← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΛΑΝΙΟΥ ν. ΦΩΤΟΥΛΑΣ ΠΕΤΡΙΔΟΥ, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 2187/2009, 31/10/2016

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΛΑΝΙΟΥ ν. ΦΩΤΟΥΛΑΣ ΠΕΤΡΙΔΟΥ, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 2187/2009, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A582 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 2187/2009 ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΛΑΝΙΟΥ Ενάγοντα και ΦΩΤΟΥΛΑΣ ΠΕΤΡΙΔΟΥ Εναγόμενης Ημερομηνία: 31.10.2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κυριάκος Χρ. Κνώφος, για Κώστα Π. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε., και κα Ελισάβετ - Μαρία Τιμοθέου, για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κ. Χρύσανθος Χρυσάνθου, για Λ. Παπαφιλίππου και ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις αναφορικά με τραυματισμούς και υλικές ζημιές που υπέστη όταν ενεπλάκηκε σε τροχαίο ατύχημα με την Εναγόμενη: ο μεν Ενάγων ως οδηγός της μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφής KSF964, η δε Εναγόμενη ως οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΗΤΕ

  1. Το ότι υπήρξε τροχαίο ατύχημα στο οποίο αμφότεροι εμπλέκονται ως οδηγοί είναι παραδεκτό στην όψη των δικογράφων. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας συμφωνήθηκε το ποσό των αποζημιώσεων το οποίο ο Ενάγων θα δικαιούται να λάβει, επί πλήρους ευθύνης της Εναγομένης: · Ποσό €25.000 ως γενικές αποζημιώσεις, και · Ποσό €13.000 ως ειδικές αποζημιώσεις. Συνεπακόλουθα, δεν χρειάστηκε να προσκομιστεί μαρτυρία για να αποδείξει τα είδη και τις λεπτομέρειες ζημιάς του Ενάγοντος, ως είχαν δικογραφηθεί. Παρέμεινε επίδικο το θέμα του καταμερισμού της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος, καθώς επίσης το ζήτημα του τόκου που τυχόν θα επιδικαστεί. Η ΕΚΔΟΧΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ Η εκδοχή γεγονότων που προτάσσει ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α») του είναι ότι κατά ή περί τις 13/7/2008 αυτός οδηγούσε στη Λεωφόρο Πρωταρά - Κάβο Γκρέκο στο Παραλίμνι με κατεύθυνση από Πρωταρά προς Παραλίμνι κρατώντας τη μεσαία (εσωτερική) λωρίδα κυκλοφορίας της αριστερής πλευράς του δρόμου ως η πορεία του με υποχρεωτική πορεία προς τα δεξιά (Περνέρας). Η Εναγόμενη οδηγούσε κατά μήκος του ίδιου δρόμου κρατώντας την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας της αριστερής πλευράς του δρόμου ως η πορεία της, δηλαδή την εξωτερική. Ενόσω τα οχήματα οδηγούνταν με πορεία και κατεύθυνση ως ανωτέρω, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι, σε κάποιο σημείο του δρόμου, η Εναγόμενη, χωρίς να δείξει με το δεξιό φωτεινό σηματοδότη της και/ή άλλως πως την πρόθεσή της, επιχείρησε να στρίψει δεξιά και/ή έστριψε δεξιά, για να εισέλθει στην οδό Περνέρας, διασχίζοντας τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και απέκοψε την ελεύθερη πορεία του Ενάγοντα και συγκρούστηκε με τη μοτοσικλέτα του Ενάγοντα. Ενόψει της πιο πάνω εκδοχής είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη φέρει αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, διότι ήταν η δική της αμέλεια που αποτέλεσε την αιτία σύγκρουσης των δύο. Ειδικότερα, αποδίδεται αμελής οδήγηση στην Εναγόμενη επί τω ότι αυτή꞉ · (βλ. παρα. 3(α)(β) της Ε/Α) - Δεν έδειξε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά, για να εισέλθει στην οδό Περνέρας και αντ' αυτού διέσχισε τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, παρεμβλήθηκε στην πορεία του Ενάγοντα και απέκοψε την ελεύθερη πορεία του. · (βλ. παρα. 3(γ) της Ε/Α) - Παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα και/ή καθόλου την μοτοσικλέτα του Ενάγοντα στον εν λόγω δρόμο, ο οποίος εκείνη τη στιγμή περνούσε από τα δεξιά της, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτήν. · (βλ. παρα. 3(στ) της Ε/Α) - Παρέλειψε να δείξει την ενδεικνυόμενη υπό τις περιστάσεις λογική φροντίδα και προσοχή για ν' αποφύγει τη σύγκρουση. · (βλ. παρα. 3(ζ) της Ε/Α) - Έθεσε τον Ενάγοντα ενώπιον απότομου και/ή απρόβλεπτου κινδύνου και/ή σε αγωνία της στιγμής. Γ. Η ΕΚΔΟΧΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Η εκδοχή που δικογράφησε η Εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισής της (στο εξής «η Ε/Υ») ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Ισχυριζόταν η Εναγόμενη꞉ · (βλ. παρα. 3 της Ε/Υ) - ότι αυτή έδειξε με τον φωτεινό σηματοδότη της την πρόθεσή της ότι θα έστριβε δεξιά και ότι μάλιστα άρχισε να στρίβει μόνο μετά που έλεγξε με τους καθρέφτες του αυτοκινήτου της και βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές να στρίψει. · (βλ. την ίδια παρα. 3 της Ε/Υ) - ότι, ενώ αυτή άρχισε να στρίβει, ο Ενάγων επιχείρησε να την προσπεράσει από δεξιά οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του με «ιλιγγιώδη» ταχύτητα πάνω στη ζωγραφιστή νησίδα και ήταν εκείνος που προσέκρουσε επί του αυτοκινήτου της. Ενόψει της πιο πάνω εκδοχής, η Εναγόμενη ισχυριζόταν (βλ. παρα. 5 της Ε/Υ) ότι ο Ενάγων φέρει την αποκλειστική ευθύνη ή τουλάχιστον συντρέχουσα ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, επί τω ότι αυτός꞉ · (βλ. παρα. 5(α) της Ε/Υ) οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα. · (βλ. παρα. 5(β) της Ε/Υ) παρέλειψε να χρησιμοποιήσει έγκαιρα ή αποτελεσματικά ή καθόλου τα φρένα. · (βλ. παρα. 5(γ)(δ) της Ε/Υ) παρέλειψε να χρησιμοποιήσει έγκαιρα την τροχαία κίνηση επί της οδού και ειδικότερα δεν αντιλήφθηκε το φωτεινό σηματοδότη της Εναγομένης που έδειχνε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά. · (βλ. παρα. 5(ε) της Ε/Υ) παρέλειψε να κάνει ελιγμούς προς αποφυγή της σύγκρουσης. · (βλ. παρα. 5(ζ)(η) της Ε/Υ) παρέλειψε να οδηγεί τη μοτοσικλέτα επί της ορθής πλευράς του οδοστρώματος και/ή οδηγούσε επί της ζωγραφιστής νησίδας. · (βλ. παρα. 5(θ) της Ε/Υ) παρέλειψε να οδηγεί στο ακρότερο αριστερό σημείο του οδοστρώματος. Δ. Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Η Εναγόμενη ήγειρε Ανταπαίτηση εναντίον του Ενάγοντα για να την αποζημιώσει και/ή να της παράσχει κάλυψη και/ή συνεισφορά ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης που θα αποδώσει το παρόν Δικαστήριο για οποιονδήποτε ποσό ήθελε διαταχθεί η Εναγόμενη να πληρώσει σε άλλη αγωγή, την αγωγή 2186/2009, υπό μορφή αποζημιώσεων υπέρ της εκεί Ενάγουσας, Μαριλένας Άσπρου, η οποία ήταν συνεπιβάτης του εδώ Ενάγοντος επί της επίδικης μοτοσικλέτας στο πλαίσιο του ίδιου δυστυχήματος. Στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ο Ενάγων δικογράφησε πλήρη και γενική άρνηση όλων των ισχυρισμών της Εναγόμενης και την κάλεσε σε αυστηρή απόδειξη αυτών. Οδηγήθηκε η παρούσα υπόθεση σε ακρόαση μετά που η υπόθεση αρ. 2186/2009 ολοκληρώθηκε με εξώδικο συμβιβασμό που δηλώθηκε στο Δικαστήριο. Το αποτέλεσμα του εν λόγω συμβιβασμού δικογραφήθηκε και στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης με την παρα. 6 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχωρήθηκε στις 23/2/
  2. Ως εκ τούτου, οι δύο υποθέσεις είχαν ήδη αποσυνενωθεί όταν άρχισε η ακροαματική διαδικασία της παρούσας. Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση σε ό,τι αφορά την αγωγή του Ενάγοντος κατά της Εναγομένης, έγιναν από κοινού δηλώσεις των συνηγόρων για παραδεκτά γεγονότα όσον αφορά την ανταπαίτηση. Έτσι, δεν χρειάστηκε να προσκομιστεί περαιτέρω μαρτυρία. Συγκεκριμένα, καθορίστηκε ότι τα γεγονότα που αποτελούν το υπόβαθρο της ανταπαίτησης είναι αυτά στα οποία θα καταλήξει το παρόν Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας που δόθηκε στην παρούσα αγωγή. Το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει το Δικαστήριο αναφορικά με την ευθύνη μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης θα δεσμεύει και τα δύο αυτά μέρη και σε ό,τι αφορά την ανταπαίτηση. Σε περίπτωση που το παρόν Δικαστήριο βρει ότι ο Ενάγων φέρει συντρέχουσα ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, τότε κατά το ίδιο ποσοστό καλείται το Δικαστήριο να επιδικάσει ποσό συνεισφοράς προς την Εναγόμενη επί του ποσού που επιδικάστηκε εναντίον της στην αγωγή 2186/2009, ήτοι επί ποσού €10.000 ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, πλέον €2.500 πλέον ΦΠΑ ως δικηγορικά έξοδα. Βεβαίως, η πλευρά του Ενάγοντος εισηγείται στο Δικαστήριο, στη βάση και των όσων δικογράφησε στην παρα. 6 της Τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ημερ. 8/3/2013, ότι η Εναγόμενη κωλύεται (estopped) από το να εγείρει την ανταπαίτηση για κάλυψη και/ή συνεισφορά από τον Ενάγοντα λόγω ύπαρξης δεδικασμένου (res judicata) και/ή κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, επί τω ότι η ανταπαίτηση βασίζεται σε θέματα που έχουν ήδη αποφασιστεί στην αγωγή 2186/
  3. Η έγερση της ανταπαίτησης στην παρούσα συνιστά κατ' ισχυρισμό του Ενάγοντος κατάχρηση διαδικασίας. Σημειωτέων ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό στην παρούσα, ότι στην αγωγή 2186/2009, η Εναγόμενη δεν έκανε προσεπίκληση του Γεώργιου Κολανιού ως τριτοδιάδικου. Προέχει η εξέταση της ουσίας της αγωγής μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγόμενης, για να κριθεί δικαστικά ποιο ποσοστό ευθύνης φέρει έκαστος για την πρόκληση του δυστυχήματος. Ε. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο Ενάγων έφερε πέντε μάρτυρες, περιλαμβανομένου του ιδίου, ως ακολούθως꞉ · Πρώτος, κατέθεσε ο Αστ.2531, Γ. Ιωάννου (ΜΕ1). · Δεύτερη, κατέθεσε η κα Βασούλα Ιωάνννου (ΜΕ2). · Τρίτος, κατέθεσε ο Ενάγων (ΜΕ3). · Τέταρτη, κατέθεσε η κα Μαριλένα Άσπρου (ΜΕ4). · Πέμπτη, κατέθεσε η κα Χρυστάλλα Παπαχριστοδούλου (ΜΕ5). Για σκοπούς υπεράσπισης, κατέθεσε μόνο η Εναγόμενη (ΜΥ1). Όλη η προφορικά δοθείσα ένορκη μαρτυρία βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ευρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Επιχειρώ πιο κάτω μια συνοπτική παρουσίαση της μαρτυρίας και αιτιολογώ ακολούθως την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως έχει μελετηθεί στο σύνολό της. Ε.
  4. Η μαρτυρία του ΜΕ1 Ο ΜΕ1 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου και είναι αποσπασμένος στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης (βλ. το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) που ο ίδιος συνέταξε για να περιγράψει τις ενέργειες του σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ1 εξήγησε ότι εξεταστής του δυστυχήματος ήταν αρχικά ο Αστ. 3313, οι ενέργειες του οποίου καταγράφονται σε γραπτή κατάθεση που είχε στην κατοχή του ο ΜΕ1 και την οποία κατέθεσε ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  5. Ο ΜΕ1 ανέλαβε για περαιτέρω εξετάσεις όταν ο Αστ. 3313 έφυγε για μετάθεση. Ο φάκελος, όμως, της υπόθεσης, ως θέμα τακτικής της Αστυνομίας, συμπληρώθηκε από τον Αστ.3313, παρά τη μετάθεσή του. Όπως καταγράφεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, ο ΜΕ1 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος στις 6/8/2008, περί ώρα 10 π.μ., μαζί με τον Ενάγοντα και τη Γ/Αστ.
  6. Σκοπός της επίσκεψης ήταν να του υποδείξει ο Ενάγων την πορεία που ακολούθησε τόσο ο ίδιος όσο και η Εναγόμενη αμέσως πριν την επίδικη σύγκρουση. Βάσει των υποδείξεων στις οποίες προέβη ο Ενάγων, ο ΜΕ1 προχώρησε και ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο και παρουσίασε στο Δικαστήριο (βλ. το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Το σημείο της σύγκρουσης σημειώθηκε από τον ΜΕ1 στο σχέδιο με το γράμμα «Χ». Ο ΜΚ1 αναφέρει στην κατάθεσή του ότι αυτός μετέφερε αυθημερόν (ήτοι στις 6/8/2008) το πρόχειρο σχέδιο σε συμμετρικό σχέδιο (βλ. το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3), χωρίς να έχει ενώπιόν του οποιεσδήποτε απόψεις ή παρατηρήσεις της Εναγομένης, αφού αυτή αρνήθηκε να επισκεφθεί τη σκηνή για να υποδείξει το σημείο της σύγκρουσης, παρά το ότι ο ίδιος επικοινώνησε αρκετές φορές μαζί της. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 τόνισε ότι «πάμπολλες φορές», τόσο η συνάδελφός του Γ/Αστ. 3462 όσο και αυτός προσωπικά, επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με την Εναγόμενη, η οποία όμως αρνιόταν να επισκεφθεί τη σκηνή. Αναφέρθηκε ο ΜΕ1 στα όσα είπε επί λέξει η Εναγόμενη στις 19/9/2008 και τα οποία αυτός σημείωσε στο Ημερολόγιο Ενεργείας του꞉ «Δεν πρόκειται να έρθω να σας δείξω και ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Κατέθεσε ο ΜΕ1 το Ημερολόγιο Ενεργείας ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  7. Η επιτόπια επίσκεψη του ΜΕ1 στη σκηνή του δυστυχήματος στις 6/8/2008 έγινε με τη συνοδεία και/ή στην παρουσία της συναδέλφου του, Γ/Αστ.
  8. Επειδή εκείνη ήταν νεοπροσληφθείσα στην Αστυνομία, ενώ ο ΜΕ1 ήταν πιο έμπειρος, ανέλαβε αυτός την ετοιμασία του σχεδίου της σκηνής και η συμβολή της Γ/Αστ. ήταν μόνο να κρατά την άκρια της κουρτέλας για να βοηθά τον ΜΕ1 στις μετρήσεις. Επίσης, αυτή συμπλήρωσε το Ημερολόγιο Ενεργείας. Καθ' ον χρόνο βρισκόταν στη σκηνή του δυστυχήματος, ο ΜΕ1 είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι ο δρόμος όπου συνέβη το δυστύχημα είναι ευθύς και επίπεδος, ότι το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ και ότι η ορατότητα ήταν απεριόριστη. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 κατέγραψε στην κατάθεσή του ότι την ώρα που έγινε το δυστύχημα ήταν σούρουπο και ο καιρός ήταν αίθριος. Ο ΜΕ1 επεξήγησε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου τις διάφορες μετρήσεις που αυτός τοποθέτησε επί του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής, καθώς επίσης περιέγραψε τα ενεχόμενα οχήματα. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στις διαστάσεις των ενεχόμενων οχημάτων꞉ · Το όχημα της Εναγόμενης, Toyota Starlet, τρίπορτο σαλούν, ήταν πλάτους 1,60μ και μήκους 3,60 μ. · Η μοτοσικλέτα του Ενάγοντος ήταν 1,30μ ύψος, 1,70μ μήκος και 0,90μ πλάτος. Δεν αμφισβητούνται οι μετρήσεις αυτές. Επεξήγησε επίσης ο ΜΕ1 τις ζημιές των δύο οχημάτων꞉ · Βούλωμα στη μπροστινή δεξιά και στον προφυλακτήρα μεταξύ της πόρτας και του τροχού προς πισινή δεξιά πόρτα αυτοκινήτου Εναγομένης. Αναγνώρισε τη ζημιά αυτή ως φαίνεται στη φωτογραφία που του υπεδείχθη (βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α προς αναγνώριση). · Ζαβωμένες και σπασμένες οι μπροστινές περόνες που βρίσκονται αριστερά και δεξιά του μπροστινού τροχού της μοτοσικλέτας του Ενάγοντος και σπασμένο το μπροστινό φανάρι και τα πλαϊνά προστατευτικά. Δεν αμφισβητείται αυτή η περιγραφή των ζημιών. Αντεξετασθείς, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι αυτός είδε τα δύο ενεχόμενα οχήματα το ίδιο βράδυ που συνέβη το δυστύχημα, αλλά όχι στη σκηνή του δυστυχήματος, παρά μόνο στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου όπου είχαν μεταφερθεί. Ισχυρίστηκε ότι το όχημα της Εναγόμενης έπρεπε να μεταφερθεί στη Λευκωσία, ως η δική της επιθυμία, γι' αυτό και ο ίδιος έσπευσε να λάβει τις μετρήσεις των οχημάτων το ίδιο βράδυ του δυστυχήματος στο Σταθμό. Δεν γνώριζε ο ΜΕ1 να πει αν οποιοσδήποτε αστυνομικός μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος το ίδιο βράδυ που συνέβη. Ούτε καν για τον εξεταστή του δυστυχήματος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ο ΜΕ1 αν είχε πάει στη σκηνή εκείνο το βράδυ. Τούτο, παρά το γεγονός ότι είχε αμέσως προηγουμένως αναφέρει ότι εργαζόταν στην ίδια βάρδια με τον εξεταστή Αστ. 3313 το βράδυ του δυστυχήματος και ότι εργάζονταν συλλογικά. Ενόψει του ότι δεν είχε πάει στη σκηνή του δυστυχήματος μόλις αυτό συνέβη, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι δεν γνώριζε ποιες ήταν οι τελικές θέσεις των οχημάτων. Δεν γνώριζε να πει ούτε ποιος μετακίνησε τα οχήματα από τη σκηνή του δυστυχήματος, ούτε αν τα μετακίνησε η Αστυνομία Παραλιμνίου όπως του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης. Επιβεβαίωσε ότι ο λόγος που δεν ετοιμάστηκε το σχέδιο της σκηνής το ίδιο βράδυ του δυστυχήματος ήταν επειδή ακριβώς τα οχήματα είχαν μετακινηθεί από την σκηνή. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι παρά το γεγονός ότι αυτός βρισκόταν στο σταθμό το βράδυ του δυστυχήματος, εντούτοις δεν είδε την Εναγόμενη που πήγε εκείνο το βράδυ να δώσει κατάθεση. Ούτε του έκανε οποιαδήποτε αίσθηση ούτε του ξύπνησε καμιά ανάμνηση η υποβληθείσα από το συνήγορο Υπεράσπισης περιγραφή της Εναγόμενης όπως ήταν κατ' ισχυρισμό όταν πήγε στο σταθμό εκείνο το βράδυ, ως μιας κοπέλας νεαρής, σοκαρισμένης και κλαμένης. Δεν θυμόταν ούτε να άκουσε τον πατέρα της Εναγομένης να τσακώνεται με τον συνάδελφό του και εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν γνώριζε ο ΜΕ1 να πει αν ο πατέρας της Εναγόμενης είχε μεταβεί εκείνο το βράδυ στον Αστυνομικό Σταθμό και όταν ο Αστ. 3313 έγραψε την απάντηση της Κατηγορουμένης στη γραπτή κατηγορία ως «Παραδέχομαι», ο μόνος λόγος που η Εναγόμενη δεν υπέγραψε ήταν επειδή πρόλαβε ο πατέρας της και σταμάτησε τον Αστυνομικό. Σημειώνω ότι, αν και ήταν ο ΜΕ1 εκείνος που κατέθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση της Εναγομένης (βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4), εντούτοις δεν ήταν εκείνος που της είχε λάβει την κατάθεση, αλλά ο Αστ.3313 που ήταν τότε εξεταστής της υπόθεσης. Ομοίως, αν και ήταν ο ΜΕ1 εκείνος που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη γραπτή κατηγορία που προσήφθη στην Εναγόμενη στις 13/7/2008, εντούτοις και πάλιν ήταν ο Αστ. 3313 εκείνος που διενήργησε τη γραπτή κατηγορία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αρνήθηκε ο ΜΕ1, τουλάχιστον όσον αφορά το άτομό του, τη θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι αυτός και οι άλλοι δύο αστυνομικοί που συμμετείχαν στις εξετάσεις για το δυστύχημα και για την ετοιμασία του φακέλου είχαν εκφοβίσει και υποχρεώσει την Εναγόμενη να υπογράψει την ανακριτική της κατάθεση ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  9. Ο ΜΕ1 δεν γνώριζε να πει αν υπήρχε συνεπιβάτης πάνω στην επίδικη μοτοσικλέτα του Ενάγοντα ή αν υπήρχαν συνεπιβάτες στο επίδικο αυτοκίνητο της Εναγομένης. Δεν γνώριζε να πει ούτε αν λήφθηκαν ή/και γιατί δεν λήφθηκαν καταθέσεις από τυχόν συνεπιβάτες. Επικαλέστηκε μόνο το γεγονός ότι αυτός ανέλαβε τη διερεύνηση από 6/8/
  10. Όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης «Χ», ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι το τοποθέτησε εκεί, όχι μόνον επειδή του το υπέδειξε ο Ενάγων, αλλά και επειδή κατά την εν λόγω ημερομηνία είδε ο ίδιος με τα μάτια του ότι υπήρχαν γδαρσίματα στο συγκεκριμένο σημείο έστω και αν είχαν παρέλθει 23 ημέρες από τη μέρα του δυστυχήματος. Εξέφρασε μάλιστα βεβαιότητα ο ΜΕ1 για την ορθότητα του εν λόγω σημείου. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ο ΜΕ1 την υποβληθείσα από το συνήγορο Υπεράσπισης θέση ότι το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν «μέσα στην αντίθετη λωρίδα». «Δεν υπάρχει έτσι περίπτωση», ήταν η θέση του ΜΕ
  11. Σε νέα θέση που του υποβλήθηκε, ότι «ο Ενάγων επροσπέρναν τα οχήματα τα οποία βρίσκονταν στη μεσαία λωρίδα που την τρίτη λωρίδα» όπου με τον όρο «τρίτη λωρίδα» ο συνήγορος εννοούσε την εξ αντιθέτου λωρίδα, η οποία στο σχέδιο της σκηνής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) σημειώνεται με την ένδειξη κατεύθυνσης «προς Πρωταρά», υπήρξε ένσταση από το συνήγορο του Ενάγοντος για τον εξής λόγο꞉ αυτή η θέση συγκρούεται με ό,τι δικογραφήθηκε στην παρα. 3, δεύτερη υποπαράγραφο της Ε/Υ, ότι δηλαδή ο Ενάγων προσπέρασε την Εναγόμενη από δεξιά «οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του . πάνω στη ζωγραφιστή νησίδα». Παρατηρώ επί του σχεδίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) ότι η ζωγραφιστή νησίδα σταματά σε κάποιο σημείο και η προέκτασή της αποτελεί τη λεγόμενη «μεσαία λωρίδα» και όχι την «εξ αντιθέτου λωρίδα προς Πρωταρά» ως η περιγραφή του συνηγόρου Υπεράσπισης. Για να συγκεράσει την υποβληθείσα θέση με ό,τι δικογραφήθηκε ανωτέρω, ο συνήγορος Υπεράσπισης επιχείρησε να προωθήσει μια ακόμη νέα θέση, ότι δήθεν ο Ενάγων «για να πάει στην αντίθετη λωρίδα, πέρασε πάνω από τη νησίδα». Διαφώνησε δηλαδή ο συνήγορος Υπεράσπισης με την «πορεία Β» της μοτοσικλέτας ως φαίνεται στο σχέδιο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Τη χαρακτήρισε λανθασμένη. Δεν επέμεινε σε άρνηση της θέσης αυτής ο ΜΕ1, παρά μόνον παρέπεμψε το Δικαστήριο στον Ενάγοντα, ο οποίος του είχε υποδείξει τη συγκεκριμένη πορεία Β ως την πορεία που εκείνος ακολουθούσε καθ' ον χρόνο έγινε το δυστύχημα. Ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να εξηγήσει πώς συνάδει η πορεία Β με τη ζημιά επί του οχήματος της Εναγομένης ως φαίνεται στη φωτογραφία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α προς αναγνώριση). Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι, χωρίς να είναι εμπειρογνώμονας, η ζημιά ήταν πλαγιομετωπική, δεν ήταν ευθεία κάθετη ζημιά. Ήταν διαγώνια προς το όχημα. Διευκρίνισε ο ΜΕ1 ότι ο λόγος που αυτός μετέβηκε στη σκηνή μόλις στις 6/8/2008 για την ετοιμασία του σχεδίου ήταν επειδή τότε μπορούσε ο Ενάγων να πάει. Αν τούτο οφειλόταν στους τραυματισμούς του ή όχι, δεν μπορούσε να το γνωρίζει ο ΜΕ
  12. Ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει ο ΜΕ1 γιατί ο Ενάγων ήταν σε θέση, παρά τους τραυματισμούς του, να δώσει ανακριτική κατάθεση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) στις 16/7/2008 (δηλαδή 3 μέρες μετά το δυστύχημα), αλλά όχι να μεταβεί στη σκηνή. Σημειώνω ότι η ιατρική αναφορά την οποία είχε στην κατοχή του ο ΜΕ1 και την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8), δείχνει ότι ο Επαρχιακός Ιατρικός Λειτουργός του Γ.Ν. Αμμοχώστου εξέτασε τον Ενάγοντα, διαπίστωσε ότι είχε εξάρθρωση στο οπίσθιο του ώμου και τραύμα στο αριστερό γόνατο. έγινε θεραπεία και απελύθη. Πότε έγιναν αυτά δεν προσδιορίζεται στην εν λόγω ιατρική αναφορά. Καταληκτικά υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι «ήβρατε μια μιτσιά, 18 χρονών, που τη Λευκωσία τζαι πολλά απλά εγελάσατέ της». Ο ΜΕ1 το αρνήθηκε λέγοντας «Δεν υπήρχε λόγος να της γελάσουμε». Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
  13. Ε.
  14. Η μαρτυρία της ΜΕ
  15. Η ΜΕ2 εργάζεται στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός. Εκτελεί χρέη Πρωτοκολλητή του Ποινικού Τμήματος. Παρουσίασε στο Δικαστήριο τον πρωτότυπο ποινικό φάκελο αρ. 154/2009 τον οποίο είχε στην κατοχή της (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11). Η Κατηγορούμενη αντιμετώπισε μια μόνο ποινική κατηγορία, της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/72) επί τω ότι στις 13/7/2008 στη Λεωφόρο Πρωταρά στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΕ080 χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η ΜΕ2 παρουσίασε, επίσης, τα αποστενογραφημένα πρακτικά της πρώτης εμφάνισης στο Δικαστήριο ημερ. 3/3/2009 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12), όπου ευθύς μόλις απαγγέλθηκε στην Κατηγορούμενη (εδώ Εναγόμενη) η ποινική κατηγορία, αυτή απάντησε «Τί εννοείτε χωρίς την προσήκουσα προσοχή꞉ το μόνο που έκαμα είναι ότι δεν έδειξα. Ζητώ χρόνο να δω δικηγόρο.». Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για απάντηση στις 12/3/
  16. Σύμφωνα με τα αποστενογραφημένα πρακτικά της εν λόγω δικασίμου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13), η Κατηγορούμενη απάντησε ως εξής꞉ «Θα παραδεχθώ σήμερα την κατηγορία. Μου έχουν εξηγήσει το αδίκημα.» Τα γεγονότα ως εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ως εξής꞉ «13/7/2008, η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της στο Παραλίμνι. Σε κάποια στιγμή στο δρόμο, στην προσπάθεια της να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία της, συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ1 μοτοσικλετιστής. Δεν υπήρχαν τραυματισμοί ή υλικές ζημιές. Η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου.». Διευκρίνισε η ΜΕ2 ότι όσα αποστενογραφημένα πρακτικά κατατέθηκαν ως τεκμήριο στο παρόν Δικαστήριο, είχαν ελεγχθεί από το φυσικό δικαστή της ποινικής υπόθεσης και εγκριθεί, προτού προσφερθούν εδώ ως μαρτυρία. Δεν υπήρξε αντεξέταση της ΜΕ
  17. Ε.
  18. Η μαρτυρία του ΜΕ
  19. Ο Ενάγων είδε και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου την ανακριτική κατάθεση που ο ίδιος έδωσε στην Αστυνομία στις 16/7/2008 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5), το περιεχόμενο της οποίας διάβασε και υιοθέτησε πλήρως. Στην εν λόγω κατάθεση, η οποία ήταν αφηγηματική, ο Ενάγων δήλωσε τα εξής꞉ «Εγώ σήμερα 13/7/2008 και περί ώρα 18꞉50 οδηγούσα τη μοτοσικλέτα μου με αρ. εγγραφής KSF964 στη Λεωφόρο Πρωταρά με κατεύθυνση από Πρωταρά προς τον κυκλικό κόμβο ττηςΑγίας Τριάδος όπου σε κάποιο σημείο του δρόμου εγώ καθότι είχα πρόθεση να πάω στην περιοχή του Περνέρα, κινήθηκα στη δεξιά λωρίδα του δρόμου όπου και είναι υποχρεωτική λωρίδα όπου και μπορείς να στρίψεις μόνο δεξιά προς Περνέρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου περίπου πέντε μέτρα πριν από το στρίψιμο είδα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΤΕ080 χωρίς να νέψει ότι θα στρίψει δεξιά να μπαίνει απότομα στη λωρίδα όπου βρισκόμουν εγώ και να μου ανακόπτει το δρόμο καθότι βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από εμένα, μη αφήνοντάς μου χρόνο για να αντιδράσω και να κάνω οτιδήποτε με αποτέλεσμα να συγκρουστούμε.». Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του συνηγόρου του, ο Ενάγων έδωσε τις εξής λεπτομέρειες꞉ · Ότι όταν αυτός είδε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης να κάνει την κίνηση προς τα δεξιά, το εν λόγω αυτοκίνητο βρισκόταν περίπου 3 - 4 μέτρα μπροστά του στην αριστερή λωρίδα. · Εκείνη τη στιγμή ο ίδιος βρισκόταν στη λωρίδα που ήταν για υποχρεωτική στροφή προς δεξιά. · Ο ίδιος χρησιμοποιούσε εκείνη τη λωρίδα για να στρίψει δεξιά προς Περνέρα όπου διατηρούσε ο πατέρας του σούπερμαρκετ. · Είναι οδηγός μοτοσικλέτας από το 2001 και την έχει ως το μοναδικό του ιδιωτικό μεταφορικό μέσο. · Κατάγεται από τη Δερύνεια. · Κατά το 2008 όταν έγινε το δυστυχημα εργαζόταν στην Πόλη Χρυσοχούς και έκανε σε εβδομαδιαία βάση τη διαδρομή από Πόλη Χρυσοχούς προς Δερύνεια, κάποτε με την επίδικη μοτοσικλέτα και κάποτε με το βαν της εταιρείας. · Δεν είχε ποτέ προηγουμένως εμπλακεί σε δυστύχημα με τη μοτοσικλέτα. · Κατά το χρόνο του δυστυχήματος, είχε συνεπιβάτιδα τη Μαριλένα Άσπρου, με την οποία αργότερα, το Μάη του 2012, παντρεύτηκαν. Αντεξετασθείς, ο Ενάγων επιβεβαίωσε ότι η ανακριτική κατάθεση λήφθηκε από τον ίδιο στις 16/7/2008 και όχι στις 13/7/
  20. Του ζητήθηκε όμως να αφηγηθεί τα γεγονότα της 13ης Ιουλίου, γι' αυτό και άρχισε λέγοντας «Εγώ σήμερα 13/7/2008» αντί «Εγώ σήμερα 16/7/2008». Ισχυρίστηκε ο Ενάγων ότι ο εξεταστής του δυστυχήματος (Αστ. 3313) μετέβη στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο Ενάγων το ίδιο βράδυ της 13/7/2008 περί τα μεσάνυχτα και απαιτούσε να του λάβει κατάθεση. Ωστόσο, ο Ενάγων αρνήθηκε να του δώσει κατάθεση, για το λόγο ότι είχε λάβει παυσίπονα για τους τραυματισμούς του και δεν ήταν σε θέση να καταθέσει. Συγχρόνως, όμως, ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι το ίδιο βράδυ, περίπου μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα, πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι για να δώσει την κατάθεση στην Αστυνομία στις 16/7/2008, ήταν ο πατέρας του εκείνος που τον μετέφερε στο Σταθμό με το δικό του αυτοκίνητο. Η ώρα του δυστυχήματος (18꞉50 περίπου) δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης. Κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Ενάγοντος, χωρίς ένσταση από το συνήγορό του, δέσμη φωτογραφιών της επίδικης μοτοσικλέτας ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  21. Η επίδικη μοτοσικλέτα είναι BMW R1200, μεγάλου κυβισμού (12 αλόγων), ψηλή. Ερωτηθείς να πει με ποιο σημείο της μοτοσικλέτας του κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο της Εναγόμενης, ο Ενάγων απάντησε «Αριστερά μοτοσικλέτας, δεξιό αυτοκινήτου». Υπεβλήθη στον Ενάγοντα ότι υπήρχε και άλλη μοτόρα με φίλους πάνω σ' εκείνην, που προπορευόταν της δικής του. Το αρνήθηκε ο Ενάγων. Ερωτηθείς από το συνήγορο Υπεράσπισης να διευκρινίσει πότε εισήλθε ο ίδιος στη λωρίδα που έχει υποχρεωτική κατεύθυνση προς δεξιά, ο Ενάγων απάντησε ως εξής꞉ «Όταν ξεκίνησε η λωρίδα, μπήκα μέσα 5 μέτρα μετά τη λωρίδα. Λοξώς.». Κληθείς να διευκρινίσει πόσο κοντά στο στρίψιμο έγινε η σύγκρουση, ο Ενάγων απάντησε «Περίπου 5 μέτρα πριν το στρίψιμο». Ήταν η θέση του Ενάγοντος ότι μετά τα μέσα της απόστασης που διένυσε στη λωρίδα με υποχρεωτική κατεύθυνση προς δεξιά, ξεκίνησε επιβράδυνση με τον καράολο της μοτοσικλέτας χωρίς να πατήσει φρένα και έβαλε το δείχτη του σε λειτουργία για να δείξει την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά. Το αυτοκίνητο της Εναγόμενης ο Ενάγων το είδε όταν ο ίδιος βρισκόταν περίπου στη μέση της υποχρεωτικής λωρίδας, η οποία όπως προανέφερε ήταν περί τα 100 μέτρα μήκος, δηλαδή περίπου 50 μέτρα πριν το στρίψιμο. Σε εκείνη τη φάση, το αυτοκίνητο κινήτο παράλληλα με τη μοτοσικλέτα του, σχεδόν δίπλα του, και κρατούσε την αριστερή λωρίδα που είναι υποχρεωτική για να πας ευθεία. Το αυτοκίνητο δεν ελάττωσε ταχύτητα, συνέχιζε κανονικά την πορεία του, όταν το πρωτοείδε ο ίδιος. Κληθείς να εξηγήσει πώς γίνεται, αφού το αυτοκίνητο συνέχισε κανονικά ενώ αυτός ελάττωνε να μην τον προσπέρασε το αυτοκίνητο, ο Ενάγων απάντησε ότι «λίγο πριν να γίνει η σύγκρουση, το αυτοκίνητο ήταν 3 - 4 μέτρα μπροστά μου στην αριστερή λωρίδα που ήταν υποχρεωτική για να πάεις ίσια». Ο ίδιος δεν είδε το αυτοκίνητο να φρενάρει, αφού αυτό, όπως πήγαινε, γύρισε το τιμόνι δεξιά και συγκρούστηκε πάνω στον Ενάγοντα. Δηλαδή, μπήκε μπροστά του το αυτοκίνητο με δεξιά στροφή. Κλήθηκε ο Ενάγων να εξηγήσει πώς γίνεται να είχε ελαττώσει ο ίδιος την ταχύτητά του σε 30 - 35 ΧΑΩ, να μην είχε ελαττώσει η Εναγόμενη, αλλά η μοτοσικλέτα του να υπέστη, λόγω της σύγκρουσης, μεγάλη ζημιά, σχεδόν ολικής καταστροφής. Η απάντηση του Ενάγοντος ήταν ότι «επειδή δεν μου έδωσε περιθώρια ν' αντιδράσω, να πατήσω φρένα, η σύγκρουση ήταν σφοδρή». Ισχυρίστηκε ο Ενάγων ότι ο ίδιος δεν γνώριζε να πει πού κατέληξε η μοτοσικλέτα του μετά το δυστύχημα και τούτο διότι, λόγω του πανικού του, η μόνη του έγνοια ήταν η Μαριλένα Άσπρου, που προσπάθησε να τη μετακινήσει από το πεζοδρόμιο. Ούτε για το αυτοκίνητο της Εναγόμενης μπορούσε να πει ο Ενάγων πού κατέληξε. Ο Ενάγων δίστασε να πει αν η ημερομηνία που αυτός μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος με τον ΜΕ1 για να του υποδείξει το σημείο σύγκρουσης ήταν η 6/8/
  22. Δεν θυμόταν να πει αν είχε ήδη διορίσει δικηγόρους πριν μεταβεί στη σκηνή στις 6/8/
  23. Ερωτηθείς να πει γιατί δεν πήγε στη σκηνή στις 16/7/2008 που έδωσε ανακριτική κατάθεση, ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να περπατήσει αρκετά. Ο Ενάγων δυσκολεύτηκε να πει αν αναγνώριζε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 ως το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε στην παρουσία του ο ΜΕ1 στις 6/8/
  24. Δήλωσε, μάλιστα, ότι αυτός δεν συμφωνεί με το σημείο της σύγκρουσης «Χ» ως φαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  25. Του δόθηκε η ευκαιρία να σημειώσει με κόκκινο μελάνι που βρισκόταν το σημείο σύγκρουσης «Χ» με βάση τη δική του μνήμη για το δυστύχημα. Το τοποθέτησε 5 μέτρα πριν την προέκταση της νοητής ευθείας γραμμής από τις λωρίδες του αλτ που έρχονται από Περνέρα. Δηλαδή 5 μέτρα πριν το ύψος της λωρίδας που θα έμπαινε ο ίδιος προς Περνέρα. Ισχυρίστηκε ο Ενάγων ότι όταν μετέβη στις 6/8/2008 επί τόπου στη σκηνή του δυστυχήματος, «συνέχιζαν να υπάρχουν κάποια λάδια εκεί, απομεινάρια της σύγκρουσης», έστω και αν είχαν ήδη παρέλθει 20 και πλέον μέρες. Επέμεινε ότι το σημείο, ως το σχεδίασε ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν όπως το είχε δείξει στον εξεταστή. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι αυτός είχε πρόθεση να πάει ευθεία προς Παραλίμνι (όχι να στρίψει δεξιά προς Περνέρα) και ότι προσπερνούσε ό,τι αυτοκίνητα έβλεπε μπροστά του. Διαφώνησε ο Ενάγων. Υποβλήθηκε επίσης στον Ενάγοντα ότι η σύγκρουση δεν έγινε μέσα στη λωρίδα που είχε υποχρεωτική κατεύθυνση προς τα δεξιά, αλλά μέσα στην εξ αντιθέτου λωρίδα, δηλαδή εκείνην που έρχεται από Παραλίμνι προς Πρωταρά. Το Δικαστήριο, κατόπιν ένστασης του κ. Κνώφου, δέχθηκε τη θέση του ότι δεν μπορούσε να προωθηθεί η συγκεκριμένη θέση, καθ' ότι δεν είχε δικογραφηθεί στην Ε/Υ και θα ήταν ουσιώδης ισχυρισμός γεγονότων το ότι ο Ενάγων οδηγούσε (όχι επί της ζωγραφιστής νησίδας), αλλά εντός της εξ αντιθέτου λωρίδας. Υποβλήθηκε επίσης στον Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη οδηγούσε στη μεσαία λωρίδα, η οποία είχε υποχρεωτική κατεύθυνση προς τα δεξιά. Ήταν εξίσου μη δικογραφημένη θέση. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι ο λόγος που έγινε η σύγκρουση ήταν η υπερβολική ταχύτητα με την οποία αυτός οδηγούσε. Αυτή ήταν δικογραφημένη θέση. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι μετά τη σύγκρουση το όχημα της Εναγόμενης κατέληξε πάνω στο τριγωνάκι ως φαίνεται στο σχέδιο. Το αρνήθηκε ο Ενάγων, λέγοντας ότι εκεί στο τριγωνάκι ήταν ξαπλωμένος αυτός και η ΜΕ4, μέχρι που τους παρέλαβε ασθενοφόρο. Ήταν βέβαιος πως το αυτοκίνητο της Εναγόμενης δεν ήταν εκεί. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι όλη η διαδικασία είναι προσχεδιασμένη μεταξύ εκείνου και των φίλων του των αστυνομικών. Το αρνήθηκε λέγοντας πως αυτός δεν γνώριζε τους αστυνομικούς που ανέλαβαν την υπόθεση. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Ε.
  26. Η μαρτυρία της ΜΕ4 Η ΜΕ4 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, ημερ. 11/2/2016 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15). Αναφέρει σε αυτήν ότι꞉ «Στις 13.7.2008 εγώ και ο σύζυγος μου ήμασταν σε παραλία στην περιοχή Πρωταρά. Το απόγευμα επιβιβαστήκαμε στη μοτοσικλέτα του Γιώργου με αρ. εγγραφής KSF964 για να πάμε στην περιοχή Περνέρα. Οδηγούσε ο Γιώργος και εγώ ήμουν συνεπιβάτης. Ήμασταν στη Λεωφόρο Πρωταρά - Κάβο Γκρέκο στο Παραλίμνι με κατεύθυνση από Πρωταρά προς Περνέρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο Γιώργος εισήλθε στην εσωτερική (μεσαία) λωρίδα κυκλοφορίας της αριστερής πλευράς του δρόμου, ως η πορεία μας, για να στρίψουμε δεξιά προς περιοχή Περνέρα. Είχαμε καλύψει πέραν της μισής απόστασης στην εσωτερική λωρίδα όταν αντιλήφθηκα το αυτοκίνητο ΗΤΕ080 με οδηγό την Εναγόμενη, να βρίσκεται δίπλα μας στην αριστερή λωρίδα (εξωτερική) της αριστερής πλευράς του δρόμου και να κατευθύνεται από Πρωταρά προς Παραλίμνι. Επειδή θα στρίβαμε δεξιά, ο Γιώργος άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα και το αυτοκίνητο που ήταν δίπλα μας, άρχισε να μας προσπερνά. Όταν βρισκόμασταν 5 - 6 μέτρα πριν το δρόμο που θα στρίβαμε δεξιά για να πάμε προς Περνέρα, η Εναγόμενη που ήταν περίπου 4 - 5 μέτρα πιο μπροστά μας, ξαφνικά, απότομα και απροειδοποίητα έκανε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, εισήλθε από την εξωτερική στην εσωτερική λωρίδα κυκλοφορίας που βρισκόμασταν εμείς, μας απέκοψε την πορεία μας και συγκρουστήκαμε. Στο πιο πάνω δυστύχημα τραυματιστήκαμε τόσο εγώ όσο και ο Γιώργος (Ενάγοντας).». Αντεξετασθείσα για να εξηγήσει γιατί αυτή δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, η ΜΕ4 ισχυρίστηκε ότι δεν την είχε καλέσει η Αστυνομία για να δώσει κατάθεση. Ρωτήθηκε η μάρτυς για τη μέρα και την ώρα του δυστυχήματος, αν ήταν νύχτα ή αν είχε φως, σε ποια παραλία βρίσκονταν προηγουμένως μαζί με τον Ενάγοντα, ποια ήταν η παρέα τους εκεί, αν έφυγαν κι εκείνοι μαζί τους, αν ήταν και οι φίλοι τους με μοτόρες. Η ΜΕ4 απαντούσε ευθέως σε όλες αυτές τις ερωτήσεις χωρίς δυσκολία. Θυμόταν επίσης πολύ καλά να πει ότι το αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκαν «ήταν γεμάτο το αυτοκίνητο από νεαρής ηλικίας κοπέλες». Ήταν σίγουρη ότι είχε τρεις κοπέλες, αλλά από τις κινήσεις που έβλεπε μέσα στο αυτοκίνητο, μπορεί να είχε και τέταρτο άτομο. Η ΜΕ4 δήλωσε ότι η ίδια είδε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) όταν της το έδειξε ο κ. Κνώφος ως δικηγόρος της. Συμφώνησε ενώπιον του Δικαστηρίου με το σημείο σύγκρουσης «Χ» όπως το τοποθέτησε ο ΜΕ
  27. Η ΜΕ4 θεωρεί τον εαυτό της έμπειρη συνοδηγό σε μοτοσικλέτα. Συνόδευε τον Ενάγοντα στα ταξίδια του. Είδε και αναγνώρισε την επίδικη μοτοσικλέτα στη δέσμη φωτογραφιών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14). Είδε, επίσης, μέσα στις φωτογραφίες αυτές το κράνος της ίδιας και το κράνος του Ενάγοντος. Διερωτήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης πώς ήταν δυνατό να είδε η ΜΕ4 πώς έγινε το δυστύχημα, όταν αυτή καθόταν πίσω από τον Ενάγοντα, ο οποίος είναι 1,85μ ύψος και αρκετά ογκώδης. Χωρίς δυσκολία η ΜΕ4 εξήγησε ότι το κάθισμα του συνοδηγού είναι πιο ψηλά από το κάθισμα του οδηγού και όταν αυτή κάθεται στη μοτοσικλέτα είναι πάρα πολύ ψηλά και βλέπει πάρα πολύ καθαρά προς όλες τις κατευθύνσεις όταν γυρίσει το κεφάλι της. Επιβεβαίωσε η ΜΕ4 ότι ο Ενάγων ελάττωσε ταχύτητα όταν μπήκε στη μεσαία λωρίδα με πρόθεση να στρίψει δεξιά, σίγουρα κάτω από 40 ΧΑΩ. Η ίδια από τη σύγκρουση έφυγε από τη μοτοσικλέτα και έπεσε στην άσφαλτο. «Ήταν πολύ απότομος ο ελιγμός της κοπέλας, ήταν πολύ έντονο το κτύπημα την ώρα της σύγκρουσης», δήλωσε η ΜΕ
  28. Ήταν η θέση της ΜΕ4 ότι από τη στιγμή που ο Ενάγων εισήλθε στη μεσαία λωρίδα μέχρι να γίνει η σύγκρουση, χρειάστηκαν σίγουρα κάτω από 5 λεπτά, μπορεί ένα ή δύο λεπτά. Στο σημείο πριν τη σύγκρουση, το αυτοκίνητο της Εναγόμενης ήταν μερικά μέτρα πιο μπροστά του, καθώς ο Ενάγων ελάττωνε και μετά η Εναγόμενη έκαμε απότομο ελιγμό και έκοψέ τους το δρόμο. Το πρόσεξε και το θυμόταν η ΜΕ4 το αυτοκίνητο της Εναγόμενης επειδή της έκαναν εντύπωση οι κοπέλες που κάθονταν μέσα. Δεν γνώριζε η ΜΕ4 να πει τις τελικές θέσεις των οχημάτων, αλλά θυμόταν ότι η ίδια ήταν στο τριγωνάκι. Αρνήθηκε η ΜΕ4 την υποβληθείσα θέση ότι το δυστύχημα έγινε λόγω υπερβολικής ταχύτητας του Ενάγοντος. «Αν ήταν μεγάλη ταχύτητα, μπορεί να μην ήμουν δαμέ τωρά», απάντησε. Επεμεινε η ΜΕ4 ότι ο Ενάγων είναι προσεκτικός οδηγός, ότι δεν θα την έβαζε σε κίνδυνο και ότι εξακολουθεί να τον εμπιστεύεται η ίδια ως οδηγό. Για λόγους μη δικογράφισης, δεν επετράπη στο συνήγορο Υπεράσπισης να υποβάλει στη ΜΕ4 τη θέση ότι ο Ενάγων οδηγούσε στην εξ αντιθέτου λωρίδα και ότι προσπερνούσε απ' εκείνη τη λωρίδα την Ενάγομενη από δεξιά. Η ΜΕ4 είναι τραπεζική υπάλληλος. Ο αδερφός της ΜΕ4 είναι αστυνομικός, αλλά δεν εργαζόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Η ΜΕ4 δεν είδε να πήγε η Αστυνομία στη σκηνή. Δεν είδε την Αστυνομία να μετακινεί τα ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα. Μόνο το ασθενοφόρο που τους μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου, είχε δει η ίδια. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Ε.
  29. Η μαρτυρία της ΜΕ
  30. Η ΜΕ5 είναι Μετεωρολογικός Λειτουργός Α' στο Τμήμα Μετεωρολογίας του Κράτους. Εργάζεται εκεί από τον Ιούλιο του
  31. Έχει 14 χρόνια υπηρεσίας. Ήταν παραδεκτή εκ μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης η πείρα και η γνώση της ΜΕ5 ως μετεωρολόγου. Η ΜΕ5 έδωσε μαρτυρία για το ότι κατά την ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος, ήτοι στις 13/7/2008, ο ήλιος ανέτειλε στις 05꞉42 (τοπική ώρα Παραλιμνίου) και ο ήλιος έδυσε στις 19꞉59΄꞉30΄΄ (τοπική ώρα Παραλιμνίου). Μετά τη δύση του ήλιου, επικρατεί το πολιτικό φως για 25 έως 30 λεπτά και εξασθενεί σταδιακά. Αλλά για τα πρώτα 25 - 30 λεπτά υπάρχει φυσικό φως. Ήταν καλοκαιρινή μέρα, με αίθριο καιρό σε όλη την Κύπρο, η 13η Ιουλίου
  32. Δεν αμφισβητείται η αλήθεια των δηλώσεων της ΜΕ5 από την Υπεράσπιση. Ε.
  33. Η μαρτυρία της Εναγόμενης (ΜΥ1). Η Εναγόμενη (ΜΥ1) έδωσε προφορική μαρτυρία ενόρκως. Ισχυρίστηκε ότι꞉ (α) Ήρθε η Αστυνομία στη σκηνή του δυστυχήματος και μετακίνησε το όχημά της, ενώ αυτή μπήκε στο περιπολικό μαζί με τις άλλες δύο κοπέλες, συνεπιβάτιδες της, και μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. (β) Η ίδια, φθάνοντας στο Σταθμό, ήταν σε κατάσταση σοκ, έκλαιγε, δεν καταλάβαινε τίποτα. Ο Αστυνομικός έγραφε την κατάθεση, αυτή την υπέγραψε, μετά γράφτηκε από τον αστυνομικό η γραπτή καταγγελία - κατηγορία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7) και την ώρα που της ζήτησε ο αστυνομικός να την υπογράψει, μπήκε ο πατέρας της μέσα στο Σταθμό και άρχισε να φωνάζει. Μετά της εξαναδιάβασε ο αστυνομικός την καταγγελία και όταν αυτή κατάλαβε γιατί καταγγελλόταν, δεν παραδέχτηκε και υπέγραψε «σαν μη παραδοχή». (γ) Έκανε γραπτή καταγγελία η Εναγόμενη προς το Αρχηγείο Αστυνομίας αναφέροντας ότι υπήρχαν κενά στη διερεύνηση της υπόθεσης. Δεν είχε η ΜΥ1 την επιστολή που περιείχε τη γραπτή καταγγελία για να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Την έχασε. Το μόνο που είχε για να καταθέσει ήταν μια επιστολή ημερ. 30/9/2008 από την Αστυνομία προς την ίδια (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16), την οποία θεώρησε ως απαντητική της δικής της επιστολής. Η εν λόγω απαντητική επιστολή αναφέρεται σε επιστολή της Εναγομένης, ημερ. 19/9/2008, το περιεχόμενο της οποίας παρέμεινε άγνωστο για το Δικαστήριο και απαντά ότι «έχουν δοθεί οδηγίες για διερεύνηση του παραπόνου που έχετε υποβάλει». Η ΜΥ1 κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο μια επιστολή ημερ. 26.1.2016 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 17) του Β/Αστ. Διευθυντή Ε' Επαρχίας Αμμοχώστου προς το δικηγόρο υπεράσπισης, με την οποία τον ενημέρωνε για το αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης και της ποινής που επιβλήθηκε στην ΜΥ1 όταν κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση (€300 πρόστιμο, 3 βαθμοί ποινής). Περαιτέρω, η ΜΥ1 κατέθεσε επιστολή, ημερ. 16.3.2016, την οποία υπογράφει ο ίδιος Β/Αστ. Διευθυντής Δ & Ε Επαρχιακού Αμμοχώστου και φέρεται να απαντά σε επιστολή ημερ. 5.2.2016 του συνηγόρου Υπεράσπισης, το περιεχόμενο της οποία παρέμεινε άγνωστο ενόψει του ότι δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο. (δ) Η Εναγόμενη (ΜΥ1) ισχυρίστηκε, αφού είχε την ευκαιρία να δει την ανακριτική της κατάθεση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) και να αναγνωρίσει την υπογραφή της σε αυτή, ότι αυτή υιοθετεί το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης «εν μέρει». Τούτο διότι διαφωνεί με το σημείο όπου αναγράφεται ότι το όχημά της είχε κατεύθυνση από Πρωταρά προς Παραλίμνι. Ισχυρίστηκε ότι το όχημά της είχε κατεύθυνση από Πρωταρά προς Περνέρα (όχι από Παραλίμνι προς Περνέρα). Παραθέτω αυτούσια την ανακριτική της κατάθεση꞉ «Εγώ σήμερα οδηγούσα το αυτοκίνητό μου με αρ. εγγραφής ΗΤΕ080 στη Λεωφ. Πρωταρά στο Παραλίμνι με κατεύθυνση από Πρωταρά προς Παραλίμνι για να πάω στο εστιατόριο Καλαμιές που βρίσκεται στην περιοχή Περνέρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, εγώ στην προσπάθειά μου να στρίψω δεξιά προς την περιοχή Περνέρα δεν έκανα γνωστή την πρόθεσή μου ότι θα έστριβα δεξιά με αποτέλεσμα να μην αντιληφθώ τη μοτοσικλέτα που ερχόταν για να με προσπεράσει με αποτέλεσμα να της ανακόψω την πορεία της και να συγκρουστούμε. Από το δυστύχημα εγώ δεν τραυματίστηκα καθώς έφερα τη ζώνη ασφαλείας μου.». (ε) Επί του σημείου που διαφωνούσε με την κατάθεσή της, η εκδοχή που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου η ΜΥ1, ήταν ως εξής꞉ Μπήκε στη λωρίδα, την αναγκαστική λωρίδα που είναι για δεξιά, όταν κόντευε στο στρίψιμο, κοίταξε στο δεξιό καθρεφτάκι, κοίταξε απέναντι της που ήταν καθαρός ο δρόμος και πίσω της και μπροστά της και ξεκίνησε να στρίβει. Τότε έγινε η σύγκρουση με τη μοτοσικλέτα. Ήταν σφοδρή η σύγκρουση. Αλλάχτηκε η πορεία του οχήματος. Πήγαινε προς το τριγωνάκι και ξανάλλαξε την πορεία του οχήματος για να μην κτυπήσουν στο τριγωνάκι και καταλήξανε στο πεζοδρόμιο απέναντι. Θυμόταν ότι ο μοτοσικλετιστής και η συνοδηγός του (δεν αμφισβήτησε η ΜΥ1 ότι υπήρχε συνεπιβάτης στη μοτοσικλέτα), είχαν καταλήξει μέσα στο δρόμο κάπου μεταξύ στο τριγωνάκι και το πεζοδρόμιο. (στ) Ισχυρίστηκε η ΜΥ1 ότι αυτή δεν ειδοποιήθηκε «καμιά φορά» να παραστεί για τη σχεδιάγραφηση στη σκηνή του δυστυχήματος. (ζ) Είδε και περιεργάστηκε η ΜΥ1 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) και ακολούθως τοποθέτησε με πράσινο μελάνι με διακεκομμένη γραμμή την πορεία της επί του σχεδίου, καθώς και το σημείο σύγκρουσης Χ όπως το θυμόταν η ίδια. Έδειξε βασικά να οδηγούσε από τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας για αρκετά μέτρα, πολύ πριν το στρίψιμο για δεξιά, θέση που ο συνήγορος του Ενάγοντος υπέδειξε ότι ήταν εκτός των δικογραφημένων θέσεών της στην παρα. 3 και 4 της Ε/Υ, υπό την έννοια ότι δεν είχε εγερθεί εκεί θετικός ισχυρισμός ότι η ίδια οδηγούσε με τη συγκεκριμένη πορεία στη μεσαία λωρίδα. Το ζήτημα αφέθηκε στο Δικαστήριο να κρίνει τί σημαίνει η φράση «διασχίζοντας τη μεσαία λωρίδα» που αναγράφεται στην παρα. 3 και 4 της Ε/Υ. Ο συνήγορος του Ενάγοντος θεωρεί ότι η λέξη «διασχίζοντας» σημαίνει ότι η Εναγόμενη «εσταύρωσε» τη συγκεκριμένη λωρίδα. Το Δικαστήριο επεσήμανε (βλ. πρακτικά δικασίμου 24.3.2016) ότι στην Ε/Υ δεν δικογραφήθηκε ένας συγκεκριμένος ισχυρισμός για το πού ήταν η πορεία της Εναγομένης, πώς δηλαδή άρχισε τη διαδρομή της και πώς την άλλαξε. Ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι, εφόσον το βάρος της απόδειξης της αμελούς οδήγησης της Εναγομένης είναι στους ώμους του Ενάγοντος, εκείνος είναι που πρέπει να αποδείξει την αλήθεια των δικών του θετικών ισχυρισμών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν ισχύει προκειμένου περί εκθέσεως υπεράσπισης η ίδια αυστηρότητα στους κανόνες δικογράφησης που ισχύει προκειμένου περί έκθεση απαίτησης. Λόγω του ερμηνευτικού ζητήματος που ηγέρθη αναφορικά με τον όρο «διασχίζοντας», το Δικαστήριο δεν απέκλεισε τη μαρτυρία της Εναγομένης όσον αφορά την πορεία της, αλλά επιφυλάχθηκε να αξιολογήσει τη μαρτυρία αυτή εν σχέσει προς τα δικόγραφα στο τελικό στάδιο της δίκης, όταν θα κρίνει την αξιοπιστία της. (η) Ισχυρίστηκε η Εναγόμενη ότι αυτή δεν έδειξε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά με το φωτεινό σηματοδότη της επειδή βρισκόταν ήδη στη λωρίδα που αναγκαστικά ήταν να πάει δεξιά. (θ) Η Εναγόμενη είδε και αναγνώρισε τη φωτογραφία του οχήματος της ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α προς αναγνώριση και το κατέθεσε ως κανονικό ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  34. Αντεξετάστηκε η Εναγόμενη από το συνήγορο Υπεράσπισης. Διευκρίνισε τα εξής σημεία꞉ (α) Δεν γνωριζόταν προηγουμένως με τον Αστυνομικό που της έλαβε την κατάθεση ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  35. (β) Ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν αυτή που έλεγε στον Αστυνομικό αυτά που εκείνος έγραψε στην ανακριτική της κατάθεση ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  36. Επανέλαβε ότι αυτή έκλαιγε και ότι έγραφε ο Αστυνομικός μέχρι που ήρθε η στιγμή η ίδια να υπογράψει. (γ) Επέμεινε όμως ότι δεν διαφωνεί με κάτι από αυτά που γράφει το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4, εκτός από την πορεία του οχήματός της με την οποία διαφωνεί. (δ) Όταν έγινε το δυστύχημα, η ίδια ήταν 18 χρονών και 4 μηνών. Μόλις είχε τελειώσει το λύκειο. Ήταν κάτοικος Λευκωσίας. Άδεια οδήγησης απέκτησε εκείνο το καλοκαίρι του
  37. Δεν θυμόταν να πει ημερομηνία, ούτε αν ήταν «μερικές μέρες» ή «κανένα μήνα» πριν το δυστύχημα. Συμφώνησε, όμως, ότι ήταν από τις πρώτες φορές που η ίδια οδηγούσε στις περιοχές της Επαρχίας Αμμοχώστου. Ερωτηθείσα να πει αν θεωρούσε τον εαυτό της «άπειρη οδηγό», η ΜΥ1 απάντησε λέγοντας «Διαφωνώ». Οδηγούσα και προηγουμένως, πριν να πάρω την άδεια. Εδικάστηκα για τούτο. Πρόσθεσε πως «Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται πείρα χρόνων για να οδηγήσεις σ' εκείνο το δρόμο». (ε) Επιβεβαίωσε ότι αυτή μετέφερε 2 άτομα στο όχημά της, τη Στέφανη και τη Δέσπω, με τις οποίες έκαμνε παρέα. Αν και βρίσκονταν μαζί της στον Αστυνομικό Σταθμό, εντούτοις δεν τους ζητήθηκε να δώσουν κατάθεση. (στ) Επιχείρησε η ΜΥ1 να υποστηρίξει την εκδοχή της, περί του ότι κατευθυνόταν προς Περνέρα, στη βάση των τελικών θέσεων των οχημάτων. Αν και αναγνώρισε ότι η ίδια δεν ήταν ειδικός αναπαράστασης και ανασύστασης δυστυχημάτων, εντούτοις επέμεινε στην άποψη της αυτή. (ζ) Διαχώρισε σε δύο στάδια τη ψυχική της κατάσταση η ΜΥ1 λέγοντας ότι «όταν έγινε η σύγκρουση με τα δύο οχήματα, δεν είχα πέσει σε κατάσταση σοκ ακόμα. Κράτησα τη ψυχραιμία μου, άλλαξα την πορεία του οχήματος γιατί ήταν να συγκρουστούμε τζι εμείς στο τριγωνάκι, όταν εκαταλήξαμε στο απέναντι πεζοδρόμιο, είδα ότι οι κοπέλες ήταν εντάξει [.] είδα ότι οι άνθρωποι ήταν πεσμένοι στο δρόμο αλλά ήταν καλά [.] τζιαι τότε εμπήκα σε κατάσταση σοκ και εξεκίνησα το κλάμα. [.]. Ισχυρίστηκε ότι όταν έδινε κατάθεση, έκλαιγε συνέχεια, κάπνιζε, έγραφε ο αστυνομικός και αυτή δεν καταλάβαινε. Για το ότι υπέγραψε την εν λόγω κατάθεση, η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι στην κατάσταση που αυτή βρισκόταν «Και δολοφόνος να μου λαλούσαν να υπογράψω, ήταν να υπογράψω έτσι όπως ήμουν». (η) Της υποβλήθηκε ότι ο Ενάγων και η συνεπιβάτιδά του μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο προτού φτάσει η Αστυνομία στη σκηνή. Ισχυρίστηκε η Εναγόμενη ότι δεν γνώριζε να πει. (θ) Ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν σε τέτοια κατάσταση σοκ ώστε να μην θυμόταν ή να μην γνώριζε ότι υπήρχε η κατάθεσή της παρά μόνον το έμαθε μέσω του συνηγόρου Υπεράσπισης στην παρούσα υπόθεση. Για να υποστηρίξει την αλήθεια του ισχυρισμού της περί της άγνοιάς της αυτής, η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι όταν πήγε στο ποινικό δικαστήριο (Επαρχ. Δικ. Παραλιμνίου) είχε δικαστεί «χωρίς φάκελο», γι' αυτό και δεν είδε τότε την κατάθεσή της αυτή. Ισχυρίστηκε ότι έμαθε για την κατάθεσή της ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 για πρώτη φορά το
  38. Η ίδια, με το που δικάστηκε για το ποινικό αδίκημα, θεώρησε ότι τέλειωσε αυτή η υπόθεση. (ι) Δεν έθεσε οποιαδήποτε παράπονα περί ατελούς διερεύνησης από την Αστυνομία ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου. Τούτο διότι, όπως ισχυρίστηκε, ήταν τότε μόλις 19 ετών και δεν γνώριζε τα δικαιώματά της. Ό,τι της έλεγαν, αυτό έκανε. Δεν πήγε καν με το δικηγόρο της στη δίκη. Ούτε ζήτησε τη συνδρομή δικηγόρου. (ια) Κληθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο ημερ. 23.5.2016 να πει ποια ήταν τα κενά διερεύνησης, το μόνο που μπορούσε να πει ήταν το εξής꞉ «Όταν έγινε το δυστύχημα, το αυτοκίνητο μου μετακινήθηκε που την Αστυνομία, δεν έγινε κανένα σχεδιάγραμμα, μεταφέραν με στο Αστυνομικό τμήμα, ήμουν σε κατάσταση σοκ, ο αστυνομικός έγραψε τζιαι την καταγγελία μου τζαι την κατάθεσή μου, το μόνο που είχε γίνει ήρθε ο πατέρας μου τζαι εν είχα παραδεχθεί την καταγγελία μου αφού υπάρχουν κενά, αφού δικάστηκα χωρίς φάκελο.». (ιβ) Επιβεβαίωσε η ΜΥ1 τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου, όπως αναγραφόταν στο Ημερολόγιο Ενεργείας που τηρούσε ο Αστυνομικός Σταθμός Παραλιμνίου, ως ορθό. Υπεδείχθη στην ΜΥ1 το Ημερολόγιο Ενεργείας και της υποβλήθηκε ότι έγιναν όλες οι προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας με την ίδια από τους Αστυνομικούς του εν λόγω σταθμού στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε η ίδια και οι οποίες προσπάθειες καταγράφονται στο εν λόγω ημερολόγιο. Συνέχισε να αρνείται η ΜΥ1 ότι επικοινώνησαν οποτεδήποτε τηλεφωνικώς μαζί της και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε βρήκε στο κινητό της αναπάντητες κλήσεις προερχόμενες από τον Αστυνομικό Σταθμό. (ιγ) Παραδέχθηκε η ΜΥ1 κατά τη δικάσιμο ημερ. 23.5.2016 ότι αυτή δεν αντιλήφθηκε ποτέ τη μοτοσικλέτα πριν τη σύγκρουση, μόνο την ώρα της σύγκρουσης. Και τούτο, παρά το ότι, κατ' ισχυρισμόν, είχε κοιτάξει προηγουμένως από το καθρεφτάκι της να δει την τροχαία κίνηση που ακολουθούσε. Απόρησε ο συνήγορος Υπεράσπισης, πώς τότε αυτή ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η μοτοσικλέτα την προσπέρασε. Αρνήθηκε η ΜΥ1 ότι αυτή ανέκοψε την πορεία της μοτοσικλέτας. Ενώ δηλαδή προηγουμένως, κατά την αντεξέτασή της, δεν είχε αναιρέσει εκείνο το σημείο της κατάθεσής της προς την Αστυνομία, εντούτοις αντεξετασθείσα επιχείρησε να το αναιρέσει και αυτό το σημείο. ΣΤ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ.
  39. Θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.

(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).
  1. Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α).
  2. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB.
  3. Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). 102. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056).
  1. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής.
  2. Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014).
  3. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας.
  4. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του δύο αντίθετες εκδοχές γεγονότων όσον αφορά την οδηγική συμπεριφορά των ενεχόμενων οδηγών. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο αναζητά καθοδήγηση από την πραγματική μαρτυρία της σκηνής ή από τυχόν ανεξάρτητη μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων ή μαρτυρία εμπειρογνωμόνων συσχετιζόμενη με τις τελικές θέσεις των οχημάτων και τις ζημιές των οχημάτων, για να εξάξει συμπεράσματα αναφορικά με τις πορείες των οδηγών και το σημείο σύγκρουσης.
  5. Κατά κανόνα, μεγάλη αποδεικτική αξία έχει η πραγματική μαρτυρία της σκηνής του ατυχήματος. Τέτοια μαρτυρία αποτελεί και το σχεδιαγράφηµα της σκηνής του ατυχήµατος, στη βάση του οποίου δύνανται να συγκριθούν και να ελεγχθούν δικαστικά οι λεπτομέρειες της δοθείσας μαρτυρίας για να φανεί το αξιόπιστο αυτής. Έχει λεχθεί νομολογιακά ότι το σχέδιο της σκηνής συνιστά σταθερό οδηγό για τον καθορισµό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ηµερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυvοµίας
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή v. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ηµερ. 19.3.1996).
  1. Η προσαχθείσα ενώπιον μου μαρτυρία παρουσιάζει για το Δικαστήριο τις εξής δυσκολίες꞉ (α) Δεν υπάρχει ανεξάρτητος αυτόπτης μάρτυρας. (β) Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εμπειρογνώμονα - πραγματογνώμονα. (γ) Η μόνη πραγματική μαρτυρία (real evidence) είναι το σχέδιο της σκηνής και οι φωτογραφίες των οχημάτων. Εξ αυτών, το σχέδιο της σκηνής δεν είναι κοινώς αποδεκτό. Μόνο το φωτογραφικό υλικό είναι παραδεκτό.
  2. Επεξηγώ꞉ (α) Η ΜΕ4 (Μαριλένα Άσπρου), αν και έγινε παραδεκτό από την Εναγόμενη ότι ήταν συνεπιβάτης του Ενάγοντος την ώρα του δυστυχήματος και άρα ήταν αυτόπτης μάρτυρας των συνθηκών πρόκλησης του δυστυχήματος, εντούτοις δεν μπορεί να νοηθεί ως ανεξάρτητος μάρτυρας, εφόσον αυτή συνδέεται πλέον με σχέση εξ αγχιστείας 1ου βαθμού με τον Ενάγοντα (ήτοι είναι σύζυγός του). Λογικό είναι να στηρίξει τα συμφέροντα του συζύγου της. Εξάλλου, ήταν και η ίδια παραπονούμενη εναντίον της ίδιας Εναγομένης στην αγωγή 2186/2009, όπου και αξίωνε αποζημιώσεις εναντίον της σε σχέση με το ίδιο δυστύχημα. Συνεπώς, το συμφέρον της στην παρούσα υπόθεση είναι να αποδείξει την αμελή οδηγική συμπεριφορά της Εναγομένης και μάλιστα σε αποκλειστικό βαθμό, ώστε να αποφύγει ο σύζυγός της (Ενάγων στην παρούσα) να έχει να καλύψει κατά οποιοδήποτε ποσοστό το ποσό αποζημιώσεων που η Εναγόμενη διατάχθηκε να πληρώσει στην ίδια τη ΜΕ4 στο πλαίσιο της αγωγής 2186/
  3. Λέγω τούτα διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι το συμφέρον της ΜΕ4 να στηρίξει την εκδοχή γεγονότων του Ενάγοντος, δεν καθιστά τη μαρτυρία της δίχως άλλο αναξιόπιστη. Η αξιοπιστία της θα κριθεί στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έδωσε δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου σε συσχετισμό με τη λοιπή δοθείσα μαρτυρία. Παραμένει, όμως, αναντίλεκτο ότι δεν πρόκειται για ανεξάρτητη μάρτυρα, γι' αυτό και η μαρτυρία της θα αξιολογηθεί με ιδιαίτερη προσοχή. (β) Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εμπειρογνώμονα / πραγματογνώμονα, ο οποίος να έχει ειδικότητα στην αναπαράσταση και ανασύσταση τροχαίων δυστυχημάτων. Δεν υπάρχει, δηλαδή, ενώπιον μου μαρτυρία γνώμης από ειδικό αναφορικά με τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, τις ζημιές και τελικές θέσεις των οχημάτων, η οποία γνώμη να καταλήγει σε συμπέρασμα για το ποια ήταν η πορεία των ενεχόμενων οχημάτων, ποια η ταχύτητα αυτών και ποιο το σημείο σύγκρουσης, που είναι εν προκειμένω τα τρία επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση. Σημειώνω εδώ ότι, ο ΜΕ1, αν και αστυνομικός, παραδέχθηκε με πάσα ειλικρίνεια ότι δεν διέθετε εμπειρογνωμοσύνη για να διατυπώσει τέτοια γνώμη και κάλεσε, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο να ελέγξει την ορθότητα της πορείας των οχημάτων και του σημείου Χ, ως αυτός τα τοποθέτησε επί του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2), στη βάση του ελέγχου της αξιοπιστίας του Ενάγοντος, αφού ήταν βάσει των υποδείξεων από εκείνον τον οδηγό που ο ΜΕ1 τα τοποθέτησε στο σχέδιο. Σημειώνω, επίσης, ότι η μόνη μάρτυς που επιχείρησε να διατυπώσει γνώμη για τις πορείες των οχημάτων και για το σημείο σύγκρουσης, βάσει των ζημιών και των ισχυριζόμενων τελικών θέσεων των οχημάτων, ήταν η Εναγόμενη (ΜΥ1), η οποία ωστόσο κάθε άλλο παρά ειδικός μπορεί να χαρακτηρισθεί, αφού κατά το χρόνο του δυστυχήματος η ίδια ήταν μόλις 18 ετών, με ελάχιστη εμπειρία οδήγησης. (γ) Η πρώτη αδυναμία που εντοπίζω όσον αφορά το σχέδιο της σκηνής έγκειται στο γεγονός ότι αυτό ετοιμάστηκε, επί τόπου μεν, πλην όμως μετά πάροδο 23 ημερών από το επίδικο δυστύχημα. Θα συμφωνήσω με την επισήμανση του συνηγόρου υπεράσπισης, ως είχε υποβληθεί στον ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του, ότι σε μια κύρια λεωφόρο ως ήταν αυτή επί της οποίας συνέβη το δυστύχημα, η οποία κατά τον καλοκαιρινό μήνα του Ιούλη δέχεται τη μεγαλύτερη τροχαία κίνηση και τριβή στο οδόστρωμα, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι θα μπορούσαν να εντοπιστούν ίχνη γδαρσίματων ή λαδιών σε αυτή, τα οποία να μπορεί να αποδώσει κανείς σε ένα τροχαίο δυστύχημα που συνέβη προ εικοσαήμερου. Είναι δύσκολο επίσης για το Δικαστήριο να πιστέψει πώς ο ΜΕ1, ο οποίος δεν είχε άμεσες και προσωπικές παραστάσεις για το δυστύχημα, μπορούσε να ικανοποιηθεί για τη σύνδεση των εν λόγω ιχνών με το επίδικο δυστύχημα. Συνεπώς, το σχέδιο της σκηνής θ' αξιολογηθεί από το παρών Δικαστήριο θεωρώντας ότι η ετοιμασία του δεν στηρίχθηκε σε άμεση μαρτυρία της σκηνής, παρά μόνο σε εξ ακοής μαρτυρία που έλαβε ο ΜΕ1 από τον Ενάγοντα (ΜΕ3). Η δεύτερη αδυναμία που εντοπίζω αναφορικά με το σχέδιο της σκηνής έγκειται στο γεγονός ότι αυτό δεν ετοιμάστηκε στην παρουσία και των δύο ενεχόμενων οδηγών, ούτε υπογράφηκε οποτεδήποτε πριν τη δίκη από αυτούς ως αποδεκτό. Τούτο είχε σαν αποτέλεσμα να το αμφισβητήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου αμφότεροι οι οδηγοί꞉ ο μεν Ενάγων όσον αφορά την τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης «Χ», η δε Εναγόμενη όσον αφορά την πορεία «Β» και την τοποθέτηση του σημείου «Χ». Συνεπώς, αυτά τα δύο στοιχεία θα κριθούν από το Δικαστήριο στη βάση αντιπαράθεσης της μαρτυρίας των δύο ενεχόμενων οδηγών. Καταληκτικά, από το σχέδιο της σκηνής, το Δικαστήριο θα αντλήσει καθοδήγηση μόνον όσον αφορά τη διαμόρφωση του οδοστρώματος επί της οδού, τη διαρρύθμιση των λωρίδων κυκλοφορίας, το πλάτος και το μήκος αυτών, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τους διάδικους. Ειδικότερα, το μόνο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη ως παραδεκτό στην όψη του σχεδίου και της δοθείσας προφορικής μαρτυρίας στο σύνολό της είναι ότι η Λεωφόρος Πρωταρά, στην κατεύθυνση από Πρωταρά προς Παραλίμνι, έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, εκ των οποίων η αριστερή λωρίδα κατευθύνεται ευθεία προς Παραλίμνι, ενώ η δεξιά κατευθύνεται υποχρεωτικά προς τα δεξιά με κατεύθυνση προς Περνέρα. Στην εν λόγω δεξιά λωρίδα, το οδόστρωμα αρχίζει με σεσημασμένη ζωγραφιστή νησίδα, η οποία μετατρέπεται σε κανονική οδό κυκλοφορίας περί τα 105 μέτρα πριν το στρίψιμο για στροφή δεξιά. Το άνοιγμα του στριψίματος προς δεξιά είναι χαραγμένο με διακεκομμένη γραμμή περί τα 12,9 μέτρα. Η εξ αντιθέτου κατεύθυνση της Λεωφ. Πρωταρά, δηλαδή από Παραλίμνι προς Πρωταρά, είναι μονή λωρίδα κυκλοφορίας με κανονικό οδόστρωμα, ήτοι δεν περιέχει οποιαδήποτε ζωγραφιστή νησίδα. Όπως προανέφερα, το φωτογραφικό υλικό είναι η μόνη παραδεκτή από αμφότερους τους συνηγόρους πραγματική μαρτυρία που προσφέρθηκε στο Δικαστήριο. Στην όψη του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 19, το οποίο απεικονίζει τη δεξιά πλευρά του οχήματος της Εναγομένης, καθίσταται φανερό ότι η κύρια ζημιά του οχήματος ήταν στην πόρτα του οδηγού (δεξιά μπροστινή πόρτα), με πλαγιομετωπική φορά, όπως εύλογα τη χαρακτήρισε βάσει της πείρας του ο ΜΕ1, χωρίς να αμφισβητηθεί από το συνήγορο Υπεράσπισης. Στην όψη του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 14, το οποίο απεικονίζει διάφορα πλάνα από τη μοτοσικλέτα του Ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι η κύρια ζημιά της ήταν στον μπροστινό τροχό και έχει επιμέρους ζημιές στο δεξί μέρος. Το είδος των ζημιών δεν αμφισβητείται ότι ήταν όπως το περιέγραψε ο ΜΕ1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνδυάζοντας την εντύπωση που δημιουργεί στο Δικαστήριο η ζημιά της μοτοσικλέτας με εκείνην του αυτοκινήτου, ως φαίνονται στο φωτογραφικό υλικό (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 14 και 19), καθίσταται εύλογο το συμπέρασμα ότι η πρόσκρουση ήταν με τον μπροστινό τροχό της μοτοσικλέτας και τη δεξιά μπροστινή πλευρά του οχήματος της Εναγομένης ενόσω αυτό είχε κλίση προς δεξιά. Υιοθετώ ως ορθή και αληθή επί του σημείου αυτού την προφορική μαρτυρία του Ενάγοντος. Δεν διαφέρει επί του σημείου αυτού η μαρτυρία της Εναγομένης.
  4. Στρέφομαι τώρα σε έλεγχο της μαρτυρίας που δόθηκε ατομικά από κάθε μάρτυρα, ενόρκως προφορικά.
  5. Θ' αρχίσω από τη μαρτυρία του ΜΕ
  6. Η μόνη χρησιμότητα της μαρτυρίας του ήταν το ότι κατέθεσε τα έγγραφα που είχε στο φάκελό της η Αστυνομία για το επίδικο δυστύχημα. Εξ αυτών, όμως, των εγγράφων, το μόνο που συνέταξε ο ίδιος ήταν το σχέδιο της σκηνής για τις αδυναμίες του οποίου έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω. Υπήρξαν και άλλα στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΕ1 που δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να στηριχθεί στη μαρτυρία του꞉ συγκεκριμένα εκδήλωσε άγνοια για πολλές επιμέρους παραμέτρους της υπόθεσης, όπως το αν μετέβη οποιοσδήποτε αστυνομικός στη σκηνή του δυστυχήματος την ίδια μέρα που συνέβη (ήτοι στις 13/7/2008), πώς μετακινήθηκαν τα οχήματα στο σταθμό και αν τούτο έγινε με ευθύνη της αστυνομίας, πώς ήταν η Εναγόμενη όταν πήγε στο Σταθμό για να της λάβουν κατάθεση, αν συνοδευόταν από άλλα άτομα και αν λήφθηκε μαρτυρία από εκείνα, όπως επίσης και το αν πήγε ο πατέρας της Εναγομένης στον Αστυνομικό σταθμό και προκάλεσε με φωνασκίες οποιαδήποτε σκηνή. Αιτιολόγησε την άγνοιά του για όλα τα προαναφερθέντα στη βάση του ότι αυτός δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης πριν τις 6/8/
  7. Παραταύτα η δήλωση αυτή δεν είναι αρκούντως πειστική, εφόσον ο ίδιος, πρώτον, κατά παραδοχή του βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό το βράδυ της 13/7/2008, δεύτερον, είχε ήδη από εκείνο το βράδυ ανάμειξη στην εξέταση της υπόθεσης με το να επιθεωρήσει τα ενεχόμενα οχήματα στον αστυνομικό σταθμό και ενεργούσαν συλλογικά όπως είπε όσοι ήταν στην ίδια βάρδια, τρίτον, ανέλαβε τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης για να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο.
  8. Όσον αφορά το ημερολόγιο ενεργείας, το οποίο ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10), για να αποδείξει την αλήθεια των εκεί καταχωρήσεων, οφείλω να σημειώσω ότι η μαρτυρία του ήταν εν μέρει εξ ακοής, αφού οι καταχωρήσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον αναφορικά με την εκδοχή ότι υπήρξαν επανειλημμένες προσπάθειες από τον ίδιο και από τη Γ/Αστ.3462 για τηλεφωνική επικοινωνία με την Εναγόμενη και ότι αυτή αρνείτο να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις τους να μεταβεί στη σκηνή του δυστυχήματος για τη σχεδιαγράφηση, καταγράφηκαν μέχρι τις 15.9.2008 από τη Γ/Αστ.3462, η οποία όμως δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρας, ώστε να προσφερθεί στην Υπεράσπιση γι' αντεξέταση επί του εγγράφου που συνέταξε. Ο ίδιος ο ΜΕ1 εμφανίζεται να συνέταξε μόνο τις καταχωρήσεις από 19.9.2008 μέχρι 10.10.
  9. Σε αυτές, βεβαίως, συγκαταλέγεται η καταχώρηση ημερ. 19.9.2008, στην οποία βασίσθηκε η πλευρά του Ενάγοντος για να δείξει ότι η Εναγόμενη αρνήθηκε να μεταβεί στη σκηνή και δήλωσε πως ό,τι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο. Αυτή η καταχώρηση δεν αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, αφού συντάκτης της ήταν ο ίδιος ο ΜΕ1, ο οποίος κατέγραψε όσα δήλωσε στον ίδιο η Εναγόμενη. Υπήρχε η ευχέρεια αντεξέτασης του ΜΕ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης και αφού αντεξετάσθηκε, φάνηκε ότι ο ΜΕ1 επέμεινε στην αλήθεια της δήλωσης αυτής.
  10. Όσον αφορά τις καταχωρήσεις που συνέταξε η Γ/Αστ.3462 για επικοινωνία ή προσπάθεια επικοινωνίας που είχε ή έκανε η ίδια με την Εναγόμενη, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 διέπεται από τις αρχές που αφορούν σε εξ ακοής μαρτυρία σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 και τη νομολογία που τον ερμηνεύει.
  11. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 319 - «Το άρθρο 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, προνοεί ότι σε περίπτωση που οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει το πρόσωπο που είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος μπορεί, με άδεια του Δικαστηρίου, να τον κλητεύσει για να τον αντεξετάσει, σε σχέση με τη δήλωση. Κατ' ακολουθίαν, η προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας δεν αλλοιώνει το θεμελιώδες δικαίωμα αντεξέτασης (Μελάς και άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 412). Η κλήση για αντεξέταση προϋποθέτει- εκτός από την τω όντι παράθεση εξ ακοής μαρτυρίας (Λουλλά ν Cyprus Investment & Securities Ltd, ΠΕ 275/2009, ημερ. 3.9.14) και ύπαρξη του προσώπου που προέβη στη δήλωση, ώστε να είναι δυνατή η κλήτευσή του. [...] ο διάδικος που επιθυμεί κλήτευση προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση, μπορεί να επιφυλάξει το δικαίωμα του να το πράξει, κατά την ακροαματική διαδικασία (Αριστείδου ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 32. [...]» «Η αντεξέταση βάσει του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 πρέπει να λαμβάνει χώραν, πριν ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα αρχίσει την υπόθεσή του. Το Δικαστήριο μπορεί να μην επιτρέψει την κλήτευση αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι υπό τις περιστάσεις εύλογο, εφικτό ή αναγκαίο για σκοπούς για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. [...]» Σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κατά την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας - την αποδοχή της οποίας ο Δικαστής πρέπει να εξηγεί (Ανδρέου κ.α. ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 152) - το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Ιδιαίτερα αξιολογεί αν θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που έχει παρουσιάσει τη μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται, το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή παραποιήσει τα γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο στο οποίο έγινε η δήλωση ή τους οποιουσδήποτε σκοπούς πίσω από την αρχική δήλωση, το αν η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση και το αν υπό τις περιστάσεις που προσάγεται φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητάς της ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της. 115. Η πιο πάνω αξιολόγηση επιβάλλεται να γίνεται από το Δικαστήριο είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία (Γεωργίου ν Στυλιανού
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 70), είτε από γραπτή μαρτυρία (Μονός και Άλλης ν S Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1002).».
  1. Λαμβάνω υπόψη εν προκειμένω ότι αν και η πλευρά του Ενάγοντος δεν έφερε τη Γ/Αστ.3462 ως μάρτυρα για να την προσφέρει προς αντεξέταση, εντούτοις ούτε η πλευρά της Υπεράσπισης την κλήτευσε ενώ είχε τα στοιχεία της για να την εντοπίσει. Εφόσον ήθελε η Υπεράσπιση να αμφισβητήσει την αλήθεια του περιεχομένου των καταχωρήσεων που η εν λόγω αστυφύλακας εμφανίζεται να συνέταξε, θα μπορούσε να είχε αξιοποιήσει αυτή τη δικονομική οδό που της παρέχει ο Νόμος. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι εδώ ο ΜΕ1 εμφανίζεται να παρουσίασε την αρχική δήλωση ως είχε (αντίγραφο του Ημερολογίου Ενεργείας και όχι παράφραση των εκεί καταχωρήσεων σε άλλο κείμενο του ΜΕ1). Δεν έχω πεισθεί ότι είχε ο ΜΕ1 οποιοδήποτε κίνητρο να παραποιήσει την αρχική δήλωση ή να την στήσει εκ των υστέρων.
  2. Για τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 για την αλήθεια του περιεχομένου του.
  3. Προχωρώ σε έλεγχο της αξιοπιστίας των λοιπών μαρτύρων. Η μαρτυρία της ΜΕ2 και της ΜΕ5 έμεινε αναντίλεκτη, γι' αυτό και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της.
  4. Πάντως, σπεύδω να αναφέρω ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία ή βαρύτητα προς όφελος της εκδοχής του Ενάγοντος το γεγονός ότι η Εναγόμενη, εμφανισθείσα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Παραλιμνίου, παραδέχθηκε την κατηγορία αμελούς οδήγησης, αφού, ως παρατηρώ, τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης εκτέθηκαν κατά τρόπο που ουδεμία αναφορά έγινε για το τί συνιστούσε την αμέλειά της και αν είχε παραλείψει να δείξει με το φωτεινό σηματοδότη του αυτοκινήτου της την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά, ενώ εδώ παραδέχεται ενόρκως ότι δεν έκανε τη συγκεκριμένη σήμανση, και πέραν τούτου, στην ποινική υπόθεση δεν έγινε η παραμικρή αναφορά στην ύπαρξη τραυματισμών, ενώ εδώ δεν αμφισβητεί την ύπαρξή τους.
  5. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα. Ο Ενάγων μου έδωσε την εντύπωση ενός σοβαρού νέου, όχι επιπόλαιου, αλλά προσγειωμένου. Απάντησε με προσοχή στις ερωτήσεις που του έθετε ο συνήγορος Υπεράσπισης κατά την αντεξέτασή του, χωρίς βιασύνη, με εμφανή διάθεση να μιλήσει από μνήμης για όσα βίωσε. Έπεισε το Δικαστήριο με τις δηλώσεις του ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας.
  6. Κατ' αρχάς, όσον αφορά τη δήλωσή του ότι οδηγούσε με ταχύτητα εντός του ορίου ταχύτητας καθ' ον χρόνο έγινε το δυστύχημα και ειδικότερα ότι αυτός είχε αρχίσει να ελαττώνει περί τα 30 - 40 χαω όταν επήλθε η σύγκρουση, παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιόν μου που να βαίνει να αποδείξει το αντίθετο. Δεν υπάρχει δηλαδή μαρτυρία που να μπορεί να στοιχειοθετήσει το δικογραφημένο ισχυρισμό της Εναγομένης ότι ο Ενάγων οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ή ότι έστω οδηγούσε με ταχύτητα που υπερέβαινε το μέγιστο επιτρεπτό επί της οδού. Δεν υπήρξαν ίχνη τροχοπέδησης τα οποία να συσχετιστούν με τους τροχούς της μοτοσικλέτας του, για να μπορούν να αποτελέσουν βάση υπολογισμού της ταχύτητάς του από την αστυνομία. Δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία που να αντικρούει τον ισχυρισμό του ότι ο λόγος που αυτός δεν πρόλαβε να φρενάρει όταν είδε την Εναγόμενη να επιχειρεί τη στροφή δεξιά, ήταν ακριβώς επειδή ο ελιγμός της προς τα δεξιά ήταν απότομος και απροειδοποίητος, σε μικρή απόσταση από τον ίδιο, 3 - 4 μέτρα, με αποτέλεσμα να του αποφράξει την ελεύθερη πορεία του χωρίς να του δώσει περιθώριο χρόνου για λήψη αποφευκτικού μέτρου.
  7. Η διαφοροποίηση στη μαρτυρία του Ενάγοντος από εκείνην του σχεδίου της σκηνής που ετοίμασε ο ΜΕ1 όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης «Χ» δεν είναι ουσιώδης, εφόσον και οι δύο τοποθετούν τη σύγκρουση εντός της λωρίδας με αναγκαστική κατεύθυνση προς δεξιά και όχι στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας όπως το τοποθέτησε η Εναγόμενη. Η ΜΕ4 επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία της ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στην ίδια λωρίδα που το τοποθέτησαν ο ΜΕ1 και ο Ενάγων, ότι δηλαδή η σύγκρουση έγινε πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν τη στροφή δεξιά και πριν να εισέλθουν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Τούτο συνάδει με το γεγονός ότι το κέντρο των ζημιών της μοτοσικλέτας ήταν στον μπροστινό τροχό και όχι στο πλευρό.
  8. Σημειώνω ότι η ΜΕ4 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Αντεπεξήλθε με άνεση στην αντεξέταση που της έκανε ο συνήγορος Υπεράσπισης όσο λεπτομερής και ενδελεχής και αν ήταν αυτή. Παρά το ότι ο Ενάγων, ανακρινόμενος από την Αστυνομία στις 16/7/2008, δεν είχε αναφερθεί στην ύπαρξη συνεπιβάτιδας στη μοτοσικλέτα του, εντούτοις τούτο δεν έχει πλέον οποιαδήποτε σημασία, εφόσον η Εναγόμενη παραδέχεται την παρουσία της ΜΕ4 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όχι μόνον η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί την παρουσία της ΜΕ4, αλλά δέχθηκε δικαστική απόφαση εναντίον της για αποζημιώσεις προς όφελος της ΜΕ
  9. Επομένως, δεν συντρέχει ουδείς λόγος να θεωρήσει το Δικαστήριο ότι η μαρτυρία της ΜΕ4 δεν είναι γνήσια ή ότι είναι επίπλαστη ή ότι είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων. Άλλωστε, η ΜΕ4 έδειξε να διατηρεί ζωντανές παραστάσεις στο μυαλό της για το όχημα της Εναγόμενης που προπορευόταν εντός της αριστερής λωρίδας και εξήγησηε ότι παρατηρούσε τις νεαρές κοπέλες που επέβαιναν στο εν λόγω όχημα. Για το οπτικό της πεδίο από τη θέση που καθόταν, η ΜΕ4 υπήρξε κατατοπιστική και πειστική στις απαντήσεις που έδωσε. Είμαι λοιπόν ικανοποιημένη ότι η ΜΕ4 είχε δει και αντιληφθεί πώς ακριβώς προκλήθηκε το δυστύχημα. Ουσιώδες στοιχείο της μαρτυρίας της ΜΕ4 είναι η επιβεβαίωση περί του ότι υπήρξε απότομος ελιγμός της Εναγομένης προς τα δεξιά ενόσω βρισκόταν 3 - 4 μέτρα πιο μπροστά στα αριστερά από τον Ενάγοντα και όχι εντός της ίδιας λωρίδας με τον ίδιο.
  10. Αναφορικά με την εκδοχή υπεράσπισης, απορρίπτω κατ' αρχάς τη θέση που υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης στον ΜΕ1 περί δήθεν «προσχεδιασμού» των αστυνομικών να «ξεγελάσουν» την Εναγόμενη. Δεν δόθηκε ίχνος μαρτυρίας που να δείχνει ότι ο ΜΕ1 ή οποιοσδήποτε άλλος αστυνομικός που έκαμε ενέργειες γι' αυτήν την υπόθεση είχε την παραμικρή σχέση (εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ή ιδιάζουσα) με τον Ενάγοντα ή με την ΜΕ4, η οποία να τους δημιούργησε μεροληπτική διάθεση, για να θέλουν να σχεδιάσουν την πορεία διερεύνησης της υπόθεσης κατά τρόπο που να συμφέρει τον Ενάγοντα και να πλήττει την Εναγόμενη. Αν είχε τέτοιες υπόνοιες η Υπεράσπιση, θα έπρεπε να τις στοιχειοθετούσε. Αυτός που εγείρει έναν ισχυρισμό γεγονότος έχει και το ειδικό βάρος να τον αποδείξει (βλ. Σωφρόνης Σωφρονίου ν Μιχάλη Γιάγκου
(2005)2 ΑΑΔ 461). Η ίδια η Εναγόμενη που ήταν και η μοναδική μάρτυρας για την υπεράσπιση δεν έδωσε μαρτυρία που να πείθει το Δικαστήριο ότι την ξεγέλασαν ή ότι προσχεδίασαν σε βάρος της την εξέταση της υπόθεσης. Αντιθέτως, στην όψη της δικής της μαρτυρίας, είναι ο πατέρας της εκείνος που φέρεται να επενέβη για να διορθώσει η κόρη του την απάντησή της στη γραπτή κατηγορία από «Παραδέχομαι» σε «ΔενΠαραδέχομαι» (παραθέτω αυτούσια την καταγραφή). Ουδέποτε και ουδόλως ισχυρίστηκε η Εναγόμενη πως υπέστη ψυχική πίεση από τους αστυνομικούς, για να σημειώσει την αρχική της απάντηση παραδοχής. Εκείνη ήταν η απάντησή της κατά τη δική της αντίληψη των πραγμάτων και τη δική της ελεύθερη βούληση, ενώ η προσθήκη του «Δεν» έγινε, κατόπιν παρέμβασης, ως η ίδια ομολογεί, του πατέρα της.
  1. Η Εναγόμενη, γενικά, μου έδωσε την εντύπωση νεαρής κοπέλας, η οποία παρά το ότι μεγάλωσε κατά 8 χρόνια από τότε που έγινε το δυστύχημα μέχρι τότε που προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, εντούτοις δεν μερίμνησε να αποκτήσει μια σαφή και ενημερωμένη εικόνα για την υπόθεσή της. Θέλησε, στην ηλικία των 26 ετών, να περάσει στο Δικαστήριο την εικόνα μιας κοπέλας η οποία εξακολουθεί να μην έχει πλήρη αντίληψη. Η ντροπαλότητά της δεν θεωρώ ότι δικαιολογεί πλήρως τη στάση της. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη έδειξε επιπολαιότητα προβαίνοντας σε δηλώσεις του τύπου - · ότι δεν ήταν άπειρη οδηγός όταν έγινε το επίδικο δυστύχημα, διότι οδηγούσε ακόμη και πριν να λάβει άδεια οδήγησης και πήγε και στο δικαστήριο για τούτο, ή · ότι δεν γνώριζε ότι είχε δώσει κατάθεση στον Αστυνομικό στις 13/7/2008 και ότι το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά μετά πάροδο 7 ετών, ήτοι το 2015 από το δικηγόρο της, ενώ την ίδια στιγμή αναγνώρισε την υπογραφή της επί της κατάθεσης και ανέπτυξε ολόκληρη εκδοχή για το γεγονός ότι γνώριζε με βεβαιότητα πως έγραφε την εν λόγω κατάθεσή της ο αστυνομικός στην παρουσία της.
  2. Η προσπάθεια της Εναγομένης να πείσει, εξάλλου, το Δικαστήριο ότι η εν λόγω κατάθεσή της δεν ήταν αφηγηματική, ότι δηλαδή δεν ήταν εκείνη που εξιστόρησε στον Αστυνομικό τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε το δυστύχημα, αλλά ότι ήταν ο αστυνομικός που επινόησε και κατέγραψε το περιεχόμενο της κατάθεσής της, δεν πείθει το Δικαστήριο, αφού στην εν λόγω κατάθεση καταγράφονται λεπτομέρειες που δεν θα μπορούσε ο αστυνομικός από μόνος του να τις γνωρίζει, όπως για παράδειγμα το λόγο για τον οποίο η Εναγόμενη επιχείρησε τη στροφή δεξιά και το όνομα του εστιατορίου προς το οποίο αυτή αποφάσισε να μεταβεί όταν έστριψε δεξιά, σημεία που ως παρατηρώ αυτή ουδέποτε αμφισβήτησε ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
  3. Πέραν τούτου, η μαρτυρία της Εναγόμενης παρουσίασε αντίφαση με τις δικογραφημένες θέσεις της σε ουσιώδες σημείο της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι δεν χρειάστηκε να θέσει σε λειτουργία το φωτεινό σηματοδότη για να δείξει την πρόθεση της να στρίψει δεξιά, επειδή δήθεν οδηγούσε ήδη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση υποχρεωτικά προς τα δεξιά, ενώ στην Ε/Υ είχε δικογραφήσει τη θέση ότι έδειξε με το φωτεινό σηματοδότη του οχήματός της την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά. Αντιφατική με την εν λόγω θέση που δικογράφησε στην παρούσα υπόθεση, υπήρξε η τοποθέτησή της κατά την 1η εμφάνιση ενώπιον του Επαρχ. Δικαστηρίου Παραλιμνίου για την ποινική της υπόθεση, όπου ευθέως σχολίασε ότι το μόνο της λάθος ήταν ότι δεν έδειξε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά. Συνεπώς, έραβε και ξύλωνε η Εναγόμενη. Δεν μπαλώθηκε καλά όμως η εκδοχή της.
  4. Θα συμφωνήσω με το συνήγορο του Ενάγοντος ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι αυτή κοίταξε από το καθρεφτάκι του οχήματός της και δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του μοτοσικλετιστή (Ενάγοντος) μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης, ενώ δικογράφησε ως θέση της ότι ο Ενάγων προσπερνούσε αριθμό αυτοκινήτων από τα δεξιά. Πώς το γνωρίζει αυτό αν δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του ποτέ πρίν τη σύγκρουση, ως η ίδια ισχυρίστηκε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της; Πρόκειται για ακόμη μία αντίφαση στη μαρτυρία της. Το υποθέτει μήπως; Της το είπε κάποιος αυτόπτης μάρττυρας; Και, αν ναι, τότε γιατί δεν τον κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης;
  5. Εάν πάλι ήθελε η Εναγόμενη να προωθήσει την εκδοχή ότι ο Ενάγων οδηγούσε στην εξ αντιθέτου λωρίδα και ότι η σύγκρουση έγινε μέσα στην εξ αντιθέτου λωρίδα μετά που αυτή ολοκλήρωσε τη στροφή της προς τα δεξιά (βλ. το σημείο Χ όπως το τοποθέτησε η ίδια επί του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2), τούτη θα ήταν μια ολωσδιόλου διαφορετική εκδοχή και θα ανέμενα να τη δικογραφούσε κατά τρόπο θετικό. Ειδικά εφόσον αυτή επέλεξε να εγείρει ανταπαίτηση και να δείξει συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντος, ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν αναγκαίος και ενδεχομένως συντριπτικός. Δεν τον δικογράφησε όμως η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα και ήρθε να τον εγείρει για πρώτη φορά κατά την ακρόαση.
  6. Δεν θα συμφωνήσω με τη νομική επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης ότι είναι πιο χαλαροί οι κανόνες δικογράφησης στην περίπτωση της Έκθεσης Υπεράσπισης απ' ότι στην περίπτωση της Έκθεσης Απαίτησης και ότι δεν χρειαζόταν να δικογραφήσει με θετικό τρόπο τη δική της εκδοχή για την πορεία της Εναγομένης ή την πορεία του Ενάγοντος, παρά μόνο να αρνηθεί την εκδοχή του Ενάγοντος. Η απόφαση, ημερ. 24.9.2010, στην Πολιτική Έφεση 269/2006, Βαριάνου ν Βορκά, δείχνει ότι θα ήταν σφάλμα του παρόντος Δικαστηρίου αν λάμβανε υπόψη μη δικογραφημένες θέσεις της Εναγομένης, ακόμη και εκεί όπου δεν εγειρόταν ένσταση από την άλλη πλευρά στην κατάθεση μαρτυρίας για τέτοιους μη δικογραφημένους ισχυρισμούς. Εδώ, υπενθυμίζω, ότι ηγέρθηκε ένσταση από το συνήγορο του Ενάγοντος και η ένσταση ήταν εύλογη.
  7. Είναι άξιον απορίας γιατί η Εναγόμενη, η οποία αποτάθηκε γραπτώς στην Αστυνομία, για να παραπονεθεί για πλημμελή διερεύνηση του δυστυχήματος, δεν διεκδίκησε να μεταβεί στη σκηνή του δυστυχήματος για να υποδείξει τις πορείες των οχημάτων. Δεν κατατέθηκε ενώπιον μου η επιστολή παραπόνου, ούτε όμως ισχυρίστηκε οποτεδήποτε ενώπιον μου η Εναγόμενη ότι αξίωσε να της δοθεί η ευκαιρία για επιτόπια εξέταση στη σκηνή και να της το αρνήθηκε η Αστυνομία. Άγνωστο παρέμεινε εξάλλου, το αν και γιατί δεν διεκδίκησε την ευκαιρία να προβεί σε συμπληρωματική κατάθεση προς την Αστυνομία, εφόσον είχε κάτι με το οποίο διαφωνούσε στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε στις 13/7/
  8. Και κυρίως, γιατί ανέμενε να περάσουν τόσα χρόνια από τότε που ανέθεσε σε δικηγόρο το χειρισμό της παρούσας αγωγής, για να εγείρει προφορικά τον ισχυρισμό περί πορείας της σε λωρίδα όπου η κυκλοφορία ήταν υποχρεωτικής κατεύθυνσης προς τα δεξιά, αντί να τροποποιήσει την Ε/Υ για να το εισάξει ρητά;
  9. Κρίνω πως η απειρία της Εναγομένης ως οδηγού κατά τον ουσιώδη χρόνο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι την επίμαχη ημερομηνία ήταν, ως η ίδια παραδέχτηκε, μία από τις πρώτες φορές που οδηγούσε στη συγκεκριμένη περιοχή, συνάδει - βάσει της κοινής λογικής και της εμπειρίας της ζωής, με το απότομο του ελιγμού της μόλις αντιλήφθηκε το στρίψιμο για δεξιά, όπως ακριβώς περιέγραψαν τον ελιγμό της ο Ενάγων και η ΜΕ
  10. Δεδομένης της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας στο σύνολό της, καταλήγω να αποδέχομαι την εκδοχή του Ενάγοντος ως αληθή και να απορρίπτω την εκδοχή της Εναγομένης ως αναληθή. Η. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ.
  11. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).».
  1. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει.
  2. Στην παρούσα υπόθεση, όπου η υπόθεση αφορά το αστικό αδίκημα της αμέλειας, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι το βάρος απόδειξης του εν λόγω αστικού αδικήματος είναι στους ώμους του ενάγοντος. Απεναντίας το βάρος απόδειξης τυχόν συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντος είναι στους ώμους του εναγόμενου (Βλ. Owen v. Brimmell [1977] 1 Q.B. 859). Θ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ.
  3. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ότι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436).
  1. Η αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος επιμέλειας προς άλλους, ενώ η συντρέχουσα αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη του ενάγοντα να λάβει προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του.
  2. Ένας ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εάν όφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος.
  3. Ως προς τη νομική πτυχή της σειράς εξέτασης και διακρίβωσης της αμέλειας, της συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανάφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. .....» 141. Ο καταμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες (Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178)꞉ · το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και · την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς η οποία προκύπτει (causative potency). 142. Υπάρχει πλούσια νομολογία εφαρμογής των πιο πάνω αρχών (Βλ. Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντης κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, 426 (απόφαση Πική, Π.), Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1 Α.Α.Δ. 284, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Bullows v. Νεοφύτου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 41 και Νικολάου κ.ά. ν. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 938, 945). 143. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά, αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (Βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, 183-184, Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polycarpou v. Adamou
(1989)1 C.L.R. 727). 144. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78).
  1. Το καθήκον του οδηγού που αλλάζει κατεύθυνση είναι (ι) να δώσει εμφανές σήμα και (ιι) να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν τίθεται σε δυσμενή θέση με την αλλαγή της πορείας.
  2. Στην υπόθεση Pratt v. Bloom
(1958)Cr.L.R. 817, αποφασίστηκε ότι αποτελεί αμέλεια η ένδειξη ότι ο οδηγός θα στρίψει προς μια κατεύθυνση, ενώ μετά κινείται προς την αντίθετη χωρίς να λάβει τέτοια μέτρα για να βεβαιωθεί ότι δεν κινείται άλλο όχημα πίσω του. Επίσης αμέλεια είναι η παραπλανητική ένδειξη σήματος για στροφή, ενώ, τελικώς, αυτή δεν πραγματοποιείται (Another v. Probert
(1968)Cr.L.R. 564).
  1. Η μεταβολή κατεύθυνσης χωρίς προειδοποίηση και ενώ αμέσως προηγουμένως σηματοδόθηκε ή δόθηκε διαφορετική εντύπωση εύλογα αποτιμούμενη στα περιστατικά της υπόθεσης, αποτελεί αμέλεια και οδήγησε στην απόρριψη σχετικής έφεσης στην υπόθεση Ανδρέα Σαββίδη ν. Paul Christopher David White, Πολ. ΄Εφεση αρ. 8781 ημερ. 27.05.
  2. Ι. ΚΑΤΑΛΗΞΗ.
  3. Έχοντας αποδεχθεί την εκδοχή του Ενάγοντος ως αληθή, κρίνω ότι αυτός απέσεισε το βάρος της απόδειξης ότι, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή περί αμελούς οδήγησης εκ μέρους της Εναγομένης είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Αποδέχομαι ως αποκλειστικά υπεύθυνη για την πρόκληση του δυστυχήματος την Εναγόμενη. Δεν δικαιολογείται, στη βάση της αποδοχής της εκδοχής του Ενάγοντος, να αποδοθεί οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια στον Ενάγοντα. Εξηγώ꞉
  4. Ήταν η αιφνίδια αλλαγή λωρίδας από την Εναγόμενη (από την εξωτερική / αριστερή λωρίδα με ευθεία κατεύθυνση προς τη μεσαία / εσωτερική λωρίδα με κατεύθυνση υποχρεωτικά προς αριστερά), χωρίς αυτή να δώσει κατάλληλη προειδοποίηση, τόσο από απόψεως χρόνου προειδοποίησης όσο και από απόψεως σήμανσης της πρόθεσής της να προβεί στην εν λόγω αλλαγή λωρίδας (ήτοι δεν χρησιμοποίησε το φωτεινό σηματοδότη της καθόλου και διενήργησε την αλλαγή λωρίδας ενόσω τη χώριζε απόσταση 3 - 4 μέτρων από τον Ενάγοντα), η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Εισήλθε η Εναγόμενη στη λωρίδα που οδηγούσε ο Ενάγων χωρίς να αντιληφθεί την παρουσία του εκεί, ενώ ήταν ευλόγως ορατή, σε συνθήκες αίθριου καιρού χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο ορατότητας. Ο Ενάγων, παρά το ότι δεν οδηγούσε με ταχύτητα που να υπερβαίνει το όριο ταχύτητας ή ταχύτητα μη εύλογη υπό τις περιστάσεις της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας, βρέθηκε να έχει να αντιμετωπίσει κίνδυνο σε απόσταση που δεν του παρεχόταν απόσταση σκέψης ή εύλογο χρονικό διάστημα για τη λήψη αποφευκτικών μέτρων, όπως π.χ. να φρενάρει, (βλ. Ανδρέας Νικηφόρου v. Ανδρέας Αντωνίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 937 και η Κυριάκου Παύλοςv. Ανδρέα Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ.974), γι' αυτό και προσέκρουσε με το μπροστινό του τροχό στη δεξιά πόρτα της θέσης του οδηγού του οχήματος της Εναγομένης.
  1. Επομένως, η αγωγή επιτυγχάνει ενώ η ανταπαίτηση απορρίπτεται.
  2. Επιδικάζεται ποσό €38.000 ευρώ προς πλήρη αποζημίωση των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων του Ενάγοντος, ως η εκ συμφώνου δήλωση των διαδίκων για τα ποσά αυτά. Επιπλέον επιδικάζεται τόκος ως εξής꞉ · σύμφωνα με το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, νόμιμο τόκο επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων (ήτοι επί ποσού €25.000) από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος, δηλαδή από 13/7/2008 που ήταν η ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος, μέχρι εξόφλησης, ο οποίος αναλύεται ως εξής꞉ o τόκος 8% το χρόνο από 13/7/2008 μέχρι τις 14/10/2008, o τόκος 5,5% το χρόνο από 15/10/2008 μέχρι 31/12/2014, και o τόκος 4%, ή οποιοδήποτε άλλο εκάστοτε ισχύον ποσοστό όπως καθορίζεται βάσει του Νόμου, από 1/1/2015 μέχρι εξόφλησης της παρούσας απόφασης. · Σύμφωνα με το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, νόμιμο τόκο επί του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων, δηλαδή επί ποσού €13.000, από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή από 8.4.2009, ο οποίος αναλύεται ως ανωτέρω (ήτοι ποσοστό τόκου 5,5% από 8.4.2009 μέχρι 31.12.2014 και ποσοστό τόκου 4% από 1.1.2015 μέχρι εξόφλησης, ή όπως εκάστοτε τροποποιείται το ποσοστό αυτό βάσει του Νόμου μέχρι εξόφλησης.
  3. Τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης, πλέον ΦΠΑ, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγομένης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε ό,τι αφορά τις εμφανίσεις για ακρόαση, να υπολογιστεί ένα σετ εξόδων όσον αφορά την αγωγή και την ανταπαίτηση. (υπ.)..................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.