← Κύπρος

Νίκος Οικονομίδης & Υιοί Λτδ ν. Ανδρέα Γεωργιάδη, Αρ. Αγωγής: 3142/2009, 5/9/2016

Νίκος Οικονομίδης & Υιοί Λτδ ν. Ανδρέα Γεωργιάδη, Αρ. Αγωγής: 3142/2009, 5/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A483 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3142/2009 Μεταξύ: Νίκος Οικονομίδης & Υιοί Λτδ Ενάγοντες και Ανδρέα Γεωργιάδη Εναγομένου ------------------------------- Ημερομηνία: 5 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: Κος Α. Γεωργίου για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο: Κος Γ. Κουρουπίδης, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση, παρών η κα Μούζουρου) Τ Ε Λ Ι Κ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η διαφορά των διαδίκων αφορά τις υπηρεσίες που έχουν προσφερθεί από τους ενάγοντες κατά/ή περί τον Απρίλιο του 2008 στο όχημα με Αγγλικούς αριθμούς εγγραφής OYW 347F Jaguar E type με αριθμό πλαισίου 1F 51039 BW ιδιοκτησίας του εναγομένου. Ειδικότερα είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο εναγόμενος τους οφείλει το πόσο τον €6.364,39 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ ως υπόλοιπο των εργασιών που πρόσφεραν στο όχημα του, πλέον τόκους όπως και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και πρόσκληση ζημιάς στο γκαράζ των εναγόντων κατά/ή περί τον Μάιο του

  1. Ειδικότερα, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων ο εναγόμενος παρέδωσε στον γκαράζ τους το υπό αναφορά όχημα για εργασίες αναπαλαίωσης/αποκατάστασης που αφορούσαν την καροσερί δηλαδή τις εξωτερικές και εσωτερικές μεταλλικές επιφάνειες του οχήματος. Είναι ο ισχυρισμός τους ότι επειδή η εργασία αυτή ήταν δύσκολη και επίμονη αλλά και εξελισσόμενη με απρόβλεπτες εργασίες συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών η χρέωση των €34,17 αντίστοιχο του ποσού των ΛΚ20,00 ανά ώρα, πλέον κόστος υλικών και έξτρα εργασιών. Θέση των εναγόντων είναι ότι δημιουργήθηκε μεταξύ τους λογαριασμός όπου οι ενάγοντες κατέγραφαν και χρέωναν το σύνολο των ωρών οι οποίες κατά/ή περί τις 28.11.08 ήταν
  2. Ο εναγόμενος είχε καταβάλει έναντι του λογαριασμού του το ποσό των €3.000 και συνέχιζε να καταβάλλει το υπόλοιπο με μηνιαίες δόσεις εκ €500 έκαστη με αποτέλεσμα μέχρι τις 6.5.09 ο εναγόμενος να έχει καταβάλει στους ενάγοντες συνολικά το ποσό των €4.500, έχοντας αφήσει υπόλοιπο. Είναι επίσης οι θέσεις των εναγόντων ότι το αυτοκίνητο του εναγομένου πηγαινοερχόταν στο γκαράζ τους για τις διάφορες εργασίες και όταν τον Μάιο του 2009 ο εναγόμενος ζήτησε να σταματήσουν οι εργασίες δηλώνοντας ότι δεν προτίθετο να πληρώσει οποιοδήποτε άλλο ποσό, οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα της επίσχεσης (lien) μέχρι την εξόφληση του ποσού όταν ο εναγόμενος έκοψε την κλειδαριά του κάγκελου του γκαράζ των εναγόντων, μπήκε παράνομα στην ιδιοκτησία τους και προσπάθησε να οδηγήσει το αυτοκίνητο εκτός του γκαράζ προκαλώντας ζημιές ύψους €200 σε περιουσία των εναγόντων. Σχετικά, καταχωρήθηκε άλλη αγωγή μεταξύ τους, συγκεκριμένα η αγωγή 3142/09 όπου οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση ήταν εναγόμενοι και συμφωνήθηκε όπως το αυτοκίνητο τελικά δοθεί στον εναγόμενο ο οποίος κατέβαλε €2.000 για το σκοπό αυτό και παρείχε και τραπεζική εγγύηση στους ενάγοντες ύψους €5.000, όμως το υπόλοιπο του λογαριασμού του εκ €6.364,39 παραμένει οφειλόμενο. Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Αρνείται ότι συμφώνησε με τους ενάγοντες για πληρωμή των εργασιών τους με το ποσό των €34.17 ανά ώρα και ότι οι ενάγοντες δούλεψαν 239 ώρες πάνω στο αυτοκίνητο, αντίθετα είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες διά του Διευθυντή τους είχαν πρόχειρα και προκαταρκτικά υπολογίσει το κόστος των υπηρεσιών τους για βαφή του αυτοκινήτου στις €3.000 που ήταν το ποσό με το οποίο συμφώνησε ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος αρνείται ότι ανέθεσε στους ενάγοντες οποιαδήποτε άλλη εργασία πέρα της βαφής του αυτοκινήτου και ειδικά ότι τους ανέθεσε εργασίες αναπαλαίωσης του οχήματος, αντίθετα ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είχε προβεί σε αναπαλαίωση του οχήματος επειδή είχε τη γνώση και εμπειρία να το πράξει τούτο και οι ενάγοντες είχαν αναλάβει μόνο την εξωτερική βαφή του αυτοκινήτου. Θέση του ήταν ότι με την καταβολή του ποσού των €4.500 από πλευράς του προς τους ενάγοντες είχαν εξοφληθεί οι οποιεσδήποτε τυχόν οφειλές του προς τους ενάγοντες, αρνείται τα περί δικαιωμάτων επίσχεσης όπως και τον ισχυρισμό των εναγόντων και ότι ο λόγος που το αυτοκίνητο επιστράφηκε στο γκαράζ των εναγόντων το Μάρτιο του 2009 ήταν για συνέχιση των εργασιών σε αυτό, αντίθετα ισχυρίζεται ότι το αυτοκίνητο είχε εμπλακεί σε ένα μικρό δυστύχημα, χρειάστηκε να το επιστρέψει στους ενάγοντες για να επιδιορθώσουν ασήμαντη ζημιά που προκλήθηκε και ότι όλα όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις τους. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο ίδιος έχει υποστεί ζημιές εξαιτίας των εναγόντων και ανταπαιτεί από αυτούς ποσό €3.225, πλέον γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για πράξεις των εναγόντων στις οποίες παράνομα προέβηκαν και συγκεκριμένα ότι είναι η θέση του ότι αναγκάστηκε να πληρώσει €2.000 στα πλαίσια της αγωγής 3142/09 με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του για να μπορέσει να πάρει το αυτοκίνητο του που παράνομα κατακρατούσαν οι ενάγοντες και χρειάστηκε να δαπανήσει το ποσό των €1.225 για να μπορέσει να επαναφέρει το αυτοκίνητο του στην κατάσταση που θα έπρεπε να ήταν. Οι ενάγοντες στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του εναγομένου στην Υπεράσπιση του όπως και την Ανταπαίτηση του, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε συμφώνησαν ότι με την καταβολή του ποσού των €4.500 η απαίτηση των εναγόντων είχε εξοφληθεί, αντίθετα επιμένουν ότι η συμφωνία τους ήταν για υπηρεσίες αναπαλαίωσης και συντήρησης και όχι μόνο βαφής του αυτοκινήτου, ότι συμφωνήθηκε το ποσό των €34,17 ανά εργατοώρα το οποίο αποδέχτηκε ο εναγόμενος και ότι το αυτοκίνητο μπαινόβγαινε στο γκαράζ των εναγόντων για σκοπούς συνέχισης και ολοκλήρωσης των εργασιών. Αρνούνται καθολικά την Ανταπαίτηση του εναγόμενου και ισχυρίζονται ότι υπάρχει προς όφελος τους οφειλόμενο το ποσό των €6.364,39 το οποίο ο εναγόμενος παράνομα αρνείται να καταβάλει. Η θέση τους είναι ότι με βάση την συμφωνία τους για τις εργασίες που προσέφεραν στο όχημα του εναγόμενου η αμοιβή τους ανέρχεται συνολικά στο ποσό των €10.864,39 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ο εναγόμενος έχει καταβάλει το ποσό των €4.500 και άρα εξακολουθεί να οφείλεται το ποσό των €6.364,
  3. Για τους ενάγοντες δόθηκε μαρτυρία από τον διευθυντή τους Χάρη Οικονομίδη, ΜΕ1, τον Γιώργο Τζιηρκαλλή, ΜΕ2 και τον πρώην υπάλληλό τους Αχμέτ Αχμάτ, ΜΕ
  4. Ο εναγόμενος έδωσε μαρτυρία ο ίδιος και δεν κάλεσε κανένα άλλο μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Ο Χάρης Οικονομίδης, ΜΕ1, είναι διευθυντής των εναγόντων και έχει προσωπική γνώση για τα όσα αφορούν την παρούσα υπόθεση αφού ήταν ο ίδιος που συμφώνησε με τον εναγόμενο να παρέχουν οι ενάγοντες τις υπηρεσίες τους στο όχημα του. Θέση του ήταν ότι ο εναγόμενος παρέδωσε το αυτοκίνητο του στο γκαράζ των εναγόντων στις 26.3.08 για εργασίες αναπαλαίωσης και αποκατάστασης της καροσερί του αυτοκινήτου. Οι εργασίες που απαιτούνταν ήταν εκτεταμένες και ο εναγόμενος ζήτησε τις δικές του υπηρεσίες επειδή γνώριζε την εμπειρία του και τις εξαιρετικές του αποδόσεις στις υπηρεσίες αναπαλαίωσης οχημάτων μέσω διάφορων άλλων προσώπων στα οποία προσέφερε υπηρεσίες στα δικά τους αυτοκίνητα και μάλιστα, ήταν η θέση του, ότι πριν ο εναγόμενος του εμπιστευτεί το αυτοκίνητο του για τις εργασίες που χρειαζόταν, είχε πολλές φορές επισκεφθεί το γκαράζ των εναγόντων και διαπίστωσε μόνος του την άριστη ποιότητα των εργασιών που προσέφεραν οι ενάγοντες. Ήταν η θέση του ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν σε κακή κατάσταση όταν παραδόθηκε στο συνεργείο των εναγόντων, χρειαζόταν να γίνει αντικατάσταση επιφανειών, επιδιόρθωση, ίσιωμα, αστάρωμα, στοκάρισμα μεγάλων μεταλλικών επιφανειών του οχήματος και η επιθυμία του εναγομένου ήταν όπως γίνουν εργασίες επιδιόρθωσης - αναπαλαίωσης και απέρριψε την πρόταση του για αντικατάσταση τους με νέα εξαρτήματα, λόγω κόστους. Ήταν η θέση του ότι στην κατάσταση που ήταν το αυτοκίνητο σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να προσφερθούν μόνο υπηρεσίες βαφής, κάτι που γνώριζε πολύ καλά ο εναγόμενος. Εξήγησε ότι επειδή δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων ο αριθμός των ωρών που χρειαζόταν να δαπανηθεί για τις εργασίες στο αυτοκίνητο είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ιδίου και του εναγομένου το ποσό των €34,17, αντίστοιχο του ποσού των ΛΚ20, ανά ώρα εργασίας, πλέον κόστος υλικών και έξτρα εργασιών. Συμφωνήθηκε επίσης όπως ο εναγόμενος προμηθεύσει τους ενάγοντες με τη μπογιά για την βαφή του οχήματος, την οποία είχε ήδη αγοράσει. Θέση του ΜΕ1 ήταν ότι η ποσότητα της μπογιάς δεν ήταν αρκετή και προς τούτο είχε ενημερώσει τον εναγόμενο και τον προειδοποίησε σχετικά όταν του παρέδωσε την μπογιά που είχε αγοράσει ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να τον προμηθεύσει και με άλλη ποσότητα. Θέση του επίσης ήταν ότι ο εναγόμενος επισκεπτόταν τακτικά το γκαράζ και επέβλεπε τις εργασίες που γίνονταν, ενημερωνόταν πλήρως για την πρόοδο των εργασιών και πάντοτε εξέφραζε την ευαρέσκεια του. Ο τρόπος χρέωσης για τις εργασίες ήταν η καταγραφή σε κάρτες των εργασιών που γίνονταν λεπτομερώς, το πρόσωπο που εργαζόταν για αυτές, η ημερομηνία και ο αριθμός ωρών που δαπανήθηκαν. Ανέφερε ότι στο όχημα του εναγομένου εργάστηκαν οι Χρύσανθος Χρυσάνθου, Αχμέτ Αχμάτ, Carl Hughes και ο ίδιος προσωπικά. Ο εναγόμενος όταν επισκεπτόταν το γκαράζ για να επιθεωρήσει τις εργασίες έβλεπε τις κάρτες χρέωσης που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και γνώριζε τον τρόπο χρέωσης και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για οτιδήποτε. Οι εργασίες άρχισαν κατά ή περί τις 4.4.08 και μέχρι 24.11.08 οι ενάγοντες είχαν καταγράψει και χρεώσει τον εναγόμενο με 239 ώρες εργασίας. Σχετική κατάσταση για τις ώρες εργασίας όπως και τις κάρτες που καταγράφονταν οι εργασίες που έγιναν κατέθεσε ως τεκμήρια. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια φωτογραφίες που ο ίδιος είχε λάβει την ημέρα που ο εναγόμενος παρέδωσε το όχημα του στους ενάγοντες που δείχνουν την κατάσταση του αυτοκινήτου και την πρόοδο των εργασιών που γίνονταν. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο έγγραφο στο οποίο φαίνονται οι τιμές των διαφόρων εξαρτημάτων για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο για να καταδείξει την τιμή των καινούργιων εξαρτημάτων σε σχέση με το κόστος επιδιόρθωσης των υφιστάμενων. Ήταν η θέση του ότι μέχρι 28.11.08 ο εναγόμενος είχε πληρώσει €3.000 και είχε ενημερωθεί ότι το υπόλοιπο του ήταν περίπου €5.000 πλέον κόστος υλικών, πλέον ΦΠΑ ποσό όμως που δεν ήταν το τελικό γιατί υπολείπονταν ακόμα κάποιες εργασίες για τις οποίες θα γινόταν ξεχωριστή χρέωση. Συμφωνήθηκε όπως το υπόλοιπο πληρώνεται με δόσεις των €500 μηνιαίως και ότι ο τελικός λογαριασμός θα διδόταν στον εναγόμενο με την ολοκλήρωση των εργασιών. Το αυτοκίνητο μπαινόβγαινε στο γκαράζ των εναγόντων μετά την εν λόγω ημερομηνία γιατί ο εναγόμενος ήθελε να κάμει ο ίδιος κάποιες εργασίες σε αυτό, εσωτερικά κυρίως, έπρεπε επίσης να γίνουν εργασίες ταπετσαρίσματος αλλά υπήρχαν ακόμη εργασίες που έπρεπε να γίνουν από τους ενάγοντες. Μετά που ο εναγόμενος πήρε το αυτοκίνητο στις 28.11.08 για να διεκπεραιώσει εργασίες σε αυτό, ήταν η θέση του ΜΕ1, ότι του είχε αναφερθεί εκ νέου το υπόλοιπο ότι ήταν €5.000 πλέον υλικά και ο εναγόμενος είχε δώσει ρητές και ξεκάθαρες διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις ότι θα εξοφλούσε το υπόλοιπο και θα έπαιρνε το αυτοκίνητο πίσω στο γκαράζ των εναγόντων για ολοκλήρωση των εργασιών. Ήταν επίσης η θέση του ότι ήταν μεταξύ τους ξεκάθαρο ότι μέχρι την εξόφληση του υπόλοιπου οι ενάγοντες διατηρούσαν δικαίωμα επίσχεσης (lien) επί του αυτοκινήτου. Ο εναγόμενος στις 12.1.09 και 16.2.09 πλήρωσε άλλα €1.000 έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού του άρα συνολικά είχε πληρώσει €4.
  5. Το Μάρτιο του 2009 ο εναγόμενος πήρε ξανά το αυτοκίνητο του στο γκαράζ των εναγόντων μετά από κάποιο δυστύχημα για εργασίες και συγκεκριμένα ισιώματα και βαφή αλλά και ολοκλήρωση των υπόλοιπων εργασιών αναπαλαίωσης. Η ζημιά του οχήματος ήταν μεγάλη, χρειάστηκε να γίνει ουσιαστική εργασία επί αυτής και ο εναγόμενος γνώριζε και συμφώνησε ότι θα πλήρωνε έξτρα για αυτές. Οι εργασίες έγιναν και παρέμενε το μπογιάτισμα για ολοκλήρωση τους, όμως παρά τις διαβεβαιώσεις του εναγομένου ότι θα τους προμήθευε με την μπογιά, δεν το έπραξε με αποτέλεσμα ο ΜΕ1 να πρέπει να δημιουργήσει ο ίδιος μπογιά. Ήταν η θέση του ότι στις 6.5.09 ο εναγόμενος πλήρωσε άλλα €500 έναντι της οφειλής του και στις 15.5.09 όταν ο ΜΕ1 του ζήτησε να εξοφλήσει το υπόλοιπο ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι όφειλε οποιοδήποτε ποσό και ζήτησε διακοπή των εργασιών αμέσως. Οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης που είχαν και κράτησαν το αυτοκίνητο από τις 15.5.09 μέχρι τις 22.12.09 στο γκαράζ τους προς ζημιά τους. Στις 15.5.09 είχε γίνει ένα επεισόδιο στο γκαράζ όπου ο εναγόμενος πήγε σε ώρα που ο ΜΕ1 είχε φύγει, έκοψε την κλειδαριά του πίσω κάγκελου του γκαράζ των εναγόντων και προσπάθησε να οδηγήσει το αυτοκίνητο και να φύγει, εμποδίστηκε όμως από υπαλλήλους των εναγόντων, κλήθηκε η αστυνομία και τελικά μετά από διευθέτηση που έγινε στα πλαίσια άλλης αγωγής ο εναγόμενος πλήρωσε στους ενάγοντες το ποσό των €2.000 και κατάθεσε εγγυητική επιστολή για €5.000 για να παραλάβει το όχημα του, ποσά που όπως ανέφερε ο ΜΕ1 δεν αφορούσαν το υπόλοιπο του κόστους των εργασιών αναπαλαίωσης του αυτοκινήτου, ήταν εντελώς ανεξάρτητα από το οφειλόμενο υπόλοιπο και αφορούσαν το κόστος των εναγόντων για την αποθήκευση του αυτοκινήτου στο γκαράζ τους για 7 και πλέον μήνες. Στον εναγόμενο δόθηκε τελική χρέωση στις 25.5.09 για ποσό €9.447,29 πλέον €1.417,10 ΦΠΑ δηλ συνολικό ποσό €10.864,39 που αποτελούσε όλες τις εργασίες που είχαν γίνει περιλαμβανομένων εργατοωρών, έξτρα εργασίες, αξία υλικών και εξαρτημάτων, συγκολλήσεις, ισιώματα και εφαρμογές. Δόθηκε επίσης στον εναγόμενο αναλυτικός κατάλογος για όλες τις εργασίες που είχαν γίνει. Όπως επίσης είπε ο ΜΕ1 οι επιπρόσθετες εργασίες που είχε ζητήσει ο ίδιος δεν συμπεριλαμβάνονται στο κατάλογο που του έχει δοθεί, τις οποίες γνωρίζει όμως πολύ καλά ο εναγόμενος και εξήγησε ποιες ήταν αυτές στο Δικαστήριο. Έναντι του ποσού αυτού ο εναγόμενος είχε πληρώσει €4.500 και υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο εκ €6.364,
  6. Ήταν καταληκτικά η θέση του ΜΕ1 ότι οι ενάγοντες εκπλήρωσαν πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο που ήταν της αρεσκείας του εναγόμενου, χωρίς καμία καθυστέρηση, συνεπεία των οποίων η αξία του αυτοκινήτου του εναγόμενου το οποίο ο εναγόμενος είχε αγοράσει για Stg 8.000 ανήλθε περί τις €45.
  7. Ο ΜΕ1 παρέμεινε σε αυτές του τις θέσεις σταθερά κατά την αντεξέταση του και αρνήθηκε τις υποβολές του συνηγόρου του εναγόμενου ότι οι μόνες εργασίες που είχαν συμφωνηθεί ήταν εργασίες βαφής του αυτοκινήτου, πως και την θέση ότι ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος που είχε προβεί στις εργασίες αναπαλαίωσης και όχι οι ενάγοντες επιμένοντας σταθερά ότι το αυτοκίνητο όταν τους παραδόθηκε ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, χρειάζονταν πολλές και δύσκολες εργασίες για να έρθει στην κατάσταση που ήταν όταν παραδόθηκε, όλες εκ των οποίων έγιναν από τους ενάγοντες με την μέγιστη επιμέλεια και προσοχή και υπερασπίστηκε μέχρι τέλους την αξίωση των εναγόντων, τις χρεώσεις που έγιναν και τη θέση του ότι υπήρχε καθόλα τα σχετικά χρονικά διαστήματα πλήρης ενημέρωση και η συγκατάθεση και συναίνεση του εναγομένου μέχρι τέλους. Εξήγησε επίσης ότι η ζημιά που προκλήθηκε στο γκαράζ του από την παράνομη επέμβαση του εναγομένου ήταν €200 τις οποίες επίσης απαιτεί. Εξήγησε επίσης απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης τι εννοεί με τους όρους αναπαλαίωση - αποκατάσταση, περιέγραψε ξανά την κατάσταση στην οποία οι ενάγοντες παρέλαβαν το αυτοκίνητο την οποία χαρακτήρισε ως πολύ κακή, περιέγραψε την κατάσταση στην οποία παρέδωσε το αυτοκίνητο ως άριστη και αρνήθηκε όλες τις υποβολές της Υπεράσπισης καθώς και τις θέσεις που προέβαλε ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση και επιμένοντας σταθερά στις δικές του. Υπεραμύνθηκε επίσης της θέσης του για το δικαίωμα επίσχεσης που είχαν οι ενάγοντες στο αυτοκίνητο μέχρι την πληρωμή του λογαριασμού τους και επέμενε ότι ορθά το είχαν ασκήσει. Ως ΜΕ2 κλήθηκε ο μηχανολόγος, εκτιμητής ζημιών οχημάτων και εμπειρογνώμονας τροχαίων δυστυχημάτων Γ. Τζιηρκαλλής. Θέση του ήταν ότι ο ΜΕ1 τον κάλεσε στις 22.12.09 να προβεί σε έκθεση σε σχέση με το όχημα του εναγομένου. Σχετικά μετέβηκε στο γκαράζ των εναγόντων την εν λόγω ημερομηνία, φωτογράφησε το αυτοκίνητο και κατέθεσε την έκθεση του, η οποία ουσιαστικά περιλαμβάνει 10 φωτογραφίες του επίδικου οχήματος, ως Τεκμήριο. Περιέγραψε την κατάσταση του αυτοκινήτου όταν την είδε στις 29.12.09 ως καλή, είπε ότι έλειπαν κάποια εξαρτήματα τα οποία ήταν τοποθετημένα στο χώρο αποσκευών του οχήματος για να τοποθετηθούν κατά την ολοκλήρωση των εργασιών και εξήγησε τις εργασίες που υπολείπονταν. Θέση του ήταν ότι όταν το είδε το όχημα, αυτό δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα ανεπαρκούς συντήρησης ούτε κακοτεχνία τόσο όσο αφορά τα εξαρτήματα όσο και τη βαφή του. Του υποδείχτηκαν οι φωτογραφίες που είχε λάβει ο ΜΕ1 όταν του παραδόθηκε το αυτοκίνητο το Μάρτιο του 2008 και ερωτήθηκε κατά πόσο στη κατάσταση που ήταν μπορούσε απλά να γίνει εξωτερική βαφή του αυτοκινήτου. Απάντησε αρνητικά αναφέροντας ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, φαίνεται από τις φωτογραφίες ότι υπάρχουν ανωμαλίες, στόκκοι που δεν είναι ομαλοί οι οποίοι έπρεπε να αφαιρεθούν, να τριφτούν τα μεταλλικά μέρη, να γίνουν «λαμαρίνα», να διορθωθούν σκουριές, να μπουν φάρμακα, να στοκαριστούν εκ νέου και σωστά τυχόν ανωμαλίες και μετά να βαφτεί. Είπε ότι δεν μπορεί κανένας να προβλέψει το χρόνο που χρειάζεται για τέτοιες εργασίες αναφέροντας ότι με δεδομένη την ημερομηνία κατασκευής του αυτοκινήτου, δηλαδή το 1967, είναι σίγουρο ότι θα βρεθούν πολλές ανωμαλίες στις λαμαρίνες κατά την εξέλιξη των εργασιών και ακριβώς επειδή κανένας δεν μπορεί να προβλέψει το χρόνο που χρειάζεται για να ολοκληρωθούν τέτοιες εργασίες, συνηθίζεται και αυτό είναι το σωστό, να συμφωνείται μεταξύ των μερών κόστος ανά εργατοώρα, να καταγράφονται οι ώρες εργασιών και μετά να γίνει χρέωση. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν είχε δει το αυτοκίνητο πριν τις 22.12.09 ούτε γνωρίζει ποια ήταν η κατάσταση του όταν παραδόθηκε στο γκαράζ των εναγόντων, ούτε πόσο χρόνο το αυτοκίνητο παρέμεινε εκεί, ούτε κατά πόσο ο εναγόμενος προέβηκε ο ίδιος σε οποιεσδήποτε εργασίες στο αυτοκίνητο. Εξήγησε τι εννοεί όταν αναφέρεται στον όρο αναπαλαίωση και ανέφερε ότι το αυτοκίνητο έπρεπε να γίνει «καθρέφτης» για να μπορέσει να μπογιατιστεί. Γνωρίζει επίσης ότι την ημέρα που είδε το αυτοκίνητο, αυτό μπορούσε να κινηθεί γιατί ζήτησε από τον ΜΕ1 να το οδηγήσει έξω από το γκαράζ. Είπε επίσης ότι δεν πρόσεξε καμία διαφορά χρώματος ή άλλη στην μπογιά του αυτοκινήτου, αν πρόσεχε κάτι τέτοιο θα το κατάγραφε στην έκθεση του. Τελευταίος μάρτυρας για τους ενάγοντες ήταν ο Αχμέτ Αχμάτ, ΜΕ3, υπάλληλος των ενάγοντων για 20 χρόνια. Αναγνώρισε τις φωτογραφίες του επίδικου αυτοκινήτου και είπε ότι είχε αυτό παραδοθεί στο γκαράζ των εναγόντων για διάφορες εργασίες και ότι ο ίδιος δούλεψε πάνω του αρκετές ώρες. Αναγνώρισε φωτογραφία που τον απεικονίζει δίπλα στο όχημα, όπως επίσης και αναγνώρισε από τους διάφορους καταλόγους καταγραφής ωρών που του έχουν υποδειχτεί, το δικό του γραφικό χαρακτήρα αναφορικά με διάφορες εργασίες που καταγράφονται. Ενίσχυσε την μαρτυρία του ΜΕ1 ότι ο εναγόμενος είχε πάρει το αυτοκίνητο από το γκαράζ των εναγόντων για να προβεί ο ίδιος σε κάποιες εσωτερικές εργασίες, το πήρε πίσω στο γκαράζ και οι ενάγοντες προσέφεραν και άλλες εργασίες σε αυτό και ακολούθως επανήλθε το αυτοκίνητο μετά από δυστύχημα και χρειάστηκε να γίνουν εργασίες βαφής και ισιώματα από την αρχή. Είπε επίσης ότι ο εναγόμενος επισκεπτόταν το γκαράζ των εναγόντων αρκετά συχνά και επέβλεπε τις εργασίες, ήταν ευχαριστημένος, και από την πρόοδο και από την ποιότητα των εργασιών, κάτι που το δήλωνε συνεχώς. Επίσης ανέφερε τα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα στις 15.5.09 όταν ο επόμενος προσπάθησε σε ώρα που έλειπε ο ΜΕ1 να πάρει το αυτοκίνητο του και να φύγει επεμβαίνοντας παράνομα στο γκαράζ των εναγόντων και προκαλώντας ζημιές. Αντεξεταζόμενος εξήγησε τις εργασίες που ο ίδιος έκανε στο αυτοκίνητο περιγράφοντας τις συνοπτικά αλλά ικανοποιητικά και επέμενε στην εκδοχή του για τα γεγονότα στις 15.5.09 και τις ζημιές που προκάλεσε ο εναγόμενος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο εναγόμενος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για τη δική του υπόθεση. Η θέση του είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτή του ΜΕ
  8. Συγκεκριμένα η δική του θέση είναι ότι το επίδικο όχημα το αγόρασε τον Ιούλιο του 2006 από συλλέκτη κλασσικών αυτοκινήτων στην Αγγλία έναντι του ποσού των 8.705 Stg και ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση. Ακολούθως, εισήξε το αυτοκίνητο στην Κύπρο τον Αύγουστο του 2006, το εκτελώνισε κανονικά στις 14.08.06, αφού προηγουμένως το ενέγραψε ως συλλεκτικό όχημα στην Ομοσπονδία ΦΙΠΑ (Φίλοι Ιστορικού και Παλαιού Αυτοκινήτου). Σκοπός του ήταν να αναπαλαιώσει και να αλλάξει το χρώμα του αυτοκινήτου. Είχε εμπειρία στις αναπαλαιώσεις αφού προηγουμένως ο ίδιος είχε αναπαλαιώσει τέσσερα άλλα οχήματα και ένα μικρό αεροσκάφος. Κατέθεσε φωτογραφίες του οχήματος στην κατάσταση που ήταν όταν αυτό εισήχθηκε στην Κύπρο, θέση του ήταν ότι το αυτοκίνητο ήταν σε πλήρη λειτουργήσιμη κατάσταση, το οδηγούσε κανονικά μέχρι να ξεκινήσει τις εργασίες αναπαλαίωσης και προς τούτο κατέθεσε και πιστοποιητικό ασφάλισης ως τεκμήριο. Θέση του ήταν ότι ξεκίνησε να αναπαλαιώνει το αυτοκίνητο αρχές Σεπτεμβρίου του 2006 και οι εργασίες αυτές συνέχισαν εντατικά μέχρι και το Φεβρουάριο του 2008 από τον ίδιο. Στο διάστημα αυτό είχε δαπανήσει περί τις €7.000 σε εξαρτήματα και κατέθεσε δέσμη εγγράφων και χειρόγραφη σημείωση του για την αγορά των εξαρτημάτων όπως επίσης και φωτογραφίες στις οποίες φαίνεται σταδιακά η εργασία αναπαλαίωσης. Το Φεβρουάριο του 2008 το όχημα βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση είχαν όμως αφαιρεθεί από αυτό διάφορα εξαρτήματα για να μπορέσει να βαφεί εξωτερικά. Ο ίδιος είχε μπογιατίσει το αυτοκίνητο εσωτερικά, τους χώρους του κινητήρα και αποσκευών και την κάτω επιφάνεια και είχε επίσης ασταρώσει εξωτερικά το αυτοκίνητο. Κατέθεσε άλλες φωτογραφίες που δείχνουν την κατάσταση του αυτοκινήτου τη δεδομένη χρονική περίοδο. Τον Φεβρουάριο του 2008 οδήγησε το αυτοκίνητο του σε συνεργείο βαφής αυτοκινήτων και συγκεκριμένα στο βαφείο του Ανδρέα Κουλουμπρή με τον οποίο συνεργαζόταν τα τελευταία 25 χρόνια. Ο Κουλουμπρής λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπόρεσε να συνεχίσει το βάψιμο και κατέληξε να πάρει το όχημα του στον γκαράζ των εναγόντων περί τα μέσα Μαρτίου του
  9. Θέση του ήταν ότι το αυτοκίνητο χρειαζόταν μόνο εξωτερική βαφή, δεν συμφωνήθηκε ποσό για το κόστος των εργασιών με τον ΜΕ1, αυτό το οποίο είχαν συμφωνήσει ήταν ότι το κόστος θα ήταν στα πλαίσια της λογικής και θα τον πληροφορούσε για αυτό το συντομότερο. Θέση του ήταν επίσης ότι ο ΜΕ1 είχε συμφωνήσει μαζί του, μετά που επιθεώρησε το όχημα, ότι το μόνο που είχε απομείνει ήταν το βάψιμο. Είχε μάλιστα επιθεωρήσει την μπογιά που του είχε πάρει και συμφώνησε να προχωρήσει στο βάψιμο του αυτοκινήτου σε φούρνο. Μετά την έναρξη των εργασιών βαφής, αποδέχθηκε εισήγηση του ΜΕ1 για επιδιόρθωση του οχήματος του στο μπροστινό μέρος του καπό και στα πίσω φτερά. Παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του ΜΕ1 ότι θα ολοκλήρωνε σύντομα τις εργασίες βαφής, αυτές καθυστερούσαν σημαντικά και ο ΜΕ1 του ζητούσε συνεχώς να κάνει υπομονή. Επειδή δεν τύγχαινε ενημέρωσης από τον ΜΕ1 για την πρόοδο των εργασιών, αναγκάστηκε να επισκέπτεται συχνά το γκαράζ των εναγόντων για να βλέπει ο ίδιος την πρόοδο των εργασιών. Θέση του ήταν ότι η πρόοδος ήταν ανύπαρκτη και μάλιστα σε συγκεκριμένη επίσκεψή του βρήκε το αυτοκίνητο του μερικώς αποσυναρμολογημένο και σταθμευμένο σε εξωτερικό, ακάλυπτο χώρο. Κατά τα τέλη Ιουλίου του 2008 ανέφερε στον ΜΕ1 ότι η κατάσταση ήταν απαράδεκτη, ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο με αυτή τη συνεργασία και ο ΜΕ1 του είπε να ψάξει για άλλο βαφείο επειδή ο ίδιος λόγω υπερβολικού φόρτου εργασιών δεν μπορούσε να ανταποκριθεί πράγμα το οποίο έκανε και θα έπαιρνε σχετικά το όχημα στο βαφείο του κ. Κουλουμπρή ο οποίος εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει στα καθήκοντά του. Ο ΜΕ1 αντέδρασε αναφέροντας του ότι αφού είχε ήδη τελειώσει κάποιες εργασίες επιδιόρθωσης στο μπροστινό μέρος του οχήματος και στα πισινά φτερά θα ήταν κρίμα να πάρει το αυτοκίνητο αλλού και προσφέρθηκε να τελειώσει τις εργασίες βαφής και ζήτησε το ποσό των €4.500 το οποίο ο ίδιος θεώρησε ως πολύ ψηλό και παράλογο και σίγουρα δεν μπορούσε να το πληρώσει άμεσα. Ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι το ποσό αυτό ήταν πλήρως δικαιολογημένο λόγω των εργασιών επιδιόρθωσης που έκανε και του είπε ότι θα τον διευκολύνει με την πληρωμή δηλαδή να πληρώσει €3.000 πριν να του παραδοθεί το όχημα και το υπόλοιπο ποσό των €1.500 σε τρεις μηνιαίες δόσεις εκ €500 έκαστη μετά την παράδοση. Έτσι συμφώνησαν. Μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου του 2008 το όχημα είχε μπογιατιστεί και ακολούθως ο ΜΕ1 είχε εφαρμόσει τον ανεμοθώρακα και το πίσω τζάμι του αυτοκινήτου με υλικά που ο ίδιος τον είχε προμηθεύσει. Τέλη Νοεμβρίου ειδοποιήθηκε ότι το όχημα ήταν έτοιμο για παράδοση και στις 28.11.08 οδήγησε το όχημα στο σπίτι του. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2008 το είχε συναρμολογήσει πλήρως και το οδηγούσε κανονικά. Μέσα Μαρτίου του 2009 συνεπεία ενός ατυχήματος δημιουργήθηκε κάποια ζημιά στο καπό του αυτοκινήτου και έτσι πήρε το αυτοκίνητο πίσω στο γκαράζ των εναγόντων και ζήτησε από τον ΜΕ1 να το βάψει τοπικά καθότι είχε απόθεμα μπογιάς από αυτή που χρησιμοποίησε για τη βαφή του αυτοκινήτου. Ο ΜΕ1 τον διαβεβαίωσε ότι το όχημα μπορούσε να επιδιορθωθεί άμεσα και έτσι του το άφησε. Ταυτόχρονα ο ίδιος είχε ζητήσει από τον ΜΕ1 μια μικρή παράταση της πληρωμής της τελευταίας δόσης των €500 με την οποία ο ΜΕ1 συμφώνησε. Θέση του ήταν ότι σε εκείνο το χρονικό διάστημα ουδέποτε είχε αρνηθεί να πληρώσει για επιπρόσθετες εργασίες που έγιναν στο αυτοκίνητό του. Ο ΜΕ1 δεν μπόρεσε να μπογιατίσει σωστά το σημείο της ζημιάς αντίθετα στις προσπάθειες του είχε σπαταλήσει και ολόκληρο το υπόλοιπο της μπογιάς που είχε στη διάθεσή του. Ο ΜΕ1 του ζήτησε και άλλη μπογιά, ο ίδιος προσπάθησε να του πάρει, υπήρχαν και πάλι προβλήματα και ο ΜΕ1 ισχυριζόταν συνεχώς ότι το χρώμα της μπογιάς ήταν λάθος και έπρεπε να την ετοιμάσει εκ νέου και έτσι πέρασε και ο Απρίλιος του 2009 χωρίς το αυτοκίνητο να μπογιατιστεί. Μάλιστα ο ΜΕ1 χωρίς την άδεια του είχε αποσυναρμολογήσει το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, μπογιάτισε το κεντρικό μέρος του καπό με μπογιά που ετοίμασε ο ίδιος η οποία όμως διέφερε από την αρχική. Έτσι τον Μάιο του 2009 χωρίς να τύχει της εξυπηρέτησης που ανέμενε από τους ενάγοντες, και επειδή είχε δηλώσει το αυτοκίνητο σε έκθεση κλασσικών αυτοκινήτων που θα γινόταν στις 29.5.09, ζήτησε από τον ΜΕ1 να του παραδώσει το αυτοκίνητο του στην κατάσταση που βρισκόταν για να μπορέσει να το ετοιμάσει για την έκθεση. Ο ΜΕ1 τότε για πρώτη φορά του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αποδεσμεύσει το αυτοκίνητο διότι υπήρχαν υπόλοιπα οφειλόμενα για τις εργασίες που είχαν γίνει αρχικά. Έγινε μεταξύ τους μια συζήτηση, ο ίδιος ουδέποτε δέχθηκε ότι υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή εκτός από την τελευταία δόση των €500 για την οποία είχε ζητήσει και πάρει παράταση και τις έξτρα εργασίες μπογιατίσματος του καπό. Τότε για πρώτη φορά ο ΜΕ1 του έδωσε ένα έγγραφο το οποίο έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως τεκμήριο που παρουσιάζει ως χρέωση ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους το
  10. Ο ίδιος θύμωσε, προσπάθησε να μετακινήσει το αυτοκίνητο αλλά αντιμετώπισε αντίδραση από τους υπαλλήλους των εναγόντων και ακολούθως εμφανίστηκαν και δύο αστυνομικοί τους οποίους προφανώς ειδοποίησε ο ΜΕ
  11. Οι αστυνομικοί τους συμβούλευσαν να βρουν λύση μεταξύ τους. Επειδή ο ΜΕ1 συνέχιζε την εκβιαστική του συμπεριφορά, στις 22.5.09 ο ίδιος πήγε στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Δομετίου για να καταγγείλει την παράνομη κατακράτηση του αυτοκινήτου του, δεν δέχθηκαν όμως να σημειώσουν την καταγγελία του αναφέροντας του ότι δεν επρόκειτο για αδίκημα και προς τούτο ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε γραπτώς στον Αρχηγό Αστυνομίας. Ακολούθως, μετά από τη συμβουλή των δικηγόρων του κατέθεσε εναντίον του ΜΕ1 την αγωγή 3225/09 την 1.6.09 και αίτηση για έκδοση διατάγματος επιστροφής του αυτοκινήτου. Μετά από επαφές των δικηγόρων των πλευρών συμφωνήθηκε στο Δικαστήριο η επιστροφή του αυτοκινήτου στον εναγόμενο αφού πλήρωσε στον ενάγοντα €2.000 σε μετρητά και κατέθεσε προς όφελος του και εγγυητική επιστολή ύψους €5.
  12. Στις 12.12.09 πήγε στο γκαράζ των εναγόντων για να παραλάβει το αυτοκίνητο του βάσει της συμφωνίας που έγινε στο δικαστήριο, ο ΜΕ1 όμως του απαγόρευσε να εισέλθει στο γκαράζ και κάποιος υπάλληλος του, χωρίς τη δική του εξουσιοδότηση, οδήγησε το αυτοκίνητο του εκτός του γκαράζ όπου και το παρέλαβε μερικώς αποσυναρμολογημένο με αρκετά εξαρτήματα αφαιρεμένα όλα εκ των οποίων βρίσκονταν φυλαγμένα στο χώρο επισκευών του οχήματος. Μετά την παραλαβή ξεκίνησε ο ίδιος τη διαδικασία συναρμολόγησης και επιδιορθώσεων και προέβηκε σε εργασίες και στον κινητήρα και στα φρένα και μέχρι τις 30.12.09 το αυτοκίνητο πέρασε επιτυχώς τον έλεγχο καταλληλότητας ΜΟΤ. Θέση του είναι ότι δαπάνησε €1.225 για αγορά διαφόρων υλικών για τις εργασίες συναρμολόγησης του οχήματος τις οποίες και ανταπαιτεί όπως και ανταπαιτεί το ποσό των €2.000 που πλήρωσε στον ΜΕ1 για να πάρει το αυτοκίνητο του πίσω επί τη βάση της συμφωνίας του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι οι ενάγοντες δεν είχαν κανένα δικαίωμα επίσχεσης του αυτοκινήτου, ούτε και υπήρχαν οφειλόμενα τα υπόλοιπα που ισχυρίζονται. Κατά την αντεξέταση του επέμενε στην εκδοχή του σταθερά, αρνήθηκε έντονα ότι είχε ζητήσει από τον ΜΕ1 να προβεί σε εργασίες αναπαλαίωσης του οχήματος, επέμενε ότι ο ίδιος έκανε όλες τις εργασίες αναπαλαίωσης προσωπικά και στο δικό του χρόνο και επανέλαβε ότι η συμφωνία του με τον ΜΕ1 ήταν για βαφή του αυτοκινήτου μόνο εξωτερικά και κάποιες επιπρόσθετες εργασίες οι οποίες κοστολογήθηκαν σε €4.500 και έγινε σχετική συμφωνία μεταξύ του και του ΜΕ
  13. Επέμενε ότι όλα όσα ισχυρίζεται ο ΜΕ1 είναι εκτός πραγματικότητας, εκτός του πεδίου της συμφωνίας τους και σίγουρα σε καμία περίπτωση δεν συμφώνησε με τον ΜΕ1 να πληρωθεί ανά εργατοώρα και συγκεκριμένα με το ποσό των €34,17 την ώρα. Επέμενε επίσης στη δική του εκδοχή για το τι είχε συμβεί μέχρι τον Μάρτιο του 2009 που πήρε το όχημα για να επιδιορθώσει τη βαφή στο καπό μετά από το δυστύχημα και επέμενε σταθερά ότι όταν στις 28.11.08 παρέλαβε το όχημα του από το γκαράζ των εναγόντων ήταν όλα τελειωμένα, δεν υπήρχε καμία εκκρεμότητα για εργασίες και απέρριψε όλες τις αξιώσεις του ενάγοντα δηλώνοντας ότι τη συμφωνία που είχε γίνει το 2008 για ποσό €4.500 τη σεβάστηκε και την ξόφλησε. Ήταν η θέση του ότι το έγγραφο που κατάρτισε ο ΜΕ1 και στο οποίο αναγράφονται εργασίες πέραν των €10.000 του δόθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2009 όταν είχε ήδη πληρώσει το ποσό των €4.500 που είχαν συμφωνήσει, ότι δεν είχε ένσταση να πληρώσει τον ΜΕ1 για το ποσό των επιπρόσθετων εργασιών για βάψιμο του καπό τον Μάρτιο του 2009, αλλά είχε θυμώσει πολύ με την κοροϊδία του ΜΕ1 και επέμενε ότι δεν υπήρχε κανένα νόμιμο δικαίωμα των εναγόντων για κατάσχεση του οχήματος εφόσον ο ίδιος είχε εκπληρώσει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του. Αρνήθηκε ότι η αύξηση της αξίας του αυτοκίνητου οφείλεται στις εργασίες αναπαλαίωσης των εναγόντων αναφέροντας ότι η τελική αξία του αυτοκινήτου οφείλεται στη δική του επένδυση χρόνου και εργασίες αναπαλαίωσης που διήρκησαν περί του 1½ έτους και εν μέρη στο μπογιάτισμα που έγινε από τους εναγόντες. Όπως έχω ήδη αναφέρει έχουν κατατεθεί αρκετά τεκμήρια κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στα περισσότερα εκ των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά. Μεταξύ των τεκμηρίων είναι και αρκετές φωτογραφίες οι οποίες λήφθηκαν από τους ΜΕ1 και εναγόμενο σε διάφορα χρονικά διαστήματα και που δείχνουν την κατάσταση ου αυτοκινήτου σχετικά. Είναι πρόδηλο ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι καταλυτική για την παρούσα υπόθεση και το Δικαστήριο μετά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να δώσει απάντηση στα πιο κάτω ερωτήματα: Ø Ποια ήταν η φύση της αρχικής συμφωνίας μεταξύ εναγομένου και ΜΕ1; Ø Ποιο ήταν το κόστος που είχε συμφωνηθεί για τις εργασίες που είχαν συμφωνηθεί να γίνουν; Ø Υπήρξε εξόφληση από πλευράς εναγομένου; Ø Υπήρχε το δικαίωμα επίσχεσης στους ενάγοντες επί του αυτοκινήτου; Ø Ποια ήταν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 15.5.09 και συγκεκριμένα κατά πόσο υπήρξε παράνομη επέμβαση από τον εναγόμενο στο γκαράζ των εναγόντων και πρόκληση ζημιάς; Ø Τι αντιπροσώπευε το ποσό των €2.000 που πληρώθηκε από τον εναγόμενο στους ενάγοντες στα πλαίσια της αγωγής 3225/09 όταν και παραδόθηκε το αυτοκίνητο στον εναγόμενο; Ø Η τύχη της Ανταπαίτησης του εναγομένου. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
  14. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.2006. Όταν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές, όπως συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα τους. Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1 Β Α.Α.Δ 1295. Σε ότι αφορά τους μάρτυρες που παρουσιάζονται στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες, όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation, Πολ. Εφ. 316/2010 ημερ. 21.2.2013, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Στο τέλος του 19ου αιώνα, οι εμπειρογνώμονες, με τη σύγχρονη έννοια, έγιναν «βασικοί παίκτες» στις δικαστικές διαδικασίες. Με το χρόνο όμως τέθηκαν φραγμοί και δικλείδες ασφαλείας στην παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας που βοήθησαν στην μείωση της δυνατότητας τυχόν κατάχρησης. Το όλο ζήτημα στην Μεγάλη Βρετανία διέπεται πλέον από νομοθετική ρύθμιση (βλ. Civil Evidence Act 1972 s.3
(1))». Όπως έχει περεταίρω νομολογηθεί, η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «...να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στην National Justice Company Naviera v. Prudential Ass. Co. Ltd (Ikaria Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το δικαστήριο. Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία βλ. την ΧΥΖ and Others ν, Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας». Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Η γενική εκτίμηση μου για τη μαρτυρία του ενάγοντα είναι θετική. Θεωρώ ότι ο ενάγοντας υποστήριξε σθεναρά, τεκμηριωμένα και με πληρότητα την απαίτηση του. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η δική του εκδοχή είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή του εναγομένου σε ότι αφορά όλες τις παραμέτρους της υπόθεσης. Η θέση του ότι το αυτοκίνητο όταν του το πρωτοπήρε ο εναγόμενος το Μάρτιο του 2008 βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση και χρειαζόταν πολλές ώρες δύσκολης και προσεκτικής εργασίας, με την κατάθεση του Τεκμηρίου 2 που είναι αριθμός φωτογραφιών του οχήματος σε διάφορα σημεία του, κατά την άποψη μου, ήταν επιτυχής. Η δέσμη φωτογραφιών του Τεκμηρίου 2 δείχνει την κατάσταση του αυτοκινήτου πώς ήταν όταν πρωτοπήγε στο γκαράζ των εναγόντων και τη σταδιακή δουλειά που γινόταν από τους ενάγοντες σε αυτό. Η θέση του ΜΕ1 ότι εργάστηκαν στο αυτοκίνητο τρία συνολικά πρόσωπα μαζί με τον ίδιο ενισχύεται από την κατάθεση των Τεκμηρίων 4 και
  1. Στο Τεκμήριο 4 αναγράφεται χειρόγραφα η όλη εργασία που έγινε η οποία, πάντοτε σύμφωνα με τον ΜΕ1, αποτυπώνεται σε ηλεκτρονική μορφή στο Τεκμήριο
  2. Το Τεκμήριο 4 είναι ένα έντυπο της εταιρείας των εναγόντων το οποίο έχει τον αριθμό 3570 και αποτελείται από 3 σελίδες, η πρώτη σελίδα είναι χρώματος άσπρου, η δεύτερη πράσινη και η τρίτη κίτρινου. Το έγγραφο αυτό έχει συμπληρωθεί όπως φαίνεται σε διάφορες χρονικές στιγμές και από άλλα πρόσωπα εκτός του ΜΕ
  3. Στο έγγραφο αυτό αναφέρονται οι διάφορες εργασίες που έγιναν στο όχημα του εναγομένου, οι ημερομηνίες που αυτές έγιναν, οι ώρες που χρειάστηκε για να γίνουν, κάθε ημερομηνία που υπάρχει καταχώρηση. Αναφέρεται επίσης σε αυτό ότι σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας που το όχημα πήγε για πρώτη φορά στο γκαράζ των εναγόντων και συγκεκριμένα στις 4.4.08 συμφωνήθηκε η τιμή των ΛΚ20 ανά εργατοώρα πλέον υλικά και εξαρτήματα. Από μια ματιά και στις τρεις σελίδες του τεκμηρίου αυτού και τις λεπτομέρειες καταγραφής που παρουσιάζονται, αλλά και από την ευθύτητα, αμεσότητα και την ακρίβεια των απαντήσεων του ΜΕ1 επί κάθε σημείου που έχει ερωτηθεί, θεωρώ ότι όντως οι καταχωρήσεις του εγγράφου ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και έγιναν την επίδικη περίοδο, δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε κάποιος, εδώ ο ΜΕ1, να κατασκευάσει εκ των υστέρων το έγγραφο αυτό αλλά να απαντά τόσο άμεσα χωρίς κανένα πρόβλημα να ανακαλέσει οτιδήποτε από την μνήμη του και με πλήρη λεπτομέρεια για τις εργασίες που έγιναν στο αυτοκίνητο. Περαιτέρω, είναι η θέση μου ότι εάν κάποιος αντιπαραβάλει τα Τεκμήρια 4 και 5, σημειώνω ότι το Τεκμήριο 5 δεν έχει ημερομηνία έκδοσης, προκύπτει ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά στις ώρες που αναγράφονται χειρόγραφα επί του Τεκμηρίου 4 με αυτές που αποτυπώνονται στο Τεκμήριο 5 και είναι οι ώρες για τις οποίες έχει χρεωθεί ο εναγόμενος. Συγκεκριμένα και σύμφωνα και με την προφορική μαρτυρία του ΜΕ1 επί του σημείου τούτου, στο Τεκμήριο 5 φαίνεται να αναφέρονται τρία πρόσωπα τα οποία δούλεψαν στο αυτοκίνητο, ο Αχμέτ Αχμάτ ο οποίος αναφέρεται ως «ΗΗ», ο Χρύσανθος που αναφέρεται ως «CR» και ο ΜΕ1 που αναφέρεται «ΗΑ». Στις δικές του ώρες όπως εξήγησε συμπεριλαμβάνονταν και αυτές του Carl Hughes. Στο Τεκμήριο 4 οι ώρες που δούλεψε ο ΜΕ1 φαίνονται στην πρώτη σελίδα, οι ώρες που δούλεψε ο Χρύσανθος στην πράσινη σελίδα και οι ώρες που δούλεψε ο Αχμέτ στην κίτρινη σελίδα. Όλες αυτές οι ώρες έχουν αναλυθεί πλήρως από τον ΜΕ1 και επεξηγηθεί με κάθε λεπτομέρεια όλες οι εργασίες που έγιναν στο αυτοκίνητο. Σημειώνω ότι ενώ ο εναγόμενος παρουσιάστηκε αρχικά να έχει κάθετη και απόλυτη θέση ότι οι εργασίες που ανέθεσε στους ενάγοντες ήταν μόνον εργασίες μπογιατίσματος, τελικά ενίσχυσε τη θέση του ΜΕ1 και συμφώνησε με αυτήν, ότι δηλαδή έγιναν ουσιαστικές εργασίες στο καπό και τα φτερά του αυτοκινήτου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω, το Τεκμήριο 7 που έχει κατατεθεί από τον ΜΕ1 και που είναι το τελικό τιμολόγιο που έχει εκδοθεί και δοθεί στον εναγόμενο στις 25.5.09 μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στην κατάρρευση ουσιαστικά της σχέσης εναγόντων και εναγομένου και τα γεγονότα επίσης που συνέβηκαν στο γκαράζ των εναγόντων στις 19.5.09, επίσης όλες οι χρεώσεις που έχουν αναφερθεί έχουν τεκμηριωθεί πλήρως από τον ΜΕ1 στην παραμικρή τους λεπτομέρεια. Από ό,τι με ασφάλεια μπορεί να εξαχθεί από τη μαρτυρία του, όντως δεν φαίνεται να υπήρχε από πλευράς των εναγόντων τακτική αποστολή, γραπτώς τουλάχιστον, του εκάστοτε υπολοίπου προς τον εναγόμενο, με δεδομένο ότι οι εργασίες στο αυτοκίνητο γίνονταν εντός μιας σχετικά μεγάλης περιόδου και οι πληρωμές γίνονταν τμηματικά, όπως επίσης και προκύπτει από τη μαρτυρία τόσο του ΜΕ1 αλλά και του εναγόμενου ως αναντίλεκτο γεγονός ότι οι αποδείξεις στον εναγόμενο για τα διάφορα ποσά που πλήρωσε, συγκεκριμένα το ποσό των €4.500, δεν του δίνονταν όταν γίνονταν οι πληρωμές αλλά του δόθηκαν μετά τα γεγονότα του Μαΐου 2009, δέχομαι όμως ότι αυτός ήταν ο τρόπος που επέλεξαν να συνεργαστούν ενάγοντες και εναγόμενος, δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι ο εναγόμενος επισκεπτόταν τακτικά το γκαράζ των εναγόντων, επέβλεπε τις εργασίες που γίνονταν και γνώριζε ότι υπήρχε κάρτα όπου σημειώνονταν οι ώρες και οι εργασίες που γίνονταν. Οι ώρες που συνολικά δούλεψαν οι ΜΕ1 και ΜΕ3 επί του οχήματος ενισχύουν τη θέση του ΜΕ1 ότι δεν επρόκειτο για εργασίες βαφής του αυτοκινήτου μόνον, αλλά γίνονταν ουσιαστικές εργασίες σε αυτό. Επίσης, δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σημείο που αναφέρει ότι το αυτοκίνητο μπαινοέβγαινε στο γκαράζ των εναγόντων για διάφορες δουλειές και ήταν εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ο εναγόμενος να διαμαρτυρηθεί μέχρι και τον Μάιο του 2009 που έγιναν τα γεγονότα που οδήγησαν στη ρήξη της σχέσης των μερών. Διερωτούμαι κατά πόσο στέκει στη λογική η θέση του εναγόμενου ότι παρέδωσε το όχημα του στο γκαράζ των εναγόντων μόνο για υπηρεσίες βαφής και μέχρι και τον Μάιο του 2009 ουσιαστικά οι εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί και δεν προβαίνει, εν τω μεταξύ, σε καμιά ουσιαστική διαμαρτυρία για το γεγονός αυτό. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ1 για τα γεγονότα του Μαΐου 2009, θεωρώ ότι η εκδοχή του, η οποία έχει ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό και από αυτήν του ΜΕ3, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αυτό το στάδιο στη νομική πτυχή του κατά πόσο οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα επίσχεσης επί του οχήματος του εναγομένου, ερώτημα το οποίο θα απαντηθεί πιο κάτω, αναφέρω τον εξής προβληματισμό μου σε ό,τι αφορά τη θέση του ΜΕ1 για το ποσό των €2.000 που έχει πληρώσει ο εναγόμενος στους ενάγοντες με βάση και το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.12.09 στα πλαίσια της αγωγής 3225/
  4. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το ποσό των €2.000 που έλαβε από τον εναγόμενο τον Δεκέμβριο του 2009 οπόταν και του παρέδωσε το αυτοκίνητο αποτελούσε έξοδα των εναγόντων για την ασφαλή φύλαξη και αποθήκευση του οχήματος. Όμως, στην απόδειξη που έχει εκδώσει για το ποσό αυτό, σχετικό είναι το Τεκμήριο 27, αναγράφεται σε αυτή «έναντι λογαριασμού αυτοκινήτου Jaguar». Σημειώνω επίσης ότι δεν κατάφερε να αποδείξει ειδικά ως απαιτείται τις ζημιές της τάξεως των €200 που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί. Ο ΜΕ2 με βάση τις αρχές τις νομολογίας που έχουν εκτενώς αναφερθεί πιο πάνω κρίνεται ως εμπειρογνώμονας, σημειώνω ότι το γεγονός αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης. Η μαρτυρία του μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο μόνο σε σχέση με κάποια συγκεκριμένα ερωτήματα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, αφού όπως παραδέχτηκε ευθέως το επίδικο όχημα το είχε δει μόνο μια φορά, στις 22.12.2009 και δεν γνωρίζει τίποτε σε σχέση με την κατάσταση του αυτοκινήτου όταν παραδόθηκε στο συνεργείο των εναγόντων ούτε και γνώριζε οτιδήποτε για τη συμφωνία του ΜΕ1 και εναγομένου. Δέχομαι τη θέση του ότι την ημέρα που ο ίδιος είδε το αυτοκίνητο δεν φαίνεται να υπήρχαν προβλήματα ανεπαρκούς συντήρησης ή κακοτεχνιών σε αυτό. Ως εμπειρογνώμονας δέχομαι επίσης ότι την μαρτυρία του όταν του υποδείχτηκε φωτογραφία του αυτοκινήτου κατά την ημέρα που ως ισχυρισμοί του ενάγοντα ήταν η ημερομηνία που το αυτοκίνητο είχε πάει στο γκαράζ του για πρώτη ημέρα δηλαδή 31.3.2008 και από αυτή του ζητήθηκε να αναφέρει κατά πόσο μπορούσε να γίνει κατευθείαν βαφή του αυτοκινήτου χωρίς να απαιτηθεί άλλη εργασία, τη θέση του ότι η φωτογραφία δείχνει ότι υπάρχουν επιστρώματα στόκου που δεν είναι ομαλά, θα πρέπει να αφαιρεθούν οι στόκοι, να τριφτεί η επιφάνεια, να γίνει «λαμαρίνα», να μπει φάρμακο, να στοκαριστεί ξανά και μετά να βαφτεί. Δέχομαι τη θέση του ότι η εργασία αναπαλαίωσης ενός αυτοκινήτου είναι επίπονη και μακρά, κανένας δεν μπορεί να προβλέψει το χρόνο που χρειάζεται για την αναπαλαίωση για αυτό και συνήθως η συμφωνία για τέτοια εργασία δεν είναι για κατ' αποκοπή ποσό, συνήθως συμφωνείται η αμοιβή ανά εργατοώρα, καταγράφονται οι ώρες και μετά εξευρίσκεται το ποσό. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του, για την οποία ήταν βέβαιος, ότι από την ημερομηνία των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 2, υπενθυμίζω ότι καλύπτουν την περίοδο από 31.3.08 μέχρι και 8.6.09, μέχρι την ημέρα που το είδε ο ίδιος, 22.12.09, σίγουρα έγιναν εργασίες επί του οχήματος χωρίς όμως να ξέρει ποιος τις έκανε. Άλλο σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του το οποίο επίσης δέχομαι είναι ότι την ημέρα που είδε το αυτοκίνητο μπορούσε να ξεκινήσει και να κινηθεί και δεν πρόσεξε να υπήρχε οποιαδήποτε διαφορά χρώματος στο αυτοκίνητο. Αν πρόσεχε τέτοια διαφορά θα τη σημείωνε. Ο ΜΕ3 ήταν το πρόσωπο που ως ο ισχυρισμός του είχε δουλέψει στο αυτοκίνητο όταν βρισκόταν στην υπηρεσία των εναγόντων. Αναγνώρισε τον εναγόμενο ως τον ιδιοκτήτη του οχήματος και αναγνώρισε τον εαυτό του ως το πρόσωπο που φαίνεται στη φωτογραφία Τεκμήριο 3, να βρίσκεται δίπλα από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Του υποδείχτηκε το Τεκμήριο 4 και αναγνώρισε επί αυτού το δικό του γραφικό χαρακτήρα για καταχωρήσεις που έγιναν στην Αραβική γλώσσα. Ολόκληρη η τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου 4 έχει συμπληρωθεί από τον ίδιο στην οποία αναφέρει από τις 4.4.2008 τις εργασίες που έκανε ο ίδιος επί του αυτοκινήτου, καταγράφει για κάθε ημερομηνία την εργασία που έκανε και την ώρα που εργάστηκε. Θεωρώ ότι οι καταχωρήσεις αυτές έγιναν από τον ίδιον όταν γίνονταν οι εργασίες και ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Δεν θεωρώ ότι συμπλήρωσε τις καταχωρήσεις αυτές μετά και για σκοπούς της αγωγής. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν πόσο καιρό έμεινε το αυτοκίνητο στο γκαράζ αναφέροντας ότι δεν δούλευε καθημερινά πάνω του και ότι ο εναγόμενος μετά που παράδωσε το αυτοκίνητο στο γκαράζ το πήρε για να το στήσει μόνος του μετά το έφερε πίσω, ο ίδιος και άλλοι υπάλληλοι των εναγόντων εργάστηκαν ξανά πάνω του, μετά ο εναγόμενος το ξαναπήρε και το παρέδωσε ξανά στο γκαράζ, μετά που είχε χτυπήσει το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Θυμάται τον εναγόμενο πολλές φορές να επισκέπτεται το γκαράζ των εναγόντων ενώ το αυτοκίνητο ήταν υπό επιδιόρθωση και ο εναγόμενος ήταν ευχαριστημένος με την δουλειά. Ενίσχυσε την εκδοχή του ΜΕ1 σε ότι αφορά τα γεγονότα της τελευταίας ημέρας που το αυτοκίνητο είχε παραμείνει στο γκαράζ των εναγόντων και εξήγησε πλήρως κατά την αντεξέταση του τις εργασίες που έκανε στο αυτοκίνητο. Η μαρτυρία του για αυτές ήταν άμεση, απαντούσε γρήγορα, ευθέως και με πλήρη περιγραφή και σίγουρα δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας του. Ήταν θεωρώ μάρτυρας της αλήθειας και ανέφερε στο Δικαστήριο όλα όσα έγιναν από τον ίδιο και γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι ήταν υπάλληλος των εναγόντων για 20 περίπου χρόνια αλλά το γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν τον επηρέασε σε ότι αφορά τη γνησιότητα της μαρτυρίας του. Δεν διέκρινα καμία προσπάθεια του να παρουσιάσει γεγονότα πέραν εκείνων που ήξερε ούτε και προσπάθησε να βοηθήσει τους πρώην εργοδότες του και ενάγοντες για να κερδίσουν την υπόθεση τους αναφέροντας υπερβολές ή γεγονότα που δεν γνωρίζει. Ένα χαρακτηριστικό σημείο που δείχνει την ειλικρίνεια του και τη γνησιότητα μαρτυρίας του ήταν ότι ανέφερε στο δικηγόρο του εναγομένου όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είδε τον εναγόμενο να κόβει την κλειδωνιά στο κάγκελο του γκαράζ, ότι τον Μάιο 2009 είδε την κλειδωνιά κάτω κομμένη, δεν είδε τον εναγόμενο να την κόβει αλλά το σμιρίλιο με το οποίο είχε κοπεί η κλειδωνιά ήταν μέσα στο αυτοκίνητο του εναγομένου ο οποίος είχε δημιουργήσει τη σκηνή εκείνη την ημέρα και λογικά μπορεί κάποιος να πει ότι εκείνος την είχε κόψει. Η όλη μαρτυρία του εναγομένου κατά την άποψη μου παρουσιάζει αντιφάσεις, κενά και αφήνει και κάποια καίρια ερωτηματικά αναπάντητα. Επιγραμματικά αναφέρω ότι οι ώρες που φαίνεται ότι δούλεψαν οι ΜΕ1 και ΜΕ3 στο όχημα του φαίνεται να καταρρίπτουν τη θέση του ότι το όχημα είχε παραδοθεί στο συνεργείο των εναγόντων για σκοπούς βαφής και μόνον. Περαιτέρω, εάν όντως ήταν έτσι και το όχημα ήταν επαρκώς αναπαλαιωμένο από τον ίδιο, ως ισχυρίστηκε, γιατί τότε δέχτηκε και συμφώνησε με την εισήγηση του ΜΕ1 για να γίνουν ουσιαστικές επιδιορθώσεις στο καπό και τα φτερά του αυτοκινήτου; Πώς δικαιολογείται επίσης το μακρύ χρονικό διάστημα που το αυτοκίνητο μπαινοέβγαινε στο γκαράζ των εναγόντων χωρίς διαμαρτυρία από τον ίδιο, εάν επρόκειτο να γίνουν μόνο εργασίες βαφής; Ο εναγόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος προχώρησε στις εργασίες αναπαλαίωσης του επίδικου αυτοκινήτου από το Σεπτέμβριο του 2006, μέχρι που το παρέδωσε στο γκαράζ των εναγόντων τον Μάρτιο του 2008 για σκοπούς βαφής και μόνο. Τα όσα αφορούν την αναπαλαίωση του αυτοκινήτου, μηχανικά μέρη, αμάξωμα, εσωτερικό μέρος καθώς και όλα τα ηλεκτρικά, οι εργασίες αναπαλαίωσης έγιναν από τον ίδιο εξολοκλήρου όπως ισχυρίστηκε. Η θέση του για το πώς τελικά κατέληξε να πάρει το όχημα του στο γκαράζ των εναγόντων για βαφή όπως αναπτύχθηκε προφορικά από τον ίδιο στο Δικαστήριο δεν δικογραφείται. Η θέση του επίσης ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε για πληρωμή των εργασιών που θα γίνονταν στο αυτοκίνητο του ανά ώρα, φαίνεται να καταρρίπτεται από το γεγονός ότι στην Ανταπαίτηση του ζητά αξία εργασιών βαφής του αυτοκινήτου ανά εργατοώρα και συγκεκριμένα για το ποσό των €35, κάτι που δείχνει τόσο ότι το ύψος της χρέωσης των εναγόντων αλλά και η συμφωνία τους στο θέμα αυτό είναι αληθής. Επίσης, ενώ ισχυρίζεται ότι έδωσε το αυτοκίνητο για βαφή μόνο και θέση του ήταν ότι έγινε μια προκαταρκτική εκτίμηση από τους ενάγοντες για το ποσό των €3.000, εντούτοις αποδέχεται τελικά να πληρώσει €4.500 ζητώντας μόνο ευκολίες πληρωμής. Έχει καταθέσει διάφορα τεκμήρια στην προσπάθεια του να πείσει ότι όταν το αυτοκίνητο παραδόθηκε στον εναγόμενο ήταν σε άριστη κατάσταση αφού ο ίδιος από πριν είχε μεριμνήσει να το αναπαλαιώσει. Επί αυτών των τεκμηρίων επιθυμώ να σχολιάσω τα εξής. Αρχίζοντας από το Τεκμήριο 16 που είναι η αγγελία πώλησης του οχήματος στο eBay από τον τότε ιδιοκτήτη του, υπάρχει σαφής αναφορά ότι υπάρχουν εργασίες που πρέπει να γίνουν στο αυτοκίνητο και αναφέρεται σχετικά σε ύπαρξη «bubbles» στα φτερά του αυτοκινήτου. Το γεγονός ότι το αυτοκίνητο στην Αγγλία από το 1985 φαίνεται να περνούσε τους ελέγχους του Τμήματος Μεταφορών της Αγγλίας και εκδίδονταν σχετικά «Test Certificates»τα οποία αργότερα ήταν «MOT Tests Certificates» δεν αποδεικνύουν τα όσα ο εναγόμενος προσπαθεί να αναφέρει σε σχέση με την κατάσταση του οχήματος αφού επί των εγγράφων αυτών υπάρχει σαφής προειδοποίηση «warning» όπου αναφέρεται ειδικά «a test certificate is not evidence that the vehicle is in a satisfactory mechanical condition». Η επιθεώρηση του οχήματος επίσης από την Τεχνική Επιτροπή του Συνδέσμου Φίλοι Ιστορικού και Παλαιού Αυτοκινήτου και η θέση τους ότι το όχημα είναι κατάλληλο για την έκδοση πιστοποιητικού αυθεντικότητας και να τύχει εγγραφής στο μητρώο παλαιών αυτοκινήτων επίσης δεν αποδεικνύει οτιδήποτε άλλο πέραν αυτών ακριβώς που αναφέρουν οι εν λόγω επιστολές. Ούτε το γεγονός ότι το όχημα είχε σε ισχύ καλυπτικό ασφαλιστικό σημείωμα από τη Λαϊκή Ασφαλιστική για ευθύνη έναντι τρίτων αποδεικνύει οτιδήποτε σε σχέση με την καλή του κατάσταση. Επίσης, οι δέσμες φωτογραφιών και όλες σχεδόν οι αποδείξεις που έχει καταθέσει ο εναγόμενος αφορούν τα μηχανικά τμήματα του αυτοκινήτου και οι αποδείξεις είναι για αγορά διαφόρων εξαρτημάτων που δεν έχει καταδειχτεί ότι συνδέονται με εργασίες ισιώματος, στοκκαρίσματος, μπογιατίσματος κτλ. Η μαρτυρία του γενικά δεν με έχει πείσει. Το πώς κατάληξε να πάρει το αυτοκίνητο του στο γκαράζ της ενάγουσας σύμφωνα με τα όσα έχει αναφέρει στη μαρτυρία του δεν έχουν αναφερθεί στην Υπεράσπιση του αλλά και ούτε έχει κληθεί ως μάρτυρας ο Κουλουμπρής που θα μπορούσε τουλάχιστο να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα για την κατάσταση του αυτοκινήτου όταν αυτό παραδόθηκε στους ενάγοντες. Ενώ επιρρίπτει στους ενάγοντες υπερβολική καθυστέρηση στη διεκπεραίωση των εργασιών και αυθαιρεσία στον υπολογισμό του ποσού που αξιώνουν με την αγωγή τους και ενώ παραλαμβάνει το αυτοκίνητο του το Νοέμβριο του 2008 ως ισχυρίζεται, ξαναπαίρνει το αυτοκίνητο του στους ενάγοντες για επιπρόσθετες εργασίες πράγμα που δημιουργεί μεγάλα ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του αφού, πάντα σύμφωνα με τον ίδιο, υπήρξε μεγάλη διαφωνία μεταξύ του και του ΜΕ1 για το κόστος μπογιατίσματος του αυτοκινήτου. Ανέφερε επίσης ότι τον Αύγουστο του 2008 ζήτησε να πάρει το αυτοκίνητο του αλλά ο ΜΕ1 αρνήθηκε να του το δώσει, ισχυρίστηκε σχετικά ότι θα το έπαιρνε στον Κουλουμπρή που είχε ήδη ανακάμψει από τα προβλήματα υγείας του και εργαζόταν κανονικά, και ενώ βιαζόταν να πάρει το αυτοκίνητο του εντούτοις το αφήνει στο γκαράζ των εναγόντων μέχρι το τέλος Νοεμβρίου του 2008 τουλάχιστον άλλους 3 μήνες δηλαδή μέχρι να το παραλάβει. Αφού ο Κουλουμπρής είχε επανέλθει στην εργασία του γιατί το πήρε πίσω στους ενάγοντες τον Μάρτιο του
  5. Αρνείται τη συμφωνία που ισχυρίζεται ο ΜΕ1 για εργατοώρες αναφέροντας ότι ο πρόχειρος υπολογισμός ήταν για €3.000 τελικά αποδέχεται να πληρώσει €4.500 πράγμα που από μόνο του δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες και ακολούθως στην Ανταπαίτηση του ο ίδιος αναφέρεται σε εργατοώρες προς €35 την ώρα πλέον κόστος των ανταλλακτικών, κάτι που ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε ότι αφορά την τιμή που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, ΛΚ20 την ώρα, αντίστοιχο του ποσού των €34,
  6. Άλλο σημείο που δημιουργεί αμφιβολία ως προς την γνησιότητα της μαρτυρίας του είναι ότι παίρνει το αυτοκίνητο του ξανά στο γκαράζ των εναγόντων τον Μάρτιο το 2009 παρά τις διαφωνίες τους για επιδιόρθωση ασήμαντης ζημιάς και μόλις στις 15.5.09 αποφασίζει να δώσει οδηγίες κατά τους ισχυρισμούς του για διακοπή των εργασιών λόγω τις αποτυχίας των εναγόντων να ανταποκριθούν εγκαίρως και ενώ δέχεται ότι συνεχώς παρέδιδε ο ίδιος δείγματα μπογιάς στους ενάγοντες μόλις στις 15.5.09 λέει ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι είχε γίνει αποσυναρμολόγηση του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου. Η εκδοχή του για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το Μάιο του 2009 δεν υποστηρίχτηκαν από κανένα άλλο μάρτυρα και ούτε έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για την επίθεση που ισχυρίζεται ότι υπέστη από υπάλληλους των εναγόντων. Εκείνο δε που έχει ιδιαίτερη σημασία ήταν ότι παραδέχεται τελικά την ποιοτική εργασία των εναγόντων και ότι είχε προσωπική γνώση από προηγούμενες εργασίες του ότι η ποιότητα της δουλειάς των εναγόντων ήταν εξαιρετική. Σε ό,τι αφορά την Ανταπαίτηση του για τα θέματα ζημιών που έχει υποστεί από την κακή εργασία των εναγόντων ως ισχυρίζεται, δεν έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο καμιά απόδειξη για να αποδείξει ειδικά όπως χρειάζεται το θέμα των €1.225 που ισχυρίζεται ως ειδικές αποζημιώσεις. Οι αποδείξεις που έχει καταθέσει και αφορούν την περίοδο μετά που παρέλαβε το αυτοκίνητο από τους ενάγοντες τον Μάιο του 2009 είναι μόνο τρεις στον αριθμό και εκτός του ότι δεν δόθηκε καμιά εξήγηση για το περιεχόμενο του, τι εξαρτήματα δηλαδή αγόρασε και για ποιο σκοπό, αφορούν τα ποσά των Stg54,72, Stg30,64 και Stg144,72 που σε καμία περίπτωση δεν συμποσούνται στο ποσό των €1.225 που αξιώνει. Ενόψει των ανωτέρω, της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο είναι η θέση μου ότι τα πιο κάτω ανταποκρίνονται στο ορθό πλαίσιο των γεγονότων που αφορά η παρούσα υπόθεση. Με τον όρο «αναπαλαίωση» του επίδικου αυτοκίνητου για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο εναγόμενος αναφέρονται στις εργασίες που έπρεπε να γίνουν, ισιώματα, στοκκαρίσματα, επίθεση φαρμάκων, γυαλίσματα κλπ, για να μπορεί να γίνει βαφή του αυτοκινήτου εξωτερικά και όχι οποιαδήποτε εργασία μηχανολογικής ή ηλεκτρικής φύσης. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο για την εξωτερική βαφή καθότι ο ίδιος είχε διεκπεραιώσει τις εργασίες που χρειάζονταν, μέχρι του σημείου εκείνου. Η αποδοχή όμως της μαρτυρίας του ΜΕ1 και του ΜΕ3 σε ότι αφορά τις εργασίες που έγιναν μέχρι να μπορέσει να τοποθετηθεί βαφή εξωτερικά αλλά και το κόστος που ο εναγόμενος τελικά συμφώνησε να πληρώσει αλλά και ο χρόνος που δαπανήθηκε για το σκοπό αυτό και η δική του θέση ενόρκως ότι αποδέχθηκε τελικά την εισήγηση του ΜΕ1 για να γίνουν εργασίες στο καπό και τα φτερά διαψεύδουν τη θέση του εναγομένου. Αποτελεί εύρημα μου ότι για να μπορέσει να βαφτεί το αυτοκίνητο, απαιτείτο αρκετά μεγάλη εργασία για αφαίρεση προηγούμενων στρωμάτων μπογιάς και στόκων, έπρεπε να γίνουν ισιώματα σε μέρος του μπροστινού καπό του αυτοκινήτου, να αντιμετωπιστεί σκουριά, να μπουν ειδικά φάρμακα, ίσοπον να τριφτεί η λαμαρίνα, να γίνει «καθρέφτης» και μετά το αυτοκίνητο να μπογιατιστεί. Επειδή δεν μπορούσε να προβλεφθεί το κόστος των εργασιών, δεν είχε συμφωνηθεί κατ' αποκοπή ποσό μεταξύ τους αλλά αμοιβή ανά εργατοώρα, η οποία ήταν της τάξης των ΛΚ20 αντίστοιχο σε €34,17, πλέον κόστος εξαρτημάτων και έξτρα εργασιών. Ο ΜΕ1 καθώς και υπάλληλοι του μεταξύ των οποίων και ο ΜΕ3 εργάστηκαν επί σειρά ωρών επί του αυτοκινήτου με σκοπό να το φέρουν στην κατάσταση που απαιτείτο μέχρι να μπορέσει να μπογιατιστεί. Υπάρχει λεπτομερής καταγραφή των ωρών αυτών, το Τεκμήριο 4 επεξηγεί πλήρως ποιος εργάστηκε στο αυτοκίνητο ποια μέρα, τι εργασίες έκανε και πόσες ώρες χρειάστηκε για την κάθε εργασία. Το Τεκμήριο 4 που ουσιαστικά έχει αποτυπωθεί ηλεκτρονικά στο Τεκμήριο 5, συνάδουν πλήρως σε ότι αφορά τον αριθμό των ωρών, το όνομα του προσώπου που εργάστηκε και τη φύση των εργασιών. Είναι παραδεκτό και έχει αποδειχθεί το ποσό που ο εναγόμενος είχε πληρώσει στους ενάγοντες μέχρι τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τον Μάιο
  7. Σύμφωνα και με το Τεκμήριο 6 αλλά και τις αποδείξεις Τεκμήριο 10 ο εναγόμενος έχει πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €4.
  8. Το ολικό ποσό που αφορά τις εργασίες που παρείχαν οι ενάγοντες στο όχημα ήταν ΛΚ6.358,60 αντίστοιχο σε €10.864,35 συμπεριλαμβανόμενου και του ΦΠΑ. Το ποσό αυτό είναι αποτέλεσμα του υπολογισμού των εργατοωρών με τα ποσά, ποσό που συμφωνήθηκε ανά εργατοώρα πλέον συγκεκριμένες έξτρα εργασίες και αξίες εμπορευμάτων αφαιρεμένου του ποσού των €4.500 που είναι παραδεκτό από όλες τις πλευρές ότι έχει πληρώσει ο εναγόμενος, παραμένει το υπόλοιπο το οποίο αξιώνουν με την αγωγή τους οι ενάγοντες, δηλαδή €6.364,
  9. Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να ασχοληθώ με το κατά πόσο οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα επίσχεσης (lien) επί του οχήματος του εναγομένου μέχρι να εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό σε αυτούς. Στο σύγγραμμα Equity and Trusts, 6th edition, σελ. 849-850 αναφέρονται τα εξής: «A lien is a right to take possession of another person's property until such time as that other person makes payment in satisfaction of a debt or some other obligation. In equity, it is not necessary for the claimant to have possession of the property before seeking permission to seize that property. A lien is a right only to detain property and not a right to sell it». Σχετική είναι επίσης και η πιο κάτω αναφορά από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition Volume 28: «The right of a particular lien was subsequently extended to agency and to all cases where a person has expended labour and skill in the improvement or repair, as distinct from mere maintenance, of a chattel bailed to him for that purpose. It is a common law principle that if a man has an article delivered to him on which he has to do some work and to bestow trouble or expense, he has a right to retain it until his charge is paid .». Σε σειρά από αγγλική νομολογία έχει αναγνωριστεί γενικά η ύπαρξη του δικαιώματος λογιστή και δικηγόρου σε επίσχεση επί εγγράφων τα οποία του παραδίδει ο πελάτης, το οποίο όμως δεν είναι εφαρμόσιμο σε όλες τις περιπτώσεις. Σχετική είναι η υπόθεση DTC (CNC) Ltd Gary Sargeant & Co (a firm)
(1996)2 ALL ER 363. Ειδικότερα σε σχέση με το δικαίωμα επίσχεσης σε περιπτώσεις συμφωνιών για επιδιόρθωση, συντήρηση και άλλες παρόμοιας φύσης εργασίες σε σχέση με διάφορα εμπορεύματα, χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Albemarle Supply Company Limited ν Hind and Company
(1928)1 KB 307 όπου έχουν αναφερθεί τα εξής: «The first question is whether the hirer Botfield could create as against the plaintiffs and in favour of the defendants any lien at all on the three taxicabs in question for the cost of necessary repairs. In my judgement he could. The general relations between him and the plaintiffs were such that as to render it inevitable that the cabs should be repaired from time to time, and for that purpose ordinary business requirements involved the employment of third persons to do the repairs. And, this, being so, it followed that these third parties would obtain a lien for the cost of the repairs, which of course, involved the improvement on each occasion of the existing condition of the cabs. ......... In my judgment the defendants had an enforceable lien on each separate cab only to the extent of the cost of repairs to that particular cab, so far as unpaid at the date of the issue of the writ.... » Αναγνωρίζεται δηλαδή το δικαίωμα επίσχεσης μέχρι να πληρωθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο και αυτή είναι η ουσία του δικαιώματος επίσχεσης. Σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση είναι η θέση μου ότι οι ενάγοντες νόμιμα άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης. Όμως το δικαίωμα αυτό δεν δικαιολογεί τη αξίωση τους για περαιτέρω πληρωμή σε σχέση με αποθηκευτικά δικαιώματα. Επομένως, ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω και δη του παραδεκτού γεγονότος ότι στα πλαίσια της αγωγής 3225/09 ο εναγόμενος έχει πληρώσει στους ενάγοντες άλλες €2.000 για να πάρει το αυτοκίνητο του, και έχοντας απορρίψει τη θέση του ΜΕ1 ότι το ποσό αυτό δεν αφορά μέρος του υπολοίπου για λόγους που αναφέρονται τόσο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 πιο πάνω αλλά και με βάση τη νομική ανάλυση που έχει γίνει πιο πάνω για το δικαίωμα επίσχεσης, θεωρώ ορθό ότι και το ποσό των €2.000 πρέπει να αφαιρεθεί από το υπόλοιπο που αξιώνουν οι ενάγοντες, με αποτέλεσμα αυτό να διαμορφωθεί σε €4.364,
  1. Δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς εναγόντων όπως έχει αξιολογηθεί πιο πάνω δικαιολογεί το κεφάλαιο αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση και πρόκληση ζημιάς στο γκαράζ των εναγόντων, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχει αποδειχθεί ειδικά όπως απαιτείται, για αυτό και η παράγραφος Δ της Έκθεσης Απαίτησης απορρίπτεται. Η παράγραφος Γ της Έκθεσης Απαίτησης για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω απορρίπτεται. Η απόρριψη της μαρτυρίας του εναγομένου σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς του για ζημιά του αυτοκινήτου του ύψους €1.225 ως αναφέρονται στην παράγραφο 14 της Υπεράσπισης και Γ της Ανταπαίτησης του εναγομένου, έχει ως αποτέλεσμα και την απόρριψη της σχετικής με αυτά αξίωσης του στην Ανταπαίτηση. Απορρίπτονται επίσης οι ισχυρισμοί του εναγομένου για παράνομη κατακράτηση του οχήματος του από πλευράς εναγόντων όπως και επιστροφή του ποσού των €2.000, έχω ήδη αποφασίσει πιο πάνω ότι το ποσό αυτό ήταν έναντι του υπόλοιπου που εξακολουθούσε ο εναγόμενος να οφείλει στους ενάγοντες πριν τα γεγονότα στις 15.5.
  2. Η Ανταπαίτηση του εναγομένου για παράνομη επίθεση από υπαλλήλους των εναγόντων επίσης απορρίπτεται αφού ουσιαστικά δεν έχει δοθεί μαρτυρία από τον εναγόμενο σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αυτούς. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €4.364,39 με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής δηλαδή 27.5.
  3. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου τα έξοδα της παρούσας αγωγής όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση του εναγομένου απορρίπτεται χωρίς ξεχωριστή διαταγή για έξοδα, αφού εκδικάστηκε στο πλαίσιο της αγωγής. (Υπ.) ................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.