← Κύπρος

ΛΑΜΠΡΟΣ Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΥΠΠΗΣ, Αρ. Αγωγής: 1160/15, 13/9/2016

ΛΑΜΠΡΟΣ Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΥΠΠΗΣ, Αρ. Αγωγής: 1160/15, 13/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A494 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1160/15 Μεταξύ: ΛΑΜΠΡΟΣ Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ Ενάγοντα και ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΥΠΠΗΣ Εναγόμενος --------------------- 13 Σεπτεμβρίου 2016 Για τον ενάγοντα: κος Λ. Ιωαννίδης Για τον εναγόμενο: κος Χειμώνας ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αγωγή είναι η δεύτερη σε διάστημα ενός μηνός που έχει επίδικο θέμα την αμοιβή δικηγόρου σε προηγούμενη διαδικασία. Αυτό και μόνο οφείλει να προβληματίσει τους αρμοδίους ώστε να θεσπίσουν μια και μοναδική διαδικασία εξακρίβωσης των δικηγορικών εξόδων, ενδεχομένως τη ψήφιση (taxation) από τον πρωτοκολλητή, εφόσον η έγερση νέας αγωγής συνιστά πολλαπλασιασμό των διαδικασιών και των εξόδων και ενίοτε πηγή έκδοσης αντιφατικών και συγκρουόμενων αποφάσεων. Από την άλλη επιβάλλεται ο δικηγόρος να είναι σε θέση να εξασφαλίσει το λαβείν του, νοείται εκείνο που αρμόζει σύμφωνα με την εκτελεσθείσα εργασία, άλλως πως πλήττεται ο θεσμός, μειώνεται το κύρος του λειτουργήματος και κατ' επέκταση η ποιότητα των υπηρεσιών, ενώ τα όποια δυσμενή αποτελέσματα μετακυλίονται στο ευρύ κοινό και έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην απονομή της δικαιοσύνης και την εμπιστοσύνη που η κοινωνία τρέφει στο θεσμό. Επανέρχομαι όμως σε εκείνο που αφορά η υπό κρίση αγωγή. Διαπιστώνω εν προκειμένω ότι αριθμός γεγονότων δεν τελούν εν αμφιβόλω και ως εκ τούτου σπεύδω να τα παραθέσω. Ο ενάγων λοιπόν είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος από το έτος 1991 και ασκεί το λειτούργημα αυτό στη Λευκωσία, όπου διατηρεί γραφείο. Κατά ή περί την 19.11.2014 τον επισκέφτηκε στο γραφείο του ο εναγόμενος και του ανέθεσε την εκπροσώπηση του ιδίου και της συζύγου του, στην αγωγή 4348/08 (στη συνέχεια η αγωγή ή η προηγηθείσα διαδικασία). Τα έγγραφα της προηγηθείσας διαδικασίας, δηλαδή δικόγραφα και σχετικό πρακτικό, είναι το τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της Γιόλης Μακρίδου, πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε. Διερχόμενος κανείς το περιεχόμενο του τεκμηρίου Α στην ένορκη δήλωση της Γιόλης Μακρίδου, διαπιστώνει ότι η αγωγή στην προηγηθείσα διαδικασία στρεφόταν εναντίον του εναγομένου και της συζύγου του, ονόματι Βάλερι Κουππή. Αντικείμενο τούτης ήταν η παράδοση ελεύθερης κατοχής της οικίας που διέμεναν ο εναγόμενος και η σύζυγός του, πλέον ενδιάμεσα οφέλη προς €1.100 μηνιαίως από 08.11.

  1. Διαζευκτικά ζητείτο ποσό €37.336,
  2. Από την άλλη ο εναγόμενος και η σύζυγος του είχαν ανταπαίτηση με την οποία αξίωναν αποζημίωση δια κακοτεχνίες, πλέον ποσό που κατέβαλαν χωρίς χαριστική πρόθεση. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι η προηγηθείσα διαδικασία ηγέρθηκε σε κλίμακα €100.000 με €500.
  3. Ομονοούν οι διάδικοι ότι η προηγηθείσα αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση την 27.11.2014, δηλαδή 8 ημέρες μετά την επίσκεψη του εναγομένου στο γραφείο του ενάγοντα. Επιπλέον, κοινό τόπο αποτελεί ότι ο εναγόμενος έδωσε στον ενάγοντα διοριστήριο δικηγόρου, αγγλιστί retainer. Ωσαύτως, την 27.11.2014 ο ενάγων εμφανίστηκε στο δικαστήριο και άμα την απόσυρση της προηγούμενης δικηγόρου εκπροσώπησε τον εναγόμενο και τη σύζυγό του. Μάλιστα την ίδια ημερομηνία (27.11.2014), επιτεύχθηκε διευθέτηση της αγωγής με αμφότερες τις πλευρές να αποσύρουν την αξίωσή τους. Το αναμφισβήτητο πρακτικό της διαδικασίας, το οποίο αποτελεί μέρος του τεκμηρίου Α στην ένορκη δήλωση της Γιόλης Μακρίδου, φανερώνει ότι πέραν από την απόσυρση των αξιώσεων οι διάδικοι δήλωσαν ότι έκαστος θα επωμισθεί τα έξοδα του δικηγόρου του και τέλος, προέβησαν σε δηλώσεις αναφορικά με τη μεταβίβαση της οικίας επ' ονόματι και της συζύγου του εναγομένου, καθώς ότι μέχρι τη μεταβίβαση η οικία θα παρέμενε ελεύθερη παντός βάρους. Οι εν λόγω δηλώσεις κατέστησαν κανόνας δικαστηρίου. Συνακόλουθα, αγωγή και ανταπαίτηση αποσύρθηκαν. Καίτοι τα πιο πάνω δεν ολοκληρώνουν τα αναμφισβήτητα και παραδεκτά γεγονότα, αρμόζει να παρατεθούν εδώ οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ώστε να διευκολυνθεί η κατανόηση της διαφοράς. Είναι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι πέραν του διοριστήριου που υπέγραψε ο εναγόμενος και η σύζυγός του, έντυπο με το οποίο αναγνώρισαν ότι η αμοιβή του θα ήταν σύμφωνα με τις κλίμακες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συμφωνήθηκε πως η αμοιβή του σε σχέση με την εξωδικαστηριακή εργασία θα ήτο συμφώνως των κανονισμών περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία. Σε αυτό το δεύτερο σκέλος της συμφωνηθείσας αμοιβής είναι που εστιάζεται η αξίωση του ενάγοντα, εφόσον διατείνεται ότι δια μελέτη της προηγηθείσας αγωγής δαπάνησε πέραν των 10 ωρών, καθ' ότι της έδωσε προτεραιότητα ένεκα του ότι ήταν ορισμένη για ακρόαση σε πολύ σύντομο χρόνο. Διατείνεται περαιτέρω ότι εξαρχής καθόρισε την αμοιβή του και κατέστησε σαφές ότι και οι δύο πελάτες του, ήτοι ο εναγόμενος και η σύζυγός του, ήταν συνυπεύθυνοι δια ικανοποίηση τούτης. Ο ενάγων αναφέρει περαιτέρω ότι την 27.11.2014, ημερομηνία που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, πριν την απόσυρσή τούτης αλλά αφότου οι διάδικοι συμφώνησαν την απόσυρση αμφότερων των αξιώσεων, ήλθε σε νέα συμφωνία με τον εναγόμενο. Παρουσία της συζύγου του εναγομένου, αναφέρει ο ενάγων, συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του για τις υπηρεσίες που πρόσφερε θα ανερχόταν σε €2.850 πλέον ΦΠΑ. Μάλιστα ο εναγόμενος αναγνώρισε εγγράφως τούτη την οφειλή, διατείνεται ο ενάγων και επιπλέον, ανέλαβε να καταβάλει ολόκληρο το ποσό ο ίδιος και αυτός είναι ο λόγος που ο ενάγων δεν επέμεινε να υπογράψει το έγγραφο αναγνώρισης χρέους και η σύζυγος του εναγομένου. Παρ' όλα αυτά, προσθέτει ο ενάγων, άμα την αποπεράτωση της αγωγής επιχείρησε να μιλήσει με τον εναγόμενο, χωρίς όμως επιτυχία. Όταν πλέον ανέκτησε επικοινωνία ο τελευταίος του ανέφερε ότι η αμοιβή που ζητούσε ήταν υπερβολική, ενώ στη συνέχεια του απέστειλε συστημένο φάκελο που περιείχε δύο επιταγές για το ποσό των €230 έκαστη. Ο ενάγων πληροφόρησε τον εναγόμενο ότι θα εξαργύρωνε τις επιταγές και θα αξίωνε το υπόλοιπο. Λόγω του ότι αρχικά ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €110 έναντι πραγματικών εξόδων, ο πρώτος αφαίρεσε τούτο από το ποσό που συμφωνήθηκε την 27.11.2014, όπως επίσης και το ποσό των δύο επιταγών. Ως εκ τούτου αξιώνει το υπόλοιπο, ήτοι €2.280, πλέον €541,50 (ΦΠΑ επί ολόκληρου του συμφωνηθέντος ποσού) και €23 πραγματικά έξοδα (€8 για την ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου και €15 για την έκδοση του διατάγματος του δικαστηρίου), σύνολο €2.844,
  4. Η υπεράσπιση του εναγομένου είναι απλή, γεγονός που διευκολύνει το έργο του δικαστηρίου. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι υπολείπεται ουσίας. Τουναντίον, είναι ευσύνοπτη αλλά περιεκτική. Η υπεράσπιση λοιπόν δέχεται ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το έγγραφο που ο ενάγων αναφέρει ότι υπεγράφη την 27.11.
  5. Διατείνεται εν τούτοις ότι η υπογραφή τούτου δόθηκε «κάτω από συνθήκες πίεσης και παράβασης κάθε αρχής δικαίου αλλά και παρανομίας και επίσης σύγκρουσης με τους κανονισμούς περί εξωδικαστηριακής εργασίας». Συνεπώς διατείνεται ότι το εν λόγω έγγραφο ουδεμία αξία έχει. Η πίεση που ασκήθηκε στον εναγόμενο παρατίθεται λεπτομερώς στο δικόγραφο της υπεράσπισης, ως άλλωστε προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Δ.19 κ.5). Υποστηρίζεται εν προκειμένω ότι ασκήθηκε ψυχολογική πίεση στον εναγόμενο, δηλαδή ότι ο ενάγων του ανέφερε πως δεν θα εμφανιζόταν στο δικαστήριο αν δεν αποδεχόταν τη συμφωνία. Επιπλέον, ο ενάγων του ανέφερε ότι ήταν απαραίτητο να υπογράψει το έγγραφο και γενικά ενήργησε υπό συνθήκες απαράδεκτης επιρροής και πίεσης. Κατά τα λοιπά ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Δηλώνει δε ότι αρμόδιο όργανο να αποφασίσει την εξωδικαστηριακή αμοιβή του ενάγοντα είναι η αρμόδια επιτροπή του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και όχι το δικαστήριο. Για δε την αμοιβή του ενάγοντα συμφώνως των Θεσμών, νοείται για τη δικαστηριακή εργασία, υποστηρίζει ότι το ποσό των €570 που του απέστειλε είναι αρκούντος ικανοποιητικό. Παρεμβάλλω εδώ ότι η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη βάσει των διατάξεων της νέας Δ.
