Ζαχαρίας Χατζηγεωργίου ν. Northfield Group Ltd, Αρ. Αγωγής: 1155/16, 20/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A506 Αρ. Αγωγής: 1155/16. Μεταξύ: Ζαχαρίας Χατζηγεωργίου, από Λευκωσία Ενάγοντος και Northfield Group Ltd, από British Virgin Islands Εναγομένης Αίτηση ημερ. 29.6.16 υπό Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ - αιτήτριας Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2016 Για αιτήτρια: κος Θεόδωρος Οικονόμου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Γιώργος Παπαθεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της, η αιτήτρια τράπεζα ζητά ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο, την διόρθωση της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης εταιρείας στις 31.5.16. Για να γίνουν πλήρως κατανοητά τα επίδικα θέματα της παρούσας, κρίνεται αναγκαία η αναφορά στο σύντομο ιστορικό της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 4.4.16. Με αυτήν, ο ενάγοντας ζητούσε διατάγματα με τα οποία να δηλώνεται ότι η εναγομένη εταιρεία δεν έχει δικαίωμα σε είσπραξη ποσών που ο ίδιος μετέφερε από τον λογαριασμό του στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (στο εξής η τράπεζα), σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η εναγομένη στην ίδια τράπεζα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η αξίωση αφορά την επιστροφή στον ενάγοντα, του ποσού των €113.075,66 για το οποίο έδωσε εντολή να μεταφερθεί από τον λογαριασμό του σε άλλο λογαριασμό της εναγομένης στην Τράπεζα. Σκοπός της μεταφοράς των πιο πάνω ποσών στον λογαριασμό της εναγομένης, ήταν προκειμένου η τελευταία να διαπραγματευτεί εκ μέρους του ενάγοντα, μετοχές στο Αμερικάνικο Χρηματιστήριο. Ο ενάγων είχε ήδη προβεί σε διάφορα εμβάσματα στους εναγομένους για τον ίδιο λόγο, τα οποία συμποσούνται σε $206.243,31. Τελικά όμως διαπίστωσε ότι υπήρξε θύμα δόλου και ότι η εναγομένη καμία μετοχή δεν αγόρασε εκ μέρους του, στο Αμερικανικό Χρηματιστήριο. Διαπίστωσε περαιτέρω ότι δεν πρόκειται για Κυπριακή αλλά για αλλοδαπή εταιρεία με έδρα τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Από τις $206.243,31, το ποσόν των €113.075,66 δεν έχει ακόμη μεταφερθεί στον λογαριασμό της εναγομένης, τον οποίο η τράπεζα έκλεισε όταν διαπίστωσε τις παράνομες ενέργειες της. Έτσι το ποσόν αυτό μπορεί να ανακτηθεί από την τράπεζα και να επιστραφεί στον ενάγοντα. Η τράπεζα όμως δήλωσε αδυναμία ανάκλησης της εντολής πληρωμής που έδωσε ο ενάγων. Σε επιστολή της τράπεζας προς τον ενάγοντα ημ. 16.2.2016 η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 7 στην ένορκο δήλωση του ενάγοντα για έκδοση προσωρινού διατάγματος, αναφέρεται ότι έχουν εκτελεστεί οι γραπτές οδηγίες του ενάγοντα για μεταφορά των πιο πάνω ποσών στον λογαριασμό της εναγομένης και ως εκ τούτου η πληρωμή δεν μπορεί πλέον να ανακληθεί. Εισηγήθηκε δε η τράπεζα όπως ο ενάγων λάβει όλα τα αναγκαία δικαστικά μέτρα εναντίον της εναγομένης εταιρείας. Ο ενάγων καταχώρησε στην συνέχεια την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά μεταξύ άλλων διατάγματα που να δηλώνουν ότι η εναγομένη εταιρεία δεν έχει δικαίωμα στην είσπραξη του ποσού των €113.075,66 καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγομένη την είσπραξη του ως άνω ποσού. Αιτείται επιπλέον διάταγμα με το οποίο να διατάσσει την τράπεζα όπως ανακαλέσει την πληρωμή του πιο πάνω ποσού και όπως το επιστρέψει στον λογαριασμό των εναγομένων. Η ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος επιδόθηκε στην εναγομένη, η οποία παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός της προθεσμίας που όρισε το Δικαστήριο στο διάταγμα ημ. 11.3.16 για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου, ο ενάγων καταχώρησε αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης της εναγομένης να εμφανιστεί στην αγωγή. Κατά την διαδικασία της απόδειξης της υπόθεσης, υπέδειξα στον συνήγορο του ενάγοντα ότι με την αγωγή επιζητούνται διατάγματα εναντίον της τράπεζας, η οποία όμως δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Ο συνήγορος αγορεύοντας προς υποστήριξη της υπόθεση του, επέμενε στην αρχική του θέση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον και της τράπεζας εκτός από τα διατάγματα που ζητούσε εναντίον της εναγομένης. Το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε αυτή την θέση. Με αιτιολογημένη απόφαση μου ημ. 31.5.16 έκρινα ότι δικαιολογούνται οι θεραπείες Α+Β του κλητηρίου που αφορούν διατάγματα εναντίον της εναγομένης. Όμως όσον αφορά τα διατάγματα εναντίον της τράπεζας υπό παρ. Γ, Δ, Ε, και Στ του κλητηρίου δεν δικαιολογούνται οι αιτούμενες θεραπείες αφού η τράπεζα δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Εξέδωσα ως εκ τούτου διατάγματα ως η παρ. Α+Β και απέρριψα τις θεραπείες υπό παρ. Γ, Δ, Ε, και Στ. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι παράγραφοι Α+Β αφορούσαν διατάγματα εναντίον της εναγομένης ενώ οι παράγραφοι Γ, Δ, Ε, και Στ αφορούσαν διατάγματα εναντίον της τράπεζας. Εκ παραδρομής όμως, η απόφαση αναφέρεται στις παραγράφους Α+Β της έκθεσης απαίτησης και όχι του κλητηρίου εντάλματος. Αυτό γιατί δεν έγινε αντιληπτό από το Δικαστήριο ότι στην μετέπειτα καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, αναγράφηκε διαφορετικό αιτητικό. Συγκεκριμένα, περιορίστηκαν οι αιτούμενες θεραπείες σε δύο μόνο παραγράφους (Α+Β) οι οποίες αφορούν την έκδοση δύο μόνο διαταγμάτων τόσο εναντίον της εναγομένης όσον και εναντίον της τράπεζας. Ο ενάγων παρά την πρόθεση του Δικαστηρίου να μην εκδώσει διατάγματα εναντίον της τράπεζας, ζήτησε και πήρε συνταγμένη (drawn
- up)απόφαση στην οποία λόγω της πιο πάνω παραδρομής, φαίνεται να έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον της τράπεζας με την οποία διατάσσεται να επιστρέψει το ως άνω ποσόν στον ενάγοντα. Επέδωσε στην συνέχεια την απόφαση στην τράπεζα και επιπλέον ζήτησε με επιστολή του ημ. 16.6.16, την άμεση συμμόρφωση της τράπεζας και την πληρωμή στον ενάγοντα του ποσού των €113.075,66. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η τράπεζα ζητά την διόρθωση της πιο πάνω απόφασης με την αντικατάσταση των λέξεων «της έκθεσης απαίτησης» με τις λέξεις «του κλητηρίου εντάλματος». Επιζητείται επίσης διάταγμα διόρθωσης της συνταγμένης απόφασης ώστε να συνάδει με την τροποποιημένη απόφαση. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.25 ΘΘ. 5 & 6, Δ.48 ΘΘ. 1,2 & 9, στην Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο των αιτητών. Σε αυτήν αναφέρεται ότι επιδόθηκε στην τράπεζα η συνταγμένη απόφαση (drawn
- up)με την οποία φαίνεται να εκδόθηκαν διατάγματα εναντίον της τράπεζας χωρίς η ίδια να είναι διάδικος. Επιπλέον, ο συνήγορος του ενάγοντα με επιστολή του στην τράπεζα ημ. 16.6.16, ζήτησε την άμεση συμμόρφωση της τράπεζας και την καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των €113.075,66. Από έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου, προέκυψε ότι η συνταγμένη απόφαση δεν συνάδει με το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου, το οποίο όπως προκύπτει από το πρακτικό ημ. 31.5.16 δεν είχε πρόθεση να εκδώσει διατάγματα εναντίον της τράπεζας. Είναι προφανές κατά την ενόρκως δηλούσα από το πρακτικό του Δικαστηρίου ότι αυτό αναφερόταν στις θεραπείες του κλητηρίου εντάλματος και όχι σε αυτές της έκθεσης απαίτησης. Αναφέρεται τέλος ότι η αιτήτρια έχει άμεσο συμφέρον στην διόρθωση της απόφασης ώστε να συνάδει με την πραγματική πρόθεση του Δικαστηρίου η οποία όπως προκύπτει από το πρακτικό ημερομηνίας 31.5.16, ήταν η άρνηση έκδοσης απόφασης εναντίον της τράπεζας. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι η τράπεζα δεν έχει νομική υπόσταση στην καταχώρηση της αίτησης ούτε είναι δυνατόν να αποτελέσει μέρος της αντιδικίας που υφίσταται μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά, για να καθυστερήσει τον ενάγοντα στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντα, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί. Αναφέρει επιπλέον ότι η απόφαση στρέφεται αποκλειστικά εναντίον της εναγομένης και η μόνη εμπλοκή της τράπεζας είναι πως σε περίπτωση που κατέχει το αιτούμενο ποσόν να μην το δώσει στην εναγομένη αλλά να το επιστρέψει στον ίδιο. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι τράπεζα νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης αφού από την εκδοθείσα απόφαση, επηρεάζονται άμεσα τα συμφέροντα της. Με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξε ότι η αιτούμενη θεραπεία μπορεί να αποδοθεί επίσης στην βάση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι εξουσίες αυτές ασκούνται κατά τον συνήγορο όχι μόνο αναφορικά με υφιστάμενους διαδίκους αλλά και σε σχέση με άλλα πρόσωπα, τα οποία επηρεάζονται από την απόφαση. Αναφορικά με την ουσία της αίτησης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αφορά κλασική περίπτωση γραμματικού λάθους για το οποίο δικαιολογείται η διόρθωση της απόφασης. Έγινε αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις όπου επιτράπηκε η διόρθωση απόφασης όταν το Δικαστήριο εκ παραδρομής, επεδίκασε ποσά που αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα αντί στην έκθεση απαίτησης. Ο συνήγορος του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση στην δική του αγόρευση, επανέλαβε τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στο δικόγραφο της ένστασης. Ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα δεν έχει δικαίωμα (Locus Standi) να καταχωρήσει την αίτηση αφού δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Αλλά ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είχε τέτοιο δικαίωμα, η αίτηση θα έπρεπε να στηριχθεί στην Δ.48 Θ.8
(4). Η διάταξη όμως αυτή απουσιάζει από την αίτηση. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση στερείται της ορθής νομικής βάσης και καθίσταται έτσι εξ' αρχής άκυρη. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι η εκδοθείσα απόφαση δεν έχει την μεμπτότητα που ισχυρίζεται η αιτήτρια ή οποιοδήποτε λάθος ώστε να χρίζει διόρθωσης. Δεν υπάρχει λανθασμένη αναγραφή ή τυπογραφικό λάθος που να δικαιολογεί την εφαρμογή των προνοιών της Δ.25 Θ.
- Η αναφορά σε πληρωμή του ποσού των €113.075,66 δεν καθιστά διάδικο την τράπεζα. Το ποσόν θα πληρωθεί μόνο αν η τράπεζά κατέχει οιονδήποτε ποσόν εκ μέρους του ενάγοντα. Αν δεν κατέχει οτιδήποτε δεν υπάρχει καμία υποχρέωση έναντι του ενάγοντα. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι με την παρούσα δεν επιδιώκεται η διόρθωση κάποιου λάθους αλλά η σύνταξη μια εντελώς νέας απόφασης. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η Δ.25 Θ.6 επί της οποία στηρίζεται η αίτηση έχει ως ακολούθως:
- Clerical mistakes in judgments or orders, or errors arising therein from any accidental slip or omission, may at any time be corrected by the Court or a Judge on application without an appeal. Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ κα
(2012)1 Α.Α.Δ. 110 υποδεικνύεται ότι η πιο πάνω διαταγή, αφορά λανθασμένη αναγραφή ή τυπογραφικό λάθος (clerical mistake) είτε σε λάθη που προέρχονται από τυχαία παράλειψη. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: « Αυτό, διότι, όπως έχει ερμηνευθεί η Δ.25 θ.6, η διόρθωση σε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου αφορά είτε λανθασμένη αναγραφή ή τυπογραφικό λάθος («clerical mistakes»), είτε σε λάθη που προέρχονται από τυχαία παράλειψη. Η Δ.25 θ.6, εμπεριέχει τον κανόνα της απλής παράλειψης ή λάθους («slip rule») και έχει διεξοδικά αναλυθεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Katarina Shipping v. Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, καθώς και στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Μιχαηλίδη
(1968)1 C.L.R.
- Η εφαρμογή του «slip rule» σημαίνει τη δυνατότητα διόρθωσης παραλείψεων ή λαθών άνευ ουσιαστικής σημασίας αναγόμενα στην εκ παραδρομής τυπογραφική παράλειψη διατύπωσης γεγονότος κατά τη σύνταξη της απόφασης ή του διατάγματος, που φανερά δεν μεταφέρουν ορθά είτε το λεκτικό το οποίο αποτέλεσε το σκεπτικό του Δικαστηρίου, είτε τη σημασία του.» Γίνεται επιπλέον αναφορά στην αντίστοιχη O.28 r.11 των παλαιών αγγλικών θεσμών και παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 σελ. 633 - 644 όπου τονίζεται ότι το λάθος ή η παράλειψη πρέπει να αφορά σε λανθασμένη έκφραση της πρόδηλης πρόθεσης του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το εν λόγω σύγγραμμα, υπάρχει πάντοτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί τις αποφάσεις ή τα διατάγματα του ώστε να μεταφερθεί ορθά ή να αποσαφηνιστεί το μήνυμα του. Παρατέθηκε στην πιο πάνω απόφαση Λαζάρου, το ακόλουθο απόσπασμα από την σελ. 633 του Annual Practice 1958 όπου στα πλαίσια σχολιασμού της O.28 r.11 αναφέρονται τα εξής: «Apart from the Rule, the Court has an inherent power to vary its own orders so as to carry out its own meaning and to make its meaning plain (Lawrie v. Lees, 7 App. Cas. Pp. 34, 35; Milson v. Carter [1893] A.C. 640; Kay v. Lovell, [1941] Ch. 420); City Housing Trust, [1942] Ch.
- "Where an error of that kind has been committed it is always within the competency of the Court, if nothing has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so, to correct the record in order to bring it into harmony with the order which the Judge obviously meant to pronounce.» Το βασικό λοιπόν κριτήριο για διόρθωση της απόφασης είναι το υπό εξέταση λάθος ή παράλειψη να μεταδίδουν εσφαλμένη κατάληξη σε αντίθεση με την πρόδηλη πρόθεση του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση, η πρόθεση του Δικαστηρίου ήταν κάτι περισσότερο από πρόδηλη. Από την αρχή επεσήμανα στον συνήγορο του ενάγοντα ότι δεν ήταν δυνατόν να εκδοθούν διατάγματα εναντίον της τράπεζας, η οποία δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Ο συνήγορος που είχε διαφορετική άποψη, αγόρευσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την απόδειξη της υπόθεσης, ζητώντας την έκδοση διαταγμάτων εναντίον της τράπεζας. Με αιτιολογημένη απόφαση μου ημ. 31.5.16, απέρριψα αυτή την θέση. Εξέδωσα ως εκ τούτου διατάγματα ως τα αιτητικά Α & Β της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και απέρριψα τις υπόλοιπες θεραπείες που αφορούσαν διατάγματα εναντίον της τράπεζας υπό παραγράφους Γ έως ΣΤ. Όμως εκ λάθους, στο καταληκτικό μέρος της απόφασης μου αντί να αναγραφεί ότι εκδίδονται διατάγματα ως το Α+Β των αιτημάτων της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου, αναγράφηκε ως το Α+Β της έκθεσης απαίτησης. Το γεγονός ότι επρόκειτο περί λάθους είναι εμφανές αφού στην έκθεση απαίτησης αναφέρονται μόνο δύο διαφορετικά αιτητικά ως Α+Β που αφορούν την τράπεζα και όχι τα υπόλοιπα υπό παραγράφους Γ έως Στ που αναφέρονται στο κλητήριο. Η αναφορά σε απόρριψη αιτητικών υπό παραγράφους Γ έως Στ καταδεικνύει ακριβώς ότι το Δικαστήριο αναφερόταν στο κλητήριο ένταλμα και όχι στην έκθεση απαίτησης, στην οποία δεν υπάρχουν τέτοιες παραγράφοι Γ έως Στ. Δεν θα σχολιάσω κατά πόσον ο ενάγοντας έχει την δυνατότητα να διαφοροποιήσει πλήρως όπως έπραξε, τις θεραπείες που ζητά με την έκθεση απαίτησης σε σχέση με αυτές που αρχικά παρέθεσε στην γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου. Γεγονός όμως παραμένει ότι η πρόδηλη πρόθεση του Δικαστηρίου, ήταν να μην εκδοθούν διατάγματα εναντίον της τράπεζας αφού αυτή δεν ήταν διάδικος στην αγωγή. Πρόθεση που αναφέρεται σαφώς στην αιτιολογημένη απόφαση μου ημ. 31.5.16 και η οποία βέβαια ήταν καλά γνωστή στον συνήγορο του ενάγοντα. Πρόκειται κατά την άποψη μου για κλασική περίπτωση που εμπίπτει εντός της εμβέλειας της Δ.25 Θ.6 αφού ως αποτέλεσμα του πιο πάνω λάθους δεν παρουσιάζεται στο κείμενο της απόφασης, η πρόδηλη πρόθεση του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Το πρώτο στοιχείο που παρατηρώ είναι μια αντίφαση της πιο πάνω θέσης με την εν γένει συμπεριφορά του ενάγοντα. Ο ενάγοντας ζητούσε διατάγματα εναντίον της τράπεζας παρότι αυτή δεν ήταν διάδικος στην αγωγή. Στην συνέχεια και αφού εξασφάλισε συνταγμένη (drawn up) απόφαση, απέστειλε στην τράπεζα επιστολή (τεκμ.2 της αίτησης) με την οποία την καλούσε να συμμορφωθεί με τα εκδοθέντα διατάγματα του Δικαστηρίου. Αποτελεί σχήμα οξύμωρο να εμπλέκεις ένα πρόσωπο σε δικαστική διαδικασία στην οποία δεν είναι μέρος, ζητώντας του να συμμορφωθεί σε δικαστική διαταγή αλλά ταυτόχρονα να του αρνείσαι το δικαίωμα να διεκδικήσει τα δικαιώματα του, στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας. Ανεξαρτήτως τούτου, είναι η θέση μου ότι η τράπεζα ως άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο, νομιμοποιείται να ζητήσει διόρθωση της απόφασης, η οποία επηρεάζει άμεσα τα δικαιώματα της. Όσον δε αφορά την άσκηση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της τράπεζας, αυτή μπορεί να ζητηθεί όχι μόνο από υφιστάμενους διαδίκους αλλά και από οιονδήποτε πρόσωπο επηρεάζεται από την δικαστική διαδικασία (βλ. Halsbury's Laws of England 5th ed. par 23). Προτού ολοκληρώσω δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω την απαράδεκτη κατά την άποψη μου συμπεριφορά του συνηγόρου του ενάγοντα, ο οποίος σαφώς γνώριζε την πρόθεση του Δικαστηρίου να μην εκδώσει διατάγματα εναντίον της τράπεζας. Εντούτοις, εκμεταλλευόμενος το τυπογραφικό λάθος στην σύνταξη της απόφασης, ζήτησε με επιστολή του στην τράπεζα, την συμμόρφωση της με την απόφαση του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα αυτό δεν θα με απασχολήσει άλλο αφού θεωρώ ότι η παρούσα εμπίπτει εντός της εμβέλειας της Δ.25 Θ.6 ώστε ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια να διορθώσω το λάθος, προκειμένου το κείμενο της απόφασης να αντανακλά στην εκφρασμένη πρόθεση του Δικαστηρίου. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και τις προαναφερθείσες νομικές αρχές, εκδίδω διάταγμα διόρθωσης της απόφασης ημερομηνίας 31.5.16 με την διαγραφή στο καταληκτικό μέρος της απόφασης, των λέξεων «της έκθεσης απαίτησης» και την αντικατάσταση τους με τις λέξεις «του κλητηρίου εντάλματος». Η συντεταγμένη (drawn up) απόφαση να τροποποιηθεί ανάλογα. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας τράπεζας και εναντίον του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο