← Κύπρος

Αναφορικά με την SGO SIBGASOIL INVESTMENTS LTD ν. ANTIS TRADE & INVESTMENTS INC κ.α., Αίτηση αρ.: 375/2013, 16/9/2016

Αναφορικά με την SGO SIBGASOIL INVESTMENTS LTD ν. ANTIS TRADE & INVESTMENTS INC κ.α., Αίτηση αρ.: 375/2013, 16/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A499 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 375/2013 Μεταξύ: Αναφορικά με την SGO SIBGASOIL INVESTMENTS LTD (η «εταιρεία») εκ Πάφου που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Πελλάδος 1, Πάφος -και- Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 -και- Αναφορικά με τους

  1. ANTIS TRADE & INVESTMENTS INC
  2. FLYNN HOLDINGS S.A.
  3. BRYN INVEST & FINANCE INC.
  4. GOZZOIL HOLDINGS & FINANCE S.A.
  5. KEMP HOLDING AND FINANCE S.A. υπό την ιδιότητα τους ως υπολοίπων μετόχων της Εταιρείας. --------------------- 16 Σεπτεμβρίου 2016 Για τους αιτητές: κος Χαβιαράς με κο Παναγίδη Για τους καθ' ων η αίτηση: κος Κυπραίος ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση που αφορά η παρούσα ανήκει στην κατηγορία που είναι γνωστή ως Petitions. Δεν έχει πλέον σημασία το ακριβές αιτητικό με το οποίο η αίτηση άχθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Ο λόγος δια αυτό οφείλεται στο ότι οι αιτητές έχουν περιορίσει τούτο. Υποδεικνύω εν προκειμένω εκείνο που αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των αιτητών και αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Αναφέρεται εκεί ότι· «Δεδομένων δε των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι η θέση των αιτητών ότι η ενδεδειγμένη θεραπεία είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 για έκδοση Διατάγματος με το οποίο οι μέτοχοι πλειοψηφίας δέον όπως διαταχθούν να αγοράσουν τις μετοχές των αιτητών σε τιμή που θα καθοριστεί από το δικαστήριο. Κατόπιν των ανωτέρω οι λοιπές επιδιωκόμενες θεραπείες της κυρίως αίτησης εγκαταλείπονται.» Συνεπώς ζητούμενο, πλέον, είναι η αγορά των μετοχών των αιτητών από τους καθ' ων η αίτηση. Παρεμβάλλω εδώ ότι νομική βάση της αίτησης παραπέμπει στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και συγκεκριμένα στα άρθρα 202, 203, 208, 211

(1), 213
(1)και 214
(1)και
(2), στους περί Εταιρειών Κανονισμούς (Εκκαθαρίσεις) 1933, άρθρο 92, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Εν τούτοις είναι αντιληπτό ότι λόγω του περιορισμού της αξίωσης, ως πιο πάνω αναφέρεται, το δικαστήριο καλείται να εξετάσει ό,τι σχετικό του άρθρου 202 του Κεφ. 113, μόνο. Παρέλκει εξέταση των λοιπών διατάξεων που αναγράφονται στη νομική βάση της αίτησης εφόσον μετά τον περιορισμό το δικαστήριο δεν καλείται να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας που αφορά η αίτηση, αλλά να διατάξει τους καθ' ων η αίτηση να αγοράσουν τις μετοχές που κατέχουν οι αιτητές. Τώρα, βολεύει την εξέλιξη της απόφασης να παρατεθεί εδώ ό,τι σχετικό των νομικών αρχών που διέπουν το άρθρο 202 του Κεφ.
  1. Άλλωστε τούτες είναι που αναδεικνύουν και τα επίδικα θέματα. Τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 202 αναφέρονται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, έκδοση
  2. Παρεμβάλλω εδώ αναγκαία επεξήγηση, δηλαδή ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει πως το άρθρο 202 αντιστοιχεί στο άρθρο 210 του αγγλικού Companies Act του 1948 και συνεπώς η ανάλυση που έτυχε το τελευταίο άρθρο ανταποκρίνεται στο ημεδαπό και ως εκ τούτου είναι καθοδηγητική (βλ. Αναφορικά με την Εταιρεία Pelmako Development Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1369, 1375). Στον Palmer λοιπόν αναφέρεται ότι (σελίδα 787)· «
(1)The matters complained of must have affected the petitioner in his character as a member of the company: harsh or unfair treatment in any other capacity, e.g. as a director or creditor, could not entitle him to relief under the section.
(2)The matters complained of must have related to the conduct of the affairs of the company.
(3)They must have been such as not only to make the winding up of the company just and equitable, but also to have lead to the conclusion that the affairs of the company were being conducted in a manner which could properly be described as "oppressive" of the petitioner, and, possibly, other members.» Οι σχετικές προϋποθέσεις έτυχαν ευρείας ανάλυσης από τα δικαστήρια. Κλασσική θεωρείται πλέον η απόφαση Bedros Karaoglanian & Sons Ltd and Others v. Hagop Karaoglanian and Another
(1974)JSC 488, στην οποία αναλύονται τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 202 του Κεφ. 113. Όπως λέχθηκε· «Firstly, it must be established that at the time when the petition was presented, the affairs of the company were being conducted in a manner oppressive to the petitioner or a class of members of the company, including the petitioner. The grievance must relate to members of the company, in their capacity as such. Secondly, the matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company. And thirdly, they must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable but so as to lead to the conclusion that the affairs of the company have been conducted in a manner which can properly be described as oppressive to the petitioner. Dissatisfaction or disapproval with the conduct of the company's affairs, on grounds relating to policy or efficiency, however well founded, will not sustain the petition.» Περιπλέον έχει νομολογηθεί ότι η καταπίεση που ο αιτητής επικαλείται πρέπει να άπτεται της ιδιότητάς του ως μέλος της εταιρείας (qua member). Οιαδήποτε άλλη κατάσταση πραγμάτων ανεπιθύμητη δια τον αιτητή, φερ' ειπείν απομάκρυνσή του από τη θέση αξιωματούχου, δεν δικαιολογεί, δίχως άλλο, συμπέρασμα καταπίεσης (βλ. Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 423). Περαιτέρω, η αναφορά στο άρθρο 202
(2)(α) σε «.. company's affairs ..» καταδεικνύει ότι το παράπονο του αιτητή δεν μπορεί να αφορά ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά μια παρατεταμένη κατάσταση πραγμάτων (βλ. Palmer's Company Law, 1982, σελίδα 790). Προεξάρχουσα είναι και η σημασία που προσλαμβάνει η ανάλυση που έτυχε ο δικανικός όρος καταπίεση (oppression). Επί του προκειμένου καθοδηγητικά είναι όσα αναφέρονται στο Report of the Company Law Committee, του 1962, σε μια προσπάθεια του κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου να διερευνήσει κατά πόσο οι διατάξεις του σχετικού νόμου εξυπηρετούν τις ανάγκες της κοινωνίας. Αναφέρεται εκεί ότι· «In Meyer's case (supra) Lord Simonds, in discussing the meaning of "oppressive" adopted the dictionary meaning of "burdensome, harsh and wrongful". This is probably as good a definition as any other which could be devised, but it is to be observed that a question remains as to the degree of culpability required to satisfy the element of "wrongfulness". Does it postulate actual illegality or invasion of legal rights or is it satisfied by conduct which without being actually illegal could nevertheless be justly described as reprehensible? The outcome of Meyer' s case indicates the broader view. And in our view, if the section is to afford effective protection, it must extend to cases in which the acts complained of fall short of actual illegality.» Επίσης στην υπόθεση Elder v. Elder & Watson Ltd
(1952)S.C. 49, 55 ο Λόρδος Cooper ανέφερε ότι· «The essence of the matter seems to be that the conduct complained of should at the lowest involve a visible departure from the standards of fair dealing, and a violation of the conditions of fair play on which every shareholder who entrusts his money to a company is entitled to rely.» Συνεπώς δεν επιβάλλεται η ισχυριζόμενη καταπίεση να ισούται με παράνομη ενέργεια. Είναι αρκετό η συμπεριφορά που βάλλεται να είναι κατακριτέα (reprehensible) και αυτό λόγω του ότι απάδει επιπέδου τίμιας συναλλαγής (fair dealing). Ας δούμε τώρα ό,τι σχετικό του έτερου δικανικού όρου «δίκαιο και εύλογο» (just and equitable). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, έκδοση 1993, σελίδα 15073-4, η νομολογία αποκαλύπτει ότι διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας επί τω ότι ήτο δίκαιο και εύλογο, εκδόθηκε σε περιπτώσεις εξαφάνισης του λόγου δια τον οποίο συστάθηκε η εταιρεία (the substratum of the company was gone), όπου η εταιρεία ήταν φούσκα (the company was a bubble), όπου η εταιρεία συστάθηκε για να προβεί σε δόλιες ενέργειες (the company was formed for the purposes of fraud), όπου διαπιστώθηκε ότι επιβάλλετο πλήρης διερεύνηση της εταιρείας (that full investigation was necessary), όπου το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας (articles of association) προνοούσε για διάλυσή της σε περίπτωση που επισυμβεί συγκεκριμένο περιστατικό που εν τέλει έλαβε χώρα, όπου μέτοχος ο οποίος κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών αρνήθηκε να προσκομίσει λογαριασμούς ή να καταβάλλει μέρισμα, όπου ο αιτητής εκδιώχθηκε από κάθε συμμετοχή στην επιχειρηματικότητα της εταιρείας, και όπου η εταιρεία οδηγήθηκε σε τελματώδη κατάσταση (that there was a complete deadlock). Παρεμβάλλω εδώ ότι έχει πλέον αποσαφηνιστεί πως η σχετική νομοθετική πρόνοια ερμηνεύεται αυτοτελώς και όχι ejusdem generis των προηγούμενων διατάξεων. Κατ' επέκταση δεν επιβάλλεται διαπίστωση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στα εδάφια που προηγούνται του άρθρου 211
(1)(στ) του Κεφ. 113. Η πεμπτουσία του άρθρου, συμπυκνωμένη μέσα στη φράση δίκαιο και εύλογο (just and equitable), εύγλωττα επεξηγείται στη διανθισμένη ομιλία του Λόρδου Wilberforce στην υπόθεση Ebrahimi πιο πάνω, όπου ανέφερε ότι. «The just and equitable provision does not, as the respondents suggest, entitle one party to disregard the obligation he assumes by entering a company, nor the court to dispense him from it. It does, as equity always does, enable the Court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way.» Σχετική είναι και η αναφορά του πρωτόδικου, τότε, δικαστή Πική, στην υπόθεση Karaoglanian, πιο πάνω, στην οποία ανέφερε· «The modern judicial trend of which Ebrahimi's case is an instance is that the courts are more than ready, where justice so requires, to remove the corporal veil of the company, go to its roots and if the substratum of the company has gone, demolish the company because in such circumstances so to do is both just and equitable.» Εν κατακλείδι, είναι πλέον αποκρυσταλλωμένο ότι ο αιτητής δεν υποχρεούται να αποδείξει κακή πίστη - mala fides - από μέρους του καθ' ου η αίτηση. Έχοντας διαγράψει το νομικό πλαίσιο της αίτησης κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Αυτό ας μην θεωρηθεί ότι η επίδικη αίτηση είναι απαλλαγμένη της νόσου που πλήττει αιτήσεις αυτού του είδους και εννοώ την πληθώρα ενδιάμεσων αιτήσεων που αναφύονται, με αποτέλεσμα να περιπλέκουν και καθυστερούν τη διαδικασία. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Δυστυχώς μια απλή διαδικασία που άρχισε το 2013 ολοκληρώνεται σήμερα, μετά πάροδο τριών ετών και αφότου αποφασίστηκε αριθμός ενδιάμεσων αιτημάτων. Δεν απαριθμώ τούτα εφόσον το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει ό,τι σχετικό. Παρεμβάλλω λοιπόν ότι η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε αγορεύσεις εφόσον τα μέρη δεν ζήτησαν αντεξέταση. Από την άλλη η νομολογία και τα συγγράμματα θέλουν το petition να εκδικάζεται όπως οι λοιπές πρωτογενείς αιτήσεις, δηλαδή μέσω ενόρκων δηλώσεων και όχι viva voce, με δικαίωμα, βεβαίως, αντεξέτασης (βλ. Odger's Principles of Pleading and Practice, σελίδες 321 έως και 323, Re S.A. Hawken Ltd
(1950)2 All E.R.408, Ετ. Αίτ. 259/89 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 25.08.1990, Αναφορικά με την Αίτηση του Κ. Σάββα Ιωάννη Κάσπαρη, Πολ. Αίτ. 206/13, ημερομηνίας 03.12.2013 και Ετ. Αίτ. 470/11 του Επ. Δικαστηρίου Λευκωσίας Επί τοις αφορώσι την K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd, ημερομηνίας 14.03.2012). Παρ' όλα αυτά το μαρτυρικό υλικό εμπλουτίστηκε από συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Και εξηγώ· η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Το ίδιο ισχύει και για την ένσταση. Μετά την καταχώριση της ένστασης οι αιτητές ζήτησαν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, όπερ και εγένετο. Στη συνέχεια ανάλογο αίτημα υποβλήθηκε και από την πλευρά των αιτητών, το οποίο επίσης εγκρίθηκε. Τέλος, τόσο οι αιτητές όσο και οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν από μια επιπλέον ένορκη δήλωση, η οποία σκοπό έχει να αποδείξει ποια είναι η αξία που πρέπει να ληφθεί υπόψη σε περίπτωση που το δικαστήριο ήθελε εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αγοράς των μετοχών που κατέχουν οι αιτητές. Απλή και μόνο ανάγνωση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του δικαστηρίου φανερώνει ότι σημαντικό μέρος των γεγονότων δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Ως εκ τούτου σπεύδω να παραθέσω τούτα. Αιτητές είναι δύο εταιρείες και ένα φυσικό πρόσωπο. Οι εταιρείες είναι οι· Peek Holding & Finance S.A και Triedman Finance Corporation. Το δε φυσικό πρόσωπο είναι ο Ali Vakhaevich Sobraliev. Τα τρία αυτά πρόσωπα, νομικά και φυσικό, είναι μέτοχοι στην εταιρεία που αφορά η αίτηση. Μέτοχοι στην ίδια εταιρεία είναι και οι καθ' ων η αίτηση. Το μετοχικό κεφάλαιο της SGO Sibgasoil Investments Ltd, δηλαδή της εταιρείας που αφορά η αίτηση (στη συνέχεια η εταιρεία), ανέρχεται σε 10.000 μετοχές, αξίας €1 έκαστη. Το σύνολο των μετοχών κατέχουν τα ακόλουθα πρόσωπα ως εξής·
  1. Peek Holding & Finance S.A. 1.636 μετοχές
  2. Triedman Finance Corp. 957 μετοχές
  3. Ali Vakhaevich Sobraliev 1.046 μετοχές
  4. Antis Trade & Investment Inc. 20 μετοχές
  5. Flynn Holdings S.A. 54 μετοχές
  6. Bryn Invest. & Finance Inc. 5.877 μετοχές
  7. Gozzoil Holding & Finance S.A. 215 μετοχές
  8. Kemp Holding & Finance Ltd 195 μετοχές Μέχρι στιγμής είναι αντιληπτό ότι η αίτηση προωθείται από τη μειοψηφία. Συνακόλουθα στον αντίποδα βρίσκονται οι μέτοχοι πλειοψηφίας. Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός. Άλλωστε εδώ έγκειται και η διαφορά των μερών, με τους αιτητές να διατείνονται ότι υποφέρουν από καταπίεση που ασκεί η πλειοψηφία. Αξίζει εν τούτοις να προσθέσω εδώ κάτι ακόμα, γεγονός το οποίο προκύπτει από τη γραπτή αγόρευση των αιτητών. Όπως αναφέρεται στην 3η σελίδα της αγόρευσης των αιτητών· «Στο μεσοδιάστημα η Αιτήτρια Triedman Finance Corporation μας έχει δώσει οδηγίες όπως μη προωθήσουμε την αίτηση εκ μέρους της και επομένως η αίτηση συνεχίζει εκ μέρους των υπολοίπων αιτητών, ήτοι τους Peek Holding & Finance S.A. και τον Ali Valhaevich Sobraliev, στο εξής συνεπώς ο όρος «Μέτοχοι Μειοψηφίας» θα περιλαμβάνει μόνο αυτούς τους δύο.» Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, η γραπτή αγόρευση δεν αποκαλύπτει πότε, εν πάση περιπτώσει έτσι έχουν σήμερα τα πράγματα, η αιτήτρια Triedman Finance Corporation απεσύρθη από τη διαδικασία. Στο δικό μου μυαλό αυτό δεν είναι ένα απλό γεγονός και δη απλή απόσυρση διαδίκου, ήτοι ενέργεια στέγνη νομικών επιπτώσεων. Γεννάται εν προκειμένω το ερώτημα κατά πόσο αυτή η απόσυρση επηρεάζει την όλη διαδικασία. Εξ αρχής αναφέρω ότι ο προβληματισμός μου επικεντρώνεται στο γεγονός, πλέον, ότι μέτοχος της εταιρείας απουσιάζει από τη διαδικασία. Κατ' επέκταση, εύλογα, πιστεύω, διερωτάται κανείς αν αυτό αναδεικνύει κώλυμα στην απόδοση θεραπείας, καθ' ότι απουσιάζει αναγκαίος διάδικος. Άλλωστε στην υπόθεση Pelmako, πιο πάνω, απασχόλησε, έστω εμμέσως, το ζήτημα. Εκεί απουσίαζαν όλοι οι μέτοχοι. Βεβαίως εκεί η προσοχή του δικαστηρίου επικεντρώθηκε, πρωτίστως, στο ότι το αιτητικό εφείδετο λεπτομερειών. Εν τούτοις, στη σελίδα 1376 λέχθηκε ότι· «Προκύπτει από την πιο πάνω διατύπωση ότι οι αιτητές δεν εξειδικεύουν τη θεραπεία που ζητούν. Γενικά και αόριστα ζητούν θεραπεία με βάση το άρθρο 202 του νόμου χωρίς να εξειδικεύουν το ζητούμενο. Πρόκειται για σοβαρή δικονομική πλημμέλεια η οποία διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. Οι επιπτώσεις από την πλημμέλεια φάνηκαν στο τέλος δια της εκδόσεως του διατάγματος αγοράς των μετοχών των αιτητών από μετόχους της εταιρείας οι οποίοι εσφαλμένα θεωρήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αποτελούσαν την πλειοψηφία των μετόχων της εταιρείας και οι οποίοι ουδέποτε κατέστησαν διάδικοι στη διαδικασία ούτε και επιδόθηκε σ' αυτούς η αίτηση για να είχαν έτσι την ευκαιρία να αρθρώσουν το δικό τους λόγο επί θεμάτων που αφορούσαν και έθιγαν άμεσα προσωπικά οικονομικά τους συμφέροντα καθώς και την εν γένει συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Βλ. επίσης He Five Minute Carwash Service Ltd [1966] 1 All E.R. 242 και Re HR. Harmer Ltd [1958] 3 All E.R. 689 όπου οι αποτελούντες την πλειοψηφία μέτοχοι κατέστησαν διάδικοι στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν και που αντιστοίχως το αίτημα ήταν η αγορά των μετοχών των αιτητών από τους μετόχους της πλειοψηφίας.» (ο τονισμός δικός μου) Το πιο πάνω απόσπασμα αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, τη σημασία της απουσίας των μετόχων και ιδιαίτερα το γεγονός ότι στερήθηκαν του δικαιώματος να αρθρώσουν δικό τους λόγο. Υπό το φως των πιο πάνω επιβάλλεται να εξεταστεί κατά πόσο η απουσία της Triedman Finance Corporation επηρεάζει, και αν ναι τίνι τρόπω, την εξέλιξη της διαδικασίας. Ας δούμε λοιπόν το άρθρο 202 του Κεφ. 113 υπό το πρίσμα του ερωτήματος που έχει τεθεί. Το λεκτικό του άρθρου 202 διαγράφει και την εμβέλεια τούτου και συνεπώς παρατίθεται. Στα εδάφια 1, 2 και 3 αναφέρεται ότι· «
(1)Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εμπίπτει στο εδάφιο
(3)του άρθρου 163, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη- (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά.
(3)Όταν διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό κάνει αλλαγή ή προσθήκη στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό οποιασδήποτε εταιρείας, τότε, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του Νόμου αυτού και με την επιφύλαξη των διατάξεων του διατάγματος, η ενδιαφερόμενη εταιρεία δεν έχει εξουσία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, να επιφέρει οποιαδήποτε περαιτέρω αλλαγή ή προσθήκη στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό που αντίκειται προς τις διατάξεις του διατάγματος αλλά, τηρουμένων των προηγούμενων διατάξεων του εδαφίου αυτού, οι αλλαγές ή προσθήκες που έγιναν με το διάταγμα, έχουν το ίδιο αποτέλεσμα ως να έγιναν κανονικά με ψήφισμα της εταιρείας και οι διατάξεις του Νόμου αυτού εφαρμόζονται στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό όπως αυτό αλλάχθηκε ή που έγινε προσθήκη με τον τρόπο αυτό ανάλογα.» Είναι αντιληπτό ότι οιοδήποτε μέλος της εταιρείας μπορεί να επικαλεστεί το εν λόγω άρθρο δια να ισχυριστεί καταπίεση. Προϋπόθεση είναι η καταπίεση να αγγίζει τον αιτητή, δηλαδή να τον αφορά. Το άρθρο καθιστά σαφές ότι αυτός ο προσωπικός επηρεασμός του μετόχου είναι που αναδεικνύει έννομο συμφέρον και δικαιολογεί προώθηση αίτησης ως η υπό κρίση. Εν τούτοις οι προβλεπόμενες θεραπείες είναι εκείνες που ενισχύουν τον προβληματισμό που εδώ απασχολεί. Απλή και μόνο ανάγνωση του άρθρου 202 φανερώνει ότι το δικαστήριο δύναται να ρυθμίσει το ζήτημα κατά τρόπο «που θεωρεί σωστό». Όπως αναφέρεται στα συγγράμματα, η θεραπεία εξαρτάται από την ευρηματικότητα (inventiveness) του δικαστηρίου. Μία μόνο είναι καθοριστική και αμετάβλητη παράμετρος, εν προκειμένω η απαλλαγή από την καταπίεση. Κατά τα λοιπά μοναδικός περιορισμός στον τρόπο άσκησης της εξουσίας του δικαστηρίου φαίνεται να είναι το ότι δεν επιτρέπεται οι εμπλεκόμενοι να επηρεαστούν, νοείται από το διάταγμα του δικαστηρίου, υπό ιδιότητα άλλη από εκείνη του μέλους ή του διευθυντή (βλ. Company Law, by Robert R. Pennington, 4η έκδοση, σελίδα 607, όπου αναφέρεται «The only limitation on the court' s inventiveness in devising an appropriate remedy seems to be that it cannot alter rights held by the parties in capacities other than those of members or directors of the company»). Το ενδιαφέρον λοιπόν επικεντρώνεται στις θεραπείες που απαριθμούνται στο σχετικό άρθρο. Μάλιστα εφόσον οι αιτητές περιόρισαν το αίτημά τους σε αγορά των μετοχών τους από τους μετόχους πλειοψηφίας, εδώ είναι που εστιάζω την προσοχή μου. Είναι γεγονός ότι τόσο το άρθρο όσο και τα συγγράμματα που αναλύουν το αντίστοιχο αγγλικό άρθρο (άρθρο 210 του Companies Act του 1948), δεν αναφέρουν ποιο είναι το πρόσωπο που εξαναγκάζεται να αγοράσει τις μετοχές. Εν ολίγοις τίθεται το ερώτημα· στην περίπτωση που η πλειοψηφία απαρτίζεται από μετόχους πλείονες ενός, όπως είναι εδώ η περίπτωση, αν ήθελε εκδοθεί το διάταγμα, ποιος είναι που αγοράζει τις μετοχές; Όλοι οι μέτοχοι, μέρος τούτων ή κάποιος συγκεκριμένος. Περιπλέον, είναι επιτρεπτή η έκδοση αντίθετου διατάγματος, δηλαδή δια αγορά των μετοχών της πλειοψηφίας από τους μετόχους μειοψηφίας; Επισημαίνω ότι το άρθρο κάνει λόγο δια αγορά των μετοχών από «άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία». Το δε πρωτότυπο αγγλικό κείμενο του άρθρου 202 ανάλογα είναι που αναφέρει, δηλαδή «purchase of the shares of any members of the company by other members of the company or by the company». Διαπιστώνεται λοιπόν ότι το λεκτικό του άρθρου δεν απαντά τα πιο πάνω ερωτήματα. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι στην πράξη ένας είναι, συνήθως, ο μέτοχος που κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών και συνεπώς εκείνος είναι που πρέπει να κληθεί να αγοράσει τις μετοχές των μειοψηφούντων μετόχων. Στη δοσμένη περίπτωση σε πρακτικό επίπεδο ισχύει τούτο, εφόσον μέτοχος πλειοψηφίας, κάτοχος του 58,77%, είναι η εταιρεία Bryn Invest & Finance Inc, βασικός πολέμιος των αιτητών. Εν τούτοις είμαι της γνώμης ότι το πάρα πάνω επιχείρημα δεν στέκει στη λογική, εφόσον καταρρίπτεται από τις λοιπές θεραπείες που το δικαστήριο κέκτηται εξουσία να αποδώσει. Διερεύνηση των λοιπών θεραπειών αποκαλύπτει ότι αγγίζουν όλους τους μετόχους και όχι ένα συγκεκριμένο. Η προσοχή μου εστιάζεται στην υποχρέωση που αναφέρεται στο εδάφιο 2(β) του άρθρου
  1. Έχει ήδη υποδειχθεί, με παραπομπή στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, πιο πάνω, ότι η εφαρμογή του άρθρου 202 προϋποθέτει διαπίστωση ότι δικαιολογείται εκκαθάριση της εταιρείας. Ο μόνος λόγος δια τον οποίο δεν εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας, οφείλεται στη δυσμενή θέση που θα περιέλθει και ο αιτητής, δηλαδή ο μέτοχος μειοψηφίας. Θεώρηση του πράγματος υπό αυτή τη σκοπιά φανερώνει ότι παράλογο και βεβαίως αντινομικό είναι να αποφασιστεί η αίτηση, και δη το ερώτημα κατά πόσο είναι εύλογο να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης, στην απουσία αναγκαίου διαδίκου, δηλαδή μετόχου, όπως είναι εδώ η Triedman Finance Corporation. Για δε τη θεραπεία αφ' εαυτή που αιτούνται οι αιτητές, ήτοι αγορά των μετοχών τους, αξίζει να υποδειχθεί ότι δεν είναι περιοριστική και δη απόλυτη. Στο σύγγραμμα των Gower & Davies, Principles of Modern Company Law, 9η έκδοση, σελίδες 741 μέχρι και 743, επεξηγείται ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη μειοψηφία να αγοράσει τις μετοχές της πλειοψηφίας (υποσημείωση με αρ. 88 «. that the minority purchase the majority's shares»). Μπορεί μεν αυτή η θέση να συναρτάται με σύγχρονη αγγλική νομοθετική ρύθμιση (Companies Act του 2006), εν τούτοις τίποτα στο άρθρο 202 απαγορεύει την έκδοση ανάλογης διαταγής. Μάλλον το αντίθετο ισχύει. Όπως έχει υποδειχθεί πιο πάνω, η εξουσία που κέκτηται το δικαστήριο είναι απεριόριστη. Το δε άρθρο 202 κάνει λόγο για αγορά μετοχών, χωρίς να προσδιορίζει το μέτοχο, μειοψηφίας ή πλειοψηφίας, που διατάζεται να αγοράσει τούτες. Κατ' επέκταση η διαταγή του δικαστηρίου μπορεί να αφορά οιονδήποτε εκ των δύο, πλειοψηφία ή μειοψηφία. Αυτό μάλιστα υποστηρίζεται και στο σύγγραμμα Palmer, πιο πάνω, σε σχέση με το αγγλικό άρθρο
  2. Στη σελίδα 786 αναφέρεται ότι· «Moreover, since the court could order or authorise the purchase of the shares of any member, the majority might have found itself bought out by the minority under the section, a risk which might have considerably affected the attitude of a majority in its negotiations with the minority.» Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όπου οι μέτοχοι πλειοψηφίας είναι περισσότεροι ενός, αν ήθελε εκδοθεί διάταγμα εξαγοράς των μετοχών το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οιοδήποτε διάταγμα κρίνει ορθό και δίκαιο. Δύναται να διατάξει το σύνολο των μετόχων πλειοψηφίας να αγοράσουν τούτες αναλόγως των μετοχών που κατέχουν, διαζευκτικά οι μέτοχοι μειοψηφίας να εξαγοράσουν τις μετοχές των μετόχων πλειοψηφίας. Στη δοσμένη περίπτωση τη δική του σημασία έχει και το καταστατικό της εταιρείας (τεκμήριο 1 στην αίτηση), εφόσον προβλέπει ότι τα υφιστάμενα μέλη προηγούνται έναντι τρίτων σε δικαίωμα αγοράς των μετοχών άλλου μέλους. Συγκεκριμένα τo άρθρο 34 (c), (f) και (g) του καταστατικού αναφέρει ότι· «(c) Every Member who desires to transfer any share or shares (hereinafter called "the Vendor") shall give to the Company notice in writing of such desire (hereinafter called "transfer notice") specifying the number of shares desired to be transferred (the "said shares"). Subject as hereinafter mentioned, a transfer notice shall constitute the Company the Vendor's agent for the sale of the said shares in one or more lots at the discretion of the Directors to the Members other than the Vendor at the price to be agreed upon by the Vendor and the remaining. Members of the Company, or, in case of difference or no such agreement within fourteen days from the date of the transfer notice, at the price which the auditor of the Company for the time being shall, by writing under his hand, certify to be in his opinion the fair value thereof as between a willing seller and a willing buyer. A transfer notice may contain a provision that unless all the shares comprised therein are sold by the Company pursuant to this Regulation, none shall be so sold and any such provision shall be binding on the Company. ...... (f) If the said Members shall within the said period of twenty-one days apply for all or (except where the transfer notice provides otherwise) any of the said shares, the Directors shall allocate the said shares (or so many of them as shall be applied for as aforesaid) to or amongst the applicants and in case of competition pro rata (as nearly as possible) according to the number of shares in the Company (other than employees shares) of which they are registered or unconditionally entitled to be registered as holders, provided that no applicant shall be obliged to take more than the maximum number of shares specified by him as aforesaid; and the Company shall forthwith give notice of such allocations (hereinafter called "an allocation notice") to the Vendor and to the persons to whom the shares have been allocated and shall specify in such notice the place and time (being no earlier than fourteen and not later than twenty-eight days after the date of the notice) at which the sale of the shares so allocated shall be completed. (g) The Vendor shall be bound to transfer the shares comprised in an allocation notice to the purchasers named therein at the time and place therein specified; and if he shall fail to do so, the chairman of the Company or some other person appointed by the Directors shall be deemed to have been appointed attorney of the Vendor with full power to execute, complete and deliver, in the name and on behalf of the Vendor, transfers of the shares to the purchasers thereof against payment of the price to the Company. On payment of the price to the Company the purchaser shall be deemed to have obtained a good quittance for such payment and on execution and delivery of the transfer the purchaser shall be entitled to insist upon his name being entered in the register of Members as the holder by transfer of the shares. The Company shall forthwith pay the price into a separate bank account in the Company's name and shall hold such price in trust for the Vendor.» Υπό το φως των πιο πάνω αποκαλύπτεται, και πάλι, ότι αντινομικό είναι να αποφασιστεί η αίτηση στην απουσία οιουδήποτε μετόχου, εφόσον δικαιούται τούτος, τόσο νομικά όσο και πραγματικά λόγω του καταστατικού της εταιρείας, όχι μόνο να αρθρώσει λόγο αλλά και να λάβει μέρος στην εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας ή στην αγορά των δικών του μετοχών από τη μειοψηφία. Το πιο πάνω συμπέρασμα ενισχύεται και από τις λοιπές θεραπείες που το δικαστήριο μπορεί να απονέμει, όπως είναι η αγορά των μετοχών από την ίδια την εταιρεία (βλ. 202
(2)(β)). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ενώ επάλληλη επίπτωση είναι και το ότι η εταιρεία ξοδεύει χρήματα, απόφαση που κανονικώς εχόντων των πραγμάτων επηρεάζει τους μέτοχους και γι' αυτό ακριβώς το λόγο έχουν δικαίωμα να την γνωρίζουν. Από την άλλη, το δικαστήριο δύναται να διατάξει αλλαγή ή προσθήκη στο ιδρυτικό έγγραφο ή το καταστατικό της εταιρείας, δηλαδή να διαφοροποιήσει τη συμφωνία που διέπει τη σχέση των μελών και τον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της εταιρείας (βλ. 202
(3)). Η φύση των εν λόγω θεραπειών καθιστά σαφές ότι δεν επιτρέπεται να αποφασιστούν ερήμην οιουδήποτε μετόχου. Όλοι οι ενδιαφερόμενοι, που τέτοιοι είναι το σύνολο των μετόχων, πρέπει να βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου ώστε να εκφέρουν άποψη. Πέραν των πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι αίτηση εδραζώμενη στο άρθρο 202 δεν μπορεί να αναδεικνύει περισσότερες από δύο κατηγορίες μετόχων. Με αυτό εννοώ ότι στη μια όχθη βρίσκονται οι μέτοχοι μειοψηφίας, οι οποίοι και προωθούν την αίτηση, και στην άλλη οι υπόλοιποι μέτοχοι. Σε τέτοια περίπτωση δεν χωρεί ουδετερότητα. Μέτοχος ο οποίος επιλέγει να μην ακολουθήσει τη μειοψηφία και να συνδράμει διαβήματα δια προώθηση αίτησης ως η υπό κρίση, δεν μπορεί να μένει στο απυρόβλητο. Συνταυτίζεται, έστω εμμέσως ή παθητικώς, με την άλλη πλευρά και συνεπώς πρέπει να προστίθεται στην αίτηση ως μέρος της πλειοψηφίας. Στην προκείμενη περίπτωση το ανεφάρμοστο της ουδετερότητας διαδίκου προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία και καθίσταται πλέον ευδιάκριτο. Αυτό γιατί αναμφισβήτητο μαρτυρικό υλικό, συγκεκριμένα το τεκμήριο 38 στην ένσταση, αναδεικνύει αντίφαση στα λεγόμενα των αιτητών. Και εξηγώ· το εν λόγω τεκμήριο είναι επιστολή που φέρεται να έστειλε η αιτήτρια 2 (Triedman Finance Corporation) στην εταιρεία. Σε αυτό το τεκμήριο η αιτήτρια 2 φέρεται να δηλώνει ότι όχι μόνο αποσύρει το ενδιαφέρον της για την αίτηση, αλλά και ότι διαφοροποιείται σε σχέση με ουσιαστικούς ισχυρισμούς που αναφέρονται στην αίτηση. Ενδεικτικό είναι το απόσπασμα που ακολουθεί, το οποίο αναδεικνύει ανακολουθία στους ισχυρισμούς της πλευράς των αιτητών. Αναφέρεται εκεί ότι· «Triedman wishes to confirm in writing that the sale of the Company's subsidiaries was made with the consent and knowledge of all shareholders, at an arm's length and according to their fair market value. Accordingly, the affairs of the Company were not conducted in a manner that was oppressive to Triedman or any other shareholders.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές, δηλαδή ότι σε αιτήσεις αυτής της φύσης δεν χωρεί ουδετερότητα. Ο μέτοχος ταυτίζεται, έστω μέσω των ενεργειών και επιλογών του, είτε με τη μειοψηφία είτε με την πλειοψηφία. Δεν νοείται μέση κατάσταση. Βάσει όλων των πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει. Αυτό γιατί εκκρεμούσης της διαδικασίας ένας εκ των αιτητών απέσυρε το ενδιαφέρον του και αποχώρησε από αυτή. Δεν πραγματεύομαι το κατά πόσο υπήρχε η δυνατότητα, νοείται δικονομικά, να προστεθεί η εν λόγω εταιρεία ως διάδικος, αυτή τη φορά ως καθ' ης η αίτηση, αν και σχετική είναι η υπόθεση Αγρότου κ.α. ν. Αγρότου, ECLI:CY:AD:2016:A263, Πολ. Έφ. 288/10, ημερομηνίας 31.05.2016. Ο λόγος δια τον οποίο δεν πραγματεύομαι τούτο οφείλεται στο πολύ καθυστερημένο της σχετικής αποκάλυψης. Η πρώτη φορά που οι αιτητές γνωστοποίησαν το γεγονός αυτό στο δικαστήριο, ήταν με τη γραπτή αγόρευση που παρέδωσαν και αυτό παρ' ότι το θέμα είχε θιγεί από τους καθ' ων η αίτηση στην ένσταση. Επιπλέον, ουδέποτε ζήτησαν προσθήκη της εν λόγω εταιρείας, Triedman Finance Corporation, ως διαδίκου (καθ' ης η αίτηση). Ευρισκόμενος σήμερα ενώπιον τετελεσμένων γεγονότων καταλήγω ότι ανεπίτρεπτο είναι να εξεταστεί η αίτηση στην απουσία μέλους. Κάτι τέτοιο συνιστά καταστρατήγηση θεμελιακών αρχών δικαίου, όπως είναι η αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται περαιτέρω εξέταση του πράγματος (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία v. Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ. 1060, 1065). Επιπλέον, αντίκειται των θεραπειών που το δικαστήριο μπορεί να απονέμει, αλλά και των διατάξεων του καταστατικού της υπό κρίση εταιρείας. Ήταν υποχρέωση των αιτητών να καταστήσουν διάδικους όλους τους μετόχους της εταιρείας, ώστε αν ήθελε εκδοθεί διάταγμα δια αγορά των μετοχών της μειοψηφίας, ή το αντίστροφο, δηλαδή εξαγορά των μετοχών της πλειοψηφίας από τη μειοψηφία, όλοι να διαταχθούν να συνδράμουν αναλόγως (pro rata) των μετοχών που κατέχουν. Εφόσον όμως σήμερα είναι απών, έστω ένα μέλος, και αυτό υπαιτιότητι των αιτητών, η αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί και είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Λόγω του ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα ανατροπής της απόφασης κατ' έφεση, κρίνω ορθό να προχωρήσω και να εκφέρω άποψη και για τα λοιπά ζητήματα που απασχολούν την αίτηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα κάθε μία από τις δύο πλευρές ισχυρίζεται. Σημειώνω, ίσως εκ του περισσού, ότι αποτιμήθηκε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Από την άλλη, πλείστα τόσα γεγονότα είναι αναμφισβήτητα. Η διαφορά των μερών δεν εντοπίζεται τόσο σε πραγματικό επίπεδο, όσο στον τρόπο που η κάθε πλευρά εκτιμά και αντιλαμβάνεται τα γεγονότα. Το παράπονο των αιτητών φαίνεται να εξικνείται στο ότι πωλήθηκαν οι θυγατρικές εταιρείες της εταιρείας και ιδιαίτερα ότι υπεύθυνος δια τούτη την πώληση, κάποιο πρόσωπο ονόματι Maxim Korobov (στη συνέχεια ο Korobov), είχε ίδιον όφελος και κατ' επέκταση εξυπηρετούσε αλλότρια της εταιρείας συμφέροντα. Περιπλέον παράπονο εκφράζουν και για το ότι σε δύο περιπτώσεις συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση κατά παράβαση του καταστατικού της εταιρείας, ώστε να διευκολυνθούν οι μεθοδεύσεις της πλειοψηφίας σε σχέση με την πώληση των θυγατρικών εταιρειών της εταιρείας. Μάλιστα στη μια από τις δύο αυτές περιπτώσεις ξεγέλασαν τους αιτητές, υποστηρίζουν, λέγοντάς τους ότι η συνέλευση θα αναβάλλετο, ενώ εν τέλει έλαβε χώρα και διορίστηκε διευθύντρια, η οποία επικύρωσε τις συμφωνίες πώλησης των θυγατρικών της εταιρείας. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση των αιτητών αναδεικνύει άλλο ένα παράπονο και αυτό έχει να κάνει με τη θέση ότι η εμπορική πρακτική στη Ρωσία, καθώς επίσης η πρακτική της εταιρείας, θέλει τέτοιου είδους συναλλαγές να έχουν τη σύμφωνη γνώμη όλων των μετόχων. Είναι η θέση των αιτητών πως οι μέτοχοι πλειοψηφίας καταστρατήγησαν την εν λόγω πρακτική. Περαιτέρω, στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και οι δύο πλευρές επικαλούνται γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν μετά την καταχώριση της αίτησης. Μάλιστα και οι δύο πλευρές τιτλοφορούν τούτα τα γεγονότα ως μεταγενέστερα γεγονότα. Εξ αρχής αναφέρω ότι οι σχετικές θέσεις δεν μπορούν να εξεταστούν από το δικαστήριο εφόσον δεν έχουν δικογραφηθεί στο petition. Επί του προκειμένου βασική είναι η αρχή ότι αιτήσεις αυτού του είδους εκδικάζονται secundum allegata et probata (according to allegations and proof, βλ. Buckley, πιο πάνω, σελίδα 471). Συνεπώς ο όποιος ισχυρισμός πρέπει να συμπεριληφθεί στο petition που υπέχει ρόλο δικογράφου. Εφόσον στην προκείμενη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έγινε, ούτε και ζητήθηκε τροποποίηση του petition, καταλήγω πως η διερεύνηση δεν μπορεί παρά να περιοριστεί σε όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν, δηλαδή στα αναφερόμενα σε petition και ένσταση. Το κύριο παράπονο των αιτητών διαγράφεται στις παραγράφους 7 και 8 του petition, όπου αναφέρεται ότι· «7. Συγκεκριμένα ο Maxim Korobov συμφώνησε κατ' αρχάς την 26 Δεκεμβρίου 2012, ενεργώντας εκ μέρους της Εταιρείας, να πωλήσει διάφορα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας δια της πώλησης μετοχών σε θυγατρικές εταιρείες της Εταιρείας καθώς επίσης και τις δικές του μετοχές στην εταιρεία του LLC Standard Naft προς την Εταιρεία Matra Petroleum PlcH. 8. Αργότερα περιήλθε στην αντίληψη των αιτητών ότι ο κ. Korobov ενεργώντας τόσο εκ μέρους της Εταιρείας όσο και προσωπικά προσπάθησε να μειώσει την τιμή πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και να αυξήσει την τιμή πώλησης των δικών του περιουσιακών στοιχείων σε αντίθεση με την κατ'αρχή συμφωνία η οποία έγινε όπως προανέφερα την 26 Δεκεμβρίου 2012.» Σε σχέση με τα πιο πάνω η συμπληρωματική ένορκη δήλωση των αιτητών αναφέρει ότι· «Επιπρόσθετα και προς διασαφήνιση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης τονίζεται ότι οι Αιτητές μέχρι και τον Μάρτιο 2013 είχαν την πεποίθηση ότι η πώληση θα υλοποιείτο με την εταιρεία Matra Petroleum ο τελικός δικαιούχος της οποίας κ.Maxim Barskiy συναντήθηκε με τους Αιτητές στην παρουσία του κ. Maxim Korobov στις 21/12/12 με σκοπό την διαπραγμάτευση των όρων της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας.» Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι οι αιτητές διατείνονται πως ο Korobov αύξησε την τιμή της δικής του εταιρείας (StandartNafta) μειώνοντας εκείνη των θυγατρικών. Αυτή η θέση των αιτητών εντοπίζεται στη 15η παράγραφο της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως των αιτητών, όπου αναφέρεται πως· «Το Term Sheet πραγματεύεται τα διάφορα θέματα της απόκτησης και αναφέρει τη συνολική τιμή για όλες τις εταιρείες (περιλαμβανομένης της Standard Nafta). Αναφέρεται το ποσό των 115 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής. Οι ενάγοντες στη συνάντηση με το δικαιούχο της Standard Nafta, Mr. Maxim Barskiy στην παρουσία του Maxim Korobov στις 2 Δεκεμβρίου 2012, την ίδια μέρα που υπογράφτηκε το Term Sheet, συγκεκριμένα ρώτησαν τον κ. Barskiy για την τιμή που ήταν πρόθυμος να πληρώσει για την Standard Nafta μόνο, που ήταν μέρος της συναλλαγής. Ο κ. Barskiy ανταποκρίθηκε λέγοντας ότι ήταν πρόθυμος να πληρώσει μέχρι 7-8 εκατομμύρια Δολάρια Αμερικής για την Standard Nafta σε περίπτωση πώλησης πακέτου. Γι αυτό αυτός ο αριθμός εμφανίστηκε στην επιστολή των εναγόντων προς τους συμβούλους της εταιρείας, χωρίς πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας η Standard Nafta είναι απίθανο να ενδιαφέρει ενδεχόμενους αγοραστές.» Περαιτέρω οι αιτητές διατείνονται πως η πλειοψηφία επιχείρησε να περάσει τις πιο πάνω θέσεις της συγκαλώντας έκτακτη γενική συνέλευση. Προσθέτει δε ότι άμα οι αιτητές αντιλήφθηκαν τα πιο πάνω αποτάθηκαν στους διευθυντές της εταιρείας, δηλαδή την PricewaterhouseCoopers (PWC) και απέσυραν την εμπιστοσύνη τους στον Korobov. Ζήτησαν δε σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης. Αντ' αυτού οι διευθυντές, Σωτηράκης Κουπεπίδης και Στέλλα Ραουνά, παραιτήθηκαν. Ακολούθως οι μέτοχοι πλειοψηφίας σε δύο περιπτώσεις επιχείρησαν να συγκαλέσουν έκτακτη γενική συνέλευση, μετερχόμενοι όμως αντικαταστατικά και άκυρα μέσα. Τέλος, την 19.04.2013 διενήργησαν έκτακτη γενική συνέλευση στην απουσία των αιτητών, η οποία, απουσία, επιτεύχθηκε με τέχνασμα και εξαπάτηση. Εξ αρχής αναφέρω ότι τούτη η γενική συνέλευση, ημερομηνίας 19.04.2013, όντως διεξήχθη. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που οι αιτητές διατείνονται εξαπάτηση και ψευδή παράσταση από μέρους των καθ' ων η αίτηση. Προς υποστήριξη των πιο πάνω αναφέρουν ότι εξασφάλισαν διάταγμα στην αγωγή 2156/13, το οποίο απαγόρευε τους καθ' ων η αίτηση να συγκαλέσουν γενική συνέλευση και να πωλήσουν τις θυγατρικές της εταιρείας. Εν τούτοις μετά την έκδοση του διατάγματος προσέγγισαν τους καθ' ων η αίτηση δια εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Αυτό εις ένδειξη καλής πίστης, παρ' ότι στο τέλος διαπίστωσαν πως οι καθ' ων η αίτηση λειτουργούσαν βάσει σχεδίου και με κακοπιστία. Οι αιτητές διατείνονται πως μέσω κάποιου Roman Pivovar ενεπλάκησαν σε συζητήσεις με τους καθ' ων η αίτηση. Τους τελευταίους εκπροσωπούσε, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, κάποιος Dmitry Zubatyuk. Είναι η θέση των αιτητών πως μεταξύ των δύο ανδρών, Pivovar και Zubatyuk, συμφωνήθηκε ότι η γενική συνέλευση της 19.04.2013 θα αναβάλλετο, ακριβώς λόγω του ότι βρίσκοντο σε συζητήσεις. Εν τούτοις οι αιτητές υποστηρίζουν ότι όλα τα πιο πάνω δεν ήτο παρά συμπαιγνία των μετόχων πλειοψηφίας, εφόσον στο τέλος της ημέρας οι ίδιοι παρέστησαν στη γενική συνέλευση και ανενόχλητοι λόγω της απουσίας των αιτητών, διόρισαν την Ελένη Καραγιαννίδου ως διευθύντρια της εταιρείας, η οποία ακολούθως προχώρησε και επικύρωσε τις συμφωνίες πώλησης των θυγατρικών εταιρειών. Αυτά, εν ολίγοις, είναι τα παράπονα των αιτητών. Ας δούμε τώρα πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα. Τα λεγόμενα των αιτητών δημιουργούν την εντύπωση ότι η πώληση των θυγατρικών της εταιρείας διενεργήθηκε εν κρυπτώ και παραβύστω και περαιτέρω, ότι δεν γνώριζαν το διπλό συμφέρον του Korobov. Εν τούτοις το μαρτυρικό υλικό άλλα είναι που φανερώνει. Και εξηγώ· ομονοούν οι διάδικοι ότι το τεκμήριο 3 στην ένσταση συνιστά συμφωνία μεταξύ της εταιρείας και τρίτης εταιρείας, εν προκειμένω της Closed Joint Stock Company «Investment Company Troika Dialog» (στη συνέχεια η Sberbank), με βάση την οποία η τελευταία ανέλαβε να πωλήσει τις θυγατρικές εταιρείες της εταιρείας (στη συνέχεια οι θυγατρικές). Ενδεικτική είναι η αναφορά στο προοίμιο του τεκμηρίου 3 στην ένσταση «Whereas the clients (δηλαδή η εταιρεία) wish to consumate a transaction», ενώ το τι έστι transaction επεξηγείται πιο κάτω όπου αναφέρεται· «Transaction shall mean such transaction, whereby the Clients or any other natural person and/or legal entity designated by the Clients and being the registered owner of the Shares of the Company consummate (directly or indirectly) the sale of the Shares of the Company to the Purchaser;» Αξιοσημείωτο είναι δε ότι το εν λόγω έγγραφο, τεκμήριο 3 στην ένσταση, είναι ημερομηνίας 01.06.2012 και υπογράφεται από το σύνολο των μετόχων της εταιρείας, μεταξύ αυτών και οι αιτητές. Περαιτέρω η Sberbank προέβη σε διάφορες ενέργειες, κάποιες εκ των οποίων αποκαλύπτουν ενημέρωση των αιτητών. Χαρακτηριστικό είναι το τεκμήριο 6 στην ένσταση, το οποίο αποτελεί σχέδιο που εκπόνησε η Sberbank και παρουσίασε στο σύνολο των μετόχων της εταιρείας. Τούτο το σχέδιο έλαβε την ονομασία ERMAK. Πέραν των πιο πάνω σχετικό είναι και το τεκμήριο 7 στην ένσταση, δηλαδή το πρακτικό της γενικής συνέλευσης που έλαβε χώρα την 11.12.2012 στη Μόσχα. Όπως φαίνεται στο τεκμήριο 7· η πλειοψηφία των μετόχων διόρισε τον Korobov ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο (authorised person) να συνομιλεί με τους συμβούλους της εταιρείας, εν προκειμένω τη Sberbank. Επιπλέον, επιβεβαιώνεται εκεί η παρουσίαση του σχεδίου που εκπόνησε η Sberbank, δηλαδή του τεκμηρίου 6 στην ένσταση, εφόσον αναφέρεται ότι· «
  1. a)Sberbank invest report Presentation by Sberbank on sale process involving a summary of discussion with various potential buyers. The meeting resolved to authorise Sberbank to continue negotiations with all interested parties and explore the sale of individual assets if there are good opportunities. Also requested that PricewaterhouseCoopers should prepare a proposal in relation to the restructuring of the ownership of OOO Progress-S within the group in view of a potential sale of this asset.» Παρεμβάλλω εδώ ότι αποτελεί κοινό τόπο πως ο Korobov είναι ο τελικός δικαιούχος της καθ' ης η αίτηση 3 (Bryn Invest & Finance Inc.) που είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της εταιρείας, εφόσον κατέχει το 58,77% των μετοχών. Περαιτέρω, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Korobov ήταν ο εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας (CEO) (βλ. τεκμήριο 7Α στην ένσταση). Προφανώς αυτοί είναι και οι λόγοι που ο Korobov έλαβε την εξουσιοδότηση της εταιρείας (authorisation), ως πιο πάνω αναφέρεται. Στο ίδιο μήκος κύματος πλέει και ο διορισμός του Korobov στο τεκμήριο 5 της ένστασης. Τούτο το έγγραφο είναι επιστολή ημερομηνίας 15.10.2012, η οποία στάληκε από την εταιρεία προς την PricewaterhouseCoopers Limited (PWC), η οποία και πληροφορείται ότι εξουσιοδοτημένο από την εταιρεία πρόσωπο δια να δίδει οδηγίες είναι ο Korobov. Η εν λόγω επιστολή υπογράφεται από όλους τους καθ' ων η αίτηση, πλέον την αιτήτρια Peek Holding & Finance S.A. (αιτήτρια 1). Δηλαδή δεν υπογράφηκε από την Triedman Finance Corporation, η οποία υπενθυμίζω ότι δεν συμμετέχει πλέον στη διαδικασία, και τον αιτητή Ali Vakhaevich Sobraliev. Περαιτέρω, κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων συνιστά και το αντικείμενο πώλησης της εταιρείας. Αυτό συνίστατο στις τρεις θυγατρικές της εταιρείας, δηλαδή τις εταιρείες· ZAO Uralnefteservice, OOO Sredne-Vasyuganskoe και ΟΟΟ Progress-S. Οι εν λόγω εταιρείες ανήκαν στην εταιρεία που αφορά η αίτηση. Εν τούτοις δεδομένο είναι ότι οι μέτοχοι αποφάσισαν να συμπεριλάβουν στην πώληση και την εταιρεία ΟΟΟ StandartNafta, αποκλειστικής ιδιοκτησίας του Korobov. Ο λόγος δια αυτό επεξηγείται στην 1η ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση, δηλαδή ότι με αυτό τον τρόπο αυξήθηκε το ποσοστό κοιτασμάτων φυσικού αερίου που κατείχε η εταιρεία και συνακόλουθα η τιμή πώλησης όλων των θυγατρικών εταιρειών. Αν και δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ότι η τέταρτη εταιρεία (StandartNafta) θα πωλείτο ως προανέφερα, υποδεικνύω ότι το τεκμήριο 3Α στην ένσταση, άλλο ένα έντυπο που η Sberbank παρουσίασε στους μετόχους της εταιρείας, χαρακτηρίζει την εν λόγω εταιρεία ως θυγατρική της εταιρείας που αφορά η αίτηση και ως μέρος των εταιρειών που θα διατίθεντο προς πώληση. Αυτή λοιπόν η συμμετοχή της StandartNafta στην επικείμενη πώληση φαίνεται πως είναι και η αιτία φιλονικίας των διαδίκων, εφόσον αντιληπτό είναι ότι ο Korobov είχε προσωπικό συμφέρον στην πώληση, λόγω του ότι η StandartNafta του ανήκει εξολοκλήρου. Δεν είναι όμως και ο ουσιαστικός λόγος στον οποίο εδράζεται η αίτηση. Και πώς άλλωστε να ήταν, δοθέντος ότι το σύνολο των μετόχων είναι εκείνο που έλαβε τις σχετικές αποφάσεις, δηλαδή για συμπερίληψη της StandartNafta στην πώληση, τη στιγμή που είχε γνώση ότι η εν λόγω εταιρεία ανήκει στον Korobov. Επιπλέον, τα μέλη της εταιρείας είναι εκείνα που διόρισαν τον Korobov ως αρμόδιο να παρακολουθεί και κατευθύνει τη διαδικασία πώλησης που θα διενεργούσε η Sberbank. Το παράπονο των αιτητών εστιάζεται στις κατ' ισχυρισμό μεθοδεύσεις του μεγαλομετόχου (Korobov), δηλαδή ότι αύξησε την τιμή πώλησης της εταιρείας που του ανήκει (StandartNafta), μειώνοντας την τιμή πώλησης των θυγατρικών της εταιρείας. Είναι αντιληπτό ότι αυτή η πτυχή του μαρτυρικού υλικού επιβάλλεται να αξιολογηθεί και αυτό γιατί το ζήτημα είναι πρωτίστως πραγματικό και ακολούθως δικανικό. Χωρίς να παραγνωρίζω τη δικανική αρχή ότι η μαρτυρία αξιολογείται ως ενιαίο σύνολο, κρίνω ότι εξυπηρετεί την εξέλιξη της απόφασης όπως το συγκεκριμένο ζήτημα εξεταστεί και αποφασιστεί πάραυτα. Ουδεμία αμφιβολία διατηρώ ότι η θέση των αιτητών περί χειραγώγησης και δη μείωσης της αξίας των θυγατρικών, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ο βασικότερος λόγος δια αυτή την κατάληξη επαναφέρει τη συζήτηση στην αιτήτρια 2, δηλαδή την Triedman Finance Corporation. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αιτήτρια 2 απέστειλε επιστολή στην εταιρεία (βλ. τεκμήριο 38 στην ένσταση). Είναι αξιοσημείωτο ότι η γνησιότητα της επιστολής και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση πως αποστολέας τούτης είναι η αιτήτρια 2, δεν έχει αμφισβητηθεί από τους λοιπούς αιτητές. Αυτό λοιπόν λαμβάνεται ως δεδομένο. Επαναλαμβάνω ότι το κρίσιμο απόσπασμα από την εν λόγω επιστολή έχει ήδη παρατεθεί. Η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός πως η αιτήτρια 2 ακυρώνει, έστω εμμέσως, τους πραγματικούς ισχυρισμούς των αιτητών. Αυτό γιατί η αιτήτρια 2 ισχυρίζεται πως ήταν σε γνώση όλων των μετόχων η πώληση των θυγατρικών και ότι όλοι οι μέτοχοι συναίνεσαν σε τούτη την πώληση. Αυτό και μόνο καταρρίπτει τους ισχυρισμούς των αιτητών και ολοκληρώνει τη διερεύνηση, δηλαδή καθιστά τη σχετική θέση των καθ' ων η αίτηση ατράνταχτο γεγονός. Από την άλλη τα στοιχεία που οι καθ' ων η αίτηση παρουσίασαν στο δικαστήριο οδηγούν σε αυτό ακριβώς το συμπέρασμα, δηλαδή ότι η διαδικασία πώλησης διεξήχθη στη βάση κοινής απόφασης που έλαβαν όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας. Η συμφωνία δια της οποίας ανατέθηκε στη Sberbank η ευθύνη για εξεύρεση αγοραστή (τεκμήριο 3 στην ένσταση), σε αυτό το συμπέρασμα είναι που οδηγεί εφόσον υπογράφεται από όλους τους μετόχους. Επιπλέον, ορθή κρίνεται η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η εταιρεία έλαβε προσφορές. Για του λόγου το ασφαλές αποκαλυπτικό είναι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 στην ένσταση, το οποίο είναι οι προσφορές που έλαβε η Sberbank εκ μέρους της εταιρείας. Αντικειμενική θεώρηση τούτων των προσφορών καθιστά δικαιολογημένο το συμπέρασμα των καθ' ων η αίτηση, δηλαδή ότι εάν ο Korobov εξυπηρετούσε δικά του συμφέροντα, μέσω αύξησης της τιμής της δικής του εταιρείας (StandartNafta) και παράλληλα μείωσης των θυγατρικών, θα αποδεχόταν την προσφορά της RITEK, εφόσον εκεί η αξία της StandartNafta προσδιορίστηκε σε USD17.000.000. Επίσης σχετική είναι και η έκθεση της Sberbank (τεκμήριο 14 στην ένσταση), η οποία στάληκε στην εταιρεία την 04.03.2013. Στο εν λόγω έγγραφο αναλύεται η όλη κατάσταση, ως είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή, εξ ου και αναφέρεται ότι τρεις ενδιαφερόμενοι αγοραστές προσκλήθηκαν για δεύτερη φορά. Μεταξύ αυτών ήταν και η Matra Petroleum που οι αιτητές διατείνονται ότι συμφώνησε να αγοράσει τις θυγατρικές της εταιρείας. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην ίδια έκθεση (τεκμήριο 14 στην ένσταση) η Sberbank υποδεικνύει πως η εν λόγω εταιρεία (Matra Petroleum) δεν είχε την αναγκαία ρευστότητα και περαιτέρω, ότι η συνδιαλλαγή εξαρτάτο από διάφορες προϋποθέσεις (a number of conditions have to be met in order to the close of the transaction - σελίδα 2 τεκμηρίου 14). Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας πώλησης των θυγατρικών της εταιρείας είχε συμφωνηθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο με την Matra Petroleum. Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, τότε η έκθεση της Sberbank (τεκμήριο 14 στην ένσταση) δεν θα είχε πρακτική σημασία. Μάλιστα για μόνο λόγο ότι το τεκμήριο 14 είναι ημερομηνίας 04.03.2013, αποκαλύπτεται ότι η συζήτηση μεταξύ Korobov και Maxim Barskiy εκ μέρους της Matra Petroleum, παρουσία των αιτητών, συζήτηση που διενεργήθηκε την 21.12.2012, δεν οδήγησε σε συμφωνία. Επρόκειτο για διαπραγμάτευση και τίποτα άλλο. Επιπλέον, το τεκμήριο 14 στην ένσταση φανερώνει ότι ζητούμενο δεν ήταν η ψηλότερη προσφορά, αλλά προσφορά που θα ικανοποιούσε αριθμό απαιτήσεων της εταιρείας. Φανερό είναι από την ίδια έκθεση ότι η προσφορά της Matra Petroleum δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της εταιρείας. Τα πιο πάνω καταρρίπτουν τις όποιες αιτιάσεις των αιτητών και εξουδετερώνουν την ουσία της συζήτησης που διατείνονται ότι διεξήχθη με τον Maxim Barskiy. Εις επίμετρον το τεκμήριο 14 στην ένσταση φανερώνει ότι η διεργασία δια πώληση των θυγατρικών της εταιρείας διενεργείτο από τη Sberbank, εξ ου και έλαβε και σχολίασε τις προσφορές, και όχι από τον Korobov που απλώς συντόνιζε την όλη διαδικασία ως ο CEO της εταιρείας. Στρέφομαι τώρα να παραθέσω τα γεγονότα που άπτονται των γενικών συνελεύσεων. Και σε αυτό το πλαίσιο διαπιστώνεται κοινό πραγματικό πεδίο. Τόσο τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στο petition, όσο και εκείνα που παρουσίασε η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, φανερώνουν τις ενέργειες και αντιδράσεις των μερών. Η πρώτη αντίδραση τοποθετείται χρονικά την 01.03.2013. Εξικνείται τούτη σε μια απειλητική επιστολή που στάληκε στους διευθυντές της εταιρείας, εν προκειμένω προσωπικό της PWC, από τους αιτητές 2 και 3 (βλ. τεκμήριο 13 στην ένσταση). Υπενθυμίζω και πάλι ότι αιτήτρια 2 είναι η εταιρεία Triedman Finance Corporation που απεσύρθη από την διαδικασία. Εκείνο που αναφερόταν στην εν λόγω επιστολή (τεκμήριο 13 στην ένσταση) είναι πως η PWC δεν προστάτευσε τα συμφέροντα της μειοψηφίας. Η εν λόγω επιστολή απαντήθηκε από την PWC την 06.03.2013 (βλ. τεκμήριο 17 στην ένσταση). Την 11.03.2013 ακολούθησε νέα επιστολή των αιτητών 2 και 3 που ζητούσε σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης στη Μόσχα (βλ. τεκμήριο 18 στην ένσταση). Εις απάντηση τούτης οι διευθυντές της εταιρείας, δηλαδή η PWC, κοινοποίησαν το αίτημα στο σύνολο των μελών της εταιρείας και ανέφεραν πως ήταν πρόθυμοι να παραστούν στη γενική συνέλευση στη Μόσχα αν ήθελε καλυφθούν τα έξοδά τους (βλ. τεκμήριο 19 στην ένσταση). Κάπου εδώ αρχίζει και η ουσιαστική αψιμαχία των διαδίκων. Την 20.03.2013 οι αιτητές, πλέον το σύνολο τούτων, απευθύνθηκαν στην PWC μέσω δικηγόρου και έκαναν λόγο για προκαταρκτική συμφωνία που υπέγραψε o Korobov με την Matra Petroleum. Ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι ο Korobov εξυπηρετεί προσωπικά του συμφέροντα και γι' αυτό δήλωσαν ότι αποσύρουν την εξουσιοδότηση που του παραχωρήθηκε από τη μειοψηφία. Περαιτέρω, ζήτησαν να τους παραδοθούν τα όποια έγγραφα υπογράφηκαν και τέλος, η όποια συμφωνία συνομολογηθεί να εγκριθεί από τους μετόχους μειοψηφίας (βλ. τεκμήριο 20 στην ένσταση). Αποτέλεσμα τούτης της επιστολής ήταν η παραίτηση των διευθυντών της εταιρείας, δηλαδή της PWC, η οποία κοινοποιήθηκε στα μέλη αυθημερόν και έφερε ημερομηνία την 20.03.2013. Διαπιστώνεται σήμερα ότι η παραίτηση των διευθυντών της εταιρείας, δηλαδή της PWC, αντί να επιλύσει το πρόβλημα μάλλον επέτεινε τούτο. Αυτό γιατί άρχισε νέος κύκλος αλληλογραφίας. Την 22.03.2013 οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 απέστειλαν επιστολή σε όλους τους μετόχους της εταιρείας, μεταξύ αυτών και οι αιτητές, και ζήτησαν σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης ώστε να διοριστούν νέοι διευθυντές, να εγκριθούν τα αποτελέσματα της Sberbank και η στρατηγική της εταιρείας και τέλος, να καταβληθούν μερίσματα. Η ημερομηνία που ζητούσαν να συγκληθεί η έκτακτη γενική συνέλευση είναι η 05.04.2013 (η σχετική επιστολή αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 2 στην αίτηση). Την 28.03.2013 οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έστειλαν νέα επιστολή στους μετόχους της εταιρείας, με την οποία ζητούσαν σύντμηση του χρόνου που απαιτείτο από το καταστατικό της εταιρείας δια σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης. Την ίδια ημερομηνία οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 απέστειλαν και τρίτη επιστολή, αυτή τη φορά για να διορθώσουν την προαναφερθείσα ημερομηνία, δηλαδή δηλώνοντας ότι η ημερομηνία σύγκλισης της έκτακτης γενικής συνέλευσης θα ήτο η 06.04.2013 και όχι η 05.04.2013. Και οι δύο επιστολές αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 2 στην αίτηση. Την ίδια ημερομηνία, 28.03.2013, επιστολή έστειλε και ο τότε συνήγορος των αιτητών. Παραλήπτης τούτης της επιστολής ήτο η καθ' ης η αίτηση 3, δηλαδή ο Korobov που είναι ο τελικός δικαιούχος τούτης της εταιρείας. Αντικείμενο της επιστολής ήταν οι απαιτήσεις που έθεσαν στην προηγούμενη επιστολή (ημερομηνίας 20.03.2013), ως επίσης η απειλή πως εάν η καθ' ης η αίτηση 3 ήθελε παραλείψει να συμμορφωθεί με τα πιο πάνω, τότε οι αιτητές θα επικοινωνούσαν με τον προτιθέμενο αγοραστή και θα πληροφορούσαν τούτο δια τις νομικές συνέπειες της τυχόν αγοράς των μετοχών της εταιρείας (βλ. τεκμήριο 25 στην ένσταση). Την 29.03.2013 οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 απέστειλαν νέα επιστολή στους μετόχους της εταιρείας και ζήτησαν σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης (η εν λόγω επιστολή αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 2 στην αίτηση). Αυτή τη φορά ζήτησαν όπως η γενική συνέλευση συγκληθεί την 13.04.2013, ενώ ως αντικείμενο τούτης έθεσαν την έγκριση της πώλησης των θυγατρικών εταιρειών OOO Sredne-Vasyuganskoe και ZAO Uralnefteservice. Οι αιτητές επιθυμώντας να αποτρέψουν επικύρωση της πώλησης, αποτάθηκαν στο δικαστήριο και εξασφάλισαν διάταγμα που απαγόρευε τούτη (βλ. τεκμήριο 3 στην αίτηση). Συνακόλουθα η εν λόγω γενική συνέλευση ουδέποτε διενεργήθηκε. Τούτο το διάταγμα είναι το τεκμήριο 3 στην αίτηση και εκδόθηκε στην αγωγή 2156/13. Ακολούθησε όμως νέο αίτημα για γενική συνέλευση, αυτή τη φορά προερχόμενο από τους αιτητές (βλ. τεκμήριο 27 στην ένσταση). Ημερομηνία σύγκλισης τούτης καθορίστηκε η 19.04.2013. Είναι γι' αυτή την τελευταία γενική συνέλευση, ημερομηνίας 19.04.2013, που οι αιτητές διατείνονται ότι εξαπατήθηκαν. Είναι η θέση τούτων πως ενεπλάκησαν σε διαπραγματεύσεις με τους καθ' ων η αίτηση και ότι ο αντιπρόσωπος τούτων, ονόματι Dmitry Zubatyuk ανέφερε στον Roman Pivovar, αντιπρόσωπο των αιτητών, ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν θα μετέβαιναν στη γενική συνέλευση και γι' αυτό θα ήτο αδύνατο να εξευρεθεί απαρτία σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας. Περαιτέρω, οι αιτητές διατείνονται πως ο Dmitry Zubatyuk ανέφερε στον Roman Pivovar πως δεν υπήρχε λόγος να μεταβούν στη συνέλευση αφ' ης στιγμής οι δύο πλευρές, αιτητές και καθ' ων η αίτηση, βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας. Είναι αντιληπτό ότι και σε αυτή την περίπτωση το δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει τα πραγματικά γεγονότα. Παρεμβάλλω λοιπόν τα ακόλουθα. Είμαι της γνώμης πως η πιο πάνω θέση των αιτητών δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το δικαστήριο και να αποτελέσει βάθρο οικοδόμησης ευρημάτων. Ο λόγος δια αυτό έγκειται στο ότι οι αιτητές παρέλειψαν να αντεξετάσουν σχετική μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους καθ' ων η αίτηση. Σχετικό εν προκειμένω είναι το τεκμήριο 37 στην ένσταση, δηλαδή επιστολή ημερομηνίας 14.06.2013. Φερόμενος αποστολέας τούτης της επιστολής είναι ο πιο πάνω αναφερόμενος Dmitry Zubatyuk. Η τελευταία παράγραφος της επιστολής τούτου ομιλεί αφ' εαυτής και ως εκ τούτου παρατίθεται. Αναφέρεται εκεί ότι· «I was shown the accusations of the minorities but deny all of them as I was acting in a good faith trying to bring the parties to an agreement in order to complete the deal, I have never discussed with Roman Pivovar or any of minorities the EGM dated 19/04/2013 as
  2. a)I was not aware about this EGM and
  3. b)I didn't have any authority formal or informal to discuss participation of majority shareholders in this event.» Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι στη συμπληρωματική δήλωση οι αιτητές αναφέρονται στον Dmitry Zubatyuk. Σχετικές εν προκειμένω είναι οι παραγράφοι 22 και 23. Εν τούτοις ούτε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αρνούνται τη θέση του Dmitry Zubatyuk ότι ποτέ ανέφερε στον Roman Pivovar οτιδήποτε για τη γενική συνέλευση ημερομηνίας 19.04.2013. Περιπλέον, γεγονός είναι ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του Dmitry Zubatyuk. Υπό το φως όλων των πιο πάνω εφαρμογής τυγχάνει η γνωστή δικαιική αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, 1540, δηλαδή ότι παράλειψη αντεξέτασης ισούται με αποδοχή της θέσης που δεν αμφισβητείται. Κατ' επέκταση, διαπιστώνω ότι ο Dmitry Zubatyuk ποτέ ανέφερε στον Pivovar οτιδήποτε σε σχέση με την συνέλευση ημερομηνίας 19.04.
  1. Περιπλέον, εξέταση όσων οι αιτητές αναφέρουν για τη διαπραγμάτευση μεταξύ Dmitry Zubatyuk και Roman Pivovar, οδηγεί στις ακόλουθες διαπιστώσεις. Μετά την εξασφάλιση του διατάγματος που απαγόρευσε τη σύγκλιση γενικής συνέλευσης της εταιρείας (δηλαδή το διάταγμα που εκδόθηκε στην αγωγή 2156/13 - τεκμήριο 3 στην αίτηση), οι αιτητές προσέγγισαν τους καθ' ων η αίτηση και αναζήτησαν συμβιβαστική λύση. Στο petition αναφέρεται σχετικά ότι «. συνειδητοποιώντας τις περιορισμένες δυνατότητές τους ως μετόχων μειοψηφίας ενεπλάκησαν μέσω του Roman Pivovar στην διαπραγμάτευση με καλή πίστη ενώ η άλλη πλευρά όπως διαφάνηκε εκ των υστέρων ήταν κακόπιστη και ενεργούσε βάσει σχεδίου» (βλ. παράγραφο 26 petition). Είμαι της γνώμης πως η πάρα πάνω θέση των αιτητών δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Το τεκμήριο 28 στην ένσταση φανερώνει ότι την 08.04.2013, δηλαδή λίγες μέρες μετά την έκδοση του διατάγματος στην αγωγή 2156/13, οι αιτητές προώθησαν στους καθ' ων η αίτηση έγγραφο τιτλοφορούμενο Deed of Settlement, Waiver and the Share Acquisition (τεκμήριο 28 στην ένσταση). Το περιεχόμενο τούτου φανερώνει πως αφορμάται από το ύψος της πρότασης της Matra Petroleum. Αυτός είναι και ο λόγος που το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε εκεί (τεκμήριο 28 στην ένσταση), εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι η εταιρεία συνεμβλήθη με αγοραστή για πώληση των θυγατρικών της, δια το ποσό των USD115.000.000, δηλαδή ως η πρόταση της Matra Petroleum. Μάλιστα, λόγω τούτου οι εκεί αναφερόμενοι πωλητές, δηλαδή το σύνολο των αιτητών πλέον η καθ' ης η αίτηση 5, ζητούν να λάβουν από την εταιρεία το ποσό των USD9.000.
  2. Τα πιο πάνω γεγονότα δημιουργούν την εντύπωση ότι μόλις οι αιτητές ένιωσαν ότι ήταν σε θέση ισχύος, δηλαδή μετά την παραίτηση των διευθυντών της εταιρείας και την έκδοση του διατάγματος στην αγωγή 2156/13, έσπευσαν να επιβάλουν τη δική τους άποψη στην εταιρεία, παρ' ότι μειοψηφία και παρ' ότι μέχρι λίγες ημέρες προηγουμένως συμφωνούσαν με τη στρατηγική της εταιρείας. Επανερχόμενος όμως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και παρ' ότι έχει ήδη κριθεί το κατά πόσο ο Dmitry Zubatyuk συζήτησε με τον Pivovar οτιδήποτε σχετικό της συνέλευσης ημερομηνίας 19.04.2013, προσθέτω ότι αν οι καθ' ων η αίτηση προτίθεντο να ξεγελάσουν τους αιτητές, τότε ουδείς λόγος υπήρχε να τους γνωστοποιήσουν τις ενέργειες και αποφάσεις που έλαβαν, ευθύς μετά την ολοκλήρωση της γενικής συνέλευσης. Προς τούτο σχετικό είναι το τεκμήριο 32 στην ένσταση, δηλαδή ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση στον τότε δικηγόρο των αιτητών ως απάντηση σε νέο αίτημα των τελευταίων δια σύγκλιση νέας γενικής συνέλευσης (βλ. τεκμήριο 31 στην ένσταση). Σε αυτή την απάντηση ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αναφέρθηκε στη γενική συνέλευση, δηλαδή ότι είχε διενεργηθεί, καθώς επίσης στις αποφάσεις που ελήφθηκαν. Όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, αυτή η ενημέρωση που έτυχε ο τότε συνήγορος των αιτητών από το συνήγορο των καθ' ων η αίτηση πυροδότησε νέα δικαστική διαδικασία. Συνεπώς, αν η διενέργεια της γενικής συνέλευσης ημερομηνίας 19.04.2013 ήταν προϊόν εξαπάτησης των αιτητών, οι καθ' ων η αίτηση θα αποσιωπούσαν το αποτέλεσμα τούτης μέχρι την ολοκλήρωση των άνομων και αθέμιτων σκοπών τους, ώστε απερίσπαστοι δικαστικών διαταγμάτων να κατασπαράξουν την περιουσία της εταιρείας. Η άκρως αντίθετη ενέργειά τους, δηλαδή η πληροφόρηση των αιτητών (βλ. τεκμήριο 32 στην ένσταση) δεν δικαιολογεί συμπέρασμα εξαπάτησης των τελευταίων. Ούτε βεβαίως οιαδήποτε άλλη πτυχή του μαρτυρικού υλικού δικαιολογεί τέτοιο συμπέρασμα. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι μετά το διορισμό της Ελένης Καραγιαννίδου ως διευθύντριας της εταιρείας, η εν λόγω προχώρησε και επικύρωσε τις συμφωνίες που είχε συνομολογήσει η εταιρεία δια πώληση των θυγατρικών της εταιρειών. Η επικύρωση αυτή διενεργήθηκε την 25.04.
  3. Παρεμβάλλω εδώ ότι πριν την παύση των διευθυντών της PWC και προτού οι αιτητές αποστείλουν οιανδήποτε επιστολή, συγκεκριμένα την 26.02.2013, οι διευθυντές (Σωτήρης Κουπεπίδης και Στέλλα Ραουνά) παραχώρησαν πληρεξούσιο σε κάποια Olga Borisovna Rozhneva (βλ. τεκμήρια 11 και 12 στην ένσταση), το οποίο αφορούσε τις δύο θυγατρικές, δηλαδή την Sredne-Vasyuganskoe και Uralnefteservice. Με βάση τούτο το πληρεξούσιο η Rozhneva πώλησε τις δύο θυγατρικές την 21.03.
  4. Τα πωλητήρια έγγραφα είναι τα τεκμήρια 22 μέχρι και 25 στην ένσταση. Αυτές είναι οι συμφωνίες που επικύρωσε η Ελένη Καραγιαννίδου την 25.04.
  5. Παρ' όλα αυτά την επαύριον τούτης της ολοκλήρωσης της συμφωνίας δια πώληση των θυγατρικών, δηλαδή την 26.04.2013, οι αιτητές εξασφάλισαν νέο διάταγμα, αυτή τη φορά στο πλαίσιο της αγωγής 2654/
  6. Το εν λόγω διάταγμα απαγόρευε τη διευθύντρια της εταιρείας να ολοκληρώσει την πώληση. Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι το διάταγμα που επιδόθηκε στη διευθύντρια την 26.04.2013, ήτο άνευ αντικειμένου εφόσον η πώληση είχε ήδη ολοκληρωθεί. Εν κατακλείδι υποδεικνύεται ότι μετά την καταχώριση του petition αλλά πριν την καταχώριση της ένστασης, συγκεκριμένα την 21.07.2014, η εταιρεία προχώρησε σε ψήφιση των οικονομικών της καταστάσεων και τα κέρδη, ποσό ανερχόμενο σε USD7.200.000, καταβλήθηκε pro rata στους μετόχους υπό μορφή μερίσματος. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν το πραγματικό πλαίσιο όσων διενεργήθηκαν και διημείφθησαν από και μεταξύ των μερών. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατά πόσο διαπιστώνεται καταπίεση της μειοψηφίας από τους μετόχους πλειοψηφίας. Έχω παραθέσει ήδη το δικανικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα και δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Τώρα, τι είναι εκείνο που οι αιτητές καλούν το δικαστήριο να αποφανθεί ότι συνιστά καταπίεση; Είναι η θέση των αιτητών ότι η καταπίεση συνίσταται, πρωτίστως, στα γεγονότα που οδήγησαν στην πώληση των θυγατρικών της εταιρείας σε τιμή που εξυπηρετούσε τον Korobov και όχι την εταιρεία και περαιτέρω, στα γεγονότα που περιβάλλουν τις έκτακτες γενικές συνελεύσεις, δηλαδή εκείνη της 19.04.2013, δια την οποία ισχυρίζονται ότι εξαπατήθηκαν και εκείνη της 5 ή 6 Απριλίου 2013 που ζήτησαν οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αλλά δεν διεξήχθη λόγω του διατάγματος που οι αιτητές εξασφάλισαν στο πλαίσιο της αγωγής 2156/
  7. Δοθέντος ότι αυτές είναι οι αιτιάσεις των αιτητών, ορθό είναι να αναφερθεί, χωρίς περιστροφές και πλατειασμούς, ότι οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου φανερώνουν ότι κανένα τέχνασμα ή εξαπάτηση έλαβε χώρα σε σχέση με τη γενική συνέλευση ημερομηνίας 19.04.
  8. Οι λόγοι δια αυτό το συμπέρασμα έχουν αναφερθεί στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας και γι' αυτό δεν επαναλαμβάνονται. Αυτό όμως φανερώνει ότι τα ευρήματα του δικαστηρίου δεν υποστηρίζουν τη σχετική εισήγηση των αιτητών. Ως εκ τούτου η θέση των αιτητών ότι εξαπατήθηκαν σε σχέση με τη γενική συνέλευση της 19.04.2013, δεν έχει αποδειχθεί και συνακόλουθα ο ισχυρισμός δεν εξετάζεται εφόσον τέτοιο πραγματικό πλαίσιο δεν υφίσταται. Σε σχέση με τον άλλο λόγο που επικαλούνται οι αιτητές, δηλαδή την πρόσκληση των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 για γενική συνέλευση, επαναλαμβάνω ότι τα ευρήματα του δικαστηρίου επιβεβαιώνουν τις πραγματικές αιτιάσεις των αιτητών, δηλαδή ότι στάληκε τέτοια πρόσκληση η οποία δεν συνήδε με τις πρόνοιες του καταστατικού (άρθρο 52). Ζητούμενο βεβαίως δεν είναι απλώς η επιβεβαίωση των γεγονότων. Επιβάλλεται να διερευνηθεί κατά πόσο τούτα τα ευρήματα του δικαστηρίου συνιστούν καταπίεση, ή έστω ότι αποτελούν μέρος μιας αλυσίδας γεγονότων που αν ήθελαν αποτιμηθεί συνολικά θα οδηγούσαν σε συμπέρασμα καταπίεσης (σε σχέση με το τελευταίο ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση In Re Jermyn Street Turkish Baths Ltd
(1971)1 WLR 1042, 1058-1059). Περί τούτου ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πώς η πρόσκληση των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 συναρτάται με οιονδήποτε άλλο γεγονός και επιπλέον, τον ισχυρισμό καταπίεσης. Και εξηγώ· η πρόσκληση δια γενική συνέλευση εκδόθηκε από τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2, κατόχους του 0,74% των μετοχών της εταιρείας. Μείζων βεβαίως δεν είναι αυτό το ποσοστό, άλλωστε οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αποτελούν μέρος της ευρύτερης πλειοψηφίας των μετόχων, αλλά ότι η πρόσκληση για γενική συνέλευση εκδόθηκε την 22.03.
  1. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί οι διευθυντές της εταιρείας, Σωτήρης Κουπεπίδης και Στέλλα Ραουνά, δηλαδή προσωπικό της PWC, παραιτήθηκαν την 20.03.
  2. Αντικείμενο της γενικής συνέλευσης, σύμφωνα με την πρόσκληση των καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ήταν ο διορισμός διευθυντών, η έγκριση των αποτελεσμάτων της Sberbank και της στρατηγικής της εταιρείας και η καταβολή μερίσματος. Αυτά ακριβώς τα γεγονότα είναι που δεν με αφήνουν να αντιληφθώ τίνι τρόπω συνέδραμε τούτη η πρόσκληση για γενική συνέλευση στην ισχυριζόμενη καταπίεση. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι η προθεσμία που τέθηκε στην εν λόγω πρόσκληση απάδει των καταστατικών διατάξεων, εφόσον δόθηκε χρόνος 13 αντί 14 ημερών που προέβλεπε το καταστατικό. Και όμως, σε τι είναι που έγκειται η καταπίεση; Θα έλεγε κανείς ότι λογικό και αναμενόμενο είναι ότι κάθε μέτοχος θα επεδίωκε το αυτονόητο, δηλαδή διορισμό διευθυντών το συντομότερο δυνατό, ώστε να μην αφεθεί η εταιρεία ακυβέρνητη. Αυτό επιτάσσει η λογική. Υπό αυτή την έννοια καταλήγω ότι αυτοτελώς εξεταζόμενη η εν λόγω ενέργεια δεν αποκαλύπτει καταπίεση, παρ' ότι η προθεσμία που τέθηκε στην πρόσκληση αντίκειτο των καταστατικών διατάξεων. Απομένει λοιπόν να δούμε κατά πόσο το πιο πάνω συμπέρασμα διαφοροποιείται μετά από ενιαία εξέταση τούτου με το άλλο ζήτημα που θίγουν οι αιτητές, δηλαδή την πώληση των θυγατρικών της εταιρείας. Ουδεμία αμφιβολία έχω ότι εκεί όπου η πλειοψηφία επιχειρεί να καταχραστεί και οικειοποιηθεί το σύνολο ή μέρος της περιουσίας της εταιρείας και τέτοια περιουσία είναι βεβαίως και οι θυγατρικές της κάθε εταιρείας, σαφώς και αρμόζει να κριθεί πως η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η οποία αδυνατεί, λόγω του ότι δε ελέγχει το συμβούλιο των μετόχων, να ανακόψει τις άνομες και σε κάποιο βαθμό ανήθικες ενέργειες της άλλης πλευράς. Αν τούτο χρειάζεται αιτιολόγηση αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Menier v. Hooper's Telegraph Works Ltd
(1874), 9 Ch. App. 350, όπου επεξηγήθηκε το τι έστι καταπίεση. Μάλιστα σε ανάλογη συλλογή γεγονότων κρίθηκε ότι υφίστατο τέτοια. Ο Λόρδος James ανέφερε εν προκειμένω τα ακόλουθα· «The Defendants, who have a majority of shares in the company, have made an arrangement by which they have dealt with matters affecting the whole company, the interest in which belongs to the minority as well as to the majority. They have dealt with them in consideration of their obtaining for themselves certain advantages .. The minority of the shareholders say in effect that the majority has divided the assets of the company, more or less, between themselves, to the exclusion of the minority. I think it would be a shocking thing if that could be done, because if so the majority might divine the whole assets of the company, and pass a resolution that everything must be given to them, and that the minority should have nothing to do with it. Assuming the case to be as alleged in the bill, then the majority have put something into their pockets at the expense of the minority. If so, it appears to me that the minority have a right to have their share of the benefits ascertained for them in the best way in which the Court can do it, and given to them.» Εν τούτοις εδώ δεν είναι αυτή η περίπτωση. Ο Korobov διορίστηκε από όλα τα μέλη και ανέλαβε να εποπτεύσει την πώληση των θυγατρικών εταιρειών της εταιρείας, πλέον της Standart-Nafta, κάτι που όλοι οι μέτοχοι συμφώνησαν, εξ ου και εξουσιοδότησαν τη Sberbank να λάβει προσφορές. Ήταν συλλογική και κοινή η απόφαση για πώληση των θυγατρικών και μάλιστα μαζί με τη Standart-Nafta, ώστε να ενισχυθεί η εμπορική θέση της εταιρείας και να δύναται να απαιτήσει μεγαλύτερο ποσό. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώνω ότι η συμπεριφορά της πλειοψηφίας δεν απάδει των κανόνων Fair play ή Fair dealing (βλ. υπόθεση Elder, πιο πάνω). Μάλλον το αντίθετο ισχύει. Φαίνεται πως η μειοψηφία έκρινε ότι η πρόταση (offer) της Matra Petroleum ήτο πλέον συμφέρουσα για την ίδια [τη μειοψηφία]. Λόγω τούτου προσπάθησε να εκβιάσει τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή αποδοχή της σχετικής πρότασης. Η όλη στάση της μειοψηφίας φανερώνει έντονη δυσαρέσκεια (dissatisfaction) και κατ' επέκταση αποδοκιμασία (disapproval) που αφορμάται από το ότι η πλειοψηφία δεν υιοθέτησε τη θέση της. Αυτά εν τούτοις τα αισθήματα δεν δικαιολογούν έκδοση διατάγματος δια εκκαθάριση της εταιρείας (βλ. υπόθεση Ebrahimi, πιο πάνω). Περιπλέον, δυστυχώς τούτα τα αισθήματα της μειοψηφίας δεν περιορίστηκαν σε επίπεδο γενικής συνέλευσης. Με τη στάση της και τις απειλές της εκμαίευσε την παραίτηση των διευθυντών της εταιρείας, δηλαδή της PWC, και ακολούθως εμπόδισε τη διεξαγωγή γενικής συνέλευσης για διορισμό τέτοιων διευθυντών, με απώτερο στόχο να αποτρέψει έγκριση των συμφωνιών από τη διεύθυνση της εταιρείας. Δεν παραβλέπω ότι η πρόσκληση των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 για γενική συνέλευση την 05.04.2013, ήτο αντικαταστατική. Εν τούτοις αυτό και μόνο δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε και δη καταπίεση. Όπως έχω ήδη αναφέρει, εύλογο είναι οι μέτοχοι να ενδιαφέρονται για διορισμό διευθυντών, ώστε να μην ατονήσει η διοίκηση της εταιρείας. Από την άλλη οι διαπιστώσεις που προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία φανερώνουν, με τον πλέον παραστατικό τρόπο, ότι η μειοψηφία επιχείρησε να μποϊκοτάρει και συν τω χρόνω να σταματήσει τη διαδικασία πώλησης, εκτός εάν ακολουθείτο η δική της θέση, δηλαδή πώληση των θυγατρικών στη Matra Petroleum. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι οι αιτητές απείλησαν τη PWC ότι θα τη μηνύσουν (τεκμήριο 13 στην ένσταση). Ακολούθως ο δικηγόρος τους έστειλε επιστολή στη PWC με την οποία απέσυρε την εμπιστοσύνη των πελατών του στον Korobov (τεκμήριο 20 στην ένσταση), η οποία [επιστολή] είχε σαν αποτέλεσμα την παραίτηση των διευθυντών (τεκμήριο 21 στην ένσταση). Προς στιγμή οι αιτητές εφησύχασαν, εφόσον η απουσία διευθυντικής πυραμίδας δεν θα επέτρεπε επικύρωση της πώλησης, και αυτός είναι και ο λόγος που μόλις προσκλήθηκαν σε γενική συνέλευση από τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έσπευσαν να εκδώσουν απαγορευτικό διάταγμα τούτης (τεκμήριο 3 στην αίτηση). Διατείνονται πως επιχείρησαν να συμβιβάσουν την όλη υπόθεση. Αυτό είναι εν μέρει ορθό. Όντως αποτάθηκαν στον Korobov στον οποίο επανέλαβαν τις προηγούμενες απαιτήσεις τους και περαιτέρω, απείλησαν ότι θα ενημέρωναν τον προτιθέμενο αγοραστή, τον οποίο γνώριζαν από τις παρουσιάσεις της Sberbank (τεκμήριο 14 στην ένσταση), ότι θα εμπλέκετο σε νομικές διαδικασίες λόγω διαφωνίας των μετόχων. Εν κατακλείδι, απαίτησαν από την πλειοψηφία να αγοράσει τις μετοχές τους δια το ποσό των USD9.000.000 (βλ. τεκμήριο 28 στην ένσταση), ποσό που αποφάσισαν μονομερώς. Εν ολίγοις δεν είναι για την εταιρεία και τη συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας τούτης που ενδιαφέρθηκαν, αλλά για την προσωπική τους αποζημίωση, εξ ου και πρότειναν εξαγορά των μετοχών τους. Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Καταλήγω συνεπώς ότι· αν και οι ισχυρισμοί των αιτητών άπτονται των δραστηριοτήτων της εταιρείας (conduct of affairs), δεν αποκαλύπτουν καταπίεση (oppression). Αν είναι κάτι που φανερώνουν είναι τις μύχιες προθέσεις των αιτητών, και δη ότι θέλησαν να επιβάλουν τη θέση τους, παρ' ότι δεν ήταν συμφέρουσα δια την εταιρεία, και ο λόγος δια αυτό οφείλεται στο ότι έκριναν πως ήταν συμφέρουσα για εκείνους. Συνεπώς ουδεμία καταπίεση διαπιστώνω από μέρους της πλειοψηφίας, η οποία διόρισε τρίτο ανεξάρτητο οργανισμό (τη Sberbank), να συμβουλεύσει την εταιρεία για την πλέον συμφέρουσα λύση. Η πρόταση της Matra Petroleum δεν ήτο συμφέρουσα σύμφωνα με τη Sberbank (βλ. τεκμήριο 14 στην ένσταση). Εις επίμετρον, τα πιο πάνω επιβάλλεται να ειδωθούν και υπό το φως των λεχθέντων στην υπόθεση Elder, πιο πάνω, όπου αναφέρθηκε ότι· «The decisions indicate that conduct which is technically legal and correct may nevertheless be such as to justify the application of the ˈjust and equitableˈ jurisdiction, and, conversely, that conduct involving illegality and contravention of the Act may not suffice to warrant the remedy of winding -up, especially where alternative remedies are available. Where the ˈjust and equitableˈ jurisdiction has been applied in cases of this type, the circumstances have always, I think, been such as to warrant the inference that there has been, at least, an unfair abuse of powers and an impairment of confidence in the probity with which the company's affairs are being conducted, as distinguished from mere resentment on the part of a minority at being out voted on some issue of domestic policy.» Επιπλέον ύψιστη σημασία προσλαμβάνουν και τα αναφερόμενα στην υπόθεση Thomson v. Drysdale 1925 SC 311. Εκεί ο Λόρδος Skerrington παρατήρησε ότι· «It must, however, be kept in view that this state of matters did not result from any underhand manoeuvring on the part of the respondent (who holds the 1501 shares), nor yet from any accidental circumstances. It resulted from the deliberate actings and contracts of the two shareholders, each of whom originally held a single share. Accordingly, in considering whether it is just and equitable that the company should be now would up, the court must be careful not to allow itself to be made an instrument for relieving the petitioner from the natural and lawful consequences of his own actings and contracts. On the other hand, in circumstances like the present, it behoves the shareholder who has the 1501 votes to avoid any conduct which would reasonably lead to the inference that he fails to appreciate the fact that it is his duty to use his voting power in the interests of the company as a whole, and that he must hot ignore the interest of the other shareholder or treat the company and its assets as if they were his own private property. Further, he must avoid acting in such a way as might reasonably be held to make it impossible for the other shareholder to co-operate with him in the management of the company.» Τα πιο πάνω αποσπάσματα εδραιώνουν το αυτονόητο. Η εταιρεία είναι οργανωμένο σύνολο. Το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό τούτης αποτελούν τη συμφωνία των μετόχων και το πλαίσιο λειτουργίας των διευθυντών. Όλοι οι εμπλεκόμενοι οφείλουν να τιμήσουν την υπογραφή τους και κατ' επέκταση τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν. Το δε δικαστήριο δεν δικαιούται, απουσία καταπίεσης ή συμπεριφοράς απάδουσας του δικαίου και της επιείκειας, να συνδράμει τον ανυπάκουο μέτοχο ώστε να επιβάλει τη δική του άποψη. Θέματα πολιτικής της εταιρείας αποφασίζονται από τα εσωτερικά όργανα τούτης και όχι το δικαστήριο. Ο ρόλος του δικαστηρίου τίθεται σε εφαρμογή ευθύς μόλις παραβιαστούν οι άγραφοι και ηθικοί κανόνες που διέπουν τη συμβίωση της μειοψηφίας με την πλειοψηφία. Το δίκαιο και εύλογο του πράγματος αποτελεί το μέτρο κρίσης. Στην Ebrahimi, πιο πάνω, λέχθηκε· «The just and equitable provision does not, as the respondents suggest, entitle one party to disregard the obligation he assumes by entering a company, nor the court to dispense him from it. It does, as equity always does, enable the Court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way.» Εδώ κανένα στοιχείο δικαιολογεί έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας επί τω ότι είναι δίκαιο και εύλογο. Η πλειοψηφία δεν κακομεταχειρίστηκε τη μειοψηφία. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Η μειοψηφία είναι εκείνη που εκμεταλλεύτηκε δικαστικές διαδικασίες για να επιβάλει τη δική της θέση. Συνεπώς οξύμωρη ακούγεται η απαίτηση τούτης για συνδρομή του δικαστηρίου σε διαδικασία που απάδει του δικαίου. Η πλειοψηφία ακολούθησε τις καταστατικές διαδικασίες και στις πλείστες σημαντικές αποφάσεις είχε τη σύμφωνη γνώμη της μειοψηφίας. Απλώς σε κάποιο στάδιο η μειοψηφία διαφοροποιήθηκε γιατί θεώρησε ότι άλλες επιλογές την εξυπηρετούσαν καλύτερα. Ακόμα και τότε όμως δεν ζήτησε ακύρωση της πώλησης. Θέλησε να επιβάλει τη δική της θέση και αυτό παρ' ότι η πλειοψηφία των μετόχων δεν υιοθετούσε τούτη. Σε αντίθετη περίπτωση απαιτούσε από την πλειοψηφία να εξαγοράσει τις μετοχές της δια ποσό το οποίο αυθαίρετα και μονομερώς προσδιόρισε. Στη δοσμένη περίπτωση οι αιτητές που έχουν απομείνει καλούν το δικαστήριο να επιβάλει τη θέση τους σε κάτι που αρχικά συμφώνησαν αλλά στην πορεία διαφοροποιήθηκαν για δικούς τους λόγους. Κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο, όχι επειδή η άλλη θέση υποστηρίζεται από την πλειοψηφία των μετόχων, αλλά επειδή καμιά πτυχή του μαρτυρικού υλικού θέλει τούτη την άλλη θέση, που αρχικά υιοθέτησε και η μειοψηφία, να είναι άδικη ή καταπιεστική για τη μειοψηφία. Τούτη η θέση κρίνεται προσοδοφόρα για το σύνολο των μελών της εταιρείας, πάντα κατά αναλογία των μετοχών που κατέχουν, εξ ου και μετά την πώληση καταβλήθηκε μέρισμα. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.