  6. Μάλιστα λόγω του ότι η διαφορά είναι αξίας μικρότερης των €3.000, η ακρόαση διεξήχθη στη βάση ενόρκων δηλώσεων. Αξιομνημόνευτο είναι πως ουδεμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση και γι' αυτό το λόγο μετά την καταχώριση των νενομισμένων ενόρκων δηλώσεων η διαδικασία οδηγήθηκε σε αγορεύσεις. Προσθέτω ότι περιορισμένη είναι η μαρτυρία που οι δύο πλευρές προσκόμισαν στο δικαστήριο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η πλευρά του ενάγοντα προσκόμισε ένορκη δήλωση της πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κας Γιόλης Μακρίδου, στην οποία επισυνάπτονται πιστά αντίγραφα του περιεχομένου της προηγηθείσας αγωγής. Περαιτέρω, ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε τόσο από τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Δεν χρειάζεται, πιστεύω, να επαναλάβω το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων. Άλλωστε η μαρτυρία σχολιάζεται εκτενώς πιο κάτω, κατά το στάδιο αξιολόγησης τούτης. Σε αυτό το στάδιο είναι αρκετό να αναφέρω ότι και οι δύο πλευρές επανέλαβαν τις δικογραφημένες θέσεις τους. Αξίζει όμως να επισημάνω τα ακόλουθα. Ο ενάγων προσκόμισε στο δικαστήριο αριθμό εγγράφων της προηγηθείσας αγωγής, με σκοπό να καταδείξει τον όγκο τούτων και να δικαιολογήσει το χρόνο που διατείνεται ότι ανάλωσε. Τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Πέραν τούτου παρουσίασε και το έντυπο αναγνώρισης χρέους που υπεγράφη την 27.11.2014 από τον εναγόμενο (βλ. τεκμήριο 5). Επιπλέον παρουσίασε στο δικαστήριο χρεωστική σημείωση και επιστολή που έστειλε στον εναγόμενο (τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα), συστημένη επιστολή που του έστειλε ο εναγόμενος (τεκμήριο 8) και τέλος, αντίγραφα των δύο επιταγών που του έστειλε ο εναγόμενος (τεκμήριο 9). Στον αντίποδα ο εναγόμενος υποστήριξε ότι οι διάδικοι ουδέποτε συμφώνησαν αμοιβή άλλη από το retainer. Εξαιρουμένου βεβαίως του εγγράφου αναγνωρισης χρέους, για το οποίο επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, ήτοι ψυχική πίεση. Προς υποστήριξη της θέσης ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε άλλη αμοιβή, παρουσίασε το τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση. Όπως ανέφερε, το εν λόγω τεκμήριο είναι συμφωνία που του απέστειλε ο ενάγων και αναφέρει διάφορες χρεώσεις για μελέτη της προηγούμενης αγωγής, καθώς και για κάθε εμφάνιση στο δικαστήριο. Εν τούτοις, ανέφερε ο εναγόμενος, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του δεν υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο. Κατά τα λοιπά υποστηρίζει ότι το τεκμήριο 5 υπεγράφη κατόπιν ψυχικής πίεσης, καθ' ότι ο ενάγων του έλεγε ότι θα τον εγκατέλειπε και δεν θα τον εκπροσωπούσε. Από τα πιο πάνω, μαρτυρία και δικογραφημένες θέσεις, προκύπτει ότι άλλο ένα γεγονός και μάλιστα ουσιώδες για την εξέλιξη της διαδικασίας, είναι παραδεκτό. Τούτο δεν είναι άλλο από την υπογραφή του εγγράφου ημερομηνίας 27.11.
  7. Τα μέρη συμφωνούν ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το έγγραφο που πιο πάνω αναφέρεται. Τούτο δε το έγγραφο είναι το τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Λάμπρου Ιωαννίδη. Απλή εξέταση τούτου αποκαλύπτει ότι είναι χειρόγραφο και φέρει την υπογραφή του εναγομένου. Επαναλαμβάνω ότι το έγγραφο υπεγράφη μόνο από τον εναγόμενο και όχι τη σύζυγό του. Ο τύπος και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 έχουν ως ακολούθως· «Συμφωνούμε ότι η αμοιβή του δικηγόρου μας Λάμπρου Ιωαννίδη για την εκπροσώπηση μας στην αγ. 4348/08 είναι €2850 πλέον ΦΠΑ το οποίο θα καταβάλουμε μέχρι τις 10/1/
  8. Παύλος Κούππης Υπ. (υπογράφηκε) Βάλερι Κούππη Υπ. (παρέμεινε κενό)» Ως εκ των πιο πάνω, το γεγονός ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το τεκμήριο 5, δηλαδή το προαναφερθέν έγγραφο, καθίσταται εύρημα του δικαστηρίου. Τώρα, απ' όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι η νομική βάση της αξίωσης του ενάγοντα είναι διττή. Αφενός επικαλείται τη γνωστή αρχή quantum meruit (what one has earned) και υποστηρίζει ότι το ποσό της αξίωσης αναλογεί στις υπηρεσίες που πρόσφερε, αφετέρου υποστηρίζει ότι οι διάδικοι συμφώνησαν το ποσό που απαιτείται και με αυτό παραπέμπει στο έγγραφο ημερομηνίας 27.11.2014, το οποίο χαρακτηρίζει ως έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Περιπλέον, τα επίδικα θέματα εμπλουτίζονται από όσα η υπεράσπιση δικογράφησε. Αμφισβητείται εν προκειμένω η δικαιοδοσία του δικαστηρίου να αποφασίσει εξωδικαστηριακή αμοιβή. Περαιτέρω, τίθεται θέμα ψυχικής πίεσης που άπτεται της υπογραφής του εγγράφου ημερομηνίας 27.11.
  9. Τέλος, υποστηρίζεται ότι το ποσό των €570 που ο εναγόμενος έχει ήδη καταβάλει στον ενάγοντα, είναι αρκούντως ικανοποιητική αμοιβή. Τα πιο πάνω είναι βεβαίως η δικανική πτυχή του θέματος. Σε πραγματικό επίπεδο το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο στο πλαίσιο της προηγούμενης αγωγής οι διάδικοι συμφώνησαν και την εξωδικαστηριακή αμοιβή, όπως διατείνεται ο ενάγων. Περαιτέρω, απόφανσης χρήζει και ο άλλος ισχυρισμός του ενάγοντα που αφορά το χρόνο που ανάλωσε για μελέτη της προηγούμενης αγωγής. Επιπλέον, ανέφερε ή όχι στον εναγόμενο ότι θα εξαργύρωνε τις επιταγές που του έστειλε και ότι θα διεκδικούσε το υπόλοιπο; Τέλος, το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για τη θέση του εναγομένου ότι υπέστη ψυχική πίεση, δηλαδή να διαπιστώσει τι πραγματικά διημείφθη μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου κατά το χρόνο υπογραφής του εγγράφου αναγνώρισης χρέους. Με αυτά κατά νου στρέφομαι να αξιολογήσω το μαρτυρικό υλικό. Παρεμβάλλω εδώ, ενδεχομένως εκ του περισσού, παρ' ότι το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε είναι σε γραπτή μορφή, λόγω βεβαίως των διατάξεων της νέας Δ.30, δεν σημαίνει ότι διαγράφεται ή διαφοροποιείται η υποχρέωση του δικαστηρίου δια αξιολόγηση τούτης. Εκείνο που απλώς διαφέρει είναι το γεγονός ότι η μαρτυρία δεν δόθηκε viva voce. Τα στοιχεία εν τούτοις που εξετάζονται ώστε να αποφασιστεί το αξιόπιστο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν αλλοιώνονται. Με αυτά λοιπόν υπόψη αναφέρω ότι αποτίμησα το σύνολο της μαρτυρίας με κριτήριο στοιχεία όπως· πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία του ενάγοντα δεν πείθει καθ' ότι διαπνέεται από αοριστία και ασάφεια, ενώ έκδηλη είναι η αντίφαση στα εκεί αναφερόμενα. Και εξηγώ· γεγονός είναι ότι ο εναγόμενος υπέγραψε διοριστήριο έγγραφο (retainer). Με αυτό δεσμεύτηκε ότι η αμοιβή του ενάγοντα θα ήτο σύμφωνα με τις κλίμακες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εν τούτοις στην 6η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως ο ενάγων αναφέρει πως· «Από τα αρχικά στάδια είχα καθορίσει την αμοιβή μου, σε σχέση με τα στάδια που θα ακολουθούσαν και αυτή αφορούσε τον χρόνο για τις εμφανίσεις που θα ακολουθούσαν, μέχρι την αποπεράτωση της υπόθεσης, αφού θεωρούσαμε ότι θα γίνει η δίκη, με την οποία ο Εναγόμενος συμφώνησε ανεπιφύλακτα και, περαιτέρω, ανέλαβε να καταβάλει χωρίς καθυστέρηση στο γραφείο μου, με βάση τα συμφωνηθέντα.» Επανέρχεται στο ίδιο θέμα πιο κάτω (βλ. 19η παράγραφο), όπου αναφέρει ότι η αμοιβή που αξιώνει είναι εύλογη, πέραν από συμφωνηθείσα, καθ' ότι συνάδει με τον κ.12 των περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία Κανονισμών, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αναρτημένος στο γραφείο του και ο εναγόμενος εξαρχής έλαβε γνώση του περιεχομένου τούτου. Αντιπαραβολή των πιο πάνω αποκαλύπτει ασάφεια, εφόσον δεν απαντούν το ερώτημα· τίνι τρόπω συμφωνήθηκε η εξωδικαστηριακή αμοιβή του ενάγοντα, εμμέσως, δηλαδή από τον κανονισμό που ήταν αναρτημένος στο γραφείο του δικηγόρου, ή ρητά, δηλαδή ο ενάγων ευθέως ενημέρωσε τον εναγόμενο και τη σύζυγό του για τη χρέωση, την οποία και αποδέχτηκαν; Φανερό είναι ότι ο ενάγων επιλέγει τη σιωπή και μετέρχεται ασαφών αναφορών. Αποτέλεσμα όμως είναι να μην επεξηγείται το πώς καθόρισε τη σχετική εξωδικαστηριακή αμοιβή. Έτι χειρότερη αποκαλύπτεται η εικόνα του ενάγοντα και βεβαίως η αξιοπιστία της σχετικής πτυχής της μαρτυρίας του, από τα αναφερόμενα στη 10η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως του. Αναφέρεται εκεί ότι· «Σε σχέση με την αμοιβή μου την οποία είχαμε συμφωνήσει, με γνώμονα την αντίληψη ότι θα γινόταν η δίκη, εν όψει της πιο πάνω εξέλιξης, με βάση την οποία θα τελείωνε η υπόθεση την ημέρα εκείνη, την επαναθεώρησα και καθόρισα στον Εναγόμενο ως αμοιβή μου μέχρι το στάδιο εκείνο το ποσό των €2.850, πλέον ΦΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη τον σεβαστό χρόνο που είχα αναλώσει μέχρι τότε, ποσό με το οποίο συμφώνησε ανεπιφύλακτα και προς τούτο υπόγραψε την πρόχειρη δήλωση που έγραψα με το χέρι.» Από τα πιο πάνω αφήνεται να νοηθεί ότι ο λόγος επαναθεώρησης της αμοιβής του οφείλεται στο σεβαστό χρόνο που είχε αναλώσει. Σε αυτό το στάδιο δεν ασχολούμαι με το εύλογο της επαναθεώρησης, καίτοι εκπλήσσει τούτη, δοθέντος ότι προηγήθηκε η υπογραφή γενικού διοριστηρίου εγγράφου, δηλαδή εγγράφου που καθόριζε την αμοιβή. Εν πάση όμως περιπτώσει, ό,τι παρατηρώ είναι πως η προσπάθεια του ενάγοντα να αναδείξει το χρόνο μελέτης της προηγηθείσας αγωγής ως καθοριστική παράμετρο της αξίωσής του, είναι επίπλαστη και ερείδεται σε επιτηδειότητα και υστεροβουλία. Καταλήγω σε αυτό ένεκα του τεκμηρίου Β που ο εναγόμενος παρουσίασε στο δικαστήριο. Είναι τούτο τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 24.11.2014 που ο ενάγων έστειλε στον εναγόμενο. Αντικείμενο αυτής της επικοινωνίας των διαδίκων είναι προτιθέμενη συμφωνία δια την αμοιβή του ενάγοντα, η οποία εν τέλει δεν υπεγράφη. Εν τούτοις είναι σημαντικό ότι στην παράγραφο 1 της συμφωνίας αναφέρεται πως· «Η αμοιβή του [νοείται του δικηγόρου] για τον χρόνο που ανάλωσε για την μελέτη του φακέλου, είναι €250 πλέον ΦΠΑ.» Επαναλαμβάνω ότι η σχετική συμφωνία (τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του εναγομένου) ουδέποτε υπογράφηκε και συνεπώς δεν συνομολογήθηκε. Εν τούτοις η σημασία αυτής έγκειται στο ότι τέσσερις μέρες μετά τη συνάντηση του ενάγοντα με τον εναγόμενο και τη σύζυγό του και μόλις τρεις μέρες πριν την ακρόαση της προηγούμενης αγωγής, ο ενάγων απέστειλε αυτό το έγγραφο στον εναγόμενο. Αφ' ης στιγμής ο ενάγων διατείνεται ότι έδωσε προτεραιότητα στη μελέτη της προηγούμενης αγωγής, νομίζω ότι δικαίως μπορώ να υποθέσω πως όταν έστελνε αυτή τη συμφωνία στον εναγόμενο ήταν σε γνώση του ο όγκος των εγγράφων που είχε ήδη μελετήσει, ή τουλάχιστον που επρόκειτο να μελετήσει. Και όμως σε εκείνο το στάδιο δια τη μελέτη του φακέλου ζήτησε το ποσό των €250, μόνο. Αυτό το γεγονός γεννά δύο ερωτήματα, τα οποία και αναδεικνύουν την ευτελή ποιότητα της μαρτυρίας του ενάγοντα. Δοθέντος ότι τότε αξίωσε €250 για τη μελέτη του φακέλου, γιατί σήμερα αξιώνει πέντε φορές περισσότερα, δηλαδή βάσει του κ.13 των Κ.Δ.Π. 118/2008, ήτοι €104 ανά ώρα, επί 13 ώρες. Από την άλλη, τι να πιστέψει το δικαστήριο σε σχέση με την εξωδικαστηριακή αμοιβή που ο ενάγων διατείνεται ότι εξαρχής συμφώνησε με τον εναγόμενο. Πραγματικά τι ήταν εκείνο που ζήτησε από τον εναγόμενο· €250, ως αναφέρεται στο τεκμήριο Β, ή €104 ανά ώρα, όπως αναφέρεται στον κ.13 της Κ.Δ.Π. 118/08 και που ήταν αναρτημένος στο γραφείο του ενάγοντα και που με περισσή ασάφεια και αοριστία αφήνει να νοηθεί ότι συμφωνήθηκε. Πέραν του γεγονότος ότι ο εναγόμενος εξουσιοδότησε τον ενάγοντα με διοριστήριο έγγραφο, retainer, στο οποίο αναφερόταν πως η αμοιβή του ενάγοντα θα ακολουθούσε τις κλίμακες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν δέχομαι ότι οι διάδικοι συμφώνησαν οτιδήποτε άλλο και δη σε σχέση με εξωδικαστηριακή αμοιβή. Μπορεί μεν ο ενάγων να απέστειλε στον εναγόμενο τη συμφωνία (τεκμήριο Β στη δήλωση του τελευταίου), γεγονός που υποδηλώνει ότι κάποια συζήτηση έγινε, εν τούτοις η σχετική συμφωνία δεν υπογράφηκε και αυτό και μόνο φανερώνει ότι τα μέρη δεν συμφώνησαν οτιδήποτε σχετικό. Όλα τα πιο πάνω δεν αφήνουν αναλλοίωτο τον άλλο ισχυρισμό του ενάγοντα, δηλαδή ότι η μελέτη που έκανε της υπόθεσης ήταν πέραν των 13 ωρών. Αν τούτος ήταν ο χρόνος που ανάλωσε, γιατί τότε η συμφωνία που απέστειλε στον εναγόμενο (τεκμήριο Β στη δήλωση του εναγομένου) δείκνυε ως σχετική αμοιβή το ποσό των €250; Γιατί δεν ζήτησε περισσότερα, νοουμένου ότι η υπόθεση ήταν δύσκολη και χρειάστηκε αρκετές ώρες; Η γενικότερη ασάφεια στη μαρτυρία του ενάγοντα, τα αναπάντητα ερωτήματα, καθώς και η αντίφαση που παρατηρείται μεταξύ της μαρτυρίας του και του περιεχομένου της συμφωνίας που απέστειλε στον εναγόμενο (τεκμήριο Β στη δήλωση του εναγομένου), δεν επιτρέπουν υιοθέτηση της σχετικής θέσης, δηλαδή του χρόνου που διατείνεται ότι μελέτησε την υπόθεση. Συνεπώς άγνωστος είναι ο χρόνος μελέτης της προηγούμενης αγωγής, ενώ προσθέτω ότι τα τεκμήρια 1, 2 και 3 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα, δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο βαθμό δυσκολίας που να δικαιολογεί τόσες πολλές ώρες (13 ώρες) μελέτης. Παρά τα πιο πάνω συμπεράσματα, τα οποία πλήττουν το αξιόπιστο της μαρτυρίας του ενάγοντα, από τη μαρτυρία τούτου δέχομαι τον ισχυρισμό ότι αφότου παρέλαβε τις δύο επιταγές, ενημέρωσε τον εναγόμενο πως θα τις εξαργύρωνε και θα διεκδικούσε το υπόλοιπο. Ο σχετικός ισχυρισμός ρητά αναφέρεται στη δήλωση του ενάγοντα (βλ. 18η παράγραφο). Εν τούτοις ο εναγόμενος δεν ζήτησε την αντεξέταση του ενάγοντα και αρκέστηκε σε μια γενική και αόριστη άρνηση. Επί του προκειμένου κρίνω ότι εφαρμογής τυγχάνουν τα λεχθέντα στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, 1540, που θέλουν παράλειψη αντεξέτασης να ισούται με αποδοχή της θέσης που δεν αμφισβητείται. Πέραν των πιο πάνω, το τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα, δηλαδή επιστολή ημερομηνίας 05.01.2015 που φέρεται να έστειλε στον εναγόμενο, υποστηρίζει, εμμέσως, το σχετικό ισχυρισμό. Αναφέρεται εκεί ότι· «Δεν θα επιχειρήσουμε να σας ξανά τηλεφωνήσουμε, απλά θεωρήστε δεδομένο ότι στις 12/1/2015 θα καταχωρηθεί αγωγή εναντίον σας, στην περίπτωση που δεν έχετε εξοφλήσει το ποσό.» Εν ολίγοις πάγια θέση του ενάγοντα ήταν η καταβολή ολόκληρου του ποσού, ήτοι €2.850 πλέον ΦΠΑ, γεγονός που δεν δικαιολογεί διαφορετική προσέγγιση μετά την παραλαβή των δύο επιταγών. Συνεπώς δέχομαι ότι ο εναγόμενος ενημερώθηκε για την εξαργύρωση των επιταγών και την απαίτηση του υπόλοιπου ποσού. Τελευταίο ζήτημα που διερευνάται είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου δια ψυχική πίεση και δη ότι ο ενάγων του ανέφερε πως θα τον εγκατέλειπε αν δεν αποδεχόταν το έντυπο αναγνώρισης χρέους, δηλαδή το τεκμήριο 5 στη δήλωση του ενάγοντα. Παρατηρώ ότι και σε αυτή την περίπτωση ισχύουν τα λεχθέντα στην υπόθεση Frederickou, εφόσον ο ενάγων δεν αντεξέτασε τον εναγόμενο σε σχέση με ό,τι ο τελευταίος ανέφερε. Επί του προκειμένου ο εναγόμενος ανέφερε ότι (βλ. 9η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως εναγομένου)· «Απλούστατα ο κ. Λ. Ιωαννίδης το πρωί της 27.11.2014 με ανάγκασε να του υπογράψω το χαρτί για €2.850 πλέον ΦΠΑ, διαφορετικά, όπως μου έλεγεν, θα με εγκατέλειπεν.» Αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του εναγομένου δεν αμφισβητήθηκε από τον ενάγοντα. Περιπλέον, σε σχέση με αυτή τη πτυχή της υπόθεσης ο ενάγων απλώς ανέφερε ότι ο εναγόμενος υπέγραψε με ελεύθερη συναίνεση και χωρίς να του ασκήσει οποιαδήποτε πίεση (βλ. 13η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως). Τούτος όμως ο ισχυρισμός του ενάγοντα δεν αποκαλύπτει γεγονότα, παρά μόνο συνιστά επιχείρημα το οποίο μάλιστα δεν εδράζεται σε αξιόπιστη μαρτυρία. Εν ολίγοις, είπε ή όχι στον εναγόμενο ότι θα τον εγκατέλειπε αν δεν αποδεχόταν το έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Αυτό ουδόλως το αγγίζει η μαρτυρία του ενάγοντα. Από την άλλη, η θέση του ενάγοντα ότι επαναθεώρησε την αμοιβή του (βλ. 10η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως), υποστηρίζει, εμμέσως, συμπέρασμα ότι ο ίδιος είναι που απεφάσισε τούτο για δικούς του λόγους και με δικά του κριτήρια. Διαφορετικά γιατί να επαναθεωρήσει την αμοιβή που είχε συμφωνηθεί με το retainer; Περαιτέρω, ποια ήταν η θέση του εναγόμενου σε αυτή την επαναθεώρηση; Παρεμβάλλω εδώ ότι ανυπόστατος και εξωπραγματικός κρίνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η αμοιβή του συμφωνήθηκε με γνώμονα ότι θα γινόταν δίκη (βλ. 10η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως ενάγοντα). Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι τα μέρη συμφωνούν πως ο εναγόμενος χορήγησε τον ενάγοντα με γενικό διοριστήριο δικηγόρου (general retainer). Με αυτό ως δεδομένο δεν κατανοώ πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι τούτο έγινε με γνώμονα ότι θα διεξαγόταν δίκη. Αν επιθυμία του ενάγοντα ήταν να αναλάβει την υπόθεση μόνο αν διεξαγόταν δίκη, ώστε να αυξηθεί η αμοιβή, όφειλε να θέσει τούτο ρητά στο retainer και σίγουρα όχι να διαφοροποιηθεί και να επαναθεωρήσει την αμοιβή του ευρισκόμενος στο δικαστήριο έξωθεν της πόρτας του δικαστή. Συνεπώς, τα πιο πάνω γεγονότα υποστηρίζουν, έστω εμμέσως, τη θέση του εναγομένου ότι ο ενάγων του ζήτησε να υπογράψει το έγγραφο αναγνώρισης χρέους, διαφορετικά, όπως του ανέφερε, θα τον εγκατέλειπε. Δέχομαι λοιπόν ως γεγονός ότι την 27.11.2014, προτού αποσυρθεί η αγωγή αλλά αφότου οι συνήγοροι είχαν συμφωνήσει τη διευθέτηση τούτης, ο ενάγων ανέφερε στον εναγόμενο ότι αν δεν αποδεχόταν το έγγραφο αναγνώρισης χρέους θα τον εγκατέλειπε και γι' αυτό του ζήτησε να υπογράψει το σχετικό έντυπο (τεκμήριο 5 στη δήλωση του ενάγοντα). Με διαγεγραμμένο πλέον το πραγματικό πλαίσιο στρέφομαι να εξετάσω τη δικανική πτυχή του πράγματος. Προεξάρχων ζήτημα είναι ο ισχυρισμός της υπεράσπισης δια ψυχική πίεση. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το άρθρο 16 του Κεφ. 149, το οποίο αναφέρει ότι· «
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου~ ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Είμαι της γνώμης ότι για σκοπούς της παρούσας δεν επιβάλλεται εις βάθος ανάλυση του άρθρου 16. Είναι αρκετό να υποδειχθεί το προφανές κατά τα άλλα, δηλαδή πως το άρθρο 16 του Κεφ. 149 θεσπίζει διαφορετικές κατηγορίες ψυχικής πίεσης, εκ των οποίων καθεμία αποδεικνύεται με διαφορετικό τρόπο. Στην υπόθεση Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1226, 1238, λέχθηκε ότι· «Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις· ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others [1970] 2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ' αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε.» Ανάλογα αναφέρονται και στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.α.
(2004)1Β Α.Α.Δ. 961, 968-973. Περιττό να υποδειχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία, όπου υφίσταται σχέση δικηγόρου - πελάτη, δηλαδή ειδική σχέση εμπιστοσύνης, η ύπαρξη ψυχικής πίεσης τεκμαίρεται και το βάρος απόδειξης ότι η συναλλαγή ήτο γνήσια και νόμιμη, βαραίνει το πρόσωπο που απεκόμισε όφελος και όχι εκείνο που αιτιάται ψυχική πίεση. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους
(2001)1Β Α.Α.Δ. 750, 758, καθώς και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», τόμος Α, σελίδες 291 μέχρι και 319, του Πολύβιου Πολυβίου. Προσαρμογή των πιο πάνω στα γεγονότα της παρούσας φανερώνει ότι στη δοσμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το τεκμήριο του νόμου και συνεπώς ο ενάγων καλείται να αποσείσει τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η προφορική συμφωνία ημερομηνίας 27.11.2014 και η υπογραφή του εγγράφου αναγνώρισης χρέους (τεκμήριο 5 στη δήλωση του ενάγοντα), είναι προϊόν ψυχικής πίεσης. Επαναλαμβάνω ότι ο λόγος δια τον οποίο αντιστρέφεται τούτο το αποδεικτικό βάρος (evidential burden) οφείλεται στο τεκμήριο του νόμου, λόγω της δεδομένης σχέσης δικηγόρου - πελάτη μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου. Εν τούτοις ο ενάγων δεν καταπιάνεται με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, εφόσον ουδέν γεγονός αναφέρει, πλην του αναιτιολόγητου συμπεράσματος ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το έντυπο αναγνώρισης χρέους «με ελεύθερη τη συναίνεσή του». Επαναλαμβάνω ότι αυτή η θέση δεν δεσμεύει το δικαστήριο εφόσον είναι συμπέρασμα και όχι γεγονός και δη γεγονός που βρίσκει έρεισμα σε αξιόπιστη μαρτυρία. Οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου θέλουν τον ενάγοντα να απειλεί τον εναγόμενο ότι αν δεν υπογράψει το τεκμήριο 5, δηλαδή το έντυπο αναγνώρισης χρέους, θα τον εγκαταλείψει. Παρεμβάλλω εδώ ότι μπορεί κανείς να φανταστεί την αγωνία και ενδεχομένως το φόβο του λαϊκού (layman), σύμφωνα με τη νομολογία, διαδίκου, μπροστά στο άγνωστο της επικείμενης διαδικασίας, αλλά και της φυσιολογικής ταραχής που προκαλεί το άκουσμα της δίκης, όταν ο δικηγόρος του τον απειλεί ότι θα τον εγκαταλείψει. Μου φαίνεται ορθό ότι στη σκέψη του πολίτη φυσιολογικό είναι να θεωρήσει πως σε τέτοια περίπτωση θα καταστεί έρμαιο της διαδικασίας και των ορέξεων του αντιδίκου, που με τη βοήθεια συνηγόρου καραδοκεί να εκμεταλλευτεί την όποια αδυναμία. Είμαι της γνώμης πως η όλη κατάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι ο ενάγων απείλησε τον εναγόμενο ότι θα τον εγκατέλειπε αν δεν υπόγραφε το έντυπο αναγνώρισης χρέους (τεκμήριο 5 στη δήλωση του ενάγοντα), δεν συνιστούσε ουσιαστικό δίλημμα για τον εναγόμενο. Για να διαφυλάξει τα συμφέροντά του στη δίκη ήταν υποχρεωμένος να υποκύψει στις παράλογες απαιτήσεις του δικηγόρου του, απλώς και μόνο για να μην τον εγκαταλείψει. Αυτό σαφώς και συνιστά ψυχική πίεση η οποία μόλυνε τη συμφωνία των μερών. Προσθέτω δε ότι δεν είναι μόνο η διαπιστωθείσα απειλή εγκατάλειψης εκείνη η οποία φανερώνει ψυχική πίεση. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγούμαι και με την παραδοχή του ενάγοντα ότι επαναθεώρησε την αμοιβή του. Έχω ήδη σχολιάσει το παράλογο και αντινομικό τούτης της επαναθεώρησης, τη στιγμή που μεταξύ των διαδίκων υφίστατο νόμιμη σύμβαση, δηλαδή εκείνη που συνομολογήθηκε με το γενικό διοριστήριο δικηγόρου. Αν όμως τούτο χρειάζεται περαιτέρω αιτιολόγηση, αρκεί να παραπέμψω στα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's, Laws of England, 3η έκδοση, παράγραφος 84, όπου ρητά αναφέρεται ότι το διοριστήριο συνιστά σύμβαση μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Αναφέρθηκε εκεί ότι· «Meaning of retainer. The act of authorising or employing a solicitor to act on behalf of a client constitutes the solicitor's retainer by that client; consequently the giving of a retainer is equivalent to the making of a contract for the solicitor's employment, and the rights and liabilities of the parties under that contract will depend partly on any terms which they have expressly agreed, partly on the terms which the law will infer or imply in the particular circumstances with regard to matters on which nothing has been expressly agreed, and partly on such statutory provisions as are applicable to the particular contract. By the giving and acceptance of the retainer the solicitor acquires his authority to act for and bind the client, and the client becomes bound both personally as between himself and his solicitor (a) and as between himself and third parties with whom the solicitor deals within the limits of his authority on behalf of his client (b).» (ο τονισμός δικός μου) Δοθέντος λοιπόν ότι υφίστατο σύμβαση, εκπλήσσει η παραδοχή του ενάγοντα ότι αποφάσισε να επαναθεωρήσει την αμοιβή του, αφήνοντας μάλιστα να νοηθεί ότι επρόκειτο για μονομερή απόφαση, ιδιαίτερα δε υπό το φως ότι με την απειλή που ξεστόμισε ότι θα εγκατέλειπε τον πελάτη του [εναγόμενο], φανερώνει την πίεση που ασκήθηκε στον εναγόμενο με σκοπό την υφαρπαγή της υπογραφής του σε ένα έγγραφο που τα μέρη ουδέποτε διαπραγματεύτηκαν και το περιεχόμενό του δεν εύρισκε τον εναγόμενο σύμφωνο. Άλλωστε, αν συμφωνούσε με το περιεχόμενό του ποιος λόγος υπήρχε δια τον ενάγοντα να τον απειλήσει ότι θα τον εγκατέλειπε. Το γεγονός και μόνο της απειλής συναρτάται αποκλειστικά με εξαναγκασμό του εναγομένου να υποκύψει και να αποδεχτεί έγγραφο που άλλως πως δεν θα δεχόταν. Επιπλέον, ξενίζει η θέση του ενάγοντα σε σχέση με τα έξοδα που είχαν προηγηθεί, δηλαδή τα έξοδα που προκλήθηκαν προτού αναλάβει την εκπροσώπηση του εναγομένου. Επί του προκειμένου ο ενάγων ανέφερε ότι (βλ. 12η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως)· «Εδώ να διευκρινίσω ότι προτού καταλήξουμε στο ποσό της αμοιβής μου, του είχα εξηγήσει ότι είχα το δικαίωμα να ζητήσω να επιδικαστούν τα έξοδα υπέρ μας, με την απόρριψη της αγωγής, όπως και η πλευρά των Εναγόντων είχε δικαίωμα να ζητήσει τα έξοδα της Ανταπαίτησης, ποσά τα οποία του εξήγησα ότι θα ήταν ιδιαίτερα αυξημένα και θα ανέρχονταν σε αρκετές χιλιάδες ευρώ, λόγω της κλίμακας, του τόκου και των πολλών εμφανίσεων. Επειδή όμως η άλλη πλευρά κατέστησε σαφές ότι αν η πρόθεση μου ήταν να ζητήσω τα έξοδα, θα ζητούσε να επιδικαστούν τα έξοδα της Ανταπαίτησης εναντίον των Εναγομένων, συμφωνήσαμε με τον Εναγόμενο να μην ζητήσω τα έξοδα της Αγωγής, ώστε να μην ζητηθούν τα έξοδα της Ανταπαίτησης, και να περιοριστώ να λάβω το ποσό της αμοιβής που είχαμε συμφωνήσει να μου καταβάλει ο ίδιος.» Εν τούτοις η πιο πάνω θέση είναι άκρως αντινομική και παραπλανητική. Τα έξοδα της διαδικασίας δεν ανήκουν στο δικηγόρο αλλά στο διάδικο. Ούτως ή άλλως ο διάδικος οφείλει να ικανοποιήσει την αμοιβή του δικηγόρου συμφώνως της συμφωνίας που συνομολόγησαν, είτε αυτή είναι γενική (general retainer), είτε ειδική (special retainer). Η δε ικανοποίηση της αμοιβής του δικηγόρου δεν εξαρτάται από το κατά πόσο θα κερδίσει την υπόθεση και συνεπώς θα επιδικαστούν έξοδα, αλλά από τα συμφωνηθέντα βάσει των υπηρεσιών που πρόσφερε. Περί των πιο πάνω σχετική είναι η υπόθεση Papa Philippo Haji Michael a.o. ν. Georgiades a.o.
(1905)7 CLR 25, 26 όπου λέχθηκε ότι· «In taxation between party and party the costs taxed are the costs which the Court directs one party to the action to pay to the other party to the action. Such costs are ordered to be paid not as a penalty but to reimburse the party who is to receive them for the expense he has been put to in asserting his rights by the action. The Court has no power to order costs to he paid to a person not a party to the suit merely because he has advanced money to a litigant. It makes no difference whether such person is an advocate or not; the judgment of the Court can deal only with the rights between the parties to the action. The advocate has no locus standi to make such an application as this one now made on his own behalf. We are further of opinion that the client cannot make an application to recover costs which he has cot incurred and for the payment of which he is under no liability; therefore if the application were made on his behalf it most fail.» Συνεπώς λανθασμένα ο ενάγων πληροφόρησε τον εναγόμενο ότι δικαιούταν [ο ενάγων] να ζητήσει τα έξοδα της αγωγής. Ο εναγόμενος είναι εκείνος που θα ελάμβανε τούτα τα έξοδα. Έστω όμως ότι λανθάνομαι για το ποιος δικαιούται τα έξοδα της υπόθεσης. Και πάλι δεν αντιλαμβάνομαι γιατί τα δικαιούταν ο ενάγων τα έξοδα της προηγηθείσας διαδικασίας και όχι άλλος, φερ' ειπείν ο δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση μέχρις ότου αναλάβει ο ενάγων. Εν πάση όμως περιπτώσει, τα πιο πάνω φανερώνουν, πέραν από απειλή δια εγκατάλειψη, και κυρίαρχη θέση του ενάγοντα τη δεδομένη στιγμή, δηλαδή ως δικηγόρος του εναγομένου και πρόσωπο που κατέχει τη δικανική επιστήμη. Υπό αυτή την έννοια διαπιστώνεται ότι ήταν σε θέση να κυριαρχήσει επί της βουλήσεως του εναγομένου και να του επιβάλει μια υπέρμετρα επαχθή θέση, δηλαδή να αποδεχθεί το ποσό των €2.850 πλέον ΦΠΑ και μάλιστα να υπογράψει το έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Είναι βεβαίως υπέρμετρα επαχθής η θέση που επέβαλε ο ενάγων εφόσον στο τέλος της ημέρας ο εναγόμενος χρεώθηκε €2.850 πλέον ΦΠΑ για μια και μόνο εμφάνιση ενώπιον δικαστηρίου, χωρίς να παραγνωρίζω ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ήταν κλίμακας €100.000 - €500.000. Ένας πρόχειρος υπολογισμός θέλει τούτα τα έξοδα να κυμαίνονται μεταξύ €450 με €1.104 (βλ. Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (αρ. 5) του 2008, συγκεκριμένα· καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως, προετοιμασία για ακρόαση και ακρόαση). Γι' αυτό ακριβώς το λόγο είναι που το τριπλάσιο ποσό, το οποίο επέβαλε ο ενάγων, κρίνεται υπέρμετρα επαχθές. Το σύνολο των πιο πάνω ουδεμία αμφιβολία αφήνει ότι η προφορική συμφωνία των διαδίκων, ημερομηνίας 27.11.2014, η οποία πλαισιώθηκε και από το έντυπο αναγνώρισης χρέους (τεκμήριο 5 στη δήλωση του ενάγοντα), είναι προϊόν ψυχικής πίεσης. Συνακόλουθα αντίκειται στο άρθρο 10 του Κεφ. 149, που θέλει κάθε συμφωνία να συνομολογείται με ελεύθερη συναίνεση. Ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν έχει παρά να θεωρήσει τούτη τη συμφωνία άκυρη και ανίκανη να προάγει νόμιμα αποτελέσματα, λόγω ακριβώς ψυχικής πίεσης. Τώρα, τα πιο πάνω δεν οδηγούν τη διερεύνηση σε τέλμα. Μπορεί μεν να απορρίπτεται η βάση αγωγής που θέλει την αξίωση να εδράζεται σε συμφωνία, όχι όμως και η αγωγή, εφόσον όπως έχω ήδη υποδείξει ο ενάγων διατείνεται πως η αμοιβή που αξιώνει είναι και εύλογη (quantum meruit). Δεν μπορώ να μην επισημάνω εδώ ό,τι σχετικό της αρχής quantum meruit. Επί του προκειμένου καθοδηγητικά είναι όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, των Pollock & Mulla. Στη σελίδα 476 αναφέρεται ότι· «Quantum Meruit. - Quantum Meruit is but reasonable compensation awarded on implication of a contract to remunerate, and an express stipulation under a contract cannot be displaced by assuming that stipulation is not reasonable. Compensation quantum meruit is awarded for work done or services rendered when price thereof is not fixed by contract. For work done or services rendered pursuant to the terms of a contract, compensation quantum meruit cannot be awarded when the contract provides for the consideration payable in that behalf.» Πιο κάτω, στη σελίδα 477, αναφέρεται ότι· «A quantum meruit claim arises where work is done or services performed by one person for another in circumstances which entitled the person doing the work or performing the services to receive a reasonable remuneration therefor.» Και πιο κάτω· «Quantum meruit is a quasi contract and arises in a sense on an implied contract and not on any express agreement but in the circumstances of some cases it may arise out of the contract. It is not a remedy for a breach nor does it arise on frustration, but it is an incident, which does arise as a consequence of the contract or "arising out of" it. The fact that a person does the work under an agreement which was in fact void, does not disentitle him from recovering on a quantum meruit. The obligation to pay reasonable remuneration for work done when there is no binding contract is imposed by a rule of law and not by an inference of fact from acceptance of the services (per Greer L.J.).» Στην προκείμενη περίπτωση τα μέρη είχαν συμφωνία. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί τούτη ήταν το γενικό διοριστήριο δικηγόρου, η οποία [συμφωνία] προνοούσε ότι ο ενάγων θα αμειφθεί βάσει του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού. Εφόσον λοιπόν είχε συμφωνηθεί αμοιβή, εν προκειμένω στην κλίμακα €100.000 - €500.000, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής quantum meruit. Η αρχή τυγχάνει εφαρμογής σε σχέσεις που ομοιάζουν με συμβατικές, αλλά δεν έχει συμφωνηθεί ποσό. Στη δοσμένη περίπτωση συμφωνήθηκε τέτοιο, δηλαδή βάσει της κλίμακας των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από την άλλη, στην έκταση που η εισήγηση του ενάγοντα αφορά εξωδικαστηριακή εργασία, εν ολίγοις τις ώρες που μελέτησε την υπόθεση στο γραφείο του, αρκεί να επαναλάβω ότι ο ενάγων κρίθηκε αναξιόπιστος, με αποτέλεσμα ουδεμία μαρτυρία να αποκαλύπτει πόσος ήταν τούτος ο χρόνος. Συνεπώς αναπόδεικτη παρέμεινε αυτή η πτυχή της υπόθεσης και ιδιαίτερα ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι μελετούσε την υπόθεση για πέραν των 10 ωρών. Ως εκ των πιο πάνω και αυτή η πτυχή της υπόθεσης απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.