← Κύπρος

G & Z Engineers Ltd ν. Elite Constructions Ltd, Αρ. Αίτησης: 239/2015, 7/9/2016

G & Z Engineers Ltd ν. Elite Constructions Ltd, Αρ. Αίτησης: 239/2015, 7/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A486 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 239/2015 Μεταξύ: G & Z Engineers Ltd Αιτητές και Elite Constructions Ltd Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 7.9.2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Ν. Νικολαΐδης, για Κ. Ν. Νικολαΐδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Θ. Δημητρίου, για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, ημερ. 19.6.15, (στο εξής «η Αίτηση»), οι Αιτητές ζητούν: «Α. Διάταγμα και/ή Άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και καταχώρηση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 19.6.2014, η οποία εκδόθηκε από τον Διαιτητή ο οποίος διορίστηκε από τους Αιτητές, καθώς οι Καθ' ων η Αίτηση αμέλησαν και/ή αγνόησαν την έκκληση των Αιτητών να διοριστεί Διαιτητής από κοινού, για το ποσό των €62.359,97 πλέον τόκο προς 8% ετησίως, πλέον ΦΠΑ, πλέον €7.080 έξοδα της διαιτησίας, πλέον €1.345,20 ΦΠΑ στα έξοδα της διαιτησίας. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα κρίνει ως δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Γ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ.».
  2. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48 θ.θ.1,4,8

(1)(nn), στο άρθρο 37 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, καθώς επίσης στην πρακτική και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 3. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας Έλενας Αποστόλου, εκ Λευκωσίας, ημερ. 19.6.2015, καθώς και στην επίδικη Διαιτητική απόφαση, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Αποστόλου ως Τεκμήριο Α. Σημειωτέον ότι η εν λόγω Διαιτητική απόφαση, ως το Τεκμήριο Α, χρονολογείται 16.9.2014 και όχι 16.12.2008 ή 16.9.2009 όπως εκ λάθους ή εκ παραδρομής φαίνεται να αναφέρει στην παρα. 2 της ένορκης δήλωσής της η κα Αποστόλου. Εν πάση περιπτώσει, δεν αντιδικούν για την ημερομηνία έκδοσής της τα δύο μέρη. 4. Η κα Αποστόλου, η οποία, ως ενόρκως δηλώνει, είναι υπάλληλος των Αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς για να προβεί στην ένορκη δήλωση ημερ. 19.6.2015 (στο εξής η «Ε/Δ»), αναφέρει τα εξής: i. Βλ. παρα. 2 της Ε/Δ: Ότι η επίδικη Διαιτητική απόφαση ως το Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωσή της εκδόθηκε από τον Διαιτητή Ανδρέα Μενελάου, εκ Λευκωσίας, στα γραφεία των MediAMS Construction Contract Consultants. ii. Βλ. παρα. 3 της Ε/Δ: Ότι η εν λόγω Διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι δεν παρουσιάστηκαν παρόλο που κλητεύθηκαν δεόντως. iii. Βλ. παρα. 4 της Ε/Δ: Ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν πλήρωσαν κανένα ποσό μετά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης, αν και ειδοποιήθηκαν επανειλημμένα από τους Αιτητές. iv. Βλ. παρα. 5 της Ε/Δ: Ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους οι Αιτητές αιτούνται ως η αίτηση. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ 5. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν, στις 8.12.2015, Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση των Αιτητών. Παραθέτουν επτά λόγους ένστασης ως ακολούθως: (α) Ο Διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία για να εκδικάσει τη διαφορά. (β) Δεν είχε δημιουργηθεί διαφορά βάσει του Συμβολαίου που επικαλείται ο Διαιτητής. (γ) Ο Διαιτητής παραδέχεται μέσω της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης ότι άντλησε την εξουσία του να εκδικάσει τη διαφορά από Συμβόλαιο που ο ίδιος, μέσω της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, έχει αποφασίσει ότι είναι παράνομο. (δ) Ο Αιτητής είναι ένοχος απρεπούς συμπεριφοράς τόσο ως προς τις δικές του ενέργειες όσο και ως προς τη Διαιτησία (misconducted himself and the proceedings), αφού έχει εξετάσει θέματα που δεν εμπίπτουν εντός των διαφορών που ο ίδιος έχει καταγράψει ως θέματα που έχουν παραπεμφθεί προς επίλυση σε διαιτησία, σύμφωνα με επιστολή του Αρχιτέκτονα του επίδικου συμβολαίου για απόφαση και, πρόσθετα, ο Διαιτητής είναι ένοχος απρεπούς συμπεριφοράς τόσο ως προς τις δικές του ενέργειες όσο και ως προς τη Διαιτησία (misconducted the proceedings), αφού έχει βασίσει την προσβαλλόμενη απόφαση του και έχει κατανέμει ευθύνη σε βάρος της Αιτήτριας βάσει ευρημάτων αμέλειας και παράνομης συμπεριφοράς τα οποία, όχι μόνο δεν ήταν εντός των θεμάτων που ο ίδιος έχει καταγράψει ως θέματα που έχουν, πάντα κατά τον ίδιο, παραπεμφθεί ενώπιον του για απόφαση, αλλά και που ο ίδιος, μέσω της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασής του, έχει αποφασίσει ότι έχουν διαπραχθεί από τρίτα πρόσωπα που δεν ήταν μέρη στη Διαιτησία και που δεν προστέθηκαν ως μέρη στη Διαιτησία και που δεν ενημερώθηκαν για τη διαδικασία της Διαιτησίας ή για τους ισχυρισμούς που είχαν γίνει εναντίον τους στα πλαίσια της Διαιτησίας, έτσι ώστε να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχουν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης να απαντήσουν σ' αυτούς. (ε) Ο Διαιτητής είναι ένοχος απρεπούς συμπεριφοράς τόσο ως προς τις δικές του ενέργειες όσο και ως προς τη Διαιτησία (misconducted himself and the proceedings), αφού έχει συμπεριλάβει ως μέρος της Διαιτησίας συμφωνία παροχής εγγύησης ημερομηνίας 11.6.2013 μεταξύ των Αιτητών, G&Z Engineers Ltd και του Ομίλου Αντισφαίρισης Παραλιμνίου με αριθμό LG4/060552/018, η οποία: (
  1. i)Δεν σχετίζεται με κανένα τρόπο με τους Καθ' ων η αίτηση. (
  2. ii)Αποτελεί ανεξάρτητη σύμβαση μεταξύ της εκδότριας εταιρείας, Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και του Ομίλου Αντισφαίρισης Παραλιμνίου. (iii) Δεν περιέχει όρο Διαιτησίας. (
  3. iv)Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση του Διαιτητή είναι προϊόν παρανομίας και αμέλειας τρίτων προσώπων που δεν εμφανίζονται στη Διαιτησία. (στ) Ο Διαιτητής, ο οποίος δεν είναι δικηγόρος είναι ένοχος απρεπούς συμπεριφοράς, τόσο ως προς τις δικές του ενέργειες όσο και ως προς τη Διαιτησία (misconducted himself and the proceedings), αφού δεν έχει ακολουθήσει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως όφειλε να πράξει δυνάμει του άρθρου 30 του Κεφ. 4 και έχει αποφασίσει: (
  4. i)νομικά θέματα, (
  5. ii)θέματα εξόδων, (iii) θέματα μαρτυρίας, χωρίς τη συγκατάθεση των διαδίκων μερών να το πράξει τούτο. (ζ) Ο Διαιτητής είναι ένοχος απρεπούς συμπεριφοράς που φαίνεται στο κείμενο της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, τόσο ως προς τις δικές του ενέργειες όσο και ως προς τη Διαιτησία (misconducted himself and the proceedings), αφού η διαιτητική απόφαση γενικά περιέχει αριθμητικά λάθη, αντινομικές προσεγγίσεις και επιδεικνύει σφάλματα επί του νόμου και της νομοθεσίας (error on the face of the record) που εφαρμόζεται από τον Διαιτητή για να καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση.» 6. Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 20, 21, 23, 27 και 30 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 37, 38 και 39, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48, θ.θ. 1-3 και 4-9 κλπ, στη σχετική νομολογία, στο κοινό δίκαιο (Common Law), καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. 7. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση φαίνονται στη διαιτητική απόφαση που επισυνάπτεται στην αίτηση, καθώς και στην ένορκη δήλωση, ημερ. 8.12.2015, του κ. Μάκη Κετώνη, που συνοδεύει την Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Ο κ. Κετώνης δηλώνει ότι είναι μέτοχος και διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι γνωρίζει τα γεγονότα από προσωπική ανάμειξη στην υπόθεση και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του ένεκα της θέσης του στους Καθ' ων η αίτηση. 8. Επισημαίνω ότι, ως φαίνεται στην Ε/Δ του κ. Κετώνη, είναι παραδεκτό από μέρους των Καθ' ων η αίτηση ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε ερήμην τους, λόγω της μη εμφάνισής τους. Ο κ. Κετώνης εκθέτει στην Ε/Δ του την εκδοχή γεγονότων όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους οι Καθ'ων η αίτηση επέλεξαν να μην παραστούν στη διαδικασία διαιτησίας που οδήγησε στην έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Εξηγεί ότι ο λόγος της µη εµφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση σε αυτήν ήταν ότι θεωρούν ότι ο διαιτητής δεν είχε τη δικαιοδοσία να εκδικάσει την διαιτησία, καθότι δεν υπήρχε «διαφορά» προς εκδίκαση. Σχετικά τα όσα καταγράφονται στις παρα. 2 έως 7 και 17 έως 21 της Ε/Δ του κ. Κετώνη, τα οποία και συνοψίζω πιο κάτω: i. Οι Καθ' ων οι Αίτηση έχουν συμβληθεί με δύο συμβάσεις με τον Όμιλο Αντισφαίρισης Παραλιμνίου, ως εξής: 1. Με «το κυρίως συμβόλαιο», ημερ. 20.9.2013 (βλ.παρα. 2 - 3 και Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ του κ. Κετώνη), κατόπιν υποβολής προσφοράς στο πλαίσιο δημόσιου διαγωνισμού αρ. 101/2013, για το Έργο «Εργασίες Αναβάθμισης και Συντήρησης των Υφιστάμενων Γηπέδων Αντισφαίρισης του Ομίλου Αντισφαίρισης Παραλιμνίου [.]». 2. Με το «Α΄ Συμβόλαιο υπεργολαβίας» (βλ.παρα. 4 - 5 και Τεκμήριο 3 στην Ε/Δ του κ. Κετώνη), κατόπιν υποβολής προσφοράς στο πλαίσιο δημόσιου διαγωνισμού αρ. 102/2013, για το έργο «Εργασίες Διορισμένης Εργολαβίας για την Εγκατάσταση Συνθετικού Χαρτοτάπητα στα Υφιστάμενα Γήπεδα Αντισφαίρισης του Ομίλου Αντισφαίρισης Παραλιμνίου». ii. Κατά ή περί την 20.9.2013, οι Καθ' ων η αίτηση συνήψαν σύμβαση υπεργολαβίας Υ2 με τους Αιτητές (στο εξής «το Β΄ Συμβόλαιο Υπεργολαβίας», βλ. παρα. 8 της Ε/Δ του κ. Κετώνη, Τεκμήριο 4 αυτής) για τις «Εργασίες Διορισμένης Υπεργολαβίας» που προνοούνταν να εκτελεστούν σύμφωνα με το «Α΄ Συμβόλαιο υπεργολαβίας» (Τεκμήριο 3 ανωτέρω). iii. Στα δύο συμβόλαια μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση και του Ομίλου Αντισφαίρισης Παραλιμνίου υπήρχε πρόνοια για επίλυση διαφορών με διαιτησία. Στο κυρίως συμβόλαιο σχετικός ήταν ο όρος 15 και στο Α΄ Συμβόλαιο Υπεργολαβίας σχετικός ήταν ο όρος 19. iv. Αγνοήθηκε από τους Αιτητές πλήρως η προβλεπόμενη στα Τεκμήρια 2 και 3 διαδικασία επίλυσης διαφορών, με αποτέλεσμα να μην έχει δημιουργηθεί «διαφορά» προς επίλυση με διαιτησία και κατ' επέκταση να μην έχει δικαιοδοσία ο διαιτητής να ενεργήσει (βλ. παρα. 7 της Ε/Δ του κ. Κετώνη). v. Ο Διαιτητής δίκασε τη δήθεν «διαφορά» στη βάση του άρθρου 33 του Β΄ Συμβολαίου Υπεργολαβίας (Τεκμήριο 4), χωρίς όμως να έχει ακολουθηθεί προηγουμένως η διαδικασία που προνοεί το εν λόγω άρθρο. Η μη τήρηση του άρθρου 33 συνίσταται στο ότι η επιστολή του αρχιτέκτονα, ημερ. 23.5.2014 (βλ. Τεκμήριο 6), δεν αναγράφει ότι είναι απόφαση βάσει του άρθρου 33 του Β΄ Συμβολαίου Υπεργολαβίας και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση που δύναται να παραπέμψει την υποτιθέμενη διαφορά σε διαιτησία, με αποτέλεσμα να μην έχει δημιουργηθεί «διαφορά» εντός της έννοιας του άρθρου 33 (βλ. παρα. 14, 17 και 18 της Ε/Δ του κ. Κετώνη). vi. Οι Αιτητές, οι οποίοι λανθασμένα θεώρησαν την επιστολή του Αρχιτέκτονα ως περιέχουσα Απόφαση βάσει του άρθρου 33, κάλεσαν τους Καθ' ων η αίτηση παράτυπα σε διαιτησία με την επιστολή ημερ. 26.5.2014 (βλ. Τεκμήριο 7) και ακολούθως προχώρησαν κατ' επίκληση του άρθρου 33
(5)(β) στο μονομερή διορισμό του διαιτητή Ανδρέα Μενελάου, γεγονός που γνωστοποίησαν στους Καθ' ων η αίτηση με επιστολή ημερ. 19.6.2014 (βλ. Τεκμήριο 8). Στην επιστολή αυτή απάντησαν οι Καθ' ων η αίτηση με δική τους επιστολή ημερ. 24.6.2014 (βλ. Τεκμήριο 9), όπου ανέφεραν προς τους Αιτητές ότι η επιστολή του αρχιτέκτονα ημερ. 23.5.2014 δεν θεωρείται απόφαση του Α/ΠΜ σύμφωνα με το άρθρο 33
(3)και συνεπώς ουδέν νομικό αποτέλεσμα δημιούργησε (βλ. Τεκμήριο 9).
  1. Επισημαίνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση βάλλουν κατά της επίδικης διαιτητικής απόφασης και για έναν πρόσθετο λόγο, ο οποίος αναλύεται στην παρα. 12 της Ε/Δ του κ. Κετώνη. Ισχυρίζονται, συγκεκριμένα, ότι εφόσον ο Διαιτητής κατέληξε σε συμπέρασμα ότι ήταν παράνομη η διαδικασία σύναψης του «Β΄ Συμβολαίου Υπεργολαβίας», στη βάση του οποίου κλήθηκε να ενεργήσει για να διεξαγάγει τη διαιτησία, έπρεπε να είχε διαπιστώσει ότι συμπαρασύρετο σε ακυρότητα και η ρήτρα διαιτησίας του όρου 33 του ιδίου Συμβολαίου. Κατά τον κύριο Κετώνη, η απόφαση του Διαιτητή ότι η επίδικη σύμβαση ήταν παράνομη, αποτελούσε παραδοχή του ότι αυτός στερείτο δικαιοδοσίας / αρμοδιότητας να επιληφθεί της απαίτησης των Αιτητών κατά των Καθ' ων η αίτηση. Λέγει, συγχρόνως, ο κ.Κετώνης ότι το γεγονός ότι ο Διαιτητής, αφενός, έκρινε ως παράνομο το εν λόγω Συμβόλαιο, και, αφετέρου, επιλήφθηκε της διαιτησίας και επιδίκασε ποσά υπέρ των Αιτητών, είναι αντινομικό και οξύμωρο και φανερώνει την απρεπή συμπεριφορά του Διαιτητή και της διαδικασίας που εφάρμοσε.
  2. Σημειωτέον ότι η αιτιολογία που έδωσε ο Διαιτητής στην απόφασή του για το παράνομο της σύμβασης και για το δικαίωμα των Αιτητών, ως αθώου μέρους, να λάβει αποζημιώσεις ως η απαίτησή του, εκτίθεται στην παρα. 9 της Ε/Δ του κ. Κετώνη. Κατά τον κ. Κετώνη (βλ. παρα. 12 της Ε/Δ του), αυτό το σημείο της επίδικης απόφασης καταδεικνύει σειρά σοβαρών νομικών σφαλμάτων (errors in law) που φανερώνουν απρεπή συμπεριφορά του Διαιτητή, τόσο από πλευράς του ιδίου όσο και της διαδικασίας (misconducted himself and the proceedings).
  3. Λέγει ο κ. Κετώνης στην παρα. 10 της Ε/Δ του, ότι ο Διαιτητής, εφόσον είχε καταλήξει σε εύρημα ότι η σύμβαση ήταν παράνομη, έπρεπε να είχε απευθυνθεί στο Δικαστήριο για οδηγίες ή για καθοδήγηση, αφού ο ίδιος δεν είναι νομικός. Όχι μόνον δεν αναζήτησε τέτοιες οδηγίες ή καθοδήγηση ο Διαιτητής, αλλά έλαβε την απόφαση αυτή ερήμην του Αρχιτέκτονα και της Αναθέτουσας Αρχής (ήτοι των καθ' ων η αίτηση) στους οποίους καταλόγισε την ευθύνη για το παράνομο της σύμβασης. Επομένως, λέγει ο κ. Κετώνης στην παρα. 13 της Ε/Δ του, η απόφαση του Διαιτητή πάσχει και για το λόγο ότι είναι προϊόν διαδικασίας που παραβιάζει την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης.
  4. Στην παρα. 15 της Ε/Δ του, ο κ. Κετώνης εντοπίζει και ζήτημα υπέρβασης των εξουσιών του Διαιτητή, ως εκ της εξέτασης θεμάτων που δεν είχαν παραπεμφθεί στον ίδιο για διαιτησία. Ειδικότερα, ο κ. Κετώνης αναφέρει ότι ενώ ο διαιτητής στη σελ. 2 της απόφασής του απαριθμεί τα θέματα τα οποία έχει κληθεί να εξετάσει, και ενώ δεν αναφέρεται η εγγυητική (βλ. Τεκμήριο 10 στην Ε/Δ του κ. Κετώνη) που κατέβαλαν οι Αιτητές προς τον Όμιλο Αντισφαίρισης Παραλιμνίου ως θέµα που τίθεται ενώπιόν του για διαιτησία, εντούτοις ο διαιτητής προχώρησε, εκτός των πλαισίων της υποτιθέμενης δικαιοδοσίας του, και το εξέτασε, κάνοντας ευρήματα και επιδικάζοντας αποζημιώσεις εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Επισημαίνει, περαιτέρω, ο κ. Κετώνης ότι ο διαιτητής έκρινε εν προκειμένω ότι η επίδικη εγγυητική επιστολή έχει παράτυπα και δόλια ρευστοποιηθεί από τον Όμιλο Αντισφαίρισης Παραλιμνίου και εντούτοις έκρινε ότι για το γεγονός αυτό οι Καθ' ων είχαν ευθύνη να αποζημιώσουν τους Αιτητές. Σημειωτέον ότι, επ' αυτού του θέματος, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση προσθέτει στη γραπτή του αγόρευση ότι η έκδηλη υπέρβαση δικαιοδοσίας του διαιτητή δεν επήλθε απλά και µόνο από το γεγονός ότι η εγγυητική επιστολή δεν αναφέρεται στα θέµατα τα οποία έχουν παραπεµφθεί ενώπιόν του, αλλά και από το γεγονός ότι η εγγυητική επιστολή αποτελεί εντελώς ξεχωριστή σύµβαση, η οποία δεν διέπεται από ρήτρα διαιτησίας.
  5. Καταλήγει ο κ. Κετώνης στην παρα. 22 της Ε/Δ που συνοδεύει την Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση εγγραφής της επίδικης διαιτητικής απόφασης να αιτείται τα εξής: «
  6. Εν κατακλείδι, βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει, είμαι της ταπεινής άποψης ότι η επίδικη απόφαση πάσχει, βάσει του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, για λόγους απρεπούς συμπεριφοράς, κακού χειρισμού και παράτυπης διαδικασίας εκ μέρους του διαιτητή και ως εκ τούτου αιτούμαι από το σεβαστό Δικαστήριο όπως την ακυρώσει επιδικάζοντας τα έξοδα της παρούσας αίτησης υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η ΑΚΡΟΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ.
  1. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων ανωτέρω και έτσι η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στη βάση γραπτών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο μερών. Ακολούθησαν σύντομες διευκρινιστικές τοποθετήσεις των εν λόγω συνηγόρων, κατά τη δικάσιμο ημερ. 17.5.2016, οι οποίες καταγράφονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Αμφότεροι ανέπτυξαν με ικανό τρόπο την επιχειρηματολογία τους, παραπέμποντας σε σχετική Κυπριακή και Αγγλική νομολογία, στην οποία θα αναφερθώ, κατωτέρω, στο βαθμό που χρειάζεται.
  2. Βασική θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Αιτητών είναι ότι η ουσία και η ορθότητα της διαιτητικής απόφασης δεν πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ειδικότερα, εισηγείται ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ελέγξει, ως εισηγούνται οι καθ' ων η αίτηση, κατά πόσον ο Διαιτητής επέδειξε απρεπή συμπεριφορά (misconduct and/or misconducted himself or the proceedings) ή παραβίασε τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης (breach of natural justice), εφόσον οι Καθ' ων η αίτηση δεν καταχώρησαν εναρκτήρια αίτηση που είναι το κατάλληλο ένδικο μέσο.
  3. Είναι, συγχρόνως, η θέση του συνηγόρου των Αιτητών ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση παρερμηνεύουν τη νομοθεσία και σχετική νομολογία σε μια προσπάθεια να παραπλανήσουν το σεβαστό Δικαστήριο και να ανατρέψουν τη Διαιτητική απόφαση με επίκληση δήθεν «misconduct» εκ μέρους του Διαιτητή. Οι Καθ' ων οι Αίτηση υιοθετούν μια πολύ γενική, ευρεία και αόριστη ερμηνεία του όρου «misconduct», σε αντίθεση με την νομολογία.
  4. Συνεχίζει ο συνήγορος των Αιτητών λέγοντας ότι, σημασία έχει το γεγονός ότι η διαιτητική απόφαση επιρρίπτει ευθύνες στους Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι είχαν δεόντως κληθεί στη διαιτησία, αλλά είχαν επανειλημμένα αγνοήσει τις κλήσεις τόσο των Αιτητών όσο και του διαιτητή.
  5. Οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν την ευκαιρία και τη δυνατότητα κατά τις διάφορες ειδοποιήσεις που έλαβαν από το Διαιτητή, να αποταθούν στο Δικαστήριο με βάσει τις διατάξεις του αρ. 27
(1)(β) του Κεφαλαίου 4 και να ζητήσουν να διαταχθεί ο Διαιτητής να παραπέμψει την υπόθεση με υπόμνημα και υπό μορφή ειδικής υπόθεσης τη διαιτητική απόφαση, για απόφαση από το Δικαστήριο, πράγμα που δεν έπραξαν. 19. Εναλλακτικά, οι Καθ' ων η Αίτηση μπορούσαν, και όφειλαν αν επιθυμούσαν την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, να προσφύγουν με εναρκτήρια αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως καταδεικνύεται στην υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ v. Lakis Georgiou Construction Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 223. Αντιθέτως, οι Καθ' ων η Αίτηση αγνόησαν παντελώς τη διαιτητική διαδικασία και ζητούν ακύρωση της διαιτητικής απόφασης στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, που είναι για εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης, πράγμα ανεπίτρεπτο και ενάντια στη νομοθεσία και νομολογία. Παραπέμπει, συναφώς, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707 λέγοντας ότι «είναι υψίστης σημασίας καθώς είναι η πιο πρόσφατη υπόθεση σχετικά με τη διαδικασία και εγγραφή διαιτητικής απόφασης και δεν υπάρχει μεταγενέστερη νομολογία η οποία να ανατρέπει και/ή να αναφέρεται στην απόφαση αυτή». Καταλήγει στην αγόρευσή του λέγοντας: «Ευσεβάστως υποβάλλουμε στο σεβαστό Δικαστήριο ότι, σε αντίθεση με την νομολογία, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προβάλλουν κανένα επιχείρημα που να είναι σχετικό με το επίδικο θέμα της προώθησης και εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, αλλά, αντιθέτως, αναφέρονται συνεχώς και επανειλημμένα μόνο σε θέματα ουσίας της διαιτησίας κατά τη λήψη της διαιτητικής απόφασης, τα οποία είναι εκτός της παρούσας διαδικασίας.». «Περαιτέρω, ως αναφέρεται στην υπόθεση Χριστόδουλος Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι Αιτητές ικανοποίησαν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Νόμο για τη χορήγηση της άδειας για την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης και, ως εκ τούτου, πάντοτε σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν υπάρχει περιθώριο για την άσκηση διακριτικής εξουσίας κατά την έγκριση της αίτησης.». Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, αναλύει και αναπτύσσει στη γραπτή του αγόρευση τη θέση του ότι αποτελεί µια νοµικά αποδεκτή τακτική, για ένα µέρος το οποίο υποστηρίζει ότι ο διαιτητής εξ αρχής δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει µια διαιτησία, να µην εµφανιστεί ενώπιον του στη διαιτητική διαδικασία και να ενστεί µετέπειτα στην εγγραφή της, όπως ακριβώς πράττουν τώρα οι Καθ' ων η αίτηση. Σχολιάζοντας τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, περί του ότι θέματα απρεπούς συμπεριφοράς του διαιτητή και απρεπούς διαιτητικής διαδικασίας μόνον με ξεχωριστή αίτηση, δυνάμει του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4, θα μπορούσαν να εγερθούν για να εξεταστούν δικαστικά, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση σημείωσε, κατά τη δικάσιμο ημερ. 17.5.2016, τα εξής: «Κατ' αρχάς, να αναφέρω ότι η θέση του συναδέλφου μου ότι έπρεπε να προηγηθεί αίτηση ακύρωσης της αίτησης αποτελεί νομικό παραλογισμό, διότι σημαίνει ότι όποτε γίνεται μια αίτηση για εγγραφή τότε πρέπει να ακολουθεί και μια αίτηση για ακύρωση.»
  1. Προχωρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση και αναλύει, με πλούσια παράθεση αποσπασμάτων από δικαστικές αποφάσεις και συγγράμματα, τους λόγους μη εγκυρότητας της επίδικης διαιτητικής απόφασης, κατ' επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας του διαιτητή, της υπέρβασης της δικαιοδοσίας του διαιτητή, της απρεπούς του συμπεριφοράς, της παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και των πρόδηλων νομικών σφαλμάτων στην όψη της διαιτητικής απόφασης, που είχαν σαν αποτέλεσμα την κατάφωρη καταπάτηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων.
  2. Καταλήγει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση να ζητεί από το Δικαστήριο «να μην εγγράψει την απόφαση και να την παραμερίσει επιδικάζοντας τα έξοδα της διαδικασίας υπέρ των Καθ' ων η αίτηση». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.
  3. Η εκούσια ενσωμάτωση ρήτρας διαιτησίας σε μια σύμβαση από τους αντισυμβαλλομένους στόχο έχει την δίκαιη επίλυση τυχόν διαφορών που θα ανακύψουν μεταξύ τους από ένα αμερόληπτο διαιτητή χωρίς αχρείαστες καθυστερήσεις και έξοδα. Στο πλαίσιο της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, τα μέρη μιας σύμβασης είναι ελεύθερα να αποφασίσουν πώς επιθυμούν να επιλύονται οι μεταξύ τους διαφορές, τηρουμένων πάντοτε εκείνων των ασφαλιστικών δικλείδων που είναι αναγκαίες προς το δημόσιο συμφέρον. Κατά κανόνα, τα δικαστήρια δεν πρέπει να επεμβαίνουν στις διαιτητικές αποφάσεις, εκτός στο βαθμό και κατά τον τρόπο που ο Νόμος καθορίζει ότι είναι επιτρεπτό.
  4. Οι πιο πάνω γενικές αρχές, όπως έχουν κωδικοποιηθεί στο άρθρο 1[1] της εν ισχύ Αγγλικής νομοθεσίας «Arbitration Act 1996», αποτελούν πάγιες αρχές του δικαίου περί διαιτησίας, οι οποίες εφαρμόζονταν ακόμη και στο πλαίσιο της παλαιότερης Αγγλικής νομοθεσίας, «Arbitration Act 1950», κατά το πρότυπο της οποίας είχε σχεδιαστεί ο Κυπριακός περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, και διαπνέουν το δίκαιο της διαιτησίας, όπως νομολογιακά έχει διαπλαθεί.
  5. Στο πλαίσιο των διατάξεων του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, η ρήτρα διαιτησίας που ενσωματώνεται σε μια σύμβαση, καλείται ως «το συνυποσχετικό» και ερμηνεύεται (βλ. το άρθρο 2 του Νόμου) ως «γραπτή συμφωvία για τηv υπoβoλή υφιστάμεvωv ή μελλovτικώv διαφoρώv σε διαιτησία, είτε o διαιτητής κατovoμάζεται σ' αυτή είτε όχι». Αποτελεί, δηλαδή, αφ' εαυτής ξεχωριστή συμφωνία απ'ότι η κυρίως σύμβαση στην οποία είναι ενσωματωμένη.
  6. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4꞉ «Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης».
  7. Η ομοιότητα του δικονομικού συστήματος της Κύπρου με το Αγγλικό και η αντιστοιχία των νομικών όρων στην εφαρμοστέα νομοθεσία περί διαιτησίας, καθιστούν χρήσιμη την άντληση καθοδήγησης από την αγγλική νομολογία και τα συγγράμματα (WILFRID WORTHAM v.
  8. ΝΤΙΝΑΣ ΚΩΣΤΑ ΤΣΙΜΟΝ, κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1442). TO "ARBITRATION ACT 1950"
  1. Το λεκτικό του άρθρου 21 του Κεφ. 4 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του άρθρου 26 της αντίστοιχης Αγγλικής νομοθεσίας, Arbitration Act 1950, το οποίο προβλέπει τα εξής꞉ "
  2. An award on an arbitration agreement may, by leave of the High Court or a judge thereof, be enforced in the same manner as a judgment or order to the same effect, and where leave is so given, judgment may be entered in the terms of the award.".
  3. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713꞉ «Το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.)
  4. Το πανομοιότυπο των διατάξεων του άρθρου 21 του Κεφ. 4 με τις διατάξεις του άρθρου 26 του Arbitration Act 1950 και η πιο πάνω αναφορά από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England σημειώθηκαν στην απόφαση Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act,
  1. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713, 'το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση'.».
  2. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω πώς ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε το πιο πάνω άρθρο 26 στην Αγγλία. Στο Σύγγραμμα "Russell on the Law of Arbitration", 16th edn, London Stevens & Sons, 1957, σελ. 268 - 270, αναφέρονται τα εξής σχετικά με το άρθρο 26 του Arbitration Act 1950: «CHAPTER 19 ENFORCEMENT OF AWARDS 1.Scope and effect of the sections An award made pursuant to a written arbitration agreement may be enforced, by leave of the High Court or Judge thereof in the same manner as a judgment or order; and the judgment may be entered, where such leave is given, in the terms of the award. [.] When award will not be entered as a judgment An award will not be enforced as a judgment under the section, but the successful party will be left to bring an action on the award in the following cases꞉ "1.When the submission and agreement to refer (if any) are by parol. Such submissions and agreements are not "arbitration agreements" within the meaning of the Act, so that section 26 does not apply to an award based upon it. 2.When the award is declaratory only, for instance where it ascertains only the amount to be paid, and not the liability in law to pay. Where there has been nothing more than a quantum or amount adjudicated upon and no adjudication as to the liability of the person who is called upon to pay the amount, section 26 does not apply (Re Willesden Local Board and Wright [1896] 2 QB 412 at 417, per A. L.Smith L.J). 3.Where the validity of the award, or the right to proceed upon it, is doubtful.
  3. In certain cases where the award is a foreign award.
  4. Where the award is made under a statute which expressly provides how it is to be enforced.". Διακρίνονται στο πιο πάνω απόσπασμα, πέντε κατηγορίες περιπτώσεων στις οποίες τα Αγγλικά δικαστήρια, διαπλάθοντας νομολογιακά την ερμηνεία του άρθρου 26 του Arbitration Act 1950, αποφάσισαν να μην επιτρέψουν την εγγραφή διαιτητικής απόφασης: i. Όπου η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία έγινε προφορικά. ii. Όπου η διαιτητική απόφαση είναι απλώς δηλωτική πληρωτέου ποσού και όχι καταμερισμού ευθύνης για την πληρωμή του. iii. Όπου η εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης είναι αμφίβολη. iv. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου η διαιτητική απόφαση είναι αλλοδαπή. v. Όπου η διαιτητική απόφαση εκδίδεται δυνάμει νόμου που προβλέπει ειδικά τον τρόπο εκτέλεσής της. Ενδιαφέρει, εν προκειμένω, και για τους σκοπούς εφαρμογής του αντίστοιχου άρθρου 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, να διακριβωθεί πότε θεωρείται ότι «υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης» (βλ. την τρίτη περίπτωση ανωτέρω), στην οποία περίπτωση το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Στο προμνησθέν Σύγγραμμα "Russell on the Law of Arbitration", 16th edn, σελ. 268 - 270, δίδονται οκτώ παραδείγματα περιπτώσεων στις οποίες τα Αγγλικά δικαστήρια αρνήθηκαν να εγγράψουν τη διαιτητική απόφαση με το προρρηθέν σκεπτικό. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν꞉ i. Tα παραδείγματα υπ' αρ. 1 και 2, τα οποία αφορούν στην περίπτωση όπου υπήρξε υπέρβαση δικαιοδοσίας από τον διαιτητή꞉ "
  5. An award under the London Building Act, 1894, was made in favour of an adjoining owner. Leave to enforce the award was given by the Master, but was refused by the judge in chambers. On appeal it was held by the Court of Appeal that the arbitrators in making the award had exceeded their jurisdiction, and that leave could not be given to enforce the award under the Act꞉ Re Stone and Hastie [1903] 2 K.B.
  6. The successful party under the award sought leave to enforce it as a judgment under the 1889 Act. The Master refused the application, and his decision was confirmed by the Court of Appeal, which expressed doubt as to whether the arbitrator had not exceeded his jurisdiction and left the applicant to bring an action upon the award꞉ May v Mills
(1914)30 T.L.R.287." ii. Tο παράδειγμα αρ.3, το οποίο αφορά στην περίπτωση που ενίσταται στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης το μέρος που ισχυρίζεται ότι είχε συμφέρον στη διαιτητική διαδικασία, αλλά αρνήθηκε να συμμετάσχει σε αυτήν με το σκεπτικό ότι δεν έγινε παραπομπή διαφοράς στο διαιτητή εντός της έννοιας του Νόμου꞉ "In an arbitration arising out of a contract for the sale of goods, the sellers took no part, and an award having been made in favour of the buyers, the buyers applied for leave to enforce as a judgment under the 1889 Act. The sellers resisted the application on the ground that there had been no 'submission' within the Acts. Held by the Court of Appeal, that if the sellers had had an 'arguable case', it would have been right to refuse leave to enforce; but this case was unarguable꞉ Frank Fehr & Co. v Kassam Jivraj & Co. Ltd
(1949)82 LlL. Rep.673." iii. Tο παράδειγμα αρ. 4 που αφορά την περίπτωση όπου αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης με το σκεπτικό ότι στηρίχθηκε σε παράνομη σύμβαση꞉ "An award was made in respect of a contract for the purchase of palm nut kernels. The award was contested on the ground that the contract was illegal, because it was unlawful to deal in palm nuts without a licence, and no licence had been obtained by the sellers. Held that the validity of the award being a matter of doubt, the parties should be left to proceed by action, and no summary order should be made under the section꞉ re Boks and Peters [1919] 1 K.B. 491." Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η εφαρμογή των διατάξεων του Arbitration Act 1950 συνδυαζόταν με διαδικαστικούς κανονισμούς, οι οποίοι καθόριζαν χρονική προθεσμία εντός της οποίας θα μπορούσε ένα μέρος που επηρεαζόταν από τη διαιτητική απόφαση να αιτηθεί τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης επί τω ότι ήταν αμφίβολης εγκυρότητας. Έτσι, στη σελίδα 272 του ιδίου Συγγράμματος, στο Μέρος «
  1. Practice Under Section 26», υπό την κεφαλίδα «Application for leave to enforce an award» και ειδικότερα υπό την υποκεφαλίδα «Time», απασχόλησε τον συγγραφέα το ζήτημα του χειρισμού μιας αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης από το Δικαστήριο, αναλόγως του αν η καταχώρησή της προηγείτο ή έπετο της λήξης της προθεσμίας για την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού/ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Αναφέρεται εκεί ότι, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μια διαιτητική απόφαση μπορούσε να εγγραφεί οποτεδήποτε, ακόμη και πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού/ ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, αλλά σε τέτοια περίπτωση ο επηρεαζόμενος από τη διαιτητική απόφαση είχε δικαίωμα να ενστεί στην αίτηση εγγραφής δείχνοντας, με ένορκη δήλωση, ότι είχε πρόθεση να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού για να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης και ότι είχε καλή υπόθεση περί τούτου. Αναφέρονται αυτολεξεί τα εξής꞉ «Time With the leave of the court or judge an award may be enforced at any time, though the time for moving to set it aside had not elapsed (Order 42, r.31A). The application, if made before the expiry of the time for moving to set the award aside, may no doubt be resisted upon the ground that such motion is to be made. It is however submitted that the party resisting the application would be required to show, upon affidavit a substantial case or contesting the validity of the award, as well as to swear to his intention of doing so.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η διαδικασία ήταν προφανώς σχεδιασμένη κατά τρόπο που, ενόσω εκκρεμούσε η προθεσμία καταχώρησης αίτησης παραμερισμού, μπορούσε κάποιος να αποτρέψει την προώθηση της αίτησης εγγραφής της διαιτητικής απόφασης, ενόψει της πρόθεσής του να καταχωρήσει εμπρόθεσμα τέτοια ξεχωριστή αίτηση παραμερισμού, νοουμένου ότι θα ικανοποιούσε το Δικαστήριο με ένορκη δήλωση ότι είχε καλή υπόθεση αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης. Το Δικαστήριο αποφάσιζε επί των λόγων ένστασης στην αίτηση εγγραφής στη βάση του βάρους της απόδειξης που ήταν στους ώμους του ενιστάμενου ότι είχε συζητήσιμη υπόθεση («arguable case») για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης. Σχετικά τα παραδείγματα 1 έως 4 ανωτέρω. Αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει ή να ακυρώσει μία διαιτητική απόφαση, στο ίδιο Σύγγραμμα του Russel on Arbitration (16η έκδοση), στο "Chapter 20 Setting Aside, Remission and Appeal", "
  2. The Power to remit or set aside", σελ. 284 - 285, επεξηγείται ότι το Δικαστήριο αντλούσε την εξουσία του για παραμερισμό ή ακύρωση μιας διαιτητικής απόφασης από τις εξής δύο ξεχωριστές πηγές꞉ i. Από το νόμο (section 23
(2)του Arbitration Act 1950 - "where an arbitrator or umpire has misconducted himself or the proceedings or an arbitration or award has been improperly procured", του οποίου η διάταξη είναι πανομοιότυπη με εκείνην του άρθρου 20
(2)[2] του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4), ii. Από τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, ως Δικαστηρίου δικαιοσύνης, να παραμερίσει μια διαιτητική απόφαση που είναι κακή στην όψη της ("which is bad on its face"). Τέτοια είναι η διαιτητική απόφαση σε περίπτωση που꞉
  1. Περιέχει πρόδηλο σφάλμα, νομικό ή πραγματικό (involving an apparent error in fact or in law), ή
  2. Δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για τελική και βέβαιη απόφαση (not complying with the requirements of finality and certainty).
  3. Όπου ο διαιτητής έχει υπερβεί τα όρια της δικαιοδοσίας του ("The inherent power to set aside also extends to an award which exceeds the arbitrator's jurisdiction"). Στη σελ. 286 του ιδίου Συγγράμματος υπό την κεφαλίδα «Where arbitration a nullity» σημειώνεται ότι είχε νομολογιακά γίνει δεκτό (αποφασιστεί) ότι όπου ο λόγος ένστασης στη διαιτητική απόφαση ήταν ότι η όλη διαδικασία διαιτησίας ήταν άκυρη, επί τω ότι δεν υπήρξε παραπομπή διαφοράς εντός της έννοιας του Νόμου και/ή του συνυποσχετικού, δεν αποτελούσε κατάλληλη διαδικασία η υποβολή αίτησης για παραμερισμό ή ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, υπό την έννοια ότι αν πράγματι δεν υπήρξε διαφορά για παραπομπή σε διαιτησία, τότε δεν υπήρχε ούτε βάση επί της οποίας να ενεργήσει ο διαιτητής και κατ' επέκταση ούτε αντικείμενο παραμερισμού από το δικαστήριο. Σε τέτοια περίπτωση το μέρος που θα ήθελε να ισχυριστεί την ακυρότητα της διαδικασίας, θα έπρεπε είτε να περιμένει μέχρι που το άλλο μέρος να επιχειρήσει να επιβάλει (enforce) τη διαιτητική απόφαση ώστε να ενστεί σε αυτήν ή να κινούσε αγωγή για δήλωση ότι η διαιτητική απόφαση είναι άκυρη.[3] Ωστόσο, στο ίδιο Σύγγραμμα αναγνωριζόταν ότι, ενόσω δεν ρυθμιζόταν νομοθετικά ποιος είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος αντίδρασης σε σχέση με διαιτητική διαδικασία που υπάρχει ισχυρισμός ότι ήταν εξ υπαρχής άκυρη, υπήρχε ο κίνδυνος να απορριφθεί δικαστικά η εγερθείσα ένσταση στο στάδιο αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης επί τω ότι παρήλθε τυχόν προθεσμία για υποβολή αίτησης παραμερισμού / ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. TO ARBITRATION ACT 1996 O νέος Αγγλικός Νόμος Arbitration Act 1996, ο οποίος αντικατέστησε το Arbitration Act 1950, θεσπίζει συγκεκριμένη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού/ ακύρωσης διαιτητικής απόφασης για λόγους που αφορούν σε έλλειψη δικαιοδοσίας ('substantive jurisdiction" - section 67) ή σε σοβαρή αντικανονικότητα ("serious irregularity" - section 68) ή για την καταχώρηση έφεσης επί νομικών σημείων ("appeal on point of law - section 69)". Σχετικό το άρθρο 70
(3), το οποίο προβλέπει ότι: "Any application or appeal must be brought within 28 days of the date of the award or, if there has been any arbitral process of appeal or review, of the date when the applicant or appellant was notified of that process." Δεδομένης της ύπαρξης ρητής προθεσμίας, ο νέος Νόμος προβλέπει ότι χάνεται το δικαίωμα του επηρεαζόμενου από τη διαιτητική απόφαση μέρους, το οποίο είχε συμμετάσχει στη διαιτησία, να ενστεί στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, κατά το μέτρο που ορίζεται στα άρθρα 66
(3)και 73 του Arbitration Act 1996, τα οποία και παραθέτω αυτούσια πιο κάτω: «Enforcement of the award. 66.-
(1)An award made by the tribunal pursuant to an arbitration agreement may, be leave of the court, be enforced in the same manner as a judgement or order of the court to the same effect.
(2)Where leave is so given, judgement may be entered in terms of the award.
(3)Leave to enforce an award shall not be given where, or to the extent that, the person against whom it is sought to be enforced shows that the tribunal lacked substantive jurisdiction to make the award. The right to raise such an objection may have been lost (see section 73).
(4)Nothing in this section affects the recognition or enforcement of an award under any other enactment or rule of law, in particular under Part II of the Arbitration Act 1950 (enforcement of awards under Geneva Convention) or the provisions of Part III of this Act relating to the recognition and enforcement of awards under the New York Convention or by an action on the award.». "Loss of right to object. 73.-
(1)If a party to arbitral proceedings takes part, or continues to take part, in the proceedings without making, either forthwith or within such time as is allowed by the arbitration agreement or the tribunal or by any provision of this Part, any objection - (
  1. a)that the tribunal lacks substantive jurisdiction, (
  2. b)that the proceedings have been improperly conducted, (
  3. c)that there has been a failure to comply with the arbitration agreement or with any provision of this Part, or (
  4. d)that there has been any other irregularity affecting the tribunal or the proceedings, he may not raise that objection later, before the tribunal or the court, unless he shows that, at the time he took part or continued to take part in the proceedings, he did not know and could not with reasonable diligence have discovered the grounds for the objection.
(2)Where the arbitral tribunal rules that it has substantive jurisdiction and a party to the arbitral proceedings who could have questioned that ruling- (
  1. a)by any available arbitral process of appeal or review, or (
  2. b)by challenging the award, does not do so, or does not do so within the time allowed by the arbitration agreement or any provision of this Part, he may not object later to the tribunal's substantive jurisdiction on any ground which was the subject of that ruling.". Διατηρείται υπό προϋποθέσεις το δικαίωμα του επηρεαζόμενου από τη διαιτητική απόφαση μέρους, που δεν είχε παραστεί στη διαιτησία, να ενστεί στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης κατά το μέτρο και στο βαθμό που προβλέπουν τα άρθρα 66
(3)και 72 του ιδίου Νόμου. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 72: "Saving for rights of person who takes no part in proceedings. 72.-
(1)A person alleged to be a party to arbitral proceedings but who takes no part in the proceedings may question - (
  1. a)whether there is a valid arbitration agreement, (
  2. b)whether the tribunal is properly constituted, or (
  3. c)what matters have been submitted to arbitration in accordance with the arbitration agreement, by proceedings in the court for a declaration or injunction or other appropriate relief.
(2)He also has the same right as a party to the arbitral proceedings to challenge an award- (
  1. a)by an application under section 67 on the ground of lack of substantive jurisdiction in relation to him, or (
  2. b)by an application under section 68 on the ground of serious irregularity (within the meaning of that section) affecting him; and section 70
(2)(duty to exhaust arbitral procedures) does not apply in his case." (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Σε αυτό το νέο σύστημα που έχει θεσπίσει ο Νόμος του 1996 στην Αγγλία, εντοπίζονται δύο διαφορές σε σχέση με το παλαιό σύστημα του Νόμου του 1950: i. πρώτον, ως προς την εμβέλεια των λόγων ένστασης που δύνανται να εγερθούν και, ii. δεύτερον, όσον αφορά το χρονικό προσδιορισμό του δικαιώματος έγερσης τέτοιου λόγου ένστασης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 66
(3)του εν λόγω νέου Νόμου φαίνεται να περιορίζει, συγκριτικά προς τη νομική κατάσταση που επικρατούσε στο πλαίσιο του αντικατασταθέντος Νόμου του 1950, το δικαίωμα ενός προσώπου που επιθυμεί να ενστεί στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, ώστε ο μόνος λόγος ένστασης, επί της ουσίας της διαιτητικής απόφασης, που θα μπορεί να εγείρει να είναι ότι ο διαιτητής στερείτο δικαιοδοσίας για να επιληφθεί της διαιτησίας (βλ. το άρθρο 66
(3)). Δεν φαίνεται να παρέχεται η ευχέρεια έγερσης, κατά το στάδιο αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, οποιουδήποτε λόγου ένστασης που άπτεται της απρεπούς συμπεριφοράς του διαιτητή ή - όπως είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στο Νόμο του 1996 - της «αντικανονικότητας της διαδικασίας» (irregularity), όπως αυτή ορίζεται περιπτωσιολογικά και εξαντλητικά στο άρθρο 68
(2)του εν λόγω Νόμου, αφού τέτοιος λόγος ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης μπορεί να εγερθεί μόνο με αίτηση παραμερισμού βάσει του άρθρου 68 του ιδίου Νόμου.[4] Χάνεται το δικαίωμα έγερσης του λόγου ένστασης που άπτεται της έλλειψης δικαιοδοσίας, αν αυτός που επιθυμεί να εγείρει το συγκεκριμένο λόγο ένστασης συμμετείχε στη διαδικασία της διαιτησίας και παρέλειψε να εγείρει τέτοιο λόγο ένστασης (βλ. άρθρο 73) ή αν ήγειρε τέτοιο λόγο κατά τη συμμετοχή του στη διαιτησία και ο διαιτητής εξέδωσε απόφαση επί της ένστασής του αυτής, αλλά ο ενιστάμενος παρέλειψε να το αμφισβητήσει με έφεση ή άλλη δικαστική διαδικασία ενώ θα μπορούσε. Πρόσωπο που δεν συμμετείχε στη διαδικασία και το οποίο αμφισβητεί ρητά το αν υπάρχει έγκυρη συμφωνία διαιτησίας ή αν έγινε έγκυρος διορισμός διαιτητή ή αν παραπέφθηκαν θέματα προς διαιτησία εντός των όρων της συμφωνίας διαιτησίας, διατηρεί το δικαίωμα, πριν την έκδοση διαιτητικής απόφασης, να ζητήσει οποιοδήποτε σχετικό διάταγμα ή άλλη δικαστική θεραπεία. Όμως, άπαξ και εκδοθεί η διαιτητική απόφαση συνεχίζει να δικαιούται, ως αναφέρει το άρθρο 72, να την αμφισβητήσει με αίτηση ακύρωσης / παραμερισμού είτε για λόγους έλλειψης δικαιοδοσίας του διαιτητή (βάσει του άρθρου 67) είτε για λόγους σοβαρής αντικανονικότητας της διαιτητικής διαδικασίας (βάσει του άρθρου 68), χωρίς να οφείλει να εξαντλήσει οποιαδήποτε άλλα μέσα θεραπείας ως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 70. Δεν αναφέρεται ρητά στο άρθρο 72 αν διατηρεί το δικαίωμα να ενστεί στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για λόγους έλλειψης δικαιοδοσίας, αλλά τούτο δεν αποκλείεται στην όψη του άρθρου 66
(3). Έτσι, τα όσα αναφέρονται σε νεώτερη έκδοση του Συγγράµµατος RUSSEL ΟΝ ARBITRAΤIΟΝ, και ειδικότερα στην 24η έκδοση αυτού, όπου και παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ'ων η αίτηση στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, θα πρέπει να διαβάζονται υπό το φακό της τροποποιητικής νομοθεσίας του 1996, εφόσον πρόκειται για έκδοση που έπεται χρονικά της θέσπισης της εν λόγω τροποποιητικής νομοθεσίας. Έχοντας προβεί στην ανωτέρω διευκρίνιση, σημειώνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση κάνει ειδική αναφορά στα σηµεία 5066 και 5067 της 24ης έκδοσης του εν λόγω Συγγράμματος, όπου αναφέρονται τα εξής꞉ «Objection to the tribunal's jurisdiction by a party. 5066 Α party may dispute that the tribunal has jurisdiction over him, though the tribunal itself considers that it does have jurisdiction and that the reference may proceed. For example, a party may maintain that he never entered into the arbitration agreement, or that he is not bound by it because it is invalid, or he may dispute that the issues which the other party is attempting to refer to arbitration fall within the scope of the arbitration agreement. Where one party claims that the arbitration agreement (as opposed to any agreement in which it is contained) has been terminated by acceptance of a repudiatory breach of that agreement, this again requires the tribunal to address whether there is a valid subsisting arbitration agreement and is a matter οf jurisdiction for the tribunal to determine. Courses of action available. 5067 Α party contesting jurisdiction has various courses of action open to him. These are discussed in more detail below but may be summarised as follows: (a) he can refuse to participate at all in the arbitration. He can then, if necessary, exercise his right to challenge the award after it has been made, or can resist its enforcement. It is also possible for the party contesting jurisdiction to commence court proceedings to pursue a substantive cause of action and resist any application for a stay of those proceedings. If the other party has commenced arbitral proceedings and applies to the court for the appointment of an arbitrator under s.18 of the Arbitration Act 1996, the party contesting jurisdiction may oppose that application. Alternatively he may apply to court for a declaration or injunction in relation to the tribunal's jurisdiction.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 4 Εντοπίζω δύο τουλάχιστον διαφορές μεταξύ του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου που ίσχυε και εξακολουθεί να ισχύει στην Αγγλία και εκείνου που ισχύει ανέκαθεν στην Κύπρο. Πρώτον, ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, δεν καθορίζει συγκεκριμένη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού / ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, ούτε και έχει θεσπιστεί οποιοσδήποτε διαδικαστικός κανονισμός δυνάμει του άρθρου 30 του εν λόγω Νόμου, ο οποίος να καθορίζει τέτοια προθεσμία.[5] Επομένως, στην Κύπρο δεν υπάρχει «εκπνοή προθεσμίας» για την άσκηση του δικαιώματος του επηρεαζόμενου από τη διαιτητική απόφαση να ζητήσει την ακύρωσή της, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που θα δοθεί από το Δικαστήριο η άδεια για την εγγραφή της και η οποία άδεια, για λόγους φυσικής δικαιοσύνης, δίδεται στο πλαίσιο δια κλήσεως διαδικασίας. Η δεύτερη διαφορά είναι ότι ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, δεν ρυθμίζει κατά τρόπο ειδικό το δικαίωμα προσώπου, προς το οποίο απευθύνεται η διαιτητική απόφαση και το οποίο δεν παρευρέθηκε στη διαιτησία, λόγω του ότι αμφισβητούσε τη δικαιοδοσία του διαιτητή, να ενστεί σε αίτηση εγγραφής. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΕ ΕΛΛΕΙΨΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΗ ΣΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ. Η απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με το κατά πόσο οι Καθ'ων η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση διατηρούν ή έχουν απωλέσει δικαίωμα ένστασης στην αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης για λόγους που άπτονται της εξ υπαρχής έλλειψης δικαιοδοσίας του διαιτητή είναι ορθό να ληφθεί αντλώντας καθοδήγηση από το σύστημα προστασίας που θέσπιζε ο παλαιός Νόμος του 1950, ο οποίος αντίστοιχα προς το Κεφ. 4, ήταν σιωπηρός επί του θέματος αυτού. Με βάση, λοιπόν, το απόσπασμα που παρέθεσα ανωτέρω, από τη σελ. 286 της 16ης έκδοσης του Συγγράμματος Russel on Arbitration υπό την κεφαλίδα «Where arbitration a nullity», παρατηρώ ότι δεν αποκλείεται η διατήρηση τέτοιου δικαιώματος ένστασης στην αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης για λόγους έλλειψης δικαιοδοσίας, εφόσον το πρόσωπο που ενίσταται επέλεξε να μην συμμετάσχει στη διαιτησία και γνωστοποίησε ρητά προς το διαιτητή και τον αντισυμβαλλόμενο στο συνυποσχετικό τη θέση του ότι ο λόγος άρνησης να συμμετάσχει οφείλεται στο ότι θεωρεί άκυρη τη διαιτητική διαδικασία εξ υπαρχής. Από την άλλη, απλή αδυναμία εμφάνισης στη διαιτησία για οποιοδήποτε άλλο λόγο, δεν αποτελεί καλό λόγο για τη διατήρηση τέτοιου δικαιώματος ένστασης περί έλλειψης δικαιοδοσίας. Κρίνω πως δεν μπορεί να καταργηθεί αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση των δύο περιπτώσεων μη εμφάνισης σε διαιτησία, έστω και αν στο πλαίσιο του Κεφ. 4, δεν υφίσταται προθεσμία για την υποβολή αίτησης παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενη, λοιπόν, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτουν στην όψη των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν στο φάκελο του Δικαστηρίου, διαπιστώνω τα εξής꞉ Οι Καθ' ων η αίτηση γνωστοποίησαν στο Διαιτητή και στους αντισυμβαλλόμενους τους στο συνυποσχετικό τη θέση τους ότι δεν είχε δικαιοδοσία ο διαιτητής διότι δεν έγινε παραπομπή διαφοράς εντός της έννοιας των όρων του άρθρου 33 του συνυποσχετικού (βλ.επιστολή ηµεροµηνίας 24.6.2014, Τεκµήριο 9 της Ε/Δ του κ. Κετώνη). Επέλεξαν, στη συνέχεια, οι Καθ' ων η αίτηση, διαμαρτυρόμενοι, να μην συμμετάσχουν στη διαιτησία. Παρατηρώ ότι ο ίδιος ο Διαιτητής εμφανίζεται (στη σελ. 3 - 4 της Διαιτητικής απόφασης) να αναφέρει ότι, μετά την προκαταρκτική συνάντηση ημερ. 11.7.2014, κατά την οποία διαπίστωσε τη μη εμφάνιση των Καθ' ων η αίτηση, αυτός μελέτησε τις αντιρρήσεις που είχαν εγείρει οι Καθ' ων η αίτηση στο διορισμό του, έχοντας ενώπιον του την αλληλογραφία (Τεκμήρια 1Α έως 8Α που του παρουσίασαν οι Αιτητές), και εν τέλει αποφάσισε ότι ο διορισμός του είχε γίνει νομότυπα και ότι ήταν απόλυτα συμβατός με την πρόνοια του άρθρου 33 της μεταξύ των μερών σύμβασης και του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4. Ο Διαιτητής κάλεσε, κατόπιν τούτου, αμφότερα τα μέρη σε συνάντηση ενώπιόν του στις 18.7.2014 (βλ. Τεκμήριο 5Α της διαιτητικής απόφασης), αλλά οι Καθ' ων για ακόμη μια φορά αρνήθηκαν να παρευρεθούν. Ενόψει της εξέλιξης αυτής, ο διαιτητής ειδοποίησε και πάλιν τα μέρη ότι θα προχωρούσε σε εξέταση της διαφοράς και έκδοση της απόφασής του με βάση όλα τα δεδομένα που είχε ενώπιον του. Κρίνω ότι το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέμειναν σταθεροί σε μη συμμετοχή τους στη διαιτησία, τους επιτρέπει να διατηρούν στο παρόν στάδιο το δικαίωμα να εγείρουν ως λόγο ένστασης στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης την κατ' ισχυρισμόν εξ υπαρχής έλλειψη δικαιοδοσίας του Διαιτητή και την εξ υπαρχής ακυρότητα της διαιτητικής διαδικασίας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο διαιτητής εξέδωσε απόφαση ότι είχαν τηρηθεί οι όροι του άρθρου 33 και ότι συνεπακόλουθα αυτός έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία, την οποία και γνωστοποίησε προς τους Καθ' ων η αίτηση. Διαφοροποιείται, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, η παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707, την οποία επικαλείται στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών. Διαφέρει διότι, αφενός, σε εκείνην την υπόθεση η παράλειψη του εφεσείοντος να εμφανιστεί στη διαιτητική διαδικασία δεν συνδέθηκε με αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του διαιτητή και, αφετέρου, σε εκείνην την υπόθεση ο εφεσείων κατ' ουσίαν συμμετείχε στη διαιτησία αφού ενημέρωσε το διαιτητή για τις απόψεις του επί της ουσίας της διαφοράς. Τούτο φαίνεται ξεκάθαρα στο απόσπασμα από την εν λόγω δικαστική απόφαση, το οποίο παραθέτω πιο κάτω. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «
  1. Ο εφεσείων εγκαίρως έλαβε γνώση της ημερομηνίας κατά την οποία θα διεξαγόταν η διαιτησία και γραπτώς πληροφορήθηκε το αποτέλεσμα. Παρά το γεγονός ότι στην επιστολή του ανέφερε πως αδυνατούσε να εμφανιστεί στη διαιτησία εντούτοις δεν ζήτησε αναβολή της διαδικασίας της διαιτησίας.
  2. Ο εφεσείων με σχετική επιστολή του είχε εκ των προτέρων ζητήσει να του κοινοποιηθεί γραπτώς η απόφαση του διαιτητή προς τον οποίο είχε εκθέσει και τις θέσεις του επί της διαφοράς. Η αδυναμία του εφεσείοντα να εμφανιστεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο της διαιτησίας σαφώς δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να εκληφθεί ως αίτημα αναβολής.
  3. Ο εφεσείων δεν στερήθηκε της ευκαιρίας να ακουστεί στη διαιτησία και οπωσδήποτε δεν στερήθηκε της ευκαιρίας να εφεσιβάλει τη διαιτητική απόφαση, δικαίωμα για το οποίο πληροφορήθηκε δεόντως με την επιστολή κοινοποίησης της διαιτητικής απόφασης.
  4. Η εφεσίβλητη, κατ' εφαρμογή των προνοιών του πιο πάνω άρθρου αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Η διαδικασία, εξ αρχής μέχρι τέλους διατηρήθηκε στα πλαίσια του νόμου όπου το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά διαπίστωσε ότι η διαιτητική απόφαση μπορούσε να εγγραφεί στο επαρχιακό δικαστήριο εφόσον αυτή εκδόθηκε αρμοδίως από το διορισθέντα συμφώνως του νόμου διαιτητή και ότι αυτή γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.
  5. Ο πρωτόδικος δικαστής δεν είχε εξουσία να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέμα νομιμότητας διορισμού του διαιτητή. Το εν λόγω θέμα ως θέμα ουσίας, ενδεχομένως να μην μπορούσε καν να εξεταστεί πρωτοδίκως ακόμη και σε περίπτωση που αυτό θα εγειρόταν από το διάδικο ως εκφεύγον του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας.
  6. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές.». Η παράγραφος
(5)της προμνησθείσας απόφασης είναι σημαντικό κατά την κρίση μου να διαβάζεται υπό το φως της ιδιαίτερης ρύθμισης που υφίσταται αναφορικά με τις διαιτησίες που προωθούνται δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Στο πλαίσιο του άρθρου 52
(4)
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, οι διαιτητικές αποφάσεις που εκδίδονται δεν είναι τελικές, παρά μόνον μετά τη λήξη της ειδικά καθορισθείσας προθεσμίας για την άσκηση έφεσης στο Δικαστήριο.[6] Εφόσον παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία ή εφόσον απορριφθεί η έφεση, προκύπτει το δικαίωμα σε εγγραφή της διαιτητικής απόφασης χωρίς άλλο περιθώριο άσκησης δικαστικού ελέγχου επί της ουσίας της στο στάδιο εκδίκασης της αίτησης για την εγγραφή της. Και είναι, για τούτο, που στην πιο πάνω παράγραφο
(5)της Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707, εκφράστηκε αμφιβολία για το αν θα μπορούσε κατά το στάδιο εγγραφής διαιτητικής απόφασης να ακουσθεί για πρώτη φορά λόγος ένστασης που άπτεται του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαιτητικής διαδικασίας. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΟΨΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΟΤΙ Ο ΔΙΑΙΤΗΤΗΣ ΣΤΕΡΕΙΤΟ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΛΟΓΩ ΜΗ ΤΗΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ 33 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ. Θυμίζω ότι η εισήγηση του συνηγόρου των Καθ'ων η αίτηση ήταν ότι꞉ Η επιστολή 23.5.2014 δεν ήταν απόφαση ως ορίζει ρητά το Β Συµβόλαιο Υπεργολαβίας. Οι Αιτητές αντί να παρακινήσουν τον αρχιτέκτονα να εκδώσει µια απόφαση βάση των προϋποθέσεων του άρθρου 33
(3), που να γράφει ρητά ότι είναι απόφαση ως προστάζει το σχετικό άρθρο, συνέχισαν να θεωρούν την επιστολή ηµεροµηνίας 23.5.2014 ως απόφαση και προσέγγισαν τον διαιτητή ο οποίος εκκίνησε την επίδικη διαδικασία. Με βάση το λεκτικό του άρθρου 33
(3)για να δηµιουργηθεί διαφορά η οποία δύναται να παραπεµφθεί σε διαιτησία πρέπει πρώτα να υπάρχει απόφαση του αρχιτέκτονα/πολιτικού µηχανικού, πράγµα που δεν υφίσταται στην παρούσα περίπτωση αφού η επιστολή ηµεροµηνίας 23.5.2014 δεν πληροί της προϋποθέσεις για να θεωρείται απόφαση. Συνεπώς, οι Καθ'ών η Αίτηση υποβάλλουν ότι, βάση των ρητών όρων του Β΄ Συµβολαίου Υπεργολαβίας, κατά το στάδιο που στάλθηκε η επιστολή παραποµπής σε διαιτησία (notice to arbitration) ηµεροµηνίας 26.5.2014, Τεκµήριο 7, δεν είχε δηµιουργηθεί η οποιαδήποτε διαφορά µεταξύ των µερών και ως εκ τούτου ο διαιτητής εκκίνησε µια διαιτησία της οποίας δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί και να εκδικάσει. Ο όρος 33 του Β΄ Συμβολαίου Υπεργολαβίας προβλέπει ότι: «
(1)Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργολάβου και του Υπεργολάβου (εξαιρουμένης οποιασδήποτε διαφοράς βάσει του άρθρου 19Α των παρόντων όρων) είτε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά τη συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών Υπεργολαβίας [.] τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε μέρος ή και από τα δύο μέρη, ανάλογα με την περίπτωση, εις τον Α/ΜΜ (με ρητή αναφορά εις το ότι η υποβολή αυτή γίνεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου του παρόντος άρθρου και, ανάλογα με την περίπτωση, με αντίγραφο προς το άλλο μέρος) προς επίλυση και έκδοση από το ίδιο γραπτής σχετικής απόφασης (εις το εξής καλούμενη «η Απόφαση του Α/ΠΜ»).
(2)[...]
(3)Η Απόφαση του Α/ΠΜ, μεταξύ άλλων, θα αναφέρει ρητά ότι πρόκειται περί Απόφασης η οποία εκδίδεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παραγράφου
(1)του παρόντος άρθρου. Εις περίπτωση που μια τέτοια Απόφαση δεν περιλαμβάνει την προηγούμενη ρητή αναφορά, τότε δεν θα θεωρείται ως Απόφαση του Α/ΠΜ εκδιδόμενη συμφώνως προς την παράγραφο
(1)του παρόντος άρθρου ούτε και θα έχει οποιονδήποτε νομικό αποτέλεσμα το οποίο άπτεται μιας τέτοιας Απόφασης.
(4)Ο Α/ΠΜ θα έχει υποχρέωση να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφασή του τόσο εις τον εργολάβο όσο και εις τον Υπεργολάβο εντός 28 ημερών από την ημερομηνία υποβολής του προς επίλυση θέματος. Η Απόφαση του Α/ΠΜ θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη εκτός εάν είτε ο Εργολάβος είτε ο Υπεργολάβος, εντός 28 ημερών από την ημερομηνία λήψης της Απόφασης, με γραπτή ειδοποίηση προς τον Α/ΠΜ και με αντίγραφο προς το άλλο μέρος, προβάλει ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο μέρος της Απόφασης, εις την οποία περίπτωση ή εις περίπτωση που ο Α/ΠΜ για οποιονδήποτε λόγο, παραλέιψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται, το ενδιαφερόμενο μέρος θα δικαιούται με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος να αξιώσει την άμεση παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία. [.]
(5)Εις περίπτωση παραπομπής της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία βάσει της παραγράφου
(4)του παρόντος άρθρου, οι ακόλουθες πρόνοιες θα έχουν εφαρμογή: (α) Οποιοδήποτε μέρος, με σχετική επιστολή, θα καλεί το άλλο μέρος σε συνάντηση εντός τακτής προθεσμίας (η οποία προθεσμία δεν θα είναι μικρότερη των 7 ημερών) προς επίτευξη συμφωνίας για τον από κοινού διορισμό ενός Διαιτητή κοινής αποδοχής για να ενεργήσει ως από κοινού διοριζόμενος Διαιτητής για την επίλυση της αμφισβήτησης ή διαφοράς. Εάν εντός 14 ημερών από την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας η οποία καθορίζεται εις την προαναφερόμενη επιστολή τα μέρη δεν συμφωνήσουν, για οποιονδήποτε λόγο, ως προς τον από κοινού διορισμό ενός Διαιτητή κοινής αποδοχής, τότε οποιοδήποτε μέρος θα έχει δικαίωμα, δια ειδοποιήσεως με συστημένη επιστολή ή με πιστοποιημένη παράδοση προς το άλλο μέρος, να διορίσει ένα Διαιτητή της επιλογής του και να απαιτεί από το άλλο μέρος να ορίσει και ο ίδιος τον Διαιτητή της δικής του επιλογής. Εάν εντός 7 ημερών από της λήψης της προαναφερόμενης ειδοποίησης, το άλλο μέρος , για οποιονδήποτε λόγο, αρνηθεί ή παραλείψει να ορίσει και ο ίδιος Διαιτητή της δικής του επιλογής, τότε θα ισχύουν και θα τίθενται εις εφαρμογή οι σχετικές πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, της Δημοκρατίας. [.] (ε) Η απόφαση του Διαιτητή, των Διαιτητών ή του Επιδιαιτητή, ανάλογα με την περίπτωση, θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη. [.]». Στην παρούσα υπόθεση, παρατηρώ ότι꞉ Το Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ του κ. Κετώνη, που είναι η επιστολή των Αιτητών (G& Z Engineers Ltd) προς τους πολιτικούς μηχανικούς - αρχιτέκτονες Γιώργος Καράς & Συνεργάτες, αναφέρει τα εξής꞉ «Θέμα꞉ άρθρο 33, Επίλυση διαφορών Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 33
(1), παρακαλούμε όπως έχουμε την απόφασή σας σχετικά με τις ενέργειες του Εργολάβου, ως ακολούθως꞉
  1. Κατά πόσον έχει το δικαίωμα μη πληρωμής εγκεκριμένων από τον αρχιτέκτονα διατακτικών.
  2. Κατά πόσον δικαιούται να προβεί ή προτίθεται να προβεί σε λύση συμβολαίου (βλ. επισυναπτόμενη επιστολή) χωρίς να υπάρχουν οι προϋποθέσεις και χωρίς να ακολουθήσει τις πρόνοιες και διαδικασίες που επιβαλλει το συμβόλαιο, εκμεταλλευόμενος τα δικά του λάθη και παραλήψεις προς ίδιο συμφέρον.
  3. Κατά πόσον ο Υπεργολάβος δικαιούται να πληρωθεί όλα τα έξοδα και/ή ζημιές που έχει υποστεί ως αποτέλεσμα των καθυστερήσεων στην εκτέλεση των εργασιών, της μη πληρωμής των εγκεκριμένων διατακτικών και της παράνομης ή προτιθέμενης λύσης της υπεργολαβίας από τον Εργολάβο. Αναμένουμε την απάντηση σας σύμφωνα με το άρθρο 33
(3)και μέσα στα προβλεπόμενα χρονοδιαγράμματα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 33
(4).» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Το Τεκμήριο 6 της Ε/Δ του κ. Κετώνη, που είναι η απάντηση των πολιτικών μηχανικών - αρχιτεκτόνων στην ως άνω επιστολή ως το Τεκμήριο 5, παρατηρώ ότι έχει την εξής διατύπωση (βλ. την τελευταία παράγραφο στη σελ. 2/3 και όλη την σελ. 3/3)꞉ «Για όλους τους πιο πάνω λόγους και σε απάντηση του αιτήματός σας που υποβλήθηκε με την επιστολή σας ημερομηνίας 14/5/2014, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου
(1), του άρθρου 33 του συμβολαίου υπεργολαβίας μεταξύ της εταιρείας σας και της εταιρείας Elite Construction Ltd, παραθέτουμε πιο κάτω την απάντησή μας στα θέματα που υποβάλλετε, σχετικά με τις ενέργειες του εργολάβου꞉
(1)[...]
(2)[...]
(3)[...] Συνεπώς, μη έχοντας άλλη επιλογή και έχοντας σαν γνώμονα το καλώς νοούμενο συμφέρον του Ομίλου Αντισφαίρισης Παραλιμνίου, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να δώσουμε οδηγίες στον κυρίως Εργολάβο όπως προχωρήσει με τις ενδεδειγμένες διαδικασίες για τερματισμό του μεταξύ σας συμβολαίου υπεργολαβίας [...].Επιπρόσθετα, θα δοθούν οδηγίες στον Ο.Α.Π. όπως προχωρήσει στην εξαργύρωση του ποσού της εγγυητικής σας που αντιστοιχεί σε €4.744,20, βάσει του άρθρου 34 του συμβολαίου.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η πιο πάνω επιστολή (Τεκμήριο 6) φέρει κοινοποίηση προς τους εδώ Καθ' ων η αίτηση (Elite Construction Ltd), προς τον Όμιλο Αντισφαίρισης Παραλιμνίου και τον ΚΟΑ. Κρίνω ότι, εφόσον με το Τεκμήριο 5 ζητήθηκε κατά τρόπο ρητό και ξεκάθαρο η έκδοση Απόφασης «σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 33
(1)» και εφόσον με το Τεκμήριο 6 δόθηκε απάντηση, ως το αίτημα που παρέχεται στο Τεκμήριο 5, με ειδική αναφορά ότι η απάντηση δίδεται «σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου
(1), του άρθρου 33 του συμβολαίου υπεργολαβίας», τηρήθηκε επαρκώς η αναγκαία προϋπόθεση του άρθρου 33
(3)και δεν χωρεί καλός ή ικανοποιητικός λόγος αμφισβήτησης της γένεσης διαφοράς προς παραπομπή σε διαιτησία. Το ό,τι εξάλλου περί «Απόφασης» πρόκειται, προκύπτει από την οριστική διατύπωση με την οποία απαντώνται τα τρία ερωτήματα και από τη διατύπωση της καταληκτικής παραγράφου του Τεκμηρίου 6, όπου με σαφήνεια περιγράφονται τα μέτρα που οι Α/ΠΜ έχουν αποφασίσει να διατάξουν. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργήθηκε διαφορά για παραπομπή σε διαιτησία βάσει του άρθρου 33
(3). Έχοντας, επίσης, ότι δεν αμφισβητούνται τα επόμενα βήματα που έλαβαν οι Αιτητές μετά τη λήψη της Απόφασης των Α/ΠΜ δυνάμει του άρθρου 33
(4)
(5), κρίνω ότι ο πρώτος λόγος ένστασης όσον αφορά την ανάληψη δικαιοδοσίας από τον διαιτητή δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΕ ΑΠΡΕΠΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 20
(2)ΤΟΥ ΚΕΦ. 4 ΣΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον είναι δυνατόν να επεκταθεί το δικαίωμα ένστασης στην αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης, ακόμη και σε άλλους λόγους, πέραν του δικαιοδοτικού ζητήματος στο στάδιο έναρξης της διαιτησίας, που άπτονται θεμάτων ουσίας - είτε κακής συμπεριφοράς του διαιτητή είτε αντικανονικότητας της διαιτητικής διαδικασίας, περιλαμβανομένης τυχόν υπέρβασης των εξουσιών που του χορηγήθηκαν ή νομικών σφαλμάτων που διέπραξε. Τούτο είναι ζήτημα που, επίσης, κρίνω κατάλληλο να αντιμετωπίσω με βάση τη νομολογιακή αντιμετώπιση του θέματος στην Αγγλία βάσει του Arbitration Act 1950. Το άρθρο 20
(2)προβλέπει τα εξής꞉ «20.-
(2)΄Οταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.». Με δεδομένο ότι η διάταξη του άρθρου 20 του Κεφ. 4 είναι αντίστοιχη με εκείνην του άρθρου 23 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 (βλ. Νεόφυτος Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 687), έχω ανατρέξει στο Σύγγραμμα "Russell on the Law of Arbitration", 19th edn, London Stevens & Sons, 1979, σελ. 495, όπου αναφέρονται τα εξής: «Procedure The particular procedure for setting aside an award is by motion before a single judge (Ord.73, r.2), the case being entered before a single judge. Misconduct of the arbitrator cannot be pleaded as a defence to an action to enforce the award, and since an award cannot be set aside in an action commenced by writ, a fortiori it cannot be set aside on a counterclaim (Birtley & District Co-operative Society Ltd v Windy Nook & District Industrial Co-operative Society Ltd. [1959] 1 W.L.R. 142; [1959] 1 ALL ER 43; Scrimaglio v Thornett and Fehr
(1924)131 L.T. 174.». Ενόσω, λοιπόν, δεν έχουν εγερθεί οι λόγοι ακυρότητας που εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 20
(2)με ξεχωριστή εναρκτήρια αίτηση της διαιτητικής απόφασης, και ανεξάρτητα από το ότι δεν υπάρχει προθεσμία καταχώρησης τέτοιας αίτησης η οποία να έχει εκπνεύσει, κρίνω ότι δεν θα ήταν θεμιτό να εξεταστούν από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε να επεκταθεί ο δικαστικός έλεγχος σε έλεγχο ουσίας της διαιτητικής απόφασης που δεν είναι ο σκοπός και ο στόχος του νομοθέτη με το άρθρο 21 του Κεφ. 24, κατά το στάδιο εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Τρία είναι τα μόνα κριτήρια που αναγνωρίζει η Κυπριακή νομολογία ότι πρέπει να πληρούνται στο στάδιο αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης που εκδίδεται σε διαιτησία δυνάμει του περί Διαιτησίας Νόμου: i. Ότι η αίτηση για εγγραφή επιδόθηκε στο επηρεαζόμενο μέρος. ii. Ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στο επηρεαζόμενο μέρος. iii. Ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Το πρώτο κριτήριο δεν αμφισβητείται. Το δεύτερο κριτήριο αν και δεν αποδείχθηκε από τους Αιτητές με την Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκε από τους Καθ' ων στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης και στην Ε/Δ που τη συνοδεύει. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω μόνο το τρίτο κριτήριο. Όσον αφορά το τρίτο κριτήριο, περί έγκυρης διαιτητικής απόφασης, κρίνω πως δύναμαι να εξετάσω στο παρόν στάδιο μόνο εκείνους τους λόγους ένστασης επί της ουσίας της διαιτητικής απόφασης, που μπορούν να αποφασιστούν δυνάμει της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαιοσύνης, δηλαδή μόνο το κατά πόσον η διαιτητική απόφαση είναι κακή στην όψη της. Με βάση το προμνησθέν Σύγγραμμα Russel on Arbitration, σελ. 284 - 285, τέτοια είναι η απόφαση όταν: Περιέχει πρόδηλο σφάλμα, νομικό ή πραγματικό (involving an apparent error in fact or in law), ή Δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για τελική και βέβαιη απόφαση (not complying with the requirements of finality and certainty). Όπου ο διαιτητής έχει υπερβεί τα όρια της δικαιοδοσίας του ("The inherent power to set aside also extends to an award which exceeds the arbitrator's jurisdiction"). Στην παρούσα υπόθεση, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, καταλήγω να κρίνω ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι όντως κακή στην όψη της. Κατ' αρχάς, ο διαιτητής από μόνος του, χωρίς τούτο να αποτελεί παραπεμφθέν θέμα προς διαιτησία, επέλεξε να ασχοληθεί με ένα νομικό ερώτημα, ήτοι το κατά πόσον η σύμβαση υπεργολαβίας (ως το Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ του κ. Κετώνη) ήταν νόμιμη. Τούτο παρά το γεγονός ότι, αφενός, ο ίδιος δεν ήταν νομικός και, αφετέρου, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν αμφισβητούσαν τη νομιμότητά της. Κατέληξε, δε, σε εύρημα ότι ήταν παράνομη για λόγους που άπτονταν όχι του ιδιωτικού δικαίου των συμβάσεων, αλλά για λόγους που προηγούνταν της σύναψης της σύμβασης βάσει του διοικητικού δικαίου περί δημοσίων συμβάσεων. Αποφάσισε, συγκεκριμένα, ότι «Τόσον ο αρχιτέκτονας όσο και η Αναθέτουσα Αρχή έχουν παραβιάσει το νόμο περί της Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Νόμο του 2003 (Ν.101(Ι)/2003)» και ότι «Περαιτέρω θεωρώ ότι ο Αρχιτέκτονας / Αναθέτουσα Αρχή έχουν παραβιάσει το νόμο περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2006». Μετέτρεψε έτσι τον εαυτό του σε αναθεωρητική αρχή προσφορών ή σε διοικητικό δικαστήριο και υπερέβη τα όρια δικαιοδοσίας ενός διαιτητή που ενεργεί μόνο εντός του πλαισίου του Κεφ. 4 για επίλυση διαφορών που αφορούν στην εφαρμογή και εκτέλεση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου. Με βάση το σύγγραμμα Russell on the Law of Arbitration, 19η έκδοση, 1979, Στη σελ. 437, κάτω από τον τίτλο «award bad on its face» αναφέρεται ότι: «[.] notwithstanding that an arbitrator's decision is in general final, if an error of law is allowed to appear on the face of the award, this is a ground for setting it aside, unless the error is immaterial to the decision.» Ως προς το τί εννοείται με τον όρο «νομικό σφάλμα στην όψη της απόφασης» στη σελ. 448 του ίδιου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: «An error of law on the face of the award means that you can find in the award or a document actually incorporated thereto, as, for instance, a note appended by the arbitrator stating the reasons for his judgment, some legal proposition which is the basis of the award and which you can then say is erroneous.[8]» Σε περίπτωση, λοιπόν, που νομικό σφάλμα παρουσιάζεται στην όψη της διαιτητικής απόφασης, το Δικαστήριο έχει ευχέρεια να επέμβει παραμερίζοντας την απόφαση. Η ευχέρεια, όμως, αυτή δεν υπάρχει σε όλες τις περιπτώσεις, όπως εξηγείται στις σελ. 440 και 441 του ιδίου συγγράμματος, αφού δεν ισχύει εκεί όπου τα μέρη παρέπεμψαν συγκεκριμένο νομικό ερώτημα σε διαιτησία, οπότε η απόφαση του διαιτητή επ' αυτού δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ως προς την ορθότητα της: « Question of law specifically referred The rule that an error of law, if it appears on the face of the award, is a ground for remitting it or setting it aside, is an exception to the general rule that an award is final as to both fact and law,[9] and will not be applied where the parties have specifically referred a question of law to arbitration.[10] In such cases an award will stand, notwithstanding that it is erroneous unless "it appears by the award that the arbitrator has proceeded illegally, for instance, that he has decided on evidence which in law was not admissible, or on principles of construction which the law does not countenance, then there is error in law, which may be ground for setting aside the award; but the mere dissent of the court from the arbitrator's conclusion on construction is not enough for that purpose."[11] Intentional disregard of the law, however, would seem to be such misconduct on the part of an arbitrator as would justify setting his award aside.[12] 1. .. the question whether the respondents were entitled to terminate the agreement because the applicants refused to attend daily at the site was a specific question submitted to the arbitrator and even if that question was a question of law (as the respondents contended), the well-established rule that the court could not interfere with the decision of an arbitrator where a specific question of law had been submitted to him applied and the parties were bound by his decision whether it was right or wrong: Hitchens v. British Coal Refining Process Ltd [1936] 2 All ER 191. It is necessary here to distinguish cases in which a question of law is specifically referred, and cases in which a question of law merely arises (though necessarily
