Τεκμηρίου 11 του οποίου το περιεχόμενο δεν γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. Ενόψει της γενικής εντύπωσης που προκάλεσε ο Εναγόμενος, η αναφορά του πως κατά τη συνάντηση στις 17.1.00, ο Μ.Ε.1 του ανέφερε πως ο φίλος του τελευταίου από το Ισραήλ ο οποίος τον παρότρυνε να επενδύσει στο Χρηματιστήριο του είπε πως αυτό θα σημείωνε περαιτέρω άνοδο, δεν γίνεται δεκτή. Περαιτέρω ήταν η θέση του Εναγομένου πως στην ίδια συνάντηση ετοίμασε ένα γενικό πληρεξούσιο εκ μέρους της Ενάγουσας, Τεκμήριο 49, το οποίο απέστειλε στον Μ.Ε.1, κατόπιν πιστοποίησης του, με courier στις 3.3.00. Το Τεκμήριο δεν φέρει ούτε πιστοποίηση ούτε υπογραφή, δεν υποδείχθηκε στον Μ.Ε.1 παρά μόνο παρουσιάστηκε κατά τη μαρτυρία του ιδίου του Εναγομένου, και έτσι και αυτή η θέση του παραμένει μετέωρη και ατεκμηρίωτη. O M.E.1 ανέφερε πως στην εν λόγω συνάντηση κατέγραψε σε κόλλες για σημειώσεις με τυπωμένο το όνομα του δικηγορικού γραφείου του (Εναγομένου) όλες τις μεταφορές των χρημάτων, όπως του ανακοινώνονταν από τον Εναγόμενο. Με βάση τους υπολογισμούς του Μ.Ε.1 έλειπαν ακόμα US$107.000, εξ ου και το ποσό αυτό αναγράφεται στο τέλος. Αυτό είναι το Τεκμήριο 22. Ήταν η υποβολή της υπεράσπισης πως αυτό το έγγραφο κατασκευάστηκε εκ των υστέρων από τον Μ.Ε.1, θέση την οποία αρνήθηκε. Άλλωστε δεν δόθηκε εξήγηση πώς βρέθηκαν στην κατοχή του Μ.Ε.1 οι κόλλες του γραφείου του Εναγομένου. Παρόλο που ο Μ.Ε.1 αρχικά είπε πως ο Εναγόμενος του έλεγε τα ποσά σε Λ.Κ. και ο ίδιος τα μετέτρεπε σε Δολάρια, εντούτοις αμέσως μετά διευκρίνισε πως ο Εναγόμενος του έλεγε και την ισοτιμία και έκαναν τον ανάλογο υπολογισμό για τη μετατροπή σε Δολάρια. Είναι γεγονός πως όταν ρωτήθηκε κατά πόσο αποκαλύφθηκε ο λογαριασμός σε Λ.Κ. ο Μ.Ε.1 απάντησε πως ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στο Χρηματιστήριο προσπαθώντας να τον ηρεμήσει. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση της υπεράσπισης πως αυτή η απάντηση του μάρτυρος στερείται σοβαρότητας. Ο δικηγόρος του Εναγομένου επέμενε στο θέμα, λέγοντας πως αναμφίβολα ο Μ.Ε.1 γνώριζε για την ύπαρξη των δύο λογαριασμών εφόσον τα καταγραφόμενα στο Τεκμήριο 22 ποσά σε Δολάρια και Λ.Κ. είναι ακριβώς όπως αυτά εμφαίνονται στις αντίστοιχες καταστάσεις των λογαριασμών, Τεκμήρια 6 και 7, και επομένως από εκεί άντλησε την πληροφόρηση του. Αυτό το γεγονός όμως δεν κρίνεται ικανό από μόνο του να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα. Και τούτο καθότι είναι καθόλα βάσιμη η θέση του Μ.Ε.1 πως ο Εναγόμενος του μετέφερε τα ποσά και την ισοτιμία χωρίς κατ΄ ανάγκη να έχει παρουσιάσει τις σχετικές καταστάσεις στον Μ.Ε.1. Αποτελεί κοινό έδαφος πως ο Μ.Ε.1 ζήτησε από τον Εναγόμενο να προβεί στις διευθετήσεις για τον δεύτερο γάμο του ο οποίος θα λάμβανε χώρα στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2000. Ήταν η υποβολή προς τον Μ.Ε.1 πως δεν είναι λογικό να ζητήσει κάτι τέτοιο από τον Εναγόμενο από τη στιγμή που, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος του έκλεψε χρήματα και ο Μ.Ε.1 είχε χάσει πλέον την εμπιστοσύνη του προς αυτόν. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως μέχρι τότε δεν είχε διαφανεί ακριβώς το ύψος του συνολικού ποσού που χάθηκε από τον λογαριασμό της εταιρείας και πως ο ίδιος θεωρούσε πως ο Εναγόμενος θα του επέστρεφε τα χρήματα. Αυτή η θέση του Μ.Ε.1 κρίνεται λογική και βάσιμη με τα μέχρι τότε δεδομένα, εφόσον μάλιστα ο ίδιος προέβη και σε κάποιες ενέργειες για την προστασία του. Ειδικότερα κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως άνοιξε λογαριασμό στο Ισραήλ και έκανε μεταφορές ποσών από τον λογαριασμό 880, όπως για ποσό US$180.300 στις 18.1.00, Τεκμήριο 8. Επίσης προέβη στη μεταφορά του μέχρι τότε υπό δέσμευση ποσού των US$108.000, το οποίο αποδεσμεύτηκε στις 28.12.00 σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.2 επί τούτου. Η υποβολή πως έγιναν μεταφορές πολύ μεγαλύτερων ποσών δεν βρίσκει έρεισμα στα στοιχεία του Τεκμηρίου 8. Μάλιστα ο ίδιος απέδωσε την όλη στάση του σε «βλακώδη λογική». Ο Εναγόμενος βασίστηκε σε επιστολές που έστειλε προς τον Μ.Ε.1 τον Απρίλιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2000, για να καταδείξει πως ο Μ.Ε.1 ήταν ενήμερος για τις επενδύσεις της Ενάγουσας, ενδιαφέρετο για το κέρδος από αυτές και πως τον Απρίλιο είχαν συμφωνήσει για την πώληση των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου με την έναρξη διαπραγμάτευσης των τίτλων της στο Ελληνικό Χρηματιστήριο. Τελικώς αυτή η προσπάθεια απέτυχε και προς τούτο ο Εναγόμενος έστειλε γραπτή ενημέρωση προς τον Μ.Ε.1. Αυτή αφορά τις επιστολές Ιουνίου και Ιουλίου. Έχει ήδη λεχθεί πως τον Απρίλιο του 2000 στάληκε ένα σημείωμα από τον Εναγόμενο προς τον Μ.Ε.1, Τεκμήριο 10, στο οποίο αναγράφονται διάφορες ανακρίβειες. Επιπλέον όντως γίνεται αναφορά σε προτροπή από τον Εναγόμενο για την πώληση των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου όχι άμεσα αλλά τον Μάιο λόγω αναμονής κέρδους με τη διαπραγμάτευση των τίτλων της στο Ελληνικό Χρηματιστήριο. Όμως όπως ορθώς αναγνώρισε και ο Εναγόμενος, αυτή ήταν καθαρά η συμβουλή του ιδίου προς τον Μ.Ε.1 και εφόσον συνιστούσε κέρδη ήταν λογικό και αναμενόμενο να πείσει τον Μ.Ε.1 να περιμένει για την πώληση αυτών. Λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο της αξιολόγησης του συγκεκριμένου Τεκμηρίου, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί πως αυτό αντικατοπτρίζει τα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος αλλά τείνει να υποστηρίξει πως αυτό συντάχθηκε με σκοπό να καθησυχάσει τον Μ.Ε.1 όσον αφορά το προϊόν τυχόν άμεσης ρευστοποίησης των μετοχών. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως στη γραπτή του δήλωση ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε πως κατά τη συνάντηση του με τον Μ.Ε.1 περί τα τέλη Απριλίου 2000, συμφώνησαν πως εάν η Ενάγουσα πωλούσε τότε τις μετοχές της το αποτέλεσμα θα ήταν ο ισοσκελισμός του ποσού της επένδυσης με το ποσό της πώλησης αλλά ο Εναγόμενος τον συμβούλευσε ως ανωτέρω, ήτοι να προχωρήσουν σε πώληση τον Μάιο. Ελλείψει στοιχείων αναφορικά με την τιμή των συναλλαγών, η θέση του Εναγομένου περί ισοσκελισμού παραμένει αόριστη και ατεκμηρίωτη. Η επιστολή Ιουνίου του 2000, Τεκμήριο 10, δεν προσφέρει οτιδήποτε πλην του ότι όντως αποτελεί μια απλή ενημέρωση για την κατάσταση του χαρτοφυλακίου της Ενάγουσας αναφορικά με μετοχές τραπεζών και άλλες και την αναμονή αύξησης των τιμών τους με την ανακοίνωση της διαπραγμάτευσης των τίτλων της Τράπεζας Κύπρου στο Ελληνικό Χρηματιστήριο εντός της βδομάδας. Όσον αφορά την επιστολή Ιουλίου του 2000, Τεκμήριο 10, αυτή απλώς παραπέμπει σε προτροπή για τη μεταγενέστερη πώληση των μετοχών λόγω προσδοκίας ραγδαίας αύξησης των τιμών εντός Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου. Αυτή επιπλέον υποδηλοί την κάποια πίεση, επιμονή και ανησυχία προς ρευστοποίηση των μετοχών, προφανώς λόγω ακριβώς της απαίτησης του Μ.Ε.1 προς επιστροφή των χρημάτων του με την πάροδο του χρόνου. Είναι χαρακτηριστικές οι φράσεις «I think it is a huge mistake to sell your shares now, since the prices are low and we will lose a chance to receive the bonus. . In case you need certain amounts of money, please let me know and I will try to solve this issue. I would like to remind you again that it is a big mistake to sell your shares now. Please remember this!» Η υπεράσπιση στηρίχθηκε στο γεγονός πως από της ιδρύσεως της Condo το 1998 μέχρι και το 2014 ο Εναγόμενος ήταν διευθυντής της και διαχειρίστηκε τεράστια ποσά χωρίς κανένα πρόβλημα. Ο Μ.Ε.1 ήταν σαφής πως όντως δεν υπήρξε πρόβλημα με την εν λόγω εταιρεία και δεν ήταν σε θέση να δώσει άλλες πληροφορίες καθότι τη χειρίζετο ο κ. Lagvinets. Επανέλαβε δε τη θέση πως από τη στιγμή που ο κ. Lagvinets και ο ίδιος έδωσαν τις οδηγίες για την ίδρυση της εταιρείας, έπρεπε ένας εξ αυτών να ήτο και διευθυντής. Επί τούτου ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε την υπογραφή του μόνο επί εγγράφου ημ. 24.4.00, Τεκμήριο 25, στο οποίο δίδονταν οδηγίες για τη μεταφορά ποσού US$30.000 από την Ενάγουσα προς την Condo, προσθέτοντας πως ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε γνώση για τις συναλλαγές της εν λόγω εταιρείας καθότι ο κ. Lagvinets ασχολείτο αποκλειστικά με αυτή. Είναι σημαντικό να τονισθεί πως αυτές οι οδηγίες δεν φαίνεται να εκτελέστηκαν σύμφωνα με τις καταστάσεις του λογαριασμού 880, Τεκμήρια 6 και 8. Άλλωστε σημειώνεται πως το Τεκμήριο 25 παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση στα πλαίσια της αντεξέτασης του μάρτυρος, χωρίς όμως ο Εναγόμενος να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου. Έτσι το Δικαστήριο δέχεται μόνο πως στο εν λόγω Τεκμήριο υπάρχει η υπογραφή του Μ.Ε.1 χωρίς όμως να δέχεται και το περιεχόμενο του. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα πως το γεγονός ότι σε αυτό αναγράφετο ο αριθμός του λογαριασμού 880 επιβεβαιώνει χωρίς άλλο τη γνώση του Μ.