← Κύπρος

INTERPLAT TRADING & PROMOTION SERVICES LTD ν. SABA S.R.L. IN LIQUIDAZIONE κ.α., Αρ. Αγωγής: 6700/2012, 30/9/2016

INTERPLAT TRADING & PROMOTION SERVICES LTD ν. SABA S.R.L. IN LIQUIDAZIONE κ.α., Αρ. Αγωγής: 6700/2012, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A531 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6700/2012 Μεταξύ: INTERPLAT TRADING & PROMOTION SERVICES LTD Εναγόντων και MARTEX S.p.a. in Liquidation Εναγομένων ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 11/05/2015 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αγωγής 6700/2012 Μεταξύ: INTERPLAT TRADING & PROMOTION SERVICES LTD Εναγόντων και

  1. SABA S.R.L. IN LIQUIDAZIONE MARTE S.R.L. IN LIQUIDAZIONE MARTEX S.P.A. IN LIQUIDAZIONE MARTEX S.p.a
  2. MARTEX S.P.A, προηγούμενο όνομα ΜΑRTEX S.R.L Εναγομένων Αίτηση για ακύρωση της επίδοσης δικαιοδοσίας 30 Σεπτεμβρίου 2016 Για την αιτήτρια/εναγομένη 2: κα Παπαδοπούλου Για τους καθ' ων η αίτηση/ενάγοντες: κα Πογιατζή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσης είναι η αίτηση ημερομηνίας 29.10.
  3. Τούτη η αίτηση καταχωρίστηκε από την εναγομένη 2 ( στη συνέχεια η αιτήτρια). Με την αίτηση επιδιώκεται έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Για σκοπούς οικονομίας δεν μεταφέρω αυτούσιο το λεκτικό της αίτησης και αρκούμαι μόνο να υποδείξω ότι βάλλονται δυο διατάγματα που εξέδωσε το δικαστήριο και οι επάλληλες τούτων ενέργειες. Εν συντομία, αναφέρω ότι σκοπός της αίτησης είναι ο παραμερισμός της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και των λοιπών εγγράφων προς την αιτήτρια, καθώς και η απόρριψη και/ή αναστολή της αγωγής στην έκταση που αφορά την αιτήτρια. Ας λεχθεί εδώ ότι η επίδικη αίτηση εδράζεται στους περι Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα Δ.2 κ.κ. 2, 3, 5, 12 και 13, Δ.4 κ.1, Δ.5 κ.κ. 1, 2, 7, 8, 9 και 10, Δ.5Α, Δ.6 κ.κ.1 εώς 9, Δ.16 κ.κ.7 και 9, Δ.17 κ.10, Δ.19 κ.26, Δ.27 κ.3, Δ.42Α κ.κ.1 και 2 και Δ.48 κ.κ. 1 εώς 4, 7, 8

(1)(α1) και (f),
(2)και
(4), 9, 11 και 13· στον περι της Σύμβασης Αναφορικά με την Πολιτική Δικονομία (Κυρωτικό) Νόμο, Ν.3 (ΙΙΙ)/2000, άρθρα 1 εως 5· στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 3· στον περι Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 2 και 21· στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/07· στον περι Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 352 και 372· και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, στο δίκαιο της επιείκειας και τη σχετική πρακτική. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σε αυτή όμως την περίπτωση ομνύων είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας που εκτελεί χρέη διευθυντή της αιτήτριας. Η σχετική ένσταση προβάλλει δεκατρείς λόγους δια τους οποίους το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Αν έχω αναφέρει όλα τα πιο πάνω δεν είναι άνευ λόγου και ουσίας. Οφείλω να θέσω την ταπεινή μου άποψη, δηλαδή ότι για ένα αμιγώς δικονομικό ζήτημα, έστω σοβαρό όπως είναι το υπό κρίση, δεν νοείται επίκληση νομικής βάσης με τέτοια έκταση, όπως ούτε πολυάριθμοι λόγοι ένστασης. Στην προκείμενη μάλιστα περίπτωση το πρόβλημα επιτείνεται εφόσον οι γραπτές αγορεύσεις των μερών είναι πολυσέλιδες και μάλλον περιπλέκουν παρά διευκολύνουν τη διερεύνηση. Δύσκολη όσο και αν είναι η πρακτική εφαρμογή της αρχαίας ρήσης 'το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν', δεν μπορεί να μην υποδειχθεί ότι επιβάλλεται ο δικανικός λόγος να διέπεται από καθαρότητα και σαφήνεια, ώστε να είναι ικανός να μεταλαμπαδεύσει το μήνυμα που προάγει. Αχρείαστη φλυαρία δεν έχει θέση στο δικανικό λόγο, καθ' ότι το μόνο που επιτυγχάνει είναι τη δημιουργία ασάφειας και αοριστίας. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω παρατηρώ ότι στη δοσμένη περίπτωση οι ένορκες δηλώσεις δεν εξυπηρετούν το πραγματικό πλαίσιο της αίτησης και με αυτό εννοώ ότι δεν προσθέτουν οποιοδήποτε νέο γεγονός. Πλείστα τόσα γεγονότα αποκαλύπτονται από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου και γι' αυτό σπεύδω να τα συνοψίσω, ενέργεια καθ' όλα επιτρεπτή και θεμιτή (βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 808, 814 και Δ.48 κ.1). Το λοιπόν· η αγωγή καταχωρίστηκε την 04.10.
  1. Κατά το χρόνο καταχώρισης στρεφόταν μόνο εναντίον της εναγομένης
  2. Λόγω του ότι η εναγομένη 1 είναι εταιρεία που έχει την έδρα της στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στην Ιταλία, πριν την έκδοση του κλητηρίου ενταλμάτος οι ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα δικαστηρίου που να εγκρίνει τη σφράγιση τούτου. Το διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια της γενικής αίτησης 1692/12 και είναι ημερομηνίας 21.09.
  3. Το εν λόγω διάταγμα επισυνάπτεται στην επίδικη αγωγή. Την 22.11.2012 εμφανίστηκε συνήγορος δια την εναγομένη 1, για να αποσυρθεί όμως σε κατοπινό στάδιο, δηλαδή την 02.10.
  4. Εν τέλει την 25.11.2015 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 συνεπεία μη εμφάνισης. Εν τω μεταξύ την 08.05.2015 οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για προσθήκη εναγομένου. Ο νέος διάδικος που ζήτησαν να προσθέσουν είναι η αιτήτρια (εναγομένη 2). Το εν λόγω αίτημα εγκρίθηκε και σχετικό διάταγμα εκδόθηκε την 11.05.
  5. Στη συνέχεια οι ενάγοντες υπέβαλαν και νέα αίτηση, αυτή τη φορά για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση. Τούτη η αίτηση, η οποία πάλι αφορούσε την αιτήτρια, είναι ημερομηνίας 29.05.
  6. Τα αιτούμενα διατάγματα εκδόθηκαν την 11.06.
  7. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται ότι άμα την προσθήκη της αιτήτριας ως νέας εναγομένης, εν προκειμένω εναγομένης 2, δεν σφραγίστηκε εκ νέου το κλητήριο ένταλμα και ούτε εκδόθηκε νέο, ή καλύτερα παράλληλο (concurrent), κλητήριο ένταλμα. Ούτε και η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σφραγίστηκε (αίτηση ημερομηνίας 29.05.2015). Από το φάκελο ενώπιον του δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι η αγωγή και διάφορα άλλα έγγραφα που πιο κάτω αναφέρονται, επιδόθηκαν στην αιτήτρια, συγκεκριμένα σε κάποιο Peresson ο οποίος, διατείνονται οι ενάγοντες, είναι υπεύθυνος παραλαβής εγγράφων. Toύτα τα έγγραφα επιδόθηκαν μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών την 09.07.
  8. Προς τούτο σχετική είναι η ένορκη δήλωση του Ρόη Μαγκογιάν, ημερομηνίας 05.08.2015, που βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας. Απότοκο των πιο πάνω ενεργειών ήταν η καταχώριση αίτησης από μέρους της αιτήτριας [αίτηση ημερομηνίας 01.09.2015], που αιτείτο άδεια δια καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, ως επίσης καθορισμό χρονικής περιόδου δια καταχώριση αίτησης για απόρριψη και/ή αναστολή της αγωγής και/ή της επίδοσης. Το σχετικό αίτημα εγκρίθηκε την 06.10.2015, ενώ την 29.10.2015 και εντός του χρόνου που είχε καθοριστεί, καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση. Με δεδομένο το πραγματικό πλαίσιο σπεύδω να συνοψίσω τις αιτιάσεις της αιτήτριας, δηλαδή τους λόγους που σύμφωνα με την τελευταία πρέπει να ακυρωθεί και/ή ανασταλεί το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε και/ή η επίδοση που διενεργήθηκε. Η αιτήτρια διατείνεται πως το διάταγμα 11.06.2015 (στη συνέχεια το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας) πρέπει να ακυρωθεί καθ' ότι δεν προηγήθηκε η σφράγιση της αίτησης 29.05.2015 και/ή του κλητηρίου εντάλματος και/ή παράλληλου (concurrent) κλητηρίου εντάλματος. Περαιτέρω, η αιτήτρια διατείνεται ότι το δικαστήριο όφειλε να αρνηθεί την έκδοση τούτου του διατάγματος [για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας], εφόσον η εκεί αιτούμενη μεθοδολογία επίδοσης, εν προκειμένω μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών, αντίκειται στον ευρωπαϊκό κανονισμό 1393/07 που θέλει την επίδοση να διενεργείται μέσω των υπηρεσιών αποστολής και παραλαβής που ορίζονται από τα κράτη μέλη. Σε αυτό το πλαίσιο προσθέτει ότι το λεκτικό του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αντίκειται και στις διατάξεις της Δ.42Α, εφόσον η επίδοση πρέπει να είναι προσωπική. Περαιτέρω, είναι η θέση της αιτήτριας ότι είτε υπό το φως των προνοιών του κανονισμού 1393/07, είτε των διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η επίδοση πάσχει καθ' ότι δεν της επιδόθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα. Περιπλέον, είναι η θέση της αιτήτριας ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να ακούσει την αγωγή καθ' ότι η αιτήτρια είναι κάτοικος Ιταλίας, η βάση της αγωγής προέκυψε στην Ιταλία και το σύνολο του μαρτυρικού υλικού βρίσκεται στην Ιταλία. Τέλος, η αιτήτρια διατείνεται πως η νομική βάση των αιτήσεων 08.05.2015 και 29.05.2015, δηλαδή αυτών που οδήγησαν σε έκδοση των διαταγμάτων για προσθήκη εναγομένου (διάταγμα ημερομηνίας 11.05.2015) και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (διάταγμα ημερομηνίας 29.10.2015), αντίστοιχα, είναι λανθασμένη. Στο ίδιο πλαίσιο διατείνεται ότι δεν ικανοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.6 των θεσμών και δη η επιταγή για αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής (prima facie a good cause of action). Σε όλα τα πιο πάνω αντίθετη είναι η θέση των εναγόντων που διατείνονται ότι συμμορφώθηκαν με όλα τα προαπαιτούμενα και εν πάση περιπτώσει ακολούθησαν κατά γράμμα τις διαταγές του δικαστηρίου. Παρ' όλα αυτά, αναφέρουν οι ενάγοντες, αν ήθελε διαπιστωθεί παράβαση στην επίδοση, αυτή δεν είναι τίποτα άλλο από απλή παρατυπία, θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.
  9. Άλλωστε, αναφέρουν, η αιτήτρια έλαβε γνώση της διαδικασίας, εξ ου και βρίσκεται εδώ, και αυτός είναι ο σκοπός της επίδοσης. Επικαλούνται συναφώς τα αναφερόμενα στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α., Πολ. Έφ. Ε23/13 κ.α. ημερομηνίας 13.09.2013 και ζητούν από το δικαστήριο να παραβλέψει την όποια παρατυπία. Έχοντας συνοψίσει τα επιχειρήματα των δυο πλευρών στρέφομαι να εξετάσω τούτα ένα προς ένα, με τη σειρά που τα πιο πάνω αναφέρονται. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα η αιτήτρια διατείνεται πως είναι ελεύθερο νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επικαλείται όμως αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων που υποστηρίζουν ότι επιβάλλεται η έκδοση παράλληλου κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ). Η αιτήτρια υποστηρίζει ότι επί του προκειμένου ακολουθείται η αγγλική πρακτική, δηλαδή ότι σημειώνεται επί του κλητηρίου η επιγραφή 'για επίδοση μόνο εντός Κύπρου' και ακολούθως, αν ήθελε παραστεί ανάγκη επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ο ενδιαφερόμενος αποτείνεται στο δικαστήριο για σφράγιση του κλητηρίου. Πριν οτιδήποτε άλλο υποδεικνύεται ότι δεν είναι ανεπίτρεπτο για το δικαστήριο να επανεξετάσει τα δυο διατάγματα, δηλαδή δια προσθήκη συνεναγομένου και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και μάλιστα δικαιούται να αναθεωρήσει την απόφασή του. Αν τούτο χρειάζεται τεκμηρίωση αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Tlais Enterprises Ltd v. Her Majesrty's Revenue & Customs, ECLI:CY:AD:2015:A188, Πολ. Εφ. 109/09, ημερομηνίας 18.03.2015, όπου ευθέως τέθηκε το ζήτημα και το δικαστήριο ανέφερε πως· «Εν τέλει κρίνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ενήργησε αντίθετα με την υπάρχουσα νομολογία επιληφθέν της αιτήσεως για παραμερισμό τόσο της άδειας για επίδοση στο εξωτερικό, όσο και της προηγηθείσας άδειας για σφράγιση.» Τώρα, εφόσον γεγονός είναι ότι το κλητήριο ένταλμα σφραγίστηκε μια μόνο φορά, συγκεκριμένα πριν την έκδοσή του σε σχέση με την εναγομένη 1, και δεν επανασφραγίστηκε μετά την προσθήκη της αιτήτριας ως εναγομένης 2, όπως ούτε και η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σφραγίστηκε, ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι αν επιβαλλόταν να ακολουθηθεί η αγγλική πρακτική, ως η αιτήτρια εισηγείται. Έχω ήδη αναφέρει ότι η αιτήτρια διατείνεται πως το ζήτημα δεν έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Προφανώς διέλαθε την προσοχή της αιτήτριας ο λόγος (ratio) της υπόθεσης ΑΝS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A458, Πολ. Έφ. 362/09, ημερομηνίας 03.07.
  10. Η αντέφεση έθιξε αυτό ακριβώς το ζήτημα, εφόσον το πρωτόδικο δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι· «Κατ' ακολουθία δε των προβλεπόμενων στη Δ.6 θ.1(h) όπου εμφανίζονται στο κλητήριο εναγόμενοι από τους οποίους κάποιοι διαμένουν ή εδρεύουν στην Κύπρο και κάποιοι άλλοι εκτός δικαιοδοσίας, .. το κλητήριο εκδίδεται χωρίς άδεια για σφράγιση και ο ενάγων, αφού το επιδώσει στον εναγόμενο διάδικο που βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας, αποτείνεται και ζητά άδεια σφράγισης για επίδοση στον εναγόμενο ο οποίος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας.» Το δε Εφετείο αποφάνθηκε επί του προκειμένου ότι· «Ο τρόπος που προσέγγισε το θέμα το πρωτόδικο δικαστήριο στο ουσιαστικότερο μέρος είναι ορθός. Όμως δεν συμφωνούμε με την αναφορά του ευπαίδευτου Προέδρου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, που το κλητήριο καταχωρίστηκε νομότυπα επειδή υπήρχαν κύπριοι εναγόμενοι, ήταν αναγκαίο να ζητηθεί πέραν της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ειδική άδεια για σφράγιση του κλητηρίου δυνάμει της Δ.2 θ.2 για επίδοση σε εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας. Όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, σε περίπτωση που στην αγωγή υπάρχουν κύπριοι εναγόμενοι στους οποίους και επεδόθη η αγωγή, αρκεί κατά την άποψή μας η εξασφάλιση άδειας, δυνάμει της Δ.6 θ.1 για επίδοση στους εναγομένους εκτός δικαιοδοσίας. Με την εξέταση των προϋποθέσεων της Δ.6 θ1 το δικαστήριο θα αποφάσιζε αν είχε δικαιοδοσία έναντι των αλλοδαπών εναγομένων και δεν χρειαζόταν επιπρόσθετα η εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου δυνάμει της Δ.2 θ.
  11. Κατά συνέπεια, το μέρος του λόγου αντέφεσης, που αφορά σε αυτό το σημείο, αυστηρά ομιλούντες, ευσταθεί, όμως δεν έχει οποιαδήποτε πρακτική επίπτωση στην πορεία της υπόθεσης.» (ο τονισμός δικός μου) Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι ανάλογα είναι τα γεγονότα των δυο υποθέσεων, ΑΝS Secretaries και επίδικης. Καίτοι στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχουμε Κύπριο εναγόμενο, εκεί όπου οι δυο υποθέσεις ταυτίζονται είναι στο γεγονός ότι εξασφαλίστηκε άδεια για σφράγιση σε σχέση με τον τότε εναγόμενο, δηλαδή την εναγομένη 1, με επακόλουθο την έκδοση του κλητηρίου. Όταν στην πορεία του πράγματος προστέθηκε και η αιτήτρια, εναγομένη 2, γεγονός είναι ότι δεν λήφθηκε νέα άδεια για σφράγιση. Αυτό όμως ήταν καθ' όλα λογικό εφόσον το κλητήριο ένταλμα είχε ήδη εκδοθεί, δηλαδή ήταν σφραγισμένο, ένεκα της σχετικής άδειας που εξασφαλίστηκε λόγω της εναγομένης
  12. Ο όποιος έλεγχος για επίδοση τούτου στην αλλοδαπή, δηλαδή στην αιτήτρια [εναγομένη 2], δεν εξουδετερώθηκε λόγω της μη νέας σφράγισης, εφόσον δια να επιτευχθεί τούτη η επίδοση ακολούθησε σχετική αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας [αίτηση ημερομηνίας 29.05.2015]. Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση ANS Secretaries, σε τέτοια περίπτωση το στάδιο που θα κριθεί το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις δια επέκταση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, είναι η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αναγνωρίστηκε εκεί ότι σε αριθμό υποθέσεων οι διάδικοι ακολούθησαν την αγγλική πρακτική, δηλαδή έκδοση κλητηρίου εντάλματος με σημείωση 'όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς σχετική άδεια του δικαστηρίου', αναφέρθηκε όμως ότι· «.και αυτό να μη γίνει, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του εκδοθέντος κλητηρίου εντάλματος, εφόσον σ' αυτό υπάρχουν ημεδαποί εναγόμενοι.» Ας μου επιτραπεί εδώ να υποδείξω όμως, ενισχύοντας το λόγο της υπόθεσης ANS Secretaries, ότι στην Αγγλία η προαναφερθείσα πρακτική δεν είναι απλώς πρακτική αλλά δικονομικός κανόνας. Η Ο.6 r1 τιτλοφορείται Concurrent Writs. Συνεπώς εκεί είναι θεσμοθετημένη η διαδικασία που πιο πάνω αναφέρθηκε, εξ ου και εφαρμόζεται. Εδώ τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται και αυτός προφανώς είναι ο λόγος που το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν επηρεάζεται η εγκυρότητα της έκδοσης του κλητηρίου. Εν πάση όμως περιπτώσει, εδώ ο λόγος δια τον οποίο δεν χρειαζόταν να σφραγιστεί το κλητήριο, οφείλεται στο ότι είχε εξασφαλιστεί τέτοια άδεια σε προηγούμενο πλαίσιο, δηλαδή στη γενική αίτηση 1692/12 που αφορούσε την εναγομένη
  13. Απόρροια τούτης της άδειας ήταν ότι το κλητήριο ένταλμα εκδόθηκε. Συνεπώς στη συνέχεια δεν χρειαζόταν νέα σφράγιση παρά μόνο υποβολή αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, όπερ και εγένετο. Καταλήγω συνεπώς ότι αυτός ο λόγος δεν επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Ο επόμενος λόγος που επικαλείται η αιτήτρια έχει να κάνει με τον ευρωπαϊκό κανονισμό 1393/
  14. Είναι η θέση της πως ο κανονισμός απαιτεί όπως η επίδοση διενεργηθεί μέσω των κρατικών υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής. Είμαι της γνώμης πως ούτε αυτή η θέση απηχεί ορθά τη νομολογιακή επεξήγηση που έτυχε ο κανονισμός. Ο εν λόγω κανονισμός απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd. Πολ. Εφ. 387/11, ημερομηνίας 17.10.
  15. Λέχθηκε εκεί ότι· «Αναφέρθηκαν τα πιο πάνω με κάποια λεπτομέρεια για να καταδειχθεί ότι πρωταρχικός σκοπός του Κανονισμού είναι η κατά το δυνατό τυποποίηση της μεθοδολογίας διαβίβασης εγγράφων μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης καθιερώνοντας υπηρεσία παραλαβής, η οποία αναφέρεται στο προοίμιο στην αιτιολογική σκέψη
(9)και καθιδρύεται με το Άρθρο 2 του Κανονισμού, αποτελούμενη από δημόσιους λειτουργούς, αρχές ή άλλα πρόσωπα που θα είναι αρμόδια σε κάθε κράτος για την παραλαβή δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων (στο Αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείται το ορθότερο «extrajudicial documents»). Αυτή η υπηρεσία μπορεί να είναι υπηρεσία διαβίβασης ή υπηρεσία παραλαβής ή και τα δύο. Το έτερο σημαντικό είναι ότι ο Κανονισμός δεν καθιερώνει ένα αποκλειστικό τρόπο ή μέσο διαβίβασης εγγράφων. Κατά το Κεφάλαιο ΙΙ, που αφορά άλλους τρόπους διαβίβασης και επίδοσης δικαστικών εγγράφων, ορίζονται έτεροι τρόποι όπως, κατά το Άρθρο 12, διαβίβαση μέσω προξενικής ή διπλωματικής υπηρεσίας, κατά το Άρθρο 13, μέσω διπλωματικών ή προξενικών αντιπροσώπων, κατά το Άρθρο 14, μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών, και κατά το Άρθρο 15, με απευθείας επίδοση'. Επομένως, η διαβίβαση και επίδοση εγγράφων δύναται να επιτευχθεί με ένα ή περισσότερους τρόπους που επιτρέπει ο Κανονισμός και δεν αποκλείεται ο ένας τρόπος έναντι του άλλου, ούτε δίδεται κάποια προτεραιότητα σε ένα από αυτούς, (απόφαση C-473/04, ημερ. 9.2.2006, Plumex, Συλλογή 2006, σελ. Ι-1417, σκέψεις 19-22).» Τα πιο πάνω δεν χωρούν διαζευκτικών ερμηνειών, είναι ξεκάθαρο ότι ο κανονισμός 1393/07 δεν είναι περιορισμένης εφαρμογής, κατά τον τρόπο που διατείνεται η αιτήτρια, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Σε αυτόν αναφέρονται και θεσμοθετούνται διάφοροι τρόποι επίδοσης, μεταξύ άλλων και η ταχυμεταφορά. Συνεπώς η υποκατάστατη επίδοση που ζήτησαν οι ενάγοντες, ήτοι ταχυμεταφορά, δεν αντίκειται στις διατάξεις του κανονισμού 1393/07. Τα πιο πάνω συμπαρασύρουν βεβαίως και τον άλλο σχετικό λόγο που πρόβαλε η αιτήτρια, δηλαδή πως η επίδοση με ταχυμεταφορά αντίκειται στις διατάξεις της Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με όλο το σεβασμό αλλά δυσκολεύομαι να αντιληφθώ το συσχετισμό της Δ.42Α με το υπό κρίση ζήτημα. Η επίδοση αγωγής ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, δεν διέπεται από τις διατάξεις της Δ.42Α και συνεπώς δεν τίθεται θέμα εφαρμογής τούτων. Τώρα, σε συνάφεια με τα πιο πάνω η αιτήτρια διατείνεται πως δεν της επιδόθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο σχετικός ισχυρισμός της αιτήτριας δεν εδράζεται επι αμφισβητούμενου πραγματικού πλαισίου. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει, εφόσον δια αυτό το λόγο η αιτήτρια επικαλείται την ένορκη δήλωση του Ρόη Μαγκογιάν, δηλαδή του ομνύοντα την ένορκη δήλωση από την υπηρεσία ταχυμεταφορών, η οποία προσκομίστηκε από τους ενάγοντες. Σημειώνεται εν τούτοις ότι αξιοπερίεργο είναι πως η αιτήτρια δεν ονοματίζει το έγγραφο ή έγγραφα που θεωρεί ότι θα έπρεπε να της επιδοθούν και όμως δεν της επιδόθηκαν. Είμαι της γνώμης ότι αυτή η παράλειψη όχι μόνο δεν αρμόζει στο δικανικό λόγο, είναι και ανάρμοστη με το λειτούργημα του δικηγόρου που υποχρέωσή του είναι να βοηθήσει το έργο του δικαστηρίου ώστε να λάμψει η αλήθεια. Στη δοσμένη περίπτωση η παράλειψη αυτή προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον η αιτήτρια καλεί το δικαστήριο, έστω εμμέσως, να ερευνήσει μόνο του και αν ήθελε κρίνει ότι κάποιο έγγραφο δεν επιδόθηκε, τότε να ακυρώσει την επίδοση. Αυτό όμως χωρίς ποτέ να αποκαλυφθεί από την αιτήτρια το έγγραφο που η ίδια θεωρεί ότι έπρεπε να της επιδοθεί. Είμαι της γνώμης πως κάτι τέτοιο δεν είναι έργο του δικαστηρίου. Το αντιπαραθετικό σύστημα θέλει το συνήγορο, ο οποίος υπέχει ρόλο λειτουργού της δικαιοσύνης, να εντοπίζει και να παρουσιάζει ο ίδιος τους λόγους στους οποίους εδράζεται η υπόθεση ή το αίτημά του και όχι να επαναπαύεται στην έρευνα του δικαστηρίου, το οποίο ούτως ή άλλως οφείλει να τηρήσει ίσες αποστάσεις από τους διαδίκους. Εν ολίγοις, δεν νοείται αόριστη επιχειρηματολογία και ούτε αρμόζει τούτη στη σύγχρονη τάση του δικαίου που θέλει δέουσα αποκάλυψη, ώστε έκαστος να γνωρίζει τι έχει να αντιμετωπίσει. Εν πάση όμως περιπτώσει, εδώ ο Ρόης Μαγκογιάν αναφέρει ότι επέδωσε ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος· δυο αιτήσεις, μια ημερομηνίας 08.05.2015 και μια 11.05.2015, με τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν· καθώς και τα διατάγματα που εκδόθηκαν βάσει τούτων και όλα αυτά τόσο στην ελληνική όσο και στην ιταλική γλώσσα. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να εντοπίσω κάτι άλλο που οι ενάγοντες όφειλαν να επιδώσουν και όμως δεν επέδωσαν. Καταλήγω λοιπόν ότι αν και ορθή είναι η θέση της αιτήτριας ότι παράλειψη επίδοσης όλων των αναγκαίων εγγράφων οδηγεί σε παραμερισμό και ακύρωση της επίδοσης (βλ. Consortia, πιο πάνω), εν τούτοις στη δοσμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται τέτοια παράλειψη. Ως εκ τούτου ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί και γι' αυτό απορρίπτεται. Έχοντας αποφασίσει όλα τα ανωτέρω η προσοχή στρέφεται πλέον σε αυτό ακριβώς το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και βεβαίως την αίτηση και ένορκη δήλωση που οδήγησε στην έκδοση τούτου. Επαναλαμβάνω ότι η αιτήτρια διατείνεται πως οι ενάγοντες δεν ικανοποίησαν τα αναφερόμενα στη Δ.6 κ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1B A.A.Δ. 995, 1003, αυτή η πτυχή του αιτήματος κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που προσκομίστηκε σε σχέση με την αρχική αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου η προσοχή στρέφεται στην αίτηση ημερομηνίας 29.05.2015, δηλαδή την αίτηση με την οποία ζητήθηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Προτού όμως εξεταστεί ό,τι αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τούτη την αίτηση, υποδεικνύεται ότι δυνάμει των λεχθέντων στην υπόθεση Her Brittanic Majesty's Secretary of State, πιο πάνω, ό,τι εξετάζεται είναι· «Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". To κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στη Sekavin S.A. ν. Ship «Platon Ch"
(1981)1 C.L.R. 297, 300: " . . . the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its dicrection in favour of the proponent of service outside jurisdiction".» Σχετική είναι και η υπόθεση Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, 1034 όπου αναφέρθηκε ότι· «Όπως επισημαίνεται στη Sekavin S.A. ν. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, στην οποία αναλύεται η προηγούμενη νομολογία, η αποκάλυψη καλής υπόθεσης συναρτάται με την αντικειμενική αποτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση για επίδοση στο εξωτερικό. Πίστη αφεαυτής στην ύπαρξη καλής υπόθεσης δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Στην προκείμενη υπόθεση, ο ισχυρισμός του ομνείοντα Π. Παπαμιχαήλ, ότι οι ενάγοντες ήταν οι ιδιοκτήτες των υπό μεταφοράν εμπορευμάτων, χωρίς αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν αυτό τον ισχυρισμό, δεν προάγει τις θέσεις των εναγόντων. Άλλωστε, η μόνη μαρτυρία την οποία και ο ίδιος ο μάρτυρας επικαλείται για στοιχειοθέτηση των θέσεων του, προκύπτει από τις Φορτωτικές που επισυνάπτονται. Καλή υπόθεση συχνά ταυτίζεται με εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπόθεση. Στην Ε F Hutton & Co v Mofarrij [1989] 2 All E.R. 633, σημειώνεται ότι αν το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι νομικό και δεν υπόκειται σε περαιτέρω διευκρίνηση κατά τη δίκη, αυτό πρέπει να αποφασιστεί με τρόπο θετικό και τελεσίδικο στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, ανεξάρτητα από το πολύπλοκο του νομικού ερωτήματος.» Περιττό βεβαίως να αναφερθεί ότι σε τούτο το πλαίσιο το δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία (βλ. GCC Computers Ltd v. Penril Datacpm Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1584). Στη δοσμένη περίπτωση οι ενάγοντες διατείνονται πως είχαν συμφωνία με την εναγομένη 1, η οποία όμως τερματίστηκε την 12.09.2011 πρόωρα με ισχύ τερματισμού την 31.10.2011 (βλ. παράγραφο 3 ενόρκου δηλώσεως). Η εναγομένη 1 αναγνώρισε, διατείνονται οι ενάγοντες, την πρόκληση ζημίας ένεκα του πρόωρου τερματισμού και γι' αυτό συμφώνησε να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των €25167,70 (βλ. 4η και 5η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως). Το πως τούτο συσχετίζεται με την αιτήτρια (εναγομένη 2), επεξηγείται στις παραγράφους 16 μέχρι και 19 της σχετικής ενόρκου δηλώσεως. Αναφέρεται εκεί ότι η αιτήτρια ενοικίασε, αρχικά, και ακολούθως αγόρασε, το σχετικό κλάδο εργασίας της εναγομένης
  1. Υπό αυτή την έννοια, διατείνονται οι ενάγοντες, η αιτήτρια ανέλαβε τις υποχρεώσεις της εναγομένης
  2. Κατ' επέκταση, αυτός είναι ο λόγος που οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η αιτήτρια είναι υπόλογη για την καταβολή των αποζημιώσεων που συμφωνήθηκαν. Είμαι της γνώμης ότι όλα τα πιο πάνω δεν ικανοποιούν το κριτήριο που θέτει η σχετική δικονομική διάταξη, εφόσον δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής. Και εξηγώ· διατείνονται οι ενάγοντες ότι η αιτήτρια ανέλαβε τις υποχρεώσεις και δικαιώματα της εναγομένης 1, μετά από μεταβίβαση των εργασιών της τελευταίας. Καίτοι όμως αναφέρονται σε συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ εναγομένης 1 και αιτήτριας, κανένα έγγραφο αυτής της μορφής τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Εν ολίγοις το δικαστήριο δεν γνωρίζει αν όντως συνομολογήθηκε τέτοια συμφωνία και περαιτέρω, σε περίπτωση που έχει συνομολογηθεί τέτοια, ποιο είναι το περιεχόμενο τούτης. Μάλιστα αυτή ακριβώς η μαρτυρία θα ήταν εκείνη που θα άνοιγε το δρόμο δια βάσιμη απαίτηση εναντίον της αιτήτριας, αλλιώς ο σχετικός ισχυρισμός παραμένει μετέωρος και σε επίπεδο εικασίας. Εν τούτοις, τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Πέραν όμως των πιο πάνω, εξίσου σημαντικό είναι και το πρώτο σκέλος των ισχυρισμών των εναγόντων. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί η απαίτηση των εναγόντων αφορμάται από τον τερματισμό της 12.09.
  3. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι ενάγοντες και εναγομένη 1 συμφώνησαν ότι η τελευταία θα αποζημίωνε τους ενάγοντες, εξ ου και διατείνονται πως αυτή η υποχρέωση αναλήφθηκε εν τέλει, από την αιτήτρια που ανέλαβε τις υποχρεώσεις της εναγομένης
  4. Ούτε όμως για αυτή τη πτυχή της αξίωσης, δηλαδή τη συμφωνία που διείπε τη σχέση εναγόντων και εναγομένης 1, τον πρόωρο τερματισμό τούτης της συμφωνίας και τέλος, τη συμφωνία που ακολούθησε δια καταβολή αποζημιώσεων, προσκομίστηκε οιαδήποτε μαρτυρία. Υφίσταται ή όχι τέτοια συμφωνία, εάν ναι· πού και πότε καταρτίστηκε και ποιο είναι το περιεχόμενο τούτης. Μάλιστα όπως θα φανεί και πιο κάτω, χωρίς αυτές τις πληροφορίες το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφανθεί για το δίκαιο που διέπει τη συμφωνία. Το σύνολο των πιο πάνω φανερώνει πως οι ενάγοντες απλώς αρκέστηκαν να θέσουν στο δικαστήριο την προσωπική τους άποψη για την όλη υπόθεση και όχι μαρτυρία που να αποδεικνύει, στο βαθμό του εκ πρώτης όψεως πάντα, καλή αιτία αγωγής (good cause of action). Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται σήμερα πως η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου με την αίτηση 29.05.2015 δεν επαρκούσε δια έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Είναι λοιπόν αναπόφευκτο ότι επάλληλη επίπτωση τούτης της διαπίστωσης είναι η ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 11.06.2015 και κατ' επέκταση της επίδοσης που διενεργήθηκε βάσει τούτου. Παρ' ότι η πιο πάνω διαπίστωση καθορίζει την τύχη της αίτησης, κρίνω πως επιβάλλεται να ασχοληθώ και με τον άλλο λόγο που έθεσε η αιτήτρια, δηλαδή το κατά πόσο τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης του θέματος που εδώ εγείρεται. Το πρώτο που παρατηρώ είναι πως το ελλιπές πλαίσιο όσων πιο πάνω αναφέρονται, δηλαδή των γεγονότων που διέπουν τη σχέση της αιτήτριας με την εναγομένη 1 και τη σχέση της τελευταίας με τους ενάγοντες, φανερώνει ότι δεν αποκαλύπτεται το δικαιοδοτικό πλαίσιο που διέπει την αξίωση. Η μαρτυρία των εναγόντων δεν αποκαλύπτει που καταρτίστηκε η συμφωνία και που διαρρήχθηκε, ώστε να δύναται το δικαστήριο να αποφασίσει τούτο το ζήτημα. Είναι όμως υποχρέωση των εναγόντων να πείσουν ότι δικαιολογημένα αποτείνονται σε δικαιοδοσία άλλη από εκείνη όπου διαμένει ο εναγόμενος (βλ. Knauf v. Peters
(2002)
  1. W.L.R. 907) Επί του προκειμένου σχετικός είναι άλλος ένας ευρωπαϊκός κανονισμός, συγκεκριμένα ο κανονισμός 44/
  2. Όντως αναφέρεται στην υπόθεση Directo Capital Investments Ltd κ.α. v. Global Finance κ.α. ECLI:CY:AD:2016:D366, Πολ. Εφ. 251/11 ημερομηνίας 18.07.2016· «Ως εκ του συνδυασμού των πιο πάνω άρθρων του Κ.44/2001, με δεδομένο ότι οι εφεσίβλητοι είναι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα προκύπτει ότι αυτοί δεν μπορούν να εναχθούν στα κυπριακά δικαστήρια εκτός αν τα κυπριακά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία βάσει των Κανόνων που περιέχονται στα Τμήματα 2-7 του Κεφ.ΙΙ του Κ.44/2001 (στα οποία εντάσσονται τα άρθρ.5 και 23), κάτι που δεν ισχύει εν προκειμένω. Είναι ορθό ότι ο Κανονισμός αυτός κατ΄αρχήν δεν επιτρέπει στα Δικαστήρια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης να αναλαμβάνουν δικαιοδοσία σε σχέση με αξιώσεις που εγείρονται εναντίον εναγομένου με διαμονή σε άλλο κράτος μέλος.» (και πιο κάτω) «Με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι 2 δεν έχουν την κατοικία τους στην Κύπρο και η δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων ως προς αυτούς πηγάζει μόνο από τη Σύμβαση, (το Μνημόνιο Συναντίληψης.)» Ερμηνευτική του κανονισμού 44/2001 είναι και η υπόθεση Loughrans Stores Ltd v. D.P. Agroproducts Ltd, Πολ. Εφ. 300/09 ημερομηνίας 23.12.2013, όπου λέχθηκε ότι· «To άρθρο 5.1(α) του Κανονισμού διατηρεί αμετάβλητο το κείμενο του άρθρου 5.1 της Σύμβασης. Ο δεύτερος κανόνας - άρθρο 5.1(β) του Κανονισμού, μεταβάλλει το προηγουμένως ισχύον δυνάμει της Σύμβασης καθεστώς, καθορίζοντας αυτόνομα, για συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων, τον τόπο εκπλήρωσης της επίδικης παροχής, ο οποίος είναι, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των μερών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων[2]. Υποδεικνύεται συναφώς από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-386/05, Color Drack GmbH v. Lexx International Vertriebs GmbH, ημερ. 3.5.2007, αναφερόμενο στο άρθρο 5.1(β) (πρώτη περίπτωση), στις παρ. 26 και 30, πως: «.... ο εν λόγω κανόνας ειδικής δικαιοδοσίας για διαφορές εκ συμβάσεως κατοχυρώνει, στο πλαίσιο του κανονισμού 44/2001, τον τόπο παραδόσεως ως αυτοτελές κριτήριο συνδέσεως, το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις αγωγές που έχουν ως βάση τη σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων γενικά και όχι μόνο σε εκείνες που έχουν ως βάση την υποχρέωση παραδόσεως καθεαυτή. ... ... ... ... ... Όσον αφορά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 44/2001, το οποίο καθορίζει τόσο τη διεθνή δικαιοδοσία όσο και την κατά τόπον αρμοδιότητα, η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην ενοποίηση των κανόνων συγκρούσεως δικαιοδοσιών και, ως εκ τούτου, στον απευθείας προσδιορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου, χωρίς να παραπέμπει στις εθνικές διατάξεις των κρατών μελών.» Αναφέρεται περαιτέρω στην παρ. 39: «Συναφώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι παράγοντες που οδήγησαν στη θέσπιση της εξεταζόμενης διατάξεως. Η διάταξη αυτή εκφράζει ρητώς τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη για ρήξη με το προηγούμενο καθεστώς για τις συμβάσεις πωλήσεως, σύμφωνα με το οποίο ο τόπος εκτελέσεως καθοριζόταν για καθεμιά από τις επίδικες υποχρεώσεις με βάση το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του δικαστηρίου που επιλαμβανόταν της διαφοράς. Ορίζοντας αυτοτελώς ως «τόπο εκπληρώσεως» τον τόπο όπου πρέπει να εκτελεστεί η κύρια παροχή της συμβάσεως, ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να συγκεντρώσει στον τόπο εκπληρώσεως τη διεθνή δικαιοδοσία για τις διαφορές που συνδέονται με όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις και να προβλέψει μία και μοναδική διεθνή δικαιοδοσία για όλες τις αγωγές που έχουν ως βάση τη σύμβαση.» (Βλ. επίσης C-381/08 Car Trim Gmbh v. KeySafety Systems Srl, ημερομηνίας 25.2.2010). Το λεκτικό του άρθρου 5.1(β) δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφές. Επιδιωκόμενος σκοπός του είναι η υπαγωγή στο ίδιο forum όλων των διαφορών που πηγάζουν από τις συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων και τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ανεξαρτήτως των διαφορών, δηλαδή όχι μόνο των αγωγών της κυρίας παροχής - παράδοση εμπορευμάτων ή παροχή υπηρεσιών - αλλά και των αγωγών για εκπλήρωση της εκάστοτε οφειλόμενης χρηματικής αντιπαροχής ή παρεπόμενων συμβατικών υποχρεώσεων. Ταυτόχρονα παρέχεται στα μέρη η δυνατότητα συμφωνίας θεμελίωσης διαφορετικής βάσης διεθνούς δικαιοδοσίας για την επίλυση των συμβατικών τους διαφορών.» Τα πιο πάνω με ευκρίνεια επεξηγούν το νομικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα. Εν τούτοις στην προκείμενη περίπτωση το πραγματικό πλαίσιο δεν επιτρέπει διαπίστωση άλλη, πλην εκείνης που αποκαλύπτεται από το αναμφισβήτητο γεγονός, δηλαδή ότι η αιτήτρια είναι κάτοικος Ιταλίας. Η δυσκολία στο να διαπιστωθούν οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός 44/2001, δηλαδή τα στοιχεία που καθορίζουν τη δικαιοδοσία, οφείλεται στο ότι οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν τούτα τα γεγονότα. Εν ολίγοις, ποιος είναι ο τόπος εκπλήρωσης της ισχυριζόμενης συμφωνίας δια κάλυψη αποζημιώσεων ύψους €25167,70, Ιταλία ή Κύπρος. Δοθέντος ότι δεν προσκομίστηκε σχετική συμφωνία και δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό, δεν διαπιστώνεται ειδική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. άρθρο 5 κανονισμού 44/2001). Ανάλογα όμως ισχύουν και για την ισχυριζόμενη υποχρέωση της αιτήτριας να καλύψει την οφειλή της εναγομένης
  3. Εφόσον ούτε σε αυτή την περίπτωση προσκομίστηκε μαρτυρία που να διαφοροποιεί το γενικό κανόνα, δηλαδή ότι η δικαιοδοσία εξαρτάται από τον τόπο διαμονής του εναγομένου, μια μόνο επιλογή απομένει και αυτή δεν είναι άλλη από το να διαπιστωθεί πως τα Κυπριακά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η αίτηση είναι βάσιμη και ως εκ τούτου το διάταγμα ημερομηνίας 11.06.2015 ακυρώνεται. Συνεπακόλουθο είναι ότι η υποκατάστατη και εκτός δικαιοδοσίας επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην αιτήτρια, επίσης ακυρώνεται. Περαιτέρω, το κλητήριο ένταλμα στην έκταση που αφορά την αιτήτρια (εναγομένη 2), αναστέλλεται λόγω μη ειδικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών δικαστηρίων. Τέλος, τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας/εναγομένης 2 και εναντίον των εναγόντων. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.