  1. so)in the course of a reference. The question is whether what is referred to the arbitrator is "the general question, whether involving fact or law" or "only some specific question of law in express terms as the separate question submitted,"[13] or in other words whether there is "a reference in which the questions of construction arise as being material in the decision of the matter which has been referred to arbitration" or "a reference in which a specific question of law was referred to the decision of the arbitrator as the sole tribunal."[14] Only in the latter case will an apparent error in law be left unquestioned.» Ο πιο πάνω κανόνας τέθηκε στην υπόθεση In re King and Duveen [1913] 2 K.B. 32, 35, 36, από τον Channell J. ο οποίος εξήγησε και τους λόγους ύπαρξης του. Ο Δικαστής Channell είπε ότι όταν συγκεκριμένο νομικό ερώτημα υποβάλλεται στο διαιτητή και ο διαιτητής το αποφασίζει, το γεγονός ότι η απόφαση του είναι εσφαλμένη δεν επιτρέπει τον παραμερισμό της. Διαφορετικά, θα ήταν μάταιο να υποβάλλονται νομικά ερωτήματα σε διαιτητές: «It is no doubt a well-established principle of law that if a mistake of law appears on the face of the award of an arbitrator, that makes the award bad, and it can be set aside ...., but it is equally clear that if a specific question of law is submitted to an arbitrator for his decision, and he does decide it, the fact that the decision is erroneous does not make the award bad on its face so as to permit of its being set aside. Otherwise it would be futile ever to submit a question of law to an arbitrator.» (έμφαση δική μου) Τα ίδια υιοθετήθηκαν από την αγγλική Βουλή των Λόρδων (House of Lords) στην υπόθεση F.R. Absalom Ltd. v. Great Western (London) Garden Village Society Ltd [1933] A.C. 592 και σε αριθμό μεταγενέστερων υποθέσεων. Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχω προαναφέρει το νομικό ερώτημα που ο διαιτητής αποφάσισε, καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας, δεν είχε παραπεμφθεί σε αυτόν από τα μέρη της διαιτησίας και συνεπώς δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο από το να κρίνει ότι η απόφασή του είναι κακή στην όψη της λόγω πρόδηλου νομικού σφάλματος. Ακόμη, όμως, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο Διαιτητής είχε δικαιοδοσία να αναλάβει τον έλεγχο της νομιμότητας της σύμβασης κατά τον τρόπο που το έπραξε, πράγμα που απορρίπτω, έχω να σημειώσω τα εξής: Ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση εισηγείται ότι, δεδομένης της κατάληξης του διαιτητή σε εύρημα ότι η σύμβαση ήταν παράνομη, αποδέχθηκε ή/και όφειλε να διαπιστώσει το άκυρο αυτής της ίδιας της ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνετο στην εν λόγω παράνομη σύμβαση. Επ' αυτού αναφέρω ότι, νομολογιακά, αναγνωρίστηκε, υπό όρους, η δυνατότητα διαχωρισμού (separability) του όρου/συμφωνίας για παραπομπή σε διαιτησία από το υπόλοιπο συμβόλαιο. Παρενθετικά σημειώνω ότι η αρχή του διαχωρισμού της συμφωνίας για παραπομπή σε διαιτησία, έχει πλέον λάβει νομοθετική ισχύ στην Αγγλία και έχει περιληφθεί στο νέο Arbitration Act του 1996, ως άρθρο 7. Στην υπόθεση Harbour Assurance Co (UK) Ltd v. Kansa General International Insurance Co Ltd and others [1993] Q.B. 701 λέχθηκε ότι : «(
  2. i)The principle of the separability of the arbitration clause or agreement from the contract in which it is contained exists in English law; and, provided that the arbitration clause itself is not directly impeached, the arbitration agreement is, as a matter of principled legal theory, capable of surviving the invalidity of the contract so that the arbitrators could have jurisdiction under the clause to determine the initial validity of the contract. Further, it would be consistent to hold that an issue as to the initial illegality of the contract is also capable of being referred to arbitration, provided that any initial illegality does not directly impeach the arbitration clause. (
  3. ii)The illegality alleged in this case does not impeach the arbitration clause. (iii) The arbitration clause on its proper construction was wide enough to cover a dispute as to the initial illegality of the contract.» Ως προς το τί εννοείται με τον όρο άμεση αμφισβήτηση (direct impeachment), ο Hoffmann L.J. στη σελ. 724Α - C παρατήρησε ότι: «In every case it seems to me that the logical question is not whether the issue goes to the validity of the contract but whether it goes to the validity of the arbitration clause. The one may entail the other but, as we have seen, it may not. When one comes to voidness for illegality, it is particularly necessary to have regard to the purpose and policy of the rule which invalidates the contract and to ask, as the House of Lords did in Heyman v. Darwins Ltd., whether the rule strikes down the arbitration clause as well. There may be cases in which the policy of the rule is such that it would be liable to be defeated by allowing the issue to be determined by a tribunal chosen by the parties. » Η ως άνω απόφαση έτυχε σχολιασμού στην υπόθεση Westacre Investments Inc v. Jugoimport-SPDR Holding Co. Ltd and others [1999] QB 740 στις σελ. 756 - 758 όπου ο Δικαστής Colman κατέληξε ως ακολούθως: «It is thus necessary to determine in each case whether the nature of the illegality is such as to invalidate the agreement to arbitrate as well as the underlying contract.» Εδώ εν προκειμένω ο λόγος για τον οποίο ο διαιτητής έκρινε τη σύμβαση υπεργολαβίας παράνομη αφορούσε γενικά στη διαδικασία σύναψής της, την έκρινε δηλαδή παράνομη στο σύνολό της, και είναι αμφίβολο αν σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να διαχωρισθεί η ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται σε αυτήν. Αλλά και αν ακόμη επιτρεπόταν τέτοιος διαχωρισμός, θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση ότι ήταν αντινομικό, στην όψη της απόφασης, το ότι ο διαιτητής προχώρησε εν προκειμένω να επιδικάσει, στη βάση παράνομης σύμβασης, αποζημιώσεις προς το πρόσωπο που τεκμαίρεται ότι γνώριζε για την παρανομία εφόσον συμμετείχε στην «παράνομη» διαδικασία ανάθεσης της σύμβασης. Διευκρινίζω ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να ενστούν στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στη βάση του ότι η σύμβαση υπεργολαβίας ήταν παράνομη, αλλά στο να υποδείξουν τα νομικά σφάλματα στην όψη της διαιτητικής απόφασης, τα οποία την καθιστούν κακή στην όψη της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση εγγραφής της επίδικης διαιτητικής απόφασης δεν δύναται να επιτύχει καθ΄ότι, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, οι Καθ' ων η αίτηση πέτυχαν να δείξουν συζητήσιμη υπόθεση ότι η διαιτητική απόφαση είναι κακή στην όψη της και/ή δεν εμφανίζει τα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης και/ή είναι ακυρωτέα. Κατά συνέπεια η αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "The provisions of this Part are founded on the following principles and shall be construed accordingly - (
  4. a)The object of arbitration is to obtain the fair resolution of disputes by an impartial tribunal without unnecessary delay or expense; (
  5. b)The parties should be free to agree how their disputes are resolved, subject only to such safeguards as are necessary in the public interest; (
  6. c)In matters governed by this Part the court should not intervene except as provided by this Part." [2] «20.-
(2)΄Οταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» [3] "It has been held that where the ground of objection to the award was that the whole arbitration was a nullity, since there had been no submission, a motion to set aside was not the appropriate procedure꞉ for if there was no submission and no award there was nothing upon which the court's jurisdiction to set aside could operate. In such cases the party objecting should either wait until an attempt is made to enforce the award and then resist that attempt or sue for a declaration that the award is null.'' [4] Το άρθρο 68
(2)προβλέπει ότι꞉ "Serious irregularity means an irregularity of one or more of the following kinds which the court considers has caused or will cause substantial injustice to the applicant- (
  1. a)Failure by the tribunal to comply with section 33 (general duty of the tribunal)); (
  2. b)The tribunal exceeding its powers (otherwise than by exceeding its substantive jurisdiction: see section 67); (
  3. c)Failure by the tribunal to conduct the proceedings in accordance with the procedure agreed by the parties; (
  4. d)Failure by the tribunal to deal with all the issues that were put to it; (
  5. e)Any arbitral or other institution or person vested by the parties with powers in relation to the proceedings or the award exceeding its powers; (
  6. f)Uncertainty or ambiguity as to the effect of the award; (
  7. g)The award being obtained by fraud or the award or the way in which it was procured being contrary to public policy; (
  8. h)Failure to comply with the requirements as to the form of the award; (
  9. i)Any irregularity in the conduct of the proceedings or in the award which is admitted by the tribunal or by any arbitral or other institution or person vested by the parties with powers in relation to the proceedings or the award.". [5] «30. Ο Κυβερνήτης με τη συμβουλή και βοήθεια του Αρχιδικαστή δύναται να εκδίδει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για τη ρύθμιση της πρακτικής και διαδικασίας και τον καθορισμό των δικαιωμάτων τα οποία θα εισπράττονται αναφορικά με κάθε είδους διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα με βάση τον Νόμο αυτό:[5] Νοείται ότι, μέχρις ότου εκδοθούν τέτοιοι Κανονισμοί, εφαρμόζονται σε διαδικασίες με βάση το Νόμο αυτό με τις αναγκαίες προσαρμογές οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις αυτών.». [6] «
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ΄ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.