Ε.1 για τον εν λόγω λογαριασμό από το 2000. Υπήρξε υποβολή πως παρόλη την ισχυριζόμενη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ο Μ.Ε.1 έδωσε οδηγίες για την εγγραφή της VK Energy Oil η οποία συστάθηκε τον Σεπτέμβριο του 2000 με διευθύντρια υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου του Εναγομένου, Τεκμήριο 57. Αυτό αποτέλεσε και επιχείρημα του ιδίου του Εναγομένου, ήτοι πως η μετέπειτα στάση του Μ.Ε.1 δεν συνάδει με τα όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε περί δόλου, κατάχρησης εμπιστοσύνης κ.λπ.. Ο Μ.Ε.1 επέμενε στη θέση του πως μέχρι τότε ο Εναγόμενος τον καθησύχαζε, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 10, και έτσι θεωρούσε πως θα έπαιρνε τα χρήματα του, θέση η οποία και πάλι κρίνεται λογική. Επιπλέον ο Μ.Ε.1 είπε πως μετά το 2000 έλαβε κάποια χρήματα από τον Εναγόμενο. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε σε ποσά 15.000, 75.000, 50.000 και 100.000. Πράγματι αποτελεί κοινό έδαφος πως τον Ιούλιο του 2001 έγιναν δύο καταθέσεις στον λογαριασμό 880 της Ενάγουσας, ήτοι ποσό 37.513,67 και US$39.548,10 στις 4.7.01 και 6.7.01 αντίστοιχα, συνολικού ύψους 77.061,77 δολαρίων, ως φαίνεται στα Τεκμήρια 6 και 8. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, τα έντυπα των καταθέσεων υπεγράφησαν από τον Εναγόμενο. Αυτό από μόνο του δεν καταδεικνύει την πηγή προέλευσης των εν λόγω ποσών, όμως με βάση τη θέση του Μ.Ε.1 το Δικαστήριο αποδέχεται πως αυτά προήλθαν από τον Εναγόμενο. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, με βάση το Τεκμήριο 8, πως στις 6.7.01 έγινε μεταφορά ποσού US$75.093,25 στον λογαριασμό της Kelagan στο εξωτερικό. Επαναλαμβάνεται πως ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε πως η εν λόγω εταιρεία είναι δικών του συμφερόντων. Η εκδοχή του Εναγομένου για αυτές τις πράξεις είναι πως τον Ιούλιο του 2001 ο Μ.Ε.1 του ζήτησε να πωλήσει μετοχές λόγω του ότι χρειαζόταν ποσό US$75.0000. Παρόλο που η ενέργεια του Εναγομένου συνάδει με αυτή την εκδοχή, εντούτοις ο ίδιος ανέφερε πως ακολούθησε ακόμα μια ενέργεια του η οποία δημιουργεί αμφιβολίες προς το Δικαστήριο ως προς το βάσιμο της όλης εκδοχής του. Ειδικότερα, ενώ ο Μ.Ε.1 ζήτησε ποσό US$75.000 ακολούθως ο Εναγόμενος προέβη σε ακόμα μια πώληση για US$38.095,72. Πράγματι αυτό το ποσό πιστώθηκε στον λογαριασμό 880 στις 18.10.01, Τεκμήριο 6, πλην όμως η χρονική τοποθέτηση αυτής της πράξης και συνακόλουθα πίστωσης δεν συνδέεται ούτε με την κατ΄ ισχυρισμό απαίτηση του ποσού των US$75.000 και κυρίως ούτε με την απαίτηση του ποσού των US$100.000 η οποία κατ΄ ισχυρισμό έγινε τον Σεπτέμβριο του 2001. Με άλλα λόγια δεν έχει διαφανεί ο λόγος διενέργειας της εν λόγω πράξης και κυρίως δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από τον Εναγόμενο γιατί δεν προέβη σε μιαν τέτοια πράξη ένα μήνα ενωρίτερα, ήτοι τον Σεπτέμβριο του 2001, στα πλαίσια εξεύρεσης του ζητηθέντος ποσού των US$100.000 ή έστω μέρους αυτού. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως το ποσό των US$100.000 ήταν μέρος της πληρωμής της οφειλής του Εναγομένου προς την Ενάγουσα. Όμως ο Εναγόμενος έκανε λόγο για ένα δάνειο της τάξης των US$100.000 προς τον Μ.Ε.1. Αυτό κατά τον ίδιο δεν ήταν το πρώτο δάνειο που έδωσε στην Ενάγουσα. Όσον αφορά τη μεταφορά ποσού US$6.000 στον λογαριασμό πελατών του (clients' account) στις 9.1.01 (Τεκμήριο 8), ο Εναγόμενος ανέφερε αρχικώς πως λόγω του ότι το ποσό είναι στρογγυλεμένο αυτό δεν μπορεί να είναι το κέρδος από συναλλαγές το οποίο εισέπραττε στο ακέραιο μέχρι και το τελευταίο σεντ, και έτσι πρέπει να αντιπροσωπεύει την αμοιβή του για την έγγραφη της εν λόγω εταιρείας. Προέβαλε ως λόγο πληρωμής στον λογαριασμό πελατών του το γεγονός ότι δεν μπορούσε να διατηρεί λογαριασμό σε Δολάρια και ήθελε να έχει αποθέματα σε Δολάρια. Είναι γεγονός πως η πληρωμή του εν λόγω ποσού έγινε τρεις μήνες μετά την εγγραφή της εταιρείας. Όταν ρωτήθηκε γιατί στη σχετική καταχώριση στο Τεκμήριο 8 αναγράφεται χειρογράφως «against loan», ο Εναγόμενος αναφέρθηκε σε δάνεια τα οποία έδινε προς την εταιρεία, 20.000 και 50.000 δολαρίων, και σε ακόμα ένα δάνειο των 30.000 στις 20.9.02 προς την εταιρεία Condo. Ο Εναγόμενος ανέφερε πως ο Μ.Ε.1 επέστρεψε ποσό 10.000 και πιθανολόγησε πως το ποσό των US$6.000 δόθηκε έναντι του υπόλοιπου των 20.000. Καθίσταται σαφές πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει βαρύτητα στους αντιφατικούς ισχυρισμούς του Εναγομένου αναφορικά με το συγκεκριμένο ποσό. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε επίσης σε άλλο δάνειο US$50.000 το οποίο έδωσε προς την Ενάγουσα στις 6.9.00 κατόπιν παράκλησης του Μ.Ε.1 και το οποίο του επιστράφηκε. Αυτό δόθηκε για να γίνει μια μεταφορά από την Ενάγουσα προς την Kelagan λόγω του ότι η πρώτη δεν διέθετε χρήματα παρά μόνο τις 108.000 που ήταν δεσμευμένες. Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού ο Εναγόμενος κατέθεσε το Τεκμήριο 54, επιστολή του Εναγομένου προς την Τράπεζα με αίτημα όπως μπλοκαριστεί το αντίστοιχο ποσό από την εταιρεία δικών του συμφερόντων, τη Folkestone Equities Ltd, ούτως ώστε να γίνει η μεταφορά του ιδίου ποσού προς όφελος της Ενάγουσας. Και πάλι προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως η επιστολή φέρει ημερομηνία 6.9.00 ενώ η μεταφορά στην Ενάγουσα έγινε στις 6.9.01, όπως φαίνεται στο συνημμένο έντυπο μεταφοράς του Τεκμήριου 54. Είναι γεγονός πως το εν λόγω ποσό των 50.000 μεταφέρθηκε από την Ενάγουσα στην εταιρεία Kelagan στις 6.9.01 - Τεκμήριο 8. Ούτε υπάρχει μαρτυρία εκ μέρους της Τράπεζας που να συνδέει το όποιο μπλοκάρισμα του εν λόγω ποσού με την εν λόγω μεταφορά, με αποτέλεσμα αυτή η αναφορά να παραμένει ασαφής και αόριστη και να μην γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του ο Εναγόμενος δήλωσε πως δάνειζε επανειλημμένα και κλιμακωτά στον Μ.