PANART LTD ν. COSTAKIS NOUROS & SONS TOURS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1678/2011, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A528 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1678/2011 Μεταξύ: PANART LTD Εναγόντων και COSTAKIS NOUROS & SONS TOURS LIMITED Εναγομένων ------------------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κος Α. Βρυωνίδης Για τους εναγόμενους: κος Α. Κεφάλας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα είναι για το ποσό των €3637.91 και αφορά εμπορεύματα που παρέδωσε στην εναγόμενη εταιρεία σε κατάστημα της στην Αγία Νάπα επί πιστώσει κατά την συνεργασία που είχε με την εναγομένη εταιρεία τα έτη 2007-
- Για να τεκμηριώσει την απαίτηση της η ενάγουσα κάλεσε τον διευθυντή της Γιώργο Παναγιώτου. Ο ΜΕ1 κατέθεσε όλα τα έγγραφα που αφορούν όλες τις συναλλαγές σε σχέση με την συνεργασία διάρκειας περίπου δύο ετών. Κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται ότι υπήρχαν χρεώσεις αλλά και πιστώσεις έναντι του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού για να αποδείξει ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε τα εμπορεύματα και για να καταρρίψει την θέση ότι τα εμπορεύματα παραλήφτηκαν από τον διευθυντή της εναγομένης εταιρείας «on consignment». Κατέθεσε και όλα τα τιμολόγια που αφορούν την συνεργασία μεταξύ των διαδίκων από τα οποία προκύπτει ότι όλα τα εμπορεύματα πωλήθηκαν και τιμολογήθηκαν προτού αυτά παραδοθούν στην εναγομένη εταιρεία η οποία και τα αποδέχθηκε. Τέλος, παρουσίασε έγγραφα για πιστωτικές σημειώσεις που αφορούν τις ελάχιστες περιπτώσεις επιστροφής εμπορευμάτων επειδή τα εμπορεύματα δυνατόν να είχαν κάποιο ελάττωμα ή ο πελάτης της εναγόμενης εταιρείας ήταν δυσαρεστημένος με το εμπόρευμα και το είχε επιστρέψει στην εναγομένη εταιρεία. Αναφορικά με τις βιτρίνες που εγκατέστησε στο κατάστημα των εναγομένων ο ΜΕ1 επεξήγησε ότι αυτά εγκαταστάθηκαν στο κατάστημα της εναγομένης εταιρείας κατόπιν παραγγελίας και πώλησης της βιτρίνας και όχι κατόπιν προτροπής της ενάγουσας εταιρείας ώστε αυτή να εκθέτει τα εμπορεύματα της στο κατάστημα της εναγομένης για να προωθεί τις πωλήσεις της. Αυτή η πώληση συμπεριλαμβάνεται στην κατάσταση λογαριασμού και ο ίδιος ο ΜΕ1 πήγε επί τόπου στην Αγία Νάπα μαζί με τεχνικό για να εγκαταστήσουν τις βιτρίνες. Το τιμολόγιο, τεκμήριο 1.2, στάλθηκε στον διευθυντή της εναγομένης εταιρείας Κωστάκη Νούρο. Κατά την παράδοση της βιτρίνας αλλά και αργότερα κατά την διάρκεια της συνεργασίας οι εναγόμενοι ουδέποτε ήγειραν ζήτημα ότι οι βιτρίνες ανήκαν στην ενάγουσα εταιρεία ώστε να προωθεί στο κατάστημα τα δικά της οικονομικά συμφέροντα. Αντιθέτως, οι εναγόμενοι τις είχαν παραγγείλει για να ανακαινίσουν το κατάστημα τους για να προωθήσουν τις πωλήσεις τους και απόδειξη αυτού είναι ότι πλήρωσαν μετά τον Μάρτιο 2008 έναντι του λογαριασμού διάφορα ποσά χωρίς να εγείρουν τέτοιο ζήτημα. Όταν οι εναγόμενοι επρόκειτο να κλείσουν το κατάστημα και παρέμεινε το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι τότε που δημιουργήθηκε το πρόβλημα διότι ο ΜΕ1 ζήτησε να πληρωθεί και η απάντηση του Κωστάκη Νούρου ήταν να του πληρώσει το μισό του υπόλοιπου ποσού ώστε να αποφύγει την λήψη δικαστικών μέτρων για να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό. Αυτή την πρόταση δεν την αποδέχθηκε ο ΜΕ
- Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι πρόκειται για πώληση της βιτρίνας καθότι εξέδωσε τιμολόγιο, το παρέδωσε και πλήρωσε ανάλογο ποσοστό ΦΠΑ πράγμα που δείχνει έμπρακτα ότι σε ανύποπτο χρόνο η εγκατάσταση της βιτρίνας ήταν πώληση και όχι κάποιο άλλου είδους συμφωνία ως εισηγούνται οι εναγόμενοι. Εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας έδωσε μαρτυρία ο διευθυντής της Κωστάκης Νούρος ο οποίος δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Αυτά που είπε ήταν ασυνάρτητα, γενικά, αόριστα, όχι τεκμηριωμένα και διαπίστωσα αντιφάσεις στην ίδια του την μαρτυρία. Επικαλέσθηκε μία προφορική συμφωνία στην οποία ο ΜΕ1 συμφώνησε να μην πωλεί τα προϊόντα του στην εναγομένη εταιρεία αλλά να τα παραδώσει στο κατάστημα της εναγομένης εταιρείας και να πληρώνεται μόνο στην περίπτωση που η εναγόμενη εταιρεία πραγματοποιούσε πώληση λιανική στο κατάστημα της σε πελάτη. Δεν μπορούσε να δώσει καμία εξήγηση για το γεγονός ότι κατά την παράδοση των προϊόντων αυτά τιμολογήθηκαν και χρεώθηκε και ΦΠΑ επί της αξίας της πώλησης. Τα πλείστα αυτά τιμολόγια είχαν υπογραφή παραλήπτη και έτσι προκύπτει ότι κατά την παράδοση αποδέχθηκαν τα προϊόντα ενώ αυτά είχαν τιμολογηθεί. Κατά την αντεξέταση ρωτήθηκε να διευκρινίσει πως θα γνώριζε η εναγομένη εταιρεία τι θα όφειλε στην ενάγουσα εταιρεία με την συνεννόηση που είχε γίνει και ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν ήξερε και ότι αυτό θα το διαπίστωνε στο τέλος της συνεργασίας. Δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει καμία μαρτυρία για να αποδείξει ότι κρατούσε κατάσταση λογαριασμού για τα προϊόντα που πώλησε σε πελάτες ώστε να γνωρίζει, σύμφωνα με την δική του εκδοχή, ποιο ήταν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό προς τους εναγόμενους. Ούτε παρουσίασε κατάλογο εμπορευμάτων στην κατοχή του που δεν είχαν πωληθεί για να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτή η εκδοχή είναι βάσιμη και όχι σκέψη εκ των υστέρων. Ο ίδιος κατέθεσε το τεκμήριο 5 που είναι επιστολή που απέστειλε στους ενάγοντες μετά την έγερση της αγωγής μέσω του δικηγόρου του στην οποία επιχείρησε να επιστρέψει τα ράφια. Σ' αυτή την επιστολή δεν γίνεται αναφορά σε άλλα εμπορεύματα που είχε στην κατοχή του τα οποία δεν πώλησε αλλά ήθελε να επιστρέψει στους ενάγοντες τα ράφια ώστε να πείσει ότι αυτή ήταν η πραγματική φύση της συνεργασίας της εναγομένης εταιρείας με τους ενάγοντες. Περαιτέρω, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι αυτή η επιστολή στάλθηκε μετά την έγερση της αγωγής και όχι σε ανύποπτο χρόνο δηλαδή μετά την εγκατάσταση της βιτρίνας ή έστω όταν τελείωσε η συνεργασία ώστε να καταδείξει ότι η πραγματική πρόθεση των μερών σε σχέση με την φύση της συμφωνίας ήταν η εγκατάσταση της βιτρίνας για να προωθηθούν τα προϊόντα των εναγόντων και όχι ως αντικείμενο πώλησης. Αυτό σε αντιδιαστολή με την μαρτυρία του ΜΕ1 που τον θεωρώ αξιόπιστο ο οποίος κατέθεσε τιμολόγιο που εκδόθηκε κατά τον χρόνο παράδοσης και εγκατάστασης της βιτρίνας στο κατάστημα της εναγομένης εταιρείας καθώς και ενσωμάτωσης αυτού του τιμολογίου στην κατάσταση λογαριασμού που αποστάληκε στους εναγόμενους χωρίς όμως αυτοί τότε να διαμαρτυρηθούν για την τιμολόγηση της βιτρίνας. Κατά την αντεξέταση ρωτήθηκε γιατί είχε εκδώσει μεταχρονολογημένες επιταγές κατά την παράδοση εμπορευμάτων εφόσον ήταν θέση του ότι η οφειλή του θα προέκυπτε μόνο στην περίπτωση που αυτός θα πωλούσε τα εμπορεύματα λιανικώς σε πελάτες του. Απάντησε ότι και αυτό ήταν μέρος της προφορικής συμφωνίας. Όμως αυτό δεν το ανέφερε καθόλου στην κυρίως εξέταση και εφόσον η εκδοχή του ήταν να αποδείξει ότι η φύση της συνεργασίας ήταν κάποιο σύστημα, όπως είπε, consignment θα ήταν σημαντικό να αναφέρει τις λεπτομέρειες αυτού του συστήματος. Το γεγονός ότι το παρέλειψε στην κυρίως εξέταση και ξέχασε να αναφέρει πως εργαζόταν αυτό το σύστημα είναι ακόμη μία απτή ένδειξη ότι αυτή η εκδοχή είναι σκέψη εκ των υστέρων που την επινόησε ο ΜΥ1 ώστε να αποφύγει την οφειλή. Για όλους αυτούς τους λόγους κρίνω τον ΜΥ1 αναξιόπιστο. Αναφορικά με την θέση των εναγομένων ότι δεν κατατέθηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία αλλά φωτοτυπία των τιμολογίων. Αυτά τα έγγραφα κατατέθηκαν ως τεκμήρια και κατατέθηκαν χωρίς να εγερθεί ένσταση σε σχέση με την αποδεκτότητα της μαρτυρίας. Υπήρχε μόνο επιφύλαξη να δοθεί η ανάλογη βαρύτητα στα τεκμήρια αφού ληφθεί υπόψη και η αντεξέταση του μάρτυρα που τα κατέθεσε. Ο ΜΕ1 κρίνεται αξιόπιστος, συνεπώς, οι θέσεις του επί των τιμολογίων γίνονται αποδεκτές. Αυτό σε αντίθεση με τον ΜΥ
- Εξάλλου, θα πρέπει να επισημάνω ότι η υπεράσπιση δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία να αμφισβητήσει την γνησιότητα των τιμολογίων επειδή ήταν φωτοαντίγραφα, επομένως ότι είπε ο ΜΕ1 σε σχέση με τα τιμολόγια αλλά και για άλλα γεγονότα που αναφέρθηκαν είναι η πραγματική βάση επί των οποίων έχω καταλήξει σε πραγματικά ευρήματα προς επίλυση της διαφοράς. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την θέση του ΜΕ1 ότι η ενάγουσα εταιρεία είναι εγγεγραμμένη εταιρεία που έχει συσταθεί στην Κύπρο. Εφόσον αυτή η μαρτυρία είναι αποδεκτή και δεν έχει προσκομιστεί αντίθετη μαρτυρία που να θέτει σε αμφισβήτηση αυτό το γεγονός, έχει αποδειχθεί στον βαθμό που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Ο ΜΕ1 έχει αναφέρει με απτά αποδεικτικά στοιχεία ποια ήταν πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με τις διάφορες συναλλαγές οι οποίες έχουν τιμολογηθεί και τα εμπορεύματα έχουν παραδοθεί. Ούτε ευσταθεί η θέση των εναγομένων ότι υπάρχει διαζευκτική διατύπωση της απαίτησης των εναγόντων. Η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται σε συμφωνία για την πώληση και παράδοση αγαθών στους εναγόμενους και την τήρηση κατάστασης λογαριασμού (account stated) επί της πώλησης και παράδοσης των αντικειμένων. Τα τιμολόγια δεν είναι η βάση της αγωγής αλλά ένα από τα πολλά αποδεικτικά στοιχεία που παρέθεσε ο ΜΕ1 για να αποδείξει την πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών και το ύψος της αξίας των αγαθών που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στην εναγομένη εταιρεία. Στην υπόθεση
(2011)1 Α.Α.Δ. 462Demil Imports Exports Ltd, v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ, το Εφετείο επεξήγησε ότι τα τιμολόγια συνιστούν ένα μόνο αποδεικτικό στοιχείο της πώλησης και παράδοσης αγαθών σε εμπορευόμενο στα πλαίσια συμφωνίας συνεργασίας επί κατάσταση λογαριασμού. Όταν η μαρτυρία των εναγόντων κρίνεται αξιόπιστη αυτό είναι ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο διά να αποδειχθεί η απαίτηση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωσή τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ* λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par. 4-38 και Αθανασίου κ.ά., ως διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Aθανασίου, αποβιώσαντος v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614.)» Στην παρούσα υπόθεση ενόψει και της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ1 και της απόρριψης της θέσης των εναγομένων περί μη παραλαβής κάποιων εμπορευμάτων για το έτος 2002, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση για το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων πριν το έτος 2002, χρονολογία από την οποία αρχίζουν οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 4 και 25), οπότε και δέχομαι ότι με την κατάθεση των τιμολογίων και των δελτίων μεταφοράς για το έτος 2004, (τα οποία και δεν αμφισβητούνται), και των καταστάσεων λογαριασμού, (Τεκμήρια 4, 21, 24 και 25), τα οποία υποστηρίζονται τα μεν πρώτα από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και τα δεύτερα από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, στοιχειοθετείται και αποδεικνύεται επαρκώς η απαίτηση των εναγόντων. Κατάληξή μου, επομένως, είναι ότι οι εναγόμενοι παρέλαβαν τα εμπορεύματα από τους ενάγοντες και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλουν το ποσό των Λ.Κ.11.523,83 πλέον τόκους. (Bλ. Χαραλάμπους κ.ά. v. Nέαρχος Ηλιάδης & Yιoί Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 529 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτομικής Βιομηχανίας v. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ
(2006)1 A.A.Δ. 705 και Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 A.A.Δ. 728).» Στην παρούσα υπόθεση αυτό έκανε ο ΜΕ1, δηλαδή απέδειξε ότι πώλησε και παρέδωσε τα εμπορεύματα και επειδή παρουσίασε την κατάσταση του λογαριασμού που είναι απτή απόδειξη ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό επί εμπορευμάτων που πωλήθηκαν και δεν πληρώθηκαν. Η υπεράσπιση ανέφερε ότι δεν οφείλεται κανένα ποσό επειδή η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ο ΜΕ1 γράφει μηδέν στο τέλος. Όμως ο ΜΕ1 εξήγησε το τεκμήριο αυτό και ανέφερε ότι η κατάσταση λογαριασμού γράφει μηδέν επειδή όταν η υπόθεση θα ανατεθεί σε δικηγόρο προς είσπραξη του οφειλόμενου ποσού το λογισμικό σύστημα διαγράφει το υπόλοιπο. Επομένως, εφόσον ο ΜΕ1 είναι αξιόπιστος η εξήγηση του επί του τεκμηρίου κρίνεται αποδεκτή και θεμέλιο για τα πραγματικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι το τιμολόγιο για την βιτρίνα είναι ανυπόγραφο από τους αντιπροσώπους της εναγομένης εταιρείας σε αντίθεση με την πλειονότητα των άλλων τιμολογίων που κατατέθηκαν ως τεκμήριο. Όμως ο ΜΕ1 εξήγησε ότι αυτός είναι το πρόσωπο που εγκατέστησε αυτή την βιτρίνα προσωπικά κατόπιν παραγγελίας των εναγομένων και όχι με δική του πρωτοβουλία για να προωθήσει δικά του συμφέροντα. Ανέφερε επίσης ότι αυτό το τιμολόγιο παραδόθηκε στους εναγόμενους χωρίς αυτοί τότε να διαμαρτυρηθούν και αυτοί αποδέχθηκαν την παράδοση αυτών των αντικειμένων. Συνεπώς, η πώληση και παράδοση της βιτρίνας αποδεικνύεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 και δεν έχει βαρύνουσα σημασία ότι ο παραλήπτης και αποδέκτης της βιτρίνας δεν έχει υπογράψει το συγκεκριμένο τιμολόγιο. Την ίδια θεώρηση των πραγμάτων είχε και το Εφετείο στην υπόθεση Emil Exports Ltd, πιο πάνω, όταν αποδέχθηκε στην ολότητα του την μαρτυρία των εναγόντων ως αξιόπιστη πραγματική βάση για να θεμελιώσει την απαίτηση της αγωγής. Όσον αφορά το θέμα του εκκαθαρισμένου λογαριασμού, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.ά. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(A) Α.Α.Δ. 610, αναλύεται η έννοια του όρου: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Εδώ υπήρχαν όλα τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Η κατάσταση λογαριασμού αποστελλόταν κάθε 1 - 1½ μήνα στους εφεσείοντες με το υπόλοιπο και τα εκδοθέντα τιμολόγια, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε διαφωνία εκ μέρους των εφεσειόντων. Επομένως, συνάγεται ότι αποδέχονταν ως ορθά τα στοιχεία των καταστάσεων. Επίσης, η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4) είχε αποσταλεί στους εφεσείοντες δύο φορές, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αντίδραση ως προς τις καταχωρήσεις ή το υπόλοιπο. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι υπήρχε τουλάχιστο εξυπακουόμενη υπόσχεση για πληρωμή. (Δέστε σελ. 24, 39, 46 και 84). Οι εφεσίβλητοι στήριξαν την αξίωση τους διαζευκτικά σε υπόλοιπο δυνάμει τιμολογίων και σε παράδοση εμπορευμάτων. Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν την παράδοση κάποιων εμπορευμάτων και συνεπώς κάποια από τα τιμολόγια που παρουσίασαν οι εφεσίβλητοι. Πρόβαλαν ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των εφεσιβλήτων και εφεσειόντων, ότι τα τιμολόγια θα εξοφλούνταν εντός 30 ημερών εφόσον αυτά δεν ήταν δικογραφημένα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποδέχτηκε την εν λόγω μαρτυρία, κρίνοντας ότι καλύπτεται από τα δικόγραφα. Στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως αναφέρεται ότι «ήταν ρητός και εξυπακουόμενος όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι οι εναγόμενοι και/ή η εναγόμενη 1 και/ή ο εναγόμενος 2 θα κατέβαλλαν το αναφερθέν οφειλόμενο ποσό, σε πρώτη ζήτηση και/ή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από της εκδόσεως των τιμολογίων». Οι εφεσείοντες αμφισβητούν τα δελτία μεταφοράς και τα τιμολόγια (τεκμήρια 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 35, 36, 37, 5(κκ), 5(λλ), 5(β), 5(jj), 5(ξξ), 5(οο), 49(α), 49(β)) προβάλλοντας ότι ουδέποτε παρέλαβαν τα εμπορεύματα τα οποία αναφέρονται σε αυτά. Αναφορικά με την έκδοση των τιμολογίων και των δελτίων μεταφοράς κατέθεσε ο Μ.Ε.2, ο οποίος ήταν υπάλληλος των εφεσιβλήτων και αυτός μαζί με μια άλλη υπάλληλο ήσαν υπεύθυνοι για την έκδοση και υπογραφή των τιμολογίων και των δελτίων μεταφοράς. Τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ.962). To πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εφεσίβλητοι απέδειξαν ότι εξέδωσαν και τα τιμολόγια και τα δελτία μεταφοράς και ότι παρέδωσαν στους εφεσείοντες τα εμπορεύματα. Ανέφερε συγκεκριμένα ο Μ.Ε.2 ότι «Δεν υπάρχει περίπτωση να πιάσουν εμπόρευμα και να μην έχει υπογραφή πάνω». Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι από το 2002 μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, κανείς από τους εφεσείοντες δεν αμφισβήτησε οποιοδήποτε τιμολόγιο. Αντιθέτως, ανέφερε ότι είχε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τον Μ.Υ.1 όταν υπήρχαν διαφωνίες ως προς την κατάσταση του λογαριασμού, τις οποίες διευθετούσαν και δεν του ανέφερε οποιαδήποτε διαφωνία ως προς τα τιμολόγια, τα οποία τώρα αμφισβητούν. Εφόσον η μαρτυρία για τους εφεσίβλητους ήταν ότι παρέδωσαν τα εν λόγω εμπορεύματα, δεν ήταν αναγκαία η περαιτέρω απόδειξη της παράδοσης των εμπορευμάτων. Το γεγονός ότι τα αμφισβητούμενα δελτία μεταφοράς και τιμολόγια δεν φέρουν την υπογραφή των εφεσειόντων δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστους τους μάρτυρες των εφεσιβλήτων. (Χριστοδουλίδου v. Μocassino Shoes Ltd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294). Στην δική μας υπόθεση οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την παράδοση των εμπορευμάτων αλλά την φύση της συνεργασίας. Έχω εξηγήσει αναλυτικά πιο πάνω γιατί θεωρώ ότι ο ΜΕ1 είναι αξιόπιστος και γιατί απορρίπτω την αντιφατική, ατεκμηρίωτη και ασαφής εκδοχή του ΜΥ1 ότι δεν πωλήθηκαν τα προϊόντα κατά την παράδοση τους ως σκέψη που έγινε εκ των υστέρων μετά την έγερση της αγωγής. Ενόψει τούτου θα πρέπει να πετύχει η απαίτηση των εναγόντων. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης ως η παράγραφος 7 Α και Β της Έκθεσης Απαιτήσεως. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των εναγομένης εταιρείας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο