← Κύπρος

Γενικού Εισαγγελέα ν. Αναστάση Αναστασίου κ.α., Αγωγή Αρ. 1008/09, 28/9/2016

Γενικού Εισαγγελέα ν. Αναστάση Αναστασίου κ.α., Αγωγή Αρ. 1008/09, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A522 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 1008/09 ΜΕΤΑΞΥ: Γενικού Εισαγγελέα Ενάγοντος και

  1. Αναστάση Αναστασίου
  2. Σταύρου Αναστασίου Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου, 2016 Για τον Ενάγοντα: κα Ιωάννα Δημητρίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Εναγόμενο 2: κος Σίμος Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 18.2.2009, και τροποποιήθηκε κατόπιν διατάγματος ημερ. 23.10.2015, ο ενάγων, ο οποίος εγείρει την παρούσα αγωγή με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αξιώνει από τους εναγόμενους 1 και 2, το ποσό των €12.866,95, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Είναι η θέση του ενάγοντος ότι η μητέρα των εναγομένων 1 και 2, Έλλη Αναστασίου, υπέβαλε αίτηση δημοσίου βοηθήματος στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στις 21.5.1986 και λάμβανε δημόσιο βοήθημα από τις 21.5.1986 μέχρι τις 31.7.2003 οπότε και διακόπηκε λόγω μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας. Όπως προέκυψε μετά από έρευνα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας η μητέρα των εναγομένων και ενώ ήταν λήπτρια δημοσίου βοηθήματος, μεταβίβασε στις 7.4.2000 ένα οικόπεδο στην Έγκωμη δυνάμει δωρεάς στο γιο της εναγόμενο 2, του οποίου η αξία κατά το έτος 2000 υπολογίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.18.000 (ήτοι €30.754,83) και στις 10.1.2003 μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς την οικία στην οποία διέμενε στην περιοχή του Παρισσινού στο γιο της εναγόμενο 1, της οποίας η αξία κατά το έτος 2007 υπολογίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.90.000 (ήτοι €153.774,13). Η μητέρα των εναγομένων απεβίωσε στις 23.6.2004 ωστόσο στην αίτηση της για παροχή δημοσίου βοηθήματος παρέλειψε να ενημερώσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για την πιο πάνω μεταβίβαση, κατά παράβαση του άρθρου 13

(1)του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου, Ν. 8/91. Η παράλειψη αυτή της μητέρας των εναγομένων είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, Κατάσταση Υπερπληρωμής Δημοσίου Βοηθήματος για τη χρονική περίοδο από 1.4.2000 μέχρι 31.7.2003 που ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.7.530,69 (ήτοι €12.866,95). Η υπερπληρωμή καθορίστηκε από το χρόνο μεταβίβασης της περιουσίας. Η μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας στους εναγόμενους από την Έλλη Αναστασίου εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 13
(3)του Νόμου 8/
  1. Ο εναγόμενος 2 καταχώρησε Υπεράσπιση στο τροποποιηθέν κλητήριο ένταλμα στις 19.11.2015, με την οποία παραδέχεται την υποβολή της αίτησης από τη μητέρα του, τη λήψη από αυτήν δημοσίου βοηθήματος για την περίοδο που αναφέρει ο ενάγων, τη διακοπή της παροχής, καθώς και τις μεταβιβάσεις των οικοπέδων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Αναφορικά με τη μεταβίβαση που έγινε προς το πρόσωπο του, διευκρινίζει ότι περί την 7.4.2000 η μητέρα του του δώρισε 5/6 μερίδιο ακινήτου στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας, και στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 το πώλησε και μεταβίβασε σε τρίτο πρόσωπο για το ποσό των Λ.Κ.15.000 (ήτοι περίπου €25.000). Ο εναγόμενος 2 παραδέχεται επίσης ότι η μητέρα του απεβίωσε κατά ή περί την 23.6.
  2. Ο εναγόμενος 2 αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί παραβίασης του άρθρου 13
(1)του Νόμου 8/91, επισημαίνοντας ότι αν όντως η μητέρα του υπέβαλε αίτηση για δημόσιο βοήθημα στις 21.5.1986 δεν θα μπορούσε να ενημερώσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για την ισχυριζόμενη μεταβίβαση που έγινε μεταγενέστερα κατά ή περί την 7.4.2000. Αρνείται τους ισχυρισμούς περί παράλειψης της μητέρας του, και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η όποια παράλειψη τρίτου προσώπου δεν μπορεί να δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Αρνείται περαιτέρω ότι η μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας στους εναγόμενους εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 13
(3)του Νόμου 8/91 και ισχυρίζεται ότι η όποια μεταβίβαση έγινε προς τον ίδιο από τη μητέρα του κατά ή περί την 7.4.2000, δεν κατέστησε τη μητέρα του λήπτρια δημοσίου βοηθήματος εφόσον η μητέρα του ήταν λήπτρια δημοσίου βοηθήματος από 21.5.
  1. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι, οι υπάλληλοι και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι του ενάγοντος, κατά τη διαδικασία παροχής στη μητέρα του δημοσίου βοηθήματος, είχαν εκ του Νόμου υποχρέωση να διερευνήσουν την περιουσιακή της κατάσταση. Ο εναγόμενος 1 δεν καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή, η οποία αποσύρθηκε εναντίον του από τον ενάγοντα επειδή ο εναγόμενος 1 αποπλήρωσε το χρέος του, ήτοι το ποσό των €1.
  2. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση, κατά την ακρόαση, της απαίτησης του ενάγοντος εναντίον του εναγόμενου 2, στο ποσό των €11.936,
  3. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν τρεις συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά του ενάγοντος μαρτυρία έδωσε ο κος Κώστας Στρούθος (ΜΕ1) και η κα Μαρία Κυριακίδου (ΜΕ2) και για την πλευρά του εναγόμενου 2 μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος (ΜΥ1). Κατατέθηκαν επίσης 53 τεκμήρια. Μαρτυρία κ. Κώστα Στρούθου (ΜΕ 1) Η κυρίως εξέταση του ΜΕ1, ο οποίος είναι υπάλληλος εις την υπηρεσία του ενάγοντος, διεξήχθη με την ανάγνωση δύο γραπτών δηλώσεων (Τεκμήρια Α και Β). Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στην αίτηση για δημόσιο βοήθημα ημερ. 21.5.1986 που υπέβαλε η μητέρα του εναγόμενου 2 αντίγραφο της οποίας κατέθεσε, μαζί με την έκθεση που ετοιμάστηκε κατά την εξέταση της, και έγινε Τεκμήριο 1, καθώς και στην έρευνα σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Έλλης Αναστασίου που έγινε στα πλαίσια της εξέτασης της υποβληθείσας αίτησης, και κατέθεσε σχετικώς, και έγινε Τεκμήριο 2, αντίγραφο Πιστοποιητικού Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 6.9.
  4. Είπε ότι με βάση τα στοιχεία που συλλέχθηκαν, και αφού διαφάνηκε ότι η ακίνητη ιδιοκτησία που καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί για σκοπούς διαβίωσης, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αποφάσισαν την παραχώρηση δημοσίου βοηθήματος στην Έλλη Αναστασίου από τις 21.5.
  5. Μετά από νέα έρευνα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, οι Υπηρεσίες έλαβαν Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 28.7.2003 (αντίγραφο του οποίου έγινε Τεκμήριο 3) σύμφωνα με το οποίο η Έλλη Αναστασίου αποξένωσε, και δη μεταβίβασε διά δωρεάς, την ακίνητη ιδιοκτησία που κατείχε, και συγκεκριμένα, στις 7.4.2000 μεταβίβασε διά δωρεάς στον εναγόμενο 2 οικόπεδο στην Έγκωμη με Αρ. Εγγραφής Α.58 και στις 10.1.2003 μεταβίβασε διά δωρεάς στον εναγόμενο 1 οικόπεδο στην Έγκωμη με Αρ. Εγγραφής Δ.
  6. Παρουσίασε σχετικώς και έγινε Τεκμήριο 4, αντίγραφο Πιστοποιητικού Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 19.1.2016, στο οποίο φαίνονται τα ίδια στοιχεία σχετικά με τις προαναφερθείσες μεταβιβάσεις, το οποίο ζητήθηκε επειδή το Τεκμήριο 3 δεν είναι ευανάγνωστο. Αναφορικώς με την αξία των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν, ο ΜΕ1 παρουσίασε αντίγραφο επιστολής του Κλάδου Εκτιμήσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, η οποία έγινε Τεκμήριο 5, και στην οποία φαίνεται ότι η αξία του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής Α.58 (μερίδιο 180/216) το οποίο μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 2 ανήρχετο κατά το χρόνο της μεταβίβασης (έτος 2000) σε Λ.Κ.18.000, και η αγοραία αξία του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής Δ.330 το οποίο μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 1 ανήρχετο κατά το χρόνο της μεταβίβασης (έτος 2003) σε Λ.Κ.90.
  7. Η Έλλη Αναστασίου, ως ανέφερε ο ΜΕ1, παρέλειψε να αποκαλύψει ή να ενημερώσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για τις πιο πάνω μεταβιβάσεις, ενώ είχε τέτοια υποχρέωση σύμφωνα και με τη δήλωση της στο Μέρος IV της αίτησης για δημόσιο βοήθημα. Αφού διαπιστώθηκε η μεταβίβαση διακόπηκε η παροχή δημοσίου βοηθήματος προς την κα Αναστασίου στις 31.7.2003 και κατέθεσε σχετικώς έγγραφο με τίτλο Αναθεωρητική Έκθεση Δημοσίου Βοηθήματος ημερ. 12.8.2003 (Τεκμήριο 6) στο οποίο φαίνεται η σχετική απόφαση για τον τερματισμό της παροχής δημοσίου βοηθήματος. Η μητέρα των εναγομένων 1 και 2, απεβίωσε στις 26.3.2004, λόγω, όμως, της παράλειψης της να ενημερώσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για τη μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας στα παιδιά της, δημιουργήθηκε Κατάσταση Υπερπληρωμής Δημοσίου Βοηθήματος για την περίοδο 1.4.2000 - 31.7.2003, την οποία αναλυτικά παρέθεσε με τη μαρτυρία του σε σχετικό Πίνακα, με αναφορά σε ημερομηνία επιταγής (μήνα και έτος) και στα ποσά που δόθηκαν, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.7.530,69 (€12.886,95). Παρουσίασε σχετικώς χειρόγραφη κατάσταση η οποία έγινε Τεκμήριο 7 και σχετικό έντυπο με τίτλο «Σύνολο Πληρωμών Λήπτη» το οποίο έγινε Τεκμήριο
  8. Εξήγησε ότι για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής ο υπολογισμός της πληρωμής αρχίζει από τον Απρίλιο του 2000, που είναι ο χρόνος μεταβίβασης του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής Α58 προς τον εναγόμενο
  9. Είπε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος 2 δεν αμφισβητεί με την Υπεράσπιση του την είσπραξη των εν λόγω ποσών του δημοσίου βοηθήματος από τη μητέρα του. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε επίσης στις πρόνοιες του άρθρου 13, εδάφια
(1)και
(3)του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου, Ν.8/
  1. Είπε επίσης ότι στους εναγόμενους 1 και 2 αποστάληκε σχετική επιστολή ημερ. 18.5.2007 με την οποία ζητήθηκε η εξόφληση του ποσού της υπερπληρωμής (Τεκμήριο 9) στην οποία εκ παραδρομής, ως ανέφερε, αναφέρεται η ημερ. 21.5.1986 αντί της ορθής 1.4.
  2. Αναφέρθηκε επίσης σε πρόταση που υποβλήθηκε από τον εναγόμενο 2, μέσω του δικηγόρου του, για σκοπούς διευθέτησης η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το Υπουργείο Οικονομικών (Τεκμήριο 10). Είπε, τέλος, ότι ο εναγόμενος 1 κατέβαλε το ποσό των €1.226, ως όφειλε, έναντι του ποσού της υπερπληρωμής που του αντιστοιχούσε βάσει της ημερομηνίας που του μεταβιβάστηκε η ακίνητη περιουσία από τη μητέρα του (10.1.2003), ενώ ο εναγόμενος 2 ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του ποσού που του αντιστοιχεί βάσει της ημερομηνίας μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας στον ίδιο από τη μητέρα του (7.4.2000), το οποίο σήμερα ανέρχεται στις €11.640,95 (€12.866,95 - €1.226) και εξακολουθεί να οφείλεται. Αντεξεταζόμενος δέχτηκε ότι στην αίτηση της μητέρας του εναγόμενου 2 δηλώθηκε η ύπαρξη της ακίνητης ιδιοκτησίας που μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο
  3. Ερωτήθηκε αν δεδομένου του ότι η κα Αναστασίου είχε δηλώσει ότι είχε ακίνητη ιδιοκτησία δικαιούτο δημόσιο βοήθημα και απάντησε ότι αν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας κρίνουν ότι η περιουσία που έχει κάποιος αιτητής δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για σκοπούς διαβίωσης, του παρέχεται δημόσιο βοήθημα. Είπε επίσης ότι εργοδοτήθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στις 16.8.1999 και ότι το Τεκμήριο 1 περιέχεται στο σχετικό διοικητικό φάκελο του τμήματος. Του υποβλήθηκε ότι δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν είναι αλήθεια, και απάντησε ότι η γνώση του προέρχεται από μελέτη του διοικητικού φακέλου, και ότι ο χειρισμός της υπόθεσης έγινε από τον τότε αρμόδιο συνάδελφο του. Ερωτήθηκε επίσης αν είναι εκείνος που ετοίμασε το Τεκμήριο 5 και απάντησε ότι είναι επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και ερωτήθηκε επίσης αν οι χειρόγραφες σημειώσεις επ' αυτού είναι δικές του για ν' απαντήσει ότι δεν είναι. Ερωτήθηκε περαιτέρω αν είναι εκείνος που ετοίμασε το Τεκμήριο 6 - Αναθεωρητική Έκθεση Δημοσίου Βοηθήματος και απάντησε ότι η Έκθεση ετοιμάστηκε από τη συνάδελφο του που χειριζόταν την περίπτωση εκείνη την περίοδο και ότι η δική του γνώση προέρχεται από μελέτη του διοικητικού φακέλου. Ερωτήθηκε περαιτέρω αν γνωρίζει αν τα ποσά που φαίνονται στο Τεκμήριο 7 δόθηκαν στην κα Αναστασίου και απάντησε ότι τα ποσά καταγράφηκαν μετά από έρευνα συναδέλφου του από το Λογιστήριο. Ερωτήθηκε επίσης αν είναι ο ίδιος που ετοίμασε την κατάσταση - Τεκμήριο 8 και είπε ότι αποτελεί μέρος του διοικητικού φακέλου και ότι η κατάσταση είναι καταχωρημένη στο μηχανογραφημένο σύστημα. Ερωτήθηκε επίσης αν γνωρίζει ότι η επιστολή Τεκμήριο 9 παραδόθηκε στους παραλήπτες της και απάντησε ότι στάληκε συστημένη, και επιπλέον, για να υποβάλει ο εναγόμενος 2 πρόταση για διευθέτηση, λογικά την παρέλαβε. Το ότι ο εναγόμενος 2 υπέβαλε πρόταση για διευθέτηση το γνωρίζει από μελέτη του διοικητικού φακέλου. Αντεξετάστηκε επίσης επί της δήλωσης του ότι ο εναγόμενος 2 δεν αμφισβητεί με την Υπεράσπιση του την είσπραξη των ποσών που η μητέρα του έλαβε ως δημόσιο βοήθημα, και απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν υπάρχει παραδοχή στην Υπεράσπιση για το θέμα αυτό, αλλά τα ποσά που αναφέρθηκαν είναι καταχωρημένα στο μηχανογραφημένο σύστημα και στο Λογιστήριο της Υπηρεσίας και παραλήφθηκαν από τη μητέρα του. Του υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι η μητέρα του εναγόμενου 2 δεν υπέπεσε σε καμιά παράλειψη και ότι το Τμήμα όφειλε να διερευνήσει την κατάσταση της κας Αναστασίου όταν υπέβαλε την αίτηση της και απάντησε ότι στην αίτηση της κας Αναστασίου είχε δηλωθεί ένα ακίνητο (μερίδιο οικοπέδου) ενώ μετά από έρευνα του Τμήματος του προέκυψε ότι ήταν ιδιοκτήτρια ακόμη ενός ακινήτου που δεν είχε δηλώσει, και επιπλέον, επί της αίτησης η κα Αναστασίου προέβη σε δήλωση ότι θα ειδοποιούσε το Τμήμα για οποιαδήποτε αλλαγή, κάτι που δεν έπραξε όταν μεταβίβασε διά δωρεάς τα δύο ακίνητα. Του υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι δεν δικαιούνται σε επιστροφή των χρημάτων από τον εναγόμενο 2 που δόθηκαν ως δημόσιο βοήθημα από τη μέρα μεταβίβασης του ακινήτου, επειδή η κα Αναστασίου ήταν λήπτρια δημοσίου βοηθήματος πριν τη μεταβίβαση στον εναγόμενο 2 και απάντησε ότι το δημόσιο βοήθημα δόθηκε για την κάλυψη των βασικών αναγκών της κας Αναστασίου επειδή δεν μπορούσε να αξιοποιήσει την περιουσία που δήλωσε ότι είχε, όμως το δικαίωμα της έπαυσε να υπάρχει με τη μεταβίβαση της περιουσίας στον εναγόμενο 2 και βάσει της σχετικής νομοθεσίας ο δωρεοδόχος, δηλαδή ο εναγόμενος 2, είναι υποχρεωμένος να συντηρεί τη μητέρα του επειδή καρπώθηκε περιουσία, και επέμεινε ότι ορθά υπολογίστηκε το ποσό που έλαβε ο εναγόμενος 2 ως υπερπληρωμή. Κατά την επανεξέταση του ερωτήθηκε πώς μπορεί να γνωρίζει κανείς αν η κα Έλλη Αναστασίου εξαργύρωσε τις επιταγές που έλαβε και απάντησε μέσω του Λογιστηρίου ή μέσω της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Μαρτυρία κας Μαρίας Κυριακίδου (ΜΕ2) Η κυρίως εξέταση της ΜΕ2 διεξήχθη με την ανάγνωση γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο Γ). Η ΜΕ2 δήλωσε ότι είναι Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, τοποθετημένη και με καθήκοντα στο Λογιστήριο των Υπηρεσιών από 15.4.2009, έχει δε προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης τα οποία περιήλθαν εις γνώση της στα πλαίσια των καθηκόντων της. Εξήγησε ότι στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας τηρείται μηχανογραφημένο σύστημα στο οποίο γίνεται ηλεκτρονική καταγραφή / καταχώρηση και φαίνονται όλες οι επιταγές που εκδίδονται από τις Υπηρεσίες για την πληρωμή δημοσίων βοηθημάτων. Η ενημέρωση του συστήματος, γίνεται στη βάση στοιχείων που διαβιβάζονται καθηκόντως στις Υπηρεσίες από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Στο σύστημα ο κάθε δικαιούχος / λήπτης δημοσίου βοηθήματος έχει τη δική του μερίδα, στην οποία φαίνονται το όνομα και ο αριθμός ταυτότητας του λήπτη, ο αριθμός κάθε επιταγής που εκδόθηκε στο όνομα του, το ποσό για το οποίο εκδόθηκε, η ημερομηνία έκδοσης της και η ημερομηνία πληρωμής / εξαργύρωσης της επιταγής. Μέρος των καθηκόντων της, όπως ανέφερε, είναι να ενημερώνει το μηχανογραφημένο σύστημα των Υπηρεσιών, στο οποίο έχει πλήρη πρόσβαση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιέχονται στο μηχανογραφημένο σύστημα στη μερίδα της λήπτριας Έλλης Αναστασίου, εκδόθηκαν στο όνομα της κατά την περίοδο Απρίλιο του 2000 - Ιούλιο του 2003, 41 επιταγές, σε σχέση με την κάθε μία από τις οποίες παρουσίασε, και έγιναν Τεκμήρια 11 - 51, τις σχετικές εκτυπώσεις από το μηχανογραφημένο σύστημα, στις οποίες προέβη η ίδια από τον υπολογιστή της στο γραφείο της. Σε κάθε μία από τις εκτυπώσεις φαίνεται το όνομα της λήπτριας Έλλης Αναστασίου, ο αριθμός ταυτότητας της (ΑΔΤ 243838), ο αριθμός και η ημερομηνία έκδοσης κάθε επιταγής, και, με εξαίρεση την επιταγή του Απριλίου του 2003 η οποία ακυρώθηκε, φαίνεται και η ημερομηνία πληρωμής / εξαργύρωσης της επιταγής. Ακολούθως η ΜΕ2 ανέφερε ότι εκ παραδρομής και συνεπεία καλόπιστου λάθους τα ποσά 4 πληρωμών όπως τα παρέθεσε ο ΜΕ1 στον Πίνακα στην παρ. 8 της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο Β) παρουσιάστηκαν εσφαλμένα. Είπε συγκεκριμένα ότι για το μήνα Απρίλιο του 2000 λανθασμένα αναγράφηκε το ποσό των Λ.Κ.145 αντί του ορθού Λ.Κ.165, ότι για το μήνα Ιούνιο του 2000 έγινε αναφορά σε μόνο μία πληρωμή για το ποσό των Λ.Κ.202, ενώ είχε γίνει μια επιπρόσθετη πληρωμή, ως έκτακτο δημόσιο βοήθημα, για το ποσό των Λ.Κ.405, ότι η επιταγή του μήνα Απριλίου του 2003 ακυρώθηκε, και ότι για το μήνα Μάιο το ορθό ποσό είναι Λ.Κ.328,60 και όχι Λ.Κ.
  4. Με βάση τα ορθά στοιχεία των πληρωμών που έγιναν προς τη λήπτρια Έλλη Αναστασίου το συνολικό ποσό της υπερπληρωμής ανέρχεται σε Λ.Κ.7.703,69 (ήτοι €13.162,54). Ο εναγόμενος 1 κατέβαλε το ποσό των €1.226 έναντι του ποσού της υπερπληρωμής το οποίο του αντιστοιχούσε βάσει της ημερομηνίας που του μεταβιβάστηκε η ακίνητη ιδιοκτησία από τη μητέρα του (10.1.2003) και η οφειλή που αναλογεί στον εναγόμενο 2 βάσει της ημερομηνίας μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας στον ίδιο από τη μητέρα του (7.4.2000) ανέρχεται σε €11.936,54 (€13.162,54 - €1.226,00). Η ΜΕ2 δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία εναγόμενου 2, κ. Σταύρου Αναστασίου (ΜΥ1) Η κυρίως εξέταση του ΜΥ1 διεξήχθη με την ανάγνωση γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο Δ). Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι γνωρίζει ότι ο πατέρας του ήταν λήπτης δημοσίου βοηθήματος και ότι μετά το θάνατο του το δημόσιο βοήθημα το εισέπραττε δικαιωματικά η μητέρα του. Η μητέρα του απεβίωσε περί την 23.6.
  5. Είπε επίσης ότι περί την 7.4.2000 η μητέρα του, ιδιοκτήτρια μεριδίου 180/216 (5/6) του οικοπέδου με Αρ. Εγγραφής Α.58, Φ/Σχ. 21/53V, αρ. τεμαχίου 56, στην Έγκωμη, Λευκωσία, του δώρισε την εν λόγω ιδιοκτησία την οποία στη συνέχεια αυτός την πώλησε σε τρίτο πρόσωπο για το ποσό των Λ.Κ.15.
  6. Κατέθεσε, σχετικώς, και έγινε Τεκμήριο 52 αντίγραφο της Δήλωσης Διάθεσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας καθώς και τη γνωστοποίηση της πώλησης σε εφημερίδα, αντίγραφο της οποίας έγινε Τεκμήριο
  7. Ανέφερε επίσης ότι, απ' ό,τι φαίνεται, η μητέρα του υπέβαλε αίτηση παροχής δημοσίου βοηθήματος ημερ. 21.5.1986, που είναι οι δύο πρώτες σελίδες του Τεκμηρίου 1, δηλώνοντας ότι ήταν ιδιοκτήτρια του πιο πάνω μεριδίου ακινήτου, ως εκ τούτου, η μητέρα του δεν κατέστη λήπτρια δημοσίου βοηθήματος μετά τη δωρεά προς εκείνον. Όφειλαν, είπε, οι αρμόδιες υπηρεσίες να μην της παραχωρήσουν δημόσιο βοήθημα εφόσον γνώριζαν ότι ήταν ιδιοκτήτρια του εν λόγω ακινήτου. Είπε επίσης ότι ο ίδιος γεννήθηκε στις 29.3.1968 και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιοι ήταν οι λόγοι που τότε παραχωρήθηκε στη μητέρα του δημόσιο βοήθημα και ποια ήταν τότε τα περιουσιακά της στοιχεία. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι όταν απεβίωσε ο πατέρας του η οικονομική κατάσταση της μητέρας του ήταν κακή. Ερωτήθηκε αν θα μπορούσε να διαβιώσει με άλλο τρόπο εκτός από το να λαμβάνει δημόσιο βοήθημα και απάντησε ότι όταν απεβίωσε ο πατέρας του το 1986 ήταν 18 χρονών, στρατιώτης, και δεν γνώριζε αν είχε περιουσία η μητέρα του και πώς θα μπορούσε να την εκμεταλλευθεί για να ζήσει. Ερωτήθηκε επίσης ποια ήταν η οικονομική κατάσταση της μητέρας του το 2000 όταν έγινε η μεταβίβαση, και απάντησε ότι ο ίδιος αρραβωνιάστηκε το 1989 και έφυγε από το πατρικό του, ότι δεν ήξερε πώς «περνούσε» η μητέρα του, αλλά του έλεγε κάποτε ότι έπαιρνε κάποιο βοήθημα. Ο ίδιος είχε τα δικά του χρέη και τα παιδιά του και δεν μπορούσε να γνωρίζει τις οικονομικές ανάγκες της μητέρας του. Ερωτήθηκε τότε γιατί ανέφερε ότι δεν έπρεπε να της δίδεται το δημόσιο βοήθημα αφού δεν ήξερε την οικονομική της κατάσταση, και απάντησε ότι αφ' ης στιγμής τον ενάγουν τώρα, σημαίνει ότι μπορούσε να είχε δεσμευθεί το ακίνητο και να μην της δίνει επίδομα το Γραφείο Ευημερίας, αν και παραδέχθηκε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τους νόμους. Ερωτήθηκε επίσης αν γνωρίζει ότι η μητέρα του λάμβανε δημόσιο βοήθημα για 17 ολόκληρα έτη, από το 1986 έως το 2003, και απάντησε ότι το γνωρίζει. Ερωτήθηκε περαιτέρω πού έγινε η δημοσίευση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 53 και απάντησε στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», αλλά δεν γνώριζε πότε και ούτε γνωρίζει ποιος ανέγραψε την ημερομηνία «21.9.2001» που αναγράφεται χειρόγραφα στο αντίγραφο που κατέθεσε. Ερωτήθηκε αν φαίνεται από οπουδήποτε ότι αυτό είναι το ακίνητο που του μεταβίβασε η μητέρα του και απάντησε ότι ο αριθμός τεμαχίου είναι ο ίδιος με το τεμάχιο που του μεταβίβασε η μητέρα του. Του υποβλήθηκε η θέση ότι ούτε η μητέρα του ούτε άλλο πρόσωπο ενημέρωσε τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για τη μεταβίβαση του 2000, ως όφειλε, υποβολή με την οποία συμφώνησε. Συμφώνησε επίσης ότι η μητέρα του συνέχισε να λαμβάνει το δημόσιο βοήθημα μέχρι και το
  8. Όπως είπε, δεν γνωρίζει γιατί δεν ενημέρωσε η μητέρα του ότι έγινε η μεταβίβαση, αλλά ήταν άρρωστη, απ' ό,τι θυμάται είχε προβλήματα με την καρδιά της και πέθανε το
  9. Πιθανό να μην το ανέφερε, είπε, λόγω της ασθένειας της. Ερωτήθηκε πόσα πώλησε το ακίνητο και απάντησε Λ.Κ.15.
  10. Ερωτήθηκε επίσης αν με αυτά τα λεφτά δεν θα μπορούσε να καλύψει όλες τις οικονομικές της ανάγκες η μητέρα του τουλάχιστο από το έτος 2000 και μετά, και απάντησε πως λογικά ναι. Ερωτήθηκε περαιτέρω γιατί υπέβαλε πρόταση περί το 2012, μέσω του δικηγόρου του, να πληρώσει το ποσό των €3.000 μέσω μηνιαίων δόσεων των €100 έκαστη, για σκοπούς διευθέτησης της παρούσας αγωγής και είπε ότι προσπάθησε να κάνει κάποιο διακανονισμό για να τελειώσει η υπόθεση και να μην «τρέχει» στα Δικαστήρια και να χάνει μεροκάματα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οφείλει τα λεφτά που αξιώνει ο ενάγων με την παρούσα αγωγή με βάση τον περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμο, επειδή, ως ανέφερε, ο ίδιος δεν ευθύνεται αν η μητέρα του απέφυγε να ενημερώσει για τη μεταβίβαση του οικοπέδου, και ότι ο ίδιος δεν οφείλει να πληρώσει λεφτά που δεν πήρε. Επανεξεταζόμενος ερωτήθηκε αν η μητέρα του κατείχε μερίδιο σε ένα μόνο ακίνητο, αυτό που του μεταβίβασε, και απάντησε θετικά. Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, τις οποίες το Δικαστήριο έχει μελετήσει προσεκτικά. Η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντος αναφέρεται στις σχετικές με την υπόθεση πρόνοιες του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 1991, Ν.8/91, στους παραδεκτούς από τον εναγόμενο 2 ισχυρισμούς του ενάγοντος, καθώς και στη μαρτυρία που δόθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, και εισηγείται ότι έχει αποδειχθεί ότι η μητέρα των εναγομένων 1 και 2, Έλλη Αναστασίου έλαβε δημόσιο βοήθημα ύψους Λ.Κ.7.703,69 (ήτοι €13.162,54) μεταξύ της περιόδου Απριλίου του 2000 έως και τον Ιούλιο του 2003, ότι παρέλειψε να ενημερώσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι μεταβίβασε την ακίνητη περιουσία που κατείχε, ως όφειλε, και ότι συνεπεία της μεταβίβασης δημιουργήθηκε κατάσταση υπερπληρωμής δημοσίου βοηθήματος, την οποία ο ενάγων δικαιούται να ανακτήσει από τους δωρεοδόχους συμφώνως των προνοιών του άρθρου 13
(3)του Νόμου 8/91. Ο εναγόμενος 1 κατέβαλε το ποσό των €1.226 που του αναλογούσε και ο εναγόμενος 2 εξακολουθεί να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των €11.936,54 (€13.162,54 - €1.226), πλέον τόκο και έξοδα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 2 αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι πολύ απλά και ότι το επίδικο ζήτημα είναι καθαρά νομικό. Θέση του συνηγόρου του εναγόμενου 2 είναι ότι, στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει το άρθρο 13 του Νόμου 8/91, αλλά ο περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμος του 2006, Ν.95(Ι)/2006, το άρθρο 13
(3)του οποίου δεν καλύπτει την περίπτωση της μεταβίβασης που έγινε από την Έλλη Αναστασίου προς τον εναγόμενο 2, αφού, αφενός, η Έλλη Αναστασίου ήταν λήπτρια δημοσίου βοηθήματος πριν τη μεταβίβαση του ακινήτου στον εναγόμενο 2, αφετέρου, το άρθρο 13
(3)του Νόμου 95(Ι)/2006 καλύπτει μεταβιβάσεις που έγιναν μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου στις 1.1.2006. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι στην αγωγή δεν εξειδικεύεται ποιο είναι το ποσό που οφείλει ο κάθε εναγόμενος ξεχωριστά και ποια η βάση της ευθύνης εκάστου εξ αυτών, συνεπώς, η σχετική μαρτυρία που προσφέρθηκε θα πρέπει να αγνοηθεί. Επισημαίνει περαιτέρω ότι η αξίωση του ενάγοντος ήταν εναντίον και των δύο εναγομένων για το ποσό των €12.866,95 χωρίς να τίθεται θέμα αλληλέγγυας και/ή κεχωρισμένης ευθύνης των δύο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κτλ (C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (Πολ. Έφ. 195/09, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ημερ. 30.5.2014). Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Ποιν. Έφ. 23/15, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135). Μαρτυρία κ. Κώστα Στρούθου (ΜΕ1) Ο ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, ο οποίος απαντούσε με αμεσότητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, χωρίς να έχει οποιαδήποτε πρόθεση ή και λόγο να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου εξ ακοής, αφού, όπως πολλές φορές ανέφερε στα πλαίσια της αντεξέτασής του, η γνώση του περί των γεγονότων προέρχεται μέσα από μελέτη του σχετικού διοικητικού φακέλου που τηρείται στο τμήμα του. Η προσκόμιση εξ ακοής μαρτυρίας είναι αποδεκτή μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, από το Ν. 32(Ι)/2004, η βαρύτητα, όμως, που μπορεί να της αποδοθεί αξιολογείται, συμφώνως του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου με βάση το σύνολο των περιστάσεων (Ποιν. Έφ. 142/14, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 17.12.2015), με το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες, μεταξύ άλλων, αυτών που μη εξαντλητικώς απαριθμούνται στο εδάφιο 2 του άρθρου 27, καθώς και το συμφέρον της δικαιοσύνης (Πολ. Εφ. 274/10, Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, ημερ. 5.5.2015). Πέραν τούτου, συμφώνως του εδαφίου
(3)του άρθρου 27, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που μπορεί να αποδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Ως προς τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της εξ ακοής μαρτυρίας παραπέμπω στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Πολ. Έφ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, η εξ ακοής μαρτυρία προέρχεται αποκλειστικά από έγγραφα καταχωρημένα στο διοικητικό φάκελο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας που τηρείται σε σχέση με τη μητέρα του εναγόμενου 2, δεν έχω δε αντιληφθεί, όπως προανέφερα, ο ΜΕ1 να έχει οποιοδήποτε κίνητρο να παραποιήσει τα γεγονότα, ενώ οι εξ ακοής δηλώσεις μεταφέρθηκαν επακριβώς. Πέραν τούτου, η εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία δεν έχει τύχει ουσιαστικής αμφισβήτησης από την πλευρά του εναγόμενου 2, ούτε και έχει προσφερθεί μαρτυρία που να θέτει σε αμφιβολία την ορθότητα της συντριπτικής πλειοψηφίας των γεγονότων που ο μάρτυρας ανέφερε, ενώ το μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 που αφορούσε στα ποσά που καταβλήθηκαν στη μητέρα του εναγόμενου 2 ως δημόσιο βοήθημα επιβεβαιώθηκε, στο μεγαλύτερο μέρος της, από τη ΜΕ2 και τα έγγραφα που αυτή προσκόμισε. Πιο συγκεκριμένα, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα στην εμπιστευτική έκθεση που ετοιμάστηκε κατά την εξέταση της αίτησης για παροχή δημοσίου βοηθήματος, όμως δεν έχω αντιληφθεί να υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς οποιοδήποτε σημείο αναφέρεται σε αυτήν. Το ότι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας γνώριζαν ότι η Έλλη Αναστασίου ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου που μεταβίβασε στον εναγόμενο 2 όταν υπέβαλε την αίτηση της, είναι παραδεκτό. Ερωτήθηκε περαιτέρω ο ΜΕ1 αν ετοίμασε ο ίδιος το Τεκμήριο 6, δηλαδή την Αναθεωρητική Έκθεση Δημοσίου Βοηθήματος, για να απαντήσει αρνητικά, παρατηρώ, όμως, ότι ούτε σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση αυτή, φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση, αφού δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο 2 είτε οι μεταβιβάσεις της ιδιοκτησίας από τη μητέρα του προς τον ίδιο και τον αδελφό του, ούτε και το ότι λήφθηκε απόφαση για διακοπή του δημοσίου βοηθήματος ένεκα αυτών. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς τις πληρωμές δημοσίου βοηθήματος προς τη μητέρα του εναγόμενου 2, όπως προανέφερα, επιβεβαιώνεται στα πλείστα σημεία αυτής από τη μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία εργάζεται στο Λογιστήριο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και η οποία, ως εκ της θέσεως της, έχει πρόσβαση στο μηχανογραφημένο σύστημα των Υπηρεσιών, από το οποίο εκτύπωσε τις καταχωρήσεις που φαίνονται στη μερίδα της μητέρας του εναγόμενου 2, στις οποίες φαίνεται ο αριθμός επιταγής, η ημερομηνία έκδοσης, καθώς και η ημερομηνία πληρωμής / εξαργύρωσης της επιταγής. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας του ΜΕ1 που δεν αποδέχομαι, είναι αναφορικά με την επιταγή για το μήνα Απρίλιο του 2003, για το ποσό των Λ.Κ.252, και τούτο διότι η εν λόγω επιταγή ακυρώθηκε σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ2 (Τεκμήριο 48). Περαιτέρω η ΜΕ2 θεώρησε ότι ο ΜΕ1 υπολόγισε εσφαλμένα ότι το ποσό που δόθηκε ως δημόσιο βοήθημα για το μήνα Μάιο του 2003 ήταν Λ.Κ.328 αντί του ορθού Λ.Κ.328,60 (Τεκμήριο 49), όμως, παρά το ότι το ποσό των Λ.Κ.328 είναι πράγματι το ποσό που αναφέρεται στον Πίνακα στην παρ. 8 του Τεκμηρίου Β, εντούτοις, κατά τον υπολογισμό ο ΜΕ1 έλαβε υπόψη του ότι η πληρωμή για το μήνα Μάιο του 2003 ήταν Λ.Κ.328,60, αφού αυτό είναι που αναφέρεται στο Τεκμήριο 8 στη βάση του οποίου ο Πίνακας ετοιμάστηκε, και επιπλέον στο ποσό που αναφέρεται ως «σύνολο» στον Πίνακα (Λ.Κ.7.530,69) καταλήγει κανείς όταν προσθέσει Λ.Κ.0,60 στα ποσά που αναφέρονται σε όλες τις προηγούμενες σειρές (Λ.Κ.7.530,09). Ως προς την αγοραία αξία του ακινήτου που μεταβιβάστηκε από τη μητέρα του εναγόμενου 2 προς τον τελευταίο, ο ΜΕ1 κατέθεσε και έγινε Τεκμήριο 5, επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, Κλάδος Εκτιμήσεων, στην οποία φαίνεται η εκτίμηση της αγοραίας αξίας αμφοτέρων των ακινήτων ιδιοκτησίας της μητέρας του εναγόμενου 2 από το έτος 1991, μέχρι το έτος αποξένωσης εκάστου εξ αυτών, η οποία έγινε με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν στο εν λόγω Γραφείο, χωρίς να διεξαχθεί επιτόπια έρευνα. Στην εν λόγω εκτίμηση του Κτηματολογίου, η αγοραία αξία του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 2 το έτος 2000 καθορίζεται σε Λ.Κ.18.
  2. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος στην παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης ότι η αγοραία αξία του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 2 υπολογίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.18.000 κατά το έτος 2000, έγινε παραδεκτός από τον εναγόμενο 2 με την Υπεράσπιση του (παρ. 2 της Υπεράσπισης), με αποτέλεσμα το θέμα αυτό να μην είναι επίδικο (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, πιο πάνω, σελ. 274 και 279, Δ.24 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Εξάλλου το γεγονός ότι το ακίνητο πωλήθηκε το 2001 στην τιμή των Λ.Κ.15.000 ως η μαρτυρία του εναγόμενου 2 την οποία επίσης αποδέχομαι για τους λόγους που εξηγώ στα πλαίσια της αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας, δεν αποκλείει, σε κάθε περίπτωση, την ορθότητα της εκτίμησης του Κτηματολογίου. Επισημαίνω πάντως ότι το σημείο αυτό είναι ούτως ή άλλως επουσιώδες, καθότι, με βάση το νόμο, και είτε στην παρούσα περίπτωση ισχύει ο Νόμος 8/91 (ως η θέση του ενάγοντος) είτε ο Νόμος 95(Ι)/06 (ως η θέση του εναγόμενου 2), το ζητούμενο είναι όπως το ποσό των χρημάτων που θα πρέπει να επιστραφούν να μην υπερβαίνει την εμπορική αξία της περιουσίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης[1] και όπως η αγοραία αξία της περιουσίας υπερβαίνει τις Λ.Κ.10.000,[2] κριτήρια που σε κάθε περίπτωση πληρούνται. Περαιτέρω, παρόλο που ο ΜΕ1, τόσο στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του όσο και στα πλαίσια της αντεξέτασης του έκανε αναφορά στις πρόνοιες της νομοθεσίας και στην ερμηνεία που αυτός αντιλαμβάνεται ότι θα πρέπει να δοθεί σε αυτές, επισημαίνω ότι η ερμηνεία ημεδαπών νομοθετημάτων γίνεται από το Δικαστήριο. Ούτως ή άλλως, ο μάρτυρας δεν ανέφερε να έχει οποιεσδήποτε εξειδικευμένες νομικές γνώσεις, που θα του επέτρεπαν να εκφράσει γνώμη επί του προκειμένου. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς τα γεγονότα ως αξιόπιστη, πλην του σημείου που αφορά στην πληρωμή δημοσίου βοηθήματος που ανέφερε ότι έγινε για το μήνα Απρίλιο του
  3. Μαρτυρία κας Μαρίας Κυριακίδου (ΜΕ2) Η ΜΕ2 μου έκανε επίσης πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, η μαρτυρία της οποίας υποστηρίζεται πλήρως από τα έγγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο, δηλαδή, τα Τεκμήρια 11 - 51, τα οποία προέρχονται από ηλεκτρονικό υπολογιστή, σε σχέση με τον οποίο δεν έχει τεθεί θέμα ελαττωματικότητας ή λανθασμένης λειτουργίας (R v. Cochrane
(1993)Crim. L.R., 48) ή οτιδήποτε άλλο που θα επέβαλλε τη μη αποδοχή τους για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης (Λευκόνικο Χρηματιστηριακή, ανωτέρω). Η ΜΕ2 δεν αντεξετάστηκε και η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Παρόλη την πολύ καλή εντύπωση που μου έκανε η μάρτυρας, και παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε ένσταση στην εισαγωγή οποιουδήποτε μέρους της μαρτυρίας της και παρά το ότι αυτή δεν αντεξετάστηκε επί των όσων ανέφερε, σημειώνω ότι μέρος της μαρτυρίας της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, επειδή δεν συνάδει πλήρως με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντος, δεδομένης και της παγίως νομολογημένης αρχής ότι ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση (μεταξύ άλλων, Πολ. Εφ. 94/10 και 158/10, Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 28.9.2015, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Στην παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντος αναφέρεται ότι το συνολικό ποσό της υπερπληρωμής είναι Λ.Κ.7.530,69 (€12.866,95), το οποίο είναι και το ποσό που ο ενάγων διεκδικεί με την παρούσα αγωγή (παρ. 7(α) της Έκθεσης Απαίτησης). Η ΜΕ2 ανέφερε ότι εκ παραδρομής και συνεπεία καλόπιστου λάθους που έγινε κατά την ετοιμασία της έκθεσης γεγονότων που στάληκε στη Νομική Υπηρεσία, αναφέρθηκε ότι τον Απρίλιο του 2000 υπολογίστηκε υπερπληρωμή ύψους Λ.Κ.145 αντί του ορθού ποσού Λ.Κ.165, ότι το μήνα Ιούνιο του 2002 η Έλλη Αναστασίου έλαβε και έκτακτο βοήθημα ύψους Λ.Κ.405 το οποίο δεν είχε υπολογιστεί, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό της υπερπληρωμής να ανέρχεται σε Λ.Κ.7.703,69 (€13.162,54). Παρά την πιο πάνω αναφορά της ΜΕ2, ο ενάγων δεν επιδίωξε την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, ούτως ώστε αυτή να συνάδει με τη δοθείσα μαρτυρία, η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ως μαρτυρία που δεν συνάδει με το δικογραφημένο ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι το συνολικό ποσό της υπερπληρωμής είναι Λ.Κ.7.530,69 (€12.866,95). Για τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ2, πλην των σημείων που ανέφερα στην πιο πάνω παράγραφο. Μαρτυρία εναγόμενου 2, κ. Σταύρου Αναστασίου (ΜΥ1) Χωρίς να παραγνωρίζω το προσωπικό συμφέρον του εναγόμενου 2 στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι αυτός μου έκανε γενικά καλή εντύπωση σαν μάρτυρας, ο οποίος απαντούσε με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο, απαντώντας ότι δεν γνώριζε για θέματα που πράγματι δεν γνώριζε, και χωρίς να διστάσει να συμφωνήσει, πολλές φορές, με τις θέσεις που του υποβάλλοντο. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ως προς το ότι πώλησε το ακίνητο που του μεταβίβασε η μητέρα του το 2000, σε τρίτο πρόσωπο για το ποσό των Λ.Κ.15.000 υποστηρίζεται πλήρως από τα έγγραφα που κατέθεσε, και αναφέρομαι συγκεκριμένα στη Δήλωση Διάθεσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας που κατατέθηκε στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, η οποία προσδιορίζει ως ημερομηνία διάθεσης την 20.8.2001 και ως ποσό διάθεσης το ποσό των Λ.Κ.15.000 (Τεκμήριο 52), αλλά και από τη γνωστοποίηση στην εφημερίδα Φιλελεύθερος που έγινε με βάση το άρθρο 25 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου (Τεκμήριο 53). Το ότι η διατεθείσα περιουσία είναι η ίδια με την περιουσία που η μητέρα του του μεταβίβασε προκύπτει από το γεγονός ότι τα στοιχεία του ακινήτου ως αυτά περιγράφονται στο Τεκμήριο 53 είναι τα ίδια με τα στοιχεία ακινήτου που περιγράφονται στα Τεκμήρια 2 και 4 που κατέθεσε ο ΜΕ1. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του εναγόμενου 2 που δεν αποδέχομαι, είναι το μέρος στο οποίο ο ίδιος εξέφρασε άποψη ως προς το κατά πόσο το δημόσιο βοήθημα έπρεπε να είχε παραχωρηθεί ή όχι στη μητέρα του το 1986, αφού αυτό είναι θέμα νομικό, και ο εναγόμενος 2 είπε σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τους νόμους, και δεν κατέχει, ως εκ τούτου, την εξειδικευμένη γνώση που θα του επέτρεπε να παρουσιάσει μαρτυρία γνώμης επί του προκειμένου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 ως αξιόπιστη, πλην του ενός σημείου που ανέφερα στην πιο πάνω παράγραφο. Ευρήματα Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και των παραδεκτών γεγονότων της υπόθεσης, ως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα, προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, υπό το φως των επίδικων θεμάτων. Η μητέρα των εναγομένων 1 και 2, Έλλη Αναστασίου, υπέβαλε αίτηση για δημόσιο βοήθημα στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στις 21.5.1986 και λάμβανε δημόσιο βοήθημα από τις 21.5.1986 μέχρι τις 31.7.2003, οπότε και διακόπηκε λόγω μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας.[3] Στην αίτηση της η Έλλη Αναστασίου δήλωσε ότι ήταν ιδιοκτήτρια μεριδίου οικοπέδου στην Έγκωμη (Μέρος ΙΙ Τεκμηρίου 1) και ότι εάν οι οικονομικές ή οικογενειακές της συνθήκες αλλάξουν θα ενημερώσει προς τούτο την αρμόδια αρχή. Δήλωσε επίσης ότι αντιλαμβάνεται ότι αν οι δοθείσες πληροφορίες αποδειχθούν ψευδείς ή ότι απέκρυψε οποιαδήποτε πληροφορία θα υπόκειται σε ποινική δίωξη (Μέρος VI Τεκμηρίου 1). Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας προέβησαν σε έρευνα ως προς την ακίνητη περιουσία που ήτο εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Έλλης Αναστασίου, και στο σχετικό Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 8.7.1986 καταγράφεται η περιουσία αυτή (Τεκμήριο 2). Παρά το γεγονός ότι η κα Αναστασίου είχε ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη επ' ονόματι της, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ενέκριναν το αίτημα της για δημόσιο βοήθημα, επειδή έκριναν ότι η ακίνητη ιδιοκτησία της δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί για σκοπούς διαβίωσης. Ως, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην εμπιστευτική έκθεση που ετοιμάστηκε κατά τη μελέτη της αίτησης, το ακίνητο με αρ. εγγραφής Α.58 είναι δύσκολο να πωληθεί λόγω του ότι υπάρχουν συνιδιοκτήτες που δεν συνεργάζονται, στο δε έτερο ακίνητο και στο συνορεύον ακίνητο ήταν κτισμένες οι κατοικίες της κας Αναστασίου και της αδελφής της που δικαιούνταν σε ½ των δύο ακινήτων έκαστη (σελ. 1 και 4 της Έκθεσης - μέρος του Τεκμηρίου 1). Μετά πάροδο ετών έγινε νέα έρευνα σε σχέση με την ακίνητη περιουσία που ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Έλλης Αναστασίου, και λήφθηκε από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας νέο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 28.7.2003 (Τεκμήριο 3). Όπως προέκυψε μετά από την εν λόγω έρευνα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας η μητέρα των Εναγομένων και ενώ ήταν λήπτρια δημοσίου βοηθήματος, μεταβίβασε στις 7.4.2000 ένα οικόπεδο στην Έγκωμη δυνάμει δωρεάς στο γιο της εναγόμενο 2, του οποίου η αξία, κατά το έτος 2000, υπολογίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.18.000 (€30.754,83) και στις 10.1.2003 μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς την οικία στην οποία διέμενε στην περιοχή του Παρισσινού στο γιο της εναγόμενο 1, της οποίας η αξία, κατά το έτος 2007, υπολογίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.90.000 (€153.774,13).[4] (Τεκμήριο 5). Η Έλλη Αναστασίου δεν ενημέρωσε τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για τις πιο πάνω μεταβιβάσεις των δύο ακινήτων στα παιδιά της, και συνέχισε να λαμβάνει δημόσιο βοήθημα. Αφού διαπιστώθηκαν οι πιο πάνω μεταβιβάσεις, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αποφάσισαν τη διακοπή του δημοσίου βοηθήματος από 1.8.2003 (Τεκμήριο 6). Στην Αναθεωρητική Έκθεση Δημοσίου Βοηθήματος αναφέρεται ότι θα διερευνηθεί αν προκύπτει θέμα υπερπληρωμής. Το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 2 πωλήθηκε ακολούθως από αυτόν σε τρίτο πρόσωπο περί την 20.8.2001 για το ποσό των Λ.Κ.15.000 (Τεκμήρια 52 και 53). Μεταξύ Απριλίου του 2000 και Ιουλίου του 2003 καταβλήθηκαν στην Έλλη Αναστασίου τα εξής ποσά ως δημόσιο βοήθημα: Για το έτος 2000 καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.145 κάθε μήνα για τους μήνες Απρίλιο έως Νοέμβριο, αμφοτέρων περιλαμβανομένων (Τεκμήρια 11 - 18) και το ποσό των Λ.Κ.303 για το μήνα Δεκέμβριο (Τεκμήριο 19). Για το έτος 2001 καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.145 κάθε μήνα για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Απρίλιο (Τεκμήρια 20, 21 και 23), το ποσό των Λ.Κ.170 για το μήνα Μάρτιο, το ποσό των Λ.Κ.230 για το μήνα Μάιο (Τεκμήριο 24), το ποσό των Λ.Κ.150 κάθε μήνα για τους μήνες Ιούνιο με Οκτώβριο, αμφοτέρων περιλαμβανομένων (Τεκμήρια 25 - 29), το ποσό των Λ.Κ.190 για το μήνα Νοέμβριο (Τεκμήριο 30) και το ποσό των Λ.Κ.298 για το μήνα Δεκέμβριο (Τεκμήριο 31). Για το έτος 2002 καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.175 κάθε μήνα για τους μήνες Ιανουάριο έως Μάρτιο, αμφοτέρων περιλαμβανομένων (Τεκμήρια 32 - 34), το ποσό των Λ.Κ.227 για το μήνα Απρίλιο (Τεκμήριο 35), το ποσό των Λ.Κ.202 για κάθε ένα από τους μήνες Μάιο έως Οκτώβριο, αμφοτέρων περιλαμβανομένων (Τεκμήρια 36, 38 - 42), το ποσό των Λ.Κ.242 για το μήνα Νοέμβριο (Τεκμήριο 43) και το ποσό των Λ.Κ.352 για το μήνα Δεκέμβριο (Τεκμήριο 44). Για το έτος 2003 καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.227 κάθε μήνα για τους μήνες Ιανουάριο έως Μάρτιο, αμφοτέρων περιλαμβανομένων (Τεκμήρια 45 - 47), το ποσό των Λ.Κ.328,60 για το μήνα Μάιο (Τεκμήριο 49), το ποσό των Λ.Κ.89,30 για το μήνα Ιούνιο (Τεκμήριο 50) και το ποσό των Λ.Κ.85,79 για το μήνα Ιούλιο (Τεκμήριο 51). Σύνολο Λ.Κ.7.278,69 (€12.436,38[5]). Ο εναγόμενος 1 κατέβαλε το ποσό των €1.226 έναντι του ποσού της υπερπληρωμής που υπολογίστηκε ότι του αντιστοιχούσε, βάσει της ημερομηνίας που του μεταβιβάστηκε ακίνητη περιουσία από τη μητέρα του, ήτοι από την 10.1.2003 και η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του. Ο εναγόμενος 2 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Νομική πτυχή Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντος, η παράλειψη της Έλλης Αναστασίου να ενημερώσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για τις μεταβιβάσεις ακινήτων προς τα παιδιά της, εναγόμενους 1 και 2, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κατάσταση υπερπληρωμής δημοσίου βοηθήματος για την περίοδο από 1.4.2000 μέχρι 31.7.2003, η οποία διεκδικείται από τους εναγόμενους με βάση το άρθρο 13
(3)του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 1991, Ν.8/91. Συμφωνώ, κατ' αρχάς, με την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντος ότι η αξίωση θα πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 13 του Νόμου 8/91 το οποίο ήταν σε ισχύ όταν δημιουργήθηκε, κατά τον ενάγοντα, η υποχρέωση του εναγόμενου 2 να επιστρέψει το ποσό του δημοσίου βοηθήματος που καταβλήθηκε στη μητέρα του. Η κατάργηση του εν λόγω Νόμου στις 1.1.2006 (βλ. άρθρα 30 και 31[6] του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 2006, Ν.95(Ι)/2006)δεν επηρεάζει, σύμφωνα με το άρθρο 30
(2)του Νόμου 95(Ι)/2006 «οποιαδήποτε δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί ή υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί» με βάση το Νόμο 8/91. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Νόμου 8/91 που ο ενάγων επικαλείται προς θεμελίωση της απαίτησης του και ως βάση της αγωγής του: «13.—
(1)Ο καθένας οφείλει να επιστρέψει στο Διευθυντή οποιοδήποτε ποσό δημόσιου βοηθήματος που λήφθηκε από αυτόν ως συνέπεια παράλειψης να αποκαλύψει ή που δήλωσε με ανακρίβεια ουσιώδες γεγονός, ανεξάρτητα αν η τέτοια παράλειψη ή δήλωση ήταν δόλια ή όχι.
(2)Χωρίς να αποκλείεται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, οποιοδήποτε ποσό το οποίο πρέπει να επιστραφεί δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού δύναται να ανακτηθεί από το Διευθυντή με κρατήσεις από τη βοήθεια, που τυχόν καταβάλλεται δυνάμει του Νόμου αυτού.
(3)Κάθε δωρεοδόχος ευθύνεται για την απόδοση του ποσού του δημόσιου βοηθήματος που καταβλήθηκε στο λήπτη αν ο τελευταίος, μετά τη θέσπιση του παρόντος Νόμου, είχε μεταβιβάσει ή εκχωρήσει στον εν λόγω δωρεοδόχο οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ως συνέπεια της μεταβίβασης ή εκχώρησης της οποίας ο λήπτης περιήλθε σε κατάσταση που ικανοποιούσε τους όρους παροχής δημόσιου βοηθήματος: Νοείται ότι το ολικό ποσό των χρημάτων που θα επιστραφούν δε θα υπερβαίνει την εμπορική αξία της εν λόγω περιουσίας κατά το χρόνο που έγινε η μεταβίβαση ή εκχώρησή της.» Το εδάφιο
(1)του άρθρου 13 δεν είναι, κρίνω, σχετικό, καθότι σχετίζεται με την επιστροφή χρημάτων από τον ίδιο το λήπτη του δημοσίου βοηθήματος, εξ' ου και το εδάφιο
(2)του άρθρου 13 δίδει εξουσία στο Διευθυντή τoυ Τμήματoς Υπηρεσιώv Κoιvωvικής Ευημερίας να ανακτήσει το ποσό με κρατήσεις από τη βοήθεια που τυχόν καταβάλλεται. Στην παρούσα περίπτωση λήπτης του δημοσίου βοηθήματος δεν ήταν ο εναγόμενος 2, αλλά η μητέρα του. Το λεκτικό του εδαφίου
(3)του άρθρου 13, στο οποίο ο ενάγων βασίζεται, είναι καθαρό και καλύπτει, κατά την κρίση μου, τις περιπτώσεις όπου πρόσωπο αποξενώνει την περιουσία που κατέχει και περιέρχεται, ένεκα της αποξένωσης αυτής, σε κατάσταση που ικανοποιεί τους όρους παροχής του βοηθήματος («ως συνέπεια της μεταβίβασης ή εκχώρησης της οποίας ο λήπτης περιήλθε σε κατάσταση που ικανοποιούσε τους όρους παροχής δημόσιου βοηθήματος»), οπότε ο δωρεοδόχος καθίσταται υπεύθυνος να επιστρέψει το ποσό που καταβλήθηκε στο λήπτη. Είναι, συνεπώς, η κρίση μου ότι το άρθρο 13
(3)του Νόμου 8/91 δεν καλύπτει την παρούσα περίπτωση, αφού η Έλλη Αναστασίου δεν περιήλθε σε κατάσταση που ικανοποιούσε τους όρους παροχής δημοσίου βοηθήματος ένεκα της μεταβίβασης του ακινήτου προς τον εναγόμενο 2 το 2000, αφού ήταν λήπτρια δημοσίου βοηθήματος πολύ πριν την εν λόγω μεταβίβαση, και συγκεκριμένα από το 1986. Συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου 2 ότι αυτό που ο νομοθέτης σκόπευε, ήταν να προστατεύσει το δημόσιο από μεταβιβάσεις που γίνονταν σε τρίτα πρόσωπα, έτσι ώστε ο αιτητής δημοσίου βοηθήματος να μην έχει περιουσία στο όνομα του, και να καταστεί δικαιούχος δημοσίου βοηθήματος. Δεν είναι δε χωρίς σημασία το ότι στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η μητέρα του εναγόμενου 2 παρέλειψε να δηλώσει στην αίτηση της για παροχή δημοσίου βοηθήματος τις μεταβιβάσεις που έγιναν,[7] ισχυρισμός που δεν προωθήθηκε στην ακρόαση και ο οποίος, ως η κα Δημητρίου αναφέρει στην αγόρευση της, εκ παραδρομής περιλήφθηκε στην Έκθεση Απαίτησης. Η περίληψη, όμως, του ισχυρισμού αυτού, ήταν που πιθανότατα οδήγησε τον ενάγοντα εξ αρχής στην εσφαλμένη εντύπωση ότι τυγχάνει στην παρούσα περίπτωση εφαρμογής το άρθρο 13
(3)του Νόμου, επειδή αν όντως είχε προηγηθεί η μεταβίβαση της υποβολής της αίτησης αλλά δεν αποκαλύφθηκε, τότε πράγματι η περίπτωση θα ενέπιπτε ενδεχομένως στο άρθρο 13
(3)του Νόμου 8/91. Ούτε η παραπομπή στο άρθρο 3
(2)(στ) του Νόμου 8/91 μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να μεταβάλει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα. Στο εν λόγω άρθρο προβλέπεται ότι: «
(2)Δημόσιο βοήθημα δεν παρέχεται— (στ) αν ο αιτητής, εκτός από την οικία στην οποία δυνατό να διαμένει, κατέχει κινητή ή ακίνητη περιουσία την οποία παραλείπει να αναπτύξει ή εκμεταλλευθεί, (εφόσο τούτο είναι εφικτό) με τρόπο ο οποίος θα μπορούσε να αυξήσει το εισόδημά του ή να βελτιώσει τους οικονομικούς του πόρους ή να τον καταστήσει αυτοσυντήρητο.» Έχει δίκαιο, βεβαίως, η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντος ότι η περιουσιακή κατάσταση ενός αιτητή αποτελεί ουσιώδες γεγονός ως προς το κατά πόσο πρόσωπο δικαιούται σε λήψη δημοσίου βοηθήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το γεγονός ότι η μητέρα του εναγόμενου 2 είχε ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματι της πέραν της κατοικίας στην οποία διέμενε, ήταν εις γνώση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας όταν ενέκριναν την αίτηση της, οι οποίες έκριναν, για τους λόγους που καταγράφονται στην εμπιστευτική έκθεση που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1 και αναφέρθηκαν πιο πάνω, ότι η εν λόγω ακίνητη περιουσία δεν μπορούσε να τύχει εκμετάλλευσης για σκοπούς διαβίωσης. Μετά δε την αποκάλυψη των μεταβιβάσεων, το δημόσιο βοήθημα διεκόπη. Για τους πιο πάνω λόγους, είναι η κρίση μου ότι ο ενάγων δεν δικαιούται στο ποσό που διεκδικεί με την παρούσα αγωγή, καθότι το άρθρο 13
(3)του Νόμου 8/91 δεν του επιτρέπει να διεκδικήσει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, οποιοδήποτε ποσό από τον εναγόμενο 2, αφού δεν είναι συνεπεία της μεταβίβασης που έγινε σε αυτόν από τη μητέρα του, που η μητέρα του περιήλθε σε κατάσταση που ικανοποιούσε τους όρους παροχής δημοσίου βοηθήματος. Στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αγωγής, κατατέθηκε από το ΜΕ1, χωρίς ένσταση από το συνήγορο του εναγόμενου 2 και με επιφύλαξη αντεξέτασης σε σχέση με το περιεχόμενο αυτής, επιστολή ημερ. 18.5.2007 (Τεκμήριο 9) η οποία εστάλη προς τους εναγόμενους 1 και 2 από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας με την οποία τους γνωστοποιείτο η υποχρέωση τους να επιστρέψουν το ποσό των Λ.Κ.7.530,69 που αποτελεί υπερπληρωμή που δημιουργήθηκε από τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας από τη μητέρα τους. Με έχει προβληματίσει η φύση της εν λόγω απόφασης και το κατά πόσο η απαίτηση του ενάγοντος θα μπορούσε να πετύχει επί έτερης βάσης, σε περίπτωση που με την εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους διοικητική πράξη αναγόμενη στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Έχω καταλήξει, όμως, ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί, για τους λόγους που θα εξηγήσω. Κατ' αρχάς, ουδεμία αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης στην ύπαρξη ή την κοινοποίηση της ως άνω επιστολής στους εναγόμενους, και, σύμφωνα και με τη νομολογία που παρέθεσα στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΕ2, μαρτυρία δεν καθίσταται αποδεκτή απλά και μόνο επειδή εισήχθη στη δίκη χωρίς ένσταση. Πέραν τούτου, είναι γνωστή η σημασία των δικογράφων στην πολιτική δίκη. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής.» Στα δικόγραφα πρέπει να περιέχονται όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θεμελιώνουν την αιτία αγωγής ή την υπεράσπιση (Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530, 535). Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685, στη σελ. 689 το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε τη φράση «material facts» που απαντάται στη Δ.19 Θ.4 των Θεσμών, με αναφορά στην αγγλική απόφαση Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one "material" fact is omitted, the statement of claim is bad.» Στην προκειμένη περίπτωση, ως προανέφερα, στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται αναφορά στο ότι εστάλη η επιστολή της 18.5.2007 στους εναγόμενους, αφού το μόνο που αναφέρεται είναι ότι η παράλειψη της μητέρας των εναγομένων να αναφέρει τις μεταβιβάσεις στις οποίες προέβη, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία υπερπληρωμής, η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 13
(3)του Νόμου 8/91. Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, να παρασχεθεί θεραπεία στον ενάγοντα, επί της προαναφερθείσας βάσης, καθότι ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος απουσιάζουν από την Έκθεση Απαίτησης του. Το ότι η παράλειψη αναφοράς στην κοινοποίηση της απόφασης στους εναγόμενους είναι ουσιαστική, διαφαίνεται και από το γεγονός ότι ουδεμία αναφορά υπάρχει στην Υπεράσπιση του εναγόμενου 2 επί του θέματος αυτού, στον οποίο δεν δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του πιο πάνω ουσιαστικού ζητήματος στην Υπεράσπιση του (υπόθεση Παπαγεωργίου, ανωτέρω), καθώς και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στη μαρτυρία του σε σχέση με το θέμα αυτό, αφού η μαρτυρία του περιορίστηκε στα ζητήματα που προέκυπταν ως επίδικα από τα δικόγραφα. Ούτε και θα μπορούσε να αποδοθεί θεραπεία στη βάση των αρχών της Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjan
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, καθότι δεν πρόκειται για περίπτωση όπου τα δικογραφημένα γεγονότα δικαιολογούν την παροχή θεραπείας που δεν ζητείται, αλλά για περίπτωση όπου τα αναγκαία γεγονότα που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την παροχή θεραπείας δεν δικογραφούνται (Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 661, 667, Σάουρος κ.α. ν. Φιλίππου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 203, 210). Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 2 και εναντίον του ενάγοντος, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Επιφύλαξη του άρθρου 13
(3)του Νόμου 8/91 και άρθρο 13
(4)του Νόμου 95(Ι)/2006. [2] Επιφύλαξη του άρθρου 13
(3)του Νόμου 95(Ι)/
  1. [3] Ο πιο πάνω ισχυρισμός του ενάγοντος στην παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται παραδεκτός από τον εναγόμενο 2 στην παρ. 2 της Υπεράσπισης του. [4] Ο πιο πάνω ισχυρισμός του ενάγοντος στην παρ. 3 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται παραδεκτός από τον εναγόμενο 2 στην παρ. 2 της Υπεράσπισης του. [5] Ο υπολογισμός σε ευρώ έγινε με βάση την αμετάκλητη συναλλαγματική ισοτιμία όπως αυτή καθορίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρίθ. 2866/98 του Συμβουλίου της 31ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τις τιμές μετατροπής του ευρώ και των νομισμάτων των κρατών μελών που υιοθετούν το ευρώ, δηλαδή 1 Ευρώ ισούται με 0,585274 Λίρες Κύπρου. Σχετικό είναι το άρθρο 20 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου, Ν. 33(Ι)/2007, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 77(Ι)/
  2. [6] «30.-
(1)Από την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ ο παρών Νόμος, οι περί Δημόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμοι του 1991 μέχρι 2003 καταργούνται.
(2)Οποιαδήποτε δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί ή υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί από τους καταργηθέντες με βάση το εδάφιο
(1)Νόμους, δεν επηρεάζονται από την εν λόγω κατάργηση.
(3)......... 31. Ο παρών Νόμος λογίζεται ότι τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2006.» [7] Παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.