Ε.1. Χαρακτηριστικά είπε πως «αυτό το πράγμα επαναλήφθηκε πολλές φορές, μετά έγιναν 20.000, μετά 30.000 μετά 50.000, πάντα μου τα επέστρεφε». Αυτή η σειρά έρχεται σε αντίφαση με τον προγενέστερο ισχυρισμό του ότι το δάνειο των 50.000 προηγήθηκε χρονικά αυτού για τις 30.000. Επίσης το γεγονός περί εξόφλησης παραμένει και πάλι μετέωρο καθότι ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να δώσει απαντήσεις για τον τρόπο εξόφλησης των ποσών των 30.000 και των 50.000 αρκούμενος σε μια απλή γενική αναφορά. Έτσι οι θέσεις του δεν γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο, ακολούθησε το δάνειο των 100.000 δολαρίων, το οποίο προέκυψε όταν τον Σεπτέμβριο του 2001 ο Μ.Ε.1 του τηλεφώνησε και ζήτησε να του εξασφαλίσει μια προσωρινή πιστωτική διευκόλυνση για US$100.000. Λόγω του ότι η Τράπεζα ήθελε εξασφαλίσεις οι οποίες δεν υπήρχαν εκ μέρους της εταιρείας, ο Μ.Ε.1 ζήτησε από τον Εναγόμενο να του τα δανείσει ο ίδιος με αποπληρωμή σε δύο μήνες. Επειδή ούτε ο Εναγόμενος διέθετε τέτοιο ποσό, συνήψε δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου διάρκειας ενός έτους, μέσω της Folkestone και απέστειλε τα χρήματα την ίδια μέρα στην Ενάγουσα. Πράγματι υπάρχει πίστωση και χρέωση με μεταφορά του ποσού των US$100.000 στις 28.9.01 στο Τεκμήριο 8. Επειδή ο Μ.Ε.1 παρέλειψε να εξοφλήσει το ποσό εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας παραπέμποντας τον αρχικώς στον Μάιο του 2002 και μετέπειτα όποτε θα μπορούσε, ο Εναγόμενος τροποποίησε τους όρους του δανείου και το ξόφλησε εντός τριών ετών. Ανέφερε ακόμα πως κατόπιν παρότρυνσης της κας Αουζίν, στις 3.10.01 απέστειλε με τηλεομοιότυπο μια δήλωση αναγνώρισης χρέους την οποία ο Μ.Ε.1 υπέγραψε και του έστειλε ταχυδρομικώς. Το πρωτότυπο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 55. Σημειώνεται πως ο Μ.Ε.1 αρνείται πως υπέγραψε τέτοιο έγγραφο αλλά ισχυρίζεται πως αυτό είναι κατασκευασμένο εκ των υστέρων με τη χρήση ενός από τα λευκά έντυπα στα οποία είχε θέσει την υπογραφή του κατόπιν οδηγιών του Εναγομένου. Ανεξαρτήτως του ότι έχει εγερθεί αγωγή από τον Εναγόμενο με αξίωση του εν λόγω ποσού, στη βάση της προσφερθείσας μαρτυρίας και στα πλαίσια αξιολόγησης για σκοπούς της παρούσας σημειώνεται αρχικά πως προκαλεί έκπληξη το ότι ενώ ο Μ.Ε.1 έχει καλό ιστορικό αποπληρωμής των δανείων του, ζητείται από αυτόν η υπογραφή της γραπτής αναγνώρισης χρέους πριν καν παρέλθει η συμφωνηθείσα περίοδος αποπληρωμής. Επίσης είναι αξιοσημείωτο πως το κείμενο φαίνεται να είναι γραμμένο στο μέσο της κόλλας με την υπογραφή του Μ.Ε.1 προς το τέλος αυτής ενώ το πάνω μέρος είναι σχισμένο, γεγονός το οποίο ο Εναγόμενος απέδωσε στη συνήθεια του Μ.Ε.1 να σχίζει τις κόλλες κάτι το οποίο είναι ομολογουμένως παράξενο και πρώτη φορά προβλήθηκε σε εκείνο το στάδιο της μαρτυρίας του, ενώ δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 ούτε και παρουσιάστηκε άλλο τέτοιο έγγραφο για να καταδειχθεί αυτή η ισχυριζόμενη συνήθεια του μάρτυρος. Όσον αφορά το ποσό των 15.000, φαίνεται πως αυτό αφορά το ποσό των 15.035,53 το οποίο μεταφέρθηκε στον Μ.Ε.1 προσωπικά στις 9.1.01 - Τεκμήριο 8. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση και με τη ρητή αναγνώριση του Μ.Ε.1, προκύπτει πως πράγματι κατά το 2001 ο Εναγόμενος κατέθεσε κάποια ποσά προς όφελος της Ενάγουσας και του Μ.Ε.1, ήτοι τα προαναφερθέντα ποσά των 15.035,53, 77.061,77, 50.000 και 100.000, συμποσούμενα σε US$242.097,30. Με την απόρριψη της εκδοχής του Εναγομένου το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα ως προς τον τρόπο είσπραξης του προαναφερομένου συνολικού ποσού των US$242.097,30 από τον Εναγόμενο, ήτοι κατά πόσον αυτό προέρχεται από την πώληση μετοχών της εταιρείας ή άλλως πως. Δεν έχει προσφερθεί συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με τις μετοχές που κατέχοντο επ΄ ονόματι της εταιρείας και ποιες από αυτές ενδεχομένως πώλησε ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω, η απλή προσκόμιση των Τεκμηρίων 44, 46 και 48, τα οποία αφορούν την περίοδο προ πολλών ετών, ήτοι 1999-2001, δεν είναι ικανή να καταδείξει κατά πόσο εξακολουθούν να παραμένουν μετοχές μέχρι και σήμερα επ΄ ονόματι της εταιρείας και την όποια σημερινή αξία αυτών. Ούτε και το Τεκμήριο 45 προσφέρει οποιαδήποτε καθοδήγηση, εφόσον αυτό είναι ένα Πιστοποιητικό Επενδύσεων της Τράπεζας Κύπρου ημ. 22.10.99, με το οποίο βεβαιώνετο πως στις 30.9.99 η Ενάγουσα κατείχε 15.000 μετοχές της Τράπεζας. Με βάση το Τεκμήριο 44 φαίνεται ότι αυτή η κατάσταση διαφοροποιήθηκε καθότι ακολούθησαν και αγορές και πωλήσεις μετοχών της Τράπεζας. Έτσι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα πως η εταιρεία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατέχει μετοχές επ΄ ονόματι της. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να συμπληρωθεί η εικόνα κίνησης του λογαριασμού της Ενάγουσας μετά τα επίδικα γεγονότα. Συγκεκριμένα, από το τέλος Ιανουαρίου μέχρι και το τέλος Νοεμβρίου του 2000 ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο US$108.000 περίπου (το οποίο προφανώς είναι το υπό δέσμευση ποσό). Κατά την εν λόγω χρονική περίοδο δεν υπήρχε κίνηση εκτός από την πρώτη αναφορά κατωτέρω και μετά ακολουθούν τα εξής: 1) Στις 21.6.00 υπάρχει μια κατάθεση ποσού US$9.990,06 (με άγνωστη προέλευση) και χρέωση ποσού US$10.030,42 προς πρόσωπο στο Ισραήλ. 2) Στις 28.12.00 υπάρχει μια κατάθεση US$100.000 από τη Lousiva Trading ακολουθούμενη από αντίστοιχη επιστροφή στη Lousiva την ίδια μέρα. Ο Εναγόμενος απέδωσε αυτή την κατάθεση σε λάθος εξ ου και έγινε άμεσα η επανόρθωση αυτού, και όντως δεν έχει προκύψει οτιδήποτε περί του αντιθέτου. 3) Στις 3.1.01 υπάρχει η έκδοση επιταγής για ποσό US$1.800 ενώ στις 8.1.01 υπάρχει μια κατάθεση US$3.000 χωρίς περαιτέρω στοιχεία. 4) Ακολουθούν οι χρεώσεις των ποσών των US$90.259,63 στη Geosof στις 3.1.01, και US$6.000 στον λογαριασμό πελατών του Εναγομένου και US$15.035,53 στον Μ.Ε.1 στις 9.1.01. Έχει ήδη γίνει αναφορά σε αυτά ανωτέρω. 5) Στις 4.7.01 γίνεται η κατάθεση ποσού US$37.513,67, στις 6.7.01 η κατάθεση ποσού US$39.548,10 και την ίδια μέρα η μεταφορά του ποσού US$75.093,25. Έχει ήδη επίσης γίνει αναφορά σε αυτά ανωτέρω. 6) Στις 3.9.01 υπάρχει χρέωση US$1.800 προς την Ενάγουσα, στις 6.9.01 χρέωση US$50.069,42 προς την Kelagan, στις 28.9.01 χρέωση US$100.135,91 επίσης προς την Kelagan. Την ίδια μέρα υπάρχουν δύο καταθέσεις ποσών US$8.000 από την Ενάγουσα και US$100.000 από τη Folekstone. Για το τελευταίο ποσό έχει ήδη γίνει αναφορά ανωτέρω. 7) Στις 18.10.01 υπάρχουν καταθέσεις ποσών US$38.095,72 από άγνωστη προέλευση, US$1.654,53 από τον λογαριασμό πελατών του Εναγομένου, και US$2.000 από την Ενάγουσα. Όσον αφορά γενικά το ζήτημα της διακίνησης του λογαριασμού, σημειώνεται πως οι υποβολές προς τον Μ.Ε.1 περί ανάληψης ποσών US$90.000, US$6.000 και US$15.000 κατά τον Ιανουάριο του 2001 έχουν ήδη καλυφθεί εκτενώς ανωτέρω. Αυτές δε, είναι παραπλανητικές εφόσον το ποσό των US$90.000 πληρώθηκε στη Geosof, ενώ για το ποσό των US$15.000 τελικώς διευκρινίστηκε από τον Μ.Ε.1 πως όντως το εισέπραξε. Επομένως, η θέση του πως πιθανόν ο Εναγόμενος να πήρε αυτά τα χρήματα φαίνεται να ήταν μια αυθόρμητη και βεβιασμένη απλή πιθανολόγηση του μάρτυρος η οποία όμως δεν ενέχει σημασία εφόσον τελικώς δόθηκε μαρτυρία για τα προαναφερόμενα ποσά και ουδόλως ο Μ.Ε.1 επέκτεινε σε οποιοδήποτε στάδιο τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις του πέραν των όσων αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως το 2003 αντιλήφθηκε πλέον πως δεν θα έπαιρνε τα χρήματα του πίσω. Αυτό συνάδει και με τη θέση του ότι κατά τα έτη 2001-2002, ίσως και το 2003, ήρθε στην Κύπρο με τον κ. Lagvinets και τον λογιστή τους και συναντήθηκαν με τον Εναγόμενο ο οποίος δεν τους έδωσε εξηγήσεις ούτε τους παρουσίασε οποιαδήποτε έγγραφα και έτσι έφυγαν. Μια τέτοια συνάντηση, στην παρουσία τρίτου, παραδέχεται και ο Εναγόμενος, πλην όμως αυτός ισχυρίζεται πως έγιναν διάφορες συναντήσεις στο 2002, πως ο ίδιος έδωσε όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις και πως το τρίτο πρόσωπο τον ευχαρίστησε γι΄ αυτό. Τα γεγονότα που ακολούθησαν δεν επιβεβαιώνουν τη θέση του Εναγομένου. Και τούτο καθότι στις 10.10.05 ο Εναγόμενος έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους στο Ισραήλ Lipkin & Lipkin, εκ μέρους του Μ.Ε.1 και της Ενάγουσας καταλογίζοντας στον Εναγόμενο όσα του αποδίδει ο Μ.Ε.1 - Τεκμήριο 12. Αυτό το γεγονός είναι αναντίλεκτο και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός πως στο Τεκμήριο 12 γίνεται λόγος για ποσό US$1.060.000, ενώ η αξίωση αφορά ποσό US$1.243.600. O M.E.1 απέδωσε αυτή τη διαφορά στη μη κατοχή όλων των απαραίτητων εγγράφων, στους δικούς του υπολογισμούς και στην αδυναμία του να θυμηθεί πώς ακριβώς κατέληξε εκεί. Αυτή η απάντηση του μάρτυρος θεωρείται λογική και δεν είναι τέτοια που να δημιουργ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.