Γιώργος Στυλιανού ν. Γιώργου Χριστοδούλου, Αρ.Αγωγής: 4890/08, 7/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A540 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 4890/08 Μεταξύ: Γιώργος Στυλιανού Ενάγοντα και Γιώργου Χριστοδούλου Εναγόμενου Ημερομηνία: 07.10.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Nικολαϊδου με κα Γεωργίου Για τον Εναγόμενο: κα Ερωτοκρίτου με κ. Κόνια Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας ζητά γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο επεσυνέβη την 12.10.
- Συγκεκριμένα στην έκθεση απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ διασταύρωνε την λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, στη Λευκωσία, ο Εναγόμενος ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ.εγγραφής ΚΑΑ232, στη οδό Κυριάκου Μάτση, με κατεύθυνση την διασταύρωση των φώτων τροχαίας, με τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, Θεμιστοκλή Δέρβη και Σπύρου Κυπριανού, φτάνοντας στη εν λόγω διασταύρωση εισήλθε στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, οδηγώντας αμελώς και/ή κατά παράβαση των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του, με αποτέλεσμα να κτυπήσει και να τραυματίσει σοβαρά τον Ενάγοντα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από την αμέλεια του Εναγόμενου. Στην υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι το τροχαίο ατύχημα επεσυνέβη λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν εκ συμφώνου ότι επί πλήρους ευθύνης οι γενικές αποζημιώσεις είναι €18.000 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της Έκθεσης Απαίτησης ήτοι 03.02.2010 και οι ειδικές αποζημιώσεις το ποσό των €9.084,
- Παρέμεινε δε προς εκδίκαση μόνο το θέμα της ευθύνης. Για την πλευρά του Ενάγοντα στη διαδικασία, πρoσέφερε μαρτυρία εκτός από τον ίδιο, ο Μάριος Φωτίου Μ.Ε.2 και κατατέθηκε για τη αλήθεια του περιεχομένου της η ετοιμασθείσα αστυνομική έκθεση και το σχεδιάγραμμα της σκηνής (Τεκμήριο 13) που ετοιμάστηκε από τον εξεταστή του τροχαίου Αστ. 4847 ενώ ο Εναγόμενος περιορίστηκε στη δική του μαρτυρία. Οι συνήγοροι μετά την ακροαματική διαδικασία με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της απόφασης. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας, βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν θα επαναληφθεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Πολύ συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτή. Παρόλα αυτά στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. (Βλ. Χρυσούλα Καννάουρου κ.α. ν. Ανδρέα Σταδιώτη
(1990)1 ΑΑΔ σελ. 35). Για καλύτερη κατανόηση των γεγονότων της υπόθεσης προχωρώ με την καταγραφή ορισμένων αδιαμφισβήτητων γεγονότων που προκύπτουν τόσο από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων όσο και από την έγγραφη και προφορική μαρτυρία. Όπου υπάρχει διάσταση απόψεων αυτή θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Σύμφωνα με την συνοπτική έκθεση που αναφέρεται στη αστυνομική έκθεση, Τεκμήριο 13Α η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου για τη αλήθεια του περιεχομένου της «στις 12.10.2006 και περί ώρα 0320 ο Γιώργος Χριστοδούλου οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ.εγγραφής ΚΑΑ 232 στην οδό Κυριάκου Μάτση στη Λευκωσία, με κατεύθυνση προς τη διασταύρωση των φώτων τροχαίας με τις λεωφόρους Γρίβα Διγενή - Θεμιστοκλή Δέρβη και Σπύρου Κυπριανού. Φθάνοντας στην εν λόγω διασταύρωση αφού συνάντησε το πράσινο φως της πορείας του εισήλθε με κλίση δεξιά στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με αποτέλεσμα να κτυπήσει και τραυματίσει ελαφρά τον πεζό Γιώργο Στυλιανού 25 ετών, ο οποίος διασταύρωνε κάθετα το δρόμο από αριστερά προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Συνεπεία του δυστυχήματος τραυματίστηκε ο πεζός ο οποίος μεταφέρθηκε από τον οδηγό του αυτοκινήτου ΚΑΑ 232 στο Γ.Ν.Λευκωσίας όπου αφού έτυχε των Α. Βοηθειών απολύθηκε. Για το ενεχόμενο αυτοκίνητο ΚΑΑ 232 δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε ζημιά». Όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της σκηνής το οποίο κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου του (βλ. Τεκμήριο 13) και το οποίο υπέγραψαν και συμφώνησαν μ΄αυτό τόσο ο Ενάγων όσο και ο Εναγόμενος, το σημείο συγκρούσεως ευρίσκεται λίγο μετά την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας εντός της τέταρτης λωρίδας σε σχέση με τη πορεία του πεζού αφού ο πεζός είχε ήδη διανύσει 9 μέτρα εντός της λεωφόρου και 0,20 από το πεζοδρόμιο. Επίσης προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της αμφισβητηθείσας μαρτυρίας, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ στην αξία και τη σημασία της πραγματικής μαρτυρίας, αξία η οποία έχει υπογραμμιστεί σε πολλές υποθέσεις, (βλ. Αδαμής ν. Ηρακλέους
(1982)1 ΑΑΔ 746, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α.
(1986)1ΑΑΔ Αδελφοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1 ΑΑΔ) και συνιστά, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα, (βλ. Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160) ενώ παράλληλα συνιστά χρήσιμο υλικό για τον έλεγχο της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και τον έλεγχο της ακρίβειας αντίθετων ισχυρισμών. Στην υπόθεση Charalambous and another ν. Kaifos
(1986)1 CLR 278 στη σελ. 283 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Η πραγματική μαρτυρία από μόνη της δεν αποκαλύπτει το πως επεσυνέβη ένα δυστύχημα αλλά παρέχει εξαιρετικό υλικό για να αποφασιστεί η αξιοπιστία και η ακρίβεια αντικρουόμενης μαρτυρίας, σε σχέση με τις συνθήκες ενός δυστυχήματος.» Επανερχόμενη στη αξιολόγηση της μαρτυρίας θέλω να επισημάνω ότι είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες, ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα την μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Αστυνομική έκθεση και Σχεδιάγραμμα της Σκηνής, Τεκμήρια 13 και 13Α) και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ΄αυτές ουσιαστικών αντιφάσεων η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Εξετάζοντας κατ΄αρχήν την μαρτυρία του Ενάγοντα θα ήθελα να επισημάνω ότι η αντίληψή μου για την ποιότητα της δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Είμαι πεπεισμένη ότι ο Ενάγων προσήλθε στο Δικαστήριο με διάθεση να αποκρύψει ή να διαφοροποιήσει γεγονότα όσον αφορά τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Προσπάθειά του να παραστήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν το υπό συζήτηση ατύχημα, κατά τρόπο που να αποποιείται κάθε ευθύνης για το υπό εξέταση δυστύχημα, ήταν κάτι περισσότερο από εμφανής. Από τη μαρτυρία του προκύπτει αμφιταλάντευση τόσο για το σημείο συγκρούσεως όσο και αν και πως εισήλθε στη τέταρτη λωρίδα κυκλοφορίας. Ενώ στη γραπτή του δήλωση την οποία υιοθέτησε στη κυρίως εξέταση του καθώς και αρχικά στη αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος σταμάτησε στη διαχωριστική γραμμή δηλαδή στο τέλος της τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας σε σχέση με τη πορεία του και ότι όταν είδε το όχημα του Εναγόμενου έκανε δύο βήματα προς τα πίσω τοποθετώντας με αυτό τον τρόπο το σημείο συγκρούσεως εντός της τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας όταν αντιλήφθηκε ότι αυτή η θέση δεν συνάδει με το σχεδιάγραμμα της σκηνής, αφού το σημείο συγκρούσεως ευρίσκεται στη αρχή της τέταρτης λωρίδας κυκλοφορίας ανέφερε διασκυεάζοντας τα προηγούμενα ότι, επροχώρησε λίγο πέρα της διαχωριστικής γραμμής μετά που σταμάτησε σ΄αυτή για να ελέγξει τη τροχαία κίνηση και μετά έκανε δύο βήματα πίσω όταν αντιλήφθηκε το όχημα του Εναγόμενου. Ερωτηματικά μου αφήνουν και οι αναφορές του στο χρόνο που είδε το όχημα του Εναγομένου αν πράγματι είδε και σε ποια απόσταση και αν έκανε οποιαδήποτε κίνηση για να το αποφύγει. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω τα οποία είναι καίρια σημεία ως προς τις συνθήκες που επεσυνέβη το ατύχημα κρίνω ότι, η εν γένει αξιοπιστία έχει πληγεί σοβαρά και ως εκ τούτου δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του η οποία απορρίπτεται. Επίσης η μαρτυρία του Μάριου Φωτίου (Μ.Ε.2) δεν βοήθησε να αποκρυσταλλωθούν οι συνθήκες που περιβάλλουν το ατύχημα αφού ο ίδιος δεν είδε πως επεσυνέβη το ατύχημα γιατί κατά τη συγκεκριμένη στιγμή συνομιλούσε με κάποιους γνωστούς του βλέποντας προς τη αντίθετη κατεύθυνση. Ούτε όμως οι επιμέρους, αναφορές του σε παρεμφερή γεγονότα βοήθησαν αφού υπήρξε αντιφατικός τόσο ως προς τη πορεία του ιδίου στο πεζοδρόμιο προτού εισέλθει στο δρόμο όσο και στη κίνηση των πεζών που υπήρχε στο δρόμο. Συγκεκριμένα, ενώ ο ίδιος στη κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι βγαίνοντας από τα Sfinakia πεζός κατευθύνθηκε προς αριστερά επί του πεζοδρομίου, κατά τη αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι κατευθύνθηκε προς τα δεξιά. Επίσης, ενώ στη κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε πεζούς που διασταύρωναν το δρόμο στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι δεν θυμόταν αν υπήρχαν άλλοι πεζοί στο δρόμο. Ερωτηματικά μου άφησαν και τα όσα ανάφερε ως προς το χρόνο που είχε να συναντήσει τον Ενάγοντα και ο τρόπος που συναντήθηκαν για να δώσει μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει η ασάφεια που διέπετο η μαρτυρία του σε πολλά σημαντικά σημεία δεν μου επιτρέπουν να στηριχθώ στη μαρτυρία του την οποία απορρίπτω στη ολότητα της. Θετική υπήρξε η αντίληψή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του Εναγόμενου ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Με λόγο απλό, χωρίς υπερβολές, ανέφερε τα γεγονότα που ήρθαν στη αντίληψη του και ο μάρτυρας υπήρξε ειλικρινής με το Δικαστήριο. Ούτε στη αντεξέταση του ο μάρτυρας διαφοροποίησε με οποιοδήποτε τρόπο την μαρτυρία του με τρόπο ώστε να δημιουργήσω την εντύπωση ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ενισχύεται από την πραγματική μαρτυρία, όπως διατυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της σκηνής δηλαδή στο σημείο συγκρούσεως. Επίσης το σημείο συγκρούσεως ως αποδέχθηκαν αρχικά και οι δύο εμπλεκόμενοι δικαιολογεί την θέση του ότι ο Ενάγων επιχείρησε να διασταυρώσει πίσω από σταματημένα οχήματα που ανέμεναν στα φώτα τροχαίας με τρόπο ώστε να μην υπάρχει καθόλου ορατότητα του Εναγομένου πίσω από αυτά. Συνεπώς δέχομαι την μαρτυρία του ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος ως αξιόπιστη και γίνονται ανάλογα ευρήματα. Εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης τα ευρήματα μου, επιπρόσθετα με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, είναι ότι ο Ενάγων διασταύρωνε τη Σπύρου Κυπριανού κατά το κρίσιμο χρόνο πίσω από σταματημένα οχήματα στα φώτα τροχαίας τα οποία εμπόδιζαν τη ορατότητα του Εναγομένου ο οποίος από τη οδό Κυριάκου Μάτση φτάνοντας στη διασταύρωση των φώτων τροχαίας εισήλθε στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού πίσω από αυτά και τον εμπόδιζε από του να αντιληφθεί τον πεζό. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ Στην υπόθεση Blief v. Birmingham Watterworks
(1856)11 Ex. 781, αναφέρθηκε ότι η αμέλεια αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ο συνηθισμένος άνθρωπος δεν θα εκδήλωνε. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, στη σελ. 4 ο τέως Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πικής, (Δικαστής όπως ήταν τότε) αναφέρει και τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Attking, στην υπόθεση Donoghoc v. Stevenson
(1932)AC 562.» Πιο κάτω, στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί. Α. Η φύση του καθήκοντος και Β. όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Η αμέλεια εξ άλλου ως πραγματικό γεγονός, η οποία είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τον τόπο και τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περίπτωσης, έχει αναλυθεί από το Δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Φοινικαρίδη κ.α. ν. Γεωργίου
(1991)ΑΑΔ 475. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Αλεξάνδρου και Λεβέντη,
(1996)1 ΑΑΔ προβάλλεται ότι η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού. Εισάγεται ένα πιο ευρύ καθήκον για όλους όσους χρησιμοποιούν το δρόμο, το καθήκον επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους σε αμέλεια. Αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Από τα γεγονότα τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως αυτά έχουν γίνει αποδεκτά, έχοντας σαν βάση τις πιο πάνω αρχές, είναι φανερό κατά την αντίληψή μου ότι από τη συμπεριφορά του Εναγόμενου δεν στοιχειοθετείται αμέλεια. Συγκεκριμένα βρίσκω ότι ο Εναγόμενος καθ΄ον χρόνο οδηγούσε το όχημα του στη οδό Σπύρου Κυπριανού αιφνιδίως συνάντησε το Ενάγοντα ο οποίος επιχειρούσε να διασταυρώσει πεζός πίσω από σταματημένα οχήματα τα οποία ευρίσκονται σε αναμονή στα φώτα τροχαίας χωρίς να έχει ορατότητα και ως εκ τούτου δεν υπήρχε δυνατότητα αντίδρασης. Ο Εναγόμενος εισήλθε εντός της οδού Σπύρου Κυπριανού χωρίς να μπορεί να δει τον Ενάγοντα ο οποίος διασταύρωνε το δρόμο από αριστερά προς δεξιά ως προς τη πορεία του, λόγω σταματημένων, στα φώτα τροχαίας, οχημάτων και στις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Εναγόμενος δεν είχε καθήκον να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα, ούτε θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο Ενάγοντας θα εισέρχετο στη λωρίδα κυκλοφορίας του, τη οποία νόμιμα κρατούσε ως προς τη πορεία του. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη. Στην υπόθεση Νικολαϊδης & άλλος ν. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422, τονίστηκε ότι: «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών. Η θέση αυτή διατυπώνεται με τρόπο κατηγορηματικό στην απόφαση του Εφετείου στη Varnavas K. Varnakides v. The Police
(1969)2 CLR 1. Παρόλο που οι θέσεις αυτές υιοθετήθηκαν σε ποινική υπόθεση σε σχέση με το πταίσμα αμελούς οδήγησης η αρχή η οποία υιοθετείται τυγχάνει καθολικής εφαρμογής και συσχετίζεται με τις αρχές της αμέλειας και τις πραγματικότητες της τροχαίας κίνησης. Όπως επεσήμανε στην απόφαση του ο Δικαστής Τριανταφυλλίδης (όπως ήταν τότε) οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα έθετε ανυπόφορο βάρος στο νομιμόφρονα οδηγό και θα παρείχε αδικαιολόγητη συγχώρεση σε εκείνον ο οποίος παραβαίνει τα καθήκοντα του και το νόμο.» Στην παρούσα υπόθεση καθήκον για την επίδειξη επιμέλειας εκ μέρους του Εναγόμενου έναντι του Ενάγοντα δεν μπορούσε να εγερθεί υπό τις περιστάσεις αφού δεν είχε δυνατότητα να αντιληφθεί τον Ενάγοντα κατά την είσοδο του στη τέταρτη λωρίδα κυκλοφορίας και γενικότερα ότι διασταύρωνε το δρόμο πεζός. Κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε αμέλεια στον Εναγόμενο. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, βρίσκω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων να αποδείξει την υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στη κλίμακα €10.000 - €50.000 επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ) ............. Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο