← Κύπρος

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ κ.α., Αγωγή Αρ. 526/09, 31/10/2016

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ κ.α., Αγωγή Αρ. 526/09, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A581 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 526/09 ΜΕΤΑΞΥ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας και

  1. ΑΝΔΡΕΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ
  2. ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2016 Για την Ενάγουσα: κ. Λοΐζος Παπαχαραλάμπους για Κούσιο, Κορφιώτη, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Θέμης Θωμά για Θέμης Θωμά και Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγόμενους 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €33.016,44, δυνάμει έγγραφων συμφωνιών και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ως χρήματα πληρωθέντα βάσει ανταλλάγματος που απέτυχε πλήρως και/ή βάσει αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ως χρήματα πληρωθέντα και ληφθέντα (money had and received) και/ή άλλως πώς, πλέον νόμιμο τόκο από 29.1.2008 και έξοδα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της απαίτησης, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 1.7.2004 μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, η ενάγουσα συμφώνησε όπως διορίσει και/ή εξουσιοδοτήσει τον εναγόμενο 1, όπως ενεργεί ως αντιπρόσωπος και/ή για λογαριασμό της στην επαρχία Λάρνακας, παρέχοντας μέσω της υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Διατηρούσε δε προς τούτο εμπορικό λογαριασμό επ' ονόματι του εναγόμενου 1 στον οποίο γίνονταν οι ανάλογες χρεώσεις και πιστώσεις. Η εναγομένη 2, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 1.7.2004 εγγυήθηκε προσωπικώς την πιστή και καλή τήρηση της συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 και ανέλαβε όπως αποπληρώσει οποιοδήποτε ποσό οφείλεται υπό του εναγομένου 1 πλέον έξοδα και τόκους. Κατά ή περί τις 29.1.2008, κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, ο λογαριασμός του τελευταίου δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος της ενάγουσας το ποσό των €33.016,44, το οποίο ο εναγόμενος 1 όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα. Είναι επίσης η θέση της ενάγουσας ότι κατά ή περί τις 30.1.2008, ο εναγόμενος 1, αναγνωρίζοντας το χρέος του προς την ενάγουσα, εξέδωσε και παρέδωσε λευκή την υπ' αριθμό 08205954 επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας προς όφελος της ενάγουσας με εντολή προς την ενάγουσα όπως τη συμπληρώσει με το οφειλόμενο ποσό και την εξαργυρώσει με σκοπό την εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου. Η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε δεόντως στην Τράπεζα προς εξαργύρωση, πλην όμως δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εναγόμενου 1 και μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτη. Η ενάγουσα, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 1.12.2008 προς τους εναγόμενους, κατήγγειλε τη συμφωνία μεταξύ της και του εναγόμενου 1, και κάλεσε τον εναγόμενο 1 όπως εξοφλήσει το ποσό των €33.016,44 πλέον τόκους από 29.1.
  3. Με την ίδια επιστολή κάλεσε την εναγομένη 2 όπως, στη βάση της συμφωνίας εγγυήσεως, προβεί σε πλήρη και τελεία εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας, οι εναγόμενοι παραλείπουν να εξοφλήσουν το οφειλόμενο προς την ενάγουσα ποσό. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Υπεράσπιση. Ο εναγόμενος 1 αρνείται την ισχυριζόμενη από την ενάγουσα συμφωνία και αναφέρει ότι ουδέποτε αποδέχτηκε να ενεργεί ως αντιπρόσωπος και/ή να ενεργεί για λογαριασμό της ενάγουσας, προσθέτοντας ότι, και αν ακόμη έχει υπογραφεί συμφωνία ημερ. 1.7.2004 μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας, η ενάγουσα παρέλειψε να τον προειδοποιήσει για τη σημασία ή/και τους κινδύνους που διέτρεχε με την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας, και παρέλειψε επίσης να προτρέψει τον εναγόμενο 1 να εξασφαλίσει ή/και να λάβει ανεξάρτητη νομική ή/και άλλη συμβουλή προτού υπογράψει την εν λόγω συμφωνία. Οι εναγόμενοι αρνούνται επιπλέον τα περί ανοίγματος εμπορικού λογαριασμού επ' ονόματι του εναγόμενου 1, προσθέτοντας ότι, ακόμη και αν υπήρχε τέτοιος λογαριασμός, αυτός δεν έγινε ποτέ γνωστός στον εναγόμενο
  4. Η εναγομένη 2 αρνείται την παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία γίνεται αναφορά στην από μέρους της σύναψη της σύμβασης εγγύησης και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση ή/και τη θέληση να εγγυηθεί τον εναγόμενο 1, και ισχυρίζεται έτι περαιτέρω ότι η ισχυριζόμενη από την ενάγουσα συμφωνία εγγύησης, είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη γιατί καταρτίστηκε και/ή εξασφαλίστηκε από την ενάγουσα κατόπιν εξαναγκασμού και/ή παράνομης επιρροής από την ενάγουσα και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους της και/ή χωρίς να της εξηγηθεί και/ή παράνομα και/ή παράτυπα. Ο εναγόμενος 1 αρνείται τα περί της ύπαρξης χρεωστικού υπολοίπου προς όφελος της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό οφείλει προς την ενάγουσα, ενώ ακόμα και αν υπάρχει οποιονδήποτε ποσό το οποίο οφείλετο, αυτό είναι κατά πολύ μικρότερο από το ποσό που ισχυρίζεται η ενάγουσα και εν πάση περιπτώσει το όποιο οφειλόμενο ποσό έχει αποπληρωθεί. Ο εναγόμενος αρνείται περαιτέρω τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί αναγνώρισης του χρέους του και περί της έκδοσης της λευκής επιταγής προς όφελος της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ουδέποτε τους αποστάληκε η επιστολή ημερ. 1.12.2008 των δικηγόρων της ενάγουσας. Αιτούνται, τέλος, την απόρριψη της αγωγής, με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. Η ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση, με την οποία αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών των εναγομένων στο βαθμό στον οποίο δεν είναι σύμφωνοι με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης, υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης και αιτείται ως η αξίωση της. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν τέσσερις συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά της ενάγουσας μαρτυρία έδωσε ο κ. Αιμίλιος Έλληνας (ΜΕ1) και ο κ. Κωνσταντίνος Σέρβος (ΜΕ2), και για την πλευρά των εναγομένων μαρτυρία έδωσε ο εναγόμενος 1 (ΜΥ1) και η εναγομένη 2 (ΜΥ2). Κατατέθηκαν επίσης 22 έγγραφα τα οποία έγιναν τεκμήρια. Μαρτυρία κ. Αιμίλιου Έλληνα (ΜΕ1) Η κυρίως εξέταση του ΜΕ1, ο οποίος είναι ο διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας εταιρείας, διεξήχθη με την ανάγνωση γραπτής δήλωσης που ετοίμασε (Τεκμήριο Α). Ο ΜΕ1 είπε ότι η ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία, και κατέθεσε ως Τεκμήρια 1Α και 1Β Πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών σχετικά με την κατά καιρούς αλλαγή του ονόματος της εταιρείας. Είπε επίσης ότι, μεταξύ άλλων, η ενάγουσα είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εταιρείας MoneyGram Payment Systems Inc (στο εξής «η Moneygram») στην Κύπρο και παρέχει υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Στα πλαίσια των ως άνω υπηρεσιών που η ενάγουσα παρέχει, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 1.7.2004 με τίτλο «Agreement for the appointment of a sub-representative» μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, η ενάγουσα διόρισε και εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 1 όπως ενεργεί ως αντιπρόσωπος της στην επαρχία Λάρνακας, παρέχοντας μέσω της υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Ο ΜΕ1 κατέθεσε αντίγραφο της ως άνω συμφωνίας (Τεκμήριο 2), και αναφέρθηκε σε ορισμένους όρους αυτής. Η εναγομένη 2, ως ανέφερε, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας εγγυήσεως ημερομηνίας 1.7.2004 με τίτλο «Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημίωσης» την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 3), εγγυήθηκε προσωπικώς την πιστή και καλή τήρηση της συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, και ανέλαβε όπως αποπληρώσει οποιοδήποτε ποσό οφείλεται από τον εναγόμενο 1, πλέον έξοδα και τόκους. Είπε επίσης ότι ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν και είναι και η παρακολούθηση και ο έλεγχος των λογαριασμών των αντιπροσώπων της ενάγουσας που παρέχουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης χρημάτων, ως είναι και ο εναγόμενος 1, και για την καλύτερη άσκηση των καθηκόντων του έχει στη φύλαξη του όλα τα έγγραφα σχετικά με τους λογαριασμούς των κατά τόπο αντιπροσώπων της ενάγουσας. Τα έγγραφα στα οποία κάνει αναφορά τα γνωρίζει προσωπικά και ή είναι υπογραμμένα από τον ίδιο, τα δε έγγραφα που δεν φέρουν την υπογραφή του, είναι υπογραμμένα από υπαλλήλους της εταιρείας, νυν ή τέως, την υπογραφή των οποίων γνωρίζει προσωπικά. Με την υπογραφή της συμφωνίας με τον εναγόμενο 1, η ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό στο όνομα του με κωδικό αριθμό ACHI01 στον οποίο γίνονταν οι ανάλογες χρεώσεις και πιστώσεις. Κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού (sales statement) για την περίοδο 8.1.2008 - 31.1.2008 (Τεκμήριο 4), περίοδο κατά την οποία ο εναγόμενος 1 απέτυχε να ανταποκριθεί στα συμφωνηθέντα και η ενάγουσα προχώρησε σε τερματισμό της συμφωνίας. Εκτύπωσε την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας, στον οποίο συγκεντρώνονται πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και συναλλαγές πελατών και αντιπροσώπων της ενάγουσας, περιλαμβανομένου και του εναγόμενου
  5. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής χρησιμοποιείται καθημερινά και τροφοδοτείται με πληροφορίες κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας και λειτουργούσε πάντοτε κανονικά. Έλεγξε, ως ανέφερε, ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού είναι οι ίδιες με αυτές που φυλάσσονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αναφορικά με το λογαριασμό του εναγόμενου
  6. Ως ανέφερε περαιτέρω, δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε καταστάσεις αναφορικά με το λογαριασμό του εναγόμενου 1 πριν τις 8.1.2008, επειδή η ενάγουσα την περίοδο εκείνη είχε προβεί σε αλλαγή λογισμικού προγράμματος και ως εκ τούτου έγινε απλά μεταφορά του υπολοίπου του κάθε λογαριασμού στο νέο λογισμικό, χωρίς να φυλαχθεί αντίγραφο των προηγούμενων καταχωρήσεων. Όμως, ο εναγόμενος 1 δεν είχε οποιοδήποτε υπόλοιπο κατά την 31.12.2007, εξ ου και η κατάσταση λογαριασμού δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε υπόλοιπο εκ μεταφοράς. Ο ΜΕ1 προχώρησε στη συνέχεια σε επεξήγηση της κατάστασης λογαριασμού και στα δεδομένα που φαίνονται σε αυτή. Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι η ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 18.1.2008 αντίγραφο της οποίας κατέθεσε (Τεκμήριο 5), κάλεσε τον εναγόμενο 1 όπως προβεί σε άμεση εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου, πλην όμως ο εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε. Λόγω της μη ανταπόκρισης του εναγόμενου 1, έδωσε εντολή στους δικηγόρους τους να τερματίσουν τη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, και οι δικηγόροι της ενάγουσας απέστειλαν στον εναγόμενο 1 σχετική επιστολή ημερ. 7.2.2008, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε (Τεκμήριο 6). Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα από της καταχωρήσεως της αγωγής, και η ενάγουσα αξιώνει απόφαση ως η απαίτηση της. Ο ΜΕ1 αντεξετάσθηκε σε σχέση με το σύνολο της μαρτυρίας του, μεταξύ άλλων, ως προς τις συνθήκες που περιέβαλαν την υπογραφή της συμφωνίας με τον εναγόμενο 1, κάποιους όρους αυτής, τις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας εγγύησης από την εναγομένη 2, και την αποστολή των επιστολών που κατέθεσε. Αντεξετάσθηκε επίσης σε σχέση με την επιταγή του εναγόμενου 1 στην οποία γίνεται αναφορά στην επιστολή Τεκμήριο 6, καθώς και σχετικώς με κάποια σημεία της μαρτυρίας του στην ιδιωτική Ποινική Υπόθεση αρ. 2691/08, η οποία καταχωρήθηκε μετά τη μη τίμηση της ως άνω επιταγής από την τράπεζα λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων, μνεία σε ό,τι ο ΜΕ1 ανέφερε αντεξετασθείς θα γίνει στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του, κατωτέρω. Ο ΜΕ1 δεν επανεξετάστηκε. Μαρτυρία κ. Κωνσταντίνου Σέρβου (ΜΕ2) Ο ΜΕ2, ο οποίος είναι διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας, υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του, γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Β). Κατέθεσε αντίγραφο της συμφωνίας της ενάγουσας με τη Moneygram (Τεκμήριο 7), προσθέτοντας ότι πρωτότυπο διαθέτει μόνο η εταιρεία Moneygram, προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας. Κατέθεσε επίσης, και έγιναν τεκμήρια, αντίγραφα αριθμού εγγράφων από τον φάκελο του εναγόμενου 1 που βρίσκεται στην εταιρεία και ήτο στην κατοχή του, τα οποία είχαν σταλεί με φαξ από τον εναγόμενο 1 στην ενάγουσα, στα πλαίσια της διαδικασίας εξασφάλισης της απαιτούμενης άδειας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για να διεξάγει υπηρεσίες διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων. Συγκεκριμένα, κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα εξής έγγραφα: προσωπικό ερωτηματολόγιο ημερ. 5.11.2004 που απέστειλε ο εναγόμενος 1 συμπληρωμένο με σκοπό την υποβολή του στην Κεντρική Τράπεζα (Τεκμήριο 8), Βεβαίωση ημερ. 26.11.2004 (Τεκμήριο 9), επιστολή του εναγόμενου 1 προς την Κεντρική Τράπεζα ημερ. 28.12.2005 (Τεκμήριο 10), επιστολή του εναγόμενου 1 προς την Κεντρική Τράπεζα ημερ. 10.2.2006 (Τεκμήριο 11) και επιστολή του εναγόμενου 1 προς την ενάγουσα ημερ. 14.2.2006 (Τεκμήριο 12). Κατέθεσε επίσης αντίγραφο της αίτησης ημερ. 12.11.2004 που υποβλήθηκε από την ενάγουσα προς την Κεντρική Τράπεζα για παροχή άδειας υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων από τον εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 13), καθώς και τη σχετική έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 14). Παρουσίασε επίσης, και έγινε Τεκμήριο 15, αντίγραφο επιστολής ημερ. 1.12.2008 που στάληκε σε αμφότερους τους εναγόμενους από τους δικηγόρους της ενάγουσας, η οποία, όπως τον πληροφόρησαν οι δικηγόροι της ενάγουσας, δεν έχει επιστραφεί. Τέλος, κατέθεσε, ενδεικτικά, τρία αντίγραφα εντύπων από εμβάσματα που κατά καιρούς έκανε ο εναγόμενος 1 προς την ενάγουσα και τα οποία απέστελλε στην ενάγουσα μέσω φαξ, τα οποία φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, κατέθεσε το έντυπο ημερ. 17.1.2008 (Τεκμήριο 16), το έντυπο ημερ. 18.1.2008 (Τεκμήριο 17) και το έντυπο ημερ. 22.1.2008 (Τεκμήριο 18). Αντεξετασθείς ανέφερε ότι εργάζεται στην ενάγουσα εταιρεία από τον Ιανουάριο του
  7. Διάφορες ερωτήσεις που τέθηκαν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του, σχετίζονται με τη γνώση του μάρτυρα, λόγου χάριν, περί των της υπογραφής της συμφωνίας με τη Moneygram (Τεκμήριο 7), και της ορθότητας του περιεχομένου κάποιων εγγράφων που κατέθεσε, όπως το Τεκμήριο
  8. Σε σχέση με το Τεκμήριο 12 του υποβλήθηκε η θέση ότι την εν λόγω επιστολή την ετοίμασε η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1 την υπέγραψε μετά τη διαφωνία της ενάγουσας με τους πρώην συνεταίρους της, υποβολή επί της οποίας ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί, αφού δεν γνώριζε, επισημαίνοντας μόνο ότι η εν λόγω επιστολή ήταν υπογραμμένη από τον κ. Αχιλλέως. Ερωτήθηκε επίσης αν υπάρχουν και άλλα εμβάσματα που να έγιναν από τον εναγόμενο 1 την περίοδο 19 έως 22 Ιανουαρίου του 2008, για να απαντήσει καταφατικά. Ερωτήθηκε περαιτέρω για την αποστολή και λήψη κάποιων επιστολών και εγγράφων που κατέθεσε όπως τα Τεκμήρια 10 και 15, και ο ΜΕ2 ξεκαθάρισε ότι δεν είχε προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση, αφού προσλήφθηκε στην ενάγουσα το 2009, πλην, όμως, όλα τα έγγραφα (Τεκμήρια 8 - 18) είναι από το φάκελο του εναγόμενου 1 που τηρείται στην εταιρεία. Είπε επίσης ότι πράγματι, κάποια έγγραφα που στάληκαν από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα μπορεί να είχαν σταλεί με ταχυδρομείο ή να είχαν παραδοθεί διά χειρός. Ο ΜΕ2 δεν επανεξετάστηκε. Μαρτυρία εναγόμενου 1 - κ. Ανδρέα Αχιλλέως (ΜΥ1) Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως την κυρίως εξέτασή του, γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Ε). Ο ΜΥ1 είπε ότι κατά την Πέμπτη τάξη Γυμνασίου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο από το οποίο και δεν αποφοίτησε, και, ως εκ τούτου, δεν γνωρίζει να ομιλεί και να γράφει την αγγλική γλώσσα οι γνώσεις του περί την οποία είναι περιορισμένες έως και ανύπαρκτες. Δεν έχει διαβάσει ποτέ του τη σύμβαση Τεκμήριο 2, ούτε και γνωρίζει το περιεχόμενό της. Ούτε του επεξήγησε η ενάγουσα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, το οποίο δεν θυμάται να έχει υπογράψει. Είπε επίσης ότι οι όροι εργασίας του με την ενάγουσα ήταν ξεκάθαροι. Ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας όφειλε και είχε την υποχρέωση εντός 24 ωρών (ή 48 αν ήταν Σαββατοκυρίακο) να πληρώσει την ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό αφορούσε πελάτη. Αν δεν γινόταν η πληρωμή εντός της προθεσμίας εκείνης, τότε το ίδιο το σύστημα δεν του επέτρεπε να συνεχίσει να διεξάγει εργασίες και πληρωμές για την ενάγουσα. Για το λόγο αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ισχύει το επιλεκτικό Τεκμήριο 4, ως ανέφερε, το οποίο είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Η ίδια η ενάγουσα, πρόσθεσε, δεν επέτρεπε να μαζευτούν τόσα πολλά και μεγάλα ποσά όσον αυτά που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 4, από τις 8.1.2008 μέχρι 29.1.2008, επειδή μετά τις 24 ώρες αν δεν γινόταν η πληρωμή η ενάγουσα θα του έκλεινε τη γραμμή και δεν θα μπορούσε να εργαστεί. Είπε επίσης ότι η ενάγουσα ψευδώς παρουσίασε το Τεκμήριο 5 το οποίο έχει ημερ. 18.1.2008, και την ίδια στιγμή το Τεκμήριο 4 το οποίο δείχνει ότι του επέτρεπαν να προβαίνει σε πράξεις μέχρι και τις 29.1.2008, ενώ, σε κάθε περίπτωση, τα δύο αυτά τεκμήρια παρουσιάζουν διαφορετικά υπόλοιπα τα οποία δεν είναι αληθινά. Περαιτέρω, τα Τεκμήρια 16 και 17 δείχνουν καθημερινές πληρωμές που έκανε ο ίδιος χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, και δεν είχε λόγο εντός του Ιανουαρίου του 2008 να κάνει κάποιες πληρωμές και κάποιες άλλες όχι. Ανέφερε επίσης ότι, ως εγγύηση για τη συνεργασία τους, έδωσε στην ενάγουσα μια κενή επιταγή, όπως η ενάγουσα του ζήτησε, την οποία η ενάγουσα συμπλήρωσε μόνη της και την κατέθεσε, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  9. Με την κατάθεση της επιταγής από πλευράς της ενάγουσας, είπε, θα έπαυε να ισχύει οποιαδήποτε συμφωνία ή εγγύηση μπορεί να υπήρχε. Στις 28.2.2008 η ενάγουσα καταχώρησε εναντίον του την Ποινική Υπόθεση αρ. 2691/2008 για την εν λόγω επιταγή, υπόθεση στην οποία αθωώθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία. Δεν έγινε οποιαδήποτε πολιτική υπόθεση εναντίον του σε σχέση με την εν λόγω επιταγή. Τέλος, ανέφερε ότι καμία επιστολή δεν έλαβε που να αφορά την παρούσα υπόθεση, και ουδέποτε τον όχλησε η ενάγουσα για οποιαδήποτε συμφωνία μέχρι που του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Ο ΜΥ1 αντεξετάσθηκε σε σχέση με τις επιστολές που κατά την ενάγουσα ο ΜΥ1 κατά καιρούς της απέστειλε και το περιεχόμενο αυτών, μεταξύ άλλων, ως προς τη δήλωση του στο Τεκμήριο 8 ότι είναι απόφοιτος της Ξενοδοχειακής Σχολής Αμμοχώστου, σε σχέση με την οποία ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν αποφοίτησε από την εν λόγω Σχολή. Ερωτήθηκε επίσης ως προς την εργασία του πριν την έναρξη της συνεργασίας του με την ενάγουσα και ανέφερε ότι απασχολείτο στη C.A.C. Finance, κάνοντας την ίδια εργασία, δηλαδή αποστολή χρημάτων στο εξωτερικό. Ερωτήθηκε σε ποια γλώσσα επικοινωνούσε με τους αλλοδαπούς πελάτες και απάντησε ότι μιλούσε στα αγγλικά, αλλά δεν χρειαζόταν να γίνει συζήτηση για την αποστολή των χρημάτων. Ο ΜΥ1 ερωτήθηκε περαιτέρω για την υπογραφή από μέρους του του Τεκμηρίου 2 και ανέφερε ότι μπορεί να υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία, μπορεί και όχι, δέχθηκε, όμως, ότι η υπογραφή στην έκτη σελίδα της συμφωνίας είναι μάλλον δική του. Είπε επίσης ότι αντιμετωπίζει προβλήματα με τη μνήμη του και για το λόγο αυτό δεν θυμόταν πότε άρχισε η συνεργασία του με την ενάγουσα, ούτε και μπορούσε να προσδιορίσει τη χρονική της διάρκεια. Ο ίδιος δεν ήταν αντιπρόσωπος της Moneygram, αλλά υποαντιπρόσωπος, επειδή αντιπρόσωπος ήταν ο κ. Έλληνας, ως ανέφερε. Ερωτήθηκε για τους όρους συνεργασίας του με την ενάγουσα, και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα του είχε ένα όριο 2 - 3 χιλιάδες, το οποίο, όταν ξεπερνούσε, έπρεπε να κάνει κατάθεση ή να στείλει τα χρήματα με Akis Express. Παραδέχθηκε επίσης ότι λάμβανε προμήθεια (commission) (15%). Ερωτήθηκε επιπλέον σε σχέση με τις πράξεις που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 4, και αν και αρχικώς δέχθηκε ότι οι πράξεις που φαίνονται στην πρώτη σελίδα είναι δικές του πράξεις, στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμάται τις πράξεις που έκανε πριν 8 χρόνια. Αντεξετασθείς σε σχέση με τη θέση του ότι δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή από την ενάγουσα για την παρούσα υπόθεση, είπε ότι ήταν σίγουρος ότι δεν παρέλαβε είτε την επιστολή της 7.2.2008 (Τεκμήριο 6) είτε την επιστολή της 1.12.2008 (Τεκμήριο 15). Το Τεκμήριο 3 δεν το θυμόταν και η σύζυγος του δεν το υπέγραψε, ως ανέφερε. Ερωτήθηκε περαιτέρω πώς συμπέρανε ότι με την κατάθεση της επιταγής έπαυσε να ισχύει οποιαδήποτε συμφωνία και η εγγύηση και απάντησε ότι από τη στιγμή που σταμάτησε τη δουλειά σημαίνει ότι δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της εταιρείας και του ιδίου. Συμφώνησε ότι η επιταγή που έδωσε στην ενάγουσα δεν τιμήθηκε. Επανεξεταζόμενος ερωτήθηκε με ποιο τρόπο η Ellinas Finance δεν τους άφηνε να ξεπερνούν τις 2 - 3 χιλιάδες και ανέφερε ότι για να στείλουν λεφτά, έπρεπε να τους δώσουν κάποιο κωδικό από τα κεντρικά γραφεία για να μπορέσει να παραλάβει κάποιος τα λεφτά στη χώρα όπου αποστέλλονταν, έτσι αναγκαζόταν τις πλείστες φορές να πηγαίνει στην τράπεζα την ίδια ημέρα και αν ήταν κλειστή, να πήγαινε στο Akis Express για να στείλει τα λεφτά, διαφορετικά δεν θα του έστελναν τον κωδικό. Μαρτυρία εναγομένης 2 - κας Αντωνίας Αχιλλέως (ΜΥ2) Η ΜΥ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Δ). Η ΜΥ2 είναι η σύζυγος του εναγόμενου 1 και εργαζόταν ως εκπαιδευτικός στη δημοτική εκπαίδευση μέχρι και την πρόσφατη αφυπηρέτηση της. Ο εναγόμενος 1 ποτέ δεν της ζήτησε οποιαδήποτε εγγύηση και οποιαδήποτε βοήθεια όσον αφορά την εργασία του. Δεν έχει δει ποτέ ξανά το Τεκμήριο 3, ούτε και το έχει υπογράψει είτε την 1.7.2004 είτε την 1.11.2004, στην παρουσία οποιουδήποτε προσώπου. Το εν λόγω έγγραφο το είδε για πρώτη φορά στο γραφείο των δικηγόρων της όταν της ανέφεραν ότι κατατέθηκε ως τεκμήριο στην ακροαματική διαδικασία. Η υπογραφή που φαίνεται αριστερά, στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 3 δεν είναι δική της. Το Τεκμήριο 3 είναι καθόλα γενικό, ως ανέφερε, και δεν συνάδει και δεν επισυνάπτεται καν στο Τεκμήριο
  10. Η ίδια ούτε την ενάγουσα γνωρίζει ούτε και οποιονδήποτε εκ των αξιωματούχων της. Ανέφερε, επίσης ότι ουδεμία επιστολή έχει λάβει που να αφορά την παρούσα υπόθεση, ούτε και την είχε οχλήσει η ενάγουσα πριν την επίδοση της παρούσας αγωγής, η οποία την έκανε να απορήσει αφάνταστα. Η ΜΥ2 ανέφερε επίσης ότι ουδέποτε είδε το Τεκμήριο 2, ούτε μπορεί να διαβάζει αγγλικά. Ανέφερε, τέλος, ότι δεν γνωρίζει τον κ. Ανδρέα Ρίκκο Παττίχη ο οποίος πιστοποιεί την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου
  11. Ζητήθηκε από τη ΜΥ2 να θέσει την υπογραφή της επί κενής κόλλας και να την καταθέσει στο Δικαστήριο, όπως και έγινε (Τεκμήριο 19). Η ΜΥ2 αντεξετάσθηκε επί της δήλωσης της ότι το Τεκμήριο 3 είναι γενικό και, αφού ξαναδιάβασε το Τεκμήριο 3, παραδέχθηκε ότι κάνει αναφορά στη συμφωνία ημερ. 1.7.
  12. Ερωτήθηκε επίσης αν ο αριθμός του δελτίου της ταυτότητας της είναι 519651, για να απαντήσει καταφατικά, πλην, όμως, δεν γνώριζε πού βρήκε η ενάγουσα τον αριθμό της ταυτότητας της. Ανέφερε επίσης ότι συνήθως την αλληλογραφία στο σπίτι της την παραλάμβανε η ίδια, αλλά, αν και η διεύθυνση επί των Τεκμηρίων 6 και 15 είναι πράγματι η διεύθυνση της οικίας της, η ίδια θυμόταν ότι δεν παρέλαβε τέτοιες επιστολές. Η ΜΥ2 δεν επανεξετάστηκε. Έγγραφα που κατατέθηκαν από κοινού Την τελευταία δικάσιμο, και ενώ είχε κληθεί από την πλευρά των εναγομένων η Πρωτοκολλητής του Ποινικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για να παρουσιάσει τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης αρ. 2691/08, εν τέλει, κατατέθηκαν από κοινού, αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ως άνω ποινική υπόθεση (Τεκμήριο 20), αντίγραφο της επιταγής με αρ. 08205954 της Λαϊκής Τράπεζας η οποία είχε κατατεθεί ως τεκμήριο στην ως άνω ποινική υπόθεση (Τεκμήριο 21), και η δικαστική απόφαση ημερ. 28.1.2013 στην ως άνω ποινική υπόθεση (Τεκμήριο 22). Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αμφότεροι οι συνήγοροι αναφέρθηκαν στη μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, προβαίνοντας έκαστος σε εισηγήσεις ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και σε ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά και οι εισηγήσεις των συνηγόρων λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, αναφορά δε στις θέσεις που προβλήθηκαν σε αυτές θα γίνει πιο κάτω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κτλ (C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου

(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (Πολ. Έφ. 195/09, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ημερ. 30.5.2014). Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Ποιν. Έφ. 23/15, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Πολ. Έφ. 387/09, Παρλάτα ν. Δημητρίου, ημερ. 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135). Μαρτυρία κ. Αιμίλιου Έλληνα (ΜΕ1) Χωρίς να απουσιάζουν κάποιες αντιφάσεις από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και κάποιοι εκνευρισμοί, τους οποίους ο ίδιος απέδωσε στο ότι δεν αντέχει να του λένε ότι δεν λέει την αλήθεια, σημειώνω ότι, σε γενικές γραμμές, η εντύπωση που αποκόμισα από το ΜΕ1 ήταν θετική, με τη μαρτυρία του να ενισχύεται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τόσο από τον ίδιο, όσο και από τον ΜΕ
  1. Ο ΜΕ1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η ενάγουσα είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εταιρείας Moneygram στην Κύπρο και παρέχει υπηρεσίες διαμεσολάβησης χρημάτων. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η ενάγουσα δεν έχει την ιδιότητα αυτή, πλην, όμως, η θέση του ΜΕ1 ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του, ο δε εναγόμενος 1, στα πλαίσια της δικής του αντεξέτασης, δέχθηκε ότι ο κ. Έλληνας είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας Moneygram και ότι ο ίδιος είναι υποαντιπρόσωπος. Περαιτέρω, ο ΜΕ2, προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Moneygram, παρουσίασε αντίγραφο της σύμβασης ημερ. 21.8.2001 μεταξύ της ενάγουσας και της Moneygram (Τεκμήριο 7), με την οποία η Moneygram εξουσιοδοτεί την ενάγουσα να παρέχει υπηρεσίες διαμεσολάβησης χρημάτων (money transfer services) (όρος 1(α)) και η ενάγουσα συμφωνεί να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες (όρος 1(β)). Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι η συμφωνία αυτή εστάλη στον εναγόμενο 1, επειδή αποτελεί σύστημα της ενάγουσας, όταν διορίζει κάποιο αντιπρόσωπο να του στέλλει και όλα τα σχετικά στοιχεία που πρέπει να έχει υπόψη του όταν διεξάγει την εργασία, η δε αδυναμία του να αναφέρει ποιος ακριβώς απέστειλε την εν λόγω συμφωνία στον εναγόμενο 1 δεν αποτελεί, κατά την κρίση μου, ένδειξη ανειλικρίνειας, αλλά το φυσιολογικό επακόλουθο της παρέλευσης 11 και πλέον ετών από το
  2. Όσον αφορά τη συμφωνία υποαντιπροσώπευσης (Τεκμήριο 2), θέση του ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ήταν ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού έχει κατατεθεί ως τεκμήριο στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης αρ. 2691/
  3. Θέση του συνηγόρου των εναγομένων είναι ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 αποδείχθηκε ότι τούτο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεικνύει ότι ο ΜΕ1 δεν ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Δεν θεωρώ, με κάθε εκτίμηση προς το συνήγορο των εναγομένων, ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 διαφάνηκε ότι η δήλωση του δεν ήταν ειλικρινής. Αυτό που έγινε είναι ότι ο ΜΕ1 δεν παρουσιάστηκε απόλυτα βέβαιος ότι το πρωτότυπο κατατέθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης, λέγοντας ότι είναι «πιθανόν» να κατατέθηκε στην εν λόγω υπόθεση. Επισημαίνω, όμως, ότι στο κείμενο της δικαστικής απόφασης στην πιο πάνω ποινική υπόθεση (Τεκμήριο 22) αναφέρεται στη σελ. 4 ότι κατατέθηκε από τον κ. Ανδρέα Παναγιώτου (γραφολόγο) και έγινε τεκμήριο 8 στην ποινική διαδικασία, η «συμφωνία υποαντιπροσώπευσης ημερ. 1.7.2004 μεταξύ των διαδίκων» που του παραδόθηκε από την παραπονούμενη (ενάγουσα στην παρούσα αγωγή). Πέραν δε της υποβολής που τέθηκε στον ΜΕ1 ότι στην ποινική υπόθεση δεν κατατέθηκε το πρωτότυπο έγγραφο της ως άνω συμφωνίας, υποβολή η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το ΜΕ1 (Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640, 647 - 648, σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2004, σελ. 716), ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς των εναγομένων περί τούτου. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε επίσης ως προς τις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας Τεκμήριο
  1. Ο ΜΕ1 είπε ότι ο ίδιος υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία στο γραφείο του, στην παρουσία της κόρης του, Αύρας Πετρίδου, η οποία υπέγραψε κάτω από το όνομα του ως μάρτυρας της υπογραφής του, και, ακολούθως το έγγραφο εστάλη στη Λάρνακα για να το υπογράψει ο εναγόμενος
  2. Οι μάρτυρες της υπογραφής του εναγόμενου 1 υπέγραψαν, είπε, και εκείνοι κάτω από την υπογραφή της κόρης του, αντί κάτω από την υπογραφή του εναγόμενου
  3. Δέχθηκε, βέβαια, ο ΜΕ1 ότι ο ίδιος δεν είδε είτε τον εναγόμενο 1, είτε τους μάρτυρες της υπογραφής του τελευταίου να υπογράφουν το Τεκμήριο
  4. Η δοθείσα από τον ΜΕ1 μαρτυρία περί των περιστάσεων υπογραφής του Τεκμηρίου 2 ήταν, κατά την κρίση μου, σαφής και συνεπής, επισημαίνω δε ότι παρά τα όσα ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο εναγόμενος 1 περί του ότι δεν θυμόταν να έχει υπογράψει το Τεκμήριο 2, αντεξετασθείς παραδέχθηκε ότι μπορεί και να υπήρχε γραπτή συμφωνία μεταξύ του και της ενάγουσας, και δέχθηκε επίσης ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2 μάλλον είναι δική του. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η αντίφαση στην οποία περιέπεσε ο ΜΕ1 ως προς το ποιος ακριβώς είναι που έστειλε το έγγραφο στον εναγόμενο 1 (αν ήταν, δηλαδή, κάποιος υπάλληλος του γραφείου τους ή ο ίδιος προσωπικά), είναι επουσιώδης και δεν μπορεί να επηρεάσει την εν γένει αξιοπιστία του. Όσον αφορά τη συμφωνία εγγύησης Τεκμήριο 3, θέση του ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του ήταν ότι η εναγομένη 2, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας εγγυήσεως ημερομηνίας 1.7.2004, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 όπως απορρέουν από τη συμφωνία Τεκμήριο
  5. Ο ΜΕ1 αντεξετασθείς ανέφερε ότι το εν λόγω έγγραφο ετοιμάστηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο του γραφείου του, και ότι αυτό που γνωρίζει ο ίδιος είναι ότι το έγγραφο αυτό έφτασε υπογραμμένο στα χέρια του από την Αντωνία Αχιλλέως, που είναι σύζυγος του εναγόμενου 1, με την πιστοποίηση του πιστοποιούντος υπαλλήλου. Ερωτήθηκε αν της εστάλη το συμβόλαιο Τεκμήριο 2 και απάντησε ότι αντίγραφο είχε ο σύζυγος της και το πήρε από εκείνον. Περαιτέρω, ερωτηθείς σχετικώς, είπε ότι η εγγύηση της εναγομένης 2 έγινε σε ξεχωριστό έγγραφο (και όχι επί του Τεκμηρίου 2) κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων τους, απορρίπτοντας την υποβολή του συνηγόρου των εναγομένων ότι το Τεκμήριο 3 ετοιμάστηκε μεταγενέστερα της 1.7.
  6. Ο ΜΕ1 ερωτήθηκε ειδικά ως προς την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας εγγύησης και έλαβε χώρα η εξής στιχομυθία: «E. Πες μου σε παρακαλώ και υπογράφηκε 1η Ιουλίου του 2004, έτσι είναι; A. Εδώ ο πιστοποιών υπάλληλος έβαλε 1.11.
  7. E. Δηλαδή, να καταλάβω το έγγραφο στάλθηκε 1η, γίνηκε τζαι στάλθηκε 1η Ιουλίου τζαι υπογράφηκε 1η Νοεμβρίου, ύστερα από 4 μήνες; A. Να καταλάβεις έτσι.» Όπως διαφάνηκε μέσα από την αντεξέταση του ΜΕ1, και δέχομαι, σημειώνω, την εκδοχή που προέβαλε η οποία ήταν σταθερή, το έγγραφο εγγύησης ετοιμάστηκε από υπάλληλο της ενάγουσας και στάληκε για υπογραφή μαζί με το Τεκμήριο
  8. Στόχος φαίνεται να ήταν όπως τα δύο έγγραφα υπογραφούν ταυτόχρονα. Εξ ου και στο δακτυλογραφημένο κείμενο του Τεκμηρίου 3 που ετοιμάστηκε από υπάλληλο της ενάγουσας αναφέρεται ότι «Η παρούσα εγγύηση υπεγράφη σήμερα την 1 Ιουλίου 2004». Όμως, φαίνεται ότι αυτό δεν έγινε, αφού σύμφωνα με τη σφραγίδα του πιστοποιούντος υπαλλήλου επί του Τεκμηρίου 3, η εν λόγω εγγύηση υπεγράφη την 1.11.2004, κάτι που ο ΜΕ1 δέχθηκε κατά την αντεξέταση του. Σημειώνω περαιτέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η πιστοποίηση της υπογραφής της εναγομένης 2 από πιστοποιούντα υπάλληλο[1] δημιουργεί μαχητό τεκμήριο της αυθεντικότητας του εγγράφου που ο ΜΕ1 παρουσίασε (άρθρο 9 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ. 39,[2] Πολ. Έφ. 343/10, Nakery Trading Limited κ.α. ν. Χ. Σιαηλή, ημερ. 23.12.2015[3]). Ο ΜΕ1 αντεξετάσθηκε και σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε (Τεκμήριο 4). Ο ΜΕ1 ερωτήθηκε αν παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού στην Ποινική Υπόθεση αρ. 2691/08 και απάντησε ότι δεν θυμόταν, σε δε υποβολή ότι δεν την παρουσίασε απάντησε ότι δεν αντιλαμβάνεται τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να την παρουσιάσει, δεδομένου ότι η ποινική υπόθεση αφορούσε επιστραφείσα επιταγή. Σε επόμενη υποβολή ότι η κατάσταση λογαριασμού κατασκευάστηκε, απάντησε ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο με το κομπιούτερ, το οποίο «ό,τι έχει περασμένο μέσα εκείνο σου δείχνει» και ότι δεν μπορεί να προστεθεί ή να αφαιρεθεί κάτι εκ των υστέρων. Ερωτηθείς σχετικώς, είπε επίσης ότι αυτή την κατάσταση την απέστειλε στον εναγόμενο 1, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε. Επιστήθηκε περαιτέρω η προσοχή του ΜΕ1 στα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 5 το οποίο είναι επιστολή ημερομηνίας 18.1.2008 που στάληκε στον εναγόμενο 1, και στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σας επισυνάπτω αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού σας μέχρι και τις καταθέσεις που έχετε κάνει σήμερα όπου φαίνεται ότι το υπόλοιπο είναι €20.076,56», και ερωτήθηκε αν εν τέλει το υπόλοιπο στις 18.1.2008 ήταν €20.076,56 που αναφέρεται στην επιστολή ή €25.856,70 που αναφέρεται στην πέμπτη σελίδα του Τεκμηρίου 4, για ν' απαντήσει ότι όταν γράφτηκε η επιστολή ο εναγόμενος 1 χρωστούσε €20.076,56, αλλά συνέχισε να κάνει πράξεις. Θέση του συνηγόρου της ενάγουσας είναι ότι η κατάσταση λογαριασμού συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτήν, εφόσον είναι ακριβές αντίγραφο των βιβλίων της ενάγουσας εταιρείας, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  9. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ως άνω εισήγηση του κ. Παπαχαραλάμπους, για τον λόγο ότι το άρθρο 22 του Κεφ. 9 αφορά τραπεζικά βιβλία. Σύμφωνα με το άρθρο 22
(6)ο όρος «τραπεζικά βιβλία» περιλαμβάνει ημερολόγια, αρχεία κτλ χρησιμοποιούμενα κατά τη συνήθη εργασία τράπεζας και «τράπεζα» σημαίνει τράπεζα που έχει άδεια να διεξάγει τραπεζική εργασία δυνάμει του σχετικού νόμου. Αν και η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι η ενάγουσα είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει, μεταξύ άλλων, δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις σε πελάτες, καθώς και δάνεια και διευκολύνσεις για συγκεκριμένους σκοπούς όπως ενοικιαγορές, επενδυτικά σχέδια και προεξόφληση επιταγών δεν αμφισβητήθηκε, σημειώνω ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι η ενάγουσα εταιρεία είναι «τράπεζα», κατέχουσα άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών δυνάμει του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997, Ν. 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον περί Τραπεζικών Εργασιών (Προσωρινοί Περιορισμοί) Νόμο, Κεφ. 124 στον οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 22
(6)του Κεφ. 9,[4] χαρακτηριστική δε εργασία των αδειοδοτημένων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι η κατ' επάγγελμα δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό[5] και όχι η δανειοδότηση του κοινού. Για τον λόγο αυτό, κρίση μου είναι ότι το άρθρο 22 του Κεφ. 9 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με την κατατεθείσα κατάσταση λογαριασμού. Η κατατεθείσα από τον ΜΕ1 κατάσταση λογαριασμού, με δεδομένο ότι όπως ο ΜΕ1 ανέφερε οι καταχωρήσεις στην κατάσταση λογαριασμού γίνονται από το λογιστήριο της ενάγουσας και όχι από τον ίδιο, αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, η οποία είναι αποδεκτή μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, από το Ν. 32(Ι)/2004, η βαρύτητα, όμως, που μπορεί να της αποδοθεί αξιολογείται, συμφώνως του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου με βάση το σύνολο των περιστάσεων (Ποιν. Έφ. 142/14, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 17.12.2015), με το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες, μεταξύ άλλων, αυτών που μη εξαντλητικώς απαριθμούνται στο εδάφιο 2 του άρθρου 27, καθώς και το συμφέρον της δικαιοσύνης (Πολ. Εφ. 274/10, Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, ημερ. 5.5.2015). Πέραν τούτου, συμφώνως του εδαφίου
(3)του άρθρου 27, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που μπορεί να αποδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Ως προς τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της εξ ακοής μαρτυρίας παραπέμπω στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Πολ. Έφ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε ειδικώς και με εξ ακοής μαρτυρία προερχόμενη από ηλεκτρονικό υπολογιστή, αναφέροντας τα εξής: «Ειδικά για την εξ ακοής μαρτυρία που προέρχεται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές το ζήτημα διέπεται από τον περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο 32(Ι)/2004. Εφόσον μαρτυρία προερχόμενη από ηλεκτρονικό υπολογιστή ταξινομείται ως εξ ακοής, το δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 36 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μπορεί, για σκοπούς ορθής απονομής της Δικαιοσύνης και αφού λάβει υπόψιν του, όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, να μην αποδεχθεί ως μαρτυρία οποιοδήποτε συγκεκριμένο έγγραφο ή αρχείο ή είδος εγγράφων ή αρχείων. Μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να συμβεί αν διαπιστωθεί ελαττωματικότητα του ηλεκτρονικού υπολογιστή ή λανθασμένη λειτουργία του (Δέστε: R v. Cochrane
(1993)Crim. L.R., 48).» Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΕ1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής από τον οποίο εκτύπωσε την κατάσταση λογαριασμού χρησιμοποιείτο καθημερινά και τροφοδοτείτο με πληροφορίες κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας και ότι λειτουργούσε πάντοτε κανονικά, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του και εν πάση περιπτώσει ουδόλως κλονίστηκε μέσω αυτής. Είπε επίσης ότι ήλεγξε ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 4 είναι οι ίδιες με αυτές που φυλάσσονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αναφορικά με τον λογαριασμό του εναγόμενου 1, θέση η οποία επίσης δεν κλονίστηκε μέσω της αντεξέτασής του. Σταθερή ήταν επίσης η θέση του ΜΕ1 ότι η κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου 1 δεν είχε υπόλοιπο πριν τις 7.1.2008, πράγματι δε στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 4 δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε υπόλοιπο εκ μεταφοράς, αφού η πρώτη καταχώρηση που φαίνεται σε αυτήν είναι η χρέωση του εναγόμενου 1 με το ποσό των €61 στις 8.1.2008 που αποτελούσε το ποσό που η ενάγουσα έστειλε για λογαριασμό του Γρηγοριάδη Νικόλαου μέσω του δικτύου της εταιρείας MoneyGram στον προορισμό που επέλεξε το εν λόγω πρόσωπο. Ο ΜΕ1, ο οποίος είναι, υπενθυμίζω, ο διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας ανάμεσα στα καθήκοντα του οποίου είναι η παρακολούθηση και έλεγχος των λογαριασμών των αντιπροσώπων της ενάγουσας, εξήγησε τα δεδομένα που προκύπτουν από την κατάσταση λογαριασμού στην οποία γίνονταν χρεώσεις και πιστώσεις ανάλογα με τις πράξεις που διενεργούσε ο εναγόμενος 1, δίδοντας σχετικά παραδείγματα. Εξήγησε ότι ο εν λόγω λογαριασμός χρεωνόταν με τα χρήματα που αποστέλλονταν για λογαριασμό πελατών από την ενάγουσα (ένδειξη «SEND [όνομα πελάτη]») καθώς και με τα ποσά επιταγών που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα έναντι της οφειλής του αλλά επιστράφηκαν (ένδειξη «Return CHQ»), και πιστωνόταν με τις πληρωμές που γίνονταν από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα έναντι του υπολοίπου του (ένδειξη «ON ACCOUNT»), με τις ακυρώσεις αποστολής χρημάτων κατόπιν εντολής του πελάτη (ένδειξη «CANCEL SEND [όνομα πελάτη])», καθώς και όταν γινόταν συναλλαγή παραλαβής χρημάτων από πελάτη από τον εναγόμενο 1 (ένδειξη «RECEIVE [όνομα πελάτη]»). Ο ΜΕ2, κατέθεσε με τη σειρά του, ενδεικτικά, τρία αντίγραφα εντύπων από εμβάσματα που έκανε ο εναγόμενος 1 προς την ενάγουσα (Τεκμήρια 16, 17 και 18), τα οποία, σημειώνω, πράγματι εντοπίζονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 4, στην 4η, 5η και 7η σελίδα. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς τον τρόπο χρέωσης και πίστωσης του λογαριασμού του εναγόμενου 1 ήταν σαφής και λεπτομερής και ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω, το ποσό των €33.016,44 που φαίνεται ως οφειλόμενο στην τελευταία σελίδα της κατάστασης λογαριασμού στις 29.1.2008 είναι ακριβώς το ίδιο με το ποσό που αναφέρεται ως οφειλόμενο προς την ενάγουσα στην επιστολή ημερ. 7.2.2008 (Τεκμήριο 6) που ετοιμάστηκε από τους συνηγόρους της ενάγουσας, λίγες μόνο μέρες μετά την 31.1.2008, και αφορούσε τον τερματισμό της συμφωνίας, κάτι που συνηγορεί ενάντια στην εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων περί πρόσφατης κατασκευής της κατάστασης λογαριασμού, υποβολή την οποία ο ΜΕ1 αρνήθηκε, σημειώνω, κατηγορηματικά, προσθέτοντας ότι το κομπιούτερ ό,τι έχει μέσα «περασμένο» εκείνο σου δείχνει. Ούτε το γεγονός ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού δεν παρουσιάστηκε στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης αρ. 2691/08 μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα που ο κ. Θωμά εισηγείται, δεδομένου ότι ουδόλως υποβλήθηκε στο ΜΕ1 ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού αναζητήθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης, ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία προς την κατεύθυνση αυτή. Εξάλλου, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι στα πλαίσια της υπόθεσης εκείνης, δεν κρίθηκε σκόπιμο να παρουσιαστεί η κατάσταση λογαριασμού, αφού η ποινική υπόθεση αφορούσε μόνο την επιστραφείσα επιταγή. Παρατηρείται, σημειώνω, πράγματι κάποια αντίφαση μεταξύ του περιεχομένου της επιστολής ημερ. 18.1.2008 (Τεκμήριο 5), η οποία επίσης ταξινομείται ως εξ ακοής με δεδομένο ότι υπογράφεται από τον κ. Φίλιππο Παπαμιχαήλ, και του Τεκμηρίου 4, εφόσον στην επιστολή αναφέρεται ότι επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού μέχρι και τις καταθέσεις που είχαν γίνει εκείνη την ημέρα όπου φαίνεται ότι το υπόλοιπο είναι €20.076,56, ενώ από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι στις 18.1.2008 ο λογαριασμός του εναγόμενου κυμάνθηκε μεταξύ €26.620,23 και €25.856,70, χωρίς πάντως να ανέρχεται σε κάποιο σημείο της ημέρας σε €20.076,56 (το χαμηλότερο σημείο στο οποίο έφτασε ο λογαριασμός στις 18.1.2008 ήταν €21.774,96). Κρίνω, όμως, ότι η εν λόγω αντίφαση δεν είναι ικανή για να οδηγήσει στο να μην αποδοθεί βαρύτητα στην εκτυπωθείσα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, δεδομένων των διαπιστώσεων που καταγράφηκαν πιο πάνω, και δεδομένου ότι η κατάσταση λογαριασμού στην οποία γίνεται αναφορά στην επιστολή της 18.1.2008 δεν επισυνάπτεται στο κατατεθέν αντίγραφο, ούτως ώστε να μπορεί να συγκριθεί με το Τεκμήριο
  1. Εξάλλου, ο ΜΥ1 όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4 δέχθηκε ότι στην πρώτη σελίδα αυτού φαίνονται δικές του πράξεις. Πέραν τούτου, καίτοι ο συνήγορος των εναγομένων αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ότι από το Τεκμήριο 4 απουσιάζουν άλλες πληρωμές που έκανε ο εναγόμενος 1, επισημαίνω ότι, αν και ο εναγόμενος 1 είπε όντως ότι έκανε καθημερινά καταθέσεις και ότι μπορεί κανείς να πάει στην Akis Express και στις τράπεζες για να το διαπιστώσει, ο ίδιος δεν υπέδειξε ούτε κατ' άλλον τρόπο προσέφερε οποιοδήποτε απτό στοιχείο που να δείχνει ότι κάποια έστω πληρωμή/κατάθεση που έκανε δεν συμπεριλήφθηκε στο Τεκμήριο
  2. Δέχομαι, συνεπώς, ότι η κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο από την ενάγουσα σε σχέση με τον εναγόμενο 1 είναι το Τεκμήριο 4, στο οποίο αποτυπώνονται οι πράξεις που έκανε ο εναγόμενος 1 όπως τις εξήγησε ο ΜΕ1, την οποία ο ΜΕ1 εκτύπωσε από ηλεκτρονικό υπολογιστή και η οποία δεν κατασκευάστηκε για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ως η σχετική υποβολή και θέση του συνηγόρου των εναγομένων. Στο ΜΕ1 υποβλήθηκαν και ερωτήσεις που σχετίζονται με την επιταγή ημερ. 30.1.2008 (Τεκμήριο 21). Είπε ότι ο εναγόμενος 1 έδωσε στην ενάγουσα λευκή επιταγή, ως εγγύηση του λογαριασμού του, την οποία συμπλήρωσαν και κατέθεσαν στην Τράπεζα όταν ο εναγόμενος 1 δεν πλήρωνε το υπόλοιπό του, αλλά η επιταγή επιστράφηκε. Ο ΜΕ1 δέχθηκε ότι πήραν την εν λόγω επιταγή για να εξοφληθούν, δεν δέχθηκε όμως ότι με την εν λόγω επιταγή εξοφλήθηκε η ενάγουσα, αφού η επιταγή επιστράφηκε από την Τράπεζα απλήρωτη. Επανερχόμενος στο θέμα της επιταγής, ο συνήγορος των εναγομένων ρώτησε το ΜΕ1 σε σχέση με τη δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι η επιταγή δόθηκε από τον εναγόμενο όταν αυτός αναγνώρισε το χρέος του (παρ. 7 της Έκθεσης Απαίτησης), και ο ΜΕ1 επανέλαβε ότι η λευκή επιταγή υπεγράφη από τον εναγόμενο 1 όταν ο τελευταίος υπέγραψε τη συμφωνία αντιπροσωπίας με τη Moneygram. Αντεξετάσθηκε, περαιτέρω, ο ΜΕ1 σε σχέση με τη θέση που είχε προβάλει στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης αρ. 2691/08, ότι, δηλαδή, η ως άνω επιταγή του παραδόθηκε συμπληρωμένη από τον εναγόμενο 1 και όχι λευκή, η οποία δεν συνήδε με τη θέση που προέβαλε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ότι, δηλαδή, η ως άνω επιταγή παραδόθηκε λευκή όταν ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τη συμφωνία υποαντιπροσώπευσης, για να παραδεχθεί ότι αυτά που είχε αναφέρει στην ποινική υπόθεση ήταν λάθος. Επί των ανωτέρω, παρατηρώ τα εξής. Δικογραφημένη θέση της ενάγουσας είναι ότι περί την 30.1.2008, ο εναγόμενος 1, αναγνωρίζοντας το χρέος του προς την ενάγουσα, εξέδωσε και παρέδωσε τη λευκή επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με αρ. 08205954, με οδηγίες προς την ενάγουσα να τη συμπληρώσει με το υπ' αυτού οφειλόμενο ποσό, κάτι που η ενάγουσα έπραξε, πλην, όμως, η επιταγή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εναγόμενου
  3. Ο ΜΕ1 δεν προώθησε καθόλου την ως άνω δικογραφημένη θέση της ενάγουσας κατά την κυρίως εξέτασή του, ενώ κατά την αντεξέτασή του, και ερωτηθείς σχετικώς, προέβαλε μία άλλη εκδοχή σε σχέση με την ως άνω επιταγή, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, ότι, δηλαδή, η επιταγή παραδόθηκε λευκή από τον εναγόμενο 1 όχι στις 30.1.2008, αλλά με την υπογραφή της συμφωνίας υποαντιπροσώπευσης. Η εν λόγω θέση του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο των εναγομένων, πλην, όμως, σημειώνω ότι αυτή δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση της ενάγουσας η οποία, όπως προανέφερα, δεν προωθήθηκε. Ο συνήγορος των εναγομένων υπέδειξε στο ΜΕ1 ότι η προβαλλόμενη στο Δικαστήριο θέση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής δεν συνάδει με τη θέση που προέβαλε στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης αρ. 2691/
  4. Ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε ότι έτσι έχουν τα πράγματα, αποδέχθηκε ότι αυτά που είχε πει στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης ήταν λάθος, απέδωσε τη μαρτυρία του στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης στην έλευση πολλών ετών (10 - 11 χρόνια) από τη διαδραμάτιση των γεγονότων, και είπε ότι ό,τι είχε αναφέρει στην ποινική υπόθεση δεν ήταν ψέματα, αλλά αυτό που πίστευε. Κρίση μου είναι ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν μπορεί ν' απορριφθεί ως αναξιόπιστη, ένεκα της αντιφατικής δήλωσης στην οποία προέβη στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης, αφού ευθαρσώς και άμεσα δέχθηκε ότι προέβη στην εν λόγω δήλωση, ομοίως δε δέχθηκε ότι ήταν λανθασμένη, αποδίδοντας την στην έλευση αριθμού ετών από το επίδικο συμβάν. Εξάλλου, η μαρτυρία του ΜΕ1 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης υποστηρίζεται τόσο από τα έγγραφα που ο ίδιος κατέθεσε και έγιναν Τεκμήρια, από τα έγγραφα που κατέθεσε ο ΜΕ2, αλλά και από τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 σε ορισμένα σημεία αυτής. Μαρτυρία κ. Κωνσταντίνου Σέρβου (ΜΕ2) Ο ΜΕ2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι απάντησε με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ο ΜΕ2 αντεξετάσθηκε σε σχέση με τη συμφωνία της ενάγουσας με τη Moneygram (Τεκμήριο 7). Το συγκεκριμένο έγγραφο, ως ανέφερε, το πήρε από το φάκελο της εταιρείας στον οποίο βρίσκονται οι συμφωνίες με τη Moneygram. Υποβλήθηκε στο ΜΕ2 η θέση ότι είναι αδύνατο να μην έχει στην κατοχή της η ενάγουσα το πρωτότυπο της συμφωνίας με τη Moneygram, υποβολή η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το ΜΕ2 και η οποία δεν υποστηρίχθηκε από μαρτυρία από μέρους των εναγομένων, δέχομαι, συνεπώς, τη θέση του ΜΕ2 ότι πρωτότυπο της συμφωνίας Τεκμήριο 7 διαθέτει μόνο η Moneygram. Ο ΜΕ2 δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν στην υπηρεσία της ενάγουσας κατά το χρόνο καταρτισμού της πιο πάνω συμφωνίας (21.8.2001) αφού εργοδοτήθηκε στην ενάγουσα αρχές του
  5. Δέχθηκε επίσης ότι δεν αναγνώριζε τις μονογραφές που φαίνονται στη συμφωνία, ότι δεν γνωρίζει την Teresa Johnson (που είναι το πρόσωπο που υπογράφει τη συμφωνία εκ μέρους της Moneygram) και ότι δεν την είδε να υπογράφει. Ανέφερε, όμως, ότι στην έβδομη σελίδα του Τεκμηρίου 7 είναι η υπογραφή του κ. Δημήτρη Πετρίδη, ο οποίος ήταν Managing Director της ενάγουσας, και ακόμη είναι, ως ανέφερε. Δέχθηκε, βέβαια, ότι δεν είναι γραφολόγος, είπε, όμως, ότι η υπογραφή του Δημήτρη Πετρίδη είναι γνωστή στον ίδιο, επειδή ο κ. Πετρίδης είναι ακόμη μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας και υπογράφει και άλλα έγγραφα που σχετίζονται με τις εργασίες της ενάγουσας. Σύμφωνα με τη νομολογία, η υπογραφή κάποιου προσώπου δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να αποδεικνύεται με μαρτυρία εμπειρογνώμονα, αφού μπορεί να αποδειχθεί και με τη μαρτυρία προσώπου που γνωρίζει την υπογραφή μέσω επαφής που είχε με εύλογο αριθμό εγγράφων με την υπογραφή του συγκεκριμένου προσώπου (Μακαρίου ν. Τσιμεντοποιΐα Βασιλικού
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 398, 406, σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2004, σελ. 368 - 369). Για το λόγο αυτό, δέχομαι ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 7 είναι του κ. Δημήτρη Πετρίδη, αφού αυτή αναγνωρίστηκε από το ΜΕ2, ο οποίος γνωρίζει την υπογραφή του κ. Πετρίδη από επαφή που είχε με έγγραφα τα οποία υπεγράφησαν από τον κ. Πετρίδη. Περαιτέρω, σε υποβολή ότι δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της Moneygram, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι μεταξύ των δύο εταιρειών υπάρχει μία συνεργασία η οποία υφίσταται μέχρι σήμερα στη βάση της οποίας η ενάγουσα κάνει καθημερινά πράξεις και ως εταιρεία και μέσω των συνεργατών της. Της μαρτυρίας του ΜΕ2 δοθείσας, δέχομαι ότι η συμφωνία Τεκμήριο 7, αποτελεί τη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της Moneygram. Υπενθυμίζω εξάλλου ότι και ο ΜΥ1 με τη δική του μαρτυρία ουδόλως αμφισβήτησε τη θέση ότι η ενάγουσα είναι αντιπρόσωπος της Moneygram, αφού, όπως προανέφερα, στα πλαίσια της αντεξέτασής του ο ΜΥ1 είπε ότι ο κ. Έλληνας είναι αντιπρόσωπος της Moneygram και ότι ο ίδιος είναι υποαντιπρόσωπος. Ο ΜΕ2 ερωτήθηκε από το συνήγορο των εναγομένων πού βρήκε την επιστολή Τεκμήριο 15, και απάντησε ότι το αντίγραφο ήταν στο φάκελο του εναγόμενου
  1. Ερωτήθηκε πού βρέθηκε εκεί, και απάντησε ότι είναι πολιτική των δικηγόρων τους να τους στέλλουν τις επιστολές που αποστέλλουν μετά από εντολές τους. Παραδέχθηκε ότι δεν έχει αυτές τις εντολές, ούτε και γνωρίζει πώς αποστέλλονται στην ενάγουσα οι επιστολές αυτές από τους δικηγόρους της, ούτε και γνωρίζει προσωπικά αν η επιστολή εστάλη ή αν επιστράφηκε. Αρνήθηκε, όμως, την υποβολή ότι η εν λόγω επιστολή του δόθηκε τώρα από τους δικηγόρους της ενάγουσας για να την καταθέσει, επιμένοντας ότι η επιστολή ήταν στο φάκελο του εναγόμενου. Ο ΜΕ2 δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του στο σημείο αυτό, και δέχομαι τη θέση του ότι αποτελεί πολιτική των δικηγόρων τους να τους αποστέλλουν αντίγραφα των επιστολών που αποστέλλουν κατόπιν οδηγιών της ενάγουσας και ότι η επιστολή Τεκμήριο 15 ήταν καταχωρημένη στο φάκελο του εναγόμενου 1, και, επιπλέον, δέχομαι ότι εξ όσων τον πληροφόρησαν οι δικηγόροι της ενάγουσας, αυτή δεν επιστράφηκε. Ομοίως, αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ2 ότι τα έγγραφα που κατέθεσε και έγιναν Τεκμήρια 8 - 18 λήφθηκαν όλα από το φάκελο του εναγόμενου 1 που τηρείται στην ενάγουσα, θέση η οποία παρέμεινε ακλόνητη κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Επισημαίνω, περαιτέρω, ότι αν και ο ΜΕ2, δεν μπορούσε παρά να υποθέσει ότι οι επιστολές που κατέθεσε στάληκαν ή κοινοποιήθηκαν στην ενάγουσα από τον εναγόμενο 1 και ότι η υπογραφή σε κάποιες επιστολές ήταν του εναγόμενου 1, ο εναγόμενος 1, αντεξεταζόμενος, όταν του υποδείχθηκε αριθμός εκ των επιστολών αυτών ανέφερε ότι η υπογραφή «μάλλον» ή «πρέπει να» είναι δική του και ότι ο αριθμός του φαξ από το οποίο εστάλησαν κάποιες επιστολές ήταν «μάλλον» ο αριθμός του φαξ που υπήρχε στο γραφείο από το οποίο δραστηριοποιείτο. Σημειώνω τέλος ότι, το γεγονός ότι στην κυρίως εξέταση του ο ΜΕ2 ανέφερε ότι τα Τεκμήρια 8 - 12 στάληκαν με φαξ στην ενάγουσα από τον εναγόμενο 1, αλλά στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι έπρεπε να είχε προσθέσει ότι στάληκαν είτε διά χειρός είτε με ταχυδρομείο, είναι καθόλα επουσιώδες και δεν μπορεί να κλονίσει την κατά τα λοιπά σταθερή και αξιόπιστη μαρτυρία του. Μαρτυρία εναγόμενου 1 - κ. Ανδρέα Αχιλλέως (ΜΥ1) Ο ΜΥ1 δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του απέφευγε, κατά την κρίση μου, να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με ευθύτητα και σαφήνεια, απέδωσε δε την αδυναμία του να απαντήσει σε αριθμό ερωτήσεων σε προβλήματα μνήμης που είπε ότι αντιμετωπίζει, τα οποία, είτε πράγματι υφίστανται, είτε όχι, δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν σε κλονισμό της αξιοπιστίας του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι περιέπεσε κατά τη μαρτυρία του σε αντιφάσεις και έδιδε μη πειστικές απαντήσεις σε ορισμένες ερωτήσεις που του υποβάλλοντο. Ο ΜΥ1 ερωτήθηκε από το συνήγορο της ενάγουσας αν ο αριθμός του φαξ του είναι ο αριθμός 24-821498, για να απαντήσει, μετά από αριθμό ερωτήσεων, ότι ο ίδιος δεν έχει φαξ, ότι στο γραφείο από το οποίο δραστηριοποιείτο είχε φαξ, και ότι δεν θυμόταν τον αριθμό, αλλά αυτό είναι μάλλον το φαξ μέσω του οποίου δραστηριοποιείτο. Του υποδείχθηκε στη συνέχεια το Τεκμήριο 8, που αποτελεί προσωπικό ερωτηματολόγιο που συμπληρώθηκε χειρόγραφα και το οποίο στάληκε από το φαξ 24-821498, και ερωτήθηκε αν έκανε πράγματι τη δήλωση ότι είναι απόφοιτος της Ξενοδοχειακής Σχολής Αμμοχώστου, ερώτηση στην οποία ο ΜΥ1 απάντησε ότι είχε πάει στο Βαρώσι και φοιτούσε στη ξενοδοχειακή σχολή, αποφεύγοντας πάντως να απαντήσει αν έκανε την ως άνω δήλωση ή όχι. Ερωτήθηκε στη συνέχεια ποιος συμπλήρωσε και απέστειλε αυτό το έγγραφο, δηλαδή το Τεκμήριο 8, στην ενάγουσα, και απάντησε ότι στο έγγραφο εκείνο γράφει πού δούλεψε ο ίδιος, αλλά δεν είχε στείλει τέτοιο έγγραφο στον κ. Έλληνα, και ότι «υπάρχει περίπτωση», ως ανέφερε, κάποιος άλλος να το έστειλε, ερωτώμενος δε ποιος μπορεί να είναι αυτός που το έστειλε και πάλι απέφυγε να απαντήσει λέγοντας ότι το γραφείο ήταν κάποιου άλλου και μετά το ανέλαβε ο κ. Έλληνας. Όταν όμως ερωτήθηκε, σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασής του ποιοι ήταν οι διευθυντές της C.A.C. Finance (που είναι η εταιρεία με την οποία ο ΜΥ1 ανέφερε ότι συνεργαζόταν πριν αρχίσει η συνεργασία του με την ενάγουσα) είπε ότι ήταν απλώς ένα γραφείο και ήταν μόνος του συνήθως στο γραφείο, χωρίς κανένα άλλο. Του υποδείχθηκε, στη συνέχεια, το Τεκμήριο 11 το οποίο είναι χειρόγραφη επιστολή του Ανδρέα Αχιλλέως προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου η οποία στάληκε από το φαξ 24-821498, και ερωτήθηκε ποιος το έστειλε στην ενάγουσα, ερώτηση στην οποία επίσης δεν απάντησε, λέγοντας ότι το γραφείο δεν ήταν δικό του. Ερωτηθείς όμως στη συνέχεια αν η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 11 είναι δική του, απάντησε «πρέπει να είναι η υπογραφή μου». Ο ΜΥ1, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε ότι οι γνώσεις του της αγγλικής γλώσσας ήταν γενικά περιορισμένες, έως και ανύπαρκτες και ότι δεν είναι σε θέση να διαβάσει ένα κείμενο στην αγγλική γλώσσα. Όμως, αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ακόμη και πριν τη συνεργασία του με την ενάγουσα, συνεργαζόταν με τη C.A.C. Finance, κάνοντας την ίδια εργασία, δηλαδή, αποστολή χρημάτων στο εξωτερικό, οι πλείστοι δε πελάτες αμφοτέρων των εταιρειών ήταν, όπως παραδέχθηκε, αλλοδαποί. Ερωτήθηκε στη συνέχεια σε ποια γλώσσα συνεννοείτο με τους πελάτες, για να απαντήσει μόνο μετά από σειρά ερωτήσεων ότι συνεννοούντο στα αγγλικά, αλλά και πάλι, προσπαθώντας επιτηδευμένα να περιορίσει τη σημασία του γεγονότος αυτού είπε πως δεν έκαναν συζήτηση, αφού το μόνο που χρειαζόταν ήταν η ταυτότητα του πελάτη και το όνομα στο οποίο θα αποστέλλονταν τα χρήματα. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι για αρκετά έτη ο ΜΥ1 ασχολείτο με αλλοδαπούς πελάτες, και χωρίς να μπορεί να λεχθεί ότι οι γνώσεις του ΜΥ1 περί της αγγλικής γλώσσας ήταν υψηλού επιπέδου, έχω την άποψη ότι αυτές ήταν αρκούντως επαρκείς και ότι ο ΜΥ1 μέσω της μαρτυρίας του προσπάθησε να υποβαθμίσει αυτές, όσο το δυνατό περισσότερο. Ερωτήθηκε ακολούθως αν είναι η υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 12, που είναι και πάλι επιστολή που στάληκε από το φαξ με αρ. 24-821498 προς την ενάγουσα και απάντησε «μάλλον, ναι». Ερωτήθηκε αν είναι ο ίδιος που απέστειλε την επιστολή και είπε ότι η επιστολή στάληκε από το γραφείο της C.A.C. Finance. Όμως, στην εν λόγω επιστολή δηλώνεται ότι ο ίδιος έπαυσε να απασχολείται στη C.A.C. Finance,[6] κάτι που δείχνει καθαρά ότι ο εν λόγω αριθμός φαξ είναι ο αριθμός του τηλεομοιότυπου στο γραφείο από το οποίο εργαζόταν ο ίδιος πλέον ως υποαντιπρόσωπος της ενάγουσας. Του υποδείχθηκε ακολούθως το Τεκμήριο 9 που αποτελεί Βεβαίωση που στάληκε προς την ενάγουσα από τον Αντρέα Αχιλλέως, και ερωτήθηκε αν είναι η υπογραφή του επί του εν λόγω τεκμηρίου για να απαντήσει, και πάλι, «μάλλον, ναι». Όταν δε ερωτήθηκε αν δεν ξέρει την υπογραφή του, απάντησε ότι είναι σχεδόν η ίδια, μετά δε την ανάγνωση του κειμένου είπε ότι «μάλλον πρέπει να είναι η δική μου». Του υποδείχθηκε στη συνέχεια ότι η υπογραφή του επί του εν λόγω εγγράφου πιστοποιείται από τον πιστοποιών υπάλληλο Ανδρέα Ρίκκο Παττίχη (που είναι, σημειώνω, ο ίδιος πιστοποιών υπάλληλος που φέρεται να πιστοποίησε την υπογραφή της εναγομένης 2 επί του εγγράφου εγγύησης - Τεκμήριο 3), και ερωτήθηκε αν τους πιστοποιούσε συχνά έγγραφα, για να απαντήσει «όχι», όταν δε ρωτήθηκε στη συνέχεια για ποιο λόγο πιστοποίησε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 9 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ερωτήθηκε αν ο κ. Παττίχης πήγε «στα καλά καθούμενα» στο γραφείο του για να πιστοποιήσει την υπογραφή του και έδωσε την καθόλου πειστική απάντηση «μάλλον», για να αναφέρει στη συνέχεια ότι συνεργαζόταν (ο πιστοποιών υπάλληλος) με τη C.A.C. Finance και ήρθε στο γραφείο, κάτι που προφανώς δεν μπορεί ν' ανταποκρίνεται πλήρως, τουλάχιστο, στην πραγματικότητα, αφού στην εν λόγω Βεβαίωση - Τεκμήριο 9 ο ΜΥ1 αναφέρει ότι «δεν έχω καμία σχέση με την εταιρεία C.A.C. Finance & Services Ltd». Βασική θέση του ΜΥ1 στην κυρίως εξέτασή του ήταν, ως προαναφέρθηκε, ότι δεν έχει υπογράψει το Τεκμήριο 2 ενώπιον οποιουδήποτε προσώπου και ότι γενικά δεν θυμάται να έχει υπογράψει το Τεκμήριο
  2. Αντεξετασθείς, ανέφερε ότι ο λόγος που λέει ότι δεν είχε γραπτή συμφωνία με την ενάγουσα, είναι επειδή δεν θυμόταν να έχει κάποια συμφωνία μαζί τους. Σε επόμενη δε ερώτηση αν μπορεί να είχαν γραπτή συμφωνία, ο ΜΥ1 απάντησε «μπορεί ναι, μπορεί όχι». Του υποδείχθηκε στη συνέχεια το Τεκμήριο 2 και ερωτήθηκε αν η υπογραφή στη σελ. 6 είναι δική του, και ο ΜΥ1 ανέφερε «μάλλον είναι δική μου». Αντεξετασθείς, λοιπόν, ο ΜΥ1, ανατρέποντας τη βασική του θέση περί μη υπογραφής του Τεκμηρίου 2, γεγονός που πλήττει καίρια την αξιοπιστία του, ουδόλως απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπάρχει πράγματι γραπτή συμφωνία με την ενάγουσα, παραδέχθηκε ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2 μάλλον είναι δική του, ενώ επί του Τεκμηρίου 2 αναφέρεται το ποσοστό προμήθειας που ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι λάμβανε από την ενάγουσα (15% - όρος Α(ii) του Τεκμηρίου 2), η διεύθυνση από την οποία δραστηριοποιείτο (αφού αποδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι η διεύθυνση του χώρου εργασίας του πρέπει να ήταν Μακαρίου 64, στη Λάρνακα), αλλά και ο αριθμός φαξ 24-821498 από τον οποίον αποστάληκαν οι υπογραμμένες από τον ίδιο επιστολές προς την ενάγουσα (Τεκμήρια 11 και 12). Ήταν, περαιτέρω, θέση του ΜΥ1 ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε επιστολή που να αφορά την παρούσα υπόθεση. Η απόλυτη αυτή άρνηση του ΜΥ1 δεν είναι, κατά την κρίση μου, καθόλου πειστική, δεδομένου ότι, ως παραδέχθηκε, οι επιστολές Τεκμήρια 6 και 15 στάληκαν στη διεύθυνση της οικίας του (Μπετόβεν 4 Λάρνακα), αλλά και του προβλήματος μνήμης που ανέφερε ότι αντιμετωπίζει, κάτι που οδήγησε στο να μην θυμάται τον αριθμό του τηλεομοιότυπου από το οποίο έστελλε την αλληλογραφία του επί σειρά ετών, το περιεχόμενο των εγγράφων που ετοίμασε, την υπογραφή της συμφωνίας υποαντιπροσώπευσης με την ενάγουσα και τη διάρκεια της συνεργασίας του με την ενάγουσα. Τούτου δοθέντος, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 αναφορικά με την αποστολή των επιστολών Τεκμήρια 6 και 15 αλλά και της γενικότερης αναξιοπιστίας του ΜΥ1 ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του ότι δεν έλαβε τις ως άνω επιστολές. Αναφορικά με τη θέση του ΜΥ1 ότι με την κατάθεση της επιταγής από πλευράς της ενάγουσας, έπαυσε να ισχύει οποιαδήποτε συμφωνία ή εγγύηση μπορεί να υπήρχε, πέραν του ότι η θέση αυτή είναι μάλλον νομική παρά πραγματική, επισημαίνω ότι όταν ερωτήθηκε από πού οδηγήθηκε σε αυτό το συμπέρασμα, ο ΜΥ1 ουδεμία αναφορά έκανε στην επιταγή, αλλά απάντησε ότι από τη στιγμή που σταμάτησε να δουλεύει σημαίνει ότι δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της εταιρείας και του ιδίου. Απαντώντας δε τέλος στην υποβολή ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία ότι με την κατάθεση της επιταγής θα εξοφλούντο οι υποχρεώσεις του προς την ενάγουσα, ουδόλως ο ΜΥ1 ανέφερε ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία, αλλά απάντησε ότι η επιταγή έγραφε κάποιο συγκεκριμένο ποσό στο οποίο ο ίδιος ουδέποτε «έφτασε» αφού έκανε καθημερινά κατάθεση. Όταν υποδείχθηκε στον ΜΥ1 το Τεκμήριο 4 αυτός αναγνώρισε ότι στην πρώτη σελίδα παρουσιάζονται δικές του πράξεις, όταν, όμως, ερωτήθηκε για τη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 4 είπε ότι δεν μπορεί να θυμάται μετά από 8 χρόνια ποιού έστειλε λεφτά. Σε υποβολή ότι όλες οι πράξεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 4 είναι πράξεις που διενήργησε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας είπε ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, χωρίς να εξηγήσει όμως γιατί. Όταν, περαιτέρω, του υποβλήθηκε η θέση ότι οφείλει στην ενάγουσα το ποσό που απαιτείται με την αγωγή, απάντησε ότι είναι αδύνατο, επειδή η ενάγουσα δεν τους άφηνε να ξεπερνούν το όριο των 2 - 3 χιλιάδων ημερησίως, όταν δε του υποβλήθηκε ότι δεν λέει την αλήθεια, απάντησε ότι μπορεί να πάει κανείς στην Akis Express και στις τράπεζες επειδή έκανε καθημερινά καταθέσεις. Επί των ανωτέρω θέσεων του ΜΥ1, επισημαίνω τα εξής. Ενώ το Τεκμήριο 4 είχε ήδη κατατεθεί από το ΜΕ1, και ενώ ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι έκανε καθημερινά καταθέσεις, κάτι που μπορούσε να αποδειχθεί από την Akis Express και τις καταθέσεις που έκανε στις τράπεζες, παρατηρώ ότι ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς του, είτε προς ενίσχυση της θέσης του ότι απέστελλε χρήματα μέσω της εταιρείας μεταφορών Akis Express, αλλά ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους του που να δείχνει ότι έμβασε, μέσω τράπεζας, οποιοδήποτε ποσό που φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 4, ως οφειλόμενο. Όσον δε αφορά τη θέση του ότι η ενάγουσα δεν επέτρεπε να ξεπερασθεί το όριο των 2 - 3 χιλιάδων (χωρίς να διευκρινίζει νόμισμα), παρατηρώ κατ' αρχάς ότι στο Τεκμήριο 2 δεν υπάρχει τέτοιος όρος. Πέραν τούτου, όμως, έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων σε σχέση με συγκεκριμένες θέσεις και θέματα (Νεοπτόλεμος Γεωργίου v. Ρωξάνης Γεωργίου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 138, 148-150, Adidas v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, 388-389), θεωρώ ότι το ζήτημα του κατά πόσο η ενάγουσα δεν επέτρεπε στους υποαντιπροσώπους της να ξεπεράσουν το όριο των 2 - 3 χιλιάδων είναι σοβαρό, και θα έπρεπε να είχε υποβληθεί ως θέση στους μάρτυρες της ενάγουσας και να είχε αποτελέσει θέμα αντεξέτασης, ούτως ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσουν τη θέση αυτή, ενώ σημειώνω ότι ουδεμία εξήγηση δόθηκε για την παράλειψη αντεξέτασης των εν λόγω μαρτύρων σε σχέση με το θέμα αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του ΜΥ1 ότι αν δεν έκανε τις πληρωμές εντός 24 ωρών, η ενάγουσα «θα του έκλεινε τη γραμμή του και δεν θα μπορούσε να εργαστεί», θέση η οποία δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες της ενάγουσας, αφού η θέση που υποβλήθηκε στο ΜΕ1 και θα μπορούσε να εκληφθεί ως σχετική είναι ότι τα ποσά δεν κατατίθεντο εντός 24 ωρών και η ενάγουσα το ανεχόταν. Στη βάση των ανωτέρω διαπιστώσεων, κρίνω τον ΜΥ1 αναξιόπιστο μάρτυρα, στη μαρτυρία του οποίου δεν μπορώ να βασιστώ προς εξαγωγή συμπερασμάτων επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων. Μαρτυρία εναγομένης 2 - κας Αντωνίας Αχιλλέως (ΜΥ2) Δικογραφημένη, στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης, θέση της ενάγουσας ήταν ότι η εναγομένη 2, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας εγγυήσεως ημερομηνίας 1.7.2004, εγγυήθηκε προσωπικώς την πιστή και καλή τήρηση της συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 και ανέλαβε όπως αποπληρώσει οποιοδήποτε ποσό οφείλεται υπό του εναγομένου 1, πλέον έξοδα και τόκους. Η εναγομένη 2, με την υπεράσπιση της αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης, και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση ή και τη θέληση να εγγυηθεί τον εναγόμενο
  1. Περαιτέρω, η εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι η υπό της ενάγουσας ισχυριζόμενη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη, γιατί καταρτίστηκε και/ή εξασφαλίστηκε από την ενάγουσα κατόπιν εξαναγκασμού και/ή παράνομης επιρροής από την ενάγουσα και/ή χωρίς να της επεξηγηθεί και/ή παράνομα και/ή παράτυπα. Η ΜΥ2, με τη μαρτυρία της δεν προώθησε την ως άνω δικογραφημένη της θέση, αφού το μόνο που ισχυρίστηκε είναι ότι ουδέποτε ο σύζυγος της (εναγόμενος 1) την ενέπλεξε στα της εργασίας του, και ότι ουδέποτε είδε ή υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης Τεκμήριο
  2. Η θέση της ότι δεν υπέγραψε ποτέ τη συμφωνία εγγύησης δεν καλύπτεται, κατά την κρίση μου, από τα δικόγραφα, στα οποία, σημειώνω, η θέση ότι η εναγομένη 2 δεν είχε την πρόθεση ή τη θέληση να εγγυηθεί τον εναγόμενο 1 και ότι η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη ή ακυρώσιμη συνεπεία εξαναγκασμού ή παράνομης επιρροής από μέρους της ενάγουσας δεν τίθεται διαζευκτικά προς τη θέση ότι η εν λόγω συμφωνία ουδέποτε υπεγράφη από τη ΜΥ2, που είναι και η μοναδική θέση της που προωθήθηκε ενόρκως. Επιπλέον, με δεδομένο, ότι στο Τεκμήριο 3 αναφέρεται το όνομα της ΜΥ2, ο αριθμός της ταυτότητας της, η διεύθυνση της οικίας της, το γεγονός ότι αυτή είναι σύζυγος του εναγόμενου 1 και περαιτέρω, πιστοποιείται η υπογραφή της επί του εγγράφου από πιστοποιούντα υπάλληλο, με την προβολή της θέσης ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, αυτό που στην ουσία ήγειρε η ΜΥ2 είναι ισχυρισμό περί πλαστογράφησης της υπογραφής της, ισχυρισμός ο οποίος κατά τη νομολογία θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί ειδικώς, με την απλή άρνηση της αντίστοιχης παραγράφου της έκθεσης απαίτησης να μην αρκεί για την προβολή του (Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Κ. Σιακόλα
(2011)1(Β) Α.Α.Δ 1422, 1445 - 1454). Συνεπώς η θέση της ΜΥ2 ότι ουδέποτε υπέγραψε το Τεκμήριο 3, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή δεδομένης και της παγίως νομολογημένης αρχής ότι ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση (μεταξύ άλλων, Πολ. Εφ. 94/10 και 158/10, Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 28.9.2015, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Ανεξάρτητα, όμως, από τα ανωτέρω, ακόμη και αν ήθελε γίνει αποδεκτό πως ο ισχυρισμός της ΜΥ2 ότι ουδέποτε υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης καλύπτεται από την παράγραφο 5 της υπεράσπισης των εναγομένων, η πιστοποίηση της υπογραφής της ΜΥ2 από πιστοποιούντα υπάλληλο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο της αυθεντικότητας του εγγράφου, όπως προαναφέρθηκε, με την απλή άρνηση υπογραφής από μέρους της ΜΥ2 αφενός να μην αρκεί για την ανατροπή του και αφετέρου να οδηγεί σε κατάληξη σε ανάλογο εύρημα υπογραφής από την ίδια. Όπως αναφέρθηκε σχετικώς, στην υπόθεση Nakery Trading Limited, ανωτέρω: «Το βάρος λοιπόν απόδειξης της πλαστογραφίας του επίδικου Πληρεξουσίου ήταν επί των ώμων των εφεσιβλήτων 1 και 2 και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο το μετέθεσε στους εφεσείοντες, καταλογίζοντας τους παράλειψη να καλέσουν ως μάρτυρα τον πιστοποιούντα υπάλληλο για να αποδείξουν ότι οι εφεσίβλητοι 1 και 2 υπέγραψαν ενώπιον του. Εγείρεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο οι εφεσίβλητοι 1 και 2 απέσεισαν μέσω της μαρτυρίας της εφεσίβλητης 2 το υπό αναφορά βάρος. Η απάντηση κατά την άποψή μας είναι σαφώς αρνητική. Η απλή άρνηση της εφεσίβλητης 2 ότι οι υπογραφές στο Πληρεξούσιο δεν τέθηκαν από την ίδια και το σύζυγο της, δεν ήταν αφ΄ εαυτής ικανοποιητική μαρτυρία που θα μπορούσε να αποσείσει το εν λόγω βάρος. Τα πιστοποιημένα από πιστοποιών υπάλληλο πληρεξούσια είναι σημαντικό μέσο σε ένα ευρύ τομέα συναλλαγών και το άρθρο 9 του Νόμου του προσδίδει ιδιαίτερη αξιοπιστία, η οποία δεν μπορεί να πλήττεται απλώς και μόνο με απλή άρνηση του φερόμενου εξουσιοδοτούντος ότι η πιστοποιημένη υπογραφή του δεν είναι δική του. Απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία η οποία όντως να καταδεικνύει το βάσιμο τέτοιου ισχυρισμού, που στην προκείμενη περίπτωση ελλείπει.» Ούτε βεβαίως και το γεγονός ότι η ΜΥ2 υπέγραψε τη λευκή κόλλα ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 19) μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι επί του Τεκμηρίου 3 δεν είναι η υπογραφή της ΜΥ2, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν είναι εμπειρογνώμονας (Μαυρίδης ν. Dharaghja κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, 1021-1022). Πέραν των ανωτέρω, η αξιοπιστία της ΜΥ2 πλήττεται και από το γεγονός ότι στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 είναι καθόλα γενικό, αντεξετασθείσα, όμως, και αφού της ζητήθηκε να διαβάσει το Τεκμήριο 3, παραδέχθηκε ότι το Τεκμήριο 3 κάνει αναφορά στη σύμβαση ημερομηνίας 1.7.2004 μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου
  1. Η σαφής αυτή αναφορά γίνεται, σημειώνω, στην πρώτη κιόλας παράγραφο του Τεκμηρίου 3, και δεν μπορεί παρά να γεννά ερωτηματικά ως προς το πώς η ΜΥ2 ανέφερε με τόση σιγουριά στην κυρίως εξέταση της ότι ουδέποτε υπέγραψε το Τεκμήριο 3, χωρίς καν να διαβάσει το περιεχόμενο του. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, στο Τεκμήριο 3 αναφέρεται ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας της ΜΥ2, ερωτηθείσα δε η ΜΥ2 πού ήξερε η ενάγουσα τον αριθμό ταυτότητας της και τον κατέγραψε επί του εγγράφου δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε συγκεκριμένη απάντηση, και το μόνο που είπε είναι ότι δεν ξέρει και ότι η ίδια καμία σχέση δεν είχε με τις εργασίες του συζύγου της. Σχετικώς με τις επιστολές Τεκμήρια 15 (η οποία απευθύνεται στον εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στην εναγομένη 2), και 6 (η οποία απευθύνεται στον εναγόμενο 1), σημειώνω ότι η ΜΥ2 αντεξετασθείσα δέχθηκε ότι η διεύθυνση αποστολής των επιστολών είναι πράγματι η διεύθυνση της οικίας της, και, περαιτέρω, αν και ανέφερε ότι είναι η ίδια που παραλαμβάνει συνήθως την αλληλογραφία στο σπίτι τους, δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει το ενδεχόμενο να παραλήφθηκαν οι εν λόγω επιστολές από άλλο πρόσωπο ή και το σύζυγό της εναγόμενο
  2. Τούτων δοθέντων, και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα σχετικώς με το θέμα της παραλαβής των επιστολών αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ1, αλλά και της γενικότερης αναξιοπιστίας της ΜΥ2 για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η θέση της ότι η ενάγουσα ουδέποτε την όχλησε πριν την επίδοση της παρούσας αγωγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ευρήματα Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, υπό το φως των επίδικων θεμάτων. Η ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία και οι μετοχές της είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Το αρχικό της όνομα ήταν Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λίμιτεδ, όνομα το οποίο άλλαξε στις 16.3.2000 σε Ellinas Finance Ltd και στις 19.5.2005 σε Ellinas Finance Public Company Ltd (Τεκμήρια 1A και 1B). Η ενάγουσα είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει, μεταξύ άλλων, δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις σε πελάτες, καθώς και δάνεια και διευκολύνσεις για συγκεκριμένους σκοπούς, όπως ενοικιαγορές, επενδυτικά σχέδια και προεξόφληση επιταγών. Η ενάγουσα και η εταιρεία MoneyGram Payment Systems Inc έχουν υπογράψει συμφωνία ημερομηνίας 21.8.2001 (Τεκμήριο 7), με την οποία η ενάγουσα εξουσιοδοτείται να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Moneygram στην Κύπρο και να παρέχει υπηρεσίες διαμεσολάβησης χρημάτων. Στα πλαίσια των υπηρεσιών διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων που η ενάγουσα παρέχει, η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1 υπέγραψαν συμφωνία ημερ. 1.7.2004 (Τεκμήριο 2) με τίτλο «Agreement for the appointment of a sub-representative» διά της οποίας η ενάγουσα διόρισε και εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 1 όπως ενεργεί ως αντιπρόσωπός της στην Επαρχία Λάρνακας, παρέχοντας μέσω της υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων. Η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προς το σκοπό παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων από και προς την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 14). Η εναγομένη 2, υπέγραψε έγγραφο με τίτλο «Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημίωσης» (Τεκμήριο 3) το οποίο έχει ημερομηνία 1.7.2004 και υπεγράφη από την εναγομένη 2 στις 1.11.2004, σύμφωνα με το οποίο η εναγομένη 2 εγγυήθηκε προσωπικά την πιστή και καλή τήρηση της συμφωνίας ημερ. 1.7.2004 μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 και ανέλαβε όπως αποπληρώσει οποιοδήποτε ποσό ενδεχομένως να οφείλει ο εναγόμενος
  3. Με την υπογραφή της συμφωνίας με τον εναγόμενο 1, η ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό στο όνομα του τελευταίου, με κωδικό αριθμό ACHI01 στον οποίο γίνονταν οι ανάλογες χρεώσεις και πιστώσεις. Η κίνηση του λογαριασμού για την περίοδο 8.1.2008 έως 29.1.2008 φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  4. Στις 29.1.2008, ο εν λόγω λογαριασμός δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο €33.016,
  5. Οι δικηγόροι της ενάγουσας, ενεργώντας κατόπιν εντολής της τελευταίας, απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 7.2.2008 προς τον εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 6), με την οποία τερμάτισαν τη συμφωνία με τον εναγόμενο 1 και τον κάλεσαν όπως εντός 7 ημερών καταβάλει το ποσό των €33.016,44 με την προειδοποίηση ότι σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Την 1.12.2008 οι δικηγόροι της ενάγουσας απέστειλαν εκ νέου επιστολή προς τον εναγόμενο 1, με κοινοποίηση στην εναγομένη 2 (Τεκμήριο 15), και πάλιν κατόπιν οδηγιών της ενάγουσας, με την οποία τερμάτισαν τη συμφωνία με τον εναγόμενο 1, επέσυραν την προσοχή της εναγομένης 2 στην υποχρέωσή της να αποζημιώσει την ενάγουσα σύμφωνα με το έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης, και κάλεσαν τους εναγόμενους να καταβάλουν εντός 10 ημερών το ποσό των €33.016,44, με την υπόμνηση ότι σε αντίθετη περίπτωση θα λάμβαναν άμεσα δικαστικά μέτρα εναντίον και των δύο. Στις 30.1.2009 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Από την έγερση της αγωγής και μεταγενέστερα, ουδείς εκ των εναγομένων κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του αξιούμενου με την αγωγή ποσού. Νομική πτυχή Σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858, 1868 λέχθηκε σχετικώς ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).». Σύμφωνα με τη συμφωνία ημερ. 21.8.2001 μεταξύ της ενάγουσας και της Moneygram (Τεκμήριο 7), η Moneygram εξουσιοδότησε την ενάγουσα να παρέχει υπηρεσίες διαμεσολάβησης χρημάτων (money transfer services) (όρος 1(α)) και η ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες (όρος 1(β)). Εισηγείται ο συνήγορος των εναγομένων ότι η συμφωνία είναι άκυρη καθότι στις σελίδες της παρουσιάζεται μόνο μία μονογραφή, ενώ το έγγραφο δεν έχει υπογραφεί από μάρτυρες. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 η θέση ότι η ενάγουσα δεν είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Moneygram στην Κύπρο, και στον ΜΕ2 η θέση ότι η συμφωνία Τεκμήριο 7 είναι άκυρη ή δεν έχει καμιά ισχύ, επειδή είναι ανυπόγραφη ή έχει ελλιπείς υπογραφές ή ελλιπή στοιχεία. Πέραν του ότι οι σχετικές θέσεις που υποβλήθηκαν στους μάρτυρες της ενάγουσας δεν έγιναν αποδεκτές από αυτούς, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τον όρο 22 της σύμβασης ημερ. 21.8.2001, η εν λόγω σύμβαση διέπεται από τους νόμους της Πολιτείας της Νέας Υόρκης,[7] ουδεμία δε μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς των εναγομένων (δεδομένου ότι το αλλοδαπό δίκαιο πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός (Royal Bank of Scotland PLC v. Geodrill Co Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 753, SAT Vision Ltd v. Interamerican Property and Casualty Ins. Co
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811) προς υποστήριξη της θέσης του συνηγόρου τους ότι η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη για τους λόγους που ο κ. Θωμά εισηγείται. Συνεπώς, κρίση μου είναι ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει ότι είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εταιρείας Moneygram στην Κύπρο. Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι ο ΜΥ1 στα πλαίσια της δικής του μαρτυρίας δέχθηκε ότι η ενάγουσα είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας Moneygram. Σύμφωνα με τη συμφωνία ημερ. 1.7.2004, μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 2), η ενάγουσα διορίζει τον εναγόμενο 1 ως υποαντιπρόσωπο για την παροχή υπηρεσιών της εταιρείας Moneygram και ο εναγόμενος 1 αποδέχεται τον διορισμό αυτό.[8] Σύμφωνα με τους όρους της ίδιας συμφωνίας, ο εναγόμενος 1 είχε υποχρέωση (
  1. i)να αποδέχεται ποσά από το κοινό με σκοπό την αποστολή τους οπουδήποτε προσφέροντο υπηρεσίες διαμεσολάβησης χρημάτων από τη Moneygram, και (
  2. ii)να προβαίνει σε πληρωμές σε παραλήπτες χρημάτων (στην Κύπρο) που στάληκαν από άλλο τόπο από τον οποίο προσφέροντο τέτοιες υπηρεσίες από τη Moneygram (όρος Α(i)). Καμία εντολή για αποστολή χρημάτων δεν δύναται να δοθεί από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα, χωρίς την προγενέστερη είσπραξη από τον εναγόμενο 1 του εν λόγω ποσού σε μετρητά στο επίσημο νόμισμα της Δημοκρατίας (όρος Ε). Ο εναγόμενος 1 κατακρατούσε τα ληφθέντα από αυτόν ποσά για λογαριασμό και/ή προς όφελος της ενάγουσας και είχε υποχρέωση όπως καταβάλλει τα εν λόγω ποσά στην ενάγουσα εντός 24 ωρών από τη λήψη τους (όρος L[9]). Η ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό στο όνομα του εναγόμενου 1 με κωδικό αριθμό ACHI01 στον οποίο γίνονταν χρεώσεις και πιστώσεις ανάλογα με τις πράξεις που έκανε ο εναγόμενος 1 όπως εξηγήθηκε από τον κ. Αιμίλιο Έλληνα και αναφέρθηκε πιο πάνω. Στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 4, στην οποία δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε υπόλοιπο εκ μεταφοράς, παρουσιάζονται οι πράξεις που έγιναν μεταξύ 8.1.2008 και 29.1.2008. Στις 29.1.2008 ο εν λόγω λογαριασμός έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος της ενάγουσας το ποσό των €33.016,44. Συνεπώς, ο εναγόμενος 1 απέτυχε να καταβάλει στην ενάγουσα τα ποσά που έλαβε από πελάτες εντός 24 ωρών από τη λήψη τους, με αποτέλεσμα, κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ του και της ενάγουσας, να οφείλει στην ενάγουσα στις 29.1.2008 το ποσό των €33.016,44. Σύμφωνα με τον όρο Ν της συμφωνίας Τεκμήριο 2, αν ο εναγόμενος 1 παραβιάσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη συμφωνία, η ενάγουσα δύναται να τερματίσει τη συμφωνία δίδοντας ειδοποίηση στον εναγόμενο 1.[10] Η ενάγουσα απέστειλε, μέσω των δικηγόρων της, τέτοια ειδοποίηση τερματισμού, αρχικώς μόνο στον εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 6 - επιστολή ημερ. 7.2.2008) και στη συνέχεια στον εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στην εναγομένη 2 (Τεκμήριο 15 - επιστολή ημερ. 1.12.2008). Της παραβίασης της συμφωνίας από τον εναγόμενο 1 διαπιστωθείσας, κρίνω ότι η ενάγουσα νομίμως τερμάτισε τη συμφωνία και δικαιούται, ως ανυπαίτιο μέρος, σε αποζημίωση από τον εναγόμενο 1. Η εναγομένη 2 υπέγραψε έγγραφο με τίτλο «Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημίωσης» (Τεκμήριο 3) το οποίο φέρει εκτυπωμένη ημερομηνία 1.7.2004, πλην, όμως, αυτό υπεγράφη εν τέλει από την εναγομένη 2 την 1.11.2004, ως το σχετικό εύρημά μου. Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο εγγύησης, η εναγομένη 2 εγγυάται προσωπικώς την πιστή και καλή τήρηση του συμβολαίου ημερ. 1.7.2004 μεταξύ της ενάγουσας και του συζύγου της εναγόμενου 1, καθώς και οτιδήποτε δυνατό να απορρέει από τις πρόνοιες αυτού περιλαμβανομένου της πληρωμής οποιουδήποτε ποσού ενδεχομένως να οφείλει ο εναγόμενος 1. Περαιτέρω, η εναγομένη 2 συμφωνεί ότι δεν θα απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις της δυνάμει της ρηθείσας εγγύησης, λόγω, μεταξύ άλλων, της ανοχής της ενάγουσας αναφορικά με οιανδήποτε καθυστέρηση πληρωμής ή καταβολής χρημάτων από μέρους του εναγόμενου 1 με βάση το συμβόλαιο του τελευταίου με την ενάγουσα. Η εγγύηση δόθηκε χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό για το ύψος του ποσού και είναι αμετάκλητη. Συνεπώς, η εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 ως αυτές απορρέουν από τη συμφωνία Τεκμήριο 2. Με την παραβίαση της εν λόγω συμφωνίας από τον εναγόμενο 1, ενεργοποιήθηκε η ευθύνη της εναγομένης 2 με βάση τη σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 3 (σύγγραμμα Π. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Β', σελ. 877), στην έκταση που ευθύνεται και ο εναγόμενος 1 (σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων, ανωτέρω, σελ. 883). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 12η έκδοση, αναφορικά με το άρθρο 128[11] του Ινδικού Νόμου που αντιστοιχεί στο άρθρο 86[12] του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «The surety's liability arises only when the principal-debtor has made default. On the default of the principal-debtor causing loss to the creditor, the surety is, unless the terms of the guarantee indicate otherwise, immediately liable to the full extent of his obligation. He is not entitled to any notice of the default, unless the terms of the guarantee so require. It is not necessary for the creditor, before proceeding against the surety, to first call upon the principal-debtor to pay.» Στην προκειμένη περίπτωση, οι όροι του εγγράφου εγγύησης Τεκμήριο 3 δεν επέβαλλαν στην ενάγουσα την υποχρέωση να ειδοποιήσει την εναγομένη 2 - εγγυήτρια για την παραβίαση της σύμβασης από μέρους του εναγόμενου 1. Σε κάθε περίπτωση, στην εναγομένη 2 κοινοποιήθηκε η επιστολή ημερ. 1.12.2008 (Τεκμήριο 15) με την οποία, πέραν του τερματισμού της συμφωνίας με τον εναγόμενο 1, η ενάγουσα επέστησε την προσοχή της εναγομένης 2 στο υπογραφέν από αυτή έγγραφο εγγύησης και την υποχρέωση της να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό οφείλεται από τον εναγόμενο 1. Ο εναγόμενος 1 προέβαλε στην Υπεράσπισή του αριθμό διαζευκτικών ισχυρισμών. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει (βλ. Μούντης κ.α. ν. Παπαχριστοφόρου κ.α.,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2637 Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Χίνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 818, Καστάνος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374 και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41). Ο εναγόμενος 1, ως αναφέρεται και στη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, επέλεξε να προωθήσει δύο θέσεις: πρώτον, ότι ουδέποτε αποδέχτηκε να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας, και, δεύτερον, ότι με την έκδοση της επιταγής από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα, όλες οι οφειλές προς την ενάγουσα στη βάση της συμφωνίας είχαν εξοφληθεί. Ως προς την πρώτη γραμμή υπεράσπισης, παρατηρώ ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τη συμφωνία ημερομηνίας 1.7.2004 (Τεκμήριο 2) ως το σχετικό εύρημα μου. Σύμφωνα με το προοίμιο της εν λόγω συμφωνίας η ενάγουσα επιθυμεί να διορίσει υποαντιπρόσωπο για την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης χρημάτων της Moneygram και ο εναγόμενος 1 συμφωνεί στο διορισμό του ως υποαντιπρόσωπος. Αυτή, ήταν, άλλωστε, υπενθυμίζω και η θέση του εναγόμενου 1 κατά την αντεξέτασή του. Πράγματι σύμφωνα με την ενώπιόν μου μαρτυρία, η συμφωνία δεν υπεγράφη στην παρουσία αμφοτέρων των μερών, ως ο συνήγορος των εναγομένων επισημαίνει στη γραπτή του αγόρευση, όμως, δεν βλέπω πώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητά της. Η συμφωνία υπεγράφη από τον κ. Αιμίλιο Έλληνα, εκπρόσωπο της ενάγουσας στη Λευκωσία και απεστάλη στη Λάρνακα οπότε και υπεγράφη από τον εναγόμενο, με την υπογραφή του οποίου η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ. Περαιτέρω, δεν συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας ότι η εν λόγω συμφωνία δεν είχε μάρτυρες, αφού η κα Αύρα Πετρίδου, θυγατέρα του κ. Έλληνα ήταν μάρτυρας της δικής του υπογραφής, με τα άλλα δύο πρόσωπα να είναι μάρτυρες της υπογραφής του εναγόμενου 1, ενώ, σημειώνω περαιτέρω ότι η επίδικη σύμβαση δεν εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 77 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ούτως ώστε να απαιτείται η υπογραφή της από μάρτυρες ως τυπική προϋπόθεση της εγκυρότητάς της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι η συμφωνία ημερ. 1.7.2004 είναι έγκυρη, και το πρώτο σκέλος της υπεράσπισης του εναγόμενου 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Ως προς τη δεύτερη γραμμή υπεράσπισης, σημειώνω κατ' αρχάς ότι θεωρώ ότι αυτή δεν καλύπτεται από την Υπεράσπιση των εναγομένων. Ως απάντηση στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στις 30.1.2008 ο εναγόμενος 1, αναγνωρίζοντας το χρέος του, εξέδωσε προς όφελος της ενάγουσας συγκεκριμένη επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία δεν εξοφλήθηκε από την Τράπεζα λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εναγόμενου 1, το μόνο που αναφέρουν οι εναγόμενοι είναι ότι αρνούνται αυτήν και καλούν την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της (παρ. 7 της Υπεράσπισης), χωρίς πάντως να προβάλουν τον ισχυρισμό ότι με την έκδοση της εν λόγω επιταγής ο εναγόμενος 1 ή/και οι εναγόμενοι εξόφλησαν το χρέος τους. Ούτε η δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι αν το ποσό που η ενάγουσα απαιτεί οφειλόταν, αυτό έχει αποπληρωθεί (παρ. 6 της Υπεράσπισης) αρκεί προς προβολή της ως άνω γραμμής υπεράσπισης, αφού, στα δικόγραφα πρέπει να περιέχονται όλα τα ουσιώδη γεγονότα[13] που θεμελιώνουν την αιτία αγωγής ή την υπεράσπιση (Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530, 535), και οι εναγόμενοι θα έπρεπε, κατά την κρίση μου, να είχαν δικογραφήσει τη θέση τους περί ανεπιφύλακτης αποδοχής από μέρους της ενάγουσας της ως άνω επιταγής προς πλήρη διακανονισμό των μεταξύ τους διαφορών, ούτως ώστε να έχει και η ενάγουσα με τη σειρά της την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του πιο πάνω ουσιαστικού ζητήματος στην Απάντησή της (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, πληρωμή οφειλής με επιταγή, έστω και αν ο πιστωτής αναγνώρισε πως αυτή λήφθηκε προς πλήρη διακανονισμό, αποτελεί πληρωμή υπό αίρεση και η οφειλή αναβιώνει αν δεν εξοφληθεί (D & G Products Ltd v. Αναστασίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1400), εκτός αν συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών διαφορετικά. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Τόμος 1, σελ. 1597, παρ. 21-078 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Absolute payment. If the creditor accepts a negotiable instrument in absolute satisfaction of the original debt, agreeing expressly or impliedly to take upon itself the risk of the instrument not being paid, the effect is to extinguish its right of action for the debt and to leave it without remedy except upon the instrument. It is a question of fact in each case whether the instrument was accepted as absolute payment or not.» Και στην υπόθεση In re Romer & Haslam
(1893)2 Q.B. 286, 296, o Λόρδος Esher M.R. είπε σχετικά τα εξής: «It is perfectly well-known law, which is acted upon in every form of mercantile business, that the giving of a negotiable security by a debtor to his creditor operates as a conditional payment only, and not as a satisfaction of the debt, unless the parties agree so to treat it. Such a conditional payment is liable to be defeated on non-payment of the negotiable instrument at maturity, and it is surprising that there can be at the present day any doubt as to the business result of such a transaction.» Τα πιο πάνω αποσπάσματα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts και την απόφαση στην υπόθεση In re Romer υιοθετήθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολ. Εφ. 94/10 κ.α., Ανθή Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 28.9.
  1. Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, επισημαίνω ότι o εναγόμενος 1 στην κυρίως εξέτασή του εξέφρασε την άποψη ότι με την κατάθεση της επιταγής από πλευράς της ενάγουσας θα έπαυε να ισχύει οποιαδήποτε συμφωνία και οποιαδήποτε εγγύηση μπορεί να υπήρχε, αντεξετασθείς, όμως, επί της θέσης του αυτής και ερωτώμενος πώς κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα, ανέφερε ότι από τη στιγμή που σταμάτησε τη δουλειά σημαίνει ότι δεν υπήρχε κάποια συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του ιδίου. Περαιτέρω, σε υποβολή ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του ιδίου ότι με την κατάθεση της συγκεκριμένης επιταγής θα σήμαινε ότι είχε εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του προς την ενάγουσα, απάντησε μόνο ότι γράφει κάποιο συγκεκριμένο ποσό η επιταγή, αλλά ο ίδιος δεν είχε «φτάσει» σε τέτοιο ποσό, αφού καθημερινώς έκανε κατάθεση. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα αποδέχτηκε ανεπιφύλακτα την επιταγή προς πλήρη εξόφληση του χρέους του εναγόμενου
  2. Η δε ενέργεια της ενάγουσας να καταχωρήσει την κατάθεση της επιταγής στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 με την ένδειξη settlement of account, δείχνει μόνο την έγκαιρη ενημέρωση του λογαριασμού από μέρους της και τίποτε άλλο. Άλλωστε, κάθε φορά που παρέδιδε ο εναγόμενος 1 κάποια επιταγή στην ενάγουσα έναντι της οφειλής του η ενάγουσα πίστωνε το λογαριασμό με το ποσό της επιταγής και τον χρέωνε όταν η επιταγή επιστρεφόταν από την τράπεζα (όπως έγινε λ.χ. στις 24.1.2008 για την επιταγή αξίας €700, η οποία επιστράφηκε στις 29.1.2008). Κρίνω, συνεπώς, ότι η συμπλήρωση και κατάθεση της επιταγής που παραδόθηκε στην ενάγουσα, σύμφωνα με την μαρτυρία τόσο του κ. Έλληνα όσο και του εναγόμενου 1 με την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 1.7.2004, την οποία η ενάγουσα ουδόλως αποδέχτηκε ως ανεπιφύλακτα προς πλήρη ικανοποίηση του χρέους του εναγόμενου, δεν αποτελεί εξόφληση από μέρους του εναγόμενου 1 και απόσβεση του χρέους του στη βάση του συμβολαίου. Καίτοι δεν προωθείται μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των εναγομένων, σημειώνω ότι δικογραφημένη θέση του εναγόμενου 1 είναι ότι, αν ήθελε αποδειχθεί η υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 1.7.2004, η ενάγουσα παρέλειψε να προειδοποιήσει τον εναγόμενο 1 για τη σημασία ή τους κινδύνους που διέτρεχε με την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας, και παρέλειψε να τον προτρέψει να λάβει ανεξάρτητη νομική ή και άλλη συμβουλή προτού την υπογράψει. Από απόψεως προσκομισθείσας μαρτυρίας, το μόνο που θα μπορούσε να εκληφθεί ως σχετικό με τον πιο πάνω ισχυρισμό, είναι ότι στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο εναγόμενος 1 προέβαλε τη θέση ότι οι γνώσεις του περί της αγγλικής γλώσσας στην οποία είναι συνταγμένη η συμφωνία ημερ. 1.7.2004 είναι περιορισμένες έως και ανύπαρκτες, θέση την οποία δεν αποδέχτηκα για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου
  3. Σημειώνω, όμως, ότι ακόμα και αν οι γνώσεις του εναγόμενου 1 περί της αγγλικής γλώσσας ήταν περιορισμένες, ουδέποτε ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι ενημέρωσε την ενάγουσα περί τούτου, αφού θέση του ήταν ότι δεν θυμάται να έχει υπογράψει τη συμφωνία ημερ. 1.7.
  4. Περαιτέρω, αν και ο κ. Έλληνας ερωτηθείς από το συνήγορο των εναγομένων αν παρακίνησε τον εναγόμενο 1 να συμβουλευθεί δικηγόρο σε σχέση με το Τεκμήριο 2, απάντησε ότι δεν θυμάται να τον παρακίνησε, προσθέτοντας ότι ήταν δικαίωμά του να συμβουλευθεί δικηγόρο, δεδομένου ότι ουδεμία μαρτυρία δόθηκε που να μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι μεταξύ των μερών υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση η ενάγουσα να κυριαρχήσει επί της θέλησης του εναγόμενου 1 προς εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους, δεν βλέπω γιατί η ενάγουσα να τελούσε υπό την υποχρέωση να παρακινήσει τον εναγόμενο 1 να λάβει τέτοια ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτησή της εναντίον του εναγόμενου 1, στο βαθμό που απαιτείται. Μοναδική θέση που προωθήθηκε από την εναγομένη 2 στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, είναι ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε το Τεκμήριο 3, θέση η οποία, κατά την κρίση μου δεν καλύπτεται από την Υπεράσπιση των εναγομένων, και η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδείχτηκε για τους λόγους που ανέφερα στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κ. Αιμίλιου Έλληνα και της εναγομένης
  5. Του ευρήματος μου ότι η εναγομένη 2 υπέγραψε το ρηθέν έγγραφο δοθέντος, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτησή της και εναντίον της εναγομένης 2, στον βαθμό που απαιτείται. Αναφορικά με το θέμα του τόκου, η ενάγουσα ζητά νόμιμο τόκο επί του αξιούμενου ποσού από 29.1.
  6. Δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν ζητά το εν λόγω ποσό ως ειδική ζημιά, και δεδομένου περαιτέρω ότι στη σύμβαση ημερ. 1.7.2004 δεν υπάρχει πρόνοια για καταβολή νόμιμου (ή άλλου ποσοστού) τόκου επί των οφειλόμενων από τον εναγόμενο 1 ποσών, θεωρώ ότι η επιδίκαση του νόμιμου τόκου θα πρέπει να αρχίζει από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, συμφώνως του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  7. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €33.016,44 με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο σε κλίμακα €10.000 - €50.
  8. (Υπ.) .......... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στο Τεκμήριο 3 υπάρχει η εξής πιστοποίηση από τον Πιστοποιούντα Υπάλληλο Ανδρέα Ρίκκο Παττίχη: «Υπογράφτηκε (ή σφραγίστηκε) σήμερα υπό την Αντωνία Αχιλλέως ο οποίος τυγχάνει προσωπικώς γνωστός σε εμέ. Προς επιμαρτύρηση τούτου θέτω την υπογραφή και την επίσημη σφραγίδα. Λάρνακα 1/11/04» [2] «
  9. Πιστοποιήσεις που θεωρούνται ότι διενεργήθηκαν από πιστοποιούντα υπάλληλο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού είναι δεκτές ως απόδειξη των γεγονότων που πιστοποιούνται με αυτές από όλα τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας της Κύπρου.» [3] «Το θέμα εξετάστηκε στην Χαρούς ν. Χαρούς κ.α.
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 267, όπου αποφασίστηκε ότι με βάση το γενικό κανόνα το βάρος απόδειξης ισχυρισμού για πλαστογραφία ενός πληρεξουσίου εγγράφου το φέρει αυτός που προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό. Απόφαση που εναρμονίζεται με το λεκτικό του άρθρου 9 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο οι πιστοποιήσεις πιστοποιούντα υπαλλήλου «είναι δεκτές ως απόδειξη των γεγονότων που πιστοποιούνται με αυτές από όλα τα Δικαστήρια», λεκτικό που δημιουργεί τεκμήριο - μαχητό βέβαια - αυθεντικότητας ενός πληρεξουσίου που πιστοποιείται από πιστοποιών υπάλληλο.» [4] Σύμφωνα με το άρθρο 13 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, «Οποτεδήποτε γίνεται αναφορά σε Νόμο σε άλλο Νόμο, τέτοια αναφορά, εκτός αν το κείμενο απαιτεί διαφορετικά, θα λογίζεται ότι περιλαμβάνει αναφορά στον τελευταίο αναφερθέντα Νόμο όπως ο ίδιος δύναται από καιρό σε καιρό να τροποποιηθεί, ή σε οποιοδήποτε Νόμο που αντικαθίσταται για αυτόν». [5] Άρθρο 3 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997, Ν. 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε. [6] «Ο λόγος για τον οποίο δεν απασχολούμαι πια στη C.A.C. Finance είναι γιατί η εν λόγω εταιρεία έχει πάψει να εκτελεί τέτοιου είδους εργασία λόγω οικονομικών διαφορών με την Έλληνας Finance.» [7] «
  1. Governing Law. This Agreement shall be construed and enforced in accordance with and shall be governed by, the laws of the State of New York, excluding its choice-of-laws rules that may otherwise require the application of the laws of another jurisdiction.» [8] «WHEREAS the Seller wishes to appoint the Sub-Representative as a sub-representative for the provision of MoneyGram's Money Transfer Services in Cyprus, under the terms and conditions of this Agreement, and WHEREAS the Sub-Representative has agreed to his appointment as a Sub-Representative under the terms and conditions of this Agreement.» Σημειώνω ότι ο πωλητής - «the Seller» - είναι η ενάγουσα και ο υποαντιπρόσωπος - «the Sub-Representative» - είναι ο εναγόμενος 1 (σελ. 1 Τεκμηρίου 2). [9] «L. Accounting for Money and Checks. Any other provision of this Subcontract notwithstanding, Sub-Representative shall be absolutely liable to account for all funds coming into Sub-Representative's possession, and Sub-Representative will hold in trust for MoneyGram and the Seller all monies received by Sub-Representative as such (including money transfer principal and fees) and will pay the same to Seller 24 hours after funds are received by Sub-Representative. [..].» [10] «N. Termination. If Sub-Representative fails to observe or perform any of its obligations under this Subcontract Seller or MoneyGram may forthwith terminate this Subcontract by giving notice to Sub-Representative.» [11] «
  2. The liability of the surety is co-extensive with that of the principal debtor, unless it is otherwise provided by the contract.» [12] «
  3. Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης.» [13] Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685, στη σελ. 689 το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε τη φράση «material facts» που απαντάται στη Δ.19 Θ.4 των Θεσμών, με αναφορά στην αγγλική απόφαση Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one "material" fact is omitted, the statement of claim is bad.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.