CLR INVESTMENT FUND PUBLIC LTD ν. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ FRAKAPOR LOGISTICS LTD (πρώην Frakapor Holding Ltd) κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αγωγές αρ.: 1594/07, 9686/10, 8/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A488 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές αρ.: 1594/07 9686/10 Αγωγή αρ.: 1594/07 Μεταξύ: CLR Investment Fund Public Ltd Εναγόντων -και-
- Frakapor Logistics Ltd (πρώην Frakapor Holdings Ltd)
- Σάββα Καπλάνη
- Γιώργου Πολυδώρου
- Σοφία Πιπόνια Μαυρουδή
- Ιωάννη Φραγκεσκίδη
- Γιώργου Ψημολοφίτη
- Ανδρέα Καζάγκα
- Κώστα Χριστοδούλου
- Ηλιόφωτου Ηλιοφώτου
- Μιχάλη Φασούλη Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 16/12/08 Αρ. Αγωγής: 1597/2007 Μεταξύ: CLR Investment Fund Public Ltd Εναγόντων -και-
- Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της Εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS LTD (πρώην Frakapor Holding Ltd)
- Σάββας Καπλάνη
- Γιώργου Πολυδώρου
- Σοφία Πιπονια Μαυρουδη
- ΙΩΑΝΝΗ ΦΡΑΓΚΕΣΚΙΔΗ
- ΓΙΩΡΓΟ ΨΗΜΟΛΟΦΙΤΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΖΑΓΚΑ
- ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΗΛΙΟΦΩΤΟΥ ΗΛΙΟΦΩΤΟΥ
- ΜΙΧΑΛΗ ΦΑΣΟΥΛΗ Εναγομένων Αρ. Αγωγής 9586/2010 Μεταξύ: CLR INVESTMENT FUND PUBLIC LTD Εναγόντων -και-
- Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της Εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS LTD (πρώην Frakapor Holdings Ltd)
- ΣΟΦΙΑ ΠΙΠΟΝΙΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΖΑΓΚΑ
- ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 4/5/2011 Αρ. Αγωγής 9586/2010 Μεταξύ: CLR INVESTMENT FUND PUBLIC LTD Εναγόντων -και-
- Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS LTD (πρώην Frakapor Holdings Ltd)
- ΣΟΦΙΑ ΠΙΠΟΝΙΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΖΑΓΚΑ
- ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ --------------- Ημερομηνία: 8 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μ. Ιεροκηπιώτου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Ουδεμία Εμφάνιση Για τον Εναγόμενο 6 στην αγωγή 1594/07: κ. Στ. Καρύδης με κα Μακλάσκυ Για τον Εναγόμενο 4 στην αγωγή 9586/10: κ. Α. Παπαντωνίου -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τις πιο πάνω συνεκδικαζόμενες αγωγές που καταχώρισε η Ενάγουσα στις 8.3.2007 και 15.11.2010, αντίστοιχα, διεκδικεί από την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα και τους υπόλοιπους Εναγόμενους ως εγγυητές το κατ' ισχυρισμόν υπόλοιπο του δανείου το οποίο είχαν παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 με την εγγύηση των άλλων Εναγομένων. Ειδικότερα, με βάση την εκδοχή της, παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο ύψους €2.386.653,09 (Λ.Κ. 1.396.846) με βάση γραπτή συμφωνία ημερ. 1.9.2003, το οποίο χρησιμοποιήθηκε προς εξόφληση προηγούμενης οφειλής της Εναγόμενης 1 για δάνειο που της είχε παραχωρήσει το έτος
- Το δεύτερο δάνειο εγγυήθηκαν οι υπόλοιποι Εναγόμενοι, με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Με βάση πάντοτε την εκδοχή της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την οφειλή της Εναγόμενης 1 σε ποσοστό 15,06%, όση ήταν και η συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, ο Εναγόμενος 6 στην αγωγή 1594/2007 σε ποσοστό 15,55% και ο Εναγόμενος 4 στην αγωγή 9586/2010 σε ποσοστό 5,52%, που αναλογούσε στο ποσοστό των μετοχών που κατείχαν στην Εναγόμενη
- Οι αγωγές προχώρησαν τελικά εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 6 στην πρώτη αγωγή και των Εναγομένων 1 και 4 στη δεύτερη, αφού στην πορεία, είχαν διακοπεί για μερικούς από τους Εναγόμενους (4, 5, 7 και 8 στην αγωγή 1594/2007) και αποσύρθηκαν για κάποιους άλλους (Εναγόμενους 3, 9 και 10 στην αγωγή 1594/2007 και Εναγόμενη 2 στην αγωγή 9586/10). Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι στον Εναγόμενο 3 στην αγωγή 9586/2010 η αγωγή δεν επιδόθηκε και το κλητήριο εναντίον του έχει εκπνεύσει. Όπως υποστηρίζει η Ενάγουσα, οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους τους και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλουν το υπόλοιπο του ποσού που παραχωρήθηκε ως δάνειο στην Εναγόμενη 1 με βάση το ποσοστό που εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2, 4 και
- Οι Εναγόμενοι 4 και 6 αρνούνται τις αξιώσεις της Ενάγουσας στο βαθμό που αφορά τις δικές τους κατ' ισχυρισμόν οφειλές. Ειδικότερα αρνούνται ότι ήταν μέτοχοι της Εναγόμενης 1 εταιρείας και ότι, κατά συνέπεια, εγγυήθηκαν νόμιμα την κατ' ισχυρισμόν υποχρέωση της Εναγόμενης 1, με βάση τη συμφωνία δανείου. Προβάλλουν περαιτέρω και άλλους λόγους για τους οποίους δεν θα έπρεπε το Δικαστήριο να δικαιώσει την Ενάγουσα, όπως το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε νόμιμη απαίτηση πληρωμής του χρέους, όπως προβλεπόταν στη συμφωνία. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο ούτε εμφανίστηκαν στην ακροαματική διαδικασία. Για απόδειξη των αξιώσεων της η Ενάγουσα στηρίχθηκε στη μαρτυρία τριών μαρτύρων. Του διευθυντή της Μιχάλη Ξιούρου (Μ.Ε.1), της οικονομικής διευθύντριας της Laiki Financial Services Ltd, η οποία παρείχε λογιστικές και γραμματειακές υπηρεσίες στην Ενάγουσα και του γραφολόγου Αντρέα Παναγιώτου. Οι Εναγόμενοι 4 και 6 στηρίχθηκαν στη δική τους μαρτυρία χωρίς να καλέσουν περαιτέρω μάρτυρες υπεράσπισης. Η μαρτυρία της Ενάγουσας Η μαρτυρία της Ενάγουσας θα μπορούσε να συνοψιστεί ως ακολούθως: Ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας κατά τους ουσιώδεις χρόνους που σχετίζονται με την παραχώρηση των επίδικων δανείων και την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Όπως ανέφερε, είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας από το τέλος του 2013 και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την Ενάγουσα προηγουμένως. Κατέθεσε τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, υπό την ιδιότητα του ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας και Γενικού Διευθυντή της εταιρείας που παρείχε τις λογιστικές και γραμματειακές υπηρεσίες στην Ενάγουσα. Ο μάρτυρας παρουσίασε την αρχική συμφωνία (ημερ. 14.2.2000, Τεκμήριο 3) με βάση την οποία η Ενάγουσα χορήγησε στην Ενάγουσα το πρώτο δάνειο ύψους Λ.Κ.1.600.000 (€2.733.762) καθώς επίσης, και αντίγραφο της δήλωσης υποθήκης Τεκμήριο
- Συνεχίζοντας, κατέθεσε την επίδικη συμφωνία ημερ. 1.9.2003 Τεκμήριο 5 καθώς και τις γραπτές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 4 και 6 (Τεκμήρια 7, 9 και 13 αντίστοιχα). Σημειώνεται ότι παρουσίασε και τις γραπτές εγγυήσεις των υπόλοιπων Εναγομένων, στις οποίες δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά εφόσον οι αγωγές δεν προωθήθηκαν εναντίον τους. Κατέθεσε περαιτέρω επιστολή της Εναγόμενης 1 ημερ. 6.5.2004 (Τεκμήριο 18) με βάση την οποία η Εναγόμενη 1 ζήτησε ανανέωση της συμφωνίας δανείου για περαιτέρω περίοδο 6 μηνών, αίτημα που δεν έγινε αποδεκτό από την Ενάγουσα. Καταλήγοντας ο Μ.Ε.1, υποστήριξε πως οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του δανείου που παραχώρησε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας Τεκμήριο 5 και οφείλουν ολόκληρο το ποσό του δανείου πλέον τους συμφωνημένους τόκους που αναφέρονται στη συμφωνία. Κατέθεσε επί του προκειμένου καταστάσεις λογαριασμού, σε σχέση με την οφειλή του καθενός από τους Εναγόμενους. Σε ότι αφορά την Εναγόμενη 1 η σχετική κατάσταση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19, για τον Εναγόμενο 2 Τεκμήριο 20, για τον Εναγόμενο 4 Τεκμήριο 23 και για τον Εναγόμενο 6 Τεκμήριο
- Του υποβλήθηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων 4 και 6 ότι δεν ήταν μέτοχοι της Εναγόμενης 1 και κατά συνέπεια δεν είναι νόμιμες οι εγγυήσεις που υπέγραψαν. Ο μάρτυρας απάντησε πως δεν γνωρίζει εάν ήταν μέτοχοι οι Εναγόμενοι κατά τον επίδικο χρόνο, καθόσον δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας εκείνη την περίοδο. Του υποβλήθηκε περαιτέρω από το συνήγορο του Εναγόμενου 6 πως δεν υπέγραψε ο συγκεκριμένος Εναγόμενος την εγγύηση, θέση με την οποία διαφώνησε. Σε άλλη σχετική υποβολή πως δεν αποστάληκαν ειδοποιήσεις για πληρωμή του χρέους, ανέφερε πως εξ' όσων αντιλαμβάνεται είχαν δοθεί προφορικές προειδοποιήσεις. Δεν ήταν όμως σε θέση να πει κατά πόσο είχαν αποσταλεί γραπτές απαιτήσεις. Η Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι ετοίμασε η ίδια τις οικονομικές καταστάσεις που παρουσιάζουν τις οφειλές των Εναγομένων (Τεκμήρια 19-27). Ανάφερε περαιτέρω πως έλεγξε την ορθότητα των καταστάσεων, συγκρίνοντας τις καταχωρήσεις που αναφέρονται στα Τεκμήρια με τις καταχωρήσεις που υπάρχουν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που διατηρεί η Ενάγουσα. Της υποβλήθηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων 4 και 6 ότι οι καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένες και ότι η ίδια δεν μπορούσε να βεβαιώσει την ορθότητα των καταχωρίσεων, εφόσον δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας κατά τον επίδικο χρόνο. Απάντησε πως οι καταστάσεις ελέγχθηκαν από την ίδια, με βάση τις καταχωρίσεις που υπάρχουν μέσα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που αποτελεί βιβλίο της Ενάγουσας. Τέλος, ο Μ.Ε.3 κατάθεσε γραφολογική έκθεση (Τεκμήριο 30) την οποία ετοίμασε με βάση οδηγίες που πήρε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, προκειμένου να ελέγξει τη γνησιότητα της υπογραφής του Εναγόμενου 6 επί του εγγράφου εγγύησης Τεκμήριο
- Σύγκρινε, όπως ανέφερε, την αμφισβητούμενη υπογραφή με τρία δείγματα που έλαβε από υπογραφές του Εναγόμενου 6 που δόθηκαν σε ανύποπτο χρόνο και βρίσκονταν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η εκτίμηση του ήταν πως δεν ήταν σε θέση να εκφέρει γνώμη με απόλυτη βεβαιότητα, λόγω του περιορισμένου αριθμού δειγμάτων που του δόθηκαν. Για να μπορούσε, όπως αναφέρει στην έκθεση του Τεκμήριο 30, να εκφέρει σαφή άποψη θα έπρεπε να υποβληθούν τουλάχιστον 10 υπογραφές. Με βάση τη σύγκριση, κατέληξε, της αμφισβητούμενης με τις υπογραφές που του έχουν δοθεί, δεν απέκλεισε την πιθανότητα η αμφισβητούμενη υπογραφή να ανήκει στο ίδιο πρόσωπο που υπέγραψε τα δείγματα. Η μαρτυρία των Εναγομένων 4 και 6 Με τη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο «Γ»), ο Εναγόμενος 6 υποστήριξε πως δεν ήταν μέτοχος της Εναγόμενης 1 την 1.9.
- Ουδείς τον πληροφόρησε, αναφέρει, για την υπογραφή της υπό αναφοράν συμφωνίας. Συνεχίζοντας, υποστηρίζει πως δεν του ζητήθηκε από την Ενάγουσα ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να υπογράψει εγγύηση και εξ όσων πιστεύει δεν υπέγραψε την εγγύηση Τεκμήριο
- Αρνούμενος το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 19 και 25), ισχυρίζεται πως δεν επικοινώνησε μαζί του οποιοδήποτε πρόσωπο από την Ενάγουσα ούτε έλαβε οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική απαίτηση για πληρωμή του διεκδικούμενου υπολοίπου. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε πως δεν ήταν μέτοχος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υπήρξε μέτοχος, ανέφερε, μέχρι την 1.8.
- Δέχθηκε ωστόσο πως ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, διευκρινίζοντας πως ήταν «μη εκτελεστικός σύμβουλος». Σε άλλες σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε πως δεν γνώριζε για την συμφωνία Τεκμήριο 5 ενώ αρνήθηκε ότι υπόγραψε την εγγύηση. Ο Εναγόμενος 4 υποστήριξε με τη σειρά του πως δεν υπήρξε ποτέ μέτοχος στην Εναγόμενη 1 και δεν ήταν υπόψη του η υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο
- Γνώριζε μόνο για το αρχικό δάνειο αλλά δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τι απέγινε. Αναφορικά με την εγγύηση Τεκμήριο 9, ανάφερε πως η υπογραφή μοιάζει με τη δική του αλλά δεν θυμάται να υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο. Τόσο ο Μ.Ε.4 όσο και ο Μ.Ε.6 ανέφεραν πως για πρώτη φορά έλαβαν γνώση της αξίωσης της Ενάγουσας, όταν παρέλαβαν την αγωγή. Ουδέποτε προηγουμένως ενημερώθηκαν ή τους αποστάληκε οποιαδήποτε επιστολή σχετικά με την αξίωση της Ενάγουσας. Οι εισηγήσεις των συνηγόρων Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας σε νομικά συγγράμματα και αυθεντίες επί των εγειρόμενων νομικών θεμάτων. Η συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε ότι η Ενάγουσα απέδειξε τη συνομολόγηση της συμφωνίας Τεκμήριο 5 καθώς και την υπογραφή των εγγυήσεων Τεκμήρια 7, 9 και 13, από τους Εναγόμενους 2, 4 και
- Επικαλέστηκε επί του προκειμένου την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.3, η οποία, όπως εισηγήθηκε, υποστηρίζει την εκδοχή της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 6 υπόγραψε τη συμφωνία εγγύησης. Υποστήριξε, περαιτέρω ότι απέδειξε τα διεκδικούμενα υπόλοιπα με την κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμού από τον Μ.Ε.1 και τις επεξηγήσεις που δόθηκαν από την Μ.Ε.
- Επισημαίνοντας πως οι Εναγόμενοι περιορίστηκαν σε γενικόλογες αναφορές σε σχέση με τα οφειλόμενα υπόλοιπα, εισηγήθηκε πως η Ενάγουσα προσκόμισε την καλύτερη δυνατή μαρτυρία με την οποία αποδείχθηκε η οφειλή των Εναγομένων. Όσον αφορά τη θέση του Εναγομένου 6 ότι δεν είχε προηγηθεί γραπτή ειδοποίηση, όπως απαιτείται από τη συμφωνία εγγύησης Τεκμήριο 13, παρέπεμψε σε άλλο σχετικό όρο του Τεκμηρίου 13, με βάση τον οποίο ανέλαβε υποχρέωση πληρωμής του ποσού ως πρωτοφειλέτης, εγκαταλείποντας τα προνόμια του εγγυητή. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε η συνήγορος, η καταχώριση της προγενέστερης αγωγής το έτος 2004, η οποία είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 6, (βλ. Τεκμήριο 28) αποτελούσε ικανοποιητική απαίτηση για την πληρωμή του ποσού της εγγύησης. Οι συνήγοροι των Εναγομένων 4 και 6 εισηγήθηκαν, με τη σειρά τους, ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις της. Με βάση τις εισηγήσεις τους, η μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα είναι εξ ακοής και οι Μ.Ε.1 και 2 δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς τους. Απέτυχε, συνεπώς, να αποδείξει την υπογραφή των δύο συμφωνιών (Τεκμήρια 3 και 5) καθώς και των εγγυήσεων (Τεκμήρια 9 και 13). Υποστήριξαν περαιτέρω ότι η Ενάγουσα δεν απέστειλε τις ειδοποιήσεις που προβλέπονται στα Τεκμήρια 5, 9 και
- Ως εκ τούτου, εισηγήθηκαν, το κατ' ισχυρισμό χρέος των Εναγομένων δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Όσον αφορά τέλος τις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε η Ενάγουσα, εισηγήθηκαν πως οι Μ.Ε.1 και 2 δεν ήταν σε θέση να δώσουν εξηγήσεις πως προέκυψε το διεκδικούμενο υπόλοιπο και για ποιο λόγο δεν συμπεριλήφθηκαν στις καταστάσεις τα ποσά του αρχικού δανείου και των κατ' ισχυρισμόν πληρωμών. Ο συνήγορος του Εναγόμενου 4 υποστήριξε επί πλέον ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί επειδή υπάρχει όρος στη συμφωνία ότι διέπεται από τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 (βλ. όρο 13 του Τεκμηρίου 5). Εισηγήθηκε επίσης ότι υπάρχει κώλυμα λόγω δεδικασμένου, δεδομένου ότι είχαν προηγηθεί οι αγωγές 6491/2004 (Τεκμήριο 28) και 1594/07 οι οποίες αποσύρθηκαν εναντίον του Εναγόμενου
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Όλοι οι μάρτυρες των Εναγόντων υπήρξαν ειλικρινείς. Οι Μ.Ε.1 και 2 περιορίστηκαν να καταθέσουν όσα γεγονότα περιήλθαν στη δική τους αντίληψη. Δέχθηκαν με ειλικρίνεια πως δεν γνώριζαν τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν οι επίδικες συμφωνίες και οι εγγυήσεις, εφόσον δεν ήταν υπάλληλοι ή αξιωματούχοι της Ενάγουσας κατά το χρόνο της υπογραφής τους. Η μαρτυρία τους για όσα γεγονότα κατέθεσαν κρίνεται πειστική. Δεν διέκρινα προσπάθεια να αποκρύψουν οτιδήποτε περιήλθε στην αντίληψη τους, αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ήταν εξ ακοής, αφού στηρίχθηκε, κατά βάση, στο περιεχόμενο των εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή του, υπό την ιδιότητα του ως γενικός διευθυντής της εταιρείας που παρείχε τις λογιστικές υπηρεσίες στην Ενάγουσα καθώς και στο Δ. Σ. της Ενάγουσας. Όσον αφορά τη Μ.Ε.2, κρίνεται πειστική η μαρτυρία της ότι έλεγξε τις καταχωρίσεις που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 19, 20, 23 και 25), διαπιστώνοντας την ορθότητα και ακρίβεια τους, εφόσον αντιστοιχούσαν με τις εγγραφές που υπήρχαν στο σχετικό λογισμικό που διατηρούσε η Ενάγουσα. Ας σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 4 και 6, πέρα από τη γενική άρνηση τους για το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στα Τεκμήρια 23 και 25, δεν υποστήριξαν ότι προέβηκαν σε οποιαδήποτε πληρωμή ή ότι υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο λάθος στις καταχωρίσεις. Όπως εύκολα συνάγεται από το Τεκμήριο 19, οι καταχωρίσεις αφορούν το αρχικό ποσό του δανείου και τους τόκους, με βάση το ποσοστό επιτοκίου 12%, όπως προβλέπεται στη συμφωνία. Όσον αφορά τις καταστάσεις Τεκμήρια 20, 23 και 25 που αφορούν τους Εναγόμενους 2, 4 και 6, η αρχική καταχώριση αντιστοιχεί στο ποσοστό της εγγύησης τους. Εφόσον δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους, η μαρτυρία της Μ.Ε.2 ελέγχεται ως ορθή. Για τον Μ.Ε.3 δεν απαιτείται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω, εφόσον η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Οι Εναγόμενοι 4 και 6, από την άλλη, δεν κρίνονται πειστικοί μάρτυρες. Έδωσαν την εντύπωση ότι προσάρμοσαν τη μαρτυρία τους με βάση τις ανάγκες της υπεράσπισης τους. Ειδικότερα: α) Ο Εναγόμενος 4 προσποιήθηκε πως δεν θυμόταν ότι υπόγραψε την εγγύηση, παρόλο που αναγνώρισε ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 23 είναι όμοια με την υπογραφή του. Κρίνεται κατάλληλο το σημείο αυτό να υποδειχθεί πως δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες των Εναγόντων η θέση πως ο Εναγόμενος 4 δεν υπόγραψε την εγγύηση. Είναι, προφανώς, για αυτό το λόγο που η Ενάγουσα ανέθεσε στον εμπειρογνώμονα (ΜΕ3) την ετοιμασία σχετικής έκθεσης σε σχέση μόνο με την υπογραφή του Εναγόμενου 6, αφού μόνο εκείνος είχε θέσει ζήτημα υπογραφής της εγγύησης. Είναι πολύ καλά γνωστό πως η παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας ισοδυναμεί, κατά κανόνα, με παραδοχή εφόσον κατά την αντεξέταση αναμένεται να προκύψουν βοηθητικά στοιχεία για τον έλεγχο της αντίθετης μαρτυρίας (βλ. Ντάγκλας κ.α. ν. Ντάγκλας κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 128, Ocean Reef Properties Ltd v. James Alan Kerr Colvill κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A319, Πολ. Έφεση Αρ. 203/2010 ημερ. 11.5.2015). Το παράπονο, συνεπώς, του Εναγόμενου 4 ότι δεν εξετάστηκε από το γραφολόγο και η δική του υπογραφή, κρίνεται αδικαιολόγητο. β) Υποστήριξε, αρχικά, πως δεν υπήρξε μέτοχος της Ενάγουσας και ότι ήταν μέτοχος της Frakapor Holdings και όχι της Frakapor Logistics. Παραγνωρίζοντας προφανώς το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι επρόκειτο για το ίδιο νομικό πρόσωπο (την Ενάγουσα) και υπήρξε απλά μετονομασία από Frakapor Holdings Ltd σε Frakapor Logistics Ltd γ) Ενώ δέχθηκε ότι ήταν ενήμερος για το αρχικό δάνειο που παραχώρησε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1, υποστήριξε πως δεν ενδιαφέρθηκε για την τύχη του δανείου. Υποδεικνύεται, βεβαίως, πως με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ο Εναγόμενος 4 ήταν μέτοχος σε ποσοστό 5,52% της Εναγόμενης 1, κατά το χρόνο της υπογραφής της πρώτης συμφωνίας (Τεκμήριο 3) με την οποία παραχωρήθηκε δάνειο ύψους Λ.Κ.1,6 εκ. Θα αναμενόταν να είχε ενδιαφερθεί και να ήταν γνώστης των εξελίξεων. Δεδομένου, μάλιστα, ότι με βάση τα Τεκμήρια 3 και 4, η Εναγόμενη 1 είχε υποθηκεύσει ακίνητη περιουσία της, προς εξασφάλιση του αρχικού δανείου. δ) Ομοίως, ο Εναγόμενος 6, προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε για τη συμφωνία ημερ. 1.9.2003, παρά το γεγονός ότι ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του, κάτω από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση. Όπως πιο πάνω υποδείχθηκε, με το δεύτερο δάνειο εξοφλήθηκε το πρώτο και εξαλείφθηκε η υποθήκη. Είναι, προφανέστατο, πως είναι γι' αυτό το λόγο που δόθηκαν οι προσωπικές εγγυήσεις από τους πρώην μετόχους της Εναγόμενης 1, με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στο μετοχικό της κεφάλαιο. Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 4 και 6 δεν ήταν μέτοχοι κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας, Τεκμήριο 5, και των εγγυήσεων, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα, εφόσον ήταν μέτοχοι μέχρι την 1.8.2003. Δεν μπορεί να μην ήταν γνώστης ο Εναγόμενος 6 των διαβουλεύσεων που είχαν λάβει χώρα για τη νέα δανειοδότηση της Εναγόμενης 1 από την Ενάγουσα, οι οποίες οδήγησαν στην υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 1.9.2003, Τεκμήριο 5. Δεν αποδέχομαι, επίσης, τη μαρτυρία του πως δεν υπόγραψε το Τεκμήριο 13. Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου έκδηλο ότι προσάρμοσε τη μαρτυρία του, ενόψει της αδυναμίας της Ενάγουσας να προσκομίσει πρωτογενή μαρτυρία, η οποία να επιβεβαιώνει το γεγονός ότι υπόγραψε την εγγύηση. Δεν παραγνωρίζεται, βεβαίως, η μαρτυρία του ΜΕ3, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ουδέτερη. Ο εμπειρογνώμονας, για τους λόγους που εξήγησε, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να ανήκει στον Εναγόμενο 6 η αμφισβητούμενη υπογραφή, αλλά δεν μπορούσε να προβεί σε θετική κατάληξη για το ζήτημα, εφόσον δεν είχε στη διάθεση του επαρκή αριθμό δειγμάτων. Για τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία των Εναγομένων 4 και 6 απορρίπτεται ως αναληθής. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και έχοντας λάβει υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα: 1. Με βάση το Τεκμήριο 3, η Ενάγουσα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1, δάνειο ύψους Λ.Κ.1.600.000, τον Φεβρουάριο του έτους 2000, με εξασφάλιση ενυπόθηκο ακίνητο της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). 2. Η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να εξοφλήσει το δάνειο, όπως προβλεπόταν στο Τεκμήριο 3 με αποτέλεσμα να οφείλει στην Ενάγουσα την 1.9.2003, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.396.847. 3. Την 1.9.2003, υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, η συμφωνία Τεκμήριο 5, με βάση την οποία η Ενάγουσα συμφώνησε να παραχωρήσει νέο δάνειο ύψους Λ.Κ.1.396.846 (€2.383.653,09) με το οποίο θα εξοφλείτο το προηγούμενο υπόλοιπο του δανείου. Όπως αναφέρεται στη συμφωνία, Τεκμήριο 5, η Εναγόμενη 1 θα κατέβαλλε επιπλέον το ποσό του Λ.Κ. 1 εκ. σε μετρητά για την πλήρη εξόφληση του πρώτου δανείου. 4. Με βάση τους όρους του Τεκμηρίου 5, με την εξόφληση του πρώτου δανείου θα ακυρωνόταν η ενυπόθηκη εξασφάλιση (βλ. όρο 2) και θα παραχωρείτο νέα εξασφάλιση με προσωπικές εγγυήσεις των μετόχων, με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στην Εναγόμενη 1 εταιρεία. 5. Την ίδια πιο πάνω ημερομηνία (1.9.2003) οι εναγόμενοι 2, 4 και 6, όπως και οι υπόλοιποι μέτοχοι της Εναγόμενης 1, όπως ήταν κατά την 1.8.2003, υπέγραψαν προσωπικές εγγυήσεις, με τις οποίες εγγυήθηκαν την αποπληρωμή του ποσού του δανείου πλέον τους τόκους που προβλέπονται στη συμφωνία. Ειδικότερα:
- i)O Εναγόμενος 2 υπέγραψε την εγγύηση Τεκμήριο 7, με βάση την οποία εγγυήθηκε την αποπληρωμή ποσοστού 15,06% του δανείου, πλέον τους τόκους, που αντιστοιχούσε στο ποσό των €359.430 (Λ.Κ.210.365).
- ii)Ο Εναγόμενος 4 υπέγραψε την εγγύηση Τεκμήριο 9, με βάση την οποία εγγυήθηκε την αποπληρωμή ποσοστού 5,52% του δανείου, πλέον τους τόκους, που αντιστοιχούσε στο ποσό των €131.743 (Λ.Κ.77.105,90), και iii) Ο Εναγόμενος 6 υπέγραψε την εγγύηση Τεκμήριο 13, με βάση την οποία εγγυήθηκε την αποπληρωμή ποσοστού 15,55% του δανείου, πλέον τους τόκους, που αντιστοιχούσε στο ποσό των €371.125 (Λ.Κ.217.209,55). 6. Το δάνειο ήταν πληρωτέο στις 29.2.2004 και έφερε τόκους 12% ετησίως, επί των εκάστοτε ημερήσιων υπολοίπων (βλ. όρους 5 και 6 του Τεκμηρίου 5). 7. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να εξοφλήσουν το ποσό του δανείου και στις 6.5.2004, ζήτησαν με επιστολή της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 18) ανανέωση της συμφωνίας δανείου για περίοδο 6 μηνών. 8. Η Ενάγουσα δεν απάντησε στο πιο πάνω αίτημα και στις 5.7.2004, καταχώρισε αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 και των εγγυητών για την είσπραξη του ποσού του δανείου και τους τόκους. Η υπό αναφοράν αγωγή αποσύρθηκε και καταχωρίστηκαν τον Μάριο του έτους 2007 και τον Νοέμβριο του έτους 2010 οι πιο πάνω συνεκδικαζόμενες αγωγές. 9. Αποτελεί, περαιτέρω, εύρημα του Δικαστηρίου ότι ούτε η Εναγόμενη 1 ούτε οποιοιδήποτε από τους Εναγόμενους 2, 4 και 6 ή και εκ των πρώην Εναγομένων κατέβαλαν οποιαδήποτε ποσό έναντι του δανείου. 10. Όσον αφορά τις θέσεις των Εναγομένων ότι δεν υπογράφηκαν οι συμφωνίες δανείου και οι εγγυήσεις, έχει ήδη αναφερθεί ότι δεν γίνονται αποδεκτές. Έγινε, περαιτέρω, εισήγηση πως η Ενάγουσα δεν απέδειξε την πληρωμή του δανείου. Η θέση κρίνεται εντελώς ανεδαφική και απορρίπτεται. Επιβεβαίωση της καταβολής του ποσού του δανείου αποτελεί το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 2, 4 και 6 υπόγραψαν τις επίδικες εγγυήσεις. Όπως και το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 ζήτησε την παράταση αποπληρωμής του δανείου, με την επιστολή της ημερ. 6.5.2004, Τεκμήριο 18. 11. Η Ενάγουσα δεν απέστειλε στην Εναγόμενη 1 επιστολή τερματισμού της συμφωνίας, ούτε οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση προς τους Εναγόμενους 2, 4 και 6 με την οποία να τους καλεί να καταβάλουν το χρέος τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Προέχει να εξεταστεί η θέση των Εναγομένων ότι το χρέος δεν έχει καταστεί πληρωτέο και απαιτητό. Σχετικοί με την εισήγηση είναι οι όροι 6 και 9 του Τεκμηρίου 5, που προνοούν τα ακόλουθα: «6. Το Δάνειο και όλοι οι σχετικοί τόκοι θα εξοφληθούν με μία δόση στις29 Φεβρουαρίου 2004. Ο Χρεώστης διατηρεί το δικαίωμα όπως σε οποιαδήποτε στιγμή της επιλογής του προπληρώσει σε μετρητά το Δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του και τους αναλογούντας τόκους πριν την καθορισμένη ημερομηνία εξόφλησης και σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα επιβαρύνεται με οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση. 9. Η Συμφωνία αυτή δύναται να τερματιστεί: 9.1 Αν συμβεί παράλειψη στην πληρωμή του τόκου εντός 5 ημερών από την καθορισμένη ημερομηνία όπως προνοείται στην παράγραφο 5 πιο πάνω. 9.2 Αν συμβεί παράληψη εκ μέρους του Χρεώστη στην εκτέλεση όλων ή οποιωνδήποτε από τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 4 πιο πάνω. 9.3 Αν ο Χρεώστης λάβει ή επιτρέψει να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα ή οποιαδήποτε δικαστικά διαβήματα, ή ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα ή οιαδήποτε διαβήματα από οποιονδήποτε, δυνάμει των οποίων οποιαδήποτε περιουσία ή ενεργητικό του Χρεώστη θα εκχωρηθεί ή να μπορεί να εκχωρηθεί ή να μεταβιβαστεί με οποιονδήποτε τρόπο ή να παραδοθεί σε οποιονδήποτε παραλήπτη, εκδοχέα, εκκαθαριστή ή άλλο πρόσωπο, είτε αυτός διορισθεί από τον Χρεώστη είτε από το Δικαστήριο, δυνάμει των οποίων αυτή η περιουσία θα διανεμηθή ή θα μπορεί να διανεμηθή μεταξύ των δανειστών του Χρεώστη. 9.4 Αν εκδοθεί διαταγή ή εγκριθεί έγκυρο ψήφισμα για την εκκαθάριση τoυ Χρεώστη, ή αν ο Χρεώστης διαγραφεί από το Μητρώο των Εταιρειών σαν νεκρή εταιρεία. 9.5 Αν ο Χρεώστης παύσει να εκτελεί τις εργασίες του ή αν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έκτακτη κατάσταση η οποία είναι εύλογο να έχει δυσμενή επίδραση επί των κερδών ή και των εργασιών του Χρεώστη. 9.6 Αν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έκτακτη κατάσταση, η οποία, είναι εύλογο να καταστήσει απίθανη την ικανότητα του Χρεώστη να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας. 9.7 Αν ανακαλυφθή σε οποιονδήποτε χρόνο, ότι το Δάνειο δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας έχει συναφθεί με ψευδείς παραστάσεις ή δηλώσεις ή με οποιασδήποτε παραποιημένη έκθεση, η οποία επηρέασε ουσιαστικά την απόφαση της CLR κατά την χορήγηση του Δανείου. 9.8 Αν είτε ο Χρεώστης, είτε οποιονδήποτε συνδεδεμένο με αυτόν πρόσωπο προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη η οποία απειλεί ή επηρεάζει δυσμενώς οποιαδήποτε συμφέροντα της CLR, ως Δανειστή ή αν οποιοδήποτε από τα εν λόγω πρόσωπα παραβεί οποιαδήποτε πρόνοια οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ αυτού και του Χρεώστη νοουμένου ότι ο Χρεώστης θα αποστείλει προηγουμένως γραπτή προειδοποίηση ενός μήνα. Για τους σκοπούς της παρούσας υποπαραγράφου: - τα εξής πρόσωπα θα θεωρούνται ως συνδεδεμένα με το Χρεώστη: η ιθύνουσα εταιρεία του Χρεώστη, οι θυγατρικές εταιρείες του Χρεώστη, οι αδελφές θυγατρικές εταιρείες ίου Χρεώστη, οι εταιρείες που σχετίζονται με τον Χρεώστη, συνεταιρισμοί, κοινοπραξίες και άλλες εμπορικές ομάδες στις οποίες ο Χρεώστης είναι συνέταιρος, μέτοχος ή μέλος-, οποιαδήποτε νομικά ή φυσικά πρόσωπα που κατέχουν ή ελέγχουν ένα σημαντικό συμφέρον στο Χρεώστη και οποιαδήποτε πρόσωπα στα οποία ο Χρεώστης κατέχει ή ελέγχει ένα σημαντικό συμφέρον. - εταιρεία θα θεωρείται ως συνδεδεμένη με τον Χρεώστη αν κάποιο πρόσωπο κατέχει σημαντικό συμφέρον και σε αυτήν και στον Χρεώστη. - σημαντικό συμφέρον θεωρείται η κατοχή ποσοστού 20% ή περισσότερου του μετοχικού ή του ψηφοφόρου μετοχικού κεφαλαίου κάποιας εταιρείας, καθώς επίσης και η δυνατότητα καθορισμού ίου 51% των μελών του διοικούντος σώματος· οποιουδήποτε προσώπου. 9.9.1 Για τους σκοπούς της παραγράφου 9 ο Χρεώστης περιλαμβάνει και οποιαδήποτε θυγατρική ή ελεγχόμενη εταιρεία του Χρεώστη. 9.9.2 Όλοι οι όροι της παραγράφου 9 θα θεωρούνται ως λόγοι τερματισμού (events of default). Εάν συμβεί οποιονδήποτε από τα περιστατικά που αναφέρονται πιο πάνω, η CLR έχει το δικαίωμα, με ειδοποίηση προς τον Χρεώστη να κηρύξει την παρούσα Συμφωνία ως τερματισθείσα και/ή εκπνεύσασα, και σε τέτοια περίπτωση το κεφάλαιο του Δανείου και οι σχετικοί τόκοι θα καταστούν ληξιπρόθεσμα και πληρωτέα αμέσως και αυτό το κεφάλαιο και οποιαδήποτε άλλη πληρωμή δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας θα καταστεί ληξιπρόθεσμη και πληρωτέα αμέσως, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε περί του αντιθέτου πρόνοιας στην παρούσα Συμφωνία. Σε αυτή την περίπτωση το δικαίωμα της CLR όπως απαιτήσει μετατροπή του Δανείου σε μετοχές (παράγραφος 7) θα ισχύει.» Είναι φανερό πως με βάση τον όρο 6, το χρέος ήταν πληρωτέο σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ήτοι κατά ή προ της 29.2.2004. Εφόσον παρήλθε η πιο πάνω ημερομηνία, το χρέος κατέστη πληρωτέο και απαιτητό και δεν απαιτείτο τερματισμός από την Ενάγουσα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι το χρέος είχε καταστεί απαιτητό, έγινε αντιληπτό από την Εναγόμενη 1 η οποία αναγνώρισε ότι το χρέος της είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και ζήτησε την ανανέωση της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 18). Οι Εναγόμενοι 2 και 4 υποστήριξαν επίσης πως με βάση τις εγγυήσεις, η Ενάγουσα όφειλε να αποστείλει γραπτή απαίτηση πληρωμής. Η σχετική πρόνοια που περιέχεται στο Τεκμήριο 13 έχει ως ακολούθως: «ΣΕ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ της συμφωνίας σας να χορηγήσετε στους Κυρίους Frakapor Logistics Limited (που στο εξής θα αναφέρονται ως "ΠΡΩΤΟΦΕΙΛΕΤΗΣ"), δάνειο ύψους Λ.Κ.1,396,846 (Λίρες Κύπρου Ένα Εκατομμύριο Τριακόσιες Ενενήντα Έξι Χιλιάδες Οκτακόσιες Σαράντα Έξι) δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 01/09/2003, αντίγραφο της οποίας εξέτασα προσεκτικά και με τους όρους της οποίας συμφωνώ πλήρως, ΕΓΩ Ο ΠΙΟ ΚΑΤΩ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ Γιώργος Ψημολοφίτης εγγυώμαι με την παρούσα την αποπληρωμή από τον Πρωτοφειλέτη των προαναφερόμενων διευκολύνσεων με τόκο προς 12% το χρόνο, οποιουδήποτε άλλου τόκου αναφερόμενου στην πιο πάνω Συμφωνία Δανείου και όλων των ποσών τα οποία τυχόν θα καταστούν ληξιπρόθεσμα και πληρωτέα σύμφωνα με τη Συμφωνία Δανείου και αναλαμβάνω να πληρώσω σε εσάς τα ποσά αυτά και να εκπληρώσω οποιουσδήποτε άλλους όρους της Συμφωνίας Δανείου χωρίς αναφορά προς τον Πρωτοφειλέτη και ανεξάρτητα οποιασδήποτε ένστασης του Πρωτοφειλέτη, αμέσως μετά την λήψη γραπτής ειδοποίησης από εσάς στην οποία να αναφέρεται ότι τα ποσά τα οποία εγγυήθηκα με την παρούσα έχουν καταστεί οφειλόμενα και πληρωτέα και ότι σύμφωνα με την παρούσα εγγύηση απαιτείτε την πληρωμή τους. Η Εγγύηση αυτή δίνεται υπό το κράτος των πιο κάτω διατάξεων και διέπεται από αυτές:» Η πιο πάνω πρόνοια αναγράφεται και στα Τεκμήρια 7 και 9 που αφορά τους Εναγόμενους 2 και 4. Υπό τις περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, δεν απαιτείτο η ταχυδρόμηση γραπτής ειδοποίησης προς τους εγγυητές. Όπως οθρά παρατήρησε η συνήγορος της Ενάγουσας, προηγήθηκε η καταχώριση της αγωγής 6491/2004 (Τεκμήριο 28) η οποία, μάλιστα, είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 6. Υποδεικνύεται ότι τόσο ο Εναγόμενος 6 όσο και ο Εναγόμενος 4, αποδέχθηκαν στη μαρτυρία τους ότι έλαβαν γνώση της υπό αναφοράν αγωγής. Δεν χωρεί αμφιβολία, πως η επίδοση της προηγηθείσας αγωγής, με την οποία αξιώνετο από τους Εναγόμενους 2, 4 και 6, το χρέος τους, δυνάμει των επίδικων εγγυήσεων, ικανοποιεί τον όρο για τη "λήψη γραπτής ειδοποίησης .. ότι τα ποσά τα οποία εγγυήθηκαν έχουν καταστεί οφειλόμενα και πληρωτέα" που αναφέρεται στα έγγραφα των εγγυήσεων. Ορθή κρίνεται και η επισήμανση της συνηγόρου της Ενάγουσας πως οι Εναγόμενοι 2, 4 και 6 συμφώνησαν όπως η ευθύνη τους είναι η ίδια όπως του πρωτοφειλέτη. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7, 9 και 13, όπου, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρονται και τα ακόλουθα: "Προς το σκοπό πλήρους εξόφλησης της παρούσας εγγύησης, αναλαμβάνω όπως εγκαταλείψω όλα τα δικαιώματα και προνόμια τα οποία τυχόν να έχω ως εγγυητής, συμπεριλαμβανομένων και τυχόν δικαιωμάτων συγκρουόμενων με τα δικαιώματα σας σε περίπτωση πτώχευσης/εκκαθάρισης του Πρωτοφειλέτη, και σας εξουσιοδοτώ όπως σε περίπτωση ανάγκης και κατά την απόλυτη κρίση σας, κινηθείτε εναντίον μου ως αν να ήμουν ο πρωτοφειλέτης σας". Δεν ήταν, συνεπώς, απαραίτητο να είχε προηγηθεί απαίτηση πληρωμής, εφόσον με βάση την πιο πάνω πρόνοια, οι εναγόμενοι 2, 4 και 6, είχαν αναλάβει ευθύνη ως πρωτοφειλέτες. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν απαιτείται να αποσταλεί απαίτηση πληρωμής στον πρωτοφειλέτη (βλ. Μακεδόνας ν. Λαζάρου κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322). Άλλη εισήγηση των Εναγομένων 4 και 6 είναι πως η μαρτυρία δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή, εφόσον ήταν εξ΄ακοής. Έχει ήδη επισημανθεί ότι οι ΜΕ1 και 2 δεν γνώριζαν προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Κατάθεσαν όμως τα έγγραφα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή τους καθηκόντως. Ανάμεσα σε άλλα, κατατέθηκαν οι συμφωνίες με βάση τις οποίες είχαν παραχωρηθεί τα δύο δάνεια στην Εναγόμενη 1 (Τεκμήρια 3 και 5), οι γραπτές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 4 και 6 (Τεκμήρια 7, 9 και 13) και οι καταστάσεις λογαριασμού που εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας η ΜΕ2 (Τεκμήρια 19, 20, 23 και 25). Το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξήγησε πιο πριν, έχει ήδη αποφανθεί ότι οι συμφωνίες και τα έγγραφα εγγύησης έχουν δεόντως εκτελεστεί. Έχω, περαιτέρω, διαπιστώσει ότι οι καταχωρίσεις που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμού είναι ορθές. Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία των Εναγομένων 4 και 6, ότι δεν υπόγραψαν τις εγγυήσεις, το ζητούμενο κατ' ουσίαν είναι η ορθότητα των υπολοίπων. Έχει ήδη επισημανθεί πως οι Εναγόμενοι δεν ισχυρίστηκαν ότι κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους τους. Η Ενάγουσα, συνεπώς, όφειλε να αποδείξει ότι οι καταχωρίσεις που περιέχονται στα Τεκμήρια 19, 20, 23 και 25, είναι ορθές. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί πως οι σχετικές εγγραφές είναι σύμφωνες με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, αφού: α) Η αρχική χρέωση του λογαριασμού της εναγόμενης, αντιστοιχεί με το ποσό του δανείου. β) Οι αρχικές χρεώσεις των λογαριασμών των Εναγομένων 2, 4 και 6 (εγγυητών) αντιστοιχούν με τα ακριβή ποσά των εγγυήσεων τους. γ) Οι χρεώσεις των τόκων είναι σύμφωνες με τους όρους της συμφωνίας, ήτοι 12% ετησίως επί των εκάστοτε ημερήσιων υπολοίπων, με κεφαλαιοποίηση κάθε 6 μήνες (βλ. όρο 5 του Τεκμηρίου 5). δ) Δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του χρέους. Τα παράπονα των Εναγομένων ότι οι καταστάσεις λογαριασμών είναι λανθασμένες, επειδή δεν παρουσιάζονται οι οφειλές με βάση το αρχικό δάνειο και οι πληρωμές που έγιναν προς εξόφληση εκείνου του δανείου, κρίνονται εντελώς αβάσιμα. Το προηγούμενο δάνειο εξοφλήθηκε με τη νέα δανειοδότηση και δεν αναμενόταν να συμπεριληφθούν στις καταστάσεις οι καταχωρίσεις που σχετίζονταν με το ξοφλημένο δάνειο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα, παρότι εξ΄ακοής, κρίνεται υπό τις περιστάσεις ικανοποιητική, προς απόδειξη του χρέους των Εναγομένων. Όπως υποδείχθηκε στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Στάλω Χριστοδούλου, ECLI:CY:AD:2016:A364, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/11, ημερ. 15/7/2016, η εξ΄ακοής μαρτυρία αξιολογείται με βάση τους παράγοντες που καθορίζονται (όχι εξαντλητικά) στο άρθρο 27
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου και το Δικαστήριο προσδίδει την ανάλογη βαρύτητα με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 27
(3), όπως ερμηνεύτηκαν από τη νομολογία. Μία από τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη είναι το κατά πόσο οι Ενάγοντες φρόντισαν να παρουσιάσουν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ΜΕ1 κα 2 ανέφεραν ότι οι υπάλληλοι που εργάζονταν τον ουσιώδη χρόνο έφυγαν προ πολλού. Ο ΜΕ1 εξήγησε πως ο Λ. Παναγιωτίδης, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τα γεγονότα, δεν κλήθηκε ως μάρτυρας επειδή εκκρεμεί αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του για ποσό που υπερβαίνει τα €12 εκατομμύρια. Πέραν τούτου, οι καταστάσεις λογαριασμού εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας, όπως επεξήγησε η ΜΕ2 η οποία ήταν οικονομική διευθύντρια της εταιρείας που παρείχε λογιστικές υπηρεσίες στην Ενάγουσα. Περαιτέρω η ΜΕ2 επιβεβαίωσε την ορθότητα των εγγραφών που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμού, αφού τις έλεγξε με τις καταχωρήσεις που υπήρχαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας. Έχοντας αξιολογήσει θετικά τους ΜΕ1 και 2, καταλήγω ότι τα υπόλοιπα που παρουσιάζουν οι καταστάσεις λογαριασμού είναι ορθά. Όπως υποδείχθηκε πιο πριν, οι Εναγόμενοι, πέραν από γενικές και αόριστες αιτιάσεις και υποβολές, δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία θα έτεινε να αντικρούσει τη ορθότητα των λογαριασμών. Ούτε ισχυρίστηκαν ότι κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους τους. Υπήρξαν και άλλες εισηγήσεις από τους Εναγόμενους 4 και 6, οι οποίες όμως δεν έχουν τεκμηριωθεί, ούτε υποστηρίχθηκαν με κατάλληλη μαρτυρία. Εισηγήθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, ότι υπήρχαν παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμοί στις καταστάσεις λογαριασμού, χωρίς όμως να προσκομίσουν μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει τις θέσεις τους. Όσον αφορά την εισήγηση του συνηγόρου του Εναγόμενου 4, περί δεδικασμένου, είναι αρκετό να υποδειχθεί πως με βάση την αδιαμφησβήτητη μαρτυρία του ΜΕ1, οι προηγηθείσες αγωγές αποσύρθηκαν εναντίον του Εναγομένου 4, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Δεν εγείρεται συνεπώς ζήτημα δεδικασμένου, όσον αφορά την έγερση της αγωγής 9586/2010 εναντίον του Εναγόμενου
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέδειξε τις αξιώσεις της, τόσο εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 6 στην αγωγή 1594/2007, όσο και εναντίον του Εναγομένου 4 στην αγωγή 9586/
- Εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των δυο αγωγών και απόφαση στη κάθε μια από αυτές, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων ως ακολούθως: Α. Στην αγωγή 1594/2007: i) Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €9.865.951 πλέον τόκο 12% ετησίως επί του εκάστοτε ημερήσιου υπολοίπου από 1.9.2015, μέχρι εξοφλήσεως. ii) Εναντίον του Εναγομένου 2, από κοινού και/ή κεχωρισμένα μετά της εναγόμενης 1, για το ποσό των €1.485.812 πλέον τόκο 12% ετησίως επί του εκάστοτε ημερήσιου υπολοίπου από 1.9.2015, μέχρι εξοφλήσεως iii) Εναντίον του Εναγόμενου 6, από κοινού και/ή κεχωρισμένα μετά της Εναγόμενης 1, για το ποσό των €1.534.155 πλέον τόκο 12% ετησίως, επί του εκάστοτε ημερήσιου υπολοίπου από 1.9.2015 μέχρι εξοφλήσεως. iv) Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 6, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Β. Εκδίδεται, περαιτέρω, απόφαση στην αγωγή 9586/2010 υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 4, από κοινού και/ή κεχωρισμένα με την Εναγόμενη 1 στην απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της στην αγωγή 1594/2007, για το ποσό των €554.601 πλέον 12% τόκο ετησίως από 1.9.2015, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο