← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Green Network Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7742/2011, 23/9/2016

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Green Network Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7742/2011, 23/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A511 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7742/2011 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων Και

  1. Green Network Trading Ltd
  2. Ευθύμιου Ευθυμίου
  3. Άννας Λεβέντη
  4. Ελίνας Χαραλάμπους
  5. Βασίλη Κυπριανού
  6. Γεώργιου Ιωσήφ Εναγομένων Αίτηση Εναγομένου 6-Αιτητή ημ. 27.10.2015 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 6-Αιτητή: κ. Γ. Αδαμίδης Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Γ. Στυλιανού για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η έκδοση Διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ. 10/2/12 εναντίον του Εναγόμενου 6/Αιτητή στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, μέχρι την εκποίηση των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 0/4969,3240, 0/4454, 0/9616, 4856, 4563,4473, 4946, 4379, 4685, 4636, 0/5059, 3221, 3374, 3713, 19899, 19900, 3/1449, 2/3659, 0/8807, 0/8808, 0/9158,0/9946, 0/8196, 1/53937, 1/53928, 1/53929, 1/53930, 1/53931, 1/53932, 1/53933, 1/53934, 1/53935, 1/53936, 0/10532, 0/14105, 21625 τα οποία είναι υποθηκευμένα προς όφελος της Ενάγουσας. Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 2, 23, 53-71, 98-99 του Κεφ.6, στα Άρθρα 2, 3, 9, 10, 11 και 13 του Ν. 197(Ι)/03, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.8, 39, 40, Δ.42, θ.5, Δ.48, θθ.1-4, 8-9, Δ.59, 64 στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από Ένορκο Δήλωση του Εναγόμενου 6/Αιτητή. Σε αυτή αναφέρεται αρχικά στην απόφαση που εξεδόθη εναντίον του στις 10/2/12 για το ποσό των €250,000 πλέον τόκους 10% από 13/4/10 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τόκο 5,5% και έξοδα. Εν συνεχεία αναφέρει ότι η ανωτέρω απόφαση εξεδόθη δυνάμει Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως ακινήτου ημερ. 13/4/10 η οποία υπεγράφη από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Ευθύμιο Ευθυμίου σύμφωνα με το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 12/4/10 ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Ισχυρίζεται δε ότι εμπίπτει στον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο. Ακολουθεί στην Ένορκη δήλωση του Αιτητή η παράθεση των μέτρων εκτέλεσης που λήφθηκαν από τους Ενάγοντες, ήτοι αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής ημερ.27/12/13 και αίτηση έρευνας ημερ.8/5/14 καθώς και σε αίτηση ημερ.3/7/15 που καταχώρησε ο ίδιος για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 10/2/
  7. Αφού ισχυρίζεται ότι προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα έχουν υποθηκευτεί τα κτήματα, στοιχεία των οποίων παραθέτει αναλυτικά στην παρα. 7 της ένορκης του δήλωσης, εξαιτείται ως η Αίτηση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από τους Ενάγοντες/ Καθ ών η Αίτηση με παρόμοια νομική βάση. Οι λόγοι ένστασης που εξειδικεύονται έχουν, βασικά, ως εξής: · Η Αίτηση είναι παράτυπη, πρόωρη και κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών · Η νομική της βάση είναι λανθασμένη καθότι ο Ν. 197(Ι)/03δεν εφαρμόζεται στη προκειμένη περίπτωση · Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και δεν έχει δοθεί λόγος ενώ η Αίτηση έχει ως μόνο σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης και κωλυσιεργίας της όλης διαδικασίας · Δεν παρουσιάζονται σοβαροί και/ ή επαρκείς λόγοι για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος · Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη ο οποίος είναι στη υπηρεσία των Εναγόντων στην οποία εξειδικεύονται και αναλύονται οι λόγοι ένστασης τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής άποψης. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακρόαση της υπό εξέταση αίτησης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν, βασικά, στην εφαρμογή του Νόμου 197(Ι)/03 σε συνάρτηση με τα γεγονότα που παρατίθενται στις δύο ένορκες δηλώσεις προκειμένου ο συνήγορος του Αιτητή/Εναγομένου 6 να πείσει ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις ώστε να εγκριθεί η Αίτηση, ενώ η συνήγορος των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόντων να πείσει το αντίθετο. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Το κύριο, επομένως, ζήτημα που εγείρεται στην υπό κρίση Αίτηση είναι το κατά πόσον ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος 197(Ι0/03) (εφεξής «ο Νόμος»), όπως έχει τροποποιηθεί, τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Όπως προκύπτει από την αιτούμενη θεραπεία αλλά και την αγόρευση του και γενικότερα την όλη επιχειρηματολογία του είναι στη βάση του πιο πάνω νομοθετήματος που ο Αιτητής έχει προωθήσει και στηρίξει την Αίτηση του. Κατ΄αρχάς να υπογραμμίσουμε ότι δεν αμφισβητείται ότι ο Αιτητής είναι «εγγυητής» τη εννοία του Νόμου ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο με βάση «σύμβαση εγγύησης» εγγυήθηκε την αποπληρωμή μέρους του ποσού «δανείου» που συνήψε ο «πρωτοφειλέτης» δυνάμει «συμφωνίας δανείου» με «πιστωτή». Οι εν λόγω όροι ερμηνεύονται στο Άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αναστολής δικαστικής απόφασης εναντίον εγγυητή παρέχεται με βάση τις πρόνοιες των Άρθρων 9 και 10 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν. 197(Ι)/
  8. Το Άρθρο 9 του Νόμου αναφέρει ότι παρέχεται εξουσία σε Δικαστήριο να διατάξει, καθόσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του, στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του, είτε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, είτε οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης, με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση. Σύμφωνα με τα εδάφια

(1)(γ) και (δ) του Άρθρο 10 του Νόμου, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή δυνάμει του Άρθρου 9 για τον εγγυητή, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, δηλαδή το δυνάμει συμφωνίας δανείου εκάστοτε οφειλόμενο ποσό δανείου και τόκων και άλλων εξόδων που αποτελεί αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, ως ακολούθως: · Όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης, και το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης [παράγραφος (γ) του εδαφίου
(1)του Άρθρου 10]. · Σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί [παράγραφος (δ) του εδαφίου
(1)του Άρθρου 10]. Είναι προφανές από τις πιο πάνω πρόνοιες ότι μία από τις περιπτώσεις όπου παρέχεται προστασία στον εγγυητή αποτελεί εκείνη όπου ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία, κινητή ή ακίνητη, επαρκή, εκ πρώτης όψεως, να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος. Η αιτούμενη δε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ασκείται στη βάση συγκεκριμένων γεγονότων που τίθενται ενώπιον του. Εναπόκειται δε στον αιτητή να παρουσιάσει τα οικονομικά στοιχεία ή να προσδιορίσει την περιουσία που ανήκει στον πρωτοφειλέτη ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να θέσει σε εφαρμογή τα όσα διαλαμβάνονται στο εδάφιο
(1)(γ). Κατά την έκδοση δε του Διατάγματος το Δικαστήριο οφείλει να αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και να προσδιορίσει την περιουσία για την οποία έχει ικανοποιηθεί ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και να απαγορεύσει στον πρωτοφειλέτη να την αποξενώσει. Η άλλη περίπτωση όπου παρέχεται προστασία στον εγγυητή είναι εκείνη όπου το εκ δικαστικής απόφασης χρέος εξασφαλίζεται με υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί. Επισημαίνεται ότι διάταγμα αναστολής που δίδεται επί τη βάσει αυτού του λόγου παύει να ισχύει εάν μετά την εκποίηση της ενυπόθηκης ιδιοκτησίας παραμένει ανεξόφλητο οποιοδήποτε μέρος του χρέους. Στην υπό εξέταση Αίτηση αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας, Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα έχουν υποθηκευτεί τα ακίνητα που καταγράφονται στην παρ. 18 της Έκθεσης Απαίτησης τα οποία, όμως, δεν είναι ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 αλλά των Εναγομένων 2, 4, 5 και 6. Αυτή η επισήμανση θέτει εκτός συζήτησης θέμα εφαρμογής της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(1)εφόσον, αν και υπάρχουν ενυπόθηκα ακίνητα που εξασφαλίζουν το χρέος της Εναγόμενης 1, αυτά τα ακίνητα δεν ανήκουν σε αυτή αλλά σε τρίτα πρόσωπα. Υπενθυμίζουμε ότι η πιο πάνω πρόνοια αναφέρεται ρητά σε «υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη». Αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου του Αιτητή ότι η παροχή από την Ενάγουσα πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εναγομένη 1 συνεπάγετο ότι η τελευταία είχε την οικονομική δυνατότητα καθότι η αξία των υποθηκευμένων κτημάτων υπερτερούσε κατά πολύ των πιστωτικών διευκολύνσεων. Πρόσθεσε δε ότι και σήμερα η Εναγόμενη 1 έχει την ίδια οικονομική δυνατότητα με εκείνη που είχε κατά το στάδιο χορήγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων ενώ η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία να ικανοποιήσει την οφειλή αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Στο βαθμό που η πιο πάνω εισήγηση έχει ως βάση τις πρόνοιες της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)θεωρώ ότι είναι παντελώς ανεδαφική και εξηγούμαι. Τα ενυπόθηκα δάνεια στην υπό εξέταση περίπτωση δεν αποτελούν ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1 αλλά, όπως ήδη επισημάναμε ανωτέρω, τρίτων προσώπων. Το τι απαιτείται να αποδειχθεί για σκοπούς των πιο πάνω προνοιών είναι η ύπαρξη από μέρους του πρωτοφειλέτη περιουσίας τέτοιας αξίας που να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Είναι προφανές ότι τέτοια περιουσία δεν έχει υποδειχθεί από τον Αιτητή ενώ κανένα στοιχείο δεν προσκομίστηκε αναφορικά με την οικονομική δυνατότητα της Εναγόμενης
  1. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στα Άρθρα 9 και 10 του Νόμου 197(Ι)/
  2. Ως εκ τούτου η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος δεν δικαιολογείται και η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται στα έξοδα τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος του Εναγομένου 6/Αιτητή και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση. (Υπ.) ................ Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Λ.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.