Ελένη Ονησιφόρου κ.α. ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 622/10, 21/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A386 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 622/10 Μεταξύ: Ελένη Ονησιφόρου Λοΐζου Ονησιφόρου Ενάγοντες και Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ Εναγόμενη Ημερομηνία: 21 Ιουνίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Μ. Χατζηνέστορος Για την Εναγόμενη: κα. Λ. Αστραίου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27.1.2009, ξέσπασε πυρκαγιά στο ισόγειο, του κτηρίου που βρίσκεται στην οδό Αγίου Γεωργίου 78, στην Ανθούπολη. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο άμεσα επηρεαζόμενο από την πυρκαγιά υποστατικό, λειτουργούσε επιχείρηση διαχείρισης πρακτορείου στοιχημάτων (στο εξής το «επίδικο υποστατικό»). Για το επίδικο υποστατικό, καθώς επίσης και για τα λοιπά υποστατικά του ενιαίου κτιρίου (συνολικά δύο καταστήματα και δύο διαμερίσματα), βρισκόταν σε ισχύ συμφωνία ασφάλισης, ημερομηνίας 14.8.1998, η οποία, ανανεωνόταν κάθε χρόνο (σχετικά είναι τα τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 και δη η πρόταση ασφάλισης, ο πίνακας ασφάλισης που εκδόθηκε κατά τη τελευταία ανανέωση το 2008, το βιβλιάριο των όρων συμβολαίου και η βεβαίωση της τελευταίας ανανέωσης ασφαλιστηρίου για τη περίοδο από 14.8.2008 μέχρι 14.8.2009, αντίστοιχα). Με την εν λόγω συμφωνία, παρείχετο ασφαλιστική κάλυψη αναφορικά με ζημιές που θα προκαλούντο στο κτήριο από πυρκαγιά. Σύμφωνα με την τελευταία ανανέωση της, η ημερομηνία λήξης της ρηθείσας συμφωνίας, ως εξάλλου εξάγεται από την ανωτέρω περιγραφή του τεκμηρίου 5, ήταν η 14.8.
- Οι ενάγοντες, ήταν, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, και είναι ακόμα οι ιδιοκτήτες του όλου κτηρίου. Της πυρκαγιάς, ακολούθησε αστυνομική έρευνα, το πόρισμα της οποίας ήταν ότι, τούτη, ετέθη δια κακόβουλης ενέργειας και δη δια της τοποθέτησης εύφλεκτης ύλης (τεκμήριο 6). Αποτέλεσμα της πυρκαγιάς, ήταν η ολοσχερώς καταστροφή του πρακτορείου στοιχημάτων. Περί της 29.1.2009 και δη δυο μέρες μετά την πυρκαγιά, η Ανδρούλα Ηλία (πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόντων, οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό, στο εξής «η ΜΕ1»), απευθύνθηκε, εκ μέρους των εναγόντων, στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, (η οποία παρείχε την πιο πάνω αναφερόμενη ασφαλιστική κάλυψη για το επίδικο υποστατικό) και απαίτησε να καλυφθούν οι ενάγοντες για τις ζημιές που προκλήθηκαν από την πυρκαγιά. Προς τον σκοπό αυτό, συμπλήρωσε σχετικό έντυπο υπεύθυνης δήλωσης ζημιάς προς την εναγομένη (τεκμήριο 7). Η εναγόμενη, με επιστολή της ημερομηνίας 10/9/2009 (τεκμήριο 8(α)), αρνήθηκε να καλύψει τις οποιεσδήποτε ζημιές, επικαλούμενη ότι, πριν την πρόκληση της πυρκαγιάς, επήλθε αλλαγή της χρήσης του επίδικου υποστατικού, η οποία αύξησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο και για την οποία αλλαγή, η εναγόμενη, δεν είχε τύχει οποιασδήποτε ενημέρωσης. Με την ίδια επιστολή της, τερμάτισε την ισχύ της συμφωνίας ασφάλισης αναδρομικά και δη από τις 14/8/2008 (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης). Της επιστολής της εναγομένης (τεκμήριο 8(α)), ακολούθησε περαιτέρω, ανταλλαγείσα μεταξύ των δυο πλευρών, αλληλογραφία, η οποία όμως δεν διαφοροποίησε καθοιονδήποτε τρόπο τη στάση των δυο πλευρών και δη, από τη μια, την απαίτηση των εναγόντων για κάλυψη και από την άλλη την άρνηση, για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους, της εναγομένης να καλύψει τις ζημιές (τεκμήρια 8(β) - 8(ζ)). Ως εκ των ανωτέρω, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό εξέταση αγωγή, με την οποία, αρχικά, επιδίωκαν την έκδοση απόφασης για συγκεκριμένο ποσό, ως το αναλογούν στις προκληθείσες, επί του επιδίκου υποστατικού, από την πυρκαγιά, ζημιές, και για έτερο ποσό, ως απολεσθέντα ενοίκια για το χρονικό διάστημα που διήρκησαν οι επιδιορθώσεις των ζημιών. Στα πλαίσια όμως της παράθεσης των παραδεκτών γεγονότων που κατάθεσαν οι δυο πλευρές μέσω γραπτού κειμένου (τεκμήριο 1), δηλώθηκε ότι, οποιαδήποτε απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης περιορίζεται στο ποσό των €35.418, το οποίο και οι δύο πλευρές αποδέχθηκαν ότι αποτελεί το ύψος των προκληθεισών από την πυρκαγιά ζημιών που υπέστησαν οι ενάγοντες. Συνεπεία του ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα, πηγάζουν, είτε από τα ενώπιον μου παραδεκτά γεγονότα, είτε από την αναντίλεκτη και κοινώς αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία, προβαίνω σε σχέση με αυτά, σε ανάλογα ευρήματα. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, οι ενάγοντες κάλεσαν έναν μάρτυρα και δη την Ανδρούλα Ηλία (ΜΕ1). Η εναγόμενη, κάλεσε δυο μάρτυρες και δη την Μόνικα Παύλου (ΜΥ1) και τον Μάρκο Δράκο Χριστοφίδη (ΜΥ2). Εξαρχής σημειώνω ότι, και οι τρείς μάρτυρες που κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε ειδική προσπάθεια από οιονδήποτε εξ αυτών, επί σκοπό, να ψευσθεί. Εν πάση περιπτώσει, οι οποιεσδήποτε ουσιαστικές διαφωνίες της πλευράς που αντεξέταζε, ήταν επί των διαφόρων γνωμών και/ή ερμηνειών που εξέφραζε ο αντεξεταζόμενος μάρτυρας και όχι επί των επικαλούμενων, από αυτόν, γεγονότων. Εκεί δε που αμφισβητήθηκε ισχυρισμός επί γεγονότων, τούτο έγινε δια σχετικών μετέωρων υποβολών, μιας και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη τους. Σε κάθε περίπτωση, και οι τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων (τα οποία, συνεπεία των παραδεκτών γεγονότων, ήταν πολύ περιορισμένα), προώθησαν ισχυρισμούς, που, στην ουσία, δεν τέθηκαν εν αμφιβόλω. Έπεισαν δε για την αλήθεια τους, τόσο με την ευθύτητα και αυθορμητικότητα που τους προώθησαν, όσο και με παραπομπή σε άλλα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία, είτε αποδείκνυαν, είτε τουλάχιστον υποστήριζαν τούτους. Επιπροσθέτως, παρά της αντεξέτασης που έτυχαν από τους συνηγόρους της άλλης πλευράς, η αξιοπιστία τους, δεν κλονίστηκε. Ασχολούμενος ξεχωριστά με έναν έκαστον εκ των μαρτύρων, σημειώνω τα εξής. Η ΜΕ1, αντεξετάστηκε αναφορικά με τον χρόνο που στο επίδικο υποστατικό, άρχισε να λειτουργεί το πρακτορείο στοιχημάτων. Ήταν η θέση της εναγόμενης ότι, η λειτουργία του πρακτορείου στοιχημάτων άρχισε περί το έτος 2007 και δη πριν την τελευταία ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ΜΕ1, η οποία τοποθετούσε την έναρξη της εν λόγω λειτουργίας περί το φθινόπωρο του
- Παρά τις μικροαντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία της ΜΕ1 ως προς τον συγκεκριμένο μήνα που άρχισε να λειτουργεί το πρακτορείο στοιχημάτων, η εν λόγω μάρτυρας, με πειστικότατο τρόπο και με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και περιστατικά, ανάφερε και έπεισε ότι η ρηθείσα λειτουργία άρχισε το φθινόπωρο του 2008 και συγκεκριμένα περί τον Οκτώβριο με Νοέμβριο του εν λόγω έτους. Ως εξήγησε, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, ενημερώθηκε από τον υιό του ενοικιαστή του επιδίκου υποστατικού, ότι τούτο μετατράπηκε σε πρακτορείο στοιχημάτων και ότι, όταν αργότερα επισκέφτηκε το επίδικο υποστατικό, επιβεβαίωσε και η ίδια την εν λόγω μετατροπή. Τόσο η πιο πάνω ενημέρωση, όσο και η μετέπειτα επίσκεψη της, έλαβαν χώρα κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του
- Ανάφερε ακόμα, και τούτο χωρίς να αμφισβητηθεί καθοιονδήποτε τρόπο, ότι, σε πρόσφατη (σε σχέση με το χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου) επικοινωνία που είχε με το πρόσωπο που λειτούργησε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το πρακτορείο στοιχημάτων (υιό του ενοικιαστή του υποστατικού), την ενημέρωσε ότι, το πρακτορείο λειτούργησε μόνο για δύο με τρεις μήνες και ακολούθως ετέθη η πυρκαγιά. Υπενθυμίζεται ότι η πυρκαγιά τέθηκε στις 27/1/
- Εν πάση περιπτώσει, η αντίθετη και/ή συγκρουόμενη θέση της εναγόμενης, περί έναρξης της εν λόγω λειτουργίας από το έτος 2007, παρέμεινε μετέωρη, μιας και καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της (προωθήθηκε μόνο δια σχετικών ερωτήσεων και υποβολών από τη συνήγορο της εναγόμενης προς την ΜΕ1). Όσον τώρα αφορά στην ερμηνεία της μάρτυρος του όρου «κατάστημα», τούτη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, καθότι δεν τέθηκε το οποιοδήποτε κατάλληλο υπόβαθρο, που θα καθιστούσε τη μάρτυρα πρόσωπο που δύναται να εκφράσει σχετική γνώμη. Ούτε η παρούσα περίπτωση κρίνεται κατάλληλη για να μπορεί η σχετική εκφρασθείσα γνώμη της να εκληφθεί ως επιτρεπτή εξωγενής μαρτυρία σε σχέση με τη πρόθεση των μερών (αποτελεί κοινή θέση των μερών ότι, όταν η ΜΕ1, εκπροσωπώντας τους ενάγοντες, συμπλήρωνε την πρόταση ασφάλισης - τεκμήριο 2 - ως περιγραφή της χρήσης του επίδικου υποστατικού, ανέφερε την φράση «shops - retail sale», ενώ, επί του πίνακα της τελευταίας ανανέωσης της συμφωνίας ασφάλισης - τεκμήριο 3 - το επίδικο υποστατικό, περιγράφεται ως «κατάστημα». Και τούτο για δυο λόγους. Αφενός λόγο της απουσίας σχετικής επίκλησης της μάρτυρός (ότι δηλαδή κατά την σύναψη και/ή ανανέωση της συμφωνίας ασφάλισης, κατά τις αναφορές της στη λέξη «κατάστημα», εννοούσε κάτι διαφορετικό από τη συνήθη ερμηνεία της λέξης) και αφετέρου του κοινού της λέξης, που με βάση τους κανόνες ερμηνείας, το Δικαστήριο θα της αποδώσει την, κατά γράμμα (literal), φυσική ερμηνεία της και αν κρίνει αναγκαίο θα ανατρέξει και σε λεξικά (βλέπε, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, έκδοση 2014, σελ. 380 και 381 και ειδικότερα για την ερμηνεία της λέξης «κατάστημα», την υπόθεση Περικλέους ν Δήμου Λατσιων
(2002)2 ΑΑΔ 459). Δεν μπορώ ακόμα να δεχτώ και τη θέση της ότι, μέσω τρίτου προσώπου ενημέρωσε την εναγόμενη, πριν την πρόκληση της πυρκαγιάς, ότι στο επίδικο υποστατικό άρχισε η λειτουργία πρακτορείου στοιχημάτων. Και τούτο γιατί, η εν λόγω θέση της, συγκρούεται μετωπικά με τα ενώπιον μου παραδεκτά γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία, η εναγόμενη, ουδέποτε έτυχε ενημέρωσης περί της έναρξης λειτουργία του πρακτορείου στοιχημάτων στο επίδικο υποστατικό, πριν την πρόκληση της πυρκαγιάς. Εν πάση όμως περιπτώσει, η σχετική αναφορά της, περιορίζεται σε προσπάθεια της, μέσω τρίτου, τον οποίο δεν κατονομάζει, να ενημερώσει τον αντιπρόσωπο της εναγόμενης περί της έναρξης της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων και συνοδεύεται από έτερους ισχυρισμούς της, οι οποίοι οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η εναγόμενη δεν έτυχε σχετικής ενημέρωσης. Την λοιπή της μαρτυρία την αποδέχομαι. Επομένως, εκείνα που προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ1 και τα οποία δεν καλύπτονται από τα πιο πάνω ήδη αναφερόμενα αρχικά ευρήματα μου και κρίνονται άξια αναφοράς, είναι τα ακόλουθα. Πρώτον ότι, η έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων εντός του επιδίκου υποστατικού, έλαβε χώρα περί τον Οκτώβριο με Νοέμβριο του 2008 και δη σε χρόνο μετά την τελευταία ανανέωση της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης. Δεύτερο ότι, όταν συμπλήρωνε εκ μέρους των εναγόντων την πρόταση ασφάλισης (τεκμήριο 2), και ειδικότερα όταν απαντούσε ερώτηση, της εν λόγω πρότασης, σε σχέση με τη χρήση του επίδικου υποστατικού, απάντησε «shops - retail sale», έχοντας κατά νου και ενεργώντας με βάση το γεγονός ότι καμία ερώτηση επί του εντύπου της πρότασης ασφάλισης δεν αναζητούσε την ειδική χρήση ή δραστηριότητα που διεξαγόταν εντός του κτηρίου γενικότερα ή ειδικότερα εντός του επίδικου υποστατικού και ότι για τίποτα σχετικό δεν ερωτήθηκε από τον αντιπρόσωπο της εναγόμενης που της ζήτησε να απαντήσει στις ερωτήσεις της πρότασης ασφάλισης. Τέλος, ότι, ούτε κατά το στάδιο των ετησίων ανανεώσεων της συμφωνίας ασφάλισης ερωτήθηκε πότε περί του ασκούμενου, στο επίδικο υποστατικό, εμπορίου και/ή της, εντός αυτού, διεξαγόμενης δραστηριότητας. Ως προς τη ΜΥ1, η οποιαδήποτε αντεξέτασή της, περιορίστηκε στην ουσία στην προώθηση από πλευράς των εναγόντων των βασικών τους θέσεων και δη ότι, αφενός, με την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων, δεν άλλαξε καθοιονδήποτε τρόπο η προγενέστερη χρήση του επίδικου υποστατικού (αποτελεί κοινή θέση των δυο πλευρών ότι, προηγουμένως, στο επίδικο υποστατικό λειτουργούσε επιχείρηση πώλησης ειδών προικός), και αφετέρου ότι, εν πάση περιπτώσει, η λειτουργία του πρακτορείου στοιχημάτων, δεν αποτελεί ενέργεια ή χρήση, η οποία επαυξάνει των ασφαλιστικό κίνδυνο καθοιονδήποτε τρόπο. Οι εν λόγω θέσεις των εναγόντων, τέθηκαν προς την ΜΥ1, και για να αντικρουστούν οι αντίθετες θέσεις της εν λόγω μάρτυρος. Σύμφωνα με τη ΜΥ1, με την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων, άλλαξε στην ουσία η χρήση του επιδίκου υποστατικού και η εν λόγω αλλαγή χρήσης αύξησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο, σε τέτοιο βαθμό, που αν η εναγόμενη γνώριζε περί της ρηθείσας αλλαγής, είτε δεν θα αναλάμβανε να καλύψει τον εν λόγω κίνδυνο, είτε αν αποφάσιζε να τον καλύψει, θα εξαιρούσε την πρόκληση ζημιάς από κακόβουλη ενέργεια. Η ΜΥ1, στην προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις πιο πάνω εκφρασθείσες θέσεις της, ισχυρίστηκε ότι τις ίδιες απόψεις έχουν, αν όχι όλες, οι πλείστες ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο. Ανάφερε δε ότι είχε επικοινωνία με διάφορους συναδέλφους της, οι οποίοι εργάζονται σε άλλες, από την εναγόμενη, ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, οι οποίοι την διαβεβαίωσαν ότι οι εταιρείες τους, δεν αποδέχονται να καλύψουν το κίνδυνο που προκύπτει από τη λειτουργία πρακτορείου στοιχημάτων ή εν πάση περιπτώσει, αν αποδεχθούν να καλύψουν έναν τέτοιο κίνδυνο, εξαιρούν την κάλυψη ζημιάς που προκαλείται από κακόβουλη ενέργεια. Αναφέρθηκε δε ονομαστικά στα εν λόγω πρόσωπα και τούτο κατόπιν σχετικών ερωτήσεων που της έγιναν από τον συνήγορο των εναγόντων. Η ίδια κατέχει την θέση του λειτουργού αποδοχής κινδύνων στην εναγόμενη εταιρεία από το 2010, αν και εργάζεται σ' αυτή από το
- Προηγουμένως και δη από το 2000 μέχρι και το 2006, εργαζόταν στην ασφαλιστική εταιρεία AIG. Ανάμεσα στα καθήκοντα της, από το 2010, είναι η αξιολόγηση και αποδοχή των διαφόρων προτάσεων ασφάλισης και μεταξύ άλλων και η εκτίμηση του εκάστοτε ασφαλιστικού κινδύνου. Αναφερόμενη ειδικά για τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, ισχυρίστηκε ότι, ανεξάρτητα των όρων της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης, οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση και τούτο επί την βάση της αρχής της καλής πίστης (duty of utmost good faith), να ενημερώσουν την εναγόμενη για την έναρξη της λειτουργίας, στο επίδικο υποστατικό, του πρακτορείου στοιχημάτων και τούτο λόγω της σημαντικότητας, ως προς τον κίνδυνο, που ενέχει η εν λόγω λειτουργία. Ήταν, επί του προκειμένου, η θέση της ΜΥ1, ότι με την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου, ο ασφαλιστικός κίνδυνος για το επίδικο υποστατικό αυξήθηκε κατακόρυφα, γεγονός που καθιστούσε την ενημέρωση της εναγόμενης, περί της εν λόγω λειτουργίας, επιβεβλημένη. Σε κάθε περίπτωση, η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι, αν η εναγόμενη γνώριζε περί της έναρξης της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων, δεν θα αποδεχόταν να καλύψει τον εν λόγω κίνδυνο, μιας και τούτος αποτελεί έναν εκ των κινδύνων που η εναγόμενη εταιρεία δεν αποδέχεται να καλύψει και/ή εν πάση περιπτώσει, αν διατηρούσε τον εν λόγω κίνδυνο ασφαλισμένο, θα εξαιρείτο η κάλυψη ζημιάς που προκαλείται από κακόβουλη ενέργεια. Διατύπωσε δε την θέση ότι, περί το 2008, χωρίς ωστόσο να αναφέρει την ημερομηνία ή έστω τον μήνα του εν λόγου έτους, κυκλοφόρησε μια σχετική εγκύκλιος στην εναγόμενη. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, η εν λόγω εγκύκλιος δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα, σχετικά με αυτή, αναφέρθηκαν, μιας και δεν έγινε και οποιαδήποτε ειδική μνεία στο περιεχόμενο της. Ερωτηθείσα ειδικά, κατά την αντεξέτασή της, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι, ο ασφαλιστικός κίνδυνος ενός πρακτορείου στοιχημάτων είναι επαυξημένος, ισχυρίστηκε ότι τούτο αποτελεί γνώση της που πηγάζει μέσα από τις εμπειρίες της, προβαίνοντας δύο φορές σε αναφορές περί εμπρησμών, χωρίς ωστόσο να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες και/ή γενικά έστω να προσδιορίσει σε ποιους εμπρησμούς αναφερόταν και την οποιαδήποτε συνάφεια τους με τη λειτουργία ενός πρακτορείου στοιχημάτων. Ερωτηθείσα επίσης ειδικά, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, αναφορικά με το κατά πόσο έχει υπόψη της οποιαδήποτε στατιστική και/ή τα αποτελέσματα οποιασδήποτε έρευνας, σχετικής με την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου που προκύπτει από τη λειτουργία πρακτορείων στοιχημάτων, απάντησε αρνητικά και προέβαλε και τον εξής ισχυρισμό αναφορικά με τον λόγο που η εναγόμενη αποφάσισε να μην καλύπτει ένα τέτοιο κίνδυνο: «Γιατί έκρινε ως ασφαλιστική εταιρεία ότι είναι ψηλού κινδύνου, ανεξαρτήτως με οποιεσδήποτε στατιστικές ή έρευνες και τα λοιπά. Είναι ιδιωτική εταιρεία. Αποφάσισε και έκρινε τι ήθελε, τι μπορούσε να ασφαλίσει». Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα ισχυρίστηκε η ΜΥ1 αναφορικά με γεγονότα που ήρθαν στην γνώση της, αποτελούν πραγματικούς και αληθινούς ισχυρισμούς. Τούτο όμως δεν διαφοροποιεί καθόλου το δεδομένο ότι επί διαφόρων θέσεων της, δεν είναι δυνατή η κατάληξη σε σχετικά ευρήματα ή έστω συμπεράσματα. Και εξηγώ. Δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα, επί των θέσεων της ΜΥ1, ότι η έναρξη λειτουργίας σε ένα ασφαλισμένο υποστατικό, εντός του οποίου προηγουμένως λειτουργούσε επιχείρηση πώλησης ειδών προικός, ενός πρακτορείου στοιχημάτων, αυξάνει αυτόματα τον ασφαλιστικό κίνδυνο. Και τούτο για δύο λόγους. Πρώτο γιατί, η ΜΥ1 δεν έδωσε καμία απολύτως εξήγηση ως προς το που βασίζει την εν λόγω θέση της. Επέμεινε φορτικά στην εν λόγω εκφρασθείσα θέση της, ενώ την ίδια στιγμή, παραδεχόταν ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε στέρεα βάση για υποστήριξη της. Δεύτερο γιατί, η εν λόγω θέση της συνοδεύτηκε από άλλο ασαφή και/ή αβέβαιο ισχυρισμό της και δη αναφορικά με το πώς θα επηρέαζε την εναγόμενη τυχόν γνώση της περί της έναρξης της λειτουργίας, στο επίδικο υποστατικό, του πρακτορείου στοιχημάτων. Επί του προκειμένου, ενώ από την μια ήταν απόλυτη ότι ο εν λόγω ασφαλιστικός κίνδυνος δεν καλυπτόταν από την εναγόμενη, τόσο κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, όσο και σήμερα και ως εκ τούτου, αν γνώριζε περί της εν λόγω λειτουργίας, η εναγόμενη, δεν θα αποδεχόταν να καλύψει τον κίνδυνο, από την άλλη, πέραν της μίας φοράς, ανάφερε ότι, στη περίπτωση που ένας τέτοιος κίνδυνος θα καλυπτόταν, θα εξαιρείτο η κάλυψη ζημιάς που προκαλείται από κακόβουλη ενέργεια. Η τελευταία, όμως αυτή θέσης της, αντιστρατεύεται την απόλυτη προγενέστερη θέση της περί μη αποδοχής κάλυψης, από την εναγόμενη, ενός τέτοιου κινδύνου. Πόσο μάλλον όταν, καμία εξήγηση δεν δόθηκε αναφορικά με το πότε ένας τέτοιος κίνδυνος καλύπτεται, έστω και με εξαιρέσεις και πότε δεν γίνεται αποδεκτός. Εν ολίγοις, η ΜΥ1, αν και έπεισε ότι, τόσο κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, όσο και σήμερα, η εναγόμενη δεν αποδέχεται τον ασφαλιστικό κίνδυνο που ελλοχεύει από τη λειτουργία ενός πρακτορείου στοιχημάτων ή αν τον αποδεχθεί, εξαιρεί από την κάλυψη τις ζημιές που προκαλούνται από κακόβουλη ενέργεια, εν τούτοις, δεν ανάφερε οτιδήποτε διαφωτιστικό σε σχέση με τους λόγους που η εναγόμενη εκτίμησε και εκτιμά ακόμα ως αυξημένο (συγκριτικά με άλλους) τον εν λόγω ασφαλιστικό κίνδυνο. Ούτε ανάφερε οτιδήποτε σχετικό με το γιατί η εναγόμενη (ειδικά σε σχέση με τη παρούσα υπόθεση) θεώρησε ότι, με την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων, αυξήθηκε, συγκριτικά με το προγενέστερο είδος εμπορείου που ασκείτο εντός του επιδίκου υποστατικού, ο ασφαλιστικός κίνδυνος. Μοναδική σχετική αναφορά της, ως υπεδείχθη και ανωτέρω, αποτελεί η χρήση της λέξης «εμπρησμός» - δύο φορές - χωρίς ωστόσο, να εξηγήσει σε ποιους εμπρησμούς αναφέρεται, για ποια χρονική περίοδο και την οποιαδήποτε σχετικότητα τους με τη λειτουργία επιχείρησης πρακτορείου στοιχημάτων. Επί ενός άλλου θέματος και δη του τρόπου δράσης των λοιπών ασφαλιστικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη Κύπρο όταν βρεθούν αντιμέτωποι με πρόταση για ασφάλιση κινδύνου για επιχείρηση πρακτορείου στοιχημάτων, η ΜΥ1, με αναφορά σε διάφορους συναδέλφους της που εργάζονται σε τέτοιες εταιρείες, ισχυρίστηκε ότι, ούτε αυτές αποδέχονται να καλύψουν ένα τέτοιο κίνδυνο ή αν αποδεχθούν να τον καλύψουν, εξαιρούν την ζημιά που προκαλείται από κακόβουλη ενέργεια. Αν και η εν λόγω θέση της παρέμεινε στην ουσία αναντίλεκτη (δεν παρουσιάστηκε αντίθετη μαρτυρία), εντούτοις, τούτη δεν μπορεί να αποτελέσει την βάση για κατάληξη σε ουσιαστικό, για την παρούσα υπόθεση, εύρημα. Και τούτο γιατί, οι οποιεσδήποτε σχετικές αναφορές της, αφορούσαν σε θέσεις των εν λόγω συναδέλφων της αναφορικά με το πώς ενεργούν και/ή αντιδρούν σήμερα (κατά τον χρόνο που κατέθετε η ΜΥ1) οι εν λόγω εταιρείες και όχι για το τι ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και δη τα έτη 2008 και
- Ούτε, με τις εν λόγω αναφορές της, διαφώτισε σχετικά με τους λόγους, που, έστω και σήμερα, οι ρηθείσες εταιρείες δεν καλύπτουν ένα τέτοιο κίνδυνο. Εξάλλου, σε σχετική υποβολή που της τέθηκε από τον συνήγορο των εναγόντων περί του ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν άλλες ασφαλιστικές εταιρείες ασφαλίζουν ή όχι πρακτορεία στοιχημάτων, έδωσε την εξής απάντηση, η οποία καθιστά, έτι περισσότερο, αδύνατη την οποιαδήποτε σχετική αναφορά της: «Επίσημα όταν δεν συνεργαζόμαστε με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες όχι, ανεπίσημα γνωρίζω, αλλά δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω». Ούτε η γνώμη της μάρτυρος περί της έννοιας της φράσης «Shops - Retail sale» (πρόκειται, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω για τη φράση που χρησιμοποίησε η ΜΕ1 ως περιγραφή, επί της πρότασης ασφάλισης, της χρήσης των καταστημάτων του ασφαλισμένου κτηρίου, ένα εκ των οποίων είναι και το επίδικο υποστατικό), μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να υπέχει οποιασδήποτε σημασίας. Η ΜΥ1, ουδεμία σχέση έχει, είτε με την ετοιμασία της ρηθείσας πρότασης, είτε με την ετοιμασία και/ή διαβουλεύσεις για την συνομολόγηση γενικότερα της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης, ώστε να είναι σε θέση να εκφράσει γνώμη περί των προθέσεων των συμβαλλόμενων μερών. Και τούτο, νοουμένου ότι κάτι τέτοιο θα ήταν επιτρεπτό και δη ως εξαίρεση στον κανόνα μη αποδοχής εξωγενούς μαρτυρίας (βλέπε, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, (ανωτέρω), σελ. 374 -387 και ειδικότερα στις σελ. 383 - 387). Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, η επίδικη πρόταση ασφάλισης, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί μέρος των όρων της συμφωνίας ασφάλισης, υπεβλήθη στις 14/8/1998, και δη σε χρόνο πολύ πριν η ΜΥ1 εργοδοτηθεί καν από την εναγόμενη. Ούτε η ΜΥ1, επικαλέστηκε ότι η εκφρασθείσα σχετική γνώμη της, αποτελεί μεταφορά γνώμης προσώπου που εκπροσώπησε την εναγόμενη κατά τον χρόνο της σύναψης της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης. Ούτε η μάρτυρας κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας γλωσσολόγος ώστε να είναι επιτρεπτό να εκφράσει σχετική γνώμη, αν τούτο θα κρίνετο αναγκαίο (βλέπε, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, (ανωτέρω), σελ. 573 και 605 - 609) . Η δε μη ανάμειξη και/ή συμβολή της, ως εκπρόσωπος της εναγόμενης, στη συνομολόγηση και/ή σύνταξη της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης ή έστω οποιασδήποτε πράξης ανανέωσης της και ειδικότερα του πίνακα ασφάλισης της τελευταίας ανανέωσης (ημερομηνίας 14/8/2008 - τεκμήριο 3 - επί του οποίου το επίδικο υποστατικό περιγράφεται ως «κατάστημα»), καθιστά την εκφρασθείσα από αυτή ερμηνεία, ανεπαρκές και απαράδεκτο υπόβαθρο για την επ' αυτής κατάληξη σε σχετικό εύρημα ή σχηματισμό δικαστικής κρίσης.[1] Επομένως, με εξαίρεση τις θέσεις για τις οποίες ανωτέρω εξηγώ τους λόγους που δεν αποδέχομαι, τις λοιπές αναφορές της ΜΥ1 και ειδικότερα τις αναφορές της σε γεγονότα, τις αποδέχομαι στο σύνολο τους Ερχόμενος τώρα στον ΜΥ2, είμαι της γνώμης ότι αυτός δεν βοήθησε με τη μαρτυρία του, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την εναγόμενη. Και τούτο γιατί, οι οποιεσδήποτε αναφορές του περιορίζονται στο πως η Ασφαλιστική Εταιρεία στην οποία εργάζεται[2], αλλά και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη Κύπρο, ενεργούν σήμερα (κατά τον χρόνο που κατέθετε), σε σχέση με την κάλυψη ή μη του ασφαλιστικού κινδύνου που ελλοχεύει από την λειτουργία ενός πρακτορείου στοιχημάτων και όχι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Ούτε ερωτήθηκε, αλλά ούτε και εξέφρασε οποιανδήποτε σχετική θέση αναφορικά με το τι συνέβαινε κατά τα έτη 2008 και
- Εν πάση όμως περιπτώσει, ακόμα και για τις οποιεσδήποτε σχετικές αναφορές του για το τι συμβαίνει σήμερα, ο ΜΥ2 δεν έδωσε καμία απολύτως εξήγηση για τους λόγους που η ασφαλιστική εταιρεία στην οποία εργάζεται και/ή οι άλλες ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη Κύπρο, δεν αποδέχονται να καλύψουν ένα τέτοιο κίνδυνο. Ερωτηθείς ειδικά για τους λόγους που δεν καλύπτεται ο εν λόγω κίνδυνος, ανάφερε ότι πρόκειται περί αυξημένου ασφαλιστικού κινδύνου και προς υποστήριξη της ρηθείσας θέσης του, ισχυρίστηκε ότι τούτο προκύπτει από τα όσα βλέπουμε στη τηλεόραση τον τελευταίο χρόνο. Ως προς το σε τι αναφέρεται όταν παραπέμπει στα όσα προβάλλονται μέσω τηλεόρασης, ανέφερε την λέξη «πυρκαγιές», χωρίς ωστόσο να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση και/ή να συσχετίσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τις αναφερόμενες από αυτόν πυρκαγιές με την χρήση ενός υποστατικού ως πρακτορείο στοιχημάτων. Τονίζω όμως εκ νέου ότι, οι εν λόγω αναφορές του, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τέθηκαν με ένα τόσο εντελώς γενικό και ασαφή, ως προς τους λόγους εκτίμησης του ασφαλιστικού κινδύνου, τρόπο, εντούτοις αφορούν, ως ο ίδιος ανέφερε, τα όσα προκύπτουν σε σχέση με τον ασφαλιστικό κίνδυνο ενός πρακτορείου στοιχημάτων, τον τελευταίο χρόνο και δη κατά τα έτη 2015 και 2016 και όχι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας, επαναλαμβάνω ότι ο ΜΥ2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ήταν αλήθεια. Όπως όμως εξήγησα και ανωτέρω, με αυτά, δεν βοήθησε το Δικαστήριο να μπορεί, ως τελικός κριτής του θέματος (Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία ν Eretria Leisure Cruises Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1072, και ειδικότερα στη σελ 1082), να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα αναφορικά με το αυξημένο ή μη, κατά τον ουσιώδη για τη παρούσα αγωγή χρόνο, του ασφαλιστικού κινδύνου που ελλόχευε από την λειτουργία ενός πρακτορείου στοιχημάτων, αλλά και αναφορικά με τον τρόπο που θα ενεργούσε ένας μέσος συνετός ασφαλιστής (prudent insurer or prudent underwriter) που θα αντιλαμβανόταν ότι η εμπορική δραστηριότητα ενός ασφαλισμένου υποστατικού, άλλαξε, από κατάστημα πώλησης ειδών προικός, σε πρακτορείο στοιχημάτων. Ως προς το ότι, για σκοπούς κρίσης αναφορικά με το κατά πόσο αυξήθηκε ή όχι ένας ασφαλιστικός κίνδυνος ή για το ουσιώδες ή μη (materiality) ενός μη αποκαλυφθέντος γεγονότος, το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα σε συνάρτηση με την σχετική γνώμη του μέσου συνετού ασφαλιστή και όχι την υποκειμενική γνώμη της ασφαλιστικής εταιρείας που αρνείται να καλύψει, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα MacGillivray on Insurance Law, Eleventh Edition, par. 17-035, σελ. 453 και στην υπόθεση Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία ν Eretria Leisure Cruises Ltd (ανωτέρω και ειδικότερα στη σελ. 1079 και 1082, με αναφορά στην Pan Atlantic Insurance Co Ltd and another v Pine Top Insurance Co Ltd [1994] 3 All E.R. 580). Αν αξίζει κάτι να σημειωθεί και τούτο προς επιβεβαίωση της κρίσης μου περί του ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 αποτελεί ανεπαρκές υπόβαθρο για κατάληξη σε ασφαλή δικαστική κρίση αναφορικά με το, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επαυξημένο ή μη του ασφαλιστικού κινδύνου ενός πρακτορείου στοιχημάτων, είναι και οι εξής αναφορές του κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του: «Το ρίσκο παροχής τέτοιου είδους ασφάλισης είναι πάρα πολύ μεγάλο, σε σημείο που τα πρακτορεία στοιχημάτων έχουν καταστεί πλέον[3] μη επιθυμητός κίνδυνος όχι μόνο για την εταιρεία μας, αλλά γενικότερα για τον τομέα ασφάλισης» και «Οι πλείστες ασφαλιστικές εταιρείες στη Κύπρο, αν όχι όλες, ακολουθούν[4] αυτή την τακτική και δεν αποδέχονται[5] τέτοιο κίνδυνο, ή, σε περίπτωση που γίνει αποδεκτός τέτοιος κίνδυνος, εξαιρείται[6] η κακόβουλη ενέργεια». Από τις πιο πάνω, αυτουσίως παρατεθείσες, αναφορές του μάρτυρα, προκύπτει αβίαστα, αφενός ότι ο εν λόγω ασφαλιστικός κίνδυνος ήταν στο παρελθόν αποδεκτός, πλην όμως πλέον δεν είναι και αφετέρου ότι οι πλείστες, αν όχι όλες οι ασφαλιστικές εταιρείες στη Κύπρο, είτε δε αποδέχονται πλέον να καλύψουν αυτό το ασφαλιστικό κίνδυνο, είτε αν αποδεχθούν να τον καλύψουν, επιβάλλουν, πλέον, εξαιρέσεις. Σημειώνω ότι η μαρτυρία του ΜΥ2, δόθηκε κατά τον Ιανουάριο του 2016, ενώ επαναλαμβάνω ότι ο κρίσιμος για την παρούσα αγωγή χρόνος, είναι οι τελευταίοι πέντε μήνες του 2008 και ο Ιανουάριος του
- Με βάση τα παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, αλλά και τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των δύο πλευρών, αυτό που παραμένει στη ουσία προς εξέταση είναι το κατά πόσο η εναγόμενη δύναται να αποφύγει την ευθύνη κάλυψης της προκληθείσας από την πυρκαγιά ζημιάς στο επίδικο υποστατικό, επικαλούμενη, οιονδήποτε εκ των δύο λόγων που αναφέρει στη υπεράσπιση της. Και δη ότι, α) οι ενάγοντες παραβίασαν την αρχή του να ενεργούν καλή τη πίστη (duty of utmost good faith) επί τω ότι δεν αποκάλυψαν στην εναγόμενη το γεγονός ότι το επίδικο υποστατικό, από κάποια στιγμή και μετά, χρησιμοποιείτο ως πρακτορείο στοιχημάτων και β) ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση του όρου 2 α. της συμφωνίας ασφάλισης, (ως τούτος εμφαίνεται στο βιβλιάριο των όρων ασφάλισης, κάτω από τον τίτλο Όροι που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο και με υπότιτλο Αλλαγές και Μετακινήσεις - Μεταβίβαση συμφέροντος (προτελευταία σελίδα Τεκμηρίου 4 - στο εξής «ο όρος 2 α.»)), μιας και η έναρξη, στο επίδικο υποστατικό, της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων, κατά την εναγόμενη, αποτελούσε αλλαγή χρήσης του επίδικου υποστατικού, η οποία αλλαγή επαύξανε τον ασφαλιστικό κίνδυνο για πρόκληση ζημιάς από κακόβουλη ενέργεια. Αν καμία από τις υπερασπίσεις της εναγόμενης δεν γίνει δεκτή, αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών ότι, οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των €35.
- Νομική πτυχή Υποχρέωση αποκάλυψης (duty of utmost good faith) Όσο αφορά στη πρώτη από τις πιο πάνω γραμμές υπεράσπισης, εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία και γενικότερα αυθεντίες, είναι ότι η υποχρέωση ενός ασφαλισμένου να αποκαλύψει κάθε ουσιώδες, σε σχέση με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, γεγονός, σταματά άμα τη συνομολόγηση της συμφωνίας ασφάλισης. Στο σύγγραμμα MacGillivray on Insurance Law, Eleventh Edition, par. 17-022, σελ. 445, κάτω από τον τίτλο «Duration of duty of disclosure» και με αναφορά σε συγκεκριμένες αγγλικές αποφάσεις, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «The time up to which full disclosure of facts material to the risk proposed must be made is the moment when a binding contract is concluded. The practical effect of this rule is that the applicant for assurance is bound to disclose any material facts concerning the insurance proposed which come to his notice while negotiations are proceeding and before the proposal is accepted». Στο ίδιο σύγγραμμα, πλην όμως στη παρ. 17-025, σελ. 446, κάτω από τον τίτλο «Disclosure after inception of risk» και επίσης με αναφορά σε σχετικές αγγλικές αποφάσεις, αναφέρονται τα εξής επίσης σχετικά: «The general principle is that the duty of disclosure comes τo an end when the insurance contract is made. There is no duty on the assured to keep the insurer informed of matters affecting the risk even in cases where the insurer has an option to terminate cover on giving a stipulated notice and might like to be appraised of events inclining him to exercise it». Τόσο στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα, όσο και σε άλλα, σχετικά με συμφωνίες ασφάλισης, συγγράμματα (Reinsuring Clauses by Dr Ӧzlem Gϋrses χρονολογία έκδοσης 2010), γίνονται αναφορές σε κάποιες υποθέσεις, όπου ακροθιγώς σχολιάστηκε και/ή θίχτηκε το ενδεχόμενο, η υποχρέωση ενός ασφαλισμένου να αποκαλύπτει στον ασφαλιστή του κάθε ουσιώδες γεγονός, να συνεχίζει και μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας ασφάλισης. Σχολιάζεται όμως ότι, αφενός, μια τέτοια άποψη δεν υποστηρίζεται θετικά από οποιανδήποτε αγγλική νομολογία και αφετέρου ότι, αν μια τέτοια αρχή ενδεχομένως αναγνωριστεί, θα αφορά στις περιπτώσεις που, είτε επιχειρείται ανανέωση του ασφαλιστικού συμβολαίου ή διαφοροποίηση των όρων υφιστάμενης συμφωνίας ασφάλισης, είτε στην περίπτωση που οι ίδιοι οι όροι της συμφωνίας ασφάλισης, επιβάλλουν, στη ουσία, υποχρέωση στον ασφαλισμένο να αποκαλύπτει, σε κάθε στάδιο που βρίσκεται η εν λόγω συμφωνία σε ισχύ, κάθε ουσιώδες για τον ασφαλιστικό κίνδυνο γεγονός και επομένως, τυχόν μη αποκάλυψη, θα αποτελούσε παράβαση του συγκεκριμένου όρου της συμφωνίας ασφάλισης και όχι της πιο πάνω αναφερόμενης αρχής του Duty of utmost good faith (βλέπε επίσης, Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία ν Eretria Leisure Cruises Ltd (ανωτέρω και ειδικότερα στη σελ. 1080) και Anderson v Fitzgerald [1853] 4 H.L. Cas. 484). Εκείνο δε που με σαφήνεια προκύπτει από την αγγλική, σχετική με το ζήτημα, νομολογία, είναι ότι από την στιγμή που συνομολογείται μια συμφωνία ασφάλισης, η μετέπειτα σχέση των μερών διέπεται αποκλειστικά από τους όρους (ρητούς και/ή εξυπακουόμενους) της εν λόγω συμφωνίας. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν από τον Waller Lj στην υπόθεση Bonner v. Cox [2006] Lloyd' s Rep. LR 385, τα οποία κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτουσίως, ευθύς αμέσως: «Before a contract of insurance or reinsurance is made the assured has the duties of disclosure ... The terms of the contract however govern the parties relations after it has been made». Στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα Reinsuring Clauses by Dr Ӧzlem Gϋrses, και συγκεκριμένα στις σελίδες 76 και 77, κάτω από τον τίτλο «Alterations to the original policy and the continuing duty of utmost good faith» (ο τίτλος είναι στην σελίδα 74), με αναφορά στην υπόθεση Bonner (ανωτέρω), και κάνοντας ήδη ειδική μνεία στην πιο πάνω αυτουσίως παρατεθείσα αναφορά του Waller Lj, αναφέρονται και τα εξής σχετικά: «. It was also ruled [...] that neither a mere entitlement to cancel the policy by serving a notice of cancellation, nor a mere increase of the risk, would create a continuing duty of utmost good faith. The approach of Waller Lj now appears to represent the English low approach». Παράβαση της συμφωνίας ασφάλισης. Aναφορικά τώρα με τον επίδικο όρο 2 α της συμφωνίας ασφάλισης[7], αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι πρόκειται για ρήτρα αποκλεισμού ευθύνης (exclusion clause) κάλυψης, σύμφωνα με την οποία, η κάλυψη που παρέχεται από την επίδικη συμφωνία ασφάλισης, παύει να ισχύει αν συμβούν συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται ρητά στο συγκεκριμένο όρο. Προνοούνται δε ειδικά, οι ενέργειες που πρέπει να λάβουν χώρα, ώστε η ασφαλιστική κάλυψη να τεθεί εκ νέου σε ισχύ στη περίπτωση, που για τους λόγους που αναφέρονται εκεί, παύσει η ισχύς της κάλυψης. Εκείνο για το οποίο δεν χωρεί καμία, κατά τη γνώμη μου, αμφιβολία, είναι ότι, οι πρόνοιες του εν λόγω όρου δεν επέβαλλαν υποχρέωση στους ενάγοντες να ενημερώσουν της εναγόμενη περί της επικαλούμενης αλλαγής στη χρήση του επίδικου υποστατικού που επαύξανε το ασφαλιστικό κίνδυνο, ώστε να τίθεται θέμα παράβασης, από πλευράς τους, των όρων της συμφωνίας ασφάλισης. Δεν πρόκειται για όρο που επιβάλλει υποχρέωση στου ενάγοντες να ενεργήσουν με συγκεκριμένο τρόπο, αλλά για όρο που προνοεί ότι, αν επισυμβούν συγκεκριμένα γεγονότα, η ισχύς της κάλυψης παύει να ισχύει και προνοεί επιπροσθέτως, τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ενεργήσουν τα μέρη, ώστε, παρά την διαφοροποίηση των γεγονότων, η ασφαλισμένη κάλυψη να συνεχίσει να ισχύει. Αν η εναγομένη δικαιούται, με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω όρου, να αποφύγει την ευθύνη κάλυψης, δεν θα είναι γιατί οι ενάγοντες παραβίασαν τον ρηθέντα όρο, αλλά γιατί, κατ' εφαρμογή του, η επίδικη κάλυψη έπαψε να ισχύει. Επομένως, αποτελεί κρίση μου ότι, οι πρόνοιες του εν λόγω όρου 2 α. της συμφωνίας ασφάλισης έδιδαν και δίδουν το δικαίωμα στη εναγόμενη να αποφύγει την κάλυψη της προκληθείσας από την πυρκαγιά ζημιάς, όχι επικαλούμενη παράβαση των όρων της συμφωνίας ασφάλισης από πλευράς των εναγόντων, αλλά αν καταφέρει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, ως τούτοι προβλήθηκαν δικογραφικά με την δεύτερη πιο πάνω αναφερόμενη γραμμή υπεράσπισης και δη ότι, με την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων, αφενός, επήλθε αλλαγή στη χρήση της ασφαλισμένης περιουσίας (επίδικου υποστατικού) και αφετέρου, κατά τρόπο που επαυξήθηκε ο ασφαλιστικός κίνδυνος. Δεν παραγνωρίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η δικογραφημένη θέση της εναγόμενης, είναι ότι η παράλειψη των εναγόντων να την ενημερώσουν περί της έναρξης της λειτουργίας, εντός του επίδικου υποστατικού, του πρακτορείου στοιχημάτων, ισοδυναμεί με παράβαση της συμφωνίας ασφάλισης. Προκύπτει όμως από τον συνδυασμό του περιεχομένου των παραγράφων 9 και 10 της Υπεράσπισης ότι, ανεξάρτητα του πιο πάνω χαρακτηρισμού, που προωθείται με την παράγραφο 10 της υπεράσπισης, η εναγόμενη, επικαλείται στην ουσία τον όρο 2 α της συμφωνίας ασφάλισης, ως αιτιολογία για την άρνηση της να καλύψει την προκληθείσα από την πυρκαγιά ζημιά, ανεξάρτητα με το αν τα όσα αποδίδει στους ενάγοντες, αποτελούν ή όχι παράβαση του ρηθέντα όρου. Επιχειρηματολογία Προκύπτει επομένως αβίαστα από τα ανωτέρω (σε σχέση με την αρχή του καθήκοντος αποκάλυψης - duty of utmost good faith) ότι, αφ' ης στιγμής η τελευταία ανανέωση της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 2008, ενώ η έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων, δύο με τρείς μήνες αργότερα, χωρίς, κατά τον χρόνο της ανανέωσης, οι ενάγοντες ή η ΜΕ1, εκ μέρους τους, να γνωρίζει περί ενδεχόμενης αλλαγής του τύπου της εμπορικής δραστηριότητας που στο μέλλον θα ασκείται στο επίδικο υποστατικό, η υπεράσπιση της εναγόμενης περί παράβασης της αρχής του καθήκοντος αποκάλυψης - duty of utmost good faith, δεν μπορεί να επιτύχει. Ως έχει υποδειχθεί πιο πάνω, η εν λόγω υποχρέωση, ενυπάρχει μέχρι και την στιγμή που συνομολογείται η συμφωνία ασφάλισης ή η οποιαδήποτε ανανέωση της και όχι μετά. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει τεθεί τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε υπό μορφή μαρτυρίας, είτε υπό μορφή επιχειρηματολογίας, που να υποστηρίζει ότι, την υπό εξέταση υπόθεση περιβάλλουν τέτοιες συνθήκες ή περιστατικά που καθιστούν αναγκαία την απόκλιση από τις πιο πάνω καλώς εδραιωμένες νομικές αρχές. Επομένως, το μόνο πλέον επίδικο ζήτημα, είναι το κατά πόσο η εναγόμενη κατάφερε να αποδείξει ότι, οι πρόνοιες του όρου 2 α της συμφωνίας ασφάλισης, τυγχάνουν εφαρμογής, με αποτέλεσμα η επίδικη κάλυψη να έπαυσε να ισχύει λόγω της επικαλούμενης αλλαγής χρήσης του επίδικου υποστατικού κατά τρόπο που επαυξήθηκε ο ασφαλιστικός κίνδυνος για πρόκληση ζημιάς και κατ' ακολουθία να απορριφθεί η αγωγή. Έχοντας κατά νου την αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας, τα παραδεκτά ενώπιον μου γεγονότα και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω σχετικές με το ζητούμενο νομικές αρχές, είμαι της γνώμης ότι η υπό εξέταση αγωγή θα πρέπει να πετύχει. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, μιας και τούτο αποτελεί ενώπιον μου παραδεκτό γεγονός, ότι το επίδικο υποστατικό ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη αναφορικά με ζημιές που τυχόν να προκληθούν συνεπεία πυρκαγιάς. Είναι δε επίσης ενώπιον μου παραδεκτό γεγονός ότι, οι προκληθείσες, συνεπεία της πυρκαγιάς που τέθηκε στις 27.1.2009, ζημιές στο επίδικο υποστατικό, είναι ύψους €35.
- Αυτό που στην ουσία αποτελεί πλέον το επίδικο ενώπιον μου ερώτημα, ως εξάλλου σημειώθηκε και ανωτέρω, είναι το κατά πόσο η εναγόμενη νομιμοποιείται, για τους λόγους που επικαλείται, να μην αποδεχθεί να καλύψει την εν λόγω προκληθείσα ζημιά. Όπως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του όρου 2 α, για να είναι δυνατή η επίκληση των προνοιών του, η εναγόμενη, θα πρέπει, πέραν της οποιασδήποτε αλλαγής της χρήσης[8] του επίδικου υποστατικού, να αποδείξει ότι, η εν λόγω αλλαγή, είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, συγκριτικά πάντα, με την χρήση που αποδέχθηκε αρχικά να ασφαλίσει (το αναγκαίο της απόδειξης σωρευτικά και της επαύξησης του ασφαλιστικού κινδύνου, αποτελεί θέση και της ίδιας της εναγόμενης). Με δεδομένο ότι οι σχετικές με την ισχυριζόμενη αύξηση του ασφαλιστικού κινδύνου αναφορές των ΜΥ1 και ΜΥ2, δεν έγιναν δεκτές, και/ή εν πάση περιπτώσει, κρίθηκαν ως μη αποδεκτό και/ή ανεπαρκές υπόβαθρο για να μπορεί το Δικαστήριο επ' αυτών να καταλήξει σε εύρημα ή έστω συμπέρασμα αναφορικά με τον ασφαλιστικό κίνδυνο πρόκλησης ζημιάς που κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ελλόχευε από την λειτουργία ενός πρακτορείου στοιχημάτων, και με δεδομένο ότι το βάρος απόδειξης περί της ισχυριζόμενης επαύξησης του ασφαλιστικού κινδύνου βαραίνει την εναγόμενη, που την επικαλείται, καθίσταται έκδηλο ότι η εναγόμενη δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η ενέργεια της να μην καλύψει την προκληθείσα από την πυρκαγιά ζημιά, ήταν δικαιολογημένη. Επομένως, δεν καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπολοίπων επιδίκων θεμάτων, ως τούτα προσδιορίζονται με τις αγορεύσεις των δύο πλευρών και ειδικότερα α) του κατά πόσο με την έναρξη της λειτουργίας εντός του επίδικου υποστατικού του πρακτορείου στοιχημάτων επήλθε ή όχι αλλαγή της χρήσης του υποστατικού, β) σε συνάρτηση με το α) ανωτέρω, ποια είναι η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στον όρο «shop - retail sale» ή στον όρο «κατάστημα», που αποτελούν την περιγραφή της χρήσης του υποστατικού στην πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 2) και στον πίνακα της ασφαλιστικής σύμβασης κατά την τελευταία ανανέωση (Τεκμήριο 3), αντίστοιχα και γ) του κατά πόσο η εναγόμενη, αφ' ης στιγμής αποδέχθηκε τις πιο πάνω περιγραφές των εναγόντων σε σχέση με την χρήση του επιδίκου υποστατικού χωρίς να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με την ακριβή δραστηριότητα και/ή τύπο εμπορίου που θα ασκείται εντός αυτού, ανέλαβε, στη ουσία, την κάλυψη κάθε ασφαλιστικού κινδύνου που ελλοχεύει από την χρήση ενός υποστατικού ως καταστήματος λιανικής πώλησης και/ή καταστήματος γενικότερα. Με πιθανότητα να φανώ φορτικός, σημειώνω εκ νέου ότι, για να είναι δυνατό, οι πρόνοιες του όρου 2 α, να αποτελέσουν επαρκή και νόμιμη βάση για να αποφύγει η εναγόμενη την ευθύνη κάλυψης της επίδικης ζημιάς, θα πρέπει να αποδειχθεί (από την εναγόμενη) ότι, με την έναρξη, εντός του επιδίκου υποστατικού, της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων, επήλθε επαύξηση του ασφαλιστικού κινδύνου για το εν λόγω υποστατικό, πάντα σε συνάρτηση με την προγενέστερη ασφαλισμένη χρήση του. Και τούτο σωρευτικά με το ότι, η εν λόγω λειτουργία του πρακτορείου, ισοδυναμούσε, ως η εναγόμενη ισχυρίζεται, με αλλαγή της χρήσης του επίδικου υποστατικού. Εκ του περισσού σημειώνω, και τούτο αφενός, χωρίς να διαφοροποιείται η πιο πάνω εκφρασθείσα, για την τύχη της αγωγής, κρίση μου και αφετέρου χωρίς να αποφαίνομαι οριστικά επί του ζητήματος, ότι, εν πάση περιπτώσει, η επικαλούμενη θέση της εναγόμενης ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος που ανέλαβε να καλύψει με την επίδικη συμφωνία ασφάλισης, ήταν ο κίνδυνος που ελλοχεύει από τη χρήση του επίδικου υποστατικού ως κατάστημα πώλησης ειδών προικός και όχι αυτός του πρακτορείου στοιχημάτων, δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από τους σχετικούς όρους της συμφωνίας ασφάλισης ή από την ενώπιον μου μαρτυρία. Και τούτο γιατί, οι ρηθέντες όροι, είναι εντελώς γενικοί, και διαφωτιστικοί μόνο αναφορικά με τη γενική χρήση του υποστατικού, η οποία προσδιορίζεται με τις αναφορές «shops - retail sale» ή «καταστήματα», χωρίς να προσδιορίζεται ειδικώς το ασκούμενο, εντός αυτού, εμπόριο και/ή δραστηριότητα. Αν στα μόλις πιο πάνω, προστεθεί και το γεγονός ότι η εναγόμενη, μέχρι και την υποβολή της απαίτησης των εναγόντων, τελούσε υπό πλήρη άγνοια (βλέπε παρα. 3.42, σελ. 21 της αγόρευσης της εναγομένης, καθώς επίσης και απουσία οποιασδήποτε αντίθετης προς τούτο μαρτυρίας από πλευράς της) αναφορικά με τη χρήση στη οποία υπόκειτο προηγουμένως το επίδικο υποστατικό (περιλαμβανομένης προφανώς και της επιχείρησης πώλησης ειδών προικός), τότε προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η εναγόμενη δεν ασφάλισε συγκεκριμένο κίνδυνο που ελλοχεύει από ειδική δραστηριότητα ή χρήση, αλλά τον κάθε κίνδυνο που προκύπτει από τη χρήση του υποστατικού ως κατάστημα λιανικής πώλησης και/ή γενικότερα, ως κατάστημα («shops - retail sale» ή «καταστήματα»). Σημειώνω επί του προκειμένου ότι, επί της πρότασης ασφάλισης (Τεκμήριο 2), η σχετική με την χρήση του υποστατικού ερώτηση, περιορίζεται στο να αναζητά μόνο την γενική χρήση του υποστατικού, υποδεικνύοντας ακόμα, πιθανές απαντήσεις που αναμένεται να δοθούν από τον προτιθέμενο ασφαλιζόμενο. Μια δε εκ των εν λόγω υποδεικνυόμενων πιθανών απαντήσεων, αποτελεί και η φράση «retailing», ενώ άλλη είναι «storage». Με βάση τον τρόπο που τέθηκε η ρηθείσα ερώτηση, οι ενάγοντες, μέσω της ΜΕ1 απάντησαν «shops-retail sale». Αν η εναγόμενη, επιθυμούσε από τους ενάγοντες να της αποκαλύψουν περαιτέρω στοιχεία σε σχέση με την ειδική εμπορική δραστηριότητα που διεξάγεται σ' αυτό, ώστε ο επίδικος ασφαλιστικός κίνδυνος να προσδιοριζόταν ειδικότερα και σε συνάρτηση με την διενεργηθείσα εντός αυτού δραστηριότητα, θα έπρεπε να απαιτήσουν τούτο ρητά με ειδική ερώτηση στο σχετικό έντυπο της πρότασης ασφάλισης. Διαφορετικά δεν νομιμοποιείται, η εναγόμενη, να επικαλείται ότι ο επίδικος ασφαλιστικός κίνδυνος αφορούσε το κίνδυνο που προκύπτει από την χρήση του υποστατικού ως κατάστημα πώλησης ειδών προικός. Τονίζω ότι, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την εναγόμενη διαφωτιστική της οποιασδήποτε γνώσης της ως προς την εμπορική δραστηριότητα που διεξαγόταν στο επίδικο υποστατικό κατά τον χρόνο της συνομολόγησης της συμφωνίας ασφάλισης ή έστω κατά τις, εκ τότε, ετήσιες ανανεώσεις της. Σχετικά δε, είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα MacGillivray on Insurance Law (ανωτέρω) και συγκεκριμένα στις παραγράφους 17-019 και 17-021, σελ. 443 και 445, αντίστοιχα: «It is more likely, however, that the question asked will limit the duty of disclosure, in that, if questions are asked on particular subjects and the answers to them are warranted, it may be inferred that the insurer has waived his right to information, either on the same matters but outside scope of the questions, or on matters kindred to the subject-matter of the question [...] Whether or not such waiver is present depends on a true construction of the proposal form, the test being, would a reasonable man reading the proposal form be justified in thinking that the insurer had restricted his right to receive all material information, and consented to the omission of the particular information in issue?» και «...where the proposal form contains a declaration that "I warrant that all the information entered above is true and complete and that nothing materially affecting the risk has been concealed", the assured was not bound to disclose any material fact outside the scope of the specific question asked, on the ground that, if it was intended that the assured should answer matters even though he was not questioned about them, the insurers should have stated clearly the need for such disclosure and left space on the proposal form for the assured to put in details ». Υποδεικνύω επί του προκειμένου ότι, στην σχετική δήλωση, επί της πρότασης ασφάλισης (τεκμήριο 2), που ζητείτο από τους ενάγοντες να δηλώσουν και/ή να εγγυηθούν την ορθότητα των επ' αυτής αναφορών τους, δεν απαιτείτο και σχετική δήλωση περί του ότι δεν απέκρυψαν δεδομένα που συνδέονται με το ασφαλιστικό κίνδυνο, ως συνέβη στη περίπτωση που αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα. Η σχετική δήλωση του τεκμηρίου 2, είναι η ακόλουθη: «I/we warrant that the above statements are true and complete and I/we agree that the proposal shall be the basis of the contract between me/us and the company». Αν και οι μόλις πιο πάνω αναφορές από το σύγγραμμα MacGillivray on Insurance Law (ανωτέρω), παρατίθενται από τον συγγραφέα στα πλαίσια του κεφαλαίου 17 υπό τον τίτλο Good Faith and the Duty of Disclosure, εν τούτοις, κρίνονται σχετικές κατά την γνώμη μου με τις προθέσεις των μερών και τις επακόλουθες ευθύνες τους, πάντα σε σχέση με τον προσδιορισμό και εύρος του κινδύνου που αποδέχθηκε η εναγόμενη να καλύψει (για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος του εύρους του ασφαλιστικού κινδύνου και της δυνατότητας της ασφαλιστικής εταιρείας να αποφύγει την ευθύνη κάλυψης επί το ότι, μετά την συνομολόγηση της συμφωνίας ασφάλισης, επήλθαν γεγονότα που επαύξησαν τον ασφαλιστικό κίνδυνο, βλέπε, Kausar v Eagle Star Insurance Co Ltd [2000] Lloyd's Rep IR 154). Αποφεύγεται η επακριβής και/ή ειδική αναφορά στα όσα σχετικά λέχθηκαν στην Kausar v Eagle Star (ανωτέρω), καθότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν απεδείχθη ότι η λειτουργία του πρακτορείου στοιχημάτων επαύξησε τον επίδικο ασφαλιστικό κίνδυνο, ώστε να καθίσταται αναγκαίο να εξεταστεί το κατά πόσο, η ρηθείσα επαύξηση, αποτελούσε μέρος του κινδύνου που, εξ αρχής, αποδέχθηκε να καλύψει η εναγόμενη. Με βάση τα πιο πάνω, ο τερματισμός της συμφωνίας ασφάλισης από την εναγόμενη, επί τη βάση παράβασης των όρων της, από πλευράς των εναγόντων, κρίνεται παράνομος, η δεν επικαλούμενη υπεράσπιση περί απαλλαγής της ευθύνης της για κάλυψη με βάση τις πρόνοιες του όρου 2 α, ανεδαφική. Ανεδαφική, κρίνεται και η υπεράσπιση περί παράβασης, από πλευράς των εναγόντων, της αρχής του καθήκοντος αποκάλυψης - duty of utmost good faith. Ως αποτέλεσμα, οι ενάγοντες νομιμοποιούντο, με βάση τους όρους της συμφωνίας ασφάλισης, να απαιτήσουν την κάλυψη της προκληθείσας από την πυρκαγιά, ζημιάς. Κατά συνέπεια, η αγωγή επιτυγχάνει και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση, υπέρ των ενάγοντων και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €35.418, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, μέχρι εξοφλήσεως. Αν και προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8(β) ότι, η εναγόμενη, μετά τον μονομερή τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης, απέστειλε στους ενάγοντες επιταγή της Marfin Laiki Bank για το ποσό των €461,32, ως επιστροφή των ασφαλίστρων για την τελευταία ανανέωση της ρηθείσας συμφωνίας, εντούτοις, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο το κατά πόσο τούτη (η επιταγή) εξαργυρώθηκε από τους τελευταίους, αν και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8(γ), το πιθανότερο είναι, να μην έγινε κάτι τέτοιο. Συνεπεία της αδυναμίας του Δικαστηρίου να καταλήξει σε σχετικό εύρημα, κρίνεται ανούσια η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση μου με το θέμα. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο γιατί να μην ακολουθηθεί η συνήθης πρακτική και δη να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης, και ως εκ τούτου, τα έξοδα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης στη κλίμακα €10.000 - €50.000, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ [1] Για λέξεις ως η υπό εξέταση και δη «κατάστημα», το Δικαστήριο, για σκοπούς ερμηνείας τους, θα τους αποδώσει την κατά γράμμα (literal) φυσική τους ερμηνεία και αν χρειαστεί, θα ανατρέξει και σε λεξικά (βλέπε, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, (ανωτέρω), σελ. 380 και 381 και ειδικότερα την υπόθεση Περικλέους ν Δήμου Λατσιων (ανωτέρω)) [2] Πρόκειται για τον προϊστάμενο της υπηρεσίας ασφαλειών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, ή οποία αντιπροσωπεύει στη Κύπρο την ασφαλιστική εταιρεία Allianz Hellas Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία. [3] Υπογράμμιση δική μου. [4] Υπογράμμιση δική μου [5] Υπογράμμιση δική μου [6] Υπογράμμιση δική μου [7]«
- Αλλαγές και Μετακινήσεις - Μεταβίβαση συμφέροντος Σε οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιπτώσεις η κάλυψη παύει να ισχύει όσον αφορά την Ασφαλισμένη Περιουσία, εκτός αν ο Ασφαλισμένος, πριν την επέλευση οποιασδήποτε Ζημιάς εξασφαλίσει την έγκριση της Εταιρείας, που θα βεβαιώνεται με Πρόσθετη Πράξη στο Ασφαλιστήριο: α. αν επέλθει αλλαγή στη χρήση της Ασφαλισμένης Περιουσίας ή στην κατασκευή των Κτιρίων ή στο είδος του ασκούμενου εμπορίου ή βιομηχανίας ή αν η φύση της εργασίας ή τα άλλα περιστατικά που επηρεάζουν τα Κτίρια ή τα κτίρια που περιέχουν την Ασφαλισμένη Περιουσία αλλάξουν κατά τρόπο που επαυξάνεται ο κίνδυνος για Ζημιά από οποιοδήποτε από τους κινδύνους που καλύπτονται από το Ασφαλιστήριο. β. ....................................................... γ. ....................................................... [8] Αποτελεί την μόνη επικαλούμενη από την εναγόμενη (δικογραφικά) αλλαγή (από όσες αναφέρονται στον όρο 2 α) που επήλθε στο επίδικο υποστατικό με την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο