← Κύπρος

Χριστάκης Χρυσοστόμου κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4274/15, 30/9/2016

Χριστάκης Χρυσοστόμου κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4274/15, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A532 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4274/15 Μεταξύ:

  1. Χριστάκης Χρυσοστόμου, Λάρνακα
  2. Μαρίνα Χαραλάμπους, Λάρνακα Εναγόντων- Αιτητών Και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων-Καθ ων η αίτηση ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 3.9.15 ΠΡΟΣ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ Ημερομηνία: 30.9.2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή : κ. Καρύδης Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση : κα Νεοφύτου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνουν εναντίον των εναγομένων διάφορα διατάγματα, έχοντα ως βάση συμφωνία δανείου μεταξύ τους και της εναγομένης σε Ελβετικά φράγκα. Περιληπτικά, είναι η θέση των εναγόντων ότι αποτάθηκαν στην εναγομένη για την εξασφάλιση δανείου για την αγορά ενός ακινήτου στην Λάρνακα. Η εναγόμενη προέτρεψε τον ενάγοντα 1 να συνάψει συμφωνία στεγαστικού δανείου σε Ελβετικά Φράγκα, γιατί, όπως του εξήγησαν, ήταν προς το συμφέρον του. Ως αποτέλεσμα, κατάρτισαν εικονική συμφωνία δανείου, ενώ στην πραγματικότητα ήταν συγκαλυμμένη εμπλοκή των εναγόντων στην αγοραπωλησία ξένου συναλλάγματος. Με διάφορες ψευδείς δηλώσεις τους παρέσυραν, την 1.7.07, στο επίδικο δάνειο με την εγγύηση της εναγομένης
  3. Η συμφωνία ήταν για CHF 271.000 με συναλλαγματική ισοτιμία την χρονική περίοδο σύναψης του δανείου, και η συμφωνηθείσα δόση ήταν για CHF2.100 ή €1,276 σε σχέση με την ισοτιμία του Ελβετικού Φράγκου με το Ευρώ. Παρατίθεται η ισοτιμία του ευρώ προς το Ελβετικό Φράγκο καθώς και οι πληρωμές των εναγομένων από τον Ιούλιο του 2007 μέχρι τον Μάιο του
  4. Είναι η θέση τους ότι σύμφωνα με τον πίνακα και ανεξάρτητα από τις υπερχρεώσεις τόκων, οι ενάγοντες κατέβαλαν €27.486,80 λόγω παρανόμων υπερχρεώσεων. Η εναγόμενη δεν αναφέρθη σε κανένα χρηματοπιστωτικό κίνδυνο αναφορικά με το δάνειο και με παραπλανητικό τρόπο τους παρουσίασε το δάνειο ως ευφυέστατη επιλογή, αποκρύπτοντας σημαντικά στοιχεία και πληροφορίες, τις οποίες αν οι ενάγοντες γνώριζαν, δεν θα προχωρούσαν στο επίδικο δάνειο. Παρατίθενται σειρά χρηματοπιστωτικών κινδύνων που η εναγομένη παράνομα απέκρυψε από τους ενάγοντες. Το 2010 οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι το στεγαστικό δάνειο αποτελούσε συγκαλυμμένο τρόπο αγοραπωλησίας συναλλάγματος, πράξη με την οποία η εναγομένη προέβαινε σε βάρος τους με αρκετά κέρδη, τόσο από τους τόκους όσο και από την διαφορά της συναλλαγματικής ισοτιμίας και άρχισαν να διαμαρτύρονται. Φάνηκε ότι η πραγματική εικόνα του δανείου ήταν η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε αυτούς και όχι στεγαστικού δανείου. Για τις υπηρεσίες αυτές η εναγομένη καμιά πληροφόρηση δεν τους έδωσε πριν την σύναψη του δανείου και τους παρέσυρε να υπογράψουν, παρόλο που εν γνώση της γνώριζε ότι ήταν ψευδής ως προς τον σκοπό του δανείου. Από τη σύναψη του δανείου οι ενάγοντες κατέβαλλαν κανονικά την δόση τους σε Ευρώ, η εναγομένη ελάμβανε τα ευρώ και αγόραζε Ελβετικά Φράγκα και έτσι, η εναγόμενη, κέρδιζε τόσο από τους τόκους του δανείου, όσο και από την αγοραπωλησία του ξένου συναλλάγματος. Μετά από πολλές διαμαρτυρίες των εναγόντων για τη ρύθμιση του δανείου, η εναγομένη, την 6.8.13, διαφοροποίησε το δάνειο με πρόσθετη πράξη, χωρίς καμιά ουσιαστική αλλαγή της φύσης της οικονομικής σχέσης μεταξύ τους, ήτοι επενδυτικές υπηρεσίες σε αγορά συναλλάγματος. Για την διαφοροποίηση της συμφωνίας η εναγομένη ζήτησε και οι ενάγοντες κατέβαλαν στις 24.7.13, έξη δόσεις του δανείου εκ CHF2.100 εκάστη. Παρατίθενται λεπτομέρειες παράνομων και καταχρηστικών όρων στην πρόσθετη πράξη δανείου καθώς και πίνακας πληρωμών των εναγόντων, σύμφωνα με τον οποίο χρεώθηκαν €114.298,82, ήτοι κατά €27.486,80 περισσότερο από εκείνο που έπρεπε να τοκιστεί. Οι τόκοι επιβάλλονταν σε Ελβετικά φράγκα και ακολουθούσαν την διακύμανση του ευρώ, ενώ η εναγομένη κέρδιζε και από τις αγοραπωλησίες ξένου συναλλάγματος με τα χρήματα των εναγόντων που κατέβαλλαν σε ευρώ. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ενώ πλήρωνε για εξόφληση του χρέους, η εναγομένη προέβαινε σε αγορά και πώληση συναλλάγματος και από την διαφορά της ισοτιμίας αποκόμιζε κέρδος και οι ενάγοντες ζημιά, γιατί δεν πίστωνε τα ποσά αυτά στο δάνειο. Πρόκειται για επενδυτική ενέργεια που δεν ήταν αυτός ο σκοπός του δανείου. Οι ενάγοντες πλήρωναν ανελλιπώς την συμφωνημένη δόση, ήτοι κατέβαλαν μέχρι τον Μάιο του 2015 το ποσό των CHF185.200 και εξακολουθούν να οφείλουν CHF140.000, δηλαδή πλήρωσαν €54.200 περισσότερα από το αρχικό δάνειο. Την 2.9.15 με επιστολή του δικηγόρου τους ακύρωσαν τις δυο συμφωνίες. Είναι η θέση τους ότι εξαπατήθηκαν και βρέθηκαν μπλεγμένοι σε μια συμφωνία που η αποπληρωμή του δανείου εξαρτάτο από συναλλαγματικές ισοτιμίες, το δάνειο δεν ήταν σταθερό και μεταβαλλόταν διαρκώς, προσδιοριζόμενο στην σχέση της ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί. Στο τέλος, σύμφωνα με όσα εκτενώς αναφέρονται στην απαίτηση των εναγόντων, το δάνειο μετατράπηκε σε αγορά συναλλάγματος μεταφέροντας τον συναλλαγματικό κίνδυνο στους ενάγοντες. Η εναγόμενη δεν τους παρείχε ολοκληρωμένη και επαρκή ενημέρωση αναφορικά με τους συναλλαγματικούς κινδύνους του δανείου, ούτε και έκαμαν αξιολόγηση της βιωσιμότητας της δανειοληπτικής τους ικανότητας, ούτε και παρουσίασαν δείκτες ανάλυσης αναφορικά με τα δάνεια σε Ελβετικό φράγκο. Οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν ήταν κατάλληλα καταρτισμένοι, ούτε και είχαν την απαραίτητη επαγγελματική επάρκεια και αξιοπιστία για την παροχή αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών σε τίτλους της χρηματαγοράς, όπως αξίες νομίσματα, ούτε και εξειδικευμένες γνώσεις και πληροφορίες σχετικά με την αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου. Παρουσίασαν μια δήλωση στον ενάγοντα ότι ενημερώθηκε για τους κινδύνους και ότι αποφάσισε ανεπηρέαστος να προχωρήσει στην σύναψη του δανείου. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι ποτέ δεν έλαβαν CHF271.000 όπως θα αναμένετο από τους όρους της συμφωνίας και η οφειλή τους σε Ελβετικά φράγκα προέκυψε εικονικά και λογιστικά και όχι από πραγματική μεταβίβαση του αντίστοιχου ποσού και συνεπώς η συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη. Παρατίθενται στην συνέχεια λεπτομέρειες των ζημιών των εναγόντων καθώς και λεπτομέρειες δόλου και σκοπιμοτήτων της εναγομένης. Η εναγομένη επέβαλε όρο της μη μετατροπής της οφειλής των εναγόντων σε περίπτωση ανατροπής των συναλλαγματικών ισοτιμιών και υπερβολικής αύξησης της οφειλής τους, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να καταστούν έρμαιο των χρηματαγορών, οι οποίες και προσδιόριζαν το ύψος της εκάστοτε δόσης τους. Ενώ ο ενάγων κατέβαλλε τις δόσεις του, αυτές άρχισαν να αυξάνονται ραγδαία συνεπεία της απρόβλεπτης υποτίμησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, γεγονός που είχε αρνητική επίπτωση τόσο στο οφειλόμενο υπόλοιπο, όσο και στους τόκους. Μεταξύ των άλλων διαταγμάτων και αποζημιώσεων που αξιώνουν οι ενάγοντες, είναι και η ακύρωση των εκχωρήσεων των ασφαλιστικών τους συμβολαίων. Ειδικότερα ασφάλεια ζωής στην Eurolife για το ποσό των €136.688, της Metlife για το ποσό των €8.543 και της Hellenic Alico Life για το ποσό των €8.
  5. Με την καταχώριση της αγωγής ο ενάγων αποτάθηκε μονομερώς στο δικαστήριο με το οποίο επιζητούσε την έκδοση των ακολούθων δυο διαταγμάτων. Α. Αναστολή πληρωμής των μηνιαίων δόσεων της συμφωνίας και Β. Παγοποίηση της εκχώρησης υπέρ της εναγομένης των ασφαλειών ζωής της Alico και Eyrolife. Η αίτηση στηριζόμενη στα άρθρα 4,5,7 και 9 του Κεφ.6 και στο αρ.32 του Ν.14/60 υποστηριζόταν από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Αποτελείται από 20 σελίδες και στην ουσία επαναλάμβανε τους ισχυρισμούς του κλητηρίου εντάλματος, επισυνάπτοντας σε αυτή και διάφορα έγγραφα. Κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε στην εναγομένη. Καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση, προβάλλοντας 13 λόγους για τους οποίους δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, υποστηριζόμενη από μακροσκελή ένορκη δήλωση υπαλλήλου της, αποτελούμενης εκ 51 σελίδων. Χωρίς την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων. Λέχθηκε ήδη, ότι ο ενάγων στην ένορκη του δήλωση αναλύει τις θέσεις του όπως αυτές καταγράφονται στην απαίτηση του και κρίνεται ότι δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Εκ της ενόρκου δηλώσεως της καθ' ης η αίτηση θα καταγραφούν τα κύρια σημεία, αφού στην ουσία οι βασικές θέσεις και οι ισχυρισμοί του ομνύοντος, επαναλαμβάνονται στις διάφορες παραγράφους, εις απάντηση των διαφόρων ισχυρισμών του αιτητή. Ως γενική θέση αρνείται όλες τις επί μέρους καταλογιζόμενες από τον αιτητή ευθύνες και ότι τον προέτρεψε να προβεί στην συμφωνία δανείου σε Ελβετικό φράγκο και ότι τον έπεισαν με διάφορα επιχειρήματα ότι ήταν προς το συμφέρον του. Είναι η θέση της, ότι ήταν ο αιτητής από μόνος του, με ελεύθερη βούληση και χωρίς επηρεασμό ή παραστάσεις, που αιτήθηκε τον δανεισμό σε Ελβετικά φράγκα για την αγορά του επίδικου ακινήτου, αρνούμενη ότι πρόκειται για εικονική συμφωνία δανείου. Δεν αποδέχεται ότι η συμφωνία συνιστά συγκαλυμμένη εμπλοκή των εναγόντων σε αγοραπωλησία ξένου συναλλάγματος. Η εναγόμενη σύμφωνα με τον νόμο και την πρακτική ενημέρωσε και επεξήγησε στον ενάγοντα τους όρους της συμφωνίας. Δεν αποδέχεται τους υπολογισμούς που αναφέρει ο αιτητής αναφορικά με την ισοτιμία του Ελβετικού φράγκου, ούτε και τις σχετικές πληρωμές. Σύμφωνα με την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ.13.7.07, του εξήγησαν και έγινε πλήρως κατανοητό από αυτόν, ότι είχε υποχρέωση με βάση τη συμφωνία να πληρώνει μηνιαίως σε Ελβετικό φράγκο και το ποσό που θα αποδεσμευόταν προς τον ενάγοντα θα ήταν σε Ελβετικά φράγκα. Αν ήθελε να πάρει το ποσό σε άλλο νόμισμα θα γινόταν η μετατροπή του δανεισθέντος ποσού με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημέρα καταβολής του δανείου. Συναφώς με αυτό, ο ενάγων μπορούσε να αποπληρώνει το δάνειο είτε σε Ελβετικά φράγκα, είτε σε άλλο νόμισμα. Σε τέτοια περίπτωση, το έμβασμα θα έπρεπε να μετατραπεί στο νόμισμα του δανείου, ήτοι σε CHF2.100 που ήταν η δόση του δανείου του, σύμφωνα με την συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος που θα κατέβαλλε έναντι του Ελβετικού φράγκου. Η συμφωνία έγινε με την ελεύθερη συναίνεση του ενάγοντα κατόπιν δικού του αιτήματος και την 13.7.07 δήλωσε εγγράφως με επιστολή του, ότι είχε ενημερωθεί αναφορικά με το συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο που διέτρεχε από την τυχόν διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Περαιτέρω, η επιστολή περιείχε και ενημέρωση που επεξηγούσε με αριθμητικά παραδείγματα τους κινδύνους για τον δανειολήπτη από τυχόν αύξηση του επιτοκίου και την αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Δεν του παρουσίασαν το δάνειο ως μια ευφυή επιλογή και ουδέποτε απόκρυψαν σημαντικά στοιχεία και πληροφορίες. Δεν αποδέχεται ότι το δάνειο αποτελούσε επενδυτική πράξη αγοράς και/ή ανταλλαγής επιτοκίων και ξένου συναλλάγματος, ούτε και ότι επρόκειτο για μια επενδυτική πράξη. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει τους ενάγοντες, ή να τους προτείνει κάποιο πρόγραμμα αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου και δεν παρέλειψε εσκεμμένα να κρατεί τους αντισυμβαλλόμενους σε πλήρη άγνοια. Δεν είχε επίσης οποιαδήποτε υποχρέωση συμβουλευτικής ιδιότητας προς τους ενάγοντες. Ο ενάγων σύναψε τη συμφωνία δανείου στην βάση δικού του ανεξάρτητου υπολογισμού των κινδύνων που πιθανόν να περιλάμβανε τέτοια συμφωνία και τούτο γιατί ο αιτητής από μόνος του επισκέφθηκε την τράπεζα και ζήτησε την σύναψη δανείου σε Ελβετικά φράγκα. Συνακόλουθα, δεν προέβησαν σε παραστάσεις προς τον ενάγοντα ή και ψευδείς παραστάσεις οι οποίες τον παραπλάνησαν, ή τον υποκίνησαν στην σύναψη της συμφωνίας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του αιτητή για την διαφοροποίηση του δανείου, είναι η θέση της ότι επρόκειτο για αναδιάρθρωση της δόσης και του χρόνου αποπληρωμής του και ο ενάγων εξ ιδίων του κατέβαλε επιπλέον 6 δόσεις του δανείου έναντι οφειλών του. Αρνείται ότι αποκόμιζε κέρδος από την συναλλαγματική ισοτιμία και ότι ο ενάγων κατέβαλε €54.200 περισσότερα από το αρχικό δάνειο. Δέχεται ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας, αλλά δεν αποδέχεται την εκτελεστότητα, ή την δεσμευτικότητα του ισχυριζόμενου τερματισμού. Ο ενάγων όφειλε να γνωρίζει ως μέσος συνετός καταναλωτής τους κινδύνους που διέτρεχε από μια απότομη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Έρχεται στο δικαστήριο μετά από 9 χρόνια μετά τη σύναψη της συμφωνίας να ισχυριστεί ψευδώς, ότι εν αγνοία του και με ηθελημένη πλάνη από την εναγόμενη εξαπατήθηκε. Αρνείται τις ισχυριζόμενες ζημιές των εναγόντων και είναι η θέση της ότι ενέργησε καθόλα νόμιμα και σύμφωνα με τις οδηγίες και τους κανονισμούς της Κεντρικής τράπεζας. Οι όροι της συμφωνίας ήταν διατυπωμένοι με διαφανή, σαφή και κατανοητό τρόπο για να μην υπάρχει οποιαδήποτε παρανόηση ή αμφιβολία και επανέλαβε και εξήγησε τους όρους της συμφωνίας δανεισμού στον ενάγοντα. Λέχθηκε ότι οι ένορκες δηλώσεις είναι μακροσκελείς και το δικαστήριο έχει μελετήσει όλα όσα αντιστοίχως προβάλλονται σε αυτές, καθώς επίσης και όσα αναλύονται με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών. Σημειώνεται ότι από την αγόρευση του κ. Καρύδη για τους αιτητές δεν προωθείται ιδιαίτερα το υπό στοιχείο (α) της αίτησης και ορθώς κατά την κρίση του δικαστηρίου, αφού ο τερματισμός της συμφωνίας δανεισμού εκ μέρους των εναγόντων, ανεξαρτήτως ότι η καθ' ης η αίτηση δεν τον αποδέχεται, καθιστά ως συνεπακόλουθο αποτέλεσμα την καταβολή των μηνιαίων πληρωμών άνευ αντικειμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΠΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ Είναι νομολογημένο ότι το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd

(2002)1 Α.Α.Δ 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.170/11 ημερ.20.10.11). Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θα κριθεί μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος, για να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σχετικό σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία το στοιχείο αυτό, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 αποτελούν τα δικόγραφα. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Παρόλο που η κα Νεοφύτου για την εναγομένη ορθά αναφέρει ότι το δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν θα αξιολογήσει την μαρτυρία και δεν θα προχωρήσει σε ευρήματα, στην γραπτή της αγόρευση αναφέρεται εκτεταμένα στις εκατέρωθεν θέσεις, καλώντας ουσιαστικά το δικαστήριο να αποδεχθεί τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση. Κρίνεται πως δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά εν σχέση με την πρώτη προϋπόθεση. Η απαίτηση των εναγόντων αντικειμενικά κρινόμενη και αποσυνδεδεμένη εντελώς από οτιδήποτε άλλο, κρίνεται ως καλή βάση της αγωγής προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης (Α/φοι Μυλωνα κ.ά ν. Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1513). Στην πρόσφατη υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.145/11 ημερομ.13.6.13 υπεδείχθη ότι εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Το δικαστήριο συνεπώς θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση, υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, σύμφωνα με την οποία εξετάζεται με βάση τη προσαχθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του το δικαστήριο, ώστε να αποδειχθεί η μικρή έστω πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής σε βαθμό που να είναι ορατή. Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να λεχθεί, ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980), ούτε και εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και σε κατάληξη ευρημάτων επί γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Υπάρχουν ως έχει διαφανεί εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές και ισχυρισμοί, και εκ των πραγμάτων θα πρέπει να συνεκτιμηθούν. Εκείνο που στο τέλος της ημέρας αποτελεί και αναδύεται ως επίδικο θέμα, είναι η ακριβής φύση του δανείου που σύναψε ο ενάγων 1 με την εγγύηση της εναγομένης 2. Είναι παραδεκτό και από την καθ' ης η αίτηση ότι πρόκειται για δάνειο για αγορά ακινήτου. Η βασική θέση της καθ' ης η αίτηση είναι ότι ο ενάγων 1 από μόνος του και με την ελεύθερη του βούληση αιτήθηκε και ζήτησε δανεισμό σε Ελβετικά φράγκα. Και περαιτέρω, με βάση την πρακτική και τον νόμο, τον ενημέρωσε και του επεξήγησε τους όρους της συμφωνίας, γεγονός που αποτυπώνεται στην επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ.13.7.07 που απέστειλε η καθ' ης η αίτηση στον ενάγοντα αρ.1, η οποία έγινε αποδεκτή εκ μέρους του την 17.7.2007 - ημερομηνία σύναψης του δανείου. Παρόλο που η επιστολή αυτή δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, αν ο ενάγων γνώριζε και αιτήθηκε από μόνος του την μορφή αυτή του δανεισμού, και δεν επρόκειτο για μια ευφυή επιλογή που προτάθηκε σε αυτόν από την καθ' ης η αίτηση, η ενημέρωση αλλά και η επεξήγηση, όπως και η ανάγκη εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση αποστολής επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης, την οποία ο ενάγων αποδέχτηκε, θα ήταν αχρείαστη. Βεβαίως στο παρόν στάδιο δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Ανεξάρτητα από αυτό, το επίδικο θέμα της αγωγής δεν είναι αν η καθ' ης η αίτηση εξήγησε στον ενάγοντα την υποχρέωση του να καταβάλλει την δόση του δανείου σε Ελβετικό φράγκο και ανάλογα με το νόμισμα που θα κατέθετε για καταβολή της δόσης θα γινόταν η μετατροπή της αντίστοιχης ισοτιμίας του νομίσματος σε Ελβετικό φράγκο, αυτό άλλωστε ως αυτονόητο κρίνεται, ούτε και αν γραμματικά επεξήγησε στον ενάγοντα τους όρους της συμφωνίας, αλλά κατά πόσο ο τύπος και η μορφή αυτή του δανεισμού συνιστά μια συνηθισμένη σύμβαση δανείου, για την οποία ο δανειολήπτης γνωρίζει από την αρχή ότι θα επιστρέψει συγκεκριμένο ποσό του κεφαλαίου, πλέον συγκεκριμένο ποσό των αναλογούντων τόκων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο δανεισμός σε νόμισμα το οποίο υπόκειται σε δικό του επιτόκιο, όπως συμβαίνει με το Ελβετικό φράγκο, διαφορετικό από το euribor που εφαρμόζεται στο ευρώ, και η αποπληρωμή του γίνεται, στην βάση της συμφωνίας, σε Ελβετικό φράγκο, έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα ότι τόσο το δανεισθέν ποσό κεφαλαίου όσο και το επιτόκιό του, και κατ' επέκταση το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα και κυμαινόμενα, ανάλογα με την εκάστοτε αφενός, συναλλαγματική ισοτιμία με το Ελβετικό φράγκο, αλλά και αφετέρου με το επιτόκιο που έχει το Ελβετικό φράγκο. Δεν είναι τυχαίο που στους ερμηνευτικούς όρους της συμφωνίας δανείου, τεκμ.1 στην αίτηση, αναφέρεται ότι «Primary Foreign Exchange Market means the foreign exchange market in the country of the relevant currency», παραπέμποντας ευθέως στην συναλλαγματική ισοτιμία και επιτόκιο του Ελβετικού φράγκου. Και τούτο γιατί ακριβώς σύμφωνα με τους όρους 5 και 7 της συμφωνίας η αποπληρωμή του δανείου θα γίνεται σε ελβετικά φράγκα (CHF2.100), ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα (όρος 10). Βέβαια, το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται σε βάθος ανάλυση της μορφής αυτής του δανεισμού και κατά πόσο υποκρύπτει κινδύνους τέτοιους, που όφειλε η εναγομένη να τους επεξηγήσει στον ενάγοντα και να τους καταγράψει ευκρινώς στη συμφωνία. Οι παρατηρήσεις αυτές διατυπώνονται για να αναδείξουν το επίδικο θέμα, υπό το πρίσμα της δεύτερης προϋπόθεσης, αν η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση. Ακριβώς στα πλαίσια αυτά, στην υπόθεση C-26/13 Kasler and Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt ημερ.30.4.14, που αφορούσε δανεισμό σε Ελβετικά φράγκα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η ρήτρα της συναλλαγματικής ισοτιμίας μπορεί να ελεγχθεί ως προς την καταχρηστικότητά της όταν είναι διατυπωμένη με τρόπο που δεν γίνονται σαφείς και κατανοητοί για τον δανειολήπτη οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της συμβατικής ρήτρας στη σύμβαση, καθώς και η σχέση της με τις υπόλοιπες συμβατικές ρήτρες, αλλά και οι οικονομικές της συνέπειες. Και τούτο γιατί με αυτό τον τρόπο καταλύεται η αρχή της διαφάνειας. Υποδεικνύεται η υποχρέωση να καταγράφεται στη σύμβαση και να εκτίθεται με τρόπο διαφανή η ακριβής λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος, καθώς και η σχέση της ρήτρας αυτής με τις άλλες ρήτρες της συμφωνίας αναφορικά με την αποδέσμευση του δανείου. Για να μπορεί έτσι ο καταναλωτής να εκτιμήσει βάση σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται γι' αυτόν. Να πληροφορηθεί δηλαδή πλήρως τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει με τη σύμβαση, μεταξύ δε άλλων την επιβάρυνση του από την μετατροπή του ποσού της δόσης. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, αν ο καταναλωτής έχει πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαφοράς η οποία παρατηρείται στην αγορά κινητών αξιών, μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως κατά τον χρόνο καταβολής των δόσεων και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου συναλλάγματος κατά τον χρόνο εκταμίευσης του δανείου, για να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες και επιπτώσεις σε αυτόν. Η πηγή αναζήτησης και η βάση επί της οποίας θα κριθούν οι διάφοροι όροι της συμφωνίας, εστιάζονται στο γραπτό της κείμενο και στο κατά πόσο οι όροι τηρούν τους κανόνες διαφάνειας και πληρούν τις προϋποθέσεις για την προστασία του καταναλωτή, υπό το πρίμα και έννοια που επεξηγείται στην πιο πάνω απόφαση. Υπό αυτή και μόνο την σκοπιά και στην βάση των όρων της συμφωνίας δανείου - housing loan Agreement - τεκμ.1 στην αίτηση, διαπιστώνεται ότι εξ αντικειμένου δημιουργούνται εύλογα και σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας, εξεταζόμενοι υπό το πρίσμα και μόνο της δεύτερης προϋπόθεσης, αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας της νομικής βάσης της αγωγής των εναγόντων. Κρίνεται ότι δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι όσα προβάλλονται εκ μέρους του αιτητή εξανεμίζουν κάθε προοπτική επιτυχίας της νομικής βάσης της αγωγής καθιστώντας την αδιόρατη. Δεν θα αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν θέσεις και οι μακροσκελείς ισχυρισμοί που εκατέρωθεν περιέχονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, αφού δεδομένο ως είναι, το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα προβεί σε βάθος ανάλυση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας, γιατί δεν είναι το παρόν στάδιο το βάθρο για την οριστική επίλυση της ουσίας της διαφοράς. Όπως τέθηκε στην Hellenic Bank ανωτέρω, το δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Από όσα έχουν εκτεθεί εκείνο το οποίο εξάγεται και παρουσιάζεται ως εικόνα, στην όψη των πραγμάτων, ως προς την προοπτική επιτυχίας της βάσης της αγωγής του ενάγοντα, είναι ότι ικανοποιείται πλήρως και η προϋπόθεση αυτή. Το επόμενο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αν με την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο με την έννοια της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Θα πρέπει να υπομνησθεί εδώ, ότι εκείνο που ο αιτητής επιδιώκει είναι την παγοποίηση της εκχώρησης των ασφαλειών υπέρ της εναγομένης, η μια λήγει την 28.12.16 και η άλλη είναι ισόβια και όχι την ακύρωση τους ως παρεπόμενο αποτέλεσμα του τερματισμού εκ μέρους του της συμφωνίας δανείου. Τούτο αποτελεί επίδικο θέμα της ουσίας της αγωγής. Κατά συνέπεια με την έκδοση των διαταγμάτων η κατάσταση πραγμάτων θα παραμείνει ως έχει (status quo ante), μέχρι και την τελική εκδίκαση της διαφοράς. Άλλωστε ένας εκ των σκοπών της έκδοσης ενός συντηρητικού διατάγματος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι και η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η διαφορά. Προστίθεται τέλος, ότι το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται μεν εκεί όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία, αλλά οι αποζημιώσεις, δεν αποτελούν και την μοναδική παράμετρο κρίσης του θέματος. Λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ 1245). Σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από τα γεγονότα που περιβάλλουν κάθε φορά το αίτημα. Στην υπόθεση M and Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ 1799, υπεδείχθη ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου τη θεραπεία. Κατά συνέπεια είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ικανοποιείται και το κριτήριο αυτό. Και ακριβώς και ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, τίθεται προς τελική εξέταση κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Το δικαστήριο είναι της άποψης ότι αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας η πλάστιγγα σαφώς αποκλίνει υπέρ του αιτητή, αφού ως υπεδείχθη στις υποθέσεις Γρηγορίου ανωτέρω και Κούνουνα v. C & A Simons Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361, αυτό κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν.C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237 δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της δεδομένων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης. Είναι συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας αποκλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο αιτητής έχει ικανοποιήσει όλες τις τασσόμενες υπό του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις και κριτήρια και όλα τα στοιχεία και δεδομένα συνηγορούν και δικαιολογούν στην έκδοση των αιτουμένων, υπό στοιχείο Β και Γ διαταγμάτων. Ως εκ τούτου εκδίδονται τα υπό στοιχείο Β και Γ διατάγματα. Τα έξοδα, κατά την πάγια νομολογία, ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του αιτητή και σε βάρος της καθ΄ ης η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το Δικαστήριο θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.