← Κύπρος

Δημήτρη Χρίστου ν. Laiki Cypria Life Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 10226/2007, 20/9/2016

Δημήτρη Χρίστου ν. Laiki Cypria Life Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 10226/2007, 20/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A507 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10226/2007 Μεταξύ: Δημήτρη Χρίστου Ενάγοντος v. Laiki Cypria Life Ltd Εναγομένης Και δια Τροποποιήσεως Μεταξύ: Δημήτρη Χρίστου Ενάγοντος v. 1. Laiki Cypria Life Ltd 2. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Γεωργιάδης με κα Ν. Βαρωσιώτου για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 1: κα Λ. Σιακαλλή για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη 2: Ουδεμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα Αγωγή αφορά το ασφαλιστικό συμβόλαιο - επενδυτικό σχέδιο Cypria Fortune το οποίο συνήφθη μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1. Το εν λόγω συμβόλαιο εκχωρήθηκε από τον Ενάγοντα προς όφελος της Εναγομένης 2 η οποία με τη σειρά της προέβη σε εξαγορά αυτού. Ο Ενάγων αποδίδει αφενός τη σύναψη του συμβολαίου σε ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των Εναγομένων ως προς την εγγύηση και αποδοτικότητα του σχεδίου, και αφετέρου την εκχώρηση και εξαγορά του συμβολαίου σε ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των Εναγομένων και σε εξαναγκασμό του εκ μέρους της Εναγομένης 2. Αποδίδει επίσης και στις δύο Εναγόμενες αμέλεια και παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους. Γι΄ αυτό ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των €4.869.252,69 ως τη διαφορά μεταξύ της αξίας εξαγοράς και της εγγυημένης απόδοσης του 25% ή διαζευκτικά το ποσό των €522.832,04, καθώς επίσης και γενικές αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους και αποζημιώσεις για σκόπιμες και ή δόλιες και ή αμελείς πράξεις και ή παραλείψεις των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι, στην υπεράσπιση τους, εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις πως ο Ενάγων στερείται αγώγιμου δικαιώματος και ή εμποδίζεται από του να εγείρει την παρούσα Αγωγή (
  2. i)εφόσον δεν ήταν ο τελικός δικαιούχος του συμβολαίου λόγω της εκχώρησης αυτού προς την Εναγομένη 2 και (
  3. ii)ενόψει του ότι η Εναγομένη 2 εξαγόρασε πλήρως την αξία του συμβολαίου. Επίσης ισχυρίζονται πως με την είσπραξη του ποσού η Εναγομένη 2 απάλλαξε πλήρως την Εναγομένη 1 από τις υποχρεώσεις και ευθύνες της δυνάμει του συμβολαίου και ταυτόχρονα τερματίστηκαν οριστικά και αμετάκλητα όλα τα δικαιώματα του Ενάγοντος που απορρέουν από το συμβόλαιο. Αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος περί υποσχέσεων και διαβεβαιώσεων είτε για εγγύηση του αρχικού ποσού της επίδικης ασφάλισης είτε σε αντίθεση με τους όρους του ασφαλιστηρίου και ισχυρίζονται πως ο Ενάγων δεσμεύεται από το περιεχόμενο όλων των εγγράφων τα οποία υπέγραψε συμπεριλαμβανομένου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Κατόπιν απόσυρσης των δικηγόρων που εκπροσωπούσαν την Εναγομένη 2 και μη εκπροσώπησης της πλέον καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία, η παρούσα Αγωγή προχώρησε προς εκδίκαση αναφορικά με την Εναγομένη 1 ενώ παράλληλα ορίστηκε και προχωρούσε για απόδειξη για την Εναγομένη 2. Για τον Ενάγοντα κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ο κ. Ανδρέας Παναγίδης (Μ.Ε.1), πρώην Βοηθός Διευθυντής στο κατάστημα της Εναγομένης 2 στη Λεωφ. Κέννεντυ, ο ίδιος ο Ενάγων (Μ.Ε.2) και ο κ. Γιώργος Χατζησπύρου (Μ.Ε.3), Λειτουργός στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (εφεξής «ΧΑΚ»). Για την Εναγομένη 1 κατέθεσαν συνολικά τέσσερις μάρτυρες, ήτοι ο κ. Χρήστος Μηνά (Μ.Υ.1), πρώην εργοδοτούμενος στο νομικό τμήμα και τμήμα αποζημιώσεων της Εναγομένης 1, ο κ. Άκης Λιάτσος (Μ.Υ.2), ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Εναγομένης 1 και διευθυντής ομάδας, καθώς επίσης και οι κ. Χρίστος Χριστοφίδης (Μ.Υ.3) και Νεκτάριος Ιωαννίδης (Μ.Υ.4), ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι της Εναγομένης 1. Ι. Παράθεση και Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Από το περιεχόμενο των δικογράφων αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και από τις δύο πλευρές προκύπτουν τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα: 1. Στις 24.11.99 ο Ενάγων υπέβαλε Πρόταση Για Ασφάλεια Ζωής Cypria Fortune μαζί με Αίτηση για Ασφάλεια Ζωής προς τη Cyprialife, Τεκμήριο 9. Η Πρόταση φέρει την υπογραφή του Ενάγοντος ως Αιτητή και του Μ.Υ.4 ως χρηματοοικονομικού συμβούλου. H Αίτηση φέρει και πάλι την υπογραφή του Ενάγοντος ως Αιτητή και των Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 ως των χρηματοοικονομικών συμβούλων. 2. Στις 30.11.99 εκδόθηκε το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο εστάλη στον Ενάγοντα με συνοδευτική επιστολή ημ. 30.11.99 της Cyprialife, Τεκμήριο 3, και Πιστοποιητικό Πληρωμής Ασφαλίστρων για σκοπούς του Φόρου Εισοδήματος ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήριο 2. Το πρωτότυπο ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10. 3. Στις 13.12.99 ο Ενάγων υπέγραψε Συμφωνία Εκχώρησης Ασφάλειας Ζωής με την οποία εκχώρησε το επίδικο συμβόλαιο προς όφελος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Τεκμήριο 11. 4. Στις 10.5.02 η Λαϊκή Τράπεζα απέστειλε επιστολή προς τον Ενάγοντα, με την οποία τον πληροφορούσε για την έγκριση-ανανέωση των εκεί αναγραφόμενων διευκολύνσεων, ήτοι δανείου, με εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, την εκχώρηση της ασφάλειας ζωής Fortune, Τεκμήριο 6. 5. Στις 21.8.03 η Λαϊκή Τράπεζα απέστειλε επιστολή προς τον Ενάγοντα με την οποία τον πληροφορούσε για την τότε αξία εξαγοράς του συμβολαίου η οποία ήταν Λ.Κ.92.671,40, Τεκμήριο 7. 6. Στις 22.8.03 η Λαϊκή Τράπεζα απηύθυνε επιστολή προς τη Cyprialife με την οποία ζητούσε την πλήρη εξαγορά του επίδικου συμβολαίου με σκοπό την τακτοποίηση των υποχρεώσεων του Ενάγοντος προς την ίδια, Τεκμήριο 8. 7. Στις 10.9.03 η Cyprialife με επιστολή της προς τη Λαϊκή Τράπεζα την ενημέρωνε για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξαγοράς και για την αποστολή επιταγής για το αντίστοιχο ποσό, ήτοι των Λ.Κ.94.189,70, Τεκμήριο 12. 8. Στις 12.9.03 εκδόθηκε Απόδειξη Απαλλαγής Ευθύνης με την οποία η Λαϊκή Τράπεζα δήλωνε την παραλαβή της επιταγής προς πλήρη και τελική εξόφληση όλων των ωφελημάτων που απέρρεαν από το συμβόλαιο και προς πλήρη και απόλυτη απαλλαγή όλων των ευθυνών της Laiki Cyprialife επί του εν λόγω συμβολαίου, Τεκμήριο 13. Όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο των δικογράφων οι δύο πλευρές διαφωνούν κάθετα ως προς τις συνθήκες που οδήγησαν τον Ενάγοντα στην υποβολή αίτησης για συμμετοχή του στο ασφαλιστικό-επενδυτικό σχέδιο Fortune. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, περί τον Νοέμβριο του 1999 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ο Ενάγων τον οποίο γνώριζε λόγω προηγούμενης συνεργασίας τους ως πελάτη της Τράπεζας. Ο Ενάγων του ζήτησε συμβουλή ως προς το κατά πόσο ήταν πρόσφορο να αποσύρει το ποσό των Λ.Κ.300.000 που διατηρούσε σε λογαριασμό στην Τράπεζα και να το επενδύσει στο ασφαλιστικό σχέδιο Fortune για το οποίο είχε πληροφορηθεί από διάφορα διαφημιστικά έντυπα και φυλλάδια πως απέφερε ψηλές αποδόσεις. Ο Μ.Ε.1 του ανέφερε πως δεν ήταν ειδικός για το θέμα και έτσι επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Μ.Υ.2, ο οποίος προσήλθε στο γραφείο του μαζί με τους Μ.Υ.3 και 4. Προσέθεσε πως εκεί ο Μ.Υ.2 επιβεβαίωσε στον Ενάγοντα πως εάν κατέθετε το ποσό των Λ.Κ.300.000 στο σχέδιο Fortune αυτό σε πέντε έτη θα ανήρχετο σε ποσό πέραν του ενός εκατομμυρίου. Τότε ο Μ.Ε.1 παρενέβη και ρώτησε τον Μ.Υ.2 «Δηλαδή και εγώ εάν καταθέσω τώρα στο σχέδιο Λ.Κ.3.000 σε πέντε χρόνια θα πάρω Λ.Κ.10.000;» και ο Μ.Υ.2 του απάντησε «Βέβαια». Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως γνώρισε τον Ενάγοντα όταν ο τελευταίος είχε φέρει χρήματα από την Αυστραλία και τα κατέθεσε στην Τράπεζα και λόγω της εμπιστοσύνης που του είχε τον επισκέφθηκε για συμβουλή. Αυτή η αναφορά του μάρτυρος οδηγεί λογικά στο συμπέρασμα πως οι δύο τους είχαν μια στενή συνεργασία η οποία οδήγησε στην απόκτηση εμπιστοσύνης από τον Ενάγοντα προς τον μάρτυρα ο οποίος θα αναμένετο να γνωρίζει κάποια στοιχεία αναφορικά με τις δοσοληψίες του Ενάγοντος με την Τράπεζα. Παρά ταύτα ο μάρτυρας δήλωσε αδυναμία να γνωρίζει τους λογαριασμούς τους οποίους ο Ενάγων διατηρούσε στο κατάστημα όπου ο πρώτος εργαζόταν προηγουμένως, τις τυχόν υποχρεώσεις του Ενάγοντος προς την Τράπεζα και ακόμα το νόμισμα των όποιων καταθέσεων του. Το μόνο που ήταν σε θέση να αναφέρει ήταν πως ο Ενάγων έκανε μετατροπές συναλλάγματος αλλά και πάλι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πόσο συχνά γινόταν αυτό ή να δώσει οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Η αδυναμία του μάρτυρος να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω αναφορικά με τη συνεργασία του Ενάγοντος με την Τράπεζα καταρχάς δεν συνάδει με την προβαλλόμενη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, την οποία επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει την επίσκεψη του Ενάγοντος σε αυτόν για το συγκεκριμένο ζήτημα. Επίσης αυτή η στάση του δημιουργεί την εντύπωση πως ο Μ.Ε.1 επιθυμούσε να περιοριστεί μόνο στη συγκεκριμένη αναφορά του για το τι ελέχθη από τον Μ.Υ.2, χωρίς να επεκταθεί σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, γεγονός το οποίο προκαλεί έκπληξη και δεν ανταποκρίνεται στη λογική των πραγμάτων. Ενδεικτικό τούτου είναι επίσης το γεγονός πως ο Μ.Ε.1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τη συνάντηση στο γραφείο του, ούτε καν ακόμα το γεγονός πως ακολούθησε η μετάβαση του Ενάγοντος στην Τράπεζα για απόσυρση των χρημάτων και η υποβολή της σχετικής αίτησης. Αυτή ήταν η αδιαμφισβήτητη εξέλιξη των γεγονότων και πράγματι είναι άξιον απορίας πώς ο Μ.Ε.1 δεν γνώριζε τη συνέχεια των όσων διημείφθησαν στο γραφείο του και κυρίως το κατά πόσον ο Ενάγων τελικώς υπέγραψε τέτοιο συμβόλαιο, Τεκμήριο 10. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και γενικά η όλη στάση του μάρτυρος δημιούργησαν την ισχυρή εντύπωση πως αυτός περιορίζετο σκοπίμως στα λεγόμενα του Μ.Υ.2 επιδεικνύοντας αφενός απροθυμία να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω και ταυτόχρονα αφετέρου επιθυμία να παρουσιάσει εντελώς αποσπασματικά και μεμονωμένα ένα κομμάτι της όλης εικόνας των ουσιωδών γεγονότων στα οποία είχε ανάμειξη αναφορικά με την αρχική συζήτηση για το επίδικο σχέδιο. Άλλωστε χαρακτηριστική ήταν και η τελευταία του απάντηση η οποία όντως επιβεβαιώνει πως ο Μ.Ε.1 δεν ήθελε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα όταν του υποβλήθηκε πως στο γραφείο του οι ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι ενημέρωσαν ξεκάθαρα τον Ενάγοντα για τους κινδύνους του σχεδίου αυτός απάντησε αρνητικά, ενώ στην αμέσως επόμενη υποβολή πως η τυχόν αύξηση των χρημάτων της επένδυσης του Ενάγοντος στο επίδικο ασφαλιστικό σχέδιο ήταν πάντοτε υπό την αίρεση πως η κατάσταση του Χρηματιστηρίου θα συνέχιζε η ίδια, ο Μ.Ε.1 έδωσε την εξής απάντηση «Στο μυαλό τους ίσως να είχαν κάτι τέτοιο, στην παρουσία μου δεν υπήρχε κάτι τέτοιο». Η τελευταία απάντηση του μάρτυρος δημιουργεί εύλογη απορία προς το Δικαστήριο γιατί ο μάρτυρας να αναφερθεί στο τι πιθανόν να είχαν στο μυαλό τους και να μην αναφερθεί απευθείας και μόνο στο τι λέχθηκε από αυτούς. Αυτή η απάντηση καταδεικνύει κάποιου είδους «διπλωματία» στην τοποθέτηση του μάρτυρος, δηλαδή σαν να ήθελε αφενός, να αποκαλύψει ότι αυτό ήταν υπόψιν των ασφαλιστικών αντιπροσώπων και αφετέρου, να αποφύγει να το πει με άμεσο και ευθύ τρόπο. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως ο Μ.Υ.3 ανέφερε πως όταν έφθασε μαζί με τον Μ.Υ.4 στο γραφείο του Μ.Ε.1, ο τελευταίος αποχώρησε και τους άφησε μόνους με τον Ενάγοντα, θέση η οποία όμως δεν αναφέρθηκε από τον ίδιο τον Μ.Ε.1 για να δικαιολογήσει την τυχόν έλλειψη γνώσης του για το τι ακολούθησε σε εκείνη τη συνάντηση. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί πως ο Μ.Ε.1 κατέθεσε με απόλυτη ειλικρίνεια όλα όσα γνώριζε και ως εκ τούτου δεν κρίνει τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως και ο Ενάγων κατά τη μαρτυρία του επανέλαβε τα όσα είπε ο Μ.Ε.1. Αξίζει να σημειωθεί βεβαίως πως ο Ενάγων ανέφερε ότι στη συνάντηση στο γραφείο του Μ.Ε.1 λέχθηκαν περισσότερα πράγματα, ειδικά εκ μέρους των ασφαλιστικών αντιπροσώπων, για τα οποία ουδεμία αναφορά έγινε από τον Μ.Ε.1. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του ο Ενάγων επέμενε πως τον Νοέμβριο του 1999 είχε δει διάφορα διαφημιστικά έντυπα στα οποία γινόταν αναφορά σε απόδοση ύψους 25% και πως στη συνάντηση στο γραφείο του Μ.Ε.1, ο Μ.Υ.2 του επιβεβαίωσε τα όσα είχε διαβάσει σε αυτά. Αυτό το γεγονός ενδυναμώνει την εντύπωση του Δικαστηρίου πως πράγματι ο Μ.Ε.1 κατέθεσε με σκοπό να μην πει οτιδήποτε άλλο για την εν λόγω συνάντηση, προσπαθώντας επιτηδευμένα να αναδείξει την κατ΄ ισχυρισμόν του συγκεκριμένη φράση του Μ.Υ.2. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός πως μετά την εν λόγω συνάντηση, ο Ενάγων πήγε μαζί με τον Μ.Υ.3 στο κατάστημα της Τράπεζας και απέσυρε το ποσό των Λ.Κ.300.000. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα πριν μεταβούν εκεί ο ίδιος επεσήμανε στον Μ.Υ.3 πως αυτά ήταν τα μόνα χρήματα που είχε και πως δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να τα χάσει, και ο Μ.Υ.3 του είπε πως το κεφάλαιο του ήταν εγγυημένο, όπως του είχαν πει οι ανώτεροι του, και πως η απόδοση της επένδυσης ανέρχεται στο 35% ενώ οι οδηγίες των διευθυντών είναι να λένε στον κόσμο για 25% για να είναι καλυμμένοι. Ο Ενάγων ανέφερε ακόμα πως ο Μ.Υ.3 του έδωσε ένα έντυπο στο οποίο γινόταν αναφορά στις ετήσιες αποδόσεις της τάξης του 25%. Επισημαίνεται πως ο Ενάγων δεν παρουσίασε τέτοιο έντυπο. Επιπλέον η αναφορά του στο ποσοστό του 35% διαφοροποιήθηκε κατά την αντεξέταση του αφού εκεί μιλούσε μόνο για ποσοστό πέραν του 30%. Στην αντεξέταση του ο Ενάγων παρουσίασε διαφοροποιημένη αυτή τη θέση, δηλαδή τοποθέτησε αυτή τη συζήτηση στο γραφείο του Μ.Ε.1 και μάλιστα απέδωσε τις διαβεβαιώσεις για το 25% και το ότι θα του δοθεί γραπτή βεβαίωση προς τούτο στον Μ.Υ.2 αμέσως μετά που ο τελευταίος του είχε πει ότι θα τριπλασιάσει το ποσό του σε πέντε έτη. Σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε πάλι κάτι διαφορετικό, ήτοι πως είναι ο Μ.Υ.3 που του είπε κάτι τέτοιο στην παρουσία όμως του Μ.Υ.2 ενώ βρίσκονταν στο γραφείο του Μ.Ε.1. Παρόλο που το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψιν το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τότε μέχρι την κατάθεση των μαρτύρων και την αναμενόμενη δυσκολία που πιθανόν να έχουν στο να θυμούνται γεγονότα είτε με λεπτομέρεια είτε και καθόλου, εντούτοις ο Ενάγων δεν επικαλέστηκε τέτοια αδυναμία αλλά παρουσιαζόταν ως απολύτως βέβαιος για τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Ενάγων ήταν ιδιαίτερα επίμονος στο ότι η εγγύηση του 25% του δόθηκε γραπτώς και γι΄ αυτό είπε χαρακτηριστικά πως «το έχω δει γραπτώς σε όλα ., σε 10 περιπτώσεις υπάρχει γραπτώς ότι το minimum είναι 25%». Εξήγησε πως αυτό αναγράφετο στις εφημερίδες και στα φυλλάδια. Όταν του ζητήθηκε να τα παρουσιάσει, ο Ενάγων δήλωσε πως δεν είχε στην κατοχή του εφημερίδες και πως κατέθεσε ένα φυλλάδιο. Σημειώνεται πως το μοναδικό σχετικό έντυπο που κατέθεσε φέρει πολύ μεταγενέστερη ημερομηνία, ήτοι Νοέμβριο του 2000, Τεκμήριο 5, για το οποίο θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Έτσι αυτή η βασική θέση του μάρτυρος παρέμεινε εντελώς αστήρικτη και ατεκμηρίωτη. Τελικώς κατέληξε πως και στο ίδιο το συμβόλαιο περιλαμβάνεται πρόνοια για την εγγύηση του 25%, κάτι το οποίο ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, πριν την έκδοση και παραλαβή του συμβολαίου προηγήθηκε η υπογραφή της Πρότασης και Αίτησης, Τεκμήριο 9. Ο Ενάγων απέδωσε το ενδιαφέρον του για συμμετοχή στο σχέδιο στην παρότρυνση και ενθάρρυνση των ασφαλιστικών αντιπροσώπων πως επρόκειτο για μια σίγουρη και αποδοτική επένδυση. Προσέθεσε ακόμα πως πριν την υποβολή της Πρότασης και Αίτησης, ο Μ.Υ.3 του είπε πως η Cyprialife επένδυε τα κεφάλαια των ταμείων της με επαγγελματισμό, σε παραγωγικούς τομείς και με τρόπο που εξασφάλιζε ικανοποιητική διασπορά κινδύνου και πως η Λαϊκή Τράπεζα παρείχε εγγύηση για το κεφάλαιο. Και πάλιν δημιουργείται η εύλογη απορία πώς είναι δυνατό να λέχθηκε κάτι τέτοιο για παροχή εγγύησης από τη στιγμή που η Τράπεζα είχε ήδη αποσύρει αυτή την εγγύηση. Σχετικό είναι το Εσωτερικό Σημείωμα ημ. 12.11.99, Τεκμήριο 16. Για το θέμα της παροχής εγγύησης θα γίνει εκτενέστερη αναφορά κατωτέρω. Γεγονός όμως παραμένει πως ο Ενάγων υπέβαλε την Πρόταση και Αίτηση, Τεκμήριο 9. Προέβαλε πως τα εν λόγω έγγραφα συμπληρώθηκαν από τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους και πως αυτός έθεσε μόνο την υπογραφή του χωρίς να τα διαβάσει. Κατά την αντεξέταση του είπε πως ο ίδιος θεωρούσε πως συμμετείχε σε επενδυτικό σχέδιο καθότι του είχαν αναφέρει ότι επρόκειτο για επένδυση με την οποία θα τριπλασίαζε τα χρήματα του σε πέντε έτη και πως δεν έγινε λόγος για ασφάλεια. Αρνήθηκε δε κατηγορηματικά πως με το Τεκμήριο 9 υπέβαλλε αίτηση για ασφάλεια ζωής και επέμενε πως επέδειξε εμπιστοσύνη στους αντιπροσώπους. Ταυτόχρονα όμως παραδέχθηκε πως αυτοί του υπέβαλλαν ερωτήσεις, όπως αν καπνίζει ή καταναλώνει οινοπνευματώδη ποτά, για τον τρόπο ζωής του και κατά πόσο έχει γιατρό, για σκοπούς συμπλήρωσης του σχετικού ερωτηματολογίου στην Αίτηση. Σε υποβολή πως αυτές οι ερωτήσεις ευλόγως παρέπεμπαν σε ασφάλεια παρά σε επένδυση ο ίδιος αρκέστηκε στην απάντηση πως τους έδειξε εμπιστοσύνη, πως τελικά ήταν απατεώνες και πως η όλη υπόθεση είναι μια απάτη και όλο «τρικς». Αυτή η απάντηση με τη χρήση των ίδιων ακριβώς λέξεων είναι διάχυτη και συχνή καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του Ενάγοντος. Όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια αυτή ήταν η κλασική απάντηση του όταν του τίθεντο επίμονα διάφορες ερωτήσεις στις οποίες ο ίδιος φαινόταν ανίκανος να δώσει συγκεκριμένη απάντηση εις αντίκρουση αυτών ή προς επεξήγηση της δικής του θέσης. Έτσι κατέληγε με ένα χαρακτηριστικό ύφος, ενδεικτικό πρόθεσης αποφυγής ευθείας απάντησης, πως ήταν όλα απάτη και «τρικς», στάση η οποία γενικά δεν κρίνεται πειστική. Την ίδια ακριβώς απάντηση έδωσε και όταν ρωτήθηκε αν διάβασε την Πρόταση και το ίδιο το ασφαλιστικό συμβόλαιο το οποίο ήταν ένα ασφαλιστικό σχέδιο με τη δυνατότητα επένδυσης του κεφαλαίου, λέγοντας απλώς και πάλι πως πρόκειται για απάτη και «τρικς». Μάλιστα χαρακτηριστική της δυσκολίας του να δίδει σαφείς απαντήσεις είναι και η αναφορά του πως είναι οι αντιπρόσωποι που υπέβαλαν το αίτημα και όχι ο ίδιος. Αυτό προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη προς το Δικαστήριο καθότι ακόμα και με βάση τη δική του εκδοχή, η συμμετοχή του σε επένδυση δεν ήταν αυτόματη αλλά ήταν εύλογο και αναμενόμενο να υποβάλει κάποια αίτηση προς τούτο. Ήταν εμφανές πως ο Ενάγων δεν μπορούσε να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τη βασική του θέση περί τυφλής εμπιστοσύνης και παραπλάνησης. Όσον αφορά το ασφαλιστήριο, στην κυρίως εξέταση του είπε πως οι όροι αυτού τέθηκαν υπόψιν του για πρώτη φορά με την παραλαβή του συμβολαίου και πως ήταν δυσνόητοι και διαφορετικοί από όσα αναγράφοντο στην Πρόταση. Ειδικότερα είπε πως στην Πρόταση υπήρχε όρος για απόδοση 7 και 10%, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ερμηνεία του συμβολαίου σε αυτό το στάδιο, επισημαίνεται πως πράγματι στο συμβόλαιο δεν γίνεται ρητή αναφορά σε αυτά τα ποσοστά, όμως προκύπτει ξεκάθαρα πως στην Πρόταση αυτά αναφέρονται ως ενδεικτικές αποδόσεις, οι οποίες «μπορεί μελλοντικά να είναι μεγαλύτερες ή μικρότερες και οι αξίες εξαγοράς να διαμορφωθούν ανάλογα». Επομένως, η θέση του Ενάγοντος περί πρόνοιας σίγουρης απόδοσης για τα προαναφερόμενα ποσοστά δεν είναι ακριβής. Ούτε και η θέση του Ενάγοντος ότι η Πρόταση αναφέρει πως το ποσό των Λ.Κ.300.000 είναι ασφαλισμένο (όπως επιμένει ότι τον διαβεβαίωσαν οι ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι) ευσταθεί. Είναι σαφές πως ο Ενάγων εκλαμβάνει και αντιλαμβάνεται τη λέξη «ασφαλισμένο» ως «εγγυημένο», ενώ εκείνο το οποίο καταγράφεται είναι το ποσό που ασφαλίζεται και μάλιστα κάτω από τον τίτλο «Ωφελήματα» και έναντι της φράσης «Βασική Κάλυψη (θάνατος από οποιαδήποτε αιτία)». Επίσης η θέση του Ενάγοντος όσον αφορά το ποσό των Λ.Κ.8.400 το οποίο φέρεται στο συμβόλαιο ως φοροαπαλλάξιμο ασφάλιστρο δεν κρίνεται πειστική και βάσιμη. Συγκεκριμένα αυτός παρέπεμψε σε πληροφόρηση του πως το επίδικο σχέδιο Fortune δεν απαλλάσσεται από τον Φόρο. Τέτοια θέση όμως δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες υπεράσπισης και παρέμεινε και πάλι ατεκμηρίωτη, ενώ αντικρούστηκε από τον Μ.Υ.4. Περαιτέρω αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του Πιστοποιητικού Πληρωμής Ασφαλίστρων, Τεκμήριο 2, στο οποίο αναγράφεται πως αυτό δεν «αποτελεί εγγύηση ότι το Ασφάλιστρο θα αφαιρεθεί από το Φορολογητέο Εισόδημα» για να καταδείξει την πλήρη αντίφαση αυτής της πρόνοιας με τους όρους του συμβολαίου. Το Δικαστήριο θεωρεί πως τα αναγραφόμενα στα δύο αυτά έγγραφα δεν επιβεβαιώνουν χωρίς άλλο τις θέσεις του οι οποίες παραμένουν γενικές και μετέωρες. Επί τούτου είναι σημαντικό να λεχθεί πως ο Μ.Υ.4 διαφώνησε με τη θέση του Ενάγοντος και ανέφερε πως όλες οι ασφάλειες ζωής είχαν φοροαπαλλαγή, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, προσθέτοντας ότι αυτή γινόταν μόνο μια φορά με την καταβολή εφάπαξ του ασφαλίστρου. Αυτή η αναφορά του μάρτυρος παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο Ενάγων παρέπεμψε επίσης στη συνοδευτική επιστολή ημ. 30.11.99, Τεκμήριο 3, στην οποία όντως αναφέρεται πως το επίδικο συμβόλαιο «παρέχει εγγύηση για τη δική σας ασφάλεια και των αγαπημένων σας, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίζει ψηλές αποδόσεις στις επενδυτικές σας επιλογές». Βεβαίως ο Ενάγων είπε πως δεν τη διάβασε όταν του είχε σταλεί. Κατά την αντεξέταση του ο Ενάγων ρωτήθηκε επισταμένα για τους όρους του συμβολαίου. Ο Ενάγων παρουσιάστηκε επί τούτου εντελώς συγχυσμένος και αντιφατικός. Ενώ στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο ίδιος είχε καταθέσει αντίγραφο των όρων του συμβολαίου οι οποίοι αποτελούν μέρος αυτού, στην αντεξέταση του δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο έλαβε τέτοιο έγγραφο, σε κάποιο στάδιο είπε πως δεν το έλαβε, όταν του υποβλήθηκε πως ο ίδιος το παρουσίασε άλλαξε θέση και δέχθηκε ότι το είχε λάβει προβάλλοντας ότι δεν ήταν βέβαιος πότε, για να επανέλθει και πάλι πως δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο το έλαβε ή όχι. Όταν ρωτήθηκε για τον όρο 17 (σύμφωνα με τον οποίο ο ίδιος διατηρούσε το δικαίωμα ακύρωσης του συμβολαίου εντός 30 ημερών με επιστροφή των χρημάτων του), ο Ενάγων έδωσε μια εντελώς παράλογη και αφελή απάντηση, ήτοι «Στις 30 μέρες δεν υπάρχουν ούτε αυγά, ούτε πουλιά». Όταν ρωτήθηκε ξανά κατά πόσο διάβασε τους όρους του συμβολαίου, αυτός επανέλαβε πως δεν τους διάβασε και πως είχε δει μόνο το φυλλάδιο με το 25%, τις εφημερίδες και βασίστηκε στις υποσχέσεις επαναλαμβάνοντας πως τον είχαν ξεγελάσει. Αυτή η στάση του Ενάγοντος είναι πλήρως αποκαλυπτική της προσπάθειας του να αποδώσει όλη την ευθύνη σύναψης συμβολαίου στους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους χωρίς ο ίδιος να αποδέχεται οποιονδήποτε ρόλο στα γεγονότα, προβάλλοντας γενικές, αόριστες, ατεκμηρίωτες και αντιφατικές θέσεις. Στην κυρίως εξέταση του ο Ενάγων αναφέρθηκε στην επιστολή Νοεμβρίου του 2000, Τεκμήριο 5, ως μια καθησυχαστική επιστολή μετά την αστάθεια και αβεβαιότητα του Χρηματιστηρίου, στα πλαίσια των διαβεβαιώσεων των ασφαλιστικών αντιπροσώπων πως η πτωτική τάση της αξίας του Χρηματιστηρίου ήταν προσωρινή και αναμένετο ανάκαμψη. Καταρχάς η αναφορά του Ενάγοντος στο Χρηματιστήριο έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη θέση του (στην αντεξέταση του) πως δεν γνώριζε ότι η επένδυση θα γινόταν στο Χρηματιστήριο και μάλιστα πως αν γνώριζε κάτι τέτοιο δεν θα το έκανε καθότι δεν επένδυσε «ούτε λίρα» στο Χρηματιστήριο. Αυτή η αντίφαση είναι αποκαλυπτική της ασυνέπειας και της επιπολαιότητας στις απαντήσεις του μάρτυρος σε βαθμό που πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Περαιτέρω στα πλαίσια της αντεξέτασης του στηρίχθηκε στο Τεκμήριο 5 ως ένα φυλλάδιο το οποίο μιλούσε για απόδοση του 25%. Όταν του υποδείχθηκε πως αυτό φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της υπογραφής του συμβολαίου, τότε ο Ενάγων έδωσε την πλέον αναπάντεχη απάντηση πως δεν το διάβασε! Όταν του τέθηκε ξανά το ζήτημα επανέλαβε πως δεν το διάβασε παρά μόνο υπέγραφε όπου του έλεγαν, επιδεικνύοντας μιαν παντελώς επιπόλαιη στάση αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης δίδοντας βεβιασμένες απαντήσεις χωρίς σοβαρότητα και συνέπεια με μοναδικό σκοπό να αποδώσει εξ ολοκλήρου ευθύνη στους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους. Την ίδια ακριβώς στάση τήρησε και αναφορικά με το θέμα της εκχώρησης του συμβολαίου. Είναι γεγονός πως ο Ενάγων είχε συνάψει δάνειο με τη Λαϊκή Τράπεζα, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν μπορούσε να αποπληρώσει λόγω προβλημάτων υγείας του, και έτσι προέβη σε αναδιάρθρωση αυτού, όπως επιμαρτυρεί το Τεκμήριο 6. Ο Ενάγων ταυτόχρονα αποδίδει την εκχώρηση του επίδικου συμβολαίου στην εξαπάτηση και εκμετάλλευση της οποίας έτυχε από την Τράπεζα για εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων, καθότι του είπαν πως η εκχώρηση ήταν για το δικό του οικονομικό όφελος και πως το κεφάλαιο δεν θα επηρεαζόταν με οποιονδήποτε τρόπο. Στην αντεξέταση του (ο Ενάγων) δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για την αναδιάρθρωση, παρόλο που ο ίδιος είχε καταθέσει το Τεκμήριο 6 κατά την κυρίως εξέταση του. Μάλιστα στα πλαίσια της αντεξέτασης του αναγνώρισε πλήρως την αδυναμία του να εξοφλήσει το δάνειο και γι΄ αυτό η Τράπεζα του ζήτησε περαιτέρω εξασφαλίσεις, παρόλο που σε κάποιο στάδιο εξέφρασε την αβεβαιότητα του γι΄ αυτό. Τελικώς όμως δέχθηκε πως έτσι είχαν τα πράγματα. Όμως προέβαλε την εκδοχή πως για το θέμα της εκχώρησης η Τράπεζα έκανε ό,τι ήθελε καθότι του είπαν ότι είτε υπογράψει είτε όχι είχαν δικαίωμα να πάρουν τα χρήματα από το συμβόλαιο και γι΄ αυτό ο Ενάγων έθεσε την υπογραφή του. Μάλιστα η Τράπεζα τον κάλεσε να πάει για την εκποίηση του σχεδίου του, κάτι με το οποίο ο ίδιος δεν συμφωνούσε. Ισχυρίστηκε ότι εκείνο που του είπαν από την Τράπεζα είναι πως είτε συμφωνεί είτε όχι έχουν δικαίωμα να το πράξουν και έτσι, όπως χαρακτηριστικά είπε, «Τα πήραν τα λεφτά μόνοι τους χωρίς να με ρωτήσουν». Στις επίμονες υποβολές για το ότι ο ίδιος οικειοθελώς έθεσε την υπογραφή του αναφορικά με την εκχώρηση, ο Ενάγων αναγνώρισε αυτό δίδοντας ταυτόχρονα την αφελή απάντηση πως με την υπογραφή του «ούτε συμφώνησε ούτε διαφώνησε». Στη συνέχεια των ίδιων ερωτήσεων και υποβολών, επανέλαβε την κλασική απάντηση πως «τα έγγραφα ήταν όλα απάτη και όλο τρικς και παρερμηνείες και όλο δυσνόητα πράγματα». Είναι πράγματι άξιον απορίας πως ο Ενάγων αναγνώρισε εξαρχής την αδυναμία του να εξοφλήσει το δάνειο και συμφωνούσε πλήρως με την υποβολή πως λόγω αυτής της αδυναμίας, η Τράπεζα είχε δικαίωμα να ζητήσει την εξαγορά του συμβολαίου, να πάρει τα χρήματα προς εξόφληση του δανείου και να του επιστρέψει το περίσσευμα, ενώ επέμενε συνάμα πως αυτοί έκαναν ό,τι ήθελαν και άρπαξαν τα χρήματα του. Η εκδοχή του πως έθεσε την υπογραφή του επειδή είτε την έθετε είτε όχι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο κρίνεται αβάσιμη και παράλογη καθότι ο ίδιος θα μπορούσε να κρατήσει μια ουδέτερη στάση αποστασιοποίησης και να αφήσει την Τράπεζα να κάνει ό,τι η ίδια ήθελε χωρίς τη δική του υπογραφή. Η δε θέση του πως πήραν όσα ήθελαν δεν ευσταθεί καθότι η Τράπεζα εισέπραξε μόνο την απαίτηση της ενώ επέστρεψε στον Ενάγοντα το περίσσευμα. Στη συνέχεια των ερωτήσεων επί του θέματος, ο Ενάγων όντως πιέστηκε και δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει περί της αδυναμίας του να εξοφλήσει το δάνειο και του δικαιώματος της Τράπεζας να προχωρήσει στην εξαγορά, λέγοντας μόνο πως «εκείνοι παπάδες, εκείνοι τατάδες». Με την εξέλιξη της αντεξέτασης του επί τούτου ήταν εμφανής η αδυναμία του να υποστηρίξει τη θέση του περί εξαπάτησης του, αφήνοντας καθαρά να νοηθεί πως στην ουσία αναγνώριζε ακριβώς τόσο τη φύση όσο και τον σκοπό της διαδικασίας εκχώρησης και εξαγοράς, παρόλο που έκανε λόγο για εκχώρηση των Λ.Κ.300.000 και όχι του συμβολαίου το οποίο δεν τον ενδιέφερε. Αυτή η στάση του Ενάγοντος καταδεικνύει μάλλον τη δυσαρέσκεια του όσον αφορά τη μείωση της αξίας της επένδυσης του ανεξαρτήτως της εκχώρησης. Ο Ενάγων ανέφερε πως μετά την εξαγορά και αφού κατάλαβε τι έγινε, επισκέφθηκε τον Μ.Υ.2 στο γραφείο του όπου είχαν έντονη λογομαχία. Ο Ενάγων του είπε πως τον εξαπάτησαν και έκαναν κακοδιαχείριση των χρημάτων του, κάτι το οποίο ο Μ.Υ.2 αναγνώρισε και του ανέφερε πως άλλαξαν προσωπικό και πως όλα θα πάνε καλύτερα. Στην αντεξέταση του ο Ενάγων προσέθεσε ακόμα πως είχαν προηγηθεί πάμπολλες προσπάθειες του να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον Μ.Υ.2, του έλεγαν πως δεν ήταν στο γραφείο και έτσι ο Ενάγων πήγε απρόσκλητος στο γραφείο του. Σημειώνεται πως τέτοιος ισχυρισμός περί τηλεφωνημάτων και συνάντησης δεν υποβλήθηκε στον Μ.Υ.2. Τέλος, στην επανεξέταση του και πάλι ο Ενάγων παρουσίασε μιαν άλλη εκδοχή αναφορικά με το Τεκμήριο 5, ήτοι πως το διάβασε, προβάλλοντας και την ακατανόητη θέση πως «Αλλά η περίπτωση που λέει εδώ η ασφαλιστική είναι εκείνη τη μέρα που πήγα εις το γραφείο του κυρίου Λιάτσου». Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο καταλήγει πως ο Ενάγων δεν κατέθεσε με ειλικρίνεια και έτσι η μαρτυρία του δεν κρίνεται αξιόπιστη και δεν γίνεται δεκτή. Ο Μ.Ε.3 κατέθεσε ως εκ της ιδιότητας του ως λειτουργός εκκαθαρίσεων του ΧΑΚ στηριζόμενος σε έγγραφα και στοιχεία όπως αυτά παρουσιάζονται στα αρχεία του ΧΑΚ. Συγκεκριμένα κλήθηκε να καταθέσει για τις πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν στο Χρηματιστήριο στο όνομα της Εναγομένης 1 για τα έτη 2000-2001. Ο μάρτυρας κατέθεσε την κατάσταση για την περίοδο 23.7.01-31.12.03, Τεκμήριο 14, λέγοντας πως η 23.7.01 ήταν η ημερομηνία έναρξης τήρησης του μητρώου των συναλλαγών από το ΧΑΚ. Αναφορικά με την περίοδο από το 1999 μέχρι την 1.6.01 ο μάρτυρας κατέθεσε ξεχωριστή κατάσταση με βάση και πάλι τα αρχεία του ΧΑΚ, Τεκμήριο 15. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο μάρτυρας έδωσε όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις και διευκρινίσεις αναφορικά με τις δύο αυτές καταστάσεις και τις διαφορές μεταξύ τους. Ειδικότερα ο μάρτυρας ανέφερε πως ανεξαρτήτως του ότι το Τεκμήριο 15 δεν φέρει τη σφραγίδα του ΧΑΚ, (σε αντίθεση με το Τεκμήριο 14), και αυτό τυπώθηκε από τον ίδιο με βάση τα αρχεία του ΧΑΚ. Επίσης δήλωσε πως το Τεκμήριο 14 τυπώθηκε στις 4.2.16, ως αναγράφεται επί αυτού, ανεξαρτήτως του ότι στο εν λόγω έγγραφο αναγράφεται και η ημ. 30.10.06. Ακόμα εξήγησε πως στο Τεκμήριο 15 περιλαμβάνονται όλες οι συναλλαγές που έγιναν από τη CNP Cyprialife με αρ. εγγραφής 46532 και οι οποίες δεν διεκπεραιώνοντο τότε από το ΧΑΚ, ενώ το Τεκμήριο 14 αφορά τις συναλλαγές οι οποίες διενεργήθηκαν στον συγκεκριμένο λογαριασμό αποθετηρίου της εταιρείας ο οποίος διατηρείτο στο ΧΑΚ. Ο μάρτυρας έδωσε επίσης την αναγκαία πληροφόρηση όσον αφορά τα στοιχεία που καταγράφονται στα δύο αυτά τεκμήρια. Τέλος ο μάρτυρας επιβεβαίωσε πως οι δύο αυτές καταστάσεις αφορούν την ίδια εταιρεία, ήτοι τη Laiki Cyprialife, στο όνομα της οποίας φέρεται το Τεκμήριο 14, καθότι υπάρχει ταύτιση του αριθμού εγγραφής της εταιρείας με τη CNP Cyprialife η οποία είναι αυτή που άνοιξε τη μερίδα στο αποθετήριο. Όταν ρωτήθηκε για τη Cyprialife ο ίδιος είπε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο αυτή είναι ξεχωριστή εταιρεία από τη Laiki Cyprialife και ότι αυτό μπορεί να διευκρινιστεί με βάση τους αριθμούς εγγραφής των εταιρειών. Γενικά ο μάρτυρας κατέθεσε με σαφήνεια και με πλήρη αμεροληψία και ουδετερότητα στην προσπάθεια του να δώσει μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη και ακριβή εικόνα για τα όσα κλήθηκε να καταθέσει. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του δεν διαφάνηκε να διακατείχετο από οποιαδήποτε άλλα κίνητρα πέραν από το να καταθέσει όσα γνώριζε λόγω ακριβώς της ιδιότητας του. Έτσι το Δικαστήριο ικανοποιείται πλήρως για την αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια του και δέχεται πως οι δύο αυτές καταστάσεις καταδεικνύουν τις συναλλαγές οι οποίες διενεργήθηκαν από την Εναγομένη 1 για την περίοδο 1999-31.12.03. Όσον αφορά τη σχέση των δύο εταιρειών, ήτοι Cyprialife και Laiki Cyprialife, όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης έδωσαν τις απαραίτητες εξηγήσεις οι οποίες παρέμειναν αναντίλεκτες και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτές. Συγκεκριμένα η Laiki Cyprialife Ltd ήταν η πρώην Interamerican Insurance Ltd, η οποία αγοράστηκε από τον όμιλο της Λαϊκής Τράπεζας και τα τμήματα των δύο εταιρειών Cyprialife και Laiki CypriaLlfe εργάζονταν παράλληλα μέχρι τη συγχώνευση τους το 1999 υπό τη νέα ονομασία CNP Cyprialife Ltd. Όπως ορθώς επισήμανε ο Μ.Υ.1, το θέμα αυτό θίγεται και στο Τεκμήριο 5. Συνάγεται λοιπόν πως ο Ενάγων συνήψε το επίδικο συμβόλαιο με τη Cyprialife, η οποία δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου μεταβίβασε όλες τις ασφαλιστικές της εργασίες μαζί με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από αυτές, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου συμβολαίου, στη Laiki Cyprialife. Όσον αφορά την αξιολόγηση των μαρτύρων υπεράσπισης κρίνεται σκόπιμο όπως προηγηθεί η αξιολόγηση των Μ.Υ.2-4 ως των άμεσα εμπλεκομένων στα γεγονότα της υπόθεσης. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε τη Συμφωνία Συνεργασίας του με τη Cyprialife και συνοδευτική επιστολή του διορισμού του ως διευθυντή ομάδας ημ. 2.6.97 - Τεκμήρια 17 και 18. Αναφέρθηκε στην υποβολή της Πρότασης και της Αίτησης για ασφάλεια ζωής με βάση το σχέδιο Fortune επεξηγώντας πως αυτή αφορούσε βασική κάλυψη για θάνατο του Ενάγοντος με ασφαλισμένο ποσό Λ.Κ.300.000 για περίοδο 15 ετών, ήταν συνδεδεμένη με επενδυτικό ταμείο και παρείχε τη δυνατότητα εξαγοράς κατά την περίοδο ασφάλισης. Γι΄ αυτό ο Μ.Υ.2 εξήγησε πως η μελλοντική αξία εξαγοράς του συμβολαίου συνδέετο με την απόδοση των επενδύσεων του επενδυτικού ταμείου. Παρέπεμψε στους όρους της Πρότασης και της Αίτησης, επισημαίνοντας ορθώς πως η αναφορά στα ποσοστά 7 και 10% αφορούσε ενδεικτικές μελλοντικές αποδόσεις με τη ρητή διευκρίνιση πως αυτές μπορούν να είναι μεγαλύτερες αλλά και μικρότερες και έτσι οι αξίες εξαγοράς να διαμορφώνονται ανάλογα. Είπε πως, με βάση τους όρους της Πρότασης, σε περίπτωση θανάτου του Ενάγοντος κατά τη διάρκεια του συμβολαίου το πληρωτέο ποσό θα ήταν ίσο με το ασφαλισμένο ποσό ή την αξία σε τιμή εξαργύρωσης των αντίστοιχων πιστωτικών μονάδων, εάν αυτή ήταν μεγαλύτερη από το ασφαλισμένο ποσό. Αλλιώς θα πληρωνόταν η αξία του συμβολαίου. Ο Μ.Υ.2 αναφέρθηκε στην έκδοση του ασφαλιστηρίου και στους όρους αυτού, καθώς επίσης στο γεγονός πως η Πρόταση και η Αίτηση ήταν αναπόσπαστο μέρος αυτού. Εξέφρασε τη θέση πως οι όροι του συμβολαίου ρύθμιζαν τις σχέσεις των δύο πλευρών και έδωσε με χαρακτηριστική λεπτομέρεια τον τρόπο λειτουργίας αυτού. Ειδικότερα ανέφερε πως το επίδικο ασφαλιστικό σχέδιο ήταν επενδυτικό ασφαλιστικό σχέδιο που αφορά ασφάλιση με κάλυψη θανάτου. Το σχέδιο ήταν συνδεδεμένο με επενδυτικό ταμείο και με την έναρξη της ασφάλισης, αναλόγως του ασφαλισμένου ποσού, το συμβόλαιο πιστωνόταν με τις αντίστοιχες μονάδες. Αναλόγως της πορείας του επενδυτικού ταμείου η αξία των επενδυτικών μονάδων αυξανόταν ή μειωνόταν προσδίδοντας ανάλογη αξία στο ασφαλιστικό σχέδιο. Σε περίπτωση αύξησης των μονάδων λόγω της ανοδικής πορείας της επένδυσης, ο ασφαλιζόμενος είχε τη δυνατότητα να αυξήσει την αξία εξαγοράς και (σε περίπτωση που δεν επισυνέβαινε θάνατος) μπορούσε να εξαγοράσει αυτό πριν ή κατά τη λήξη του με κέρδος. Πράγματι αυτή η ενδελεχής και άκρως διαφωτιστική ανάλυση από τον μάρτυρα βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο των εγγράφων, Τεκμήρια 9 και 10. Ο Μ.Υ.2 εξήγησε περαιτέρω πως λόγω των αυξημένων αποδόσεων του Χρηματιστηρίου κατά τον επίδικο χρόνο κάποιοι ασφαλιζόμενοι αποκόμισαν σημαντικά κέρδη ενώ άλλοι όχι τόσο σημαντικά και άλλοι καθόλου. Παρόλο που η Εναγομένη 1 ουδέποτε παρουσίασε τις περιπτώσεις μεγάλης κερδοφορίας των σχεδίων της ως υπόσχεση για την απόδοση τους, εντούτοις ήταν ιδιαίτερα προσεκτική και έδινε σαφείς οδηγίες προς τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους της να τονίζουν ότι οι αξίες εξαγοράς βάσει των τότε αποδόσεων του 7 και του 10% ήταν μόνο ενδεικτικές. Ο Μ.Υ.2 αναφέρθηκε στην εγκύκλιο της Εναγομένης 1 ημ. 12.11.99, Τεκμήριο 16, η οποία απεστάλη αυθημερόν από τον Διευθυντή Πωλήσεων και Μάρκετιγκ της Κεντρικής Διεύθυνσης της Εναγομένης 1, κ. Δράκο, σε όλο το δυναμικό πωλήσεων της Εναγομένης 1 παγκύπρια. Με αυτή γνωστοποιείτο η απόφαση της Εναγομένης 1 για απόσυρση της παροχής εγγύησης για συμβόλαια άνω των Λ.Κ.300.000, η οποία (απόφαση) είχε ληφθεί πολύ πριν την υποβολή της αίτησης του Ενάγοντος. Μάλιστα ο Μ.Υ.2 ανέφερε πως αυτή η απόφαση δεν ήταν κάτι το ξαφνικό αλλά το αποτέλεσμα διαβουλεύσεων και συζητήσεων του όλου θέματος με τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους, και πως αυτή κοινοποιήθηκε μέσω του Τεκμηρίου 16, θέση η οποία παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Έτσι τόνισε πως οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος περί διαβεβαιώσεων τόσο του ιδίου όσο και των Μ.Υ.3 και 4 για εγγύηση του κεφαλαίου αντίκεινται όχι μόνο στις ρητές γραπτές οδηγίες της Εναγομένης τις οποίες όλοι γνώριζαν αλλά και στους όρους του συμβολαίου. Και στην αντεξέταση του απέκλεισε παντελώς το ενδεχόμενο να μιλούσαν για εγγύηση, κάτι το οποίο κρίνεται απολύτως λογικό. Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονείται η διάρκεια της συνεργασίας και των τριών ασφαλιστικών αντιπροσώπων με την Εναγομένη, η οποία υποδηλοί πως αυτοί θεωρούνται (μέχρι και σήμερα) ικανοί συνεργάτες της Εναγομένης, εκτελώντας τα καθήκοντα τους σύμφωνα με τις οδηγίες αυτής αλλά και προφανώς προς εξυπηρέτηση των πελατών - ασφαλιζομένων. Ο Μ.Υ.2 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην πάγια διαδικασία που ακολουθείται σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις έκδοσης ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με την υποβολή Αίτησης και Πρότασης αφού ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος επεξηγήσει στον πελάτη τους όρους και τα ωφελήματα του συμβολαίου. Ο αντιπρόσωπος συμπληρώνει την Αίτηση και Πρόταση αναλόγως των οδηγιών του πελάτη και υπογράφει και ο ίδιος προς επιβεβαίωση της ακρίβειας των πληροφοριών. Σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, κατά την υποβολή της Πρότασης και Αίτησης για έγκριση, οι αντιπρόσωποι εκπροσωπούν τους πελάτες και όχι την εταιρεία. Σε αυτό το πλαίσιο ήταν επίσης η θέση του Μ.Υ.2 πως ο πελάτης είχε τη δυνατότητα ακύρωσης του συμβολαίου εντός 30 ημερών από την παραλαβή του και επιστροφής των χρημάτων του. Επέμενε πως ο ίδιος γνώρισε τον Ενάγοντα στο δικό του γραφείο, όταν τον έφεραν εκεί οι Μ.Υ.3 και 4 και του εξήγησαν τους κινδύνους του συγκεκριμένου σχεδίου. Η επιμονή του στο ότι δεν τον είδε στα γραφεία του Μ.Ε.1 και ότι δεν προώθησε το σχέδιο ως επικερδές ήταν ιδιαίτερα έντονη και πειστική. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ακόμα πως τότε επικρατούσε μια υπέρμετρη ευφορία λόγω των αλματωδών ανόδων των τιμών του Χρηματιστηρίου και πως γενικά οι πελάτες ήταν αισιόδοξοι ότι δεν υπήρχαν κίνδυνοι. Όμως ο Μ.Υ.2 ήταν σαφής πως πάντα εξηγούσαν ότι οι αποδόσεις του σχεδίου ήταν ενδεικτικές και τόνισε πως εξήγησαν στον Ενάγοντα για το δικαίωμα τερματισμού του συμβολαίου σε 30 μέρες. Η ισχυριζόμενη παράλειψη αναφοράς αυτού του όρου στον Ενάγοντα κρίνεται αβάσιμη καθότι αυτή η αναφορά είναι περισσότερο τυπικής φύσης για να καθησυχαστεί ο πελάτης και δεν υπήρχε λόγος να μην αναφερθεί στον ίδιο, ειδικά κάτω από τις συνθήκες υποβολής της αίτησης όπως αυτές περιγράφηκαν από τον ίδιο. Με άλλα λόγια, εάν όντως του είχε δοθεί διαβεβαίωση για εγγύηση, δεν θα διαφαίνετο προβλεπτός κίνδυνος ή πιθανότητα για ακύρωση του συμβολαίου από τον Ενάγοντα καθότι ο Ενάγων λογικά θα επιθυμούσε τη διατήρηση τέτοιου συμβολαίου. Η δε θέση του μάρτυρος στην αντεξέταση του πως η αναφορά στο δικαίωμα τερματισμού του συμβολαίου είναι σημείο προς προώθηση του συμβολαίου («selling point») όντως κρίνεται λογική και βάσιμη. Ο Μ.Υ.2 προσέθεσε πειστικά πως θυμάται ότι ο Ενάγων ήταν πολύ ξεκάθαρος και αποφασισμένος ότι ήθελε να προβεί στην επίδικη ασφάλιση καθότι τους είπε πως «έκανε» τα χρήματα του «παίζοντας» συνάλλαγμα, πως ήταν εξοικειωμένος με τους επενδυτικούς κινδύνους και πως γνώριζε πολύ καλά τι έκανε. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.2, ο Ενάγων γνώριζε από την πρώτη κιόλας συνάντηση τη φύση του σχεδίου και ήταν πεπεισμένος πως ήθελε να συνάψει αυτό το συμβόλαιο. Και αυτή η αναφορά κρίνεται βάσιμη και λογική ενόψει της αναφοράς του ίδιου του Ενάγοντος πως είχε διαβάσει παρά πολλά έντυπα και εφημερίδες αναφορικά με το σχέδιο και επομένως προκύπτει πως γνώριζε αρκετές πληροφορίες γι΄ αυτό. Τέλος, ο Μ.Υ.2 ανέφερε πως ο Ενάγων ουδέποτε αμφισβήτησε προς τον ίδιο την ορθότητα ή την αποδοχή του συμβολαίου, και είναι όντως αξιοπερίεργο πως η αντίθετη θέση του Ενάγοντος επί τούτου δεν του υποβλήθηκε. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.2 παρέμεινε σταθερός σε όλες του τις θέσεις δίδοντας περισσότερες εξηγήσεις, όπως π.χ. για την τότε επικρατούσα κατάσταση του κόσμου που από στόμα σε στόμα πληροφορούνταν για τα διάφορα σχέδια και επεδείκνυαν από μόνοι τους ενδιαφέρον. Η όλη στάση του μάρτυρος στο εδώλιο και ειδικότερα το ύφος και οι απαντήσεις του έδειχναν πως ήταν ένας τυπικός επαγγελματίας που εκτελούσε τα καθήκοντα του με πάσα επιμέλεια και αυτό δίδασκε στην ομάδα του, και πως ο ίδιος νοιαζόταν κυρίως για τη σύναψη ασφαλιστηρίων ζωής προς προστασία και διασφάλιση της οικογένειας του ασφαλιζομένου παρά για τη σύναψη επενδυτικών σχεδίων. Εξ ου και δεν είναι τυχαίο το ότι επέλεξε να συνεργαστεί με τη Cyprialife λόγω του ότι, όπως είπε, αυτή ήταν συνδεδεμένη με την Τράπεζα και έτσι ήταν ευκολότερη η σύναψη συμβολαίων συνδεόμενων με εξασφαλίσεις που παρείχε η Τράπεζα, όπως στεγαστικά δάνεια. Ήταν επίσης ξεκάθαρος πως δεν είχε υπόψιν το Τεκμήριο 5 και ούτε υπήρχε λόγος να γνωρίζει για την εκεί αναφερόμενη απόδοση του 25%, καθότι αυτή ήταν η ιστορική μέση απόδοση και κατά κύριο λόγο, κάθε βδομάδα δημοσιεύονταν οι αποδόσεις όλων των ασφαλιστικών εταιρειών στις εφημερίδες έτσι εκείνη ήταν μια πιο ενημερωμένη (up to date) και βάσιμη πηγή για το ζήτημα. Αυτή η θέση του και πάλι κρίνεται λογική. Στην υποβολή πως η προσωπική επιτυχία του συνδέεται με τις πωλήσεις του, απάντησε πως όντως θα μπορούσε να είναι πολύ περισσότερες πλην όμως χάνουν πελάτες οι οποίοι δεν ακούν αυτό που θέλουν. Η θέση του αυτή πράγματι αντικατοπτρίζει την όλη φιλοσοφία του για την εργασία του όπως αυτή διεφάνη μέσα από τις δικές του αναφορές. Άλλωστε δεν δίστασε να παραδεχθεί πως ναι μεν η δική του αμοιβή αυξάνεται αναλόγως του όγκου πωλήσεων, πλην όμως επισήμανε ταυτόχρονα πως αυτό δεν σημαίνει ότι έπρεπε να κλείνουν συμβόλαια εις βάρος των πελατών. Έχει ήδη λεχθεί πως είναι λογικό ότι η επιτυχία ενός ασφαλιστικού αντιπροσώπου εξαρτάται όχι μόνο από την επίδοση του στον αριθμό συμβολαίων αλλά και στο επίπεδο εξυπηρέτησης και ικανοποίησης των αναγκών και απαιτήσεων των πελατών. Προφανώς λοιπόν είναι ορθή η προβληθείσα θέση του μάρτυρος πως διαχρονικά η επιδίωξη μόνο αριθμών και αμοιβών θα επέφερε ζημιά στη φήμη και πελατεία του. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και η μαρτυρία του Μ.Υ.3. Αξίζει να τονισθεί πως παρόλο που και οι τρεις ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι αναφέρθηκαν στα ίδια γεγονότα, παρουσιάζονται κάποιες διαφορές μεταξύ τους, οι οποίες κρίνονται εντελώς φυσιολογικές ενόψει και του μακρού χρόνου από τα επίδικα γεγονότα μέχρι και τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο και αποτελούν ένδειξη πως η μαρτυρία τους δεν ήταν προπαρασκευασμένη και συντονισμένη. Για παράδειγμα, ο Μ.Υ.3 δεν θυμόταν κατά πόσον συναντήθηκαν στο κατάστημα της Λαϊκής 001 ή σε αυτό στην Κέννεντυ ενώ, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν ο μόνος που είπε πως όταν έφθασε εκεί με τον Μ.Υ.4, αποχώρησε ο Μ.Ε.1 αφήνοντας τους μόνους με τον πελάτη. Μάλιστα ο Μ.Υ.3 επιβεβαίωσε και αυτός πως ο Ενάγων γνώριζε τη φύση του σχεδίου και ήταν πολύ σίγουρος για τη συμμετοχή του με το ποσό των Λ.Κ.300.000. Τέλος, εξέφρασε τη λογική θέση πως ήταν λόγω του ύψους του ποσού που διευθετήθηκε και δεύτερη συνάντηση στα γραφεία του Μ.Υ.2. Η αδυναμία του Μ.Υ.3 να θυμηθεί ποιος από τους δύο, ήτοι ο ίδιος ή ο Μ.Υ.4, παρέδωσε το συμβόλαιο στον Ενάγοντα αφορά λεπτομέρεια και κρίνεται δικαιολογημένη λόγω της παρόδου του χρόνου, ειδικότερα εφόσον αυτό δεν ήταν ουσιαστικά αντικείμενο διαφοράς μεταξύ των μερών. Και κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και έδωσε απαντήσεις οι οποίες ήταν λογικές και βάσιμες και φανέρωναν την αντικειμενικότητα του. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν θεωρούσε το επίδικο σχέδιο ξεχωριστό αλλά είπε πως είχε το πλεονέκτημα ότι δεν υπήρχαν χρεώσεις στο ποσό της επένδυσης και πως ο ασφαλιζόμενος ήταν ασφαλισμένος για το εν λόγω ποσό. Επίσης είπε πως δεν θυμόταν τις αποδόσεις του σχεδίου, παραπέμποντας στις εφημερίδες της περιόδου εκείνης, αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα πως τότε υπήρχαν ψηλές αποδόσεις. Προσέθεσε πως ενημέρωναν τους πελάτες ότι υπήρχαν και ψηλές και χαμηλές αποδόσεις αναλόγως της οικονομίας και ακολούθως παραδέχθηκε πως το επίδικο επενδυτικό σχέδιο είχε μέσο προς αυξημένο κίνδυνο, όμως και πάλι δεν δίστασε να αναφέρει πως ο ίδιος δεν ενημέρωνε τους πελάτες προς τούτο. Επανέλαβε ακόμα πως η αμοιβή του εξαρτάτο από τον αριθμό των συμβολαίων, όμως αυτό δεν σήμαινε πως έκλειναν συμβόλαια εις βάρος του πελάτη. Όλες οι πιο πάνω θέσεις του δείχνουν πως ο μάρτυρας ήταν πρόθυμος και έτοιμος να αναφερθεί σε θέματα με ουδετερότητα και όχι κατ΄ ανάγκην με τρόπο που υποστήριζαν τη θέση του, δίδοντας όμως μια ολοκληρωμένη εικόνα των δικών του απόψεων αλλά και της δικής του συμπεριφοράς αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Επίσης τον χαρακτήρισε η ίδια συνέπεια με τους άλλους δύο ασφαλιστικούς αντιπροσώπους στην επιμονή του πως δεν έκαναν λόγο για ποσοστό απόδοσης στον Ενάγοντα και ειδικότερα για 35% ή 25%. Η μαρτυρία του Μ.Υ.4 συνάδει με τα όσα ανέφεραν οι δύο προηγούμενοι μάρτυρες όσον αφορά γενικά τη διαδικασία σύναψης συμβολαίων καθώς και ειδικά την υπό κρίση περίπτωση και κυρίως την αναφορά του Ενάγοντος περί ενασχόλησης του με επενδύσεις. Επανέλαβε με σταθερότητα ότι η δεύτερη συνάντηση με τον Μ.Υ.2 έγινε λόγω του ύψους του ποσού και πως και οι τρεις είχαν εξηγήσει όλες τις παραμέτρους και τους όρους του σχεδίου στον Ενάγοντα, ο οποίος ήταν ήδη αποφασισμένος να προβεί στην επίδικη ασφάλιση. Ήταν χαρακτηριστική η επεξήγηση του μάρτυρος πως ο Ενάγων επιθυμούσε «διακαώς» να συνάψει το συμβόλαιο κατόπιν συμβουλής από τον τραπεζικό του. Επίσης τόσο ο Μ.Υ.4 όσο και ο Μ.Υ.3 ανέφεραν πως ο Ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προς αυτούς για το επίδικο συμβόλαιο, γεγονός το οποίο συνάδει και με τα λεγόμενα του Ενάγοντος. Και αυτός ο μάρτυρας φάνηκε να καταθέτει με ουδετερότητα και ειλικρίνεια και δεν δίσταζε να παραδεχθεί όταν δεν θυμόταν συγκεκριμένα γεγονότα, όπως το τι ακριβώς ο ίδιος είπε στον Ενάγοντα, πόσες φορές γενικά πήγε στο γραφείο του Μ.Ε.1 και κατά πόσο σε εκείνη τη συνάντηση μίλησε με τον Μ.Ε.1. Ακόμα ήταν σαφής πως εάν ο αντιπρόσωπος δεν είναι σωστός με τον πελάτη, τότε το «σύστημα» τον διώχνει έξω από μόνο του. Ο Μ.Υ.4 έδωσε την εικόνα πως όντως ο ίδιος δεν ασχολείται με την αμοιβή του παρά μόνο έχει ως προτεραιότητα του το συμφέρον του πελάτη. Το Δικαστήριο έχει ήδη σχολιάσει πως αυτή η τοποθέτηση επιβεβαιώνεται από τη μακροχρόνια συνεργασία και των τριών αντιπροσώπων στην Εναγομένη 1. Ακόμα ο μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να είπαν στον Ενάγοντα για αποδόσεις του ποσοστού του 35% εάν πράγματι αυτό ίσχυε τότε, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει την ειλικρίνεια και αξιοπιστία του. Ταυτόχρονα όμως δήλωσε πως εξηγούσαν τότε επίσης πως αυτές οι αποδόσεις ήταν ενδεικτικές και μπορούσαν να παρουσιάσουν και άνοδο αλλά και πτώση. Τέλος, έδωσε και αυτός την πειστική απάντηση πως ήταν παράλογο να αναφέρουν στον Ενάγοντα περί εγγύησης του ποσού από τη στιγμή που η Τράπεζα είχε αποσύρει τέτοια εγγύηση και τους ενημέρωσε με γραπτές οδηγίες. Ο Μ.Υ.1 ως δικηγόρος και εργοδοτούμενος στην Εναγομένη 1 για 23 χρόνια κρίνεται πως ευλόγως απέκτησε επαρκή γνώση των διαδικασιών της Εναγομένης όσον αφορά γενικά τη σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τον τρόπο λειτουργίας αυτών. Ο ίδιος διευκρίνισε εξαρχής πως απέκτησε γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω της θέσης του και κυρίως από έγγραφα που κατείχε, από ιδίαν γνώση των διαδικασιών της Εναγομένης 1 και από έρευνα στην οποία ο ίδιος προέβη αναφορικά με την παρούσα. Αυτή η θέση του κρίνεται αληθής καθότι, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, πράγματι αυτές είναι οι πηγές του συνόλου της μαρτυρίας του. Ο Μ.Υ.1 εξήγησε με αναλυτικό και σαφέστατο τρόπο τη στάση και πρακτική της Εναγομένης αναφορικά με τη σύναψη συμβολαίων και επεξήγησε εκτενώς τη φύση του επίδικου ασφαλιστικού σχεδίου. Η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία των Μ.Υ.2-4. Έκανε επίσης εκτενή αναφορά και στο θέμα της παροχής εγγύησης του ασφαλιζόμενου ποσού σε περιπτώσεις μεγάλων ποσών, κάτι το οποίο τελούσε υπό την έγκριση της Τράπεζας για κάθε περίπτωση ξεχωριστά και ίσχυε νοουμένου ότι το συμβόλαιο έφθανε μέχρι τη λήξη του. Όμως τόνισε πως η παροχή εγγύησης δεν ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση εφόσον αυτή είχε από προηγουμένως αποσυρθεί με σχετική απόφαση της Τράπεζας. Μάλιστα αυτός κατέθεσε το Τεκμήριο 16 και αναφέρθηκε στις συνθήκες κοινοποίησης του. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως οι Μ.Υ.3 και 4 ήταν πλήρως ενημερωμένοι για το ζήτημα, ούτως ώστε αυτή η πεποίθηση του μάρτυρος να μην αποτελεί μια απλή εικασία αλλά μια πλήρως στοιχειοθετημένη και βάσιμη θέση η οποία επιβεβαιώθηκε και από τους άμεσα εμπλεκόμενους μάρτυρες, ήτοι τους Μ.Υ.2-4. Ήταν επίσης η θέση του Μ.Υ.1 πως ο Ενάγων αμφισβήτησε την ορθότητα και αποδοχή του συμβολαίου για πρώτη φορά μέσω της Αγωγής. Η έρευνα στην οποία ο ίδιος ο μάρτυρας προέβη δεν κατέδειξε πως είτε ο Μ.Υ.2 είτε οι άλλοι δύο ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι διαβεβαίωσαν τον Ενάγοντα ως προς την εξασφάλιση και εγγύηση του ποσού. Αυτή η διαπίστωση του μάρτυρος σαφώς προέρχεται από πληροφορίες και ενημέρωση που ο ίδιος έλαβε, όμως αυτή εξάγεται ούτως ή άλλως από το ίδιο το Δικαστήριο με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Υ.2-4 οι οποίοι κατέθεσαν και είχαν προσωπική ανάμειξη στα εν λόγω γεγονότα. Η γενική εικόνα που δημιούργησε ο Μ.Υ.1 ήταν πως αυτός κατέθετε με πλήρη συνείδηση της ευθύνης του έναντι στο Δικαστήριο, ως ένας υπεύθυνος επαγγελματίας και με περισσή σαφήνεια και σταθερότητα. Δεν δίστασε να παραδεχθεί πως ο ίδιος δεν ήταν παρών στις συναντήσεις του Ενάγοντος με τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους, όμως υποστήριξε τις θέσεις του με αναφορά σε στοιχεία και στην πολυετή πείρα του στην Εναγομένη 1. Σημασία όμως έχει πως τελικώς, σε όσα αναφέρθηκε χωρίς να έχει άμεση γνώση, ο Μ.Υ.1 επαληθεύθηκε από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους μάρτυρες, ήτοι τους Μ.Υ.2-4. Ακόμα προσέθεσε πως και οι τρεις εμπλεκόμενοι στην παρούσα υπόθεση εξακολουθούν μέχρι σήμερα να συνεργάζονται με την Εναγομένη 1, γεγονός που όντως καταδεικνύει την αναγνώριση της αξίας και την εκτίμηση τους από την εταιρεία. Ήταν εμφανές πως ο μάρτυρας δεν επιδίωξε να παρουσιάσει απλώς την εικόνα των τριών ως των «τέλειων» αντιπροσώπων αλλά ως προσώπων τα οποία με την πάροδο του χρόνου απέδειξαν την ευσυνειδησία και ικανότητα τους έναντι της Εναγομένης 1 αλλά και των πελατών της. Ο Μ.Υ.1 εξέφρασε τη λογική θέση πως δεν ήταν δυνατό υπό τις περιστάσεις να διδόταν οποιαδήποτε διαβεβαίωση για εγγύηση του ποσού. Επίσης επανέλαβε τα όσα ανέφεραν οι ίδιοι οι ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι πως ο Ενάγων γνώριζε ήδη για το σχέδιο από την πρώτη τους συνάντηση και πως δεν ανησυχούσε για τους κινδύνους που αυτοί ανέλυαν λόγω του ότι έλεγε πως απέκτησε («έκανε») τα χρήματα του ρισκάροντας με συνάλλαγμα και πως ήξερε από κινδύνους. Σημειώνεται πως ο Ενάγων ανέφερε πως πράγματι προέβη σε κάποιες μετατροπές συναλλάγματος, θεωρώντας πως αυτό διαφέρει από την υπό κρίση επένδυση. Τέλος, ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στη διαδικασία εκχώρησης και εξαγοράς του συμβολαίου με βάση τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Αυτή η χαρακτηριστική μεθοδικότητα και ανάλυση στις απαντήσεις του μάρτυρος παρέμεινε αναλλοίωτη και καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του στην οποία επανέλαβε βασικά τις ίδιες θέσεις. Ο ίδιος μάλιστα προέβη σε ανάλυση των όρων του συμβολαίου και των κινδύνων του σχεδίου καθώς επίσης έκανε αναφορά στο Τεκμήριο 5. Ο μάρτυρας φάνηκε ειλικρινής και πειστικός και όσον αφορά το θέμα των επενδύσεων της Εναγομένης 1 στο Χρηματιστήριο. Ο ίδιος αναφέρθηκε μόνο στους όρους του συμβολαίου περί τούτου. Όταν παραπέμφθηκε στη μαρτυρία από το ΧΑΚ ο ίδιος απλώς έδωσε την ορθή και λογική απάντηση πως το ΧΑΚ έδωσε μόνο την εικόνα του όγκου των συναλλαγών αλλά δεν έδωσε στοιχεία αναφορικά με το ποσοστό του συνολικού χαρτοφυλακίου της εταιρείας το οποίο επενδύθηκε στο Χρηματιστήριο. Έτσι αντέκρουσε την υποβολή περί μη ικανοποιητικής διασποράς των επενδύσεων της εταιρείας, προς παραβίαση του συμβολαίου, και επικέντρωσης όλων των επενδύσεων της στο Χρηματιστήριο, λέγοντας ακόμα πως ο ίδιος γνώριζε περί διασκορπισμένων επενδύσεων και σε οργανισμούς του εξωτερικού. Στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο αποκόμισε θετική εικόνα και γι΄ αυτόν τον μάρτυρα του οποίου τη μαρτυρία κρίνει πλήρως αξιόπιστη. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως όλοι οι μάρτυρες της Εναγομένης 1 κατέθεσαν με ειλικρίνεια και κρίνονται αξιόπιστοι. Έτσι αποδέχεται πως οι συνθήκες σύναψης του συμβολαίου έχουν ως αυτές αναφέρθηκαν από την Υπεράσπιση, και ειδικότερα πως στις 24.11.99 ο Ενάγων επισκέφθηκε το γραφείο του Μ.Ε.1 όπου συζήτησαν για το επίδικο σχέδιο. Κατόπιν τηλεφωνήματος του Μ.Ε.1, μετέβησαν εκεί οι Μ.Υ.3 και 4. Αυτοί επεξήγησαν στον Ενάγοντα τη φύση και τους όρους του επίδικου συμβολαίου και πως οι όποιες αποδόσεις είναι απλώς ενδεικτικές. Ο Ενάγων φαινόταν ήδη ενήμερος για το σχέδιο και αποφασισμένος να συμμετάσχει σε αυτό λέγοντας πως ασχολείτο με επενδύσεις και πως γνώριζε τους πιθανούς κινδύνους. Μετά την απόσυρση των χρημάτων και λόγω του ύψους του ποσού, ο Ενάγων επισκέφθηκε το γραφείο του Μ.Υ.2, όπου και οι τρεις αντιπρόσωποι τον ενημέρωσαν ξανά για το συμβόλαιο και το δικαίωμα ακύρωσης του εντός 30 ημερών. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου πως οι Μ.Υ.2-4 ουδέποτε ανέφεραν στον Ενάγοντα περί εγγύησης του ασφαλισμένου ποσού ούτε και περί σίγουρης απόδοσης είτε πέραν του 30% είτε στο 25%. Έτσι το Δικαστήριο δέχεται πως ο Ενάγων συνήψε το επίδικο συμβόλαιο αφού του εξηγήθηκαν πλήρως η φύση και οι όροι του και πως μεταγενέστερα προέβη στην εκχώρηση αυτού προς την Εναγομένη 2 εν γνώσει του ότι αυτό αποτελούσε εξασφάλιση των υποχρεώσεων του προς την τελευταία και λόγω των δυσκολιών του να ανταποκριθεί σε αυτές. ΙΙ. Νομική Ανάλυση Το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο ο Ενάγων έχει αγώγιμο δικαίωμα ενόψει των προδικαστικών ενστάσεων που προβάλλονται από την Εναγομένη 1. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά καθορίζει την ύπαρξη ή μη αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντος είναι το γεγονός και η σημασία της εκχώρησης του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Αναφορικά με την εκχώρηση ο Ενάγων αποδίδει στην Εναγομένη 2 ψευδείς παραστάσεις, αμέλεια και παράβαση νομίμων καθηκόντων. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο Ενάγων αποδίδει την ίδια συμπεριφορά και στην Εναγομένη 1 αναφορικά με τη σύναψη του ασφαλιστηρίου και έτσι προβάλλει ακριβώς τους ίδιους ισχυρισμούς ενιαία και για τις δύο, με αποτέλεσμα να κρίνεται σκόπιμη η ταυτόχρονη ενασχόληση και με τις δύο Εναγόμενες γι΄ αυτό το ζήτημα. Τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στη μαρτυρία του ο Ενάγων απέδωσε και στις δύο Εναγόμενες ψευδείς παραστάσεις διενεργηθείσες από αντιπροσώπους ή υπαλλήλους τους, ήτοι συνιστάμενες στο ότι · Το κεφάλαιο των Λ.Κ.300.000 ήταν εγγυημένο [Σημειώνεται πως στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά σε ποσό Λ.Κ.306.000 (προφανώς λόγω της αναγραφής του εν λόγω ποσού ως το «Ποσό Επενδυόμενου Κεφαλαίου - Πρώτος χρόνος» στην Πρόταση και στο Ασφαλιστήριο), όμως τόσο η μαρτυρία όσο και η αγόρευση του δικηγόρου του Ενάγοντος περιορίστηκαν ρητώς στο ποσό των Λ.Κ.300.000.] · Σε πέντε έτη αυτό θα ανέρχετο σε Λ.Κ.1.000.000 · Το σχέδιο παρείχε εγγυημένες αποδόσεις πέραν του 25% · Η Εναγομένη 1 ήταν ο μεγαλύτερος θεσμικός επενδυτής · Θα υπήρχε ικανοποιητική διασπορά κινδύνου και επενδύσεις σε διάφορους παραγωγικούς τομείς · Το σχέδιο θα είχε την υποστήριξη της Εναγομένης 2 Ο όρος «ψευδής παράσταση» ερμηνεύεται στο άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ότι περιλαμβάνει: «(α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές· (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού· (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής.» Σχετικές είναι οι υποθέσεις Μούντης v. Παπαχριστοφόρου κ.ά.

(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2637 και Γεωργίου κ.ά. v. Alpha Concrete Ltd
(2009)1 (B) Α.Α.Δ.
  1. Ουσιαστικά λοιπόν, για να επιτύχει τέτοια βάση αγωγής θα πρέπει να καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό (ισοζύγιο πιθανοτήτων) ότι υπήρξε είτε θετική βεβαίωση αναληθούς γεγονότος, είτε παραπλάνηση άλλου κατά παράβαση καθήκοντος είτε παραπλάνηση άλλου για το αντικείμενο της συμφωνίας. Τονίζεται βεβαίως πως σύμβαση επηρεαζόμενη από τα πιο πάνω δεν είναι εξ υπαρχής άκυρη, αλλά θωρείται (σύμβαση) ακυρώσιμη κατ΄ επιλογήν του μέρους του οποίου είχε εξασφαλιστεί με τον πιο πάνω τρόπο η συναίνεση στη συνομολόγηση της. Η μαρτυρία του Ενάγοντος έχει ήδη κριθεί στο σύνολο της αναξιόπιστη και ως τέτοια έχει απορριφθεί, με αποτέλεσμα να μην γίνονται δεκτοί οι ισχυρισμοί του περί οποιωνδήποτε προφορικών ψευδών παραστάσεων και παραπλάνησης του ή ακόμη όποιας πίεσης του στη σύναψη είτε του ασφαλιστηρίου συμβολαίου είτε της σύμβασης εκχώρησης. Κατά συνέπεια ελλείπει κάθε πραγματικό υπόβαθρο πως έγιναν οποιεσδήποτε από τις προαναφερόμενες παραστάσεις στον Ενάγοντα και κυρίως αναφορικά με την εγγυημένη απόδοση του σχεδίου. Ο Ενάγων επικαλέστηκε το περιεχόμενο της Πρότασης για Ασφάλεια Ζωής, Τεκμήριο 9, (αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ο ίδιος ως Τεκμήριο 1), στην οποία γίνεται αναφορά σε αποδόσεις του ύψους του 7% και 10%. Διαφεύγει όμως την προσοχή του η αναφορά σε αυτή πως αυτές οι επιδόσεις «είναι ενδεικτικές και . μελλοντικά μπορεί να είναι μεγαλύτερες ή μικρότερες και οι αξίες εξαγοράς να διαμορφωθούν ανάλογα». Τέτοια αναφορά ουδόλως παραπέμπει σε εγγυημένη απόδοση οποιουδήποτε ποσοστού. Στηρίχθηκε επίσης στο περιεχόμενο της συνοδευτικής επιστολής ημ. 30.11.99, Τεκμήριο 3, προς υποστήριξη της θέσης περί παραστάσεων εκ μέρους της Εναγομένης 1 για το ύψος των αποδόσεων του σχεδίου. Πράγματι σε αυτή αναφέρεται πως «Το Ασφαλιστήριο Ζωής της Cyprialife είναι ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο σχεδιασμένο να καλύπτει τις οικονομικές σας ανάγκες. Παρέχει εγγύηση για τη δική σας ασφάλεια και των αγαπημένων σας, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίζει ψηλές αποδόσεις στις επενδυτικές σας επιλογές.» Το Δικαστήριο επισημαίνει πως αυτή η φράση περιέχεται στην επιστολή που συνοδεύει το ίδιο το συμβόλαιο. Είναι καλά καθιερωμένη η νομική αρχή πως οι όροι του συμβολαίου είναι αυτοί που περιέχονται στο συμβόλαιο και πως εξωγενής μαρτυρία δύναται να ληφθεί υπόψιν μόνο σε κάποιες περιπτώσεις, π.χ. όπου έγινε αμοιβαίο λάθος, όπου το συμβόλαιο δεν αποτελεί την ολοκληρωμένη συμφωνία μεταξύ των μερών, ή όπου υπάρχει ασάφεια των όρων, κάτι το οποίο αναμφίβολα δεν ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα MacGivillray & Parkington on Insurance Law, 6η έκδοση, σελ.495-6, παρ.
  2. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, το περιεχόμενο της συνοδευτικής επιστολής αξιολογείται με βάση το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύναψη του ασφαλιστηρίου και όχι αποσπασματικά και απομονωμένα. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο ικανοποιείται πως οι Μ.Υ.2-4 είχαν εξηγήσει τους όρους και τη φύση του εν λόγω συμβολαίου στον Ενάγοντα τότε δεν τίθεται ζήτημα παραπλάνησης του αναφορικά με το είδος της επένδυσης και τους ενδεχόμενους κινδύνους αυτής βάσει του σχεδίου. Η παραπομπή στην επιστολή Νοεμβρίου του 2000, Τεκμήριο 5, και πάλι δεν κρίνεται βοηθητική για τον Ενάγοντα. Επαναλαμβάνεται πως αυτή εκδόθηκε μεταγενέστερα της έκδοσης του ασφαλιστηρίου και σε αυτή γίνεται αναφορά σε «ιστορική μέση ετήσια απόδοση», κάτι το οποίο ουδόλως αποτελεί εγγύηση του αντίστοιχου ποσοστού. Επίσης μια προσεκτική ανάγνωση του συνόλου της εν λόγω επιστολής αποκαλύπτει πως εκείνο το οποίο βασικά τονίζεται σε αυτή είναι αφενός, η συντηρητική φύση των ασφαλιστικών επενδυτικών σχεδίων της Εναγομένης 1 με μακροχρόνιες επενδύσεις και αφετέρου, ο μη απόλυτος συσχετισμός τους με την Κυπριακή χρηματιστηριακή αγορά. Μάλιστα επισημαίνεται η ασταθής πορεία του ΧΑΚ και η ικανοποιητική διασπορά κινδύνου με επενδύσεις σε «Κυβερνητικές και Δημόσιες καταθέσεις, Ομόλογα, Επενδύσεις Εξωτερικού και Επενδύσεις Ακινήτων». Αναφορικά με το θέμα της διασποράς του κινδύνου σε σχέση με τις επενδύσεις που έγιναν εκ μέρους της Εναγομένης 1, ο Ενάγων έφερε το βάρος απόδειξης των συναφών ισχυρισμών του περί ψευδών παραστάσεων και τελικώς δεν προσέφερε μαρτυρία προς υποστήριξη τους και αντίκρουση των όποιων τοποθετήσεων της Εναγομένης 1 στην εν λόγω επιστολή. Όπως ορθώς επισήμανε ο Μ.Υ.1 και γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο, η παρουσίαση της μαρτυρίας από το ΧΑΚ δεν προσφέρει οτιδήποτε περισσότερο πέραν από την επένδυση της Εναγομένης 1 στο ΧΑΚ. Δεν υπάρχουν όμως στοιχεία για το συνολικό ύψος της επένδυσης σε σχέση με το σύνολο του κεφαλαίου της Εναγομένης 1 και για το κέρδος καθώς επίσης και δεν έγινε ανάλυση των τίτλων που αυτή αφορά για να καταδειχθεί ο τρόπος απόφασης για τη διενέργεια συναλλαγών. Ούτε και δόθηκαν στοιχεία αναφορικά με οποιεσδήποτε άλλες επενδύσεις για να διαφανεί η συνολική εικόνα των επενδύσεων και η όποια διασπορά του κινδύνου σε αυτές. Αντιθέτως, καταδεικνύεται από την αναντίλεκτη και αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Υ.1 πως η Εναγομένη 1 προέβη σε διασκορπισμένες επενδύσεις και σε οργανισμούς στο εξωτερικό. Παρόλο που πράγματι αυτή η τοποθέτηση είναι γενική, εντούτοις επισημαίνεται εκ νέου πως ο Ενάγων είναι αυτός που είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του με την προσκόμιση της απαραίτητης μαρτυρίας επί τούτου και όχι η πλευρά της Εναγομένης
  3. Σημειώνεται ακόμα πως στην εν λόγω επιστολή, Τεκμήριο 5, γίνεται λόγος για «υποστήριξη του Ομίλου Λαϊκής», τοποθέτηση η οποία τίθεται με γενικότητα χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Τονίζεται τέλος, πως τίποτε από όσα έχει γίνει δεκτό ότι οι Μ.Υ.2-4 ανέφεραν στον Ενάγοντα πληροί τις προϋποθέσεις να κριθεί ότι συνιστά ψευδή παράσταση εν τη εννοία που έχει εξηγηθεί πιο πριν. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί πως οι Εναγόμενες ή οποιαδήποτε εξ αυτών έχει προβεί σε ψευδείς παραστάσεις προς τον Ενάγοντα οι οποίες μάλιστα να τον ώθησαν να υπογράψει το ασφαλιστικό συμβόλαιο ή τη σύμβαση εκχώρησης. Αντιθέτως, κρίνεται πως τόσο η σύναψη του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου όσο και η εκχώρηση αυτού έγιναν, όχι ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων ή πιέσεων αλλά, οικειοθελώς και εν πλήρη γνώσει του Ενάγοντος για τους όρους του συμβολαίου και για τα δικαιώματα της Εναγομένης 2 που απορρέουν από την εκχώρηση, ήτοι της εξαγοράς του συμβολαίου έναντι των υποχρεώσεων του προς την τελευταία. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καταβαραθρώνει και τους ισχυρισμούς περί αμέλειας και παράβασης των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων όπως τους αποδίδεται στην έκθεση απαίτησης. Αυτοί οι ισχυρισμοί μεταξύ άλλων αφορούν ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση για το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και για τους τομείς επένδυσης, κακοδιαχείριση της περιουσίας του Ενάγοντος, παράλειψη επένδυσης σε παραγωγικούς τομείς και ικανοποιητικής διασποράς κινδύνου και έκθεση του Ενάγοντος σε κίνδυνο ζημιάς τον οποίον γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν. Έτσι το Δικαστήριο δέχεται πως η εκχώρηση έγινε καθόλα νόμιμα και είναι έγκυρη. Αυτή έγινε γραπτώς με το Τεκμήριο
  4. Η εκχώρηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνιστά εκχώρηση «αντικειμένου αγωγής» (chose in action), δηλαδή αντικειμένου το οποίο δύναται να απαιτηθεί με αγωγή σε αντιδιαστολή με αντικείμενο του οποίου ένα πρόσωπο δύναται να έχει όχι μόνο ιδιοκτησία αλλά και φυσική κατοχή (chose in possession). Αυτό αναγνωρίζεται στα συγγράμματα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, Τόμος 6, σελ. 3, παρ. 1 και Snell's Principles of Equity, 27η έκδοση, σελ. 69, παρ.
  5. Το ακόλουθο απόσπασμα από το δεύτερο σύγγραμμα είναι διαφωτιστικό: «" 'Choses in action' is a known legal expression used to describe all personal rights of property which can only be claimed or enforced by action, and not by taking physical possession." A chose in action may be legal (i.e., enforceable in a court of law), such as a debt, bill of exchange, policy of insurance,.» Τέτοιου είδους εκχώρηση είναι αναγνωρισμένη με βάση το δίκαιο της επιείκειας, όπως και πάλι αναφέρεται στα προαναφερόμενα συγγράμματα, στις σελ. 22-30, παρ. 26-38 και σελ. 74-79, παρ. 1-3 αντίστοιχα. Η επίδικη αφορά όλα τα δικαιώματα ή ωφελήματα του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου μέχρι την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων του χρεώστη προς την Τράπεζα (όρος 2). Αυτός ο όρος σαφώς παραπέμπει σε απόλυτη εκχώρηση και όχι μόνο σε μέρος των δικαιωμάτων. Είναι γεγονός πως με την εξαγορά του συμβολαίου η Εναγομένη 2 έλαβε το ποσό προς πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων του Ενάγοντος δυνάμει αυτής και έδωσε ένα ποσό (το περίσσευμα) στον Ενάγοντα. Όπως ρητώς αναγνωρίζεται στην αγόρευση του δικηγόρου του Ενάγοντος, η Εναγομένη 2 εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ.42.136,32 και επέστρεψε στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.52.006,
  6. Αυτή η ενέργεια ουδόλως ισοδυναμεί με ακύρωση ή τερματισμό της εκχώρησης προς όφελος της Εναγομένης 2 και επανεκχώρηση στον Ενάγοντα, όπως εισηγείται η πλευρά του τελευταίου. Αντιθέτως αυτή συνιστά πλήρη άσκηση των δικαιωμάτων της Εναγομένης 2 δυνάμει της σύμβασης εκχώρησης με την είσπραξη (ως εκδοχέα) όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν βάσει του ασφαλιστηρίου και την απαλλαγή της Εναγομένης 1 από όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει αυτού. Με άλλα λόγια το εν λόγω ασφαλιστήριο εξαγοράστηκε και έτσι αυτό έπαυσε πλέον να ισχύει. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την Απόδειξη Απαλλαγής Ευθύνης, Τεκμήριο 13, με την οποία η Εναγομένη 2 έχει πλήρως απαλλάξει την Εναγομένη 1 από τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Οι όροι 5 και 6 της σύμβασης εκχώρησης, στους οποίους παρέπεμψε ο Ενάγων, δεν υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη. Ο όρος 5 δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να χρεώσει τόκο προς 9% σε περίπτωση παράλειψης εκτέλεσης των υποχρεώσεων του εκχωρητή σε σχέση με την ασφάλεια ζωής και δεν κρίνεται σχετικός. Σύμφωνα με τον όρο 6 «Οποτεδήποτε οι υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται με το έγγραφο αυτό αποπληρώθηκαν πλήρως, η Τράπεζα θα επανεκχωρήσει στον Εκχωρητή με έξοδα του Εκχωρητή, τα δικαιώματα που της έχουν εκχωρηθεί με το έγγραφο αυτό». Ούτε και αυτός ο όρος ενέχει σημασία καθότι αυτός αναφέρεται στην περίπτωση που οι υποχρεώσεις του Ενάγοντος προς την Εναγομένη 2 είχαν εξοφληθεί με άλλον τρόπο, ανεξαρτήτως του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τρόπον ώστε η εκχώρηση του (ως εξασφάλιση) να καθίστατο άνευ αντικειμένου, οπότε θα ετίθετο σε εφαρμογή η πρόνοια περί επανεκχώρησης του στον εκχωρητή - Ενάγοντα. Εδώ δεν έγινε κάτι τέτοιο καθότι η εξόφληση των υποχρεώσεων έγινε λόγω ακριβώς της εξαγοράς του ασφαλιστηρίου και χρήσης του προϊόντος αυτού προς τον σκοπό αυτό. Αναμφίβολα λοιπόν δεν τίθεται ζήτημα επανεκχώρησης δικαιωμάτων τα οποία έχουν νομότυπα και στην κανονική πορεία των πραγμάτων ασκηθεί δικαιωματικά από τον εκδοχέα και συνεπώς, υπ΄ αυτή την έννοια, δεν υπήρχαν πλέον. Κατά συνέπεια και κατά λογική σειρά, η προηγηθείσα διαπίστωση περί ύπαρξης καθόλα έγκυρης σύμβασης εκχώρησης εγείρει προς εξέταση και το κατά πόσον ο Ενάγων εξακολουθούσε να έχει το δικαίωμα έγερσης αγωγής στη βάση προνοιών ή κατ΄ ισχυρισμόν παραβάσεων οποιασδήποτε από τις δύο συμβάσεις (ασφάλισης - εκχώρησης). Με αυτά τα δεδομένα η υπόθεση Λουκά v. Eurolife Ltd
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1524, κρίνεται απολύτως σχετική και διαφωτιστική. Αυτή αφορούσε ακριβώς εκχώρηση στην Τράπεζα Κύπρου ωφελημάτων που δυνατόν να προέκυπταν από ασφαλιστικό συμβόλαιο προς όφελος του ασφαλισμένου - εφεσείοντος, προς εξασφάλιση χορηγηθέντος στεγαστικού δανείου από την Τράπεζα στον εφεσείοντα. Στην εν λόγω υπόθεση η Ασφαλιστική (η εφεσίβλητη) αρνήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ωφέλημα στον εφεσείοντα ο οποίος υπέστη ατύχημα, (ως αποτέλεσμα του οποίου έχασε το ένα του μάτι), λόγω διαφωνίας ως προς το κατά πόσον η ανικανότητα που προέκυψε καλύπτετο από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως ο εφεσείων στερείτο του δικαιώματος να εγείρει προσωπικά την αγωγή από τη στιγμή που είχε προηγουμένως εκχωρήσει όλα τα δικαιώματα του από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο προς την Τράπεζα. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση λέγοντας τα εξής: «Κατά το δίκαιο της επιείκειας εκτός αν η εκχώρηση ήταν απόλυτη και όχι μερική και εκτός αν αφορούσε αντικείμενο αγωγής αναγνωρισμένο όχι από το νόμο (legal choses in action) αλλά από το ίδιο το δίκαιο της επιείκειας (equitable choses in action), ο εκδοχέας δεν ενομιμοποιείτο να διεκδικήσει από την αγωγή δικαιώματα από την εκχώρηση, στο δικό του όνομα. Όφειλε να συνενώσει και τον εκχωρητή ως διάδικο. Τώρα, εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις του Νόμου, (Η εκχώρηση να είναι απόλυτη, να είναι έγγραφη και γι' αυτή να έχει δοθεί γραπτή ειδοποίηση στον οφειλέτη), ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή. Ο Αγγλικός νόμος δεν ισχύει, βέβαια, εδώ και είναι ορθό ότι στην Κύπρο η εκχώρηση διέπεται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας.(Βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392). Προσθέτουμε ότι και στην Αγγλία εξακολουθεί να ισχύει το δίκαιο της επιείκειας παράλληλα με τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Είναι θεμελιωμένο πως εκχώρηση που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου μπορεί κάλλιστα να είναι έγκυρη κατά το δίκαιο της επιείκειας.» Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 487: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή - [βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392]. Στην υπόθεση Weddell v. J. A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. 624, αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και η μη συνένωση του εκχωρητή δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο ότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία, μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Διαταγή 9, Θεσμό 10.» Προκύπτει από τα πιο πάνω πως σε τέτοια περίπτωση δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας ως ενάγοντας, το ακριβές όμως ερώτημα που μας απασχολεί εδώ είναι κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από μόνος του ο εκχωρητής. Οι έρευνες μας, μας οδήγησαν στην υπόθεση Three Rivers D.C. v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, όπου κρίθηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής ήγειρε την αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: . Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την εκπροσωπευτική του ιδιότητα ...» Όλα τα πιο πάνω είναι καθοδηγητικά και στην υπό κρίση υπόθεση, αφού και εδώ το θέμα αφορούσε «νομικό αντικείμενο αγωγής» (legal chose in action). Ο εφεσείων-εκχωρητής ενήγαγε προσωπικά, χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα ως διάδικο, που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης. Πουθενά δε δεν φαίνεται να τον είχε εξουσιοδοτήσει ο εκδοχέας να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του. Με βάση τις πιο πάνω αρχές, καταλήγουμε πως ο εφεσείων-ενάγων δεν είχε δικαίωμα αγωγής προσωπικά εναντίον των εφεσίβλητων-εναγομένων εκτός αν συνένωνε και τον εκδοχέα ή αν ενεργούσε κατ' εντολήν του και ως εκ τούτου η αγωγή του θα έπρεπε να είχε απορριφθεί γι'αυτό το λόγο.» Αυτή η απόφαση είναι καθοριστική όσον αφορά το θέμα της ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντος στην παρούσα. Ανεξαρτήτως του ότι σε εκείνη την υπόθεση η εκχώρηση εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ λόγω μη άσκησης των δικαιωμάτων δυνάμει του ασφαλιστηρίου, η ίδια αρχή εφαρμόζεται και στην παρούσα εφόσον η εκχώρηση ουδέποτε ακυρώθηκε ή τερματίστηκε και το ασφαλιστήριο ουδέποτε επανήλθε προς όφελος του Ενάγοντος. Με βάση την εν λόγω απόφαση, είναι προφανές πως ο Ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του επίδικου ασφαλιστηρίου, ακριβώς λόγω της εκχώρησης όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτό προς την Εναγομένη 2, εκτός εάν είτε η τελευταία ήταν επίσης ενάγουσα είτε αυτός κινούσε την Αγωγή ως εμπιστευματοδόχος της Εναγομένης 2 και σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να αποκάλυπτε την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν συμβαίνει οποιοδήποτε από τα πιο πάνω αλλά αντιθέτως η Εναγομένη 2 βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά ως εναγομένη. Αυτό δεν είναι νομικά επιτρεπτό καθότι με την εκχώρηση ουσιαστικά ο εκδοχέας, ήτοι η Εναγομένη 2, κατέστη ο μοναδικός ιδιοκτήτης και κανένα δικαίωμα δεν παραμένει στον αρχικό δικαιούχο (πιστωτή). Όπως αναφέρεται στο Snell's Principles of Equity (ανωτέρω) σελ. 78, παρ.3(α): «Whole interest assigned. When the chose is merely equitable and the whole interest in it has been vested in the assignee, equity has always permitted him to sue in his own name without joining the original creditor; for the chose existed only in equity, and so equity was free to hold that the assignee was the sole owner and that no interest remained in the original creditor.» Οι ίδιες αρχές περιέχονται επίσης στο Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) όπου στις σελ. 46 και 47, παρ. 69 και 70, αναφέρονται τα ακόλουθα: «An equitable assignment of a chose or thing in action passes to the assignee the right to sue for its recovery. If the chose in action is equitable and the assignment is absolute, the assignee can sue in his own name without making the assignor a party to the claim. . An assignor, if the assignment, is known, will not be allowed to sue in his own name for himself. He may sue as trustee for the assignee if the assignee so wishes, but in that event he should reveal his representative capacity and if he attempts to recover for himself, even if, for example, only part of the debt has been assigned, he will be required to join the assignee.» Με βάση την πιο πάνω νομική αρχή καθίσταται σαφές πως με δεδομένη την εκχώρηση του ασφαλιστηρίου, ο Ενάγων δεν έχει ο ίδιος προσωπικά και χωρίς συνένωση του εκδοχέα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 1 για οτιδήποτε αφορά το εν λόγω συμβόλαιο, είτε δικαιώματα, είτε αξίωση λόγω ψευδών παραστάσεων ή άλλως πως. Τέτοιο δικαίωμα έχει πλέον μόνο η Εναγομένη 2, ως εκδοχέας. Η τελευταία όμως όχι μόνο δεν άσκησε τέτοιο δικαίωμα αλλά προέβη σε εξαγορά του συμβολαίου προς πλήρη απαλλαγή της Εναγομένης 1 δυνάμει αυτού. Με αυτό τον τρόπο η Εναγομένη 1 εκτέλεσε πλήρως τις υποχρεώσεις της δυνάμει του ασφαλιστικού συμβολαίου ούτως ώστε να έχει επέλθει η εκπλήρωση των όρων του και η λήξη της ισχύος του. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Π. Γ. Πολυβίου, Τόμος Β, σελ. 647. Επιπλέον, με την έκδοση της απόδειξης απαλλαγής, η Εναγομένη 2 σαφώς κωλύεται από του να προβάλλει οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της Εναγομένης 1 δυνάμει του ασφαλιστηρίου - βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, Τόμος Ι, σελ. 1608-9, παρ. 22-003 και 22-005, και Το Δίκαιο των Συμβάσεων (ανωτέρω) σελ. 657-8. Ως εκ τούτου ο Ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει την παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 δυνάμει του ασφαλιστηρίου, αλλά ούτε και η Εναγομένη 2, ως εκδοχέας, έχει πλέον τέτοιο δικαίωμα, λόγω εξαγοράς του συμβολαίου και λήψης του προϊόντος αυτού εις πλήρη και τελική απαλλαγή της Εναγομένης 1 δυνάμει αυτού. Σημειώνεται ακόμα πως με την εκχώρηση του ασφαλιστηρίου και την καταβολή κάθε οφέλους από την Εναγομένη 1 δυνάμει αυτού, ο Ενάγων κωλύεται από του να εγείρει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της τελευταίας δυνάμει του όρου 15 του συμβολαίου. Αυτός προνοεί πως «Πληρωμή από την Εταιρεία για διακανονισμό των υποχρεώσεων της δυνάμει του Ασφαλιστηρίου προς το Δικαιούχο της εκχώρησης θα θεωρείται σαν νόμιμη και δεσμευτική απαλλαγή/αποδέσμευση της Εταιρείας και με κανένα τρόπο μπορεί να αμφισβητηθεί ότι έγινε παράνομα». Επομένως το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Ενάγων στερείται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγομένης 1 και έτσι η απαίτηση του εναντίον αυτής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο Ενάγων θα μπορούσε ενδεχομένως να διατηρεί αγώγιμο δικαίωμα μόνο εναντίον της Εναγομένης 2 βασιζόμενο στη συμφωνία εκχώρησης. Το Δικαστήριο έχει ήδη προβεί σε εύρημα πως αυτή έγινε καθόλα νόμιμα και είναι έγκυρη. Οι λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης νομίμου καθήκοντος οι οποίες αφορούν τη σύμβαση εκχώρησης περιορίζονται στο ότι η Εναγομένη 2 (
  1. i)προέβη σε εξαγορά του συμβολαίου σε χρόνο κατά τον οποίο η αξία ήταν χαμηλή και ή είχε υποστεί μεγάλη πτώση και (
  2. ii)άσκησε τα επαγγελματικά της καθήκοντα αμελώς και ή με αδιαφορία ως προς τα συμφέροντα του Ενάγοντος. Είναι γεγονός πως η αξία εξαγοράς του ασφαλιστικού συμβολαίου είναι αρκετά χαμηλότερη του ασφαλισθέντος ποσού των Λ.Κ.300.000. Αυτό όμως δεν ενέχει σημασία εφόσον το εν λόγω ποσό δεν ήταν εγγυημένο και η αξία εξαγοράς υπολογίζετο σε διαφορετική βάση, ήτοι με βάση τις μονάδες σύμφωνα με τους ρητούς όρους του ασφαλιστηρίου. Σύμφωνα με την επιστολή ημ. 21.8.03, Τεκμήριο 7, η αξία εξαγοράς ήτο Λ.Κ.92.761,40 ενώ κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της εξαγοράς (10.9.03) το ποσό αυτό αυξήθηκε στις Λ.Κ.94.189,70 - Τεκμήριο 12. Καταρχάς επισημαίνεται πως ο όρος 7 της σύμβασης εκχώρησης παρέχει το απόλυτο δικαίωμα στην Εναγομένη 2 και χωρίς ειδοποίηση προς τον Ενάγοντα να παραδώσει το ασφαλιστήριο για εξαγορά, ενώ παράλληλα επίσης προνοεί πως οποιεσδήποτε πράξεις της Εναγομένης 2 είναι «ισχυρές» και πως ο Ενάγων (εκχωρητής) «αποποιείται (waives) πιθανόν δικαίωμα του να τις αμφισβητήσει». Δεδομένων των συνθηκών σύναψης της εν λόγω σύμβασης εκχώρησης, σαφώς ο Ενάγων έχει αποποιηθεί οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του να αμφισβητήσει την πράξη εξαγοράς και έτσι κωλύεται από του να εγείρει την παρούσα Αγωγή σε μια τέτοια βάση. Σχετικό είναι το σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles (ανωτέρω) σελ. 1623-4, παρ. 22-040 - 22-041 και σελ. 1627, παρ. 22-047. Ως εκ τούτου η απαίτηση του Ενάγοντος εναντίον της Εναγομένης 2 στη βάση της σύμβασης εκχώρησης και πάλι οδηγείται σε αποτυχία. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, και επί της ουσίας της απαίτησης, αυτή δεν θα μπορούσε να επιτύχει λόγω έλλειψης οποιασδήποτε μαρτυρίας αναφορικά με τη διακύμανση της αξίας εξαγοράς του ασφαλιστηρίου η οποία ενδεχομένως να αντικατοπτρίζει τη στάση της Εναγομένης 2 όσον αφορά τον χρόνο εξαγοράς. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, για σκοπούς πληρότητας και μόνο σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως ο Ενάγων έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 1 το Δικαστήριο θα ασχοληθεί και με την ουσία της απαίτησης του εναντίον αυτής. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι Μ.Υ.2-4 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχαν εξηγήσει πλήρως τη φύση και τους κινδύνους του επίδικου ασφαλιστικού σχεδίου και έτσι ο Ενάγων αποφάσισε τη συμμετοχή στο εν λόγω ασφαλιστικό σχέδιο. Για τον σκοπό αυτό υπέγραψε την Πρόταση και την Αίτηση για την Ασφάλεια Ζωής, Τεκμήριο 9, οι οποίες υποβλήθηκαν εκ μέρους του προς την Εναγομένη 1. Αυτά τα έντυπα φέρουν την υπογραφή των Μ.Υ.3 και 4 ως χρηματοοικονομικών συμβούλων. Είναι γεγονός πως με βάση το περιεχόμενο της Συμφωνίας Συνεργασίας, Τεκμήριο 18, οι Μ.Υ.3 και 4, καθώς επίσης και ο Μ.Υ.2, δεν έχουν σχέση εργοδότησης ή συνεταιρισμού με την Εναγομένη 1 αλλά θεωρούνται αυτοεργοδοτούμενοι. Επίσης ο όρος 7 προβλέπει τη λήψη προμηθειών σε σχέση με τα συμβόλαια που κατατίθενται από τον καθένα ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους προς την Εναγομένη 1. Η Εναγομένη 1 στηρίχθηκε σε αυτό το στοιχείο της προμήθειας για να υποστηρίξει πως οι Μ.Υ.3 και 4 υπέχουν τη θέση του ανεξάρτητου ασφαλιστή (independent broker) και ως τέτοιοι, κατά την συμπλήρωση της Πρότασης και Αίτησης για Ασφάλεια Ζωής, ενεργούν ως αντιπρόσωποι του Ενάγοντος. Όμως ο όρος 3(α) της Συμφωνίας Συνεργασίας, Τεκμήριο 18, καθιστά ρητώς τον Αντιπρόσωπο ως αντιπρόσωπο της Εναγομένης 1 «με μοναδικό σκοπό την υποβολή αιτήσεων για νέα Συμβόλαια και την εξυπηρέτηση των Συμβολαίων που έγιναν μέσω της Αντιπροσωπείας». Μάλιστα η έκταση της εξουσίας τους ρυθμίζεται και πάλι από τον όρο 4(α) του συμβολαίου, ήτοι πως αυτοί θα πρέπει να τηρούν πιστά τις εκάστοτε εν ισχύι οδηγίες της εταιρείας σε σχέση με την παρουσίαση και πώληση τέτοιων συμβολαίων. Έτσι κρίνεται πως κατά τον χρόνο προώθησης αλλά και υποβολής προτάσεων για τη σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων, όπως και στην παρούσα, ενεργούν ως αντιπρόσωποι της Εναγομένης 1. Ταυτόχρονα βεβαίως ενεργούν και ως αντιπρόσωποι του Ενάγοντος, εφόσον αυτοί υπέβαλλαν ερωτήσεις και συμπλήρωσαν την Πρόταση. Η διπλή αυτή αντιπροσωπευτική ιδιότητα αναγνωρίζεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Specific Contracts, Τόμος ΙI, σελ. 1339-1340, παρ. 41-047 - 41-048. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η ιδιότητα των αντιπροσώπων τελικώς δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία εφόσον αυτοί συμπλήρωσαν ορθώς τα σχετικά έντυπα και δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ψευδών παραστάσεων εκ μέρους τους αναφορικά με το είδος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ούτως ώστε να πρέπει να αποφασιστεί ποιο μέρος δεσμεύουν τελικώς οι αντιπρόσωποι κατά την υποβολή της Πρότασης για συμμετοχή στο επίδικο ασφαλιστικό σχέδιο. Χρήσιμη ανάλυση του όλου ζητήματος περιέχεται στο σύγγραμμα MacGivillray & Parkington on Insurance Law (ανωτέρω) σελ. 384-403, παρ. 913-958. Από τη στιγμή που η Πρόταση και η Αίτηση έγιναν δεκτές από την Εναγομένη 1 η οποία με τη σειρά της προέβη στην έκδοση του ασφαλιστηρίου και στην αποστολή του στον ασφαλιζόμενο - Ενάγοντα, τότε θεωρείται πως η συνομολόγηση αυτού έχει ολοκληρωθεί. Σχετικά παραπέμπω στα συγγράμματα MacGivillray & Parkington on Insurance Law (ανωτέρω) σελ.92, παρ. 214, Chitty on Contracts, Specific Contracts (ανωτέρω) σελ.1342, παρ. 41-050, και Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) Τόμος 25, σελ. 57, παρ. 70 και σελ. 59, παρ. 72. Η συμπερίληψη του όρου 17 στο συμβόλαιο, με τον οποίο παρέχεται στον ασφαλιζόμενο το δικαίωμα να επιστρέψει το συμβόλαιο εντός προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν επηρεάζει την ολοκλήρωση της σύναψης του συμβολαίου και εν πάση περιπτώσει δεν ασκήθηκε. Είναι επίσης σαφές πως τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ερμηνεύονται με βάση τις ίδιες αρχές όπως οποιαδήποτε άλλα συμβόλαια εμπορικής μορφής, ήτοι δίδεται σε αυτά η συνήθης ερμηνεία των λέξεων σύμφωνα και με την πρόθεση των μερών. Τα ανωτέρω συγγράμματα και πάλι προσφέρουν καθοδήγηση επί του ζητήματος αυτού - βλ. MacGivillray & Parkington on Insurance Law (ανωτέρω) σελ.479, παρ. 1141 και σελ. 481, παρ. 1146, Chitty on Contracts, Specific Contracts (ανωτέρω) σελ.1349, παρ. 41-059, και Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) Τόμος 25, σελ. 66-70, παρ. 83-86. Ως εκ τούτου συνάγεται πως ο Ενάγων αποφάσισε τη συμμετοχή του στο επίδικο ασφαλιστικό σχέδιο γνωρίζοντας πλήρως τη φύση αυτού και τους κινδύνους που η επένδυση του ενείχε, χωρίς οποιαδήποτε εγγύηση απόδοσης, τα μέρη προέβησαν στην ολοκλήρωση της συμφωνίας η οποία διέπετο από τους όρους του συμβολαίου, Τεκμήριο 10, και υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τους όρους αυτού από πλευράς Εναγομένης 1. Ως εκ τούτου και επί της ουσίας και πάλι ο Ενάγων δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της απαίτησης του. ΙΙΙ. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω η παρούσα Αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται εναντίον και των δύο Εναγομένων. Αναφορικά με την Εναγομένη 1, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της και εναντίον του Ενάγοντος όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. Αναφορικά με την Εναγομένη 2, ενόψει της μη εμφάνισης της θεωρείται ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Κάθε προηγούμενη διαταγή για έξοδα αναφορικά με αυτή ακυρώνεται. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.