← Κύπρος

Charitin Altsgracia Baez Nunez ν. Γιαννάκης Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1930/09, 27/9/2016

Charitin Altsgracia Baez Nunez ν. Γιαννάκης Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1930/09, 27/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A518 Αρ. Αγωγής: 1930/09 Μεταξύ: Charitin Altsgracia Baez Nunez, από την Δομινικανή Δημοκρατία Ενάγουσας και

  1. Γιαννάκης Γεωργίου, από την Λευκωσία
  2. Παύλος Χατζημακρή, από την Λευκωσία
  3. Αντουάν Μπαλάν, από την Λευκωσία
  4. Gleny Antonia Reyes Castillo, από την Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9.6.16 υπό εναγομένων - αιτητών για ασφάλεια εξόδων. Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου 2016 Για εναγομένους - αιτητές: κος Τσολακίδης Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Χάρης Σταυράκης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα που κατάγεται και διαμένει στην Δομινικανή Δημοκρατία, κατεχώρησε την παρούσα αγωγή, ισχυριζόμενη ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τους εναγομένους. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η ενάγουσα εξαναγκάστηκε με βία, ψυχολογικό εξαναγκασμό, απειλές και καθημερινές πιέσεις να εργαστεί στο καμπαρέ Roxy στο οποίο εκπορνευόταν από τους εναγομένους. Με την αγωγή της αιτείται γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγομένων. Αναφέρεται επιπλέον στην Έκθεση Απαίτησης ότι η ενάγουσα στις 5.6.08 αναγνωρίστηκε επίσημα από την Αστυνομία ως θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης δυνάμει του Περί Καταπολέμησης Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του
  5. Μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας για την ενάγουσα, οι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα που να διατάσσει την ενάγουσα όπως καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το ποσόν των €15.000,00 για ασφάλεια εξόδων σε περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι η ίδια αίτηση είχε καταχωρηθεί πριν την έναρξη της ακρόασης, αποσύρθηκε όμως από τον συνήγορο των εναγομένων στις 23.9.09 χωρίς να δοθεί κάποια αιτιολογία γι' αυτό. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.60 θ.1-6 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου
  6. Αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση ότι η ενάγουσα δεν έχει καμία περιουσία στην Κύπρο. Στη συνέχεια, γίνεται αναφορά στην ποινική υπόθεση 14207/08 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας όπου η ενάγουσα ήταν παραπονούμενη με κατηγορούμενους τους εναγομένους για τα ίδια θέματα. Το Κακουργιοδικείο αθώωσε όλους τους κατηγορουμένους αφού έκρινε αναξιόπιστη την ενάγουσα. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η αγωγή είναι ανυπόστατη και θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σε τέτοια περίπτωση θα είναι αδύνατο για τους εναγομένους να διεκδικήσουν τα έξοδα τους καθότι η ενάγουσα διαμένει μόνιμα στη Δομινικανή Δημοκρατία και στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοιες ώστε να μην παρέχεται ευχέρεια για έκδοση ασφάλειας εξόδων. Επιπλέον, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για απόρριψη του αιτήματος δυνάμει δημόσιας πολιτικής (public policy) και λόγω των προνοιών της νομοθεσίας Περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων. Αναφέρεται επιπλέον στους λόγους ένστασης ότι το αιτούμενο ποσό είναι υπέρογκο ενόψει και του σταδίου που γίνεται η αίτηση και της δυνατότητας να γίνουν και άλλες αιτήσεις ενώ η υπόθεση προχωρεί. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου, στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Σε αυτήν αναφέρει ότι η ενάγουσα ως αναγνωρισμένο θύμα εμπορίας προσώπων, ασκεί την παρούσα αγωγή ζητώντας αποζημιώσεις από τους εναγομένους, οι οποίοι κατά τον ισχυρισμό της, την εξανάγκασαν σε εκπόρνευση. Επεσήμανε ότι δυνάμει του άρθρου 31 4.1 του πιο πάνω Νόμου, προβλέπεται παραχώρηση νομικής αρωγής σε θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Πέραν τούτου, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης της ενάγουσας, σε περίπτωση που το Δικαστήριο διατάξει την κατάθεση ασφάλειας για οποιοδήποτε ποσό, η ενάγουσα δεν θα δυνηθεί να προχωρήσει την υπόθεση της. Θα ήταν άδικο κατά τον ενόρκως δηλούντα και ενάντια στην Δημόσια Πολιτική (public policy) να στερηθεί η ενάγουσα, η οποία έχει πολύ καλή υπόθεση να προχωρήσει την αγωγή της εναντίον των εναγομένων για αποζημιώσεις. Όσον αφορά την απόφαση του Κακουργιοδικείο, ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι αυτή δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι το αιτούμενο ποσό είναι υπέρογκο και στην απομακρυσμένη περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει το αίτημα ασφάλειας εξόδων, αυτό δεν πρέπει να υπερβαίνει τις €3.000,
  7. Επιπλέον, η παρούσα αγωγή είναι η πρώτη στο είδος της στην Κυπριακή Δημοκρατία και ως εκ τούτου δεν υπάρχει νομολογία καθοδηγητική ως προς την κλίμακα της αγωγής, η οποία δεν είναι και το μόνο κριτήριο υπολογισμού της ασφάλειας. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγομένων-αιτητών στην αγόρευση του, αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία που καθορίζει τα κριτήρια κάτω από τα οποία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του εξουσία για παραχώρηση ασφάλειας εξόδων. Ο συνήγορος αρνήθηκε στη συνέχεια ότι η ενάγουσα είναι θύμα κάτω από τις πρόνοιες του Περί Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων Νόμου 81(Ι)/
  8. Αυτό γιατί δεν έχουν διαπραχθεί οιαδήποτε αδικήματα εναντίον της με βάση την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στην υπόθεση 14207/
  9. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι παράτυπη και πρέπει να απορριφθεί γιατί υπογράφεται από δικηγόρο που εκπροσωπεί την ενάγουσα στην αγωγή. Η θέση περί δεινής οικονομικής κατάστασης της ενάγουσας είναι ένας επιπλέον λόγος κατά τον συνήγορο για τον οποίο πρέπει να εγκριθεί η αίτηση. Αυτό γιατί σταθμίζοντας και την αδυναμία της υπόθεσης, καταδεικνύει ότι η ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα εκδοθεί εναντίον της σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση στην δική του αγόρευση, έκαμε επίσης αναφορά στη Δ.60 και σε σχετική νομολογία που καθορίζει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παροχή ασφάλειας εξόδων. Επεσήμανε στην συνέχεια ότι το Δικαστήριο διατηρεί πάντα διακριτική ευχέρεια για την έκδοση τέτοιου διατάγματος και το γεγονός της διαμονής της ενάγουσας εκτός Κύπρου δεν είναι απόλυτο κριτήριο που ενεργοποιεί αυτόματα την αποδοχή του αιτήματος. Έγινε επί του προκειμένου αναφορά στη Δ.60 όπου υπάρχει η ρητή πρόνοια για εξαίρεση οποιασδήποτε διαταγής ασφάλειας εξόδων, αναφορικά με αλλοδαπούς που εργάζονται στην Κύπρο με χαμηλό εισόδημα. Το Δικαστήριο σύμφωνα με τον συνήγορο, είναι ιδιαίτερα προσεκτικό να μην αποκλείσει την πρόσβαση οποιουδήποτε προσώπου στη δικαιοσύνη επειδή είναι άπορο. Παρέπεμψε δε σε σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο εξισορροπεί από τη μια, το δικαίωμα για ασφάλεια στα έξοδα και από την άλλη, το δικαίωμα του ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο. Ήταν επί του προκειμένου η θέση του συνηγόρου ότι πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου στην προσπάθεια εξεύρεσης εξισορροπητικής λύσης, είναι να μην πλήξει την απαίτηση του ενάγοντα, επιβάλλοντας του να πληρώσει ασφάλεια για τα έξοδα. Επιπλέον και ως θέμα δημόσιας πολιτικής, σε συσχετισμό με τις πρόνοιες του Νόμου 87(Ι)/07 δεν νοείται η ενάγουσα να αναγκαστεί να καταθέσει ασφάλεια εξόδων έναντι των προσώπων που την εκμεταλλεύτηκαν. Ο συνήγορος επανέλαβε τέλος τον ισχυρισμό ότι οποιοδήποτε ποσό για ασφάλεια εξόδων στην οικονομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η ενάγουσα θα σημαίνει στην ουσία την αποστέρηση της από του να διεκδικήσει τα δικαιώματα της ενώπιον του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Η παροχή ασφάλειας εξόδων ρυθμίζεται από την Δ.60 Θ.1 -
  10. Η πιο πάνω δικονομική διάταξη που δίδει για το θέμα ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο όταν ο ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, έχει ως εξής σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΓΙΑ ΕΞΟΔΑ
  11. Ο Ενάγων (και, σε σχέση με ανταπαίτηση, η οποία δεν έχει απλώς την φύση συμψηφισμού, ο Εναγόμενος) ο οποίος διαμένει συνήθως εκτός Κύπρου, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα έστω και αν διαμένει προσωρινά στην Κύπρο. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων.
  12. .........................
  13. .........................
  14. ............................................................................................
  15. Όταν το Δικαστήριο διατάσσει να δοθεί ασφάλεια εξόδων, μπορεί να αναστέλλει τη διαδικασία της αγωγής μέχρι να δοθεί τέτοια ασφάλεια και, στην περίπτωση που δεν δίδεται η ασφάλεια εντός του καθοριζομένου χρόνου, μπορεί να απορρίψει την αγωγή. Στην υπόθεση Almana Engineering ν. Glyfor Commercial

(1981)1CLR 273, αναφέρθηκε ότι η συνηθισμένη πρακτική, είναι η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων, οσάκις ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού. Όμως στην υπόθεση Compagnie Graniere De Paris ν. The Ship "Sofia"
(1984)1 CLR 345, λέχθηκε ότι πιο πάνω ο κανόνας δεν είναι άκαμπτος και όπως κάθε περίπτωση που συνεπάγεται άσκηση διακριτικής ευχέρειας και η περίπτωση αυτή πρέπει να εξεταστεί κάτω από τα ξεχωριστά γεγονότα κάθε υπόθεσης. Ο Θεσμός 1 της Διαταγής 60 είναι ταυτόσημος με τον Αγγλικό Θεσμό 6Α της Δ.65 των παλιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 1885, το βάρος πέφτει πάνω στον εναγόμενο να αποδείξει ότι ο ενάγοντας είναι πρόσωπο που διαμένει σε χώρα εκτός δικαιοδοσίας και όχι απλά να καταδείξει ότι δεν διαμένει συνήθως στην χώρα όπου ασκήθηκαν οι δικαστικές διαδικασίες. Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι κατ' εξοχήν δύο. Η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα από την Κύπρο) και η ισχύς της υποθέσεως του (βλ Abdula Ahmet Alahmari v. The Royal Jordanian Airlines
(1990)1 A.A.Δ 434). Εντούτοις όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων είναι ευρύτατη γιατί οι Θεσμοί δεν καθορίζουν τα κριτήρια για την άσκησή της. Τούτο συνάγεται από την χρήση της λέξης "may" (δύναται) στην Δ.60 Θ.1 (βλ. Union de cooperatives agricoles de cereales de semences v. Apak agro industries Ltd κ.α.
(1992)1 C.L.R 1170). Στην πιο πάνω υπόθεση, υιοθετείται η Αγγλική απόφαση Lindsay Parkinson Ltd ν. Triplan Ltd
(1973)2 All E.R. 273, στην οποία αναφέρθηκε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις που η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, δυνατό να προσανατολίσει το Δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος. Επιπλέον, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκείται με τρόπο ούτως ώστε να έχει ως αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος του ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο. Στην περίπτωση που ο ενάγων δεν είναι σε θέση να καταβάλει την ασφάλεια για τα έξοδα τότε υπερισχύει το δικαίωμα του για προσφυγή στο Δικαστήριο. Σχετική είναι η υπόθεση Θεμιστοκλής Σολωμού Χαραλαμπίδης ν. Ιάκωβου Πέτρου κ.α
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1698, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: " Η θεμελιακή σκέψη είναι πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, έχει ως βάση τη δυνατότητα του ενάγοντος, ή του εφεσείοντος ανάλογα με την περίπτωση, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Αν δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα το αίτημα απορρίπτεται. Η λογική πίσω από τη σκέψη έγκειται στην αρχή πως, αν η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, τότε δεν εκδίδεται η διαταγή. Υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, που διασφαλίζουν οι πιο πάνω συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις." Το βάρος απόδειξης όμως ότι η έκδοση διατάγματος θα στερήσει στον ενάγοντα το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη, το έχει αυτός που το επικαλείται, στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Ο εναγόμενος πέραν του γεγονότος ότι ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού δεν είναι σε θέση να γνωρίζει λεπτομέρειες για την οικονομική κατάσταση του αντιδίκου του. Έτσι το βάρος πέφτει στον ενάγοντα να αποδείξει ότι βρίσκεται σε τέτοια οικονομική κατάσταση ούτως ώστε με την έκδοση του διατάγματος να στερείται στην ουσία, της ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο. Η πιο πάνω θέση προκύπτει από την απόφαση Studland Holdings L.t.d κ.α ν. Σωφρόνιου Ευσταθίου κ.α
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1809 όπου λέχθηκε ότι οι εφεσείοντες - καθ' ων η αίτηση δεν παρουσίασαν στοιχεία και άφησαν ατεκμηρίωτο το ισχυρισμό τους ότι η παροχή ασφάλειας για τα έξοδα θα καταστεί εμπόδιο προώθησης, της γνήσιας απαίτησης τους. Αναφορικά με το ύψος των εξόδων, το Δικαστήριο έχει απόλυτη ευχέρεια να καθορίσει το ποσόν της ασφάλειας, έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Παρόλα αυτά σύμφωνα με το Annual Practice 1982 Τόμος 1, σελ. 440 φαίνεται ότι η καθιερωμένη πρακτική είναι να καθορίζεται ως ποσόν ασφάλειας τα 2/3 των εξόδων όπως έχουν υπολογιστεί στο στάδιο της αίτησης. Τονίζεται όμως στο ίδιο σύγγραμμα ότι ο πιο πάνω κανόνας δεν είναι άκαμπτος. Παρότι η πρακτική αυτή εφαρμόστηκε και σε Κυπριακές αποφάσεις όπως στην υπόθεση Swistak ν. Του σκάφους "Mary Rose"
(1990)1 A.A.Δ 1082, φαίνεται ότι και στην Κύπρο δεν αποτελεί κανόνα. Αντίθετα, η Κυπριακή Νομολογία διασαφηνίζει ότι υπάρχει απόλυτη ευχέρεια στο Δικαστήριο να καθορίσει το ποσόν της ασφάλειας αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην υπόθεση Senior Service (ανωτέρω), λέχθηκε ότι το ποσόν της ασφάλειας είναι κατά κανόνα εκείνο το οποίο θα υποστεί ο διάδικος που αιτείται την ασφάλεια. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Abdula Ahmet Alahmari (ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η ύπαρξη της πιο πάνω πρακτικής αμφισβητήθηκε έντονα στην Αγγλία με την υπόθεση Procon (G.B) Ltd v. Provisional Building Co Ltd and others
(1984)2 All E.R 368,376. Στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην μέχρι τότε Αγγλική νομολογία για να διαφανεί ότι δεν υπήρχε τέτοια πρακτική των Αγγλικών Δικαστηρίων. Έγινε μάλιστα εισήγηση στους εκδότες του Annual Practice να αναθεωρήσουν την πιο πάνω θέση τους, η οποία χαρακτηρίστηκε ως δογματική. Η υπόθεση Procon υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες Αγγλικές αποφάσεις όπου λέχθηκε ότι το ύψος του ποσού της ασφάλειας επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Slazengers Ltd and others v. Seaspeed Ferries International Ltd
(1987)3 All. ER 967,971) Η καταχώρηση καταλόγου εξόδων με την αίτηση είναι υποβοηθητική ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται να υπολογίσει το ύψος της ασφάλειας. Παρόλα αυτά, παράλειψη καταχώρησης καταλόγου δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης. Σε σχέση με αυτό το θέμα, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Γραμμές Στρίνζη ν. Always Travel
(1992)1 A.A.Δ 995): "Η προσαγωγή καταλόγου εξόδων είναι επιθυμητή αλλά όχι απαραίτητη για την άσκηση των εξουσιών του δικαστηρίου. Επομένως η αίτηση δεν καταρρίπτεται λόγω της παράλειψης των αιτητών να επισυνάψουν κατάλογο εξόδων." Συμπεράσματα Ήταν η θέση του συνηγόρου για τους εναγομένους - αιτητές ότι η ένσταση της ενάγουσας είναι παράτυπη και υποκείμενη σε απόρριψη επειδή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Είναι βέβαια ανεπιθύμητο όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί να εμφανίζονται οι δικηγόροι ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία. Το γεγονός όμως αυτό δεν καθιστά χωρίς άλλο, την ένορκη δήλωση παράτυπη. Σχετική είναι η υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ 82, όπου αφού τονίζεται το ανεπιθύμητο της παροχής μαρτυρίας από συνήγορο υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως, αναφέρεται στην συνέχεια ότι δεν υπάρχει νομολογιακή αρχή ότι σε τέτοια περίπτωση, η ένορκη δήλωση πάσχει και πρέπει να απορριφθεί. Ούτε και καθιερώνεται νομολογιακή αρχή ότι πρέπει απαραίτητα ο συνήγορος να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ορκίζεται ο διάδικος, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου αυτός είναι κάτοικος εξωτερικού. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση Rybolovlev : «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. ......................... .............................. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Ενόψει των πιο πάνω δεν τίθεται θέμα αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης στην παρούσα περίπτωση, πολύ δε περισσότερο αφού ο ενόρκως δηλών δεν εμφανίστηκε στην υπόθεση ως δικηγόρος της ενάγουσας παρά ως μέλος του δικηγορικού γραφείου που την εκπροσωπεί. Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που η ένορκη δήλωση ήταν παράτυπη, το γεγονός αυτό δεν συμπαρασύρει σε ακυρότητα την ένσταση. Σύμφωνα με την Δ.48 Θ4
(1)η ένσταση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, Θα μπορούσε δηλαδή το Δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους ένστασης όπως αναφέρονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης με αναφορά στα γεγονότα που προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου χωρίς να είναι αναγκαίο να καταχωρηθεί ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την ουσία της αίτησης, σημειώνω ότι το γεγονός πως η ενάγουσα είναι κάτοικος εξωτερικού, προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα και δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την ίδια. Με τον τρόπο αυτό, έχει τεθεί το θεμέλιο για την διερεύνηση του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παροχή ασφάλειας εξόδων. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης στην παρούσα ότι η ενάγουσα δεν κατέχει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο ούτε ότι η οικονομική της κατάσταση είναι δεινή. Όμως, η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι αυτή εμπίπτει στην κατηγορία των αλλοδαπών εργατών με χαμηλό εισόδημα δεν ευσταθεί. Η ενάγουσα δεν εργάζεται σήμερα στην Κύπρο με άδεια εργασίας αλλοδαπού ώστε να δύναται να επικαλεστεί την επιφύλαξη της Δ.60 Θ.
  1. Αντιθέτως όπως είναι παραδεκτό, σήμερα διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό. Απομένει να εξεταστεί ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι τυχόν διαταγή για οιονδήποτε ποσόν ασφάλειας εξόδων θα της στερήσει στην ουσία, την πρόσβαση στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος της ενάγουσας ανέφερε επί του προκειμένου ότι η έναρξη των δικαστικών διαδικασιών κατέστη δυνατή μόνο κατόπιν οικονομικής βοήθειας που η ίδια έχει δεχθεί. Από την πλευρά των εναγομένων εκφράστηκε αντιθέτως η άποψη ότι η κακή οικονομική κατάσταση της ενάγουσας, συνηγορεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος αφού είναι εμφανές ότι αν απορριφθεί η αγωγή δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα έξοδα που θα επιδικαστούν εναντίον της. Έχοντας υπόψη το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω ότι η έγκριση του αιτήματος παροχής ασφάλειας εξόδων για οιονδήποτε ποσόν θα δράσει καταλυτικά προς την απόρριψη της αγωγής αφού η ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την διαταγή του Δικαστηρίου. Τούτου λεχθέντος, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου έχει ως βάση την δυνατότητα του ενάγοντος να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Αν δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα, το αίτημα απορρίπτεται αφού υπερισχύει επί του προκειμένου, το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α ανωτέρω). Ανεξαρτήτως τούτου, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί κατά την κρίση μου και για τον επιπρόσθετο λόγο της καταχώρηση της, σε πολύ καθυστερημένο στάδιο. Όπως προαναφέρθηκε, η ίδια αίτηση είχε καταχωρηθεί πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία όμως αποσύρθηκε στις 23.9.09 χωρίς να δοθεί κάποια αιτιολογία γι' αυτό. Η καταχώρηση της ίδιας αίτησης σε αυτό το προχωρημένο στάδιο και μετά που ξεκίνησε η ακρόαση της αγωγής, είχε ως αποτέλεσμα, την περαιτέρω καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως έχει δε νομολογηθεί, η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, δυνατό να προσανατολίσει το Δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος (Βλ. Lindsay Parkinson ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση, η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης χωρίς να δοθεί κάποια αιτιολογία, σε συνδυασμό με την απόσυρση του ίδιου αιτήματος από το 2009, συνιστά ικανό λόγο ώστε το Δικαστήριο να αρνηθεί να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους εξής λόγους:
  2. Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα στερήσει από την ενάγουσα το δικαίωμα της για πρόσβαση στο Δικαστήριο.
  3. Η προώθηση της αίτησης σε καθυστερημένο στάδιο, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση που προξένησε στην ακρόαση της αγωγής και την μη παροχή επαρκούς αιτιολογίας για την απόσυρση της ίδιας αίτησης σε προγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγομένων - αιτητών και υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.