ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΒΟΣΚΟΥ ν. ULGEN SCOATARIN, Αρ. Αγωγής: 1715/15, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A459 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1715/15 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΒΟΣΚΟΥ Ενάγουσα και ULGEN SCOATARIN Εναγόμενη Ημερομηνία: 29 Ιουλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Κώστα Για την Εναγόμενη: κα Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης, εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €1.060, με νόμιμο τόκο επί του ρηθέντος ποσού μέχρι εξοφλήσεως. Η εν λόγω απαίτηση, διεκδικείται επί τη βάση ιδιωτικού δανείου. Επί ουσιαστικών γεγονότων, οι δυο πλευρές συμφωνούν, και τούτο προκύπτει, τόσο από τις σχετικές δικογραφημένες τους θέσεις, όσο και από την ενώπιον μου, προσκομισθείσα από αυτούς μαρτυρία. Τα γεγονότα επί των οποίων οι δυο πλευρές συμφωνούν είναι τα ακόλουθα: Ενάγουσα και εναγόμενη, στο παρελθόν υπήρξαν φίλες. Περί το 2011 και συγκεκριμένα το Καλοκαίρι του εν λόγω έτους, η ενάγουσα έδωσε στην εναγόμενη το χρηματικό ποσό των €1.
- Τούτο επιτεύχθηκε, μέσω δυο επιταγών (€500 έκαστη), τα δε υπόλοιπα €60, τοις μετρητοίς. Για τα πιο πάνω γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Η διαφωνία των διαδίκων, στην ουσία, αφορά στο λόγο που δόθηκαν τα χρήματα από την ενάγουσα στην εναγόμενη. Κατά την ενάγουσα, τούτα δόθηκαν ως δάνειο μετά από σχετική παράκληση της, φίλης της τότε, εναγόμενης, αλλά και της διαβεβαίωσης της ότι, σε λίγες μέρες θα της τα επιστρέψει. Στην αντίπερα όχθη, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, της δόθηκαν για σκοπούς εξόφλησης οφειλής της ενάγουσας προς την ίδια για δάνειο που της παρείχε, για το συγκεκριμένο ποσό, κατά το
- Συνεπεία του γεγονότος ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εντός του έτους 2015, και η απαίτηση της ενάγουσας αφορά σε ποσό κάτω των €3.000, η ακροαματική διαδικασία, με βάση τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 30, διεξήχθη με τη κατάθεση ενόρκων δηλώσεων (μία από κάθε διάδικο) χωρίς να ακουστεί προφορική μαρτυρία. Σημειώνεται επίσης ότι, παρά την σχετική πρόνοια της νέας Διαταγής 30, καμία εκ των δυο πλευρών δεν επιδίωξε την αντεξέταση της ομνύουσας της άλλης. Επί των αμφισβητούμενων επίδικων θεμάτων, η ενάγουσα με την μαρτυρία που προσκόμισε, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, με την ένορκη της δήλωση ημερ. 4/12/2015, απορρίπτει τις υπό στοιχεία Α - Ε προδικαστικές ενστάσεις της υπεράσπισης, επικαλούμενη ότι πρόκειται για αδικαιολόγητους, αστήρικτους και αβάσιμους ισχυρισμούς, προωθώντας δε τη θέση ότι, τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι τα όσα αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης της. Ακολούθως, αφού επαναλαμβάνει ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οι διάδικοι ήταν φίλες, ισχυρίζεται ότι κατά το Καλοκαίρι του 2011 η εναγόμενη της ζήτησε να της δανείσει το χρηματικό ποσό των €1.060 για να αποπληρώσει χρέη της προς τρίτους, διαβεβαιώνοντας την ωστόσο ότι, ολόκληρο το ποσό, θα της το επέστρεφε εντος μερικών ημερών. Με γνώμονα την πιο πάνω αναφερόμενη διαβεβαίωση, αποφάσισε να δανείσει την εναγόμενη και γύρω στις 23/06/11 και 30/06/11, μέσω δύο επιταγών, (μία σε κάθε ημερομηνία - αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκή της δήλωση), της κατέβαλε το συνολικό ποσό των €1.
- Περί τις αρχές Ιουλίου, του ιδίου έτους, κατέβαλε προς την εναγόμενη, πάντα υπό μορφή δανείου, και το ποσό των €60 τοις μετρητοίς. Όσο δε αφορά στις δύο επιταγές, τούτες εκδόθηκαν από τον λογαριασμό της που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου, χωρίς να συμπληρώσει το σημείο στο οποίο αναγράφεται ο δικαιούχος του ποσού της επιταγής και τούτο κατόπιν σχετικής παράκλησης της εναγόμενης. Ως της ανέφερε, θα συμπλήρωνε η ίδια (η εναγόμενη) το όνομα των δύο, άγνωστων προς την ενάγουσα, προσώπων που θα κατέληγαν τα χρήματα. Κατά την ενάγουσα, τα δύο άγνωστα προς αυτή πρόσωπα που αναφέρονται ως δικαιούχα επί των επιταγών (ένα πρόσωπο σε κάθε επιταγή), εξαργύρωσαν τούτες και έλαβαν, έκαστος, τα χρήματα της κάθε επιταγής. Ακολούθως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κάλεσε επανειλημμένα την εναγόμενη μέσω τηλεφωνικών κλήσεων για να της επιστρέψει τα χρήματα, πλην όμως τούτη, επικαλούμενη οικονομική δυσχέρεια, ζητούσε παράταση του χρόνου αποπληρωμής. Λόγο της μη εξόφλησης του δανείου, η ενάγουσα αναγκάστηκε να καταχωρήσει την υπό εξέταση αγωγή. Ως ισχυρίζεται η ενάγουσα, η πρώτη φορά που η εναγόμενη προώθησε τον ισχυρισμό περί δήθεν δανείου που έλαβε η ίδια (η ενάγουσα), στο παρελθόν από την εναγόμενη και περί δήθεν εξόφλησης του με την καταβολή του απαιτούμενου με την παρούσα αγωγή ποσού, ήταν μέσω της υπεράσπισης της στην παρούσα αγωγή. Τέλος, με γνώμονα τα όσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση αλλά και στην Έκθεση Απαίτησης, ζητά την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €1.060, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγου ποσού μέχρι εξόφλησης, πλέον τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής. Από την άλλη, η εναγόμενη, με την ένορκη της δήλωση, στην οποία δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε τεκμήριο, επαναλαμβάνει, στην ουσία, το περιεχόμενο του δικογράφου της υπεράσπισης της. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, εκείνο που στην ουσία επικαλείται η εναγόμενη είναι ότι κατά το Δεκέμβρη του 2010 δάνεισε στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των €1.060, το οποίο η ενάγουσα, περί το Καλοκαίρι του 2011, της το επέστρεψε, χωρίς να θέτει εν αμφιβόλω τον τρόπο με τον οποίο, τούτο της καταβλήθηκε. Νομική πτυχή: Συνεπεία της εφαρμογής των προνοιών της νέας Δ.30, κρίνω απαραίτητο να παραθέσω, αυτουσίως, τις σχετικές πρόνοιες της εν λόγω Διαταγής. Πρόκειται για το θεσμό 5
(1),
(2)και
(5)και το θεσμό 7. «5.
(1)Το Δικαστήριο για αγωγές το αντικείμενο των οποίων είναι μέχρι €3.000 ως στον Θεσμό 7 κατωτέρω αναφέρεται, εκδίδει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων λαμβάνοντας υπόψη (α) τη δήλωση του διαδίκου ή του δικηγόρου αυτού ως προς τον αριθμό των μαρτύρων που προτίθεται να καλέσει προς υποστήριξη της υπόθεσης του. (β) το χρόνο ετοιμασίας της μαρτυρίας από κάθε διάδικο.
(2)Τηρουμένων ειδικών οδηγιών που το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της διαφοράς, περιλαμβανομένου και του βάρους απόδειξης, ο ενάγων καταχωρεί πρώτος τη μαρτυρία του μέσα στο χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο, ακολουθούμενος από τον εναγόμενο και τον τριτοδιάδικο, όπου υπάρχει, μέσα στο χρόνο που το Δικαστήριο θα καθορίσει για τον κάθε διάδικο. ...........................................
(5)Οποτεδήποτε καταχωρείται έγγραφη μαρτυρία, αυτή συμμορφώνεται με τους ακόλουθους κανόνες: (
- i)λαμβάνει τη μορφή ένορκης δήλωσης. (
- ii)αποτελεί την όλη μαρτυρία του διαδίκου ή του μάρτυρα που την καταχωρεί. (iii) είναι σε συμφωνία με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα, στην έκθεση απαίτησης ή την υπεράσπιση ή στην ανταπαίτηση, αναλόγως της περιπτώσεως. (
- iv)περιλαμβάνει αναφορά στα έγγραφα ή αντικείμενα που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του διαδίκου ή μάρτυρα, τα οποία και επισυνάπτει σε πρωτότυπη ή δευτερογενή μορφή αποτύπωσης, κατά την κρίση του διαδίκου που καλεί το συγκεκριμένο μάρτυρα και τη φύση του εγγράφου ή αντικειμένου. (
- v)πλατειασμοί ή αναφορές σε γεγονότα που κρίνονται από το Δικαστήριο άσχετα με την αντίστοιχη δικογραφία, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και το Δικαστήριο δύναται να καθορίσει, πριν την έναρξη της ακρόασης, ποια γεγονότα ή αναφορές που καταγράφονται στη μαρτυρία κρίνονται ως άσχετα, επί των οποίων και δεν επιτρέπεται κυρίως εξέταση ή αντεξέταση. (
- vi)το Δικαστήριο δύναται κατά την έναρξη της ακρόασης να καταδικάσει με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα εκείνον τον διάδικο που επιχειρεί με τη μαρτυρία του να εισαγάγει άσχετα θέματα ή γεγονότα ή που πλατειάζει στην καταγραφή της ουσιαστικής μαρτυρίας. 7. Το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει για τις υποθέσεις που καλύπτονται από την παρ. 6 ανωτέρω, κατ΄ εξαίρεση και μόνο, διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του ή στην περίπτωση της υποπαραγράφου (γ) κατωτέρω ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από μάρτυρα που δεν κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όπου το Δικαστήριο κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι επιβάλλεται η εξέταση ή αντεξέταση του διαδίκου ή του μάρτυρα. (β) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική εξέταση ή αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα είτε του ιδίου, είτε του αντιδίκου του. (γ) .................................... (δ) .................................... (ε) ..................................... Με δεδομένο το γεγονός ότι καμία πλευρά δεν αντεξέτασε την ομνύουσα της άλλης, και με δεδομένο ότι οι πρόνοιες της Δ.30 δεν διαφοροποιούν καθοιονδήποτε τρόπο τις παγίως νομολογημένες αρχές σε σχέση με το πώς αποσείεται το βάρος απόδειξης που φέρει ένας διάδικος, αλλά και το πώς επενεργεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας η παράληψη αντεξέτασης, κρίνεται αναγκαία η παράθεση των σχετικών αναφορών από τον λόγο στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527. «Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. and Lehwess v. Austin an the Austin Motor Co. [1935].C.346 στη σελ. 359: "Cross-examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story." Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα. Σχετική είναι η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: "Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it." Οι εφεσείοντες δεν έθεσαν, ούτε και έθιξαν, την πτυχή αυτή της υπεράσπισης τους κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1. Δε θεωρούμε την εξήγηση της παράλειψης, που καταγράψαμε πριν από λίγο, ικανοποιητική». Χρήσιμο ακόμα κρίνεται, να παρατεθούν και οι νομολογιακές αρχές σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149[1], και τούτο συνεπεία της νομικής βάσης επί της οποίας εδράζεται η υπό εξέταση αγωγή και δη τη συμφωνία δανείου. Εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά την ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά την συνήθη ροή των πραγμάτων ή την ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα προέκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στην θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης. Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων που κατά την λογική πρόβλεψη, κατά τον χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι «(η) έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλέπε George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α.
(1997)1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos
(1982)1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979], 1 Αll E.R. 883). Προδικαστικές Ενστάσεις Η εναγόμενη, στα πλαίσια του δικογράφου της υπεράσπισης της, προωθεί, με στοιχεία Α - Ε, 5 προδικαστικές ενστάσεις. Με βάση το περιεχόμενο της γραπτής της αγόρευσης, η πρόθεση της εναγόμενης να εγκαταλείψει την υπό στοιχείο Γ προδικαστική της ένσταση, είναι έκδηλη. Οφείλω όμως να σημειώσω ότι και οι λοιπές προδικαστικές ενστάσεις, δεν προωθούνται με το δέοντα τρόπο. Αυτό που στην ουσία γίνεται μέσω της αγόρευσης της εναγόμενης, είναι η επανάληψη του περιεχομένου των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων, χωρίς καμία απολύτως σχετική επιχειρηματολογία, ή παραπομπή στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης για σκοπούς υπόδειξης των ελλείψεων που κατά την εναγόμενη παρουσιάζει ή σε οποιαδήποτε σχετική με το θέμα νομολογία προς υποστήριξη των ενστάσεων. Αν αξίζει κάτι να σημειωθεί είναι ότι, με τις εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις, αφενός προωθείται η θέση ότι η ενάγουσα, με την έκθεση Απαίτησης της, δεν αποκαλύπτει νόμιμη αιτία αγωγής και αφετέρου ότι, τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα στο δικόγραφο της δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, με αποτέλεσα η αγωγή της να θεωρείται αβάσιμη. Ως προς το δεύτερο, τούτο είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής ως τούτη θα προκύψει μετά την κατάληξη των ευρημάτων του, με γνώμονα την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας. Ως προς το πρώτο, έστω και αν κατά τη γνώμη μου, λόγω του τρόπου που προωθήθηκαν οι σχετικές προδικαστικές ενστάσεις, δεν θα έπρεπε να ασχοληθώ με αυτές, εντούτοις σημειώνω ότι, με την Έκθεσης Απαίτησης της, η ενάγουσα, με επαρκή σαφήνεια προσδιορίζει ως αιτία αποξένωσης της περιουσίας της, τη συμφωνία δανείου, αναφερόμενη στις συνθήκες κάτω από τις οποίες τούτη (η προφορική συμφωνία) συνομολογήθηκε, το χρόνο που παρέδωσε τα χρήματα, καθώς επίσης και το χρόνο, που σύμφωνα με την ισχυριζόμενη βεβαίωση της εναγομένης, θα έπρεπε να της επιστραφούν (σε λίγες μέρες). Επομένως, η θέση της εναγόμενης ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής ή αναγνωρισμένη βάση αξίωσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Με βάση τις θέσεις που προώθησε η ενάγουσα, τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία και με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, καθίσταται έκδηλο ότι, η παράληψη της εναγόμενης να αντεξετάσει την ενάγουσα, επενεργεί καταλυτικά στο αποτέλεσμα της υπό εξέταση αγωγής. Και τούτο γιατί, η ενάγουσα, έθεσε ουσιαστικούς ισχυρισμούς, αφενός περί του υπαρκτού και βάσιμου της απαίτησης της και αφετέρου, της αναγνώρισης και αποδοχής της επίδικης οφειλής από την εναγόμενη. Με την παράληψή της να αντεξετάσει την ενάγουσα, η εναγόμενη, άφησε, στην ουσία, την σχετική μαρτυρία της ενάγουσας, αδιαμφισβήτητη. Δεν παραγνωρίζω ότι η εναγόμενη προσκόμισε δική της μαρτυρία, μέσω της οποίας, δηλώνει την διαφωνία της με τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα και προωθεί και ισχυρισμούς που υποστηρίζουν κατά την ίδια την προβαλλόμενη από αυτή υπεράσπιση. Όπως όμως υποδείχθηκε, στα πλαίσια της παράθεσης της σχετικής με την παρούσα αγωγή, νομικής πτυχής, ανωτέρω, η αντεξέταση ενός μάρτυρα που προβάλλει ουσιαστικούς ισχυρισμούς, με σκοπό, αφενός να αμφισβητηθούν τούτοι, και αφετέρου να υποβληθούν προς αυτόν, οι θέσεις που σκοπεύει να προωθήσει η υπεράσπιση, αποτελεί προϋπόθεση για να είναι δυνατή η προσκόμιση μαρτυρίας που σκοπεύει να αντικρούσει την δική του. Πόσο μάλλον όταν, καμία εξήγηση δεν δίδεται που να δικαιολογεί την παράληψη αντεξέτασης του. Εν πάση όμως περιπτώσει, η σχετική μαρτυρία της εναγόμενης, προωθήθηκε με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο και δη με τρόπο που καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος περί της ορθότητας της από το Δικαστήριο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι, ενώ ισχυρίζεται ότι περί τον Δεκέμβριο του 2010 δάνεισε στην ενάγουσα το συγκεκριμένο ποσό, τίποτε άλλο σχετικό δεν αναφέρει, όπως, με ποιο τρόπο δόθηκαν τα χρήματα, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκαν, αν ήταν μέσω επιταγών, να αναφερθεί σε αυτές ή αν ήταν τοις μετρητοίς, να παρουσιάσει κάποιο ισχυρισμό που να τείνει να επιβεβαιώσει τη θέση της. Εκείνο δε που ξενίζει, είναι ότι, κανένας ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από την εναγόμενη σχετικά με τον λόγο που οι δύο επιταγές που της δόθηκαν από την ενάγουσα, εκδόθηκαν στο όνομα τρίτων προσώπων. Αν μη τι άλλο, έστω και αν, ως ισχυρίζεται, τα χρήματα της δόθηκαν ως αποπληρωμή οφειλής της ενάγουσας προς αυτήν, αναμενόμενο ήταν, να δοθεί μια εξήγηση γιατί εν τέλει οι επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα των εν λόγω προσώπων και όχι στην ίδια την εναγόμενη, προς την οποία, ως ισχυρίζεται η τελευταία, οφείλοντο. Επαναλαμβάνω δε ότι, η ένορκη δήλωσή της εναγόμενης, όχι απλά δεν είναι διαφωτιστική του λόγου που οι δύο επιταγές εκδόθηκαν επ' ονόματι δύο άλλων (από τους διάδικους) προσώπων, αλλά τουναντίον, είναι με τέτοιο τρόπο συνταγμένη (αντιγραφή, στην ουσία, του δικογράφου της Υπεράσπισης) που δεν τίθεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, εν' αμφιβόλω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ως προς τον τρόπο που παράδωσε τα χρήματα στην εναγόμενη. Τούτο σημειώνεται για να υποδειχτεί ότι, η σχετική, στην γραπτή αγόρευση, αναφορά του συνηγόρου της εναγομένης, δεν συμβαδίζει με τις προηγούμενες σχετικές θέσεις της Υπεράσπισης. Ο συνήγορος της εναγόμενης, με την γραπτή του αγόρευση, για πρώτη φορά, προωθεί τη θέση ότι οι δυο επίδικες επιταγές είναι άσχετες με την υπό εξέταση υπόθεση, καθότι εκδόθηκαν προς όφελος προσώπων άλλων από του διάδικους. Αυτή η θέση, δεν μπορεί να ληφθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο υπόψη. Είναι πάγια νομολογημένη αρχή δικαίου ότι, ισχυρισμοί αποδεικνύονται με μαρτυρία που προσκομίζετε νομότυπα ενώπιων Δικαστηρίου και όχι μέσω αγορεύσεων των συνηγόρων τους. Αν υπάρχει κάτι που κρίνω ορθό να αναφέρω, είναι ότι, με τον εν λόγο ισχυρισμό του συνηγόρου της εναγομένης στην αγόρευση του, έχοντας κατά νου τους σχετικούς με το θέμα ισχυρισμούς της εναγόμενης, στην Υπεράσπιση και ένορκη δήλωσή της, αναδύεται, έτι περισσότερο, το ανεδαφικό της υπεράσπισης της εναγομένης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της εναγόμενης, στον βαθμό που τούτη τείνει να αντικρούσει τις προβαλλόμενες από την ενάγουσα θέσεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Από την άλλη, η μαρτυρία της ενάγουσας, παρουσιάζει την απαραίτητη συνοχή και υποστηρίζεται και από την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Τα δε έγγραφα τεκμήρια που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση της, είναι επίσης υποστηριχτικά των ισχυρισμών της. Είμαι, επομένως, της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει, στο βαθμό που οφείλει στα πλαίσια μιας αστικής διαδικασίας, ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, έλαβαν χώραν ως η ίδια τα περιγράφει. Κατ' ακολουθία, προβαίνω σε ανάλογα, με την μαρτυρία της, ευρήματα. Τελικά Ευρήματα Επομένως, αποτελούν επιπρόσθετα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι, το συνολικό ποσό των €1.060 που δόθηκε κατά το Καλοκαίρι του 2011 από την ενάγουσα προς την εναγόμενη, δόθηκε στα πλαίσια ιδιωτικής συμφωνίας δανείου μεταξύ των δύο διαδίκων, με όρο όπως εντός μερικών ημερών, η εναγόμενη επιστρέψει τούτο, πλην όμως, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας, και παρά το γεγονός ότι έχει, προ πολλού, παρέλθει ο χρόνος εντός του οποίου θα έπρεπε, η εναγόμενη να εξοφλήσει την οφειλή της, το εν λόγο ποσό δεν έχει ακόμα επιστραφεί στην ενάγουσα. Η εναγόμενη, ποτέ πριν την καταχώρηση του δικογράφου της υπεράσπισης της, δεν αρνήθηκε την οφειλή της προς την ενάγουσα, πλην όμως, επικαλούμενη οικονομική δυσχέρεια ζητούσε χρόνο για να εξοφλήσει τούτη. Κατάληξη Δεν υπάρχει απολύτως καμία αμφιβολία ότι, η άρνηση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα το απαιτούμενο ποσό των €1.060, αποτελεί παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης δανείου, μιας και παρήλθε, προ πολλού, ο χρόνος, εντός του οποίου, θα έπρεπε να εξοφλήσει την οφειλή της. Επομένως, το μόνο που παραμένει προς εξέταση, είναι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται η ενάγουσα. Με βάση τις πιο πάνω σχετικές αρχές, το Δικαστήριο θα επιδικάσει αποζημιώσεις, τέτοιου ύψους, ώστε η ενάγουσα να βρεθεί στην θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη. Αυτό ερμηνεύεται ότι, θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ της ενάγουσας, αποζημιώσεις, ίσες με το δανειζόμενο ποσό, μιας και ουδέποτε η εναγόμενη κατάβαλε οπουδήποτε ποσό έναντι της οφειλής της. Τούτο, είναι και το ποσό που απαιτεί η ενάγουσα. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι, η παρούσα αγωγή, πρέπει να επιτύχει. Επομένως, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης, για το συνολικό ποσό των €1.060. Έχοντας όμως υπόψη ότι, η ενάγουσα νομιμοποιείτο να εγείρει την παρούσα αγωγή από το τέλος του Καλοκαιριού του 2011 και ότι καμία εξήγηση δεν δόθηκε γιατί περίμενε μέχρι και τον Απρίλη του 2015 να καταχωρήσει τούτη, ο τόκος που θα επιδικαστεί επί του πιο πάνω ποσού, θα είναι νόμιμος τόκος από τις 17/4/2015 (ημερομηνία καταχώρησης αγωγής), μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής, ως είναι και η πάγια πρακτική που ακολουθείται. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΛΞ /ΧΨ [1] 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο