ΧΡΙΣΤΑΚΗ Ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑ, Αρ. Αγωγής: 4001/10, 13/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A495 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4001/10 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΑΚΗ Ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ενάγοντα και ΜΑΡΙΟΥ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑ Εναγομένου --------------------- 13 Σεπτεμβρίου 2016 Για τον ενάγοντα: κα Ηλιοφώτου Για τον εναγόμενο: κος Πετράκης ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της επίδικης αγωγής είναι η συνήθης, πλέον, αξίωση δια είσπραξη δικηγορικών εξόδων. Διευκρινίζω ότι με αυτό δεν αποφαίνομαι ότι υφίσταται τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα, εφόσον η υπεράσπιση διατείνεται πως ο ενάγων όφειλε να ψηφίσει τα έξοδα που δικαιούταν και όχι να καταχωρίσει αγωγή. Συνεπώς αυτή η πτυχή του ζητήματος εξετάζεται πιο κάτω. Για την ώρα τονίζω μόνο ότι εσχάτως αυξήθηκε η συχνότητα καταχώρισης αγωγών από δικηγόρους, οι οποίες σκοπό έχουν την είσπραξη δικηγορικών εξόδων που προκλήθηκαν σε προγενέστερη διαδικασία. Αυτό και μόνο αναδεικνύει πρόβλημα καθ' ότι συνιστά πολλαπλασιασμό των υποθέσεων και βεβαίως των εξόδων. Ταπεινή μου γνώμη είναι ότι η διαπίστωση αυτή οφείλει να προβληματίσει τους αρμοδίους και πρωτίστως τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. Επανέρχομαι όμως σε αυτό που αφορά η επίδικη αγωγή. Τα πρακτικά της διαδικασίας φανερώνουν ότι παρέλκει ουσιαστικός λόγος σύνοψης των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, εφόσον τα πραγματικά γεγονότα είναι, στην πλειοψηφία τους, είτε παραδεχτά είτε αναμφισβήτητα. Προτού συνοψίσω τούτα τα γεγονότα παρεμβάλλω ότι περιορισμένη είναι η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Δύο είναι όλοι και όλοι οι μάρτυρες που κλήθηκαν, ένας για κάθε πλευρά. Πρώτος κλήθηκε ο ενάγων, ενώ ακολούθησε ο εναγόμενος. Από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας διαπιστώνεται ότι τα ακόλουθα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Ο ενάγων είναι δικηγόρος με πολυετή πείρα. Κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή το 2005, έλαβε οδηγίες από τον εναγόμενο να τον εκπροσωπήσει στην αίτηση 92/05 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (στη συνέχεια η αίτηση ή η διαδικασία). Η εν λόγω αίτηση, δηλαδή η αίτηση 92/05, είναι αντιληπτό ότι αφορούσε αίτημα διατροφής και στρεφόταν εναντίον του εναγομένου. Συνεπώς, αποτελεί κοινό τόπο ότι ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες στον ενάγοντα να τον υπερασπιστεί στη σχετική διαδικασία. Μάλιστα το γεγονός ότι δόθηκαν συναφείς οδηγίες δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός (βλ. δήλωση συνηγόρου υπεράσπισης, ημερομηνίας 25.05.2016). Το δε τεκμήριο 1 στο δικαστήριο είναι έντυπο που ο εναγόμενος απέστειλε στον ενάγοντα και φανερώνει τις οδηγίες που του ανέθεσε, εφόσον το περιεχόμενο τούτου φαίνεται να σχολιάζει αίτηση και ένορκη δήλωση, ενώ ως θέμα αναφέρει «Διατροφή». Επιπλέον, αναμφισβήτητο είναι ότι ο εναγόμενος χορήγησε τον ενάγοντα με έντυπο διορισμού δικηγόρου. Πιστό αντίγραφο τούτου είναι το τεκμήριο 3 στο δικαστήριο. Σε αυτό το στάδιο επισημαίνεται ότι η σημασία του τεκμηρίου 3 εντοπίζεται όχι τόσο στο ότι δόθηκαν οδηγίες εκπροσώπησης, πράγμα που όπως έχει ήδη υποδειχθεί δεν αμφισβητείται, αλλά στο γεγονός ότι στο διοριστήριο αναφέρεται πως η αμοιβή του ενάγοντα συμφωνήθηκε να ακολουθήσει τους δικαστικούς θεσμούς. Η δικανική εμβέλεια της συμφωνίας των διαδίκων εξετάζεται πιο κάτω. Για την ώρα υποδεικνύεται ότι γεγονός είναι πως ο εναγόμενος μονόγραψε το σημείο του διοριστηρίου όπου αναφέρεται ότι· «Δεν έχω κάμει οιανδήποτε ρητήν συμφωνίαν μετά του εν λόγω δικηγόρου σχετικώς προς την αμοιβήν του αλλά θα πληρώσω αυτόν συμφώνως προς τας κλίμακας των Δικαστικών θεσμών» Τώρα, ο εναγόμενος δήλωσε πως δεν ενθυμάται πότε ολοκληρώθηκε η διαδικασία της αίτησης διατροφής. Εν τούτοις εφόσον δεν αμφισβητήθηκε ο ενάγων ότι η αίτηση απεσύρθη την 29.11.2005, καταλήγω ότι αυτή ήταν η εξέλιξη τούτης. Δέχομαι λοιπόν ότι η αίτηση απεσύρθη την 29.11.2005, διαπίστωση η οποία συνιστά απόρροια της αναμφισβήτητης μαρτυρίας του ενάγοντα (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, 1540). Περαιτέρω, οι δύο πλευρές δέχονται ότι και μετά την απόσυρση της αίτησης 92/05, ο ενάγων συνέχισε να εκπροσωπεί τον εναγόμενο σε άλλες υποθέσεις. Επί του προκειμένου η μόνη διαφορά τούτων έγκειται στο ότι ο ενάγων δηλώνει πως εκπροσωπούσε τον εναγόμενο μέχρι και το 2008, ενώ ο τελευταίος υποστηρίζει ότι ήταν μέχρι το
- Όπως θα διαφανεί πιο κάτω, ανούσια είναι η διαφορά του ενός έτους. Σημασία έχει ότι και οι δύο πλευρές δέχονται πως μετά την απόσυρση της αίτησης, που τούτο έγινε την 29.11.2005, ο ενάγων συνέχισε να εκπροσωπεί τον εναγόμενο για άλλα δύο έτη, τουλάχιστον. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδεχτά και/ή αναμφισβήτητα γεγονότα. Ως εκ τούτου, υιοθετούνται και καθίστανται ευρήματα δικαστηρίου. Ας δούμε τώρα τι είναι αυτό που ενάγων και εναγόμενος ανέφεραν στο δικαστήριο. Ο ενάγων ανέφερε τις ενέργειες που έκανε σε σχέση με την αίτηση, δηλαδή τις συναντήσεις που είχε με τον εναγόμενο εκτός δικαστηρίου και τις εμφανίσεις που είχε στο δικαστήριο. Αφετέρου ήταν η θέση του ότι την 29.11.2005, δηλαδή ημερομηνία που απεσύρθη η αίτηση, εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Κατ' εκείνο το χρόνο παρών ήταν και ο εναγόμενος, καθώς επίσης και οι αντίδικοι, εν προκειμένω αιτήτρια και δικηγόρος αιτήτριας. Παρουσία των διαδίκων της αίτησης διατροφής, ανέφερε ο ενάγων, συζητήθηκε η αίτηση και συμφωνήθηκε να αποσυρθεί. Για δε τα έξοδα τούτης, συμφωνήθηκε όπως η κάθε πλευρά αναλάβει τα έξοδα του δικηγόρου της. Άμα την απόσυρση της αίτησης, υποστήριξε ο ενάγων, ανέφερε στον εναγόμενο ότι τα έξοδα του ανέρχονται σε £300 και ο τελευταίος συμφώνησε να καταβάλει το ποσό αυτό. Ο χρόνος κυλούσε και η συνεργασία των διαδίκων συνεχιζόταν σε σχέση με άλλες υποθέσεις, μέχρι που το 2008 ο εναγόμενος του ανέφερε ότι αδυνατούσε οικονομικά να συνεχίσει να καταβάλλει έξοδα σε δικηγόρο και γι' αυτό ζήτησε το σύνολο των φακέλων του από τον ενάγοντα. Ακόμη και τότε, ανέφερε ο ενάγων, επαναβεβαιώθηκε από τον εναγόμενο η υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των £
- Συνεπώς, ανέφερε ο ενάγων, το επίδικο ποσό αξιώνεται δυνάμει συμφωνίας και όχι βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στον αντίποδα ο εναγόμενος υποστήριξε ότι ο ενάγων ήταν δικηγόρος του σε διάφορες υποθέσεις μέχρι και το
- Μια εξ αυτών ήταν και η επίδικη αίτηση διατροφής. Δεν ενθυμείτο πότε και τίνι τρόπω ολοκληρώθηκε η αίτηση, ήταν όμως η θέση του ότι το 2007 απάλλαξε τον ενάγοντα από τα καθήκοντά του και ο λόγος ήταν επειδή διαφωνούσε με το χειρισμό των υποθέσεων. Αρνήθηκε ότι οι διάδικοι προέβησαν σε οιανδήποτε νέα συμφωνία, εν προκειμένω ότι συμφώνησαν το ποσό των £300 και περαιτέρω, αρνήθηκε ότι ανέλαβε να πληρώσει το εν λόγω ποσό. Υποστήριξε δε ότι κάλεσε τον ενάγοντα να ψηφίσει τα έξοδά του και προς τούτο παρουσίασε τα τεκμήρια 4 και
- Μάλιστα ήταν η θέση του ότι το τεκμήριο 5 είναι επιστολή που έστειλε στον πρωτοκολλητή και ζητούσε επιψήφιση των εξόδων του ενάγοντα σε σχέση με αυτήν ακριβώς την υπόθεση. Τώρα, προτού υπεισέλθω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, κρίνω ότι επιβάλλεται να αποφανθώ δια ένα θέμα που έθεσε η υπεράσπιση, εφόσον εάν η σχετική εισήγηση ήθελε υιοθετηθεί τότε μέρος της μαρτυρίας θα πρέπει να αποκλειστεί. Ας δούμε όμως ποια είναι αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου υποστήριξε ότι η μαρτυρία του ενάγοντα περί συνομολογήσεως συμφωνίας μετά του εναγομένου, δηλαδή πως η αμοιβή του για την αίτηση θα ήτο £300, είναι εξωγενής μαρτυρία (extrinsic evidence) της προηγηθείσας συμφωνίας των διαδίκων, δηλαδή του διοριστηρίου εγγράφου, τεκμήριο 3, και γι' αυτό και μόνο το λόγο το δικαστήριο οφείλει να αποκλείσει τούτο το σκέλος της μαρτυρίας του ενάγοντα. Σε αυτό το στάδιο θεωρώ δεδομένο, για χάρη διευκόλυνσης και μόνο της διερεύνησης της πιο πάνω θέσης, ότι το διοριστήριο έγγραφο (τεκμήριο 3), συνιστά συμφωνία. Με αυτό λοιπόν ως δεδομένο επιτρέπεται πλέον να τεθεί το ερώτημα κατά πόσο η μαρτυρία του ενάγοντα είναι εξωγενής του τεκμηρίου 3, δηλαδή της συμφωνίας δυνάμει της οποίας διορίστηκε συνήγορος του εναγομένου. Περιττό βεβαίως να αναφερθεί ότι αν ήθελε κριθεί τέτοια, ήτοι εξωγενής της προηγηθείσας συμφωνίας, και επιπλέον ότι δεν εμπίπτει σε οιανδήποτε από τις αναγνωρισμένες εξαιρέσεις που επιτρέπουν αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας, μοιραία θα πρέπει να αποκλειστεί από το μαρτυρικό υλικό και την επικείμενη αξιολόγηση (βλ. Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ. 407, 413, Πόκουρου κ.α. ν. Κώστα
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1618, 1621 και Markentrends Finance Ltd ν. Πέρδικου κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1042). Επανέρχομαι όμως στο ζητούμενο. Είμαι της γνώμης ότι δύο αποφάσεις απαντούν το ερώτημα που έχει τεθεί. Στην υπόθεση Γερμανού ν. Κόκκαλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 788, ο Νικήτας Δ. ανέφερε τα ακόλουθα (σελίδα 793)· «Η ύπαρξη αίρεσης σαν ξεχωριστής παράλληλης συμφωνίας μπορεί να είναι αντικείμενο εξωγενούς μαρτυρίας κατ' εξαίρεση του κανόνα που εκθέσαμε. Το θέμα αναλύει σύντομα αλλά με μεστότητα ο G. D. Nokes "An introduction to Evidence" 4η έκδοση, σελ. 254, στο οποίο αναφέρεται η παλαιά υπόθεση Pym ν. Campbell [1856] 6 Ε & Β 370, που μπορεί να παραλληλιστεί με την παρούσα: "Condition precedent. It may be shown that a document has never come into effect. When the court holds that there is a concluded contract, no evidence to contradict its terms is admissible on this ground But extrinsic evidence is admissible to show that a deed was delivered as an escrow, or that the operation of any apparent agreement was subject to a condition precedent." Βλέπε επίσης "Chitty on Contracts" τόμος 1ος, 24η έκδοση, παράγραφοι 753 και 808 στις σελίδες 413 και 440 αντίστοιχα.» (ο τονισμός δικός μου) Περαιτέρω, στην παλαιά υπόθεση Christofides v. Moustafa Ahmet, 18 C.L.R 1, αναφέρθηκε πως (σελ. 3)· «It is said in the text books that in the application of equitable remedies for the rectification or cancellation of documents extrinsic evidence is more freely admitted.» Είμαι της γνώμης ότι τα πιο πάνω βρίσκονται σε αρμονία με τη λογική και το δίκαιο του πράγματος και απαντούν αρνητικά το ερώτημα που έχει τεθεί. Η σχετική πτυχή της μαρτυρίας του ενάγοντα δεν είναι και ούτε μπορεί να είναι εξωγενής. Αυτό γιατί η εν λόγω μαρτυρία δεν επιχειρεί να εξηγήσει και δη να διαφοροποιήσει τους όρους της προηγηθείσας συμφωνίας (τεκμήριο 3). Η εν λόγω μαρτυρία έρχεται να προσθέσει νέο γεγονός, εν προκειμένω τη συνομολόγηση νέας συμφωνίας. Αν αυτό εθεωρείτο εξωγενής μαρτυρία, τότε τα άρθρα 62 (Συνέπειες ανανέωσης, υπαναχώρησης και τροποποίησης της σύμβασης) και 63 (O δανειστής δύναται να ανταλλάξει τον οφειλέτη ή να παραιτηθεί από την αξίωσή του για εκπλήρωση) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, θα ήτο ανούσια και ανεφάρμοστα, εφόσον ουδεμία άλλη συλλογή γεγονότων, παρά μόνο ανάλογη με αυτή του ενάγοντα, θα μπορούσε να τα υποστηρίξει. Εν τούτοις τίποτα τέτοιο αναφέρθηκε στις υποθέσεις Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Πολυδωρίδη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 68, Τράπεζα Κύπρου κ.α ν. Coudounaris Food Products Ltd κ.α.
(1995)1Α Α.Α.Δ. 641 και Κακουλλής κ.α. ν. M.M.T Wash & Go Car Limited
(2005)1Α Α.Α.Δ. 339, οι οποίες αποφασίστηκαν στη βάση των άρθρων 62 και 63 του Κεφ. 149. Συνοψίζοντας καταλήγω ότι το κατά πόσο μια μαρτυρία είναι εξωγενής, έχει να κάνει με αυτή καθ' εαυτή τη συμφωνία που αφορά, φερ' ειπείν ότι επεξηγά, προσθέτει ή αφαιρεί από τους όρους της συμφωνίας και όχι με το κατά πόσο οι διάδικοι επέλεξαν να τροποποιήσουν ή ακυρώσουν τη συμφωνία τους μέσω νέας συμφωνίας, όπως είναι εδώ ο ισχυρισμός του ενάγοντα. Συνεπώς η εν λόγω μαρτυρία δεν κρίνεται εξωγενής (extrinsic) και δεν δικαιολογείται αποκλεισμός τούτης από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Με αυτά κατά νου στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία του εναγομένου δεν άφησε καλή εντύπωση. Μόνο επιπόλαια μπορεί να χαρακτηριστεί. Διέπεται εν προκειμένω από αοριστία και ασάφεια, ενώ το μόνο δια το οποίο διακρίνεται είναι η αναιτιολόγητη και ατεκμηρίωτη εμμονή του εναγομένου ότι ουδεμία συμφωνία συνομολογήθηκε και ότι εξόφλησε τον ενάγοντα. Μάλιστα τα πιο πάνω, χαρακτηρισμοί που άπτονται του περιεχομένου της μαρτυρίας του εναγομένου, ανταποκρίνονται πλήρως στην πολύ άσχημη εικόνα που άφησαν και τα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυρίας τούτου. Στον αντίποδα η μαρτυρία του ενάγοντα εδράζεται στη λογική και αποκαλύπτεται τεκμηριωμένη, ενώ ο ίδιος παρουσιάστηκε πρόθυμος να απαντήσει πλείστες τόσες ερωτήσεις που του τέθηκαν. Για του λόγου το ασφαλές των πιο πάνω υποδεικνύω ότι ο εναγόμενος δεν ενθυμάτο πότε ακριβώς έληξε η συνεργασία των διαδίκων. Εν τούτοις δέχεται ότι μετά την ολοκλήρωση της επίδικης διαδικασίας ο ενάγων συνέχισε να τον εκπροσωπεί σε άλλες υποθέσεις. Εδώ όμως είναι που εντοπίζω ψεύδος και επιτηδειότητα, εφόσον ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να πει οτιδήποτε για τον τερματισμό της συνεργασίας και δη σε σχέση με τις υποχρεώσεις του στην προηγηθείσα και ολοκληρωθείσα διαδικασία, δηλαδή την αίτηση 92/05. Μόνιμη επωδός του εναγομένου είναι πως αιτία τερματισμού της συνεργασίας των διαδίκων δεν είναι τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, αλλά δυσαρέσκεια δια το χειρισμό των υποθέσεων. Ποια όμως ήταν τούτη η δυσαρέσκεια δεν είναι σε θέση να αναφέρει και επικαλείται λήθη λόγω του χρόνου που διέρρευσε. Είμαι της γνώμης πως η πιο πάνω θέση του εναγομένου είναι σαθρή και δεν στέκει στη λογική. Αφενός δεν νοείται λήθη για κάτι που στο τέλος της ημέρας οδήγησε τους διαδίκους στο δικαστήριο. Αν ο εναγόμενος δεν ήταν ικανοποιημένος από τις υπηρεσίες του ενάγοντα και γι' αυτό ζήτησε τον τερματισμό τους, θα ήταν σήμερα σε θέση να αναφέρει τι ήταν εκείνο που τον ενόχλησε. Από την άλλη η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος επικαλέστηκε οικονομικά προβλήματα, υποστηρίζεται, εμμέσως, εφόσον και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι επιταγές που ο εναγόμενος έδωσε στον ενάγοντα, δεν εξαργυρώθηκαν και ακολούθησε ποινική υπόθεση. Εν πάση όμως περιπτώσει, άλλος είναι ο ουσιαστικός λόγος δια τον οποίο απορρίπτεται η θέση του εναγομένου ότι δεν ήταν ικανοποιημένος από τις προσφερθείσες υπηρεσίες· η επίδικη διαδικασία - αίτηση 92/05 - αποπερατώθηκε πλήρως, εφόσον τα μέρη συμφωνούν ότι εν τέλει απεσύρθη. Συνεπώς δια αυτή την περίπτωση ο εναγόμενος δεν δικαιολογείται να ισχυρίζεται πως η συνεργασία των διαδίκων διεκόπη λόγω του ότι δεν ήταν ικανοποιημένος από τις υπηρεσίες του ενάγοντα. Ό,τι λοιπόν απομένει είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε διάφορα ποσά. Τίθεται ως εκ τούτου το ερώτημα, πότε έγινε τούτο, κάτω από ποιες περιστάσεις και ποια είναι η σχετική απόδειξη πληρωμής; Αμέσως απαντώ ότι η μαρτυρία του εναγομένου δεν απαντά τα πιο πάνω ερωτήματα, γεγονός που αποκαλύπτει αοριστία και ασάφεια της σχετικής θέσης. Ήταν όμως υποχρέωση του εναγομένου να αποδείξει τον ειδικό ισχυρισμό που προέβαλε, εφόσον φέρει τούτο το βάρος (evidential burden), το οποίο όμως δεν κατόρθωσε να αποσείσει. Από την άλλη, πεισματικά και αστήρικτα εμμένει στη θέση ότι δεν συνομολόγησαν τη συμφωνία που ο ενάγων διατείνεται ότι συνομολόγησαν με την απόσυρση της αίτησης. Πώς όμως διευθέτησαν τα σχετικά έξοδα του ενάγοντα δεν απαντά. Επαναλαμβάνει απλώς την ατεκμηρίωτη θέση ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε διάφορα ποσά στον ενάγοντα. Δεν διστάζει μάλιστα να υποστηρίξει ότι ζήτησε από τον πρωτοκολλητή επιψήφιση των εξόδων. Λέγω δεν διστάζει εφόσον είναι φανερό ότι σε σχέση με την επίδικη αίτηση (92/05), το τεκμήριο 5 ουδεμία σχέση έχει. Συνεπώς δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι με αυτό το τεκμήριο ζήτησε επιψήφιση των εξόδων του ενάγοντα σε σχέση με την αίτηση 92/05. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του εναγομένου κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται, ενώ η μαρτυρία του ενάγοντα υποστηρίζεται από τη λογική και ως εκ τούτου υιοθετείται. Εν όψει της αξιόπιστης μαρτυρίας καταλήγω ότι άμα την απόσυρση της αίτησης 92/05 οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ο εναγόμενος θα κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των £300, ως αμοιβή δια τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην ίδια αίτηση. Ο εναγόμενος δεν κατέβαλε το εν λόγω ποσό στον ενάγοντα. Τέλος, ουδεμία μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου θέλει οιονδήποτε των διαδίκων να αιτείται επιψήφιση των δικηγορικών εξόδων της αίτησης 92/05. Η υπεράσπιση όμως δεν είναι αυτά καθ' εαυτά τα ευρήματα που αμφισβητά. Η θέση της δεν εδράζεται τόσο σε πραγματικά γεγονότα, όσο σε νομικά επιχειρήματα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου υποστήριξε πως ο ενάγων δεν δικαιούταν να καταχωρίσει αγωγή. Όφειλε, λέει ο κος Πετράκη, να αποταθεί στον πρωτοκολλητή για επιψήφιση των εξόδων του και ακολούθως, αν ήθελε κριθεί υπόλοιπο, να προχωρήσει σε μέτρα εκτέλεσης εντός των πλαισίων της αίτησης. Η όλη διαδικασία διέπεται, ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος, από τη Δ.59 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Διαφορετική είναι η θέση της πλευράς του ενάγοντα που υποστήριξε ότι η βάση αγωγής δεν εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας per se, αλλά στη συμφωνία των διαδίκων μετά την απόσυρση της αίτησης διατροφής, δηλαδή ότι οι προσφερθείσες υπηρεσίες του ενάγοντα στον εναγόμενο ανέρχονται σε £300. Εφόσον αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι στην προκείμενη περίπτωση οι διάδικοι προέβησαν σε συνομολόγηση του τεκμηρίου 3, δηλαδή του διοριστηρίου εγγράφου, στο οποίο μάλιστα αναφέρεται ο τρόπος υπολογισμού των δικηγορικών εξόδων, εν προκειμένω βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επιβάλλεται να αποφασιστεί η δικανική σημασία τούτου. Εξ αρχής σημειώνω ότι η όποια καθοδήγηση αντλείται από τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς, συγκεκριμένα την Ο.65, γίνεται με πολύ περίσκεψη, εφόσον απλή και μόνο αντιπαραβολή της Δ.59 με την αγγλική Ο.65 αποκαλύπτει ότι οι πρόνοιες τους απέχουν παρασάγγας. Ελάχιστες ομολογουμένως είναι οι διατάξεις της Δ.59 που ανταποκρίνονται σε εκείνες της Ο.65. Παρ' όλα αυτά, το κοινό δίκαιο αναγνωρίζει τη σημασία του διοριστηρίου δικηγόρου, αγγλιστί retainer και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, παράγραφος 84· «Meaning of retainer. The act of authorising or employing a solicitor to act on behalf of a client constitutes the solicitor's retainer by that client; consequently the giving of a retainer is equivalent to the making of a contract for the solicitor's employment, and the rights and liabilities of the parties under that contract will depend partly on any terms which they have expressly agreed, partly on the terms which the law will infer or imply in the particular circumstances with regard to matters on which nothing has been expressly agreed, and partly on such statutory provisions as are applicable to the particular contract. By the giving and acceptance of the retainer the solicitor acquires his authority to act for and bind the client, and the client becomes bound both personally as between himself and his solicitor (
- a)and as between himself and third parties with whom the solicitor deals within the limits of his authority on behalf of his client (b).» (ο τονισμός δικός μου) Συνεπώς διαπιστώνεται ότι το διοριστήριο (τεκμήριο 3) δεν είναι τίποτα άλλο από συμφωνία του δικηγόρου με τον πελάτη και καθορίζει τόσο την εξουσιοδότηση του πρώτου από το δεύτερο, όσο και την αποζημίωση δια τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες. Θα έλεγε κανείς ότι εφόσον το διοριστήριο μεριμνά δια την αποζημίωση του δικηγόρου, είτε τούτο είναι δυνάμει ειδικής συμφωνίας (special retainer) είτε βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (general retainer), η συμφωνία, δηλαδή το διοριστήριο, είναι εκείνη που δικαιολογεί την απαίτηση και δεν τίθεται θέμα επίκλησης άλλης βάσης. Αυτό γιατί η αμοιβή του δικηγόρου είναι ήδη συμφωνημένη. Αν αυτό χρειάζεται αιτιολόγηση, αρκεί να παραπέμψω στους Halsbury's, πιο πάνω, αυτή τη φορά στην παράγραφο 98 όπου αναφέρεται ότι· «Period of retainer. The general rule is that a solicitor when retained by a client undertakes to finish the business for which he is retained (o). Thus, a retainer is, speaking generally, an entire contract, that is to say, a contract to do certain business (p), to finish that business, and to be remunerated at the completion of the business; the consequence is that remuneration cannot be recovered on a quantum meruit where the solicitor withdraws without legal justification (q), nor, of course, can costs be recovered in these circumstances (r). This general rule applies to retainers to conduct or defend ordinary actions (
- s)or arbitrations (t), and to the transaction of conveyancing business remunerated by scale (u); but the rule is not an absolute one and yields to special circumstances.» Εν τούτοις τα πιο πάνω δεν δικαιολογούν συμπέρασμα ότι απαγορεύεται η διεκδίκηση δικηγορικών εξόδων μέσω αγωγής. Απλή και μόνο ανάγνωση του αγγλικού Solicitor Act του 1974, αποκαλύπτει ότι παρέχεται τέτοια ευχέρεια. Μάλιστα στους Halsbury's, πιο πάνω, στις παραγράφους 230 και 231 αναφέρεται ότι· «Time when action may be brought. A solicitor (
- r)is entitled to maintain an action for the amount proper to be allowed to him of his bill at the expiration of one month from its delivery to his client (s), or within the month if leave has been obtained (t), unless the court has already (
- u)made an order restraining him from doing so pending taxation (a). Procedure in the High Court. In the High Court the solicitor may proceed by specially endorsed writ (
- b)claiming the full amount of his bill (
- c)or of the taxed costs (d), and may apply summarily for judgment under rules of court (e). If the clients raises no defence, judgment may be given for the full amount claimed without reference to taxation (f), If, however, the client disputes the amount of the bill, the bill is referred to a taxing master for taxation, the plaintiff being given leave to sign judgment for the amount found to be due on taxation and the costs of the action (g); if it is too late to tax the bill (h), the bill may be referred to a taxing master under the general jurisdiction of the court (i).» Επίσης σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleading, σελίδες 856 μέχρι και 861. Απ' όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι το αγγλικό δίκαιο δεν απαγορεύει την έγερση αγωγής σε σχέση με δικηγορικά έξοδα. Τώρα, κάπου εδώ είναι που έγκειται και η διαφορά των μερών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου υποστηρίζει ότι στο ημεδαπό δίκαιο εκείνο που καθορίζει ό,τι σχετικό των εξόδων είναι η Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και πως αυτή δεν επιτρέπει έγερση αγωγής. Αν και η πλευρά του ενάγοντα δεν αντιτείνει κάτι άλλο, υποστηρίζει ότι η έγερση αγωγής είναι δικαίωμά της. Δεν παραγνωρίζω ότι η Δ.59 των Θεσμών διαγράφει ό,τι σχετικό της κλίμακας εξόδων που δικαιούται ο δικηγόρος, όπως και της διαδικασίας επιψήφισης τούτων. Στο μεγαλύτερο όμως μέρος καθορίζει αυτή τη διαδικασία που ακολουθείται από τον πρωτοκολλητή και μέχρις ότου η υπόθεση καταλήξει εκεί, καθώς την εξουσία του δικαστηρίου δια επιδίκαση και ενίοτε συμψηφισμό των εξόδων. Κατά τα λοιπά οι κανονισμοί που διέπουν το ζήτημα γενικά και καθ' ολοκληρία, είναι τα Advocates Rules, Chapter 3, Advocates, 27 Gaz. 788. Αυτό επιβεβαιώνεται και στο σύγγραμμα Δικηγορική Δεοντολογία, του Τάκη Ηλιάδη (βλ. σελίδες 111 μέχρι και 117). Απλή ανάγνωση των εν λόγω κανονισμών αποκαλύπτει ότι πραγματεύονται εξονυχιστικά το ζήτημα των εξόδων. Δεν χρειάζεται να παρατεθούν τούτοι ένας προς ένα ώστε να καταδειχθεί ότι δεν απαγορεύουν έγερση αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, το σχετικό ζήτημα έχει ήδη νομολογηθεί, έστω σε πρώτο βαθμό. Εν τούτοις, η άποψή μου ταυτίζεται πλήρως με όσα αναφέρθηκαν από το Ναθαναήλ Ε.Δ., ως ήταν τότε, στην αγωγή Ανδρέα Γ. Δανού ν. Άννας Στέλιου Εγγλέζου, Aρ. Aγ. 1005/92, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 26.04.1994. Λέχθηκε εκεί ότι· «Είναι γεγονός ότι με βάση τους περί Δικηγόρων Κανονισμούς που εμπεριέχονται στη Δευτερογενή Νομοθεσία, Τόμος 2ος, σελ.3, υπάρχουν πρόνοιες για ψηφισμό εξόδων από τον Πρωτοκολλητή όπως φαίνεται από τους Κανονισμούς 5-9, αλλά από το λεκτικό των Κανονισμών αυτών προκύπτει ότι τέτοια ψήφιση εξόδων γίνεται όταν ζητηθεί από τον πελάτη του δικηγόρου ή όταν ο ίδιος ο δικηγόρος καταρτίσει τέτοιο κατάλογο εξόδων που σε περίπτωση αμφισβήτησης του από τον πελάτη τότε ακολουθεί η διαδικασία της ψήφισης των εξόδων στον Πρωτοκολλητή. Δεν υπάρχει τίποτε στους Κανονισμούς των δικηγόρων που να δείχνει ότι η ψήφιση των εξόδων είναι ο μοναδικός τρόπος ανάκτησης επαγγελματικής αμοιβής και δεν ηγέρθηκε τέτοιο θέμα από τον κ. Θεμιστοκλέους. Η πρόνοια του Κανονισμού 21 δεν φαίνεται να επηρεάζει το δικαίωμα έγερσης αγωγής εφόσο χρησιμοποιείται δυνητικό λεκτικό. Αντίθετα, όταν συμφωνείται ειδική αμοιβή μεταξύ δικηγόρου - πελάτη ("special retainer") τότε με βάση τις πρόνοιες των Κανονισμών 10-12 και ιδιαίτερα του Κανονισμού 16, πρέπει να καταχωρηθεί σχετική αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο ηγέρθη η αγωγή, αποκλειόμενης οποιασδήποτε αγωγής πριν καθοριστεί από το Δικαστήριο στην προαναφερόμενη αίτηση η εγκυρότητα και λογικότητα της ειδικής αυτής συμφωνίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Χριστόδουλος Χρυσάνθου και Άρης Χ"Παναγιώτου ν. Ελευθερίου Χρυσοστόμου στην υπόθεση αρ.5347/83 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ.5.10.1987, απόφαση του κ. Μ. Φωτίου, πρ. Ε. Δ. (όπως ήταν τότε).» Απ' όλα τα πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι επί του προκειμένου το αγγλικό δίκαιο συμπίπτει με το ημεδαπό, εφόσον οι σχετικοί κανονισμοί δεν αποκλείουν την ευχέρεια έγερσης αγωγής δια είσπραξη δικηγορικών εξόδων. Με αυτό ως δεδομένο εκείνο που επιβάλλεται τώρα να εξεταστεί είναι η τυχόν επίδραση της διαπίστωσης ότι άμα την απόσυρση της αίτησης διατροφής την 29.11.2005, τα μέρη συνομολόγησαν νέα συμφωνία. Εφόσον το διοριστήριο (retainer) δεν είναι τίποτα άλλο από συμφωνία και η εφαρμογή τούτης επιτυγχάνεται είτε μέσω της διαδικασίας επιψήφισης είτε με έγερση αγωγής, και λόγω του ότι εδώ επιλέχθηκε το δεύτερο, αυτό είναι και το πλαίσιο στο οποίο θα εξεταστούν οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Έχω ήδη επικαλεστεί το άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ό,τι αναφέρει τούτο είναι πως· «Αν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύμβαση με νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύμβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση.» Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα, πιο πάνω, στη σελίδα 78, αναφέρεται ότι· «Το άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ. 149, που καθιερώνει και ρυθμίζει την αντικατάσταση (novation) στο δίκαιο των συμβάσεων, προβλέπει ότι κάθε συμφωνία συνεπαγόμενη όχι μόνο την υποκατάσταση υφιστάμενης σύμβασης με νέα αλλά και την ακύρωση ή τη μετατροπή της, απαλλάττει τους συμβαλλόμενους από την υποχρέωση εκτέλεσης της. (Βλ. Pollock & Mulla, Indian Law of Contract and Specific Relief Acts, 10th Ed., σελ. 434 κ.επ.).» Στη δε υπόθεση Τράπεζα Κύπρου, πιο πάνω, στη σελίδα 646, αναφέρεται ότι· «Νέα σύμβαση (novation) υποδηλοί τη δημιουργία μεταξύ των συμβαλλομένων ή/και άλλων, νέας σύμβασης σε αντικατάσταση της υφιστάμενης. Στο αγγλικό Σύγγραμμα Cheshire and Fifoot "Law of Contract". 7η έκδοση, σελίδα 473 (που αναφέρθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο), αναφέρονται τα ακόλουθα: "Novation is a transaction by which, with the consent of all the parties concerned, a new contract is substituted for one that has already been made. The new contract may be between the original parties, e.g. where a written agreement is later incorporated in a deed; or between different parties, e.g. where a new person is substituted for the original debtor or creditor. It is this last form, the substitution of one creditor for another, that concerns us at the moment. The effectiveness of such a substitution was concisely illustrated by Buller J.: 'Suppose A. owes B. £100.-, and B. owes C. £100.- and the three meet, and it is agreed between them that A. shall pay C. the £100.-; B.'s debt is extinguished, and C. may recover the sum against A.'". Επίσης το Αγγλικό Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 8, παράγραφος 460 (το οποίο επίσης αναφέρθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο), κάτω από τον τίτλο "Novation", αναφέρει τα εξής: "460. Meaning of novation. Novation is, in effect, a form of assignment in which, by the consent of all parties, a new contract is substituted for an existing contract. Usually, but not necessarily (o), a new person becomes party to the new contract, and some person who was party to the old contract is discharged from further liability. The introduction of a new party prevents the new contract from being a mere accord without satisfaction (p), and thus affords a defence to any action upon the old contract (q). For novation to ensue there must be not only the substitution of some other obligation for the original one, but also the intention or animus novandi (r).". Δύο βασικά σημεία προκύπτει ότι είναι απαραίτητα για τη δημιουργία νέας συμφωνίας: (α) Η ύπαρξη μιας αρχικής συμφωνίας. (β) Η διαγραφή των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, ή του ενός, στην αρχική συμφωνία και η ανάληψη των υποχρεώσεων αυτών από ένα τρίτο μέρος στη νέα συμφωνία.» Σχετικό είναι και το σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων του Πολύβιου Πολυβίου, όπου στη σελίδα 657 αναφέρεται· «Στην Κύπρο, με βάση το Νόμο, όταν τα μέρη συμφωνήσουν να αντικαταστήσουν ή να τροποποιήσουν τη σύμβασή τους, ή όπου το ένα μέρος απαλλάσσει ολικά ή μερικά το άλλο από την υποχρέωσή του για πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, η νέα διευθέτηση θεωρείται έγκυρη και δεν χρειάζεται αντιπαροχή ή αντάλλαγμα. Κατά συνέπεια, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαλλάξει τον οφειλέτη, μερικά ή ολικά, από την υποχρέωση ή οφειλή του δεύτερου ή να παρατείνει το χρόνο εκπλήρωσης της υπό κρίση υποχρέωσης ή να δεχτεί αντί αυτής οποιαδήποτε άλλη «ικανοποίηση την οποία θεωρεί προσήκουσα», χωρίς αντιπαροχή ή αντάλλαγμα. Με λίγα λόγια, οι βασικές αρχές του Αγγλικού δικαίου στο χώρο αυτό έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά ως αποτέλεσμα των σχετικών νομοθετικών προνοιών.» Στην προκείμενη περίπτωση αυτό είναι που συνέβη. Μετά την πρώτη συμφωνία, εν προκειμένω το retainer (τεκμήριο 3) και παρ' ότι εκεί τα μέρη είχαν συμφωνήσει ότι η αμοιβή του ενάγοντα θα ακολουθούσε τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, άμα την απόσυρση της αίτησης οι διάδικοι επέλεξαν να προβούν σε νέα συμφωνία (novation), δηλαδή όταν συμφώνησαν πως η αμοιβή του ενάγοντα ανέρχεται σε £300. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί τέτοια νέα συμφωνία (novation), όχι μόνο δεν αντίκειται στο δίκαιο, προβλέπεται και στο άρθρο 62 του Κεφ. 149. Εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου θέλουν τον εναγόμενο να μην έχει εξοφλήσει το συμφωνηθέν ποσό των £300 της νέας συμφωνίας, δεν μπορεί παρά να διαπιστωθεί περαιτέρω ότι η αξίωση του ενάγοντα επιτυγχάνει. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου εκδίδεται απόφαση για το ποσό των £300 (ισόποσο σε €512,58). Περαιτέρω, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου επιδικάζονται και δικηγορικά έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο