Ελένης Σωκράτους ν. Αννίτας Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 4200/2011, 21/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A564 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4200/2011 Μεταξύ: Ελένης Σωκράτους Ενάγουσας v. Αννίτας Νικολάου Εναγομένης Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Λ. Βραχίμης με κα Α. Παπαδοπούλου για Ελένη Βραχίμη & Σία Για την Εναγομένη: κ. Α. Δημητριάδης με κα Ν. Ιακώβου για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα Αγωγή αφορά αξίωση της Ενάγουσας αναφορικά με το βιβλίο «Ελένη η πόρνη, ένας άγγελος στην κόλαση» το οποίο περιγράφει τη ζωή μιας ιερόδουλης της πλατείας Ηρώων στη Λεμεσό. Το βιβλίο συνεγράφη από την Εναγομένη και κυκλοφόρησε το
- Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της Εναγομένης και της εταιρείας Αντέννα Λτδ αυτό αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς η οποία μεταδόθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1 κατά τα έτη 2010-
- Ι. Δικόγραφα Με την Αγωγή η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως το βιβλίο αναφέρεται στην προσωπική της ζωή και βασίζεται στις εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες η ίδια έδωσε στην Εναγομένη, στα πλαίσια μιας στενής φιλικής και εμπιστευτικής σχέσης μεταξύ τους, με το πρόσχημα ότι η Εναγομένη ήθελε να τη βοηθήσει και στηρίξει συναισθηματικά. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας πως η Εναγομένη εκμεταλλεύτηκε αυτή τη σχέση, δημοσιοποίησε εμπιστευτικές πληροφορίες με τρόπο διαστρεβλωμένο και σκανδαλιστικό και προχώρησε στη συμφωνία με τον Αντέννα χωρίς τη συγκατάθεση της ίδιας. Η Ενάγουσα θεωρεί πως η εν λόγω δημοσιοποίηση αποτελεί παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της στην ιδιωτική ζωή, κάτι το οποίο της προκάλεσε ψυχική αναστάτωση και εξευτελισμό ενώ ταυτόχρονα απέφερε στην Εναγομένη σημαντικό οικονομικό όφελος. Γι΄ αυτό αξιώνει αποζημιώσεις, περιλαμβανομένων τιμωρητικών και παραδειγματικών, και ή απόδοση λογαριασμών για τα κέρδη της Εναγομένης. Περαιτέρω ζητά διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη να δημοσιεύει εμπιστευτικές πληροφορίες για την προσωπική ζωή της. Στην υπεράσπιση της η Εναγομένη αρνείται πως το βιβλίο αφορά την Ενάγουσα και ισχυρίζεται πως ανέπτυξε μια σχέση ενδιαφέροντος προς αυτήν, όπως και προς άλλες ιερόδουλες, με σκοπό την οικονομική τους στήριξη, την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη και την παροχή φαγητού σε αυτές. Και τούτο λόγω της ιδιότητας της ως ειδικής αστυνομικού και της επαφής που είχε με αυτές, εξ ου και ίδρυσε και χρηματοδοτεί το Σωματείο «Σύνδεσμος Αγάπης Προστασίας και Φροντίδας Πρώην Ιεροδούλων». Η Εναγομένη ισχυρίζεται περαιτέρω πως μέσα σε αυτά τα πλαίσια επικοινωνίας της με την Ενάγουσα η τελευταία δεν τής είχε εκμυστηρευτεί οτιδήποτε εμπιστευτικό για τη ζωή της, η οποία (ζωή της) εν πάση περιπτώσει είναι γενικά γνωστή στους κατοίκους και θαμώνες της περιοχής. Επίσης αναφέρει πως το βιβλίο περιέχει γεγονότα τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τη ζωή της Ενάγουσας, όπως αναγνωρίζει και η τελευταία, γεγονός το οποίο δείχνει ότι το βιβλίο δεν αναφέρεται σε αυτή. Η Εναγομένη ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα προσπαθεί ψευδώς να συσχετίσει το όνομα της με το βιβλίο και την τηλεοπτική σειρά με σκοπό την προβολή της ίδιας και την αποκόμιση προσωπικού κέρδους μαζί με κάποιον Ιμπραχήμ. Επιπλέον ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα τη δυσφημεί ως συγγραφέα και ως άτομο, καθώς επίσης και πως διαπράττει επιζήμια ψευδολογία και μειώνει την αξία του βιβλίου. Έτσι η Εναγομένη ανταπαιτεί διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να τη δυσφημεί, κατάλογο εισπράξεων της Ενάγουσας σχετικά με το βιβλίο, διάταγμα για καταβολή των εν λόγω εισπράξεων στο Σωματείο και γενικές αποζημιώσεις. ΙΙ. Παράθεση Μαρτυρίας - Αξιολόγηση, Ευρήματα Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά δώδεκα μάρτυρες για την Ενάγουσα και έξι για την Εναγομένη. Σημειώνεται εξαρχής πως ούτε η Ενάγουσα αλλά ούτε και η Εναγομένη έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι μάρτυρες δύνανται να διαχωριστούν σε ενότητες με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και έτσι κρίνεται σκόπιμο όπως η παράθεση και αξιολόγηση αυτής γίνει ξεχωριστά ανά κεφάλαιο και θέμα. ΙΙ.1 Ζωή Ενάγουσας - Πλατεία Ηρώων Το βασικότερο μέρος της μαρτυρίας για την Ενάγουσα αφορά γενικά τις ιερόδουλες της πλατείας Ηρώων και επικεντρώνεται ειδικότερα στην Ενάγουσα και τη ζωή της. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό και θα διαφανεί κατωτέρω, αυτή η μαρτυρία είναι ουσιαστικής σημασίας εφόσον αποσκοπεί στον συσχετισμό της Ενάγουσας με το βιβλίο. Επί τούτου κατέθεσαν συνολικά τέσσερις μάρτυρες. Πρόκειται για άτομα τα οποία είχαν κάποιου είδους επαφή ή γνωριμία με την περιοχή της πλατείας Ηρώων και την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα πρόκειται για τους Δημήτρη Καλαβασιώτη, Μ.Ε.2, ο οποίος μεγάλωσε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην πλατεία Ηρώων, Πάμπο Παναγιώτου, Μ.Ε.3, ο οποίος αρχικά εργαζόταν και μετά ανέλαβε εξ ολοκλήρου το περίπτερο της πλατείας Ηρώων, Χριστάκη Σαββίδη, Μ.Ε.4, ο οποίος διαμένει στην οδό Βασιλείου Μακεδόνος 41, πάροδο της πλατείας Ηρώων, και Αντρέα Βίκα, Μ.Ε.5, ο οποίος είναι συνταξιούχος πωλητής αυτοκινήτων και διαμένει στην οδό Νικηφόρου Φωκά, παράλληλη της Βασιλείου Μακεδόνος. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους τονίζεται εξαρχής πως τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1970, επομένως κρίνεται φυσιολογικό και αναμενόμενο οι μάρτυρες να μην είναι σε θέση να θυμούνται λεπτομέρειες ή με ακρίβεια κάποια γεγονότα λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τότε μέχρι και τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο, όπως άλλωστε αναγνώριζαν και εξέφραζαν και οι ίδιοι. Πριν την ενασχόληση με τον κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, σημειώνεται πως η συνολική εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο ήταν πως αυτοί ήταν γενικά αξιόπιστοι και κατέθεσαν με ειλικρίνεια. Παρόλο που οι εν λόγω μάρτυρες προσήλθαν στο Δικαστήριο με γνώμονα να τοποθετήσουν την Ενάγουσα ως τη μόνη ιερόδουλη με το όνομα Ελένη στην πλατεία Ηρώων και τη συσχετίσουν με το βιβλίο, εντούτοις τελικώς διεφάνη πως δεν δίστασαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη και άλλων ιερόδουλων στην πλατεία με το όνομα Ελένη. Επίσης δήλωναν ευθαρσώς πως δεν είχαν προσωπική γνώση για κάποια ζητήματα και έτσι δεν μπορούσαν να εκφέρουν άποψη, κάτι το οποίο καταδεικνύει την αντικειμενικότητα τους. Περαιτέρω δεν διεφάνη πως αυτοί είχαν τέτοια σχέση με την Ενάγουσα ή οποιοδήποτε κίνητρο να υποστηρίξουν την ίδια προβάλλοντας αναληθείς ισχυρισμούς. Είναι δε ενδεικτικό, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, πως ο Μ.Ε.2, ο οποίος μάλιστα στη δικάσιμο κατά την οποία έδωσε τη μαρτυρία του είχε μεταφέρει την Ενάγουσα και τον Ιμπραχήμ στο Δικαστήριο για παρακολούθηση της διαδικασίας, συμφώνησε με υποβολή του δικηγόρου της Εναγομένης η οποία δεν βοηθούσε καθόλου ούτε και υποστήριζε την πλευρά της Ενάγουσας. Επίσης τονίζεται πως ο Μ.Ε.4 γνωρίζει όχι μόνο την Ενάγουσα αλλά και την Εναγομένη. Έτσι το Δικαστήριο αποκόμισε τη γενική εντύπωση πως οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν με αντικειμενικότητα και σε μια γνήσια προσπάθεια να αποκαλύψουν τα όσα γνώριζαν. Όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατωτέρω, παρατηρούνται κάποιες διαφορές και αντιφάσεις μεταξύ τους, οι οποίες όμως αφορούν επουσιώδη ζητήματα και κρίνονται υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένες και δεν επηρεάζουν τη γενικότερη κρίση για την αξιοπιστία τους. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως επί του παρόντος η αξιολόγηση περιορίζεται στην περιγραφή των γεγονότων από τους μάρτυρες και όχι στο σκέλος της μαρτυρίας τους που αφορά την εκφορά απόψεων για την όποια σύνδεση της Ενάγουσας με το βιβλίο, θέμα το οποίο εκ της φύσεως του ανήκει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στα πλαίσια αξιολόγησης των εν λόγω μαρτύρων επί των γεγονότων άλλωστε είναι σημαντικό να λεχθεί πως η βασική εκδοχή για τα καίρια γεγονότα τα οποία αφορούν τη ζωή και τα χαρακτηριστικά της Ενάγουσας παρέμεινε σταθερή μεταξύ όλων ή κάποιων εξ αυτών (των μαρτύρων), με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αποδέχεται αυτές τις θέσεις ως αξιόπιστες και μέρος των ευρημάτων του. Ως εκ τούτου κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο αποδέχεται την κοινή αλλά και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία και των τεσσάρων αυτών μαρτύρων πως η Ενάγουσα, γνωστή με το όνομα Νίτσα ή Νιτσού, ήταν ιερόδουλη στην πλατεία Ηρώων, και ζούσε σε ένα σπίτι στην οδό Βασιλείου Μακεδόνος στο οποίο παλαιότερα εκδίδετο. Ο Μ.Ε.2, στη γραπτή του δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε πως ο ίδιος γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1962 και μεγάλωσε και έζησε μέχρι και το 2010 στην πλατεία Ηρώων όπου βρίσκεται το πατρικό του σπίτι. Γνώρισε την Ενάγουσα ως την πασίγνωστη πόρνη της πλατείας Ηρώων από τον καιρό που ήταν μαθητής. Αυτή διατηρούσε δικό της σπίτι στην πλατεία και ήταν η πιο δημοφιλής και η πιο όμορφη εκδιδόμενη γυναίκα στην πλατεία. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του μάρτυρος, ως μαθητές γνώριζαν τα σπίτια των ιερόδουλων οι οποίες εργάζονταν στην πλατεία και τα ονόματα τους. Στην αντεξέταση του ανέφερε πως αυτές πρέπει να ήταν πέραν των δέκα, ίσως και είκοσι, και κατάφερε να κατονομάσει επιπλέον μόνο την Κούλα και την Ανθούλα. Στη δήλωση του ανέφερε πως δεν υπήρχε άλλη εκδιδόμενη γυναίκα με το όνομα Ελένη ή Νιτσού και στην αντεξέταση του επανέλαβε αυτή τη θέση, αλλά ακολούθως δεν απέκλεισε να υπήρχε ακόμα μια Ελένη η οποία διέμενε λίγο πιο κάτω από την Ανθούλα, λέγοντας πως δεν μπορούσε να θυμηθεί μετά από τόσα χρόνια. Ακόμα δεν απέκλεισε να υπήρχε ακόμα μια με το όνομα Λέλλα. Τελικώς δέχθηκε την υποβολή πως μεταξύ 1970 και 2007 υπήρχαν και άλλες ιερόδουλες στην πλατεία Ηρώων με τα ονόματα Νίτσα, Νιτσού, Νιτσάκι, Ελένη, Έλενα, Λένια ή Λέλλα. Είναι γεγονός πως κατά την αντεξέταση του διεφάνη ότι αυτός ο μάρτυρας δεν ήταν κάποιου ιδιαίτερα ψηλού νοητικού και μορφωτικού επιπέδου. Ο ίδιος αναγνώρισε πως αποφοίτησε από την Τρίτη τάξη στην Τεχνική Σχολή Λεμεσού, απολύθηκε από τον στρατό λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, δεν εργάστηκε ποτέ και συντηρείται με δημόσιο βοήθημα. Η διανοητική του κατάσταση και ικανότητα δικαιολογεί και την εμφανή σύγχυση και δυσκολία του μάρτυρος να εξηγήσει πότε φοίτησε στην Τεχνική Σχολή, χρόνος καθοριστικός για το πότε γνώρισε την Ενάγουσα στην πλατεία ενόψει της αναφοράς του πως αυτό συνέβη όταν ήταν μαθητής. Ειδικότερα, ο μάρτυρας έδινε ασαφείς και αντικρουόμενες εκδοχές για το εν λόγω απλό ζήτημα. Τελικώς όμως, με τη βοήθεια του δικηγόρου της Εναγομένης μέσω των ερωτήσεων που του τίθεντο, κατάφερε να προσδιορίσει πως το 1975 ήταν μαθητής ενώ το 1982 κατατάχθηκε στην Εθνική Φρουρά. Περαιτέρω αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου αντανακλάται και από τον τρόπο που έδινε τις απαντήσεις του καθότι αυτές καταδεικνύουν σαφώς μιαν αφέλεια εκ μέρους του και συνάμα την ετοιμότητα και προθυμία του να συμφωνήσει με την όποια θέση του υποβάλλετο από τον δικηγόρο της Εναγομένης. Χαρακτηριστικά, στην υποβολή πως υπήρχαν τουλάχιστον 75 ιερόδουλες στην πλατεία αυτός απάντησε «Για να λες εσύ, σημαίνει ξέρεις», ενώ σε μεταγενέστερη υποβολή πως υπήρχαν τουλάχιστον οκτώ με το όνομα Ελένη ή υποκοριστικά αυτού είπε, «Εάν είσιε οχτώ ήταν να πήαιναν οι άλλοι ούλλοι στις οχτώ». Η γενική εντύπωση που δημιούργησε ο μάρτυρας είναι πως όντως αυτός δεν είχε τέτοιο νοητικό και μορφωτικό επίπεδο που να του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται με ακρίβεια τις ερωτήσεις και να δίνει απαντήσεις με ευθύτητα, σαφήνεια και συνέπεια. Η αδυναμία του αυτή ομολογουμένως τον περιόριζε στην αντίληψη και έκφραση του αλλά δεν ήταν τέτοια που να κλονίζει ουσιωδώς και καθ΄ ολοκληρίαν την αξιοπιστία του. Ήταν δε διάχυτο καθόλη τη μαρτυρία του πως παρόλη τη δυσκολία του αντιλαμβανόταν τι είναι το σωστό και εξέφρασε την αδυναμία του να πει ψέματα στον δικηγόρο της Εναγομένης. Χαρακτηριστικά σε ερώτηση κατά πόσο πιθανόν να είχε και άλλες ιερόδουλες με το όνομα Ελένη, Λένια κ.λπ., αυτός απάντησε «Μπορεί να είσιε, ναι, εν φυσικά πράγματα. Εν τζιαί να σε αμφισβητήσω αφού το σωστό εν σωστό». Αυτή η κατάσταση του μάρτυρος εξηγεί και δικαιολογεί και την αδυναμία του να θυμάται αρκετά πράγματα για τα οποία ρωτήθηκε, και για τα οποία δήλωσε ευθέως πως δεν θυμόταν και έτσι δεν μπορούσε να δώσει απάντηση. Έτσι, παρόλες τις αδυναμίες του, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτός ο μάρτυρας ήταν γενικά ειλικρινής, λαμβανομένου και υπόψιν πως οι πλείστες των θέσεων του συνάδουν με τους υπόλοιπους μάρτυρες, πλην δύο ζητημάτων (το χρώμα των ματιών της Ενάγουσας και η ταύτιση της με τη φωτογραφία του εξώφυλλου του βιβλίου) όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατωτέρω. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τον Μ.Ε.2 αναμφίβολα δεν τον καθιστούν μη ικανό μάρτυρα με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 13 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτό το ζήτημα θα έπρεπε να είχε εγερθεί από την υπεράσπιση κατά το στάδιο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρος όταν κατ΄ ισχυρισμόν έγινε τέτοια διαπίστωση και όχι στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Οι Μ.Ε.3-5 δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία στην αξιολόγηση τους. Αυτοί ήταν ευθείς και άμεσοι στις απαντήσεις τους και γενικά η μαρτυρία τους χαρακτηρίζεται από συνοχή αλλά και συνέπεια. Γίνεται δεκτό πως ο Μ.Ε.3 εργοδοτείτο στο περίπτερο από το 1980, το οποίο ανέλαβε από το 1988 μέχρι και το 2015 και πως αυτός είχε καθημερινή επαφή με την Ενάγουσα με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας φιλικής σχέσης στα πλαίσια της οποίας η Ενάγουσα του έλεγε για διάφορα προσωπικά της θέματα. Όπως προκύπτει από το διαβατήριο Τεκμήριο 6, το οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε ως το διαβατήριο της Ενάγουσας, η τελευταία γεννήθηκε στην Ίνια της Πάφου το
- Ο Μ.Ε.3 ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την καταγωγή της λόγω του ότι η Ενάγουσα του το είχε αποκαλύψει και μάλιστα του έδειξε τίτλους ιδιοκτησίας κάποιων χωραφιών στην Ίνια λέγοντας του πως αυτά ήταν κληρονομιά από τον πατέρα της, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Συνάγεται επίσης πως η Ενάγουσα έχει μαύρα μάτια και ανοικτόχρωμα μαλλιά, όπως επιμαρτυρεί η φωτογραφία που βρίσκεται στο διαβατήριο της, το οποίο φέρεται να εκδόθηκε στις 14.10.
- Οι Μ.Ε.2 και 3 επιβεβαίωσαν το χρώμα των μαλλιών της. Η θέση του Μ.Ε.2 πως δεν γνώριζε κατά πόσο η Ενάγουσα ήταν εκ φύσεως ξανθιά δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Και οι δυο αυτοί μάρτυρες ανέφεραν πως τα μάτια της Ενάγουσας ήταν καστανά. Επί αυτού όμως στη συνέχεια οι δύο μάρτυρες εξέφρασαν διαφορετικές εκδοχές. Ενώ ο Μ.Ε.3 ανέφερε πως ουδέποτε τα μάτια της Ενάγουσας ήταν μπλε, ο Μ.Ε.2 είπε μεν πως τα μάτια της ήταν εκ του φυσικού μαύρα αλλά για κάποιο χρονικό διάστημα είχαν γίνει γαλάζια. Όμως ο Μ.Ε.2 δεν μπορούσε να προσδιορίσει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έγινε κάτι τέτοιο και κυρίως η απάντηση που έδωσε ήταν αφελής και επιπόλαιη και ως τέτοια δεν κρίνεται πειστική. Όπως χαρακτηριστικά είπε «Τωρά εν μαύρα. Βάλλει τζιαι φακούς αν μεν το ξέρεις, έβαλλε τζιαί φακούς έγχρωμους. Οι καλλιτέχνιδες για να φαίνουνται πιο όμορφες αντί μαύρα μπορεί να εν γαλάζια, μπορεί να εν κότσιηνα». Ενόψει της κατάστασης του Μ.Ε.2 αλλά και της τακτικότερης επαφής του Μ.Ε.3 με την Ενάγουσα, το Δικαστήριο θεωρεί απίθανο αυτή να έβαλε γαλάζιους φακούς και να μην το πρόσεξε ο Μ.Ε.
- Έτσι το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί την εκδοχή του Μ.Ε.2 και υιοθετεί τη θέση του Μ.Ε.3 επί τούτου, ήτοι πως τα μάτια της Ενάγουσας ήταν πάντα τα εκ φύσεως καστανά. Αυτό το εύρημα του Δικαστηρίου καθιστά τρωτή επίσης τη θέση του Μ.Ε.2 πως η κοπέλα που απεικονίζεται στο εξώφυλλο του βιβλίου, Τεκμήριο 1, είναι η Ενάγουσα, καθότι εκείνη η κοπέλα φέρει γαλάζια μάτια. Σημειώνεται ακόμη πως μια σύγκριση μεταξύ της φωτογραφίας της Ενάγουσας στο διαβατήριο της και της εικόνας της κοπέλας στο βιβλίο δεν είναι ικανή να καταδείξει την οποιαδήποτε ομοιότητα ούτως ώστε το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε ανάλογο συμπέρασμα. Εδώ υπενθυμίζεται πως οι υπόλοιπες φωτογραφίες παρέμειναν ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση και ως εκ τούτου δεν αποτελούν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει ήδη αναφερθεί πως ο Μ.Ε.2 τοποθέτησε χρονικά την Ενάγουσα να ασκεί πορνεία στην πλατεία από το 1975-76 και για περίπου είκοσι χρόνια. Αυτή η θέση συνάδει με την εκδοχή του Μ.Ε.3 πως αυτός έβλεπε την Ενάγουσα να εκδίδεται από τότε που ήταν μαθητής, δηλαδή από το
- Προσέθεσε πως περί το 1985 οι ιερόδουλες άρχισαν να εγκαταλείπουν την πλατεία ενώ η Ενάγουσα μείωσε στην εργασία της γύρω στο
- Ο Μ.Ε.4 με τη σειρά του είπε πως η Ενάγουσα πήγε στην πλατεία μετά το 1974 και εκδίδετο για τουλάχιστον ακόμα 10 χρόνια περίπου. Δεν παρατηρείται σοβαρή απόκλιση μεταξύ των θέσεων των πιο πάνω μαρτύρων, με αποτέλεσμα να γίνεται δεκτό πως η Ενάγουσα βρέθηκε στην πλατεία μετά το 1974, γύρω στο 1975, όπου και ασκούσε πορνεία μέχρι τουλάχιστον το
- Γίνεται ακόμα δεκτή η αναφορά του Μ.Ε.4 πως η Ενάγουσα είχε έρθει στην πλατεία από το Βαρώσι και πως πολύ σύντομα αργότερα η Υπηρεσία Μέριμνας διόρθωσε το σπίτι στην οδό Βασιλείου Μακεδόνος 60, στο οποίο έκτοτε διαμένει. Συνάγεται ακόμα πως η εν λόγω οδός είναι αδιέξοδος, πάροδος της πλατείας Ηρώων. Σημειώνεται πως ο Μ.Ε.3 ανέφερε πως υπήρχαν δύο πόρτες στο εν λόγω σπίτι, η μια μπροστά επί της Μακεδόνος και η άλλη πίσω στον άλλο δρόμο (Καντούνι Κεσόγλου), ενώ ο Μ.Ε.4 αναφέρθηκε, με κάποια αβεβαιότητα, στην ύπαρξη μόνο μιας πόρτας μπροστά, επί της Μακεδόνος. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτό το στοιχείο αφορά λεπτομέρεια την οποία είναι φυσιολογικό οι μάρτυρες να μην θυμούνται με ακρίβεια και πως αυτή η διαφορά θέσεων δεν είναι τέτοια που να επηρεάζει την αξιοπιστία τους. Εκείνο το οποίο εξάγεται με ασφάλεια είναι πως το σπίτι είχε σίγουρα μια είσοδο επί της Μακεδόνος από όπου εισέρχονταν και οι πελάτες της Ενάγουσας. Γίνεται επίσης δεκτό πως η Ενάγουσα ουδέποτε είπε στον Μ.Ε.4, με τον οποίο ήταν γείτονες και συνήθιζαν να κουβεντιάζουν, ότι τη βίασε ο πατέρας της. Το ίδιο εξάλλου ανέφερε κλαίγοντας και στον Μ.Ε.3 προς διάψευση της αναφοράς στο βιβλίο πως πριν φύγει από την Πάφο την είχε βιάσει ο πατέρας της. Αντίστοιχες είναι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και επί του αριθμού και των ονομάτων των ιερόδουλων στην πλατεία κατά την ίδια χρονική περίοδο. Ο Μ.Ε.3 προσδιόρισε τον αριθμό των ιερόδουλων σε περίπου εννέα και έκανε λόγο για την Κούλα και την Ανθούλα (οι οποίες αναφέρθηκαν από τον Μ.Ε.2) καθώς επίσης και για τη Γιωργούλα και την Άννα. Δέχθηκε επίσης πως υπήρχε μια Λένια η οποία σκοτώθηκε σε τροχαίο αλλά αρνήθηκε πως υπήρχε Ελένη. Ο Μ.Ε.4 με τη σειρά του καθόρισε τον αριθμό τους σε 20-25 και αναφέρθηκε και αυτός στην Ανθούλα, τη Γιώργουλα, την Άννα και τη Λέλλα, προσθέτοντας όμως πως αυτές δεν βρίσκονται εν ζωή. Η Λέλλα είχε μπαρ στο οποίο εργαζόταν τόσο η ίδια όσο και άλλες κοπέλες. Θυμόταν επίσης τη Λένια και την Ελένη από τη Δρούσια, οι οποίες εργάζονταν σε μπαρ και όχι σε σπίτι. Έχει ήδη τονιστεί πως είναι αναμενόμενο να παρατηρείται κάποια αδυναμία των μαρτύρων να θυμούνται με ακρίβεια τον αριθμό και όλα τα ονόματα των κοπέλων μετά από τόσα χρόνια. Έτσι κρίνεται πως οι αναφορές των τριών αυτών μαρτύρων δεν παρουσιάζουν τέτοιες διαφορές που να καθιστούν την εν λόγω μαρτυρία μη αξιόπιστη. Άλλωστε εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι η αναφορά και των τριών αυτών μαρτύρων στην ύπαρξη και άλλων ιερόδουλων στην πλατεία Ηρώων με το όνομα Ελένη, Λένια ή Λέλλα πέραν της Ενάγουσας. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως και από πλευράς Εναγομένης προσφέρθηκε μαρτυρία επί αυτού του ζητήματος, η οποία επιβεβαιώνει τη θέση περί της ύπαρξης και άλλων ιερόδουλων στην πλατεία με το όνομα Ελένη. Πρόκειται για τον Ηλία Κυριακίδη, Μ.Υ.3, συνταξιούχο ανώτερο υπαστυνόμο ο οποίος το 1970-1972 υπηρέτησε στον ΟΠΕ Λεμεσού. Ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν η πρόληψη διαφόρων εγκλημάτων και η επίβλεψη των γυναικών ελευθέρων ηθών. Αυτός επιβεβαίωσε την ύπαρξη 6-7 ιερόδουλων στην πλατεία Ηρώων, περιλαμβανομένης της Ανθούλας, και έκανε αναφορά στην Ελένη από τη Λεμεσό και στην Ενάγουσα γνωστή ως Νιτσού. Η πρώτη Ελένη εκδίδετο στο σπίτι της στην οδό Ελένης Παλαιολογίνας, λοξώς από το σπίτι της Ενάγουσας, ενώ καμία εκ των δύο δεν είχε γυναίκα προαγωγό («πατρόνα»). Η αντεξέταση του ήταν περιορισμένη. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του παρέμεινε αναντίλεκτο και έτσι γίνεται πλήρως δεκτό από το Δικαστήριο. Εκτενής αναφορά στον εν λόγω μάρτυρα θα γίνει κατωτέρω. Την ύπαρξη ακόμα μιας Ελένης (Ευγενίου) ιερόδουλης η οποία εργάζετο στην πλατεία Ηρώων ανέφερε η κόρη της, Έλενα Παύλου Πάγκαλου, Μ.Υ.
- Αυτή κατέθεσε με ευθύτητα και συνέπεια, δεν δίστασε να δώσει απαντήσεις στην αντεξέταση της οι οποίες αφορούσαν προσωπικά και ευαίσθητα θέματα για την ίδια δίδοντας επαρκείς και λογικές εξηγήσεις για τις δικές της ενέργειες. Η μάρτυρας άφησε καλή εντύπωση και γίνεται δεκτό πως διέμενε με τη μητέρα της μέχρι 15 μηνών όταν και δόθηκε για υιοθεσία. Οι θετοί γονείς της, τής αποκάλυψαν το γεγονός της υιοθεσίας της όταν ήταν πέντε ετών και της είπαν πως η μητέρα της ονομάζετο Ελένη, ζούσε στην οδό Επίκουρου 6 όπου ασκούσε το επάγγελμα της και εξ όσων γνωρίζει απέκτησε μιαν αδελφή, η οποία δόθηκε αμέσως για υιοθεσία. Η μητέρα της κατάγετο από την Πάφο όπου και βαφτίστηκε η μάρτυρας. Η ίδια γνώρισε την Εναγομένη όταν διάβασε το βιβλίο καθότι θεώρησε πως πιθανόν αυτό να αναφέρετο στη δική της μητέρα και έτσι επικοινώνησε με τη συγγραφέα γιατί ήθελε να γνωρίσει τη μητέρα της. Γίνεται δεκτό πως οι ενέργειες της μάρτυρος αλλά και της Εναγομένης για εντοπισμό της μητέρας της πρώτης δεν καρποφόρησαν. Η ίδια (η μάρτυρας) τηλεφώνησε σε όλες τις γυναίκες με το ίδιο όνομα αλλά καμιά δεν αναγνώρισε την ιστορία της, ενώ η επίσκεψη της Εναγομένης στη διεύθυνση κατέδειξε πως εκεί υπήρχαν επτά κλίνες. Η αντικειμενικότητα της μάρτυρος φάνηκε μέσα από τη θέση της πως η ίδια γνώριζε πως οι γνωστοί της μητέρας της την αποκαλούσαν «Ελένη» χωρίς όμως να είναι σε θέση να γνωρίζει πώς την αποκαλούσαν οι πελάτες. Η απάντηση της πως η ίδια δεν επισκέφθηκε ποτέ την περιοχή προς αναζήτηση της λόγω του ότι αρχικά δεν ήθελε να πληγώσει τους θετούς γονείς της και μετά λόγω του ότι η ίδια απέκτησε οικογένεια με τρία παιδιά κρίνεται λογική και πειστική λόγω της φύσης και ιδιαιτερότητας του όλου ζητήματος. Γίνεται δεκτό πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτός από την Ενάγουσα, υπήρχαν και άλλες κοπέλες ιερόδουλες με το όνομα Ελένη, Λένια ή Λέλλα στην πλατεία Ηρώων, εκ των οποίων δύο με το όνομα Ελένη επίσης με καταγωγή από την Πάφο και μία Ελένη από τη Λεμεσό. Συνάγεται περαιτέρω πως η Λέλλα, η Λένια και η μια Ελένη από την Πάφο εργάζονταν σε μπαρ και όχι σε σπίτι και πως η Λένια και η Λέλλα δεν βρίσκονται εν ζωή. Η άλλη από την Πάφο ονομάζετο Ελένη Ευγενίου, διέμενε σε επτάκλινη οικία στην Επίκουρου 6 και είχε αποκτήσει δύο κοριτσάκια, τα οποία έδωσε για υιοθεσία, ήτοι τη Μ.Υ.2 ενώ ήταν 15 μηνών και το άλλο νεογέννητο. Η Ελένη από τη Λεμεσό εκδίδετο στο σπίτι της στην οδό Παλαιολογίνας στην πλατεία Ηρώων και ουδέποτε είχε γυναίκα προαγωγό. Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου πως η Ενάγουσα ήταν πολύ όμορφη και δημοφιλής ανάμεσα στις ιερόδουλες της εποχής της. Συνάγεται επίσης από την όμοια μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 πως η Ενάγουσα ήταν μανιώδης καπνίστρια και αγόραζε καθημερινώς τσιγάρα Rothmans μπλε από το περίπτερο του Μ.Ε.
- Προκύπτει από το διαβατήριο της ότι τον Οκτώβριο του 1972 η Ενάγουσα ταξίδεψε στον Λίβανο. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.3 πως η Ενάγουσα του ανέφερε ότι είχε κάνει ένα τέτοιο ταξίδι για τον γάμο μιας φίλης της ιερόδουλης παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο Μ.Ε.3 προσέθεσε πως η Ενάγουσα του ανέφερε επίσης ότι είχε πάρει αρκετά χρήματα μαζί της («Λ.Κ.20.000»). Είναι γεγονός πως τα δηλωμένα ποσά συναλλάγματος στο διαβατήριο της («£200.00» και «£50.00») δεν συνάδουν με το ποσό που η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι πήρε μαζί της. Όταν του υποδείχθηκε η συγκεκριμένη σελίδα του διαβατηρίου, ο Μ.Ε.3 εντόπισε αυτή τη διαφορά παρόλο που ο ίδιος θεώρησε πως το δηλωμένο ποσό ήταν «1.700» (το οποίο φέρεται να είναι ο αριθμός του εντύπου για το συνάλλαγμα) και «200.00». Εξέφρασε τη θέση πως πιθανόν η Ενάγουσα να έκανε λάθος στην αναφορά της σε Λ.Κ.20.000 εξαιτίας της αναγραφής του ποσού των «200.00» λόγω των μηδενικών, όμως αυτό αποτελεί μια εικασία του μάρτυρος στην οποία το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδώσει βαρύτητα, χωρίς βεβαίως να επηρεάζεται η αποδοχή της θέσης του ότι η Ενάγουσα τού είχε αναφέρει τα προηγηθέντα. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο θεωρεί πως το ζήτημα του συναλλάγματος αφορά μια ασήμαντη λεπτομέρεια ενώ σημασία έχει η πραγματοποίηση του ταξιδιού η οποία επιβεβαιώνεται από αδιάσειστα στοιχεία. Σημειώνεται πως και ο Μ.Ε.4 αναφέρθηκε στον Λίβανο και ειδικότερα πως η Ενάγουσα του είπε ότι πλήρωσε εγγύηση για να αφεθεί ελεύθερος ο Λόλης, οδηγός ταξί, με τον οποίο είχε δεσμό και ο οποίος είχε συλληφθεί στον Λίβανο για ναρκωτικά. Ο μάρτυρας όμως δεν γνώριζε κατά πόσον είχε ταξιδέψει και η Ενάγουσα στον Λίβανο, έτσι το μόνο που γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο είναι πως σε κάποιο στάδιο η Ενάγουσα είχε δεσμό με τον Λόλη, κάτι το οποίο επιβεβαίωσε και ο Μ.Υ.3 (για τον οποίο θα γίνει και αναφορά κατωτέρω). Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου πως η Ενάγουσα ουδέποτε είπε στον Μ.Ε.3 πως ερωτεύθηκε κάποιον Άγγελο δικηγόρο, ή κάποιον Μάριο οδηγό ταξί ή κάποιον Παύλο. Με βάση τη μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 συνάγεται πως η Ενάγουσα ήταν μόνη της, πως ουδέποτε είχε γυναίκα προαγωγό αλλά πως κατά καιρούς είχε άνδρες προαγωγούς. Γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.4 πως οι προαγωγοί της Ενάγουσας την κακομεταχειρίζονταν και την εκμεταλλεύονταν. Την κακοποιούσαν, την κτυπούσαν άγρια, ακόμα και μέσα στον δρόμο όπου συνέχιζαν να την κλωτσούν και κτυπούν ενόσω ήταν χάμω στο έδαφος και της έπαιρναν τα χρήματα της. Αποτελεί κοινή θέση των Μ.Ε.2-4 πως αφότου σταμάτησε να εκδίδεται η Ενάγουσα πωλούσε λουλούδια στην πλατεία. Ο Μ.Ε.2 είπε πως αυτή πωλούσε γαρύφαλλα ενώ ο Μ.Ε.3 γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα, κάτι το οποίο βεβαίως κρίνεται ως ασήμαντη διαφορά, αφού η ουσία είναι πως πωλούσε λουλούδια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, η Ενάγουσα δεν ήταν η μόνη που πωλούσε λουλούδια στην πλατεία. Ενώ στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε ακόμα μια γυναίκα (τη Λένια) η οποία όμως δεν είχε εργαστεί προηγουμένως στην πλατεία, στην αντεξέταση του αναφέρθηκε και σε τρίτη γυναίκα η οποία ήταν νυμφευμένη με Τουρκοκύπριο. Αυτή ερχόταν με ταξί στην πλατεία, πωλούσε λουλούδια και έφευγε πάλι με ταξί. Ήταν σαφής όμως πως η Ενάγουσα ήταν η μοναδική πρώην ιερόδουλη που πωλούσε λουλούδια στην πλατεία. Την ίδια θέση εξέφρασε και ο Μ.Ε.4, ο οποίος αναφέρθηκε μόνο σε ακόμα μια γυναίκα από την Παλαιστίνη που πωλούσε λουλούδια στην πλατεία. Η διαφορά η οποία παρουσιάζεται μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων όσον αφορά τον αριθμό των κοπέλων που πωλούσαν λουλούδια κρίνεται επουσιώδους σημασίας καθότι η ουσία είναι πως και οι δύο τοποθετούν κοπέλα εκτός της Ενάγουσας και συμφωνούν ότι αυτή η κοπέλα δεν είχε προγενέστερη σχέση με την πλατεία. Έτσι το Δικαστήριο δέχεται πως η Ενάγουσα δεν ήταν μεν η μόνη που πωλούσε λουλούδια στην πλατεία πλην όμως ήταν η μόνη πρώην ιερόδουλη που έκανε κάτι τέτοιο. Καθίσταται επίσης εύρημα του Δικαστηρίου η αναφορά του Μ.Ε.3 πως όταν η Ενάγουσα πωλούσε λουλούδια, αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα, πως ο μάρτυρας της έδινε δανεικά για να αγοράσει λουλούδια και πως του επέστρεφε το ποσό από τις εισπράξεις των πωλήσεων των λουλουδιών. Τη σχέση της Ενάγουσας με τον Ιμπραχήμ αναγνωρίζουν και παραδέχονται οι Μ.Ε.2-5 και συνάμα η υπεράσπιση. Από τους μάρτυρες της Ενάγουσας συνάγεται πως ο δεσμός της Ενάγουσας με τον Ιμπραχήμ δημιουργήθηκε πολύ αργότερα σε σχέση με την εκμετάλλευση της από τους προαγωγούς της και πως αυτός ήταν ο μόνος που την αγαπούσε και δεν την εκμεταλλεύτηκε ποτέ. Διαμένουν μαζί στο σπίτι της Ενάγουσας. Συνάγεται επίσης πως ο Ιμπραχήμ διαχειρίζετο έναν ανοικτό ιδιωτικό χώρο στάθμευσης επί της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου στη διασταύρωση, δίπλα από την οδό Βασιλείου Μακεδόνος, περίπου μεταξύ 2000 με 2010-
- Ο Μ.Ε.3 ήταν για κάποιο χρονικό διάστημα και ιδιοκτήτης αυτού του χώρου στάθμευσης, τον οποίον είχε αγοράσει από τον Ιμπραχήμ αλλά πώλησε μετά σε άλλο πρόσωπο. Σε υποβολή πως ο ίδιος κατέθεσε λόγω των δοσοληψιών του με τον Ιμπραχήμ, αυτός αρνήθηκε κάτι τέτοιο λέγοντας πως δεν μιλά στον Ιμπραχήμ εδώ και τρία χρόνια γιατί ο τελευταίος τον κατηγόρησε στη σύζυγο του. Επομένως η προσπάθεια της υπεράσπισης για απόδοση κινήτρου στον Μ.Ε.3 να υποστηρίξει τη θέση της Ενάγουσας παρέμεινε στο κενό. Από το σύνολο της μαρτυρίας των Μ.Ε.2-4 συνάγεται ακόμη πως η Ενάγουσα πωλούσε λουλούδια μέχρι που αρρώστησε, οπότε έμεινε στο σπίτι. Το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε εύρημα για το πότε ακριβώς αρρώστησε. Από τη μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 προκύπτει πως η Ενάγουσα ήταν άρρωστη μετά την κυκλοφορία του βιβλίου ενώ όλοι οι εν λόγω μάρτυρες εκφράστηκαν με αβεβαιότητα για το κατά πόσον αυτή ήταν άρρωστη από προηγουμένως. Ειδικότερα, ενώ ο Μ.Ε.3 εξέφρασε με βεβαιότητα πως η Ενάγουσα αρρώστησε μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, δεν γνώριζε να απαντήσει σε υποβολή πως προγενέστερα της κυκλοφορίας αυτού η Εναγομένη έπαιρνε την Ενάγουσα σε διάφορους γιατρούς. Ο Μ.Ε.2 δεν θυμόταν καθόλου πότε αρρώστησε ενώ τελικώς αβέβαιος φάνηκε και ο Μ.Ε.
- Αυτός αρχικώς είπε πως η Ενάγουσα αρρώστησε δύο φορές σοβαρά και είχε μεταφερθεί στο Νοσοκομείο ίσως εδώ και 3-5 χρόνια, ενώ σε υποβολή πως αυτή είχε αρρωστήσει πολύ προηγουμένως αυτός δήλωσε αδυναμία να θυμηθεί πότε αρρώστησε. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου πως μετά που αρρώστησε η Ενάγουσα έχασε αρκετό βάρος και έκτοτε είναι πολύ αδύνατη. Η περιγραφή του Μ.Ε.3 πως έγινε «λείψανο» δεν απέχει από την πραγματικότητα. Την αδυναμία της διαπίστωσε και το Δικαστήριο με μια σύγκριση της φωτογραφίας του διαβατηρίου της και της Ενάγουσας όπως αυτή ήταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και υποδείχθηκε από τους μάρτυρες ως η Ενάγουσα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται ο παράγοντας χρόνος. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του Μ.Ε.3 πως εδώ και περίπου πέντε χρόνια όταν φαίνεται πλέον να αρρώστησε βαριά η Ενάγουσα, τις καθημερινές φιλοξενείται από τον πατέρα Νικόλα στη Βάσα Κοιλανίου ενώ πάει στη Λεμεσό τα Σαββατοκύριακα και βλέπει τον Ιμπραχήμ ο οποίος διαμένει στο σπίτι της. Μέχρι στιγμής έχει σκιαγραφηθεί η ζωή της Ενάγουσας όπως αυτή προκύπτει μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων της. Έχει ήδη αναφερθεί πως η Ενάγουσα δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο. Αυτή η παράλειψη αποδόθηκε σε αδυναμία της να καταθέσει και προς τούτο προσκομίστηκε ιατρική μαρτυρία και επιπλέον η πλευρά της κατέθεσε αποσπάσματα από παλαιότερες τηλεοπτικές συνεντεύξεις της ίδιας ως εξ ακοής μαρτυρία. Απαιτείται βεβαίως αξιολόγηση του συνόλου αυτής της μαρτυρίας προς διερεύνηση της βαρύτητας που τυχόν θα αποδοθεί και κατά πόσον μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε επιπρόσθετα ευρήματα αναφορικά με τη ζωή της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα ο Γιάγκος Γιάγκου, Μ.Ε.8, ασκούμενος δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Ελένη Βραχίμη & Σία, κατέθεσε ένα USB (Εξωτερική Κάρτα Μνήμης), Τεκμήριο 10, στο οποίο καταγράφονται τρεις τηλεοπτικές εκπομπές από το κανάλι Sigma. Η πρώτη είναι η εκπομπή «Με αγάπη» και μεταδόθηκε τον Μάιο του 2008 ενώ οι άλλες δύο «Με την Ελίτα» και μεταδόθηκαν στις 19.10.10 και 29.9.
- Στις καταγραφές αυτές περιλαμβάνονται αποσπάσματα από συνεντεύξεις της Ενάγουσας οι οποίες δόθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες και όχι απαραιτήτως κατά τις ημερομηνίες των εκπομπών (2004, 2007, 19.10.10 και 29.9.11) και μεταδόθηκαν στα πλαίσια των εν λόγω εκπομπών. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως το Τεκμήριο 10 αποτελεί αναπαραγωγή του ψηφιακού δίσκου (CD) τον οποίο η πλευρά της Εναγομένης παρέδωσε στον δικηγόρο της Ενάγουσας στα πλαίσια της ένορκης αποκάλυψης εκ μέρους της πρώτης. Για σκοπούς υποβοήθησης της διαδικασίας, η πλευρά της Ενάγουσας απομαγνητοφώνησε τις συνεντεύξεις της Ενάγουσας και τα απομαγνητοφωνημένα κείμενα εκ συμφώνου κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 21Α και Β. Τα εν λόγω Τεκμήρια κατατέθηκαν από την Ενάγουσα ως εξ ακοής μαρτυρία με την εισήγηση πως αυτή θα πρέπει να υιοθετηθεί πλήρως από το Δικαστήριο λόγω της αδυναμίας της Ενάγουσας να καταθέσει σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία του Γρηγόρη Γρηγορίου, Μ.Ε.11, ψυχίατρου. Η ειδικότητα του μάρτυρος ως ψυχίατρου - ψυχαναλυτή και η επαγγελματική του εμπειρία των 30 ετών δεν αμφισβητήθηκαν και γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου αυτός θα τύχει χειρισμού ως εμπειρογνώμονας ψυχίατρος στη βάση των καλώς γνωστών νομολογιακών αρχών αξιολόγησης τέτοιων μαρτύρων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746. Στην κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας είπε ότι εξέτασε την Ενάγουσα και κατέληξε πως πάσχει από οργανικό ψυχοσύνδρομο, δηλαδή παρουσιάζει εκπτώσεις στις γνωσιακές λειτουργίες της, όπως η μνήμη και η αυτοσυγκέντρωση, στην επικοινωνία της με τους άλλους και στην αντίληψη. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης πως το σύνδρομο αυτό έχει οργανική αιτιολογία, όμως αδυνατούσε να αναφέρει το αίτιο ή τα αίτια επικαλούμενος ότι δεν είχε το ιστορικό της ασθενούς. Αυτή ήταν μια ομολογουμένως πολύ σύντομη και γενική τοποθέτηση του μάρτυρος ως ειδικού, χωρίς επεξήγηση, ανάλυση και απόδοση σε αίτια. Η αντεξέταση όντως έριξε φως στις πιο πάνω διαπιστώσεις του μάρτυρος όχι όμως προς τεκμηρίωση των όσων είπε αλλά προς περαιτέρω αποδυνάμωση των θέσεων του. Κατ΄ αρχάς ο μάρτυρας είπε πως είδε την Ενάγουσα μόνο μια φορά, ήτοι την προηγούμενη της κατάθεσης του στο Δικαστήριο. Δηλαδή ενώ μιλούσε για εκτενή αξιολόγηση τελικώς διεφάνη πως την είδε μόνο για μια ώρα. Στην εξέταση που έκανε παρέλειψε να ρωτήσει πάρα πολλά και σημαντικά πράγματα και κυρίως διεφάνη πως αυτός έκανε μια απλή, σύντομη και βασική εξέταση και μετέφερε την εικόνα της Ενάγουσας όπως ο ίδιος την αξιολόγησε χωρίς αναφορά σε αίτια και κυρίως χωρίς να διαφανεί η όποια δυνατότητα θεραπείας ή έστω αντιμετώπισης του όποιου προβλήματος. Ήταν ξεκάθαρο πως ο μάρτυρας ρώτησε την Ενάγουσα για το ιστορικό της, είπε πως αυτή δεν ήταν σε θέση να το δώσει και έτσι ο ίδιος αρκέστηκε σε αυτό που του είπε. Ο μάρτυρας μίλησε γενικά για τις γνωσιακές λειτουργίες του ατόμου που πάσχει από οργανικό ψυχοσύνδρομο, ήτοι τη μνήμη, την αυτοσυγκέντρωση, τη λήψη και την αξιολόγηση πληροφοριών. Χαρακτήρισε την κατάσταση χρόνια χωρίς όμως να προσδιορίσει τα αίτια. Εκείνο το οποίο προκαλεί εντύπωση είναι πως η Ενάγουσα ήταν σε θέση να θυμάται και να περιγράφει με σαφήνεια μια χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη και πως μπορεί να καταλαβαίνει σε κάποιο βαθμό, απλώς χρειάζεται περισσότερο χρόνο και επεξήγηση για να επεξεργαστεί και αντιληφθεί μια πληροφορία. Η δε τοποθέτηση του μάρτυρος πως η Ενάγουσα αντιλαμβάνεται στο 4 σε σχέση με κλίμακα από το 1-10 και πως, αναλόγως της αιτίας, άτομα που πάσχουν από αυτό το σύνδρομο μπορούν να σημειώσουν βελτίωση αλλά όχι να θεραπευθούν πλήρως, δείχνει ακριβώς την επιπολαιότητα της εκτίμησης του μάρτυρος και κυρίως τη μη διερεύνηση επιστημονικά και επισταμένα της όλης κατάστασης της λεπτομερώς και σε βάθος χρόνου για να δύναται να αποκλείσει κάθε δυνατότητα βελτίωσης της Ενάγουσας και κατάθεσης της στο Δικαστήριο. Όπως και ο ίδιος άλλωστε αναγνώρισε, προέβη σε μια εκ πρώτης όψεως εκτίμηση και θα πρέπει να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις για τη διακρίβωση της αιτίας. Ο μάρτυρας εντόπισε κινητικό πρόβλημα, παρόλο που ανέφερε πως η Ενάγουσα μπορεί να κινηθεί με βοήθεια. Ο μάρτυρας καθόρισε επίσης τον βαθμό 6 για τη δυνατότητα επικοινωνίας και επεξεργασίας πληροφοριών, εικόνα σαφώς καλύτερη από την προηγούμενη. Σε υποβολή πως η Ενάγουσα είναι σε θέση να δώσει μαρτυρία, απάντησε πως η επεξεργασία νέων πληροφορίων δεν σχετίζεται με τη μαρτυρία, κάτι το οποίο είναι πιο γενικευμένο και αφορά στο να ρωτηθεί, να αντιληφθεί και να απαντήσει. Προσέθεσε πως η Ενάγουσα έχει περιορισμένες αντιδράσεις, καθυστερεί να δώσει απαντήσεις και ζητά βοήθεια για να απαντήσει. Εκείνο που προκαλεί έκπληξη προς το Δικαστήριο είναι πως ενώ ο μάρτυρας καταλήγει πως η Ενάγουσα δεν είναι σε θέση να καταθέσει, αμέσως μετά φάνηκε να αναιρεί τη θέση του δεχόμενος πως δύναται να καταθέσει εν μέρει αναλόγως του τρόπου υποβολής των ερωτήσεων και πως αυτή δύναται να συμβάλει στη σύνταξη μιας έκθεσης, να την αξιολογήσει και να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα. Για παράδειγμα μάλιστα, ως ενήλικας 20 ετών θυμάται περισσότερες πληροφορίες, ήτοι πού εργάστηκε και πότε έφυγε από το Βαρώσι. Αυτά τα δεδομένα οδηγούν το Δικαστήριο στη διαπίστωση πως ο μάρτυρας διενήργησε μια σύντομη εξέταση της Ενάγουσας η οποία παραμένει πολύ βασική και επιφανειακή. Αποτελεί ξεκάθαρα μια εκ πρώτης όψεως εκτίμηση του η οποία όμως παρέμεινε επιστημονικά ατεκμηρίωτη και ελλιπής όσον αφορά τον πιθανό τρόπο βελτίωσης της κατάστασης της Ενάγουσας ή ακόμα και την όποια δυνατότητα κατάθεσης της στο Δικαστήριο, έστω και με τις δυσκολίες που αυτό βεβαίως συνεπάγεται. Με βάση την αξιολόγηση του Μ.Ε.11, εκείνο το οποίο συνάγεται είναι πως η Ενάγουσα αντιμετωπίζει κινητικό πρόβλημα και έτσι χρειάζεται βοήθεια για να κινείται περαιτέρω, βρίσκεται σε μια κατάσταση στην οποία παρουσιάζει κάποιου βαθμού δυσκολία να αντιλαμβάνεται και επεξεργάζεται πληροφορίες, κυρίως καινούργιες, και ερωτήσεις και να δίνει απαντήσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως με κάποια καλή συνεργασία και κατανόηση από τον συνομιλητή της δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί και απαντήσει. Επί τούτου συνάδει και η αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.3 όσον αφορά την εξέλιξη της κατάστασης της πως ενώ η Ενάγουσα ήταν υγιής, φιλική, ομιλητική και δυναμική γυναίκα, αφότου αρρώστησε έχασε πολλά κιλά, έγινε αδύναμη, δυσκολεύεται να κινηθεί και μιλήσει. Όπως χαρακτηριστικά είπε «Έγινε σαν λείψανο, σκιά του προηγούμενου εαυτού της». Σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας «το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας». Ειδικότερα, στο εδάφιο
(2)απαριθμούνται διάφοροι παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν. Έχοντας υπόψιν αυτούς το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις: (α) Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.11, προκύπτει πως δεν ήταν παντελώς αδύνατο και ανέφικτο για την Ενάγουσα να παρουσιαστεί και δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνεται πως αυτή θα μπορούσε να το πράξει, έστω και υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις και σε περιορισμένο βαθμό ενόψει των δυσκολιών που αντιμετωπίζει. (β) Οι δηλώσεις της Ενάγουσας στις δύο παλαιότερες συνεντεύξεις της έγιναν αρκετά χρόνια προηγουμένως (το 2004 και το 2007) ενώ οι υπόλοιπες πιο πρόσφατα (τον Οκτώβριο του 2010 και τον Σεπτέμβριο του 2011) και αφορούν γεγονότα της ζωής της από το 1974, ήτοι την παιδική της ηλικία μέχρι πρόσφατα. Επισημαίνεται ακόμα πως με βάση το περιεχόμενο των εν λόγω συνεντεύξεων παρατηρούνται κάποιες αντιφάσεις στις αναφορές της Ενάγουσας οι οποίες εύλογα αναμένονται και δικαιολογούνται λόγω της μεγάλης παρόδου του χρόνου από τα γεγονότα αλλά και της κατάστασης της. (γ) Ενόψει του τρόπου με τον οποίο έχουν μεταφερθεί στο Δικαστήριο οι δηλώσεις της κρίνεται πως αυτές στην πραγματικότητα συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού, δεδομένου ότι πέραν του μέσου με το οποίο έχουν μεταφερθεί δεν μεσολαβεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. (δ) Δεν έχει διαφανεί να υπάρχει οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είτε σε σχέση με τις εκπομπές είτε σε σχέση με τις συνεντεύξεις το οποίο να είχε κίνητρο να αποκρύψει ή παραποιήσει τα γεγονότα επεμβαίνοντας καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και αλλοιώνοντας της δηλώσεις αυτές. (ε) Δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι οι αρχικές δηλώσεις μεταφέρονται αυτούσιες και επακριβώς όπως είχαν γίνει. (στ) Οι δηλώσεις έγιναν στα πλαίσια των συνεντεύξεων της Ενάγουσας με σκοπό τη σκιαγράφηση της ζωής της. (ζ) Την εξ ακοής μαρτυρία συνιστούν στην πραγματικότητα αυτούσιες οι αρχικές δηλώσεις της Ενάγουσας, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη περί του αντιθέτου. (η) Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις προσαγωγής αυτής της μαρτυρίας δεν υπάρχει οποιαδήποτε δυσκολία για ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας αυτής, ούτε και διαπιστώνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης. Τέλος συνεκτιμάται και λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το ότι, έστω και με κάποια δυσκολία και ιδιαίτερες ρυθμίσεις που θα απαιτούντο, θα ήταν εφικτό να παρουσιαστεί η ίδια η Ενάγουσα στο Δικαστήριο και δώσει άμεση μαρτυρία. Πλην όμως με δεδομένο τον περιορισμένο βαθμό δυνατότητας της Ενάγουσας να δώσει ολοκληρωμένη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτός ο παράγοντας αφ΄ εαυτού δεν συνηγορεί υπέρ του αποκλεισμού αυτής της μαρτυρίας. Άλλωστε, επαναλαμβάνεται πως ενόψει του τρόπου με τον οποίο μεταφέρθηκε η μαρτυρία αυτή, το Δικαστήριο έχει το πλεονέκτημα να ακούει την ίδια την Ενάγουσα. Σημειώνεται δε, πως δεν έχει ζητηθεί από την υπεράσπιση η κλήτευση της Ενάγουσας για αντεξέταση της. Στη βάση όλων των πιο πάνω και στα πλαίσια της απαιτούμενης αξιολόγησης αρχικά επισημαίνεται πως η εν λόγω μαρτυρία στο σύνολο της δεν διαφωτίζει ιδιαίτερα όσον αφορά λεπτομέρειες για τη ζωή της Ενάγουσας. Όμως σκιαγραφεί γενικά την πορεία, τις εμπειρίες και τις δυσκολίες της από την παιδική της ηλικία μέχρι και σήμερα. Πριν την αναφορά σε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως σε όλες τις συνεντεύξεις της, πλην της τελευταίας, αποκαλύπτεται και το πρόσωπο της Ενάγουσας με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνονται τα όσα αναφέρονται ανωτέρω όσον αφορά τα χαρακτηριστικά και την εμφάνιση της αλλά και την εξέλιξη της κατάστασης της. Έτσι, με βάση τη εν λόγω μαρτυρία, συνάγεται πως σε νεαρή ηλικία η Ενάγουσα εκδιώχθηκε από τους γονείς της και την έβαλαν σε λεωφορείο. Η μητέρα της την εγκατέλειψε στο Κτήμα με τα ρούχα και παπούτσια που φορούσε. Εκεί η Ενάγουσα εργάστηκε σε μπαρ, πήγε και στο Βαρώσι και κατέληξε στην πλατεία Ηρώων. Ενώ στη συνέντευξη της το 2004 ανέφερε ότι την έδιωξαν από το σπίτι στα 14 της, το 2010 ανέφερε πως αυτό έγινε στα 16 της. Το μόνο που δύναται να εξαχθεί είναι πως η Ενάγουσα εκδιώχθηκε σε πολύ νεαρή ηλικία και σίγουρα πριν την ενηλικίωση της. Οι σχέσεις της με τους γονείς της ήταν καλές. Η ίδια πήγαινε σχολείο και ασχολείτο με τα αμπέλια ενώ ο πατέρας της γάνωνε μαγειρικά σκεύη, πήγαινε στα κτήματα και ερχόταν κάθε έξι μήνες. Έχει τρεις αδελφές και τέσσερις αδελφούς οι οποίοι ήταν μικρά παιδιά όταν αυτή έφυγε. Η μητέρα της έχει πεθάνει ενώ η υπόλοιπη οικογένεια της δεν την αναγνωρίζει και δεν έχει επαφή μαζί της. Αρχικά, ενόσω ήταν στο Βαρώσι, εκδίδετο σε ένα σπίτι με άλλες 10-15 γυναίκες και είχε πάρα πολλούς πελάτες από τις 8 τη νύκτα μέχρι τις 3 το πρωί. Οι γυναίκες που είχαν τα σπίτια εκεί δεν τους έβαζαν φαγητό για τρεις μέρες, οι διάφοροι προαγωγοί τις κτυπούσαν πολύ ενώ κάποιοι της πήραν όλα τα χρήματα της και την εκμεταλλεύτηκαν. Γενικά έζησε μια ζωή γεμάτη δυστυχία και βάσανα. Δεν είχε φίλες ενώ οι πιο πολλές κοπέλες πέθαναν μέσα στο άγχος και τη στεναχώρια. Εργαζόταν ασταμάτητα μέρα νύκτα για πολλά χρόνια και σταμάτησε όταν αρρώστησε. Κέρδιζε πάρα πολλά χρήματα, μέχρι και χίλιες λίρες τη νύκτα αφού εισέπραττε 22 σελίνια για τον κάθε πελάτη. Οι πελάτες συμπεριφέρονταν κανονικά και δεν είχαν απαιτήσεις. Το μόνο ταξίδι που έκανε ήταν στον Λίβανο για τον γάμο μιας φίλης της. Δεν γνώρισε ποτέ την πραγματική αγάπη και δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Αποκαλεί τον Ιμπραχήμ, σύντροφο της εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ως τον άντρα της. ΙΙ.2 Ιμπραχήμ Έχουν ήδη γίνει ευρήματα αναφορικά με τη σχέση του Ιμπραχήμ και της Ενάγουσας καθώς επίσης και την απασχόληση του στον χώρο στάθμευσης στην πλατεία Ηρώων. Παρόλο που ο Μ.Ε.2 σύχναζε στον συγκεκριμένο χώρο εντούτοις δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο στα εισιτήρια του χώρου στάθμευσης αναγράφονταν οι λέξεις «Ελένη-Ιμπραχήμ» ως η υποβολή της υπεράσπισης. Όμως ο Μ.Ε.3 εξέφρασε με βεβαιότητα πως στα εισιτήρια αναγράφονταν οι λέξεις «Ελένη η πόρνη» λέγοντας πως το θυμάται καθότι ο Ιμπραχήμ καρφίτσωνε πάντα το πρώτο εισιτήριο του κάθε βιβλιαρίου με αρ. 1 στο περίπτερο «για γούρι» όπως του έλεγε, θέση η οποία αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Όπως έχει επισημανθεί ο Μ.Ε.2 συμφώνησε με μιαν υποβολή της υπεράσπισης η οποία δεν υποστήριζε την πλευρά της Ενάγουσας για την οποία κλήθηκε να καταθέσει. Αυτή αφορά την πληροφόρηση του μάρτυρος από τον Ιμπραχήμ περί της κυκλοφορίας «του βιβλίου της Ελένης» από την Εναγομένη και της πρόθεσης του να βγάλει χρήματα από το βιβλίο. Ειδικότερα η σχετική μαρτυρία έχει ως εξής: «Α: .Το βιβλίο είπε μου το ο Ιμπραχίμης πριν πολύ τζαιρό ότι βγήκε το βιβλίο της Ελένης τζιαί λαλώ του εγώ εν εδιάβασα έτσι βιβλίο, ούτε είδα βιβλίο. .. Ε: Έτσι σου είπε ο Ιμπραχίμης ότι λαλούσε; Α: Ναι. Εγώ κουμπάρε λέω την αλήθεια δαμέ, εγώ εν θέλω να λαλώ ψέματα, εγώ εν θέλω να έχω προβλήματα με κανένα. Ό,τι μου λέτε εγώ απαντώ. Ε: Ο Ιμπραχίμης εν σου είπε ότι εν να βκάλει λεφτά που τούντο βιβλίο; Α: Ναι. Ε:Είπε σου το; Α: Ναι. .. Ε: Αλλά είπε σου εν να βκάλει λεφτά. Α: Ναι, είπε μου εν να βκάλει λεφτά που τούντο βιβλίο, αφού γύρισα 7 χρόνια λαλεί τούντο βιβλίο τζιαί εν έπιασα τίποτε, πουθενά.» Παρόλο που ο Μ.Ε.2 μετέφερε τη δήλωση άλλου προσώπου, ήτοι του Ιμπραχήμ, αυτή η δήλωση γίνεται δεκτή μόνο για το γεγονός ότι ελέχθη και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου της. Έτσι αυτή η δήλωση δεν αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία η οποία να χρήζει αξιολόγησης με βάση το άρθρο
- Με δεδομένη τη γενική θετική εντύπωση που προκάλεσε ο Μ.Ε.2 και το γεγονός πως αυτή η αναφορά του παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, γίνεται δεκτό πως ο Ιμπραχήμ όντως του είπε τα όσα καταγράφονται ανωτέρω, και ειδικότερα ότι κυκλοφόρησε «το βιβλίο της Ελένης» και ότι ο ίδιος ήθελε να κερδίσει χρήματα από αυτό το βιβλίο. ΙΙ.3 Σχέση Ενάγουσας με Εναγομένη - Ιδιότητα Εναγομένης Ένα άλλο θέμα το οποίο αποτέλεσε μέρος της μαρτυρίας των Μ.Ε.2-5 σχετίζεται και πάλι με μια πτυχή της ζωής της Ενάγουσας, ήτοι τη σχέση της με την Εναγομένη. Αποτελεί κοινό έδαφος πως η Εναγομένη βρισκόταν στον χώρο λόγω της ιδιότητας της ως σχολική τροχονόμος στην περιοχή της πλατείας Ηρώων και πως ανέπτυξε μια σχέση και επαφή με την Ενάγουσα. Η ιδιότητα της Εναγομένης γίνεται δεκτή από τους Μ.Ε.2-5 αλλά αποτέλεσε και αντικείμενο της μαρτυρίας τριών μαρτύρων της υπεράσπισης. Πρόκειται για την Ελένη Ιωάννου, Μ.Υ.1, αφυπηρετήσασα ειδική αστυνομικό, τον Μαρίνο Τιμοθέου, Μ.Υ.4, ανώτερο γραφειακό λειτουργό του Δήμου Λεμεσού, και τον Λοχ. 661 Φίλιππο Δημητριάδη του ΟΠΕ Λεμεσού, Μ.Υ.
- Τονίζεται πως αυτοί οι μάρτυρες γενικά άφησαν θετική εικόνα στο Δικαστήριο ως αντικειμενικοί μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν με βάση την προσωπική τους γνώση και τα στοιχεία που κατείχαν στα αρχεία των αρμοδίων τμημάτων τους. Μιλούσαν όλοι με σαφήνεια και δεν δίστασαν να αναφέρουν ευθαρσώς για ποια θέματα δεν είχαν προσωπική γνώση, καταδεικνύοντας πως αυτοί κατέθεταν με αμεροληψία και ουδετερότητα, σε μια γνήσια προσπάθεια τους να δώσουν μια πλήρη και ακριβή εικόνα για τα όσα ρωτήθηκαν. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου πως η Εναγομένη ενεγράφη ως ειδική αστυνομικός στις 24.4.75 και υπέβαλε την παραίτηση της την 1.5.
- Αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Υ.5, ο οποίος από τον Φεβρουάριο του 2013 υπηρετεί στον ΟΠΕ Λεμεσού. Η πηγή πληροφόρησης του μάρτυρος ήταν ο φάκελος της Εναγομένης και η αναφορά του αυτή δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του είναι πως δεν δίστασε να αναφέρει πως δεν γνώριζε τα καθήκοντα της Εναγομένης κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της ως ειδικής αστυνομικού και έτσι δεν ήταν σε θέση να τη συνδέσει με τυχόν περιπολίες στην πλατεία Ηρώων. Αυτό καταδεικνύει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία του. Η Μ.Υ.1, ήταν επίσης ειδική αστυνομικός από το 1973 μέχρι την αφυπηρέτηση της το
- Η μάρτυρας ήταν άμεση και σταθερή στις απαντήσεις της και δεν υπέστη αντεξέταση. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της κρίνεται πλήρως αξιόπιστη στην ολότητα της. Το Δικαστήριο δέχεται πως με την εγγραφή της υπηρέτησε μαζί με την Εναγομένη στην Τροχαία Λεμεσού, όπου και εργάζονταν στο ίδιο γραφείο. Τα καθήκοντα τους ήταν στη ρύθμιση της τροχαίας, στις διαβάσεις πεζών και περιπολίες πεζή εντός πόλης, και συγκεκριμένα στις οδούς Γλάδστωνος και Ανεξαρτησίας, καθώς και στην πλατεία Ηρώων. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου πως κατά τις περιπολίες τους στην πλατεία Ηρώων η Εναγομένη επεδείκνυε μια ιδιαίτερα φιλική σχέση με τις ιερόδουλες, τις οποίες έβλεπαν έξω από τα σπίτια τους. Η Εναγομένη τις χαιρετούσε και μιλούσε μαζί τους, σε βαθμό που προκαλούσε εντύπωση. Η ίδια η μάρτυρας δεν ασχολήθηκε ποτέ με το τι έλεγαν μεταξύ τους ούτε και γνωρίζει προσωπικά την Ενάγουσα. Ακόμα το Δικαστήριο δέχεται τη γενική αναφορά της μάρτυρος πως η Εναγομένη της είπε ότι αγόραζε τσιγάρα για αυτές τις κοπέλες και ότι εκείνες τής έλεγαν διάφορα πράγματα. Ο Μ.Υ.4 παρουσίασε τη Βεβαίωση ημ. 8.4.16, Τεκμήριο
- Αυτή ως βασιζόμενη στα αρχεία του Δήμου κρίνεται έγκυρη και αξιόπιστη. Βάσει αυτής το Δικαστήριο δέχεται πως η Εναγομένη προσέφερε τις υπηρεσίες της ως σχολική τροχονόμος από το 1992 μέχρι και το
- Κατά την περίοδο μεταξύ 1992 μέχρι και το 2008 επιτηρούσε τη διάβαση πεζών στην οδό Ανεξαρτησίας η οποία (διάβαση) εξυπηρετεί το Α΄ Δημοτικό Σχολείο Λεμεσού. Από τη Βεβαίωση προκύπτει πως το ωράριο εργασίας της ήταν δύο ημίωρα, ήτοι ένα το πρωί μεταξύ 07.15-07.45 και ένα το μεσημέρι μεταξύ 13.00-13.
- Αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου πως αυτό το ωράριο, (ήτοι των δύο ημίωρων), καθορίζετο από τις διευθύνσεις των σχολείων ούτως ώστε οι σχολικοί τροχονόμοι να είναι σε υπηρεσία δεκαπέντε λεπτά πριν και δεκαπέντε μετά που κτυπά το κουδούνι του σχολείου τόσο κατά το πρωί όσο και κατά το μεσημέρι. Ταυτόχρονα όμως ο ίδιος εξέφρασε τη θέση πως το μεσημέρι το κουδούνι κτυπούσε είτε στις 13.00, ως η υποβολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, είτε στις 13.
- Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει σε εύρημα πως το αναγραφόμενο στη Βεβαίωση ωράριο είναι το επίσημα καθορισμένο ωράριο, όμως στην πράξη εκείνο το οποίο απαιτείτο ήταν η παραμονή των σχολικών τροχονόμων για συνολικά μισή ώρα με βάση την ώρα που κτυπά το κουδούνι. Επομένως, η μισή ώρα του μεσημεριού πιθανόν να ήταν κάπως διαφοροποιημένη, ήτοι να τελείωνε πιο νωρίς νοουμένου ότι έφευγαν όλα τα παιδιά. Τέλος, το Δικαστήριο δέχεται τη σταθερή και σαφή θέση του μάρτυρος πως ουδέποτε ο Δήμος ή η Αστυνομία έλαβε οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων της Εναγομένης. Συνάγεται επίσης πως η Εναγομένη είχε επιδείξει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ιερόδουλες της πλατείας Ηρώων. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Ανθής Σωτηρίου Τσίγκη, Μ.Υ.6, στις 6.8.09 ενεγράφη το Σωματείο «Σύνδεσμος Αγάπης Προστασίας και Φροντίδας Πρώην Ιερόδουλων», με πρόεδρο την Εναγομένη και αντιπρόεδρο τη μάρτυρα. Αυτό προκύπτει σαφώς από το Πιστοποιητικό Εγγραφής, τον κατάλογο μελών, τη συστατική πράξη και τον κατάλογο του διοικητικού συμβουλίου, Τεκμήρια 26 και
- Το Δικαστήριο δέχεται ακόμα πως ο σκοπός του Σωματείου ήταν η παροχή στέγης με τη δημιουργία ενός καταφυγίου όπου θα παρείχετο και φαγητό, ψυχολογική στήριξη και βοήθεια προς πρώην ιερόδουλες, όμως το Σωματείο δεν κατάφερε να δραστηριοποιηθεί λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. Ακόμα γίνεται δεκτή η θέση της μάρτυρος πως οι μόνες δραστηριότητες εξεύρεσης πόρων ήταν ένας έρανος, ο οποίος απέφερε ποσό €120, οι συνδρομές των μελών, καθώς και η συνεισφορά της Εναγομένης μέσω της συγγραφής του βιβλίου. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου πως η Μ.Υ.6 δεν είχε επαφές με πρώην ιερόδουλες και πως η Εναγομένη της είπε ότι τις βοηθούσε οικονομικά και ότι τους παρείχε ψυχολογική στήριξη. Έχει ήδη λεχθεί πως την παρουσία της Εναγομένης στην περιοχή και την επαφή της με την Ενάγουσα αναφέρουν οι Μ.Ε.2-
- Και πάλι επί αυτού οι εν λόγω μάρτυρες εξέφρασαν κάπως διαφορετικές θέσεις, κάτι το οποίο κρίνεται φυσιολογικό και αναμενόμενο, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψιν πως ο κάθε μάρτυρας είχε διαφορετική επαφή με τη σκηνή και ως εκ τούτου προφανώς διαφορετική αντίληψη της όλης κατάστασης. Έτσι γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο πως η Εναγομένη διατηρούσε τακτική επαφή με την Ενάγουσα. Η αναφορά του Μ.Ε.2 πως η Εναγομένη την έπαιρνε με το αυτοκίνητο της 4-5 φορές τη βδομάδα και πως αυτό διήρκεσε 3-5 μήνες δεν αντικρούστηκε και έτσι γίνεται δεκτή. Μάλιστα ενώ ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν γνώριζε κατά πόσο η Εναγομένη έπαιρνε την Ενάγουσα στον γιατρό, ως η υποβολή της υπεράσπισης, ούτε και γενικά τον σκοπό μεταφοράς της στο αυτοκίνητο της Εναγομένης, διερωτήθηκε γιατί έπρεπε να τη μεταφέρει η Εναγομένη και όχι κάποιος από την πλατεία εφόσον είχαν όλοι αυτοκίνητο. Σημειώνεται ακόμα πως ο μάρτυρας τελικώς εξέφρασε την αδυναμία του να πει με βεβαιότητα πως η Εναγομένη δεν είχε επαφή με οποιανδήποτε άλλη ιερόδουλη. Αβέβαιος και ασαφής παρέμεινε αναφορικά με το πότε χρονικά έγινε αυτό, ήτοι κατά πόσον ήταν πριν, κατά ή μετά που αρρώστησε. Ο Μ.Ε.3 ανέφερε πως έβλεπε καθημερινά την Ενάγουσα να πηγαίνει στη διάβαση και να κάθεται με την Εναγομένη. Η Ενάγουσα την περίμενε να τελειώσει από τα καθήκοντα της και μετά χέρι χέρι πήγαιναν προς την πλατεία Ηρώων. Και αυτός ο μάρτυρας δήλωσε πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον η Εναγομένη είχε επαφή και με άλλες ιερόδουλες. Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η μαρτυρία του Μ.Ε.4, ο οποίος επιβεβαίωσε την τακτική παρουσία της Εναγομένης στο σπίτι της Ενάγουσας όπου καθόταν με τις ώρες και έγραφε σε ένα μεγάλο τετράδιο. Και ο Μ.Ε.5 έπεισε ότι έβλεπε την Εναγομένη, περί το 2003-2004, τόσο στη διασταύρωση (όταν πήγαινε να πάρει τα εγγονάκια του από το σχολείο) όσο και μετά στον χώρο στάθμευσης, με ένα σημειωματάριο να συνομιλεί με την Ενάγουσα και να παίρνει σημειώσεις. Ο μάρτυρας είπε πως έβλεπε εκεί την Εναγομένη μεταξύ 13.00-13.30 και συγκεκριμενοποίησε πως αυτή πήγαινε στον χώρο στάθμευσης γύρω στις 13.20, 13.25 ή 13.
- Λαμβάνοντας υπόψιν τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με το ωράριο εργασίας της Εναγομένης, η αναφορά του μάρτυρος κρίνεται βάσιμη. Έτσι γίνεται δεκτό πως περί το 2003-2004 η Εναγομένη είχε αναπτύξει μια στενή σχέση ειδικά με την Ενάγουσα, την οποία έβλεπε αρκετά συχνά για κάποια χρονική περίοδο και μάλιστα έπαιρνε σημειώσεις κατά τη διάρκεια των συνομιλιών τους. Όπως είναι φυσικό κανείς από τους εν λόγω μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενο των συνομιλιών μεταξύ τους. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως ο Μ.Ε.5 προσέθεσε πως η Γιωργούλα, που ζούσε ακόμα τότε και εκδιδόταν παλαιότερα στην πλατεία, τού ανέφερε πως η Εναγομένη την είχε προσεγγίσει και ζητούσε πληροφορίες για την Ενάγουσα. Αυτή η αρχικώς απόλυτη θέση του διαφοροποιήθηκε κατά την αντεξέταση του, όπου φάνηκε αβέβαιος και αόριστος ως προς το τι ακριβώς του είπε η Γιωργούλα. Ειδικότερα, αυτή του ανέφερε πως δεν τα βρήκε με την Εναγομένη και όταν ρωτήθηκε γιατί η Εναγομένη την είχε προσεγγίσει, ο μάρτυρας έδωσε την αόριστη απάντηση «Ίσως να μάθει πληροφορίες, δεν ξέρω, τι να σας πω». Αυτή η μεταγενέστερη ασάφεια στην τοποθέτηση του δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο για την ακρίβεια και αλήθεια της εξ ακοής δήλωσης της Γιωργούλας η οποία δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Η δε θέση του μάρτυρος πως ο ίδιος έβλεπε μόνο έναν ηλικιωμένο κύριο μαζί με ένα αστυνομικό να επισκέπτονται τις ιερόδουλες και να τις βοηθούν δεν αποκλείει βεβαίως και τις όποιες ενέργειες της Εναγομένης προς τούτο, τις οποίες δεν ήταν αναγκαίο να είχε αντιληφθεί και αυτός. ΙΙ.4 Εξ Ακοής Μαρτυρία Εναγομένης Όπως καταγράφεται στο USB, Τεκμήριο 10, η εκπομπή «Με αγάπη» του Μαΐου του 2008 αποτελεί συνέντευξη της Ελίτας Μιχαηλίδου με την Εναγομένη, στην οποία παρεμβάλλονται και αποσπάσματα από παλαιότερες συνεντεύξεις της Ενάγουσας, οι οποίες έχουν ήδη τύχει αξιολόγησης. Σημειώνεται ακόμα πως κατά τη διάρκεια αυτής της εκπομπής, όπως και των υπολοίπων, υπήρχαν και τηλεφωνικές παρεμβάσεις τηλεθεατών στις οποίες θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο. Αξίζει ιδιαίτερης αναφοράς το γεγονός πως το USB κατατέθηκε για το σύνολο του περιεχομένου του από την πλευρά της Ενάγουσας καθότι είναι σαφές πως δεν ζητήθηκε η κατάθεση του μόνον όσον αφορά τις δηλώσεις της Ενάγουσας. Μάλιστα ο δικηγόρος της Εναγομένης τελικώς δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση του ακριβώς επειδή αυτό αποτελούσε αντιγραφή του υλικού που η πλευρά της κατείχε και το οποίο περιλαμβάνετο στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης της ίδιας της Εναγομένης. Έτσι με την κατάθεση του USB ολόκληρο το περιεχόμενο του τέθηκε ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Άλλωστε και οι δύο πλευρές αναγνώρισαν πως αυτή η μαρτυρία (προερχόμενη από την Εναγομένη) είναι δεκτή πλην όμως εξέφρασαν διαφορετικές απόψεις ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της δοθεί, κάτι το οποίο άπτεται της αξιολόγησης της η οποία αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, η πλευρά της Ενάγουσας εισηγήθηκε πως αυτή θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν μόνο όσον αφορά παραδοχές της Εναγομένης και δεν θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στο υπόλοιπο των δηλώσεων αυτής ενώ η πλευρά της Εναγομένης εισηγήθηκε πως ολόκληρη η μαρτυρία της πρέπει να ληφθεί υπόψιν. Είναι γεγονός πως η πλευρά της Ενάγουσας επέλεξε να παρουσιάσει στα πλαίσια της δικής της μαρτυρίας τις εν λόγω δηλώσεις της Εναγομένης. Αυτή ήταν καθαρά δική της απόφαση και ενέργεια, και βεβαίως δεν τίθεται ζήτημα αντεξέτασης της Εναγομένης από την πλευρά της πρώτης. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναμφίβολα το USB, Τεκμήριο 10, συνιστά «έγγραφο», και κατ΄ ακρίβειαν «αντίγραφο» εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 9, το οποίο περιέχει «δηλώσεις» της Εναγομένης και πάλι εν τη εννοία του ίδιου άρθρου. Το σημαντικό όμως είναι πως τέτοιες δηλώσεις διαδίκου ήταν αποδεκτές και πριν τον Ν.32(Ι)/04, στη βάση των εξαιρέσεων του Κοινοδικαίου για την απαγόρευση δηλώσεων εξ ακοής. Είναι δηλαδή μια από τις περιπτώσεις για τις οποίες το άρθρο 24
(3)του Κεφ. 9 προνόησε πως οι «.διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 28 . δεν εφαρμόζονται αναφορικά με εξ ακοής μαρτυρία, η οποία θα ήταν αποδεκτή εν πάση περιπτώσει και χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου
(1).». Αυτή η επιλογή της Ενάγουσας σαφώς θέτει την υπό κρίση περίπτωση εκτός εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 26 του Κεφ. 9 το οποίο παρέχει την εξουσία κλήτευσης μάρτυρος προς αντεξέταση επί εξ ακοής μαρτυρίας. Η υπόθεση Κολάνη v. Ταμπούρα
(2010)1(B) Α.Α.Δ. 1108, στην οποία παρέπεμψε η πλευρά της Ενάγουσας, αφορά τις περιπτώσεις εκείνες όπου ο ένας διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και ο άλλος έχει δικαίωμα να ζητήσει αντεξέταση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως ανεξαρτήτως της δυνατότητας κλήτευσης ή μη της Εναγομένης για τη δική της πλευρά, η πλευρά της Ενάγουσας επέλεξε και παρουσίασε τις δηλώσεις της Εναγομένης οι οποίες αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία και λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του Γ.Π. Κακογιάννη, Η Απόδειξη, 1983, σελ. 462 «. ο γενικός κανόνας τόσο σε αστικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις είναι ότι οι δηλώσεις ενός διαδίκου που είναι σχετικές με τα επίδικα θέματα γίνονται δεχτές ως μαρτυρία εναντίον του. Το βάρος που θα δοθεί στη δήλωση είναι βέβαια εντελώς διαφορετικό ζήτημα, και θα εξαρτηθεί στην κάθε περίπτωση από τα περιστατικά της». Τονίζεται δε στο ίδιο σύγγραμμα πιο κάτω (στη σελ. 463) πως «[΄Ο]ταν μια δήλωση είναι σύνθετη, περιέχει δηλαδή τόσο γεγονότα ωφέλιμα για το πρόσωπο που την κάνει όσο και γεγονότα επιζήμια γιαυτόν, ο διάδικος που θέλει να την χρησιμοποιήσει δεν μπορεί να τη μοιράσει και ν΄ αποκλείσει απ΄ αυτήν τα ωφέλιμα γεγονότα. . Είναι όμως φυσικό ότι το μέρος μιας δήλωσης που βοηθά το πρόσωπο που την έκανε θα ΄χει λιγότερη βαρύτητα από το μέρος που είναι επιζήμιο γιαυτόν∙ όμως δεν παύει ολόκληρη η δήλωση (επιζήμια και ωφέλιμη) ν΄ αποτελεί απόδειξη για την αλήθεια του περιεχομένου της.» Παρόλο που αυτές οι δηλώσεις της Εναγομένης αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 10, το οποίο το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει, εντούτοις σημειώνεται πως απομαγνητοφωνημένο μέρος της συνέντευξης της Εναγομένης περιλαμβάνεται στην αγόρευση του δικηγόρου της, κάτι το οποίο είναι χρήσιμο για το Δικαστήριο. Η συνέντευξη περιστρέφεται σε θέματα και ερωτήματα γύρω από την ηρωίδα του βιβλίου και τη σχέση της με την Εναγομένη, την Ενάγουσα και τη σχέση της με την Εναγομένη καθώς επίσης και τον σκοπό χρήσης των εσόδων από τις πωλήσεις του βιβλίου. Αξιολογώντας λοιπόν τις εν λόγω δηλώσεις κατ΄ αρχάς επισημαίνεται πως στην εν λόγω εκπομπή η Εναγομένη ρητώς αναγνωρίζει πως είναι φίλη με την Ενάγουσα, (όπως και με τις υπόλοιπες ιερόδουλες της πλατείας Ηρώων), και πως την έχει βοηθήσει όπως και την Έλενα, τη Λένια η οποία σκοτώθηκε σε τροχαίο, την Ανθούλα και άλλες. Παραδέχεται ακόμα πως η Ενάγουσα της διηγήθηκε την ιστορία της, αν και τη χαρακτήρισε ως μια συνηθισμένη ιστορία ιερόδουλης. Δέχεται πως από εκείνη έμαθε ότι κατάγεται από την Πάφο, ότι έχει οκτώ αδέλφια και ότι η μητέρα της είχε πεθάνει ενώ ο πατέρας της είναι εν ζωή. Ανέφερε ακόμη πως η ιστορία της Ενάγουσας δεν έχει κάτι το συναρπαστικό πλην όμως δέχθηκε πως κάποτε της είχε πει ότι «όταν ο πατέρας σου δεν θα είναι στη ζωή, θα γράψω την ιστορία της ζωής σου». Όσον αφορά την ηρωίδα του βιβλίου, η Εναγομένη δηλώνει πως πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο. Τη γνώρισε περί το 2002 αφότου εκείνη έφυγε από την πλατεία. Η Εναγομένη πήγε με τη μικρή της κόρη στην παραλία και την είδε εκεί με βλέμμα λυπημένο, πεινασμένη, τη ρώτησε αν πεινά, αυτή της έγνεψε καταφατικά και έτσι ξεκίνησε η γνωριμία τους. Διατηρούν καθημερινή επαφή. Άκουγε την ιστορία της εδώ και πέντε χρόνια και αποφάσισε να τη γράψει πριν δεκατρείς μήνες (τότε), με σκοπό να ευαισθητοποιήσει τον κόσμο. Της το ζήτησε και η Ελένη (η ηρωίδα) για να το διαβάσουν τα μικρά κορίτσια και να προσέχουν από την πορνεία, όπως της είπε. Έτσι δήλωσε πως έγραψε το βιβλίο με τη συγκατάθεση της Ελένης την οποία της έδωσε και γραπτώς. Η Ελένη κατάγεται από χωριό της Πάφου, οι γονείς της έχουν πεθάνει, τα τρία αδέλφια της βρίσκονται στην Αγγλία και τα δύο στη Λάρνακα. Διαμένει σε ένα εγκαταλελειμμένο σπιτάκι κοντά στην παραλία με τέσσερα μικρά υπνοδωμάτια και ένα μικρό σαλονάκι και ο χώρος της είναι καθαρός και τακτοποιημένος. Η Εναγομένη περιέγραψε την ιστορία της περιληπτικά, όπως αυτή καταγράφεται στο βιβλίο (για το οποίο θα γίνει ειδική αναφορά κατωτέρω) και ανέφερε πως ο στόχος της είναι η δημιουργία καταφυγίου γι΄ αυτές τις γυναίκες μέσω της ίδρυσης Συνδέσμου Διαχείρισης των καθαρών εσόδων του βιβλίου. Αυτή η θέση της συνάδει με το σημείωμα προς τους αναγνώστες της στο τέλος της ιστορίας του βιβλίου, μέσω του οποίου τους παροτρύνει να συνεισφέρουν για τη δημιουργία του καταφυγίου. Η Εναγομένη δήλωσε πως η ηρωίδα του βιβλίου δεν είναι ούτε έχει σχέση με την Ενάγουσα, και πως όταν γράφτηκε το βιβλίο υπήρχαν έξι ιερόδουλες με το όνομα Ελένη και με υποκοριστικά Έλενα, Νίτσα, Νιτσάκι, Λενάκι και Λένια. Αναφέρθηκε ακόμα στην ύπαρξη μιας Λένιας η οποία σκοτώθηκε σε τροχαίο στην Πάφο και μιας τρίτης Ελένης από την Πάφο για την οποία τής μίλησε η κόρη του αδελφού αυτής (της Ελένης), καθώς και στο ότι την προσέγγισαν διάφορα πρόσωπα τα οποία αναφέρθηκαν σε ιερόδουλες στην πλατεία Ηρώων με το όνομα Ελένη. Η πρώτη ήταν θύμα βιασμού από ταξιτζή, ο οποίος την οδήγησε στην πλατεία Ηρώων και της έπαιρνε τα χρήματα. Αργότερα αυτή παντρεύτηκε, έφυγε και μένει κάπου μακριά ευτυχισμένη. Η δεύτερη κατάγετο από τη Λευκωσία, κατέληξε στη Λεμεσό, είχε ψυχολογικά προβλήματα και αυτοκτόνησε. Τέλος η ίδια δήλωσε πως ουδέποτε υποσχέθηκε να δώσει χρήματα από το βιβλίο στην Ενάγουσα και απέδωσε τον ισχυρισμό περί σύνδεσης του με την Ενάγουσα σε οικονομικό κίνητρο του Ιμπραχήμ. ΙΙ.5 Ιστορία Βιβλίου Κατά την Εναγομένη έτσι προέκυψε η συγγραφή και κυκλοφορία του βιβλίου. Εννοείται βεβαίως πως από τη στιγμή που το βιβλίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο, το ίδιο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να το αναγνώσει για να διαπιστώσει το ακριβές περιεχόμενο του και να εξαγάγει τα αναγκαία συμπεράσματα του. Σημειώνεται πως κάποιοι μάρτυρες ανέφεραν πως έχουν διαβάσει το βιβλίο και μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας γίνεται αναφορά σε αποσπάσματα αυτού, χωρίς όμως να έχει παρουσιαστεί ολοκληρωμένη αναφορά από οποιονδήποτε στην όλη ιστορία του. Στο πίσω εξώφυλλο του βιβλίου η συγγραφέας γράφει πως αυτό περιγράφει την «απίστευτα συγκλονιστική ιστορία της ιερόδουλης Ελένης Ευαγγέλου έτσι όπως μου την αφηγήθηκε, βγαλμένη μέσα από τα μυστικά που κρύβονται στο βούρκο της πορνείας και τους οίκους ανοχής». Είναι επίσης γεγονός πως στη δεύτερη σελίδα του βιβλίου, πριν την αφήγηση της ιστορίας, αναφέρεται πως «Τα πλείστα ονόματα που αναφέρονται στο βιβλίο δεν είναι τα πραγματικά για ευνόητους λόγους. Οποιαδήποτε συνωνυμία, ομοιότητα ή ταυτότητα ονομάτων, παρακαλώ να θεωρηθεί απλά και μόνο σύμπτωση». Το βιβλίο όντως περιγράφει την ιστορία κάποιας ιεροδούλης επ΄ ονόματι «Ελένη Ευαγγέλου» η οποία κατάγεται από την Πάφο. Φέρεται να ήταν πανέμορφη, με κατάξανθα μαλλιά, γαλανά μάτια, ολόλευκη επιδερμίδα και αγγελικό κορμί. Παρουσιάζεται ως το πρώτο παιδί των γονιών της, Μαρίας και Μανόλη Λάμπρου, ενώ έχει ακόμα δύο αδελφές και τέσσερις αδελφούς. Ζούσαν στη φτώχεια και η μητέρα της δούλευε στα χωράφια. Η Ελένη ήταν πολύ συνδεδεμένη με τη γιαγιά της. Όταν ήταν 15 ετών ένα βράδυ η μητέρα της την έσπρωξε στο κρεβάτι όπου κοιμόταν με τον πατέρα της και εκεί ο πατέρας της τη βίασε. Την επομένη το πρωί η μητέρα της την πήρε με το λεωφορείο στο Κτήμα και την εγκατέλειψε εκεί. Αυτή πεινούσε και το βράδυ είδε φώτα και μπήκε σε ένα χώρο όπου ζήτησε φαγητό και νερό. Ένας άντρας την οδήγησε σε ένα αυτοκίνητο και την πήραν στην πλατεία Ηρώων στη Λεμεσό. Από τότε άρχισε η ιστορία της «Ελένης της πόρνης», γνωστής ως Νίτσα, Νιτσάκι, Έλενα. Όταν αρνήθηκε να πάρει χρήματα από τον πρώτο άντρα που πήγε μαζί της η προαγωγός («πατρόνα») της τη χαστούκισε και μετά κάποιος άντρας πήγε στο δωμάτιο της και την κτύπησε πολύ. Γνώρισε τη Γκιουλ με την οποία υπέμεναν τους πελάτες κάθε λογής, με ψυχολογικά, με ορέξεις ή χρήστες ναρκωτικών. Ένας καπετάνιος την πήρε μάλιστα στο πλοίο δώρο στους ναύτες για δεκαπέντε μέρες. Με τον καιρό η Ελένη ήταν η πιο όμορφη και δημοφιλής πόρνη της πλατείας. Κάπνιζε Rothmans. Η φήμη της έφθασε μέχρι την Πάφο, όταν τη ζήτησε ο ίδιος της ο πατέρας. Όταν τον αναγνώρισε πήρε το μαχαίρι και του έκοψε τα γεννητικά του όργανα αποκαλύπτοντας του πως ήταν η κόρη του. Σε κάποιο στάδιο η Γκιουλ πέθανε. Η πρώτη προαγωγός της ήταν η Σουλτάνα, σκληρή μαζί της όπως και οι υπόλοιπες. Σε κάποιο στάδιο η Ελένη κατάφερε να βοηθήσει την Άννα από τη Ρουμανία να φύγει από εκεί και να επιστρέψει στη χώρα της. Η προαγωγός της η Εύα παντρεύτηκε κάποιον Λιβάνιο στον Λίβανο, όπου πήγε η Ελένη ως η μόνη προσκεκλημένη ιερόδουλη. Η Ελένη πήρε αρκετά χρήματα μαζί της για να αγοράσει ρούχα και δώρα για τις υπόλοιπες κοπέλες. Με την αποχώρηση της Εύας η Ελένη πήρε ένα σπίτι όπου πλέον δούλευε μόνη και δεχόταν τους δικούς της πελάτες. Ήταν τότε 23 ετών, στο απόγειο της ομορφιάς και της φήμης της. Οι εισπράξεις της ήταν εκατοντάδες λίρες, κάποτε ξεπερνούσαν τις
- Είχε και μια υπηρέτρια τη Λίζα. Επίσης αγόρασε ένα αυτοκίνητο «Audi coupe». Μέσα από τις εμπειρίες της η Ελένη παρουσιάζεται ένα ευαίσθητο και καλόψυχο πλάσμα το οποίο νοιαζόταν για όλους ακόμα και για τους πελάτες της, όπως νεαρά παιδιά τα οποία συμβούλευε. Βοηθούσε ακόμα όποιον είχε ανάγκη. Για δύο χρόνια φιλοξένησε στο σπίτι της την κυρά Μαρία μέχρι και τον θάνατο της τελευταίας, μια φτωχή και αβοήθητη γριά, η οποία φρόντιζε την Ελένη σαν κόρη της και η Ελένη την είχε σαν γιαγιά της. Σε κάποιο στάδιο η Ελένη επισκέφθηκε την Πάφο όπου συνάντησε και συνομίλησε με την πραγματική της γιαγιά χωρίς να αποκαλύψει ποια ήταν. Διαπίστωσε πως η γιαγιά της νοσταλγούσε πάρα πολύ την εγγονή της και προσευχόταν να την ξαναδεί. Αργότερα η Ελένη πληροφορήθηκε για τον θάνατο της γιαγιάς της και πόνεσε πολύ. Εκείνο το καλοκαίρι αποφάσισε να πάει για διακοπές στην Κύθνο. Εκεί γνώρισε τον έρωτα της ζωής της, τον Άγγελο, δικηγόρο από τη Λευκωσία. Ο Άγγελος ήθελε να την παντρευτεί. Έτσι μετά από 13 χρόνια υπηρεσίας η Ελένη αποφάσισε να εγκαταλείψει την πλατεία και τη ζωή της εκεί και αγόρασε μια πολυτελή οικία στην Εκάλη Λεμεσού όπου διέμενε με τον Άγγελο. Εκεί είχε ακόμα τη Λίζα μαζί της. Τα Χριστούγεννα του αποκάλυψε ποια ήταν στην πραγματικότητα και ο Άγγελος την εγκατέλειψε. Αυτή έμεινε στη δυστυχία της, κοιτώντας το νυφικό που είχε αγοράσει για τον επικείμενο γάμο τους. Τον επόμενο Αύγουστο πάλι πήγε στην Κύθνο όπου συνάντησε τυχαία τον Άγγελο. Έτσι επανασυνδέθηκαν και επέστρεψαν μαζί στην Εκάλη. Μέχρι τη ξαφνική επίσκεψη του πατέρα του Άγγελου ο οποίος την παρακάλεσε να τον αφήσει για να μην καταστραφεί ο γιος του. Η Ελένη τον αγαπούσε τόσο πολύ και ξέροντας πλήρως τις συνέπειες που θα επέφερε ο γάμος τους στον Άγγελο επιστρέφει στην πλατεία Ηρώων και στην «κόλαση» όπως την αποκάλεσε. Φροντίζει μέσω της Λίζας να φέρει εκεί τον Άγγελο να τη δει. Από τότε, αφού η Ελένη είχε χάσει τον Άγγελο, είχε χάσει τα πάντα. Δεν την ένοιαζε τίποτα και δέχθηκε την προστασία του Σάββα ο οποίος τής έπαιρνε όλα της τα χρήματα. Μαθαίνει πως είναι έγκυος, το παιδί του Άγγελου, για το οποίο όμως δεν τον ενημερώνει. Αποφάσισε να μείνει εκτός υπηρεσίας και να μεγαλώσει το παιδί. Το ανακοίνωσε στον Σάββα ο οποίος όμως είχε άλλα σχέδια και ζήτησε τη βοήθεια του Ανδρέα. Όταν η Λίζα αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα υγείας του παιδιού της (το οποίο θα υποβάλλετο σε εγχείρηση στη Γερμανία), η Ελένη τής έδωσε μια επιταγή για το ποσό των 20.000 λιρών από τις 25.000 που είχε κατατεθειμένες. Είχε μαζέψει πολλά χρήματα από τότε που δούλευε μόνη της, μέρος των οποίων βεβαίως είχε δοθεί για την αγορά της οικίας στην Εκάλη. Όταν αποφάσισε να ζητήσει το βιβλιάριο επιταγών ο Σάββας τής αποκάλυψε ότι αυτός λάμβανε όλα τα χρήματα των εισπράξεων της και την κλείδωσαν σε δωμάτιο όπου μαζί με τον Ανδρέα τής χορήγησαν ενέσεις με μορφίνη, οι οποίες της προκάλεσαν την αποβολή του παιδιού της. Η Λίζα εξακολουθούσε να τη φροντίζει, ενώ ο Σάββας συνέχισε για χρόνια τη χορήγηση ενέσεων και την αποκόμιση όλων των εισπράξεων της Ελένης. Εκμεταλλευόμενος την επήρεια της μορφίνης την ανάγκασε να του μεταβιβάσει το σπίτι στην Εκάλη, το σπίτι που είχε αγοράσει μετά την αποχώρηση της Εύας, το ποσό των 150.000 λιρών που είχε κατατεθειμένο σε λογαριασμό της και της ενοικίασε ένα μικρό σπιτάκι με τρία δωμάτια όπου την προωθούσε σε πελάτες. Ο θάνατος των δύο σε δυστύχημα ήταν η λύτρωση της Ελένης η οποία τότε αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Τηλεφώνησε στη μητέρα της ζητώντας να τη δει, όμως αυτή της μίλησε προσβλητικά και έκλεισε το τηλέφωνο. Ήταν 33 χρονών όταν κατάφερε να απεξαρτητοποιηθεί από τις μορφίνες και να εργάζεται πάλι. Μέχρι που εμφανίστηκε ο Μιχάλης ο Καπετάνιος ο οποίος της πήρε 500 λίρες, τη βασάνιζε για τα επόμενα δέκα χρόνια και είτε με απειλές είτε με ξύλο τής έπαιρνε όλα της τα χρήματα, δίνοντας της μόνο λίγο φαγητό. Νυμφεύθηκε μια πλούσια γυναίκα και στον μήνα του μέλιτος τους σκοτώθηκαν σε δυστύχημα όποτε έτσι γλίτωσε και από αυτόν. Μετά την εγχείρηση του παιδιού της, η Λίζα παντρεύτηκε και πήγε στην Αγγλία. Έτσι η Ελένη είχε άλλη υπηρέτρια, την Έφη. Η προαγωγός Λόλα την επισκέφθηκε για να ανοίξουν μαζί οίκο ανοχής αλλά η Ελένη το απέρριψε κατηγορηματικά. Στη συνέχεια ο πατέρας του Άγγελου βρίσκεται ετοιμοθάνατος στο Νοσοκομείο. Έχοντας τύψεις λόγω του ότι ο Άγγελος δεν παντρεύτηκε ποτέ εξαιτίας της αγάπης του για την Ελένη, λίγο πριν ξεψυχήσει του αποκαλύπτει την αλήθεια και του ζητά συγχώρεση. Μόλις έκλεισε τα μάτια, ο Άγγελος ξεκινά για Λεμεσό να βρει την Ελένη αλλά δεν έφθασε ποτέ λόγω τροχαίου δυστυχήματος. Στις εφημερίδες καταγράφεται είδηση για τον σοβαρό τραυματισμό του επιφανούς δικηγόρου. Έτσι η Ελένη τρέχει στο Νοσοκομείο όπου προλαβαίνει να δει τον Άγγελο και να ανταλλάξουν τα αισθήματα τους. Ο Άγγελος ήθελε να την παντρευτεί εκείνη τη στιγμή για να την εξασφαλίσει οικονομικά. Η Ελένη του έλεγε να ηρεμήσει μέχρι που εκείνος ξεψύχησε. Πέρασαν πέντε χρόνια, ήρθε το 2000 το οποίο σήμανε το τέλος της καριέρας της ως πόρνη. Την έδιωξαν από το σπίτι στην πλατεία καθότι δεν μπορούσε να πληρώνει το ενοίκιο και βρήκε ένα εγκαταλειμμένο μικρό σπιτάκι κοντά στη θάλασσα όπου εγκαταστάθηκε έχοντας λιγοστά έπιπλα. Προσπάθησε να έρθει σε επικοινωνία με τα αδέλφια της αλλά κανείς δεν ήθελε επαφή μαζί της. Η μητέρα της είχε πεθάνει πριν πέντε χρόνια και ο πατέρας της πριν ένα. Έτσι οδηγήθηκε σε έναν εξομολόγο στη Λεμεσό, στον οποίο μίλησε και ζήτησε συγχώρεση για την ίδια και τους γονείς της. Τώρα η Ελένη ζει πουλώντας λουλούδια. Με τα λιγοστά χρήματα που παίρνει, αγοράζει φαγητό και τσιγάρα. Από το περιεχόμενο του βιβλίου συνάγεται πως η Ελένη Ευαγγέλου η οποία σκιαγραφείται στο βιβλίο παρουσιάζεται να κατάγεται από την Πάφο και φέρεται να γεννήθηκε γύρω στο
- Με σκοπό να καταδειχθεί κατά πόσον υπάρχει στην πραγματικότητα γυναίκα με το όνομα Ελένη Ευαγγέλου που να ταιριάζει με την ως άνω περιγραφή της Ενάγουσας, κλήθηκαν δύο μάρτυρες για την πλευρά της. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Νικολαΐδης, Μ.Ε.9, κατέθεσε τα στοιχεία που τηρούνται στα Αρχεία του Υπουργείου Εσωτερικών, Τεκμήρια 14 και 15, αναφορικά με όλες τις γυναίκες με αυτό το όνομα και με ημερομηνία γέννησης μεταξύ των ετών 1945-
- Σύμφωνα με τα εν λόγω αδιαμφισβήτητα στοιχεία, όπως βεβαίως τηρούνται στα Αρχεία, καθίσταται σαφές πως καμία από αυτές δεν κατάγεται από την Πάφο ενώ μόνο τέσσερις εξ αυτών φέρονται να μην είχαν ποτέ σύζυγο και ούτε να απέκτησαν παιδί. Όσον αφορά τις τέσσερις τελευταίες γυναίκες, ο Νίκος Σωκράτους, Μ.Ε.10, Προϊστάμενος του Κλάδου Επιθεωρήσεων στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατέθεσε τα στοιχεία από τα δικά τους Αρχεία, Τεκμήρια 16-
- Αυτά και πάλι παρέμειναν αναντίλεκτα και γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Έτσι προκύπτει πως οι τέσσερις αυτές γυναίκες είχαν κατά διαστήματα ή εξακολουθούν να έχουν εισφορές στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. ΙΙ.6 Κυκλοφορία Βιβλίου και Τηλεοπτική Σειρά Είναι αδιαμφισβήτητο πως τόσο το βιβλίο όσο και η τηλεοπτική σειρά είχαν αρκετή επιτυχία. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω οι μάρτυρες της Ενάγουσας οι οποίοι κατέθεσαν επί αυτών των θεμάτων ήταν εντελώς τυπικοί και έδωσαν ευθείς απαντήσεις. Η αντεξέταση τους ήταν πολύ περιορισμένη και έτσι η μαρτυρία τους γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Αρχικά το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Γιώργου Φιλή, Μ.Ε.12, ο οποίος διατηρεί τυπογραφείο ως οικογενειακή επιχείρηση. Ο μάρτυρας κατέθεσε με βάση την προσωπική του γνώση και εμπειρία αλλά και σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται στα αρχεία του γραφείου του. Η αντεξέταση του ήταν πολύ περιορισμένη και αφορούσε μόνο κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες. Γίνεται αποδεκτό πως το 2007 η Εναγομένη επισκέφθηκε το τυπογραφείο του για τον σκοπό εκτύπωσης του επίδικου βιβλίου. Αυτό είχε ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο 1 και, όπως εξήγησε ο μάρτυρας, πρόκειται για επανεκτύπωση, κρίνοντας από την προσθήκη της φράσης «Best Seller» στο εξώφυλλο. Γίνεται επίσης αποδεκτό πως αυτό το βιβλίο ξεπέρασε κατά πολύ (μέχρι και δεκαπλάσια) κάθε προηγουμένη έκδοση οποιουδήποτε άλλου βιβλίου εφόσον στο τυπογραφείο του εκτυπώθηκαν συνολικά 21.000 αντίτυπα στα Ελληνικά. Ειδικότερα έγιναν εννέα παραγγελίες, ήτοι μια το 2007 για 2000 αντίτυπα, έξι το 2008 εκ των οποίων οι δύο για 2000 έκαστη και οι υπόλοιπες τέσσερις για 3000 αντίτυπα έκαστη και ακόμα μια το 2010 για 3000 αντίτυπα. Αποτελεί ακόμα εύρημα του Δικαστηρίου πως το κόστος εκτύπωσης ήταν €2.90 για την παραγγελία του 2007 και τις δύο πρώτες του 2008 ενώ ήταν €3.60 για τις υπόλοιπες και πως η Εναγομένη κατέβαλε όλα τα οφειλόμενα ποσά για τις εκτυπώσεις. Όπως αναγράφεται στο πίσω εξώφυλλο του Τεκμηρίου 1, αυτή είναι η «8η ΕΚΔΟΣΗ (40η χιλιάδα)». Αναφορικά με τον αριθμό των εκδόσεων του βιβλίου, ο Μ.Ε.8 κατέθεσε αντίγραφα τεσσάρων τιμολογίων του εκδοτικού οίκου CYPRINT προς την Εκδοτική Εταιρεία Περιοδικός Τύπος Λτδ, όπως δόθηκαν από τον εκπρόσωπο της εταιρείας CYPRINT κ. Ανδρέα Κωνσταντινίδη από τη Λεμεσό προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Τα εν λόγω τιμολόγια φέρουν ημερομηνίες 31.7.09, 7.8.09, 27.8.09 και 31.8.09 και αφορούν την εκτύπωση του βιβλίου «Ελένη η Πόρνη» για συνολικά 32.520 αντίτυπα έναντι του συνολικού ποσού των €70.606,
- Αυτό μετατρέπεται σε €2.17 ως μέσο κόστος εκτύπωσης ανά βιβλίο. Ο Μ.Ε.8 δήλωσε πως δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το περιεχόμενο αυτών των τιμολογίων. Έτσι αυτή η μαρτυρία και πάλι επιχειρείται να προσκομιστεί ως εξ ακοής για την αλήθεια του περιεχομένου της. Με γνώμονα και πάλι τους παράγοντες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, προκύπτει πως δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο ήταν εφικτή η παρουσία του προσώπου το οποίο προέβη στην έκδοση των τιμολογίων. Η θέση του δικηγόρου της Ενάγουσας πως κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό λόγω της διάλυσης της εταιρείας CYPRINT αποτελεί δήλωση στα πλαίσια της αγόρευσης του και όχι μαρτυρία και ως τέτοια δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Παρόλο που πρόκειται για αντίγραφα, εντούτοις πρόκειται για έγγραφα στα οποία καταγράφονται όλα τα σχετικά στοιχεία και φέρουν την υπογραφή του ίδιου προσώπου εκ μέρους της εταιρείας. Συνάγεται λοιπόν πως αυτά αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού και εκδόθηκαν στα πλαίσια εκτύπωσης του βιβλίου, χωρίς και πάλι να φαίνεται πως οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να παραποιήσει το περιεχόμενο τους. Άλλωστε ο αριθμός των αντιτύπων που αφορούν στα τιμολόγια συνάδει με τον αριθμό που αναγράφεται στο βιβλίο, ήτοι πως εκδόθηκαν τουλάχιστον 40.000 αντίτυπα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποδέχεται πλήρως αυτή τη μαρτυρία ως μέρος των ευρημάτων του. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός πως το βιβλίο πωλείτο σε διάφορα βιβλιοπωλεία εξ ου και η Μαρία Θεμιστοκλέους, Μ.Ε.1, δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο Ελένη Βραχίμη, το αγόρασε από το βιβλιοπωλείο Ελλάς έναντι του ποσού των €
- Είναι αυτή η μάρτυρας που κατέθεσε το βιβλίο - Τεκμήριο
- Την ίδια τιμή πώλησης είχε και το βιβλιοπωλείο Σολώνειον, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Ε.7, Άκη Χρίστου, ενός εκ των ιδιοκτητών του βιβλιοπωλείου. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως καταβλήθηκε στην Εναγομένη το ποσό των €13.67 ανά αντίτυπο δυνάμει τιμολογίων, Τεκμήριο 9, για κάποιους μήνες εντός 2008-
- Διευκρινίζεται δε πως τα κατατεθέντα τιμολόγια αφορούν μόνο 117 αντίτυπα, ενώ γίνεται δεκτό πως εκδόθηκαν τιμολόγια για πολύ μεγαλύτερο αριθμό λόγω του ότι το βιβλίο παρουσίασε πάρα πολλές πωλήσεις. Έτσι συνάγεται πως τυπώθηκαν συνολικά τουλάχιστον 53.520 (32.520 + 21.000) αντίτυπα του βιβλίου και πως αυτό παρουσίασε τεράστια επιτυχία στις πωλήσεις. Το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε ακριβές εύρημα αναφορικά με το συνολικό ποσό των εσόδων της Εναγομένης από τις πωλήσεις του βιβλίου. Και τούτο καθότι δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με τον ακριβή αριθμό των βιβλίων που συνολικά πωλήθηκαν, ποια εκτύπωση αυτά αφορούν και κατά πόσον όλοι όσοι πωλούσαν το βιβλίο κατέβαλαν στην Εναγομένη το ίδιο ποσό όπως το Σολώνειον. Η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της Εναγομένης, ως σεναριογράφου, και της εταιρείας Αντέννα Λτδ, ως παραγωγού, για τη μεταφορά του βιβλίου στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
- Ο Μ.Ε.6, Νίκος Ιωάννου, οικονομικός διευθυντής του Αντέννα, παρουσίασε τα τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν προς την Εναγομένη για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2010 μέχρι και τον Ιούλιο του 2011, Τεκμήριο
- Έτσι γίνεται δεκτό πως προβλήθηκαν συνολικά 78 επεισόδια, το πρώτο διπλό, και πως τα 77 σενάρια τιμολογήθηκαν προς €860 έκαστο ενώ και τα 78 τιμολογήθηκαν για επιπλέον €500 για τηλεθέαση, ήτοι ψηλή θεαματικότητα (βάσει προφανώς των όρων 9 και 11 της συμφωνίας). Το συνολικό ποσό το οποίο έχει καταβληθεί στην Εναγομένη ανέρχεται στις €105.200 συν ΦΠΑ. Παρόλο που στην αντεξέταση του ο μάρτυρας ρωτήθηκε επισταμένα για τον τρόπο έκδοσης των τιμολογίων και την ακολουθητέα διαδικασία πληρωμής, εντούτοις τελικώς αυτό το ζήτημα παρέμεινε θεωρητικό και άνευ σημασίας, καθότι αυτός επέμενε πως τα τιμολόγια εκδίδονταν με βάση τους όρους της συμφωνίας και πως είναι η σεναριογράφος η οποία πληρωνόταν για τα επεισόδια. Πράγματι ο τρόπος πληρωμής για τα σενάρια διέπεται από τη συμφωνία συνεργασίας ούτως ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία πως η πληρωμή έγινε προς την Εναγομένη έναντι της έκδοσης τιμολογίων και της παράδοσης των σεναρίων της σειράς. Τέλος, έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου μόνο για την απόδειξη της δημοσίευσης τους (και όχι για την αλήθεια του περιεχόμενου τους) τα ακόλουθα: · Άρθρο το οποίο αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Αντέννα με ημερομηνία εκτύπωσης 6.6.16, Τεκμήριο
- Αυτό φέρει τίτλο «Ελένη η Πόρνη - ένας άγγελος στην Κόλαση» και αναφέρεται στην τηλεοπτική σειρά βασισμένη στο βιβλίο για την αληθινή ιστορία της όμορφης ιερόδουλης Ελένης. · Συνέντευξη της Εναγομένης η οποία περιέχεται στο περιοδικό PRIMA, Λεμεσός, τεύχος Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2011 αναφορικά με το βιβλίο, Τεκμήριο
- · Άρθρο το οποίο αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα Sigma Live ημ.27.7.12, Τεκμήριο
- Αυτό φέρει τίτλο «Η ζωή της «Ελένης της πόρνης» σε 301 σελίδες» και παρουσιάζει μια συνέντευξη της Εναγομένης αναφορικά με το βιβλίο. III. Νομική Ανάλυση ΙΙΙ.1 Νομική Πτυχή Στα πλαίσια της νομικής ανάλυσης της παρούσας υπόθεσης, αρχικά σημειώνεται πως η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται στη δημοσίευση και χρήση αφενός εμπιστευτικών πληροφοριών οι οποίες αφορούν την προσωπική της ζωή και αφετέρου, στοιχείων της ιδιωτικής της ζωής. Είναι πλέον νομολογιακά αναγνωρισμένο πως αυτές αποτελούν ξεχωριστές βάσεις αγωγής, οι οποίες εμπίπτουν στα πλαίσια της προστασίας της ιδιωτικής ζωής. ΙΙΙ.1.Α Ιδιωτική Ζωή Το άρθρο 15 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κατοχυρώνουν το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Στην υπόθεση Γιάλλουρος v. Νικολάου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 558 αποφασίστηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο πως τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του ατόμου έχουν καθολικό χαρακτήρα και πως οι πάντες δεσμεύονται να σέβονται και να αφίστανται από κάθε πράξη προσβολής τους. Έτσι η όποια «παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής . παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού» και δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις ύπαρξης αστικού αδικήματος. Στην υπόθεση Γρηγορίου v. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1996)4 Α.Α.Δ. 1100 η ιδιωτική ζωή ερμηνεύθηκε ως ακολούθως: «Στην έννοια του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής περικλείονται όλα τα στοιχεία που συναποτελούν τις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας και λειτουργίας κάθε ανθρώπου. Οι λειτουργίες αυτές περιλαμβάνουν ολόκληρο το εύρος της σωματικής και ψυχοπνευματικής κατάστασης του ατόμου που έχει αναφαίρετο δικαίωμα να καλλιεργεί όπως ο ίδιος επιθυμεί, με μοναδικό περιορισμό τις νομοθετικές ρυθμίσεις, που εισάγονται σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Συντάγματος (και την ανάλογη της Σύμβασης). Η εκδήλωση της ιδιωτικής ζωής προεκτείνεται στις ιδιαίτερες πνευματικές αναζητήσεις και στη συναναστροφή των ανθρώπων για ψυχική, πνευματική και σωματική επικοινωνία. Τα ιδιάζοντα ήθη και έθιμα και συνήθειες μιας χώρας, σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη συμπεριφορά, που σε μια συνεχώς εξελισσόμενη και δημοκρατική κοινωνία δυνατό να αποτελούν και αντικείμενο διχογνωμίας, δεν αποτελούν κριτήριο για την ερμηνεία και εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως διασφαλίζονται στο Σύνταγμα και τη Σύμβαση.» Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την έννοια του όρου «ιδιωτική ζωή» προσφέρουν δύο αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Συγκεκριμένα στην απόφαση του Grand Chamber στην υπόθεση Hannover v. Germany (Νo. 2), Αιτήσεις 40660/08 και 40661/08, ημ. 7.12.12, αναφέρθηκε πως η ιδιωτική ζωή επεκτείνεται σε πτυχές της προσωπικής ταυτότητας, όπως το όνομα, τη φωτογραφία ή τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα ενός ατόμου. Πρωταρχικός στόχος της προστασίας η οποία παρέχεται από την ΕΣΔΑ είναι η διασφάλιση της ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου και της σχέσης του με τους υπόλοιπους χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις. Στην υπόθεση Peck v. The United Kingdom, Αίτηση 44676/98, ημ. 28.1.03, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Private life is a broad term not susceptible to exhaustive definition. The Court has already held that elements such as gender identification, name, sexual orientation and sexual life are important elements of the personal sphere protected by Article
- That Article also protects a right to identity and personal development, and the right to establish and develop relationships with other human beings and the outside world and it may include activities of a professional or business nature.» ΙΙΙ.1.Β Παραβίαση Εμπιστευτικότητας (Breach of Confidence) Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Law of Privacy and the Media, Tugendhat and Christie, 3η έκδοση, σελ. 156, παρ. 4.14, προς στοιχειοθέτηση βάσης αγωγής για την παραδοσιακή παραβίαση εμπιστευτικότητας, απαιτούνται τα ακόλουθα τρία στοιχεία: 1) Η πληροφορία να έχει τον απαραίτητο χαρακτήρα εμπιστευτικότητας 2) Η πληροφορία να έχει εξασφαλιστεί υπό συνθήκες που δημιουργούν σχέση εμπιστευτικότητας 3) Να υπάρχει μη εξουσιοδοτημένη ή κακή χρήση της πληροφορίας. Χρήσιμη ανάλυση των πιο πάνω παραγόντων περιέχεται στις σελ. 156-210, παρ. 4.15-4.
- Αξίζει να σημειωθεί πως οι εμπιστευτικές πληροφορίες περιλαμβάνουν στοιχεία της προσωπικής ιδιωτικής ζωής του ατόμου και πως αυτές παύουν να είναι εμπιστευτικές, εάν ήδη βρίσκονται στη δημόσια σφαίρα, υπό την έννοια πως έχουν ήδη αποκαλυφθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν δύνανται να θεωρούνται πλέον ως μυστικές. Η σχέση εμπιστευτικότητας δύναται να δημιουργηθεί με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένου και μέσω μιας έμμεσης ανάληψης υποχρέωσης διατήρησης της μυστικότητας των πληροφοριών στα πλαίσια της σχέσης μεταξύ των μερών. Παρόλο που στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Δυσφήμισης, Π.Γ. Πολυβίου, σελ. 521, αναφέρεται πως ακόμα ένα αναγκαίο στοιχείο είναι όπως η επίδικη οικειοποίηση - παραβίαση των εμπιστευτικών πληροφοριών να έχει πλήξει όντως το πρόσωπο στο οποίο ανήκαν, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα The Law of Privacy and the Media, σελ. 208, παρ. 4.160, καταγράφεται πως αυτό το ερώτημα, ήτοι το κατά πόσον η ζημιά είναι απαραίτητο στοιχείο για αυτό το αγώγιμο δικαίωμα, έχει διχάσει τη νομολογία και τους συγγραφείς και παραμένει άλυτο. Επισημαίνεται όμως πως, με βάση την Αγγλική νομολογία μετά τη θέσπιση του Human Rights Act, και ειδικότερα στην υπόθεση Campbell v. MNG Ltd
(2004)UKHL 22,
(2004)2 AC 457, διαφαίνεται όντως να προκύπτει η τάση αναζήτησης του στοιχείου της προσβλητικότητας («offensiveness»), χωρίς βεβαίως να υπάρχει τελική τοποθέτηση επί του ζητήματος. ΙΙΙ.1.Γ Κακή Χρήση Ιδιωτικών Πληροφοριών (Misuse of Private Information) Η προαναφερόμενη υπόθεση Campbell v. MNG Ltd αποτελεί σταθμό στην Αγγλική νομολογία καθότι πέραν του παραδοσιακού αγώγιμου δικαιώματος στη βάση παράνομης χρήσης εμπιστευτικών πληροφοριών αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά το ξεχωριστό δικαίωμα παράνομης χρήσης ιδιωτικών πληροφοριών. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Λόρδο Nicholls: «The common law or, more precisely, courts of equity have long afforded protection to the wrongful use of private information by means of the cause of action which became known as breach of confidence.. This cause of action has now firmly shaken off the limiting constraint of the need for an initial relationship. In doing so it has changed its nature. . Now the law imposes a 'duty of confidence' whenever a person receives information he knows or ought to know is fairly and reasonably to be regarded as confidential. Even this formulation is awkward. The continuing use of the phrase 'duty of confidence' and the description of the information as 'confidential' is not altogether comfortable. Information about an individual's life would not, in ordinary usage, be called 'confidential'. The more natural description today is that such information is private. The essence of the tort is better encapsulated now as misuse of private information.» Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε τη δημοσίευση φωτογραφιών του γνωστού μοντέλου Naomi Campbell στην εφημερίδα Daily Mirror οι οποίες την έδειχναν να εισέρχεται σε ειδικό κέντρο με σκοπό την αντιμετώπιση του εθισμού της στα ναρκωτικά και στο αλκοόλ. Λέχθηκε πως το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου ισχύουν μεταξύ ιδιωτών όπως ακριβώς μεταξύ ιδιώτη και κρατικής αρχής. Για τη στοιχειοθέτηση αυτού του αγώγιμου δικαιώματος απαιτείται πρώτον, όπως οι πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί να συνιστούν ιδιωτικές πληροφορίες και δεύτερον, το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής να υπερτερεί έναντι του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου, στη βάση του λεγόμενου «balancing exercise». Στα πλαίσια του πρώτου κριτηρίου, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον το πρόσωπο το οποίο αφορούν οι πληροφορίες έχει εύλογη προσδοκία ιδιωτικής ζωής (reasonable expectation of privacy) σε σχέση με αυτές τις πληροφορίες. To κριτήριο είναι αντικειμενικό και περιλαμβάνει αξιολόγηση όλων των περιστάσεων. Στο σύγγραμμα The Law of Privacy and the Media, σελ. 219, παρ. 5.22, αναφέρεται πως φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον (αντικειμενικά) υπάρχει αυτή η εύλογη προσδοκία οι ακόλουθοι τέσσερις παράγοντες: 1) Η φύση της πληροφορίας ή δραστηριότητας 2) Ο τρόπος φύλαξης αυτής της πληροφορίας 3) Η επίδραση της δημοσιοποίησης ή άλλης χρήσης, στο πρόσωπο το οποίο αφορά 4) Τα χαρακτηριστικά του εν λόγω προσώπου Το κυρίαρχο θέμα το οποίο βεβαίως εγείρεται είναι η διασύνδεση των πληροφοριών με τον ενάγοντα, καθότι είναι λογικό πως εάν οι πληροφορίες είναι ανώνυμες ούτως ώστε η ταυτότητα του προσώπου στο οποίο αφορούν να μην δύναται να εξακριβωθεί, τότε η αποκάλυψη και χρήση τους δεν αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του. Όπως αναγνωρίζεται και στο σύγγραμμα The Law of Privacy and the Media, σελ. 230, παρ. 5.56, παρατηρείται μεγαλύτερη δυσκολία στις περιπτώσεις ανώνυμης μεν δημοσίευσης αλλά με υπαρκτό το ενδεχόμενο μιας διασταυρωμένης ταυτοποίησης εκεί όπου οι πληροφορίες είναι ήδη γνωστές σε κάποια πρόσωπα ή στον δημόσιο χώρο. Εδώ το κριτήριο φαίνεται να είναι το αντίστοιχο με τις υποθέσεις δυσφήμισης. Χρήσιμη καθοδήγηση αντλείται από το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, σελ. 182-186, παρ. 7.1-.4. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «To succeed in an action of defamation the claimant . must also identify himself as the person defamed. . The question in all cases is whether the words might be understood by reasonable people to refer to the claimant . Claimant need not be referred to by name. The test is whether the claimant may reasonably be understood to be referred to by the words. Thus, e.g. it is sufficient if he is described by a nickname his initial letters, or by the first and last letter of his name, . or by means of a description of his status, physical peculiarities, or by a recognisable likeness or caricature or his residence, the places which he has visited on his travels, his products .» Στο ίδιο σύγγραμμα ακολούθως γίνεται παραπομπή στην υπόθεση David Syme v. Caravan
(1918)25 C.L.R. 234 και στο εξής απόσπασμα: «The test of whether words that do not specifically name the claimant refer to him or not is this: Are they such as reasonably in the circumstances would lead persons acquainted with the claimant to believe that he was the person referred to? That does not assume that those persons who read the words know all the circumstances or all the relevant facts. But although the claimant is not named in words, he may, nevertheless, be described so as to be recognized; and whether that description takes the form of a word-picture of an individual or the form of a reference to a class of persons of which he is or is believed to be a member, or any other form, if in the circumstances the description is such that a person hearing or reading the alleged libel would reasonably believe that the plaintiff was referred to, that is a sufficient reference to him.» Πληροφορίες αναφορικά με την ερωτική ζωή και τους ερωτικούς δεσμούς, την οικογενειακή ζωή, την κατοικία και άλλες δραστηριότητες εντός αυτής εμπίπτουν εντός της ιδιωτικής ζωής, βλ. σελ. 223-230, παρ. 5.36-5.54. Όσον αφορά το στοιχείο της φύσης της πληροφορίας χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Mckennitt v. Ash
(2006)EWCA Civ 1714, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος της Ενάγουσας. Η υπόθεση αφορούσε τη συγγραφή από την εναγομένη ενός βιβλίου σχετικά με τη ζωή της (εκεί) ενάγουσας. Η ενάγουσα ισχυρίζετο πως το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αποκάλυπτε προσωπικές και ιδιωτικές λεπτομέρειες τις οποίες είχε δικαίωμα να κρατήσει ιδιωτικές, και τις οποίες η τελευταία είχε αποκαλύψει στην εναγομένη στα πλαίσια της φιλικής και επαγγελματικής τους σχέσης. Το Δικαστήριο προέβη σε εύρημα πως τα θέματα που περιγράφονταν στο βιβλίο ήταν συγκεκριμένες εμπειρίες της ζωής και της περιουσίας της ενάγουσας εμπιστευτικής φύσης. Είναι γεγονός πως το Δικαστήριο διαπίστωσε πως μικρό μέρος του βιβλίου αναφορικά με ένα περιουσιακό ζήτημα δεν ανταποκρίνετο στην αλήθεια, όμως θεώρησε πως αυτό δεν είχε σημασία. Ειδικότερα αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο η πληροφορία είναι αληθής ή όχι δεν είναι σχετικό στην κρίση εν σχέσει με το κατά πόσον η πληροφορία χρήζει προστασίας. Από την εν λόγω υπόθεση συνάγεται πως από τη στιγμή κατά την οποία η πληροφορία αναμφίβολα αφορά την ενάγουσα και χρήζει προστασίας, τότε το γεγονός πως κάποιο μικρό μέρος αυτής είναι αναληθές δεν επηρεάζει το αγώγιμο δικαίωμα. Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα The Law of Privacy and the Media, σελ. 222-223, παρ. 5.31-5.32, απαιτήσεις δυνάμει παραβίασης της ιδιωτικής ζωής βασιζόμενες αποκλειστικά ή κυρίως σε ψευδείς πληροφορίες απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Εδώ πιθανόν να εγείρονται και ζητήματα δυσφήμισης ενόψει των ψευδών πληροφοριών, θέματα τα οποία αναλύονται στο Κεφ. 8 του εν λόγω συγγράμματος. Έχει λεχθεί πως σε κάποιες περιπτώσεις ο τρόπος φύλαξης των πληροφοριών είναι ικανός να προσδώσει εύλογη προσδοκία ιδιωτικής ζωής, όπως εάν πρόκειται για προσωπικά ημερολόγια, προσωπική αλληλογραφία και τηλεφωνικές συνδιαλέξεις - βλ. The Law of Privacy and the Media, σελ. 238-245, παρ. 5.84-5.103. Η έκταση και ο τρόπος της δημοσίευσης και ειδικότερα οι συνέπειες στο υπό αναφορά πρόσωπο, όπως η αμηχανία, η ενόχληση ή ο εξευτελισμός («embarrassment, distress or humiliation») είναι επίσης παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν - σελ. 245-247, παρ. 5.104-5.113. Όσον αφορά το τελευταίο κριτήριο αυτό συναρτάται με το κατά πόσο ο επηρεαζόμενος είναι δημόσιο πρόσωπο, παιδιά, κ.λπ. - σελ. 248-252, παρ.5.114-5-126. Άλλοι σχετικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τη συγκατάθεση ή συμπεριφορά του προσώπου το οποίο αφορούν οι πληροφορίες. Στην υπόθεση McKennitt v. Ash (ανωτέρω) λέχθηκε πως η προηγούμενη αποκάλυψη ή η συγκατάθεση του προσώπου σε δημοσίευση πληροφοριών αναφορικά με κάποια πτυχή της ιδιωτικής του ζωής δεν συνεπάγεται μειωμένη προσδοκία ιδιωτικής ζωής σχετικά με οποιαδήποτε άλλη πληροφορία εντός της ίδιας ζώνης. Πιθανές υπερασπίσεις σε τέτοιου είδους απαιτήσεις συνιστούν η συγκατάθεση, η αποποίηση των δικαιωμάτων (waiver of rights), η αθώα δημοσίευση και το ότι οι πληροφορίες εμπίπτουν στη δημόσια σφαίρα (public domain) - βλ. The Law of Privacy and the Media, σελ. 472-493, παρ.11.03-11.63 ΙΙΙ.2 Συσχετισμός βιβλίου με Ενάγουσα; Με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης καθίσταται πλέον σαφές πως το βασικό ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι το κατά πόσο το βιβλίο αναφέρεται στην Ενάγουσα. Έχει ήδη διαφανεί πως σχετική μαρτυρία προς τούτο προσκομίστηκε και για τις δύο πλευρές, συμπεριλαμβανομένων των εξ ακοής δηλώσεων τόσο της Ενάγουσας όσο και της Εναγομένης. Οι Μ.Ε.2-4 συνέδεσαν με κάποιον τρόπο το βιβλίο με την Ενάγουσα. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε πως άκουσε ότι η Εναγομένη «έβγαλε» βιβλίο για την Ενάγουσα και αυτό συζητείτο σε όλη την πλατεία αφού όλοι την ήξεραν και γνώριζαν πως το βιβλίο αναφερόταν στη ζωή της. Ο μάρτυρας παραδέχθηκε πως δεν το διάβασε προβάλλοντας όμως ότι ενημερώθηκε ότι αυτό αφορά μια πασίγνωστη πόρνη στην πλατεία Ηρώων γνωστή ως Ελένη, Νίτσα ή Νιτσού, η οποία εργάστηκε εκεί για κάποιες δεκαετίες και όταν σταμάτησε άρχισε να πουλά λουλούδια στα καμπαρέ και μπαρ της πλατείας. Έτσι εξέφρασε με απόλυτη βεβαιότητα πως αυτή η περιγραφή αφορά την Ενάγουσα καθότι δεν υπάρχει εκεί άλλη γυναίκα που να ανταποκρίνεται σε τέτοια περιγραφή. Κατά την αντεξέταση του είπε πως είναι ο Ιμπραχήμ ο οποίος τον ενημέρωσε ότι εκδόθηκε το βιβλίο και ότι αυτό αφορούσε την Ενάγουσα. Είναι δεδομένο πως ο εν λόγω μάρτυρας δεν διάβασε το βιβλίο και απλώς μετέφερε τα όσα του είχε πει ο Ιμπραχήμ. Βασικά είναι προφανές πως ο Μ.Ε.2 δεν είχε διαμορφώσει οποτεδήποτε οποιαδήποτε σχετική προσωπική και γνήσια άποψη ή γνώμη για το βιβλίο. Στην πραγματικότητα μετέφερε ενόρκως στο Δικαστήριο τη γνώμη κάποιου άλλου, την οποία και είχε αποδεχθεί ο ίδιος ως βάσιμη και δη την άποψη του Ιμπραχήμ. Λαμβάνοντας υπόψιν τη σχέση του τελευταίου με την Ενάγουσα και γενικότερα το συμφέρον του στην όλη υπόθεση και την εκφρασθείσα στον μάρτυρα πρόθεση του να κερδίσει χρήματα από το βιβλίο, το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν δύναται να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή την εξ ακοής γνώμη του Ιμπραχήμ. Ο Μ.Ε.3 είπε πως πληροφορήθηκε μέσω τηλεοπτικής εκπομπής για την κυκλοφορία ενός βιβλίου το οποίο αφορά μια ιερόδουλη της πλατείας Ηρώων με το όνομα Ελένη ή Νίτσα. Ο ίδιος το αγόρασε αλλά απλώς διάβασε μόνο κάποιες σελίδες στην αρχή του βιβλίου. Είναι και γι΄ αυτή την περίπτωση σαφές πως εκ των πραγμάτων ούτε ο Μ.Ε.3 σχημάτισε οποιαδήποτε στιγμή δική του άποψη κατόπιν συνολικής και ολοκληρωμένης ανάγνωσης του βιβλίου. Κατά παρόμοιο τρόπο είχε και αυτός διαμορφώσει κάποια γενική άποψη στη βάση μεμονωμένων στοιχείων που είχε ακούσει από άλλο πρόσωπο. Ειδικότερα άκουσε από τον δικηγόρο της Ενάγουσας ότι το βιβλίο αφορά τη ζωή μιας πασίγνωστης ιερόδουλης η οποία εργάστηκε στην πλατεία για χρόνια με το όνομα Ελένη, Νίτσα ή Νιτσάκι, κατάγετο από την Πάφο, ταξίδεψε στο Λίβανο, ήταν μανιώδης καπνίστρια τσιγάρων Rothmans, και όταν σταμάτησε να εργάζεται πωλούσε λουλούδια στην πλατεία. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αυτή η περιγραφή αφορά μόνο την Ενάγουσα και όχι οποιαδήποτε άλλη γυναίκα που πέρασε από την πλατεία Ηρώων. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης σε μια εκπομπή της Ελίτας με φιλοξενούμενη την Εναγομένη όπου η τελευταία ισχυρίζετο πως το βιβλίο δεν είχε γραφεί για την Ενάγουσα αλλά για άλλη ιερόδουλη της πλατείας. Ο Μ.Ε.3 ήταν απόλυτος πως δεν υπάρχει τέτοιο άτομο και ενοχλήθηκε τόσο που προσπάθησε να παρέμβει στην εκπομπή για να τη διαψεύσει αλλά δεν τα κατάφερε λόγω του ότι η τηλεφωνική γραμμή ήταν κρατημένη. Ο μάρτυρας προφανώς αναφέρεται στην εκπομπή του Μαΐου του 2008. Ο μάρτυρας επανέλαβε πως το βιβλίο είχε σχολιαστεί ευρέως στη γειτονιά και πως κάποιος συγγενής της Ενάγουσας τον επισκέφθηκε μια φορά και φώναζε γιατί έγραψαν τόσες κακοήθειες στο βιβλίο. Η δε Ενάγουσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την κυκλοφορία του βιβλίου και λόγω αυτού αρρώστησε σοβαρά καθότι πίστευε πως η Εναγομένη την αδίκησε τρομερά λέγοντας ψέματα για την ίδια και την οικογένεια της και κυρίως ότι ο πατέρας της τη βίασε. Από τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρος συνάγεται πως αυτός δεν διάβασε το βιβλίο και πως άντλησε τη γνώση του για το περιεχόμενο του από τον δικηγόρο της Ενάγουσας. Βεβαίως τα όσα του είπε ο δικηγόρος όντως αναφέρονται στο βιβλίο, ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν πως αυτό περιέχει πολλά άλλα γεγονότα, τα οποία ο μάρτυρας μη γνωρίζοντας τα, φυσικά δεν τα συνεκτίμησε και έτσι δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη κατά πόσο αυτά συνάδουν με τη ζωή της Ενάγουσας και εξακολουθούν να τη συνδέουν με την ηρωίδα του βιβλίου. Ως εκ τούτου κρίνεται πως η γνώμη του μάρτυρος, όπως εκφράστηκε, είναι αποσπασματική και δεν αντικατοπτρίζεται από το σύνολο του περιεχόμενου του βιβλίου. Από δικής του πλευράς ο Μ.Ε.4 εξέφρασε και αυτός με απόλυτη βεβαιότητα τη θέση πως το βιβλίο αφορά την Ενάγουσα, ισχυριζόμενος ότι περιγράφει μια κοπέλα που είχε βγει μικρή στην πορνεία με το όνομα Νίτσα, εργάστηκε πολλά χρόνια στην πλατεία, ήταν πασίγνωστη και δημοφιλής, πολύ όμορφη και την κακομεταχειρίζονταν διάφοροι προαγωγοί. Όταν σταμάτησε να εκδίδεται πωλούσε λουλούδια. Αυτή η περιγραφή, κατά τον ίδιο, ταιριάζει μόνο στην Ενάγουσα. Ήταν και δική του θέση πως η Ενάγουσα ήταν πολύ στεναχωρημένη λόγω του βιβλίου γιατί είχαν δημοσιοποιηθεί προσωπικά της θέματα και αισθανόταν πως η Εναγομένη την εκμεταλλεύτηκε, ενώ αρρώστησε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου. Είναι αξιοσημείωτο πως ο μάρτυρας διάβασε το βιβλίο αλλά κατά την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θυμόταν λεπτομέρειες ούτε ακόμα και βασικά στοιχεία, όπως το επίθετο της ηρωίδας. Όταν του τέθηκε το πλήρες όνομα αυτής, δήλωσε πως δεν γνώριζε το επίθετο της Ενάγουσας. Στις συνεχείς και επίμονες ερωτήσεις της υπεράσπισης, ο ίδιος αναγνώριζε πως κάποια αποσπάσματα δεν ανταποκρίνονταν στη ζωή της Ενάγουσας, όπως το ότι δεν είχε προαγωγό γυναίκα και πιθανώς ο βιασμός από τον πατέρα της. Όμως ο ίδιος θεωρούσε πως το βιβλίο ήταν βασισμένο σε αυτή με προσθαφαιρέσεις, λέγοντας χαρακτηριστικά πως αυτό ήταν τοις πάσι γνωστό σε όλη τη Λεμεσό και τα περίχωρα. Όταν του ζητήθηκε να δώσει στοιχεία στα οποία βασίζει τη γνώμη του, απλώς παρέπεμψε στο ότι αυτό ισχυρίζεται και η Ενάγουσα. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του επί αυτού του ζητήματος το Δικαστήριο σχημάτισε την εντύπωση πως ο μάρτυρας ήταν κάπως υπερβολικός. Κυρίως όμως ήταν προκατειλημμένος στην έκφραση της γνώμης του περί της σύνδεσης του βιβλίου με την Ενάγουσα. Και τούτο καθότι, παρόλο που είχε διαβάσει το βιβλίο, ήταν διάχυτη η επιμονή του πως το βιβλίο αναφέρεται στην Ενάγουσα χωρίς να προσδίδει σημασία και δείχνοντας πλήρη αδιαφορία ως προς το περιεχόμενο αυτό καθ΄ εαυτό του βιβλίου. Ήταν δε σαφές πως κατά τη διαμόρφωση της δικής του πεποίθησης είχε λάβει υπόψιν τη γνώμη της ίδιας της Ενάγουσας ως προς το θέμα αυτό. Το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του είναι διαφωτιστικό: «E: Εσείς όμως που διαβάσετε το βιβλίο αυτό πιστεύετε; A: Ναι. E: Και δεν έχετε καμιά αμφιβολία, έτσι; A: Ναι. E: Να σας παραπέμψω σε μερικά αποσπάσματα του βιβλίου, για να δούμε αν η αμφιβολία σας αυτή αλλάζει; A: Δεν αλλάζει, όπου και να με παραπέμψετε. Ο καθένας θα γράψει αυτό που θέλει με τον τρόπο τον δικό του και διαφορετικό τρόπο. Είμαι πεπεισμένος ότι αφορά τη Νίτσα. E: Αυτό αποφασίσετε; A: Ναι. Ανεξαρτήτως αν είναι ορθά ή λάθη, αν είναι αλήθεια ή ψευδή. E: Και αυτήν σας την πεποίθηση κύριε μάρτυς τη βασίζετε, διότι έτσι λέει ολόκληρη η Λεμεσός και τα περίχωρα; A: Και η Νίτσα. Ε: Δηλαδή σας είπε η Νίτσα ότι είναι η ιστορία της το βιβλίο; A: Βεβαίως.» Ο Μ.Ε.4 προέβαλε πως ο Άγγελος είναι υπαρκτό πρόσωπο, παντρεμένος και ζει στη Λευκωσία, ενώ η Ενάγουσα ουδέποτε του αποκάλυψε σχέση της μαζί του. Παρά ταύτα (ο μάρτυρας) δήλωσε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο η Ενάγουσα είχε σχέση μαζί του, και τελικώς παραδέχθηκε πως αυτή δεν διώχθηκε από το σπίτι της, δεν διαμένει στην παραλία ούτε και πωλεί λουλούδια εκεί. Σε υποβολή πως αυτός αποκρύπτει μέρος της ιστορίας του βιβλίου το οποίο δεν συνάδει με τη ζωή της Ενάγουσας, αυτός είπε «Δεν την είδα ποτέ μου να πάει στην παραλία και να πουλά λουλούδια. Το βιβλίο λέει ό,τι θέλει. Εγώ λέω αυτά που είδα και αυτά που ξέρω. Δεν μπορώ να πω τι λέει το βιβλίο. Μπορεί να μην συμφωνώ με το βιβλίο. Δεν έχω δικαίωμα να μην συμφωνώ με το βιβλίο;» Αυτή η στάση του καταδεικνύει χωρίς δυσκολία την έντονη επιθυμία και επιτηδευμένη προσπάθεια του να συνδέσει την Ενάγουσα με το βιβλίο, ανεξαρτήτως περιεχομένου, ωθούμενος και επηρεαζόμενος περισσότερο από την άποψη της ίδιας της Ενάγουσας αλλά και τη γενικότερη εντύπωση που ισχυρίζεται πως επικρατούσε εντός Λεμεσού. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί πως υπήρχαν και πρόσωπα τα οποία διάβασαν το βιβλίο αλλά δεν το συνέδεσαν με την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα η Μ.Υ.1 ανέφερε πως διάβασε το βιβλίο και πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την ηρωΐδα αυτού. Παρόλο που η μάρτυρας δεν επεξήγησε περαιτέρω αυτή την άποψη της, εντούτοις σημειώνεται πως δεν υπέστη αντεξέταση. Ούτε και η θέση της Μ.Υ.2 πως όταν διάβασε το βιβλίο θεώρησε πως πιθανόν αυτό να αναφέρετο στη μητέρα της, έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε πως μόνο μετροφύλλισε το βιβλίο. Έδωσε συγκεχυμένες και πλήρως αντιφατικές απόψεις αναφορικά με το κατά πόσο αυτό αφορά την Ενάγουσα σε βαθμό που αυτές δεν κρίνονται πειστικές. Αρχικά στην κυρίως εξέταση του δήλωσε ευθέως πως η ηρωίδα του βιβλίου είναι η Νιτσού για να το να αλλάξει μετά και να πει «Όπως το βιβλίο περιγράφεται μέσα ο ξανθός άγγελος κτλ. κτλ., που έπαιξε και έργο στον ΑΝΤ1, έχει κάποια ομοιότητα με τη ζωή της Νιτσούς. Αλλά λέω εγώ ότι ο ξανθός άγγελος κτλ. κτλ. δεν έμοιαζε της Νιτσούς που ήξερα εγώ». Αυτή η θέση είναι από μόνη της αντιφατική και αλληλοσυγκρουόμενη. Κατά την αντεξέταση του κατέληξε σε άλλη εκδοχή, ήτοι πως η περιγραφή του ξανθού άγγελου δεν ταιριάζει με τη Νιτσού καθότι αυτή ήταν καστανή. Δήλωσε ρητώς πως τελικώς η απάντηση του στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην εμφάνιση της εφόσον δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα μυστικά της. Αναμφίβολα τα στοιχεία στα οποία ο μάρτυρας στηρίχθηκε για να εκφέρει άποψη δεν είναι επαρκή και ικανά να καταδείξουν μια ολοκληρωμένη και πειστική θέση. Το κατά πόσον το βιβλίο αφορά την Ενάγουσα όντως έλαβε δημοσιότητα. Εξ ου και αυτό το ερώτημα αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης στις προαναφερθείσες τηλεοπτικές εκπομπές. Προκύπτει επίσης πως οι απόψεις επί του θέματος ήταν διχασμένες. Ειδικότερα, διεφάνη μέσω των τηλεφωνικών παρεμβάσεων ότι υπήρχαν άτομα τα οποία υποστήριζαν πως το βιβλίο αφορά την Ενάγουσα, άλλα που είπαν πως η ηρωίδα του βιβλίου δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο και άλλα πως γνώρισαν την ηρωίδα η ζωή της οποίας ταυτίζεται με το βιβλίο και επιβεβαίωναν την ύπαρξη του αγαπημένου της Άγγελου. Θα πρέπει εδώ να διευκρινιστεί πως οι δηλώσεις άλλων προσώπων (τηλεθεατών), στο υλικό που έχει παρουσιαστεί, ανήκουν σε μιαν άλλη κατηγορία εξ ακοής δηλώσεων (και όχι διαδίκου). Με δεδομένο τον τρόπο και σκοπό κατάθεσης των εκπομπών αλλά και τη φύση των δηλώσεων, και ειδικότερα πως αυτές προέρχονται από άγνωστα πρόσωπα, το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτές όσον αφορά την αλήθεια του περιεχομένου τους ή τη βασιμότητα της γνώμης που εμπεριέχουν (βλ. Βαττής v. Αυξεντίου κ.ά., Πολ. Έφ. 127/09, ημ. 29.9.16). Γίνεται μόνο δεκτή η ύπαρξη τέτοιων παρεμβάσεων και προς τις δύο κατευθύνσεις. Βασικά διαφαίνεται πως το βιβλίο προκάλεσε διφορούμενες απόψεις τόσο από μέρους των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και από το ευρύτερο κοινό το οποίο εκφράστηκε περί τούτου μέσω των εκπομπών. Ουσιαστικά παραμένει από τη μια η θέση της Ενάγουσας πως το βιβλίο παρουσιάζει την προσωπική ιστορία της, η οποία έτυχε εκμετάλλευσης από την Εναγομένη και από την άλλη η εκδοχή της Εναγομένης πως η ηρωίδα του βιβλίου είναι άλλο υπαρκτό πρόσωπο και πως το βιβλίο περιγράφει τη ζωή άλλης γυναίκας η οποία δεν ταυτίζεται ούτε συνδέεται με την Ενάγουσα. Το θέμα λοιπόν ανήκει στο Δικαστήριο να κρίνει στη βάση των πιο πάνω αρχών. Για να καταδειχθεί τελικώς αν πράγματι το βιβλίο περιγράφει τη ζωή της Ενάγουσας ή μιας άλλης ιερόδουλης θα πρέπει απαραιτήτως να γίνει σύγκριση της ζωής της Ενάγουσας (όπως προκύπτει μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου) και της ζωής της ηρωίδας του βιβλίου. Αυτή η διεργασία θα καταδείξει την όποια ταύτιση και σε ποιον βαθμό μεταξύ των δύο. Σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις: ΙΙΙ.2.Α Ομοιότητες Η ζωή της ηρωίδας του βιβλίου παρουσιάζει τις εξής ομοιότητες με τη ζωή της Ενάγουσας: (
- i)Το όνομα και των δύο είναι Ελένη και τις αποκαλούσαν επίσης Νίτσα ή Νιτσάκι. (
- ii)Είναι περίπου της ίδιας ηλικίας. (iii) Κατάγονται από κάποιο χωριό της Πάφου. (
- iv)Είχαν γονείς και αδέλφια. (
- v)Αφέθηκαν από τη μητέρα τους στο Κτήμα της Πάφου σε ηλικία περίπου 14 ετών. (
- vi)Κατέληξαν στην πλατεία Ηρώων όπου ωθήθηκαν στην πορνεία. (vii) Κατοικούσαν σε ένα σπιτάκι στην πλατεία στο οποίο εκδίδονταν. (viii) Είναι ξανθιές και ήταν πολύ όμορφες και ιδιαίτερα δημοφιλείς στην πλατεία έχοντας πολλούς πελάτες. (
- ix)Υπέστησαν εκμετάλλευση και κακοποίηση από διάφορους προαγωγούς τους. (
- x)Κάπνιζαν αρκετά τσιγάρα Rothmans. (
- xi)Πήγαν ταξίδι στον Λίβανο. (xii) Ασκούσαν πορνεία για περίπου 25 χρόνια. (xiii) Έβγαζαν πάρα πολλά χρήματα, μέχρι και εκατοντάδες λίρες σε μια νύκτα. (xiv) Αφού σταμάτησαν να εκδίδονται πωλούσαν λουλούδια για να συντηρούνται. (
- xv)Δεν διατηρούν σχέσεις με αδέλφια. Αυτά τα κοινά χαρακτηριστικά είναι αυτά επίσης που εντοπίστηκαν και αποτέλεσαν ακριβώς και τη βάση της εισήγησης του δικηγόρου της Ενάγουσας πως το βιβλίο αναφέρεται στην ίδια. Με άλλα λόγια, είναι αυτά στα οποία η πλευρά της Ενάγουσας εξ ολοκλήρου στηρίζεται για να αποδείξει τον ισχυρισμό περί σύνδεσης του βιβλίου με την Ενάγουσα. ΙΙΙ.3.Β Διαφορές Πέραν των πιο πάνω ομοιοτήτων εντοπίζονται και οι ακόλουθες διαφορές: (
- i)Η Ενάγουσα ονομάζεται Ελένη Σωκράτους ενώ η ηρωίδα αποκαλείται Ελένη Ευαγγέλου. (
- ii)Η Ενάγουσα κατάγεται από την Ίνια ενώ δεν αναφέρεται το χωριό καταγωγής της ηρωίδας του βιβλίου. (iii) Οι γονείς της ηρωίδας ονομάζονται Μαρία και Μανόλης Λάμπρου, ενώ τα ονόματα των γονέων της Ενάγουσας παραμένουν άγνωστα. (
- iv)Η μητέρα της ηρωίδας εργάζετο στα χωράφια ενώ εν σχέσει με την Ενάγουσα εργάζετο στα χωράφια ο πατέρας της. (
- v)Η ηρωίδα έχει δύο αδελφές και τέσσερις αδελφούς, ενώ η Ενάγουσα έχει τρεις αδελφές και τέσσερις αδελφούς. (
- vi)Η ηρωίδα ήταν πολύ συνδεδεμένη με τη γιαγιά της, κάτι το οποίο παραμένει άγνωστο όσον αφορά την Ενάγουσα, αφού δεν προέκυψε κάτι σχετικό. (vii) Η ηρωίδα είχε γαλανά μάτια ενώ η Ενάγουσα καστανά. (viii) Η ηρωίδα υπέστη βιασμό από τον πατέρα της πριν τη διώξουν από το πατρικό σπίτι της, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ στην Ενάγουσα. (
- ix)Από το Κτήμα η ηρωίδα πήγε απ΄ ευθείας στην πλατεία Ηρώων ενώ η Ενάγουσα πήγε πρώτα στο Βαρώσι και από εκεί στη Λεμεσό. (
- x)Η ηρωίδα είχε αρχικά διάφορες γυναίκες προαγωγούς, ενώ η Ενάγουσα είχε γυναίκες προαγωγούς στο Βαρώσι και μόνο άντρες προαγωγούς στη Λεμεσό. (
- xi)Η ηρωίδα βοήθησε άλλες ιερόδουλες να ξεφύγουν από την πορνεία και προστάτευε και συμβούλευε τους νεαρούς που την επισκέπτονταν, ενώ κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται για την Ενάγουσα. (xii) Η ηρωίδα σε μεταγενέστερο στάδιο πήγε σε σπιτάκι δικό της στην πλατεία στο οποίο εκδιδόταν ενώ η Ενάγουσα μπήκε εξ αρχής στο σπίτι της. (xiii) Η ηρωίδα αγόρασε το σπίτι στην πλατεία όπου διέμενε και εργάζετο ενώ όσον αφορά την Ενάγουσα το σπίτι παραχωρήθηκε στην ίδια από την Υπηρεσία Μέριμνας. (xiv) Η ηρωίδα είχε φιλοξενήσει στο σπίτι της την κυρά Μαρία για δύο χρόνια ενώ κάτι τέτοιο δεν έχει προκύψει για την Ενάγουσα. (
- xv)Η Ενάγουσα κατείχε τίτλους ιδιοκτησίας ακινήτων από τον πατέρα της ως κληρονομιά, κάτι το οποίο δεν ισχύει για την ηρωίδα του βιβλίου. (xvi) Την ηρωίδα επισκέφθηκε ο πατέρας της και αυτή του έκοψε τα γεννητικά όργανα, κάτι το οποίο δεν ισχύει όσον αφορά την Ενάγουσα. (xvii) Η ηρωίδα αντιμετώπισε αρκετούς πελάτες με ιδιαίτερες απαιτήσεις και προβλήματα, ψυχολογικά και ναρκωτικών, ενώ οι πελάτες της Ενάγουσας συμπεριφέρονταν κανονικά και δεν είχαν απαιτήσεις. (xviii) Η ηρωίδα ταξίδεψε δύο φορές στην Κύθνο, ενώ η Ενάγουσα δεν έκανε άλλο ταξίδι εκτός από αυτό στον Λίβανο. (xix) Η ηρωίδα αγάπησε τον Άγγελο, δικηγόρο από τη Λευκωσία και γι΄ αυτόν έφυγε για ένα χρόνο μακριά από την πλατεία. Η Ενάγουσα δεν έφυγε ποτέ από την πλατεία και αγάπησε τον Ιμπραχήμ με τον οποίον ζουν μαζί στο σπίτι στην πλατεία. (
- xx)Η ηρωίδα αγόρασε σπίτι στην Εκάλη, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει για την Ενάγουσα. (xxi) Η ηρωίδα αγόρασε αυτοκίνητο «Audi coupe» ενώ δεν έχει αναφερθεί η απόκτηση οχήματος από την Ενάγουσα. (xxii) Η ηρωίδα έμεινε έγκυος ενώ η Ενάγουσα δεν είναι σε θέση να τεκνοποιήσει. (xxiii) Η ηρωίδα έτυχε σφοδρής εκμετάλλευσης από τον Σάββα και τον Ανδρέα και μετά από τον καπετάνιο, ενώ δεν υπάρχει αντίστοιχη μαρτυρία όσον αφορά την Ενάγουσα. (xxiv) Η ηρωίδα αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει ενώ κάτι τέτοιο δεν έχει προκύψει όσον αφορά την Ενάγουσα. (xxv) Η ηρωίδα είχε εθιστεί στα ναρκωτικά και κατάφερε να απεξαρτητοποιηθεί, ενώ κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται για την Ενάγουσα. (xxvi) Η Ενάγουσα είχε σχέση με τον Λόλη, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει για την ηρωίδα. (xxvii) Η ηρωίδα είχε υπηρέτριες στο σπίτι της ενώ κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται για την Ενάγουσα. (xxviii) Η ηρωίδα εκδιώχθηκε από το σπίτι της καθότι δεν μπορούσε να πληρώσει το ενοίκιο και διαμένει σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι κοντά στην παραλία. Η Ενάγουσα εξακολουθεί να διαμένει στο σπίτι της στην πλατεία Ηρώων. (xxix) Η ηρωίδα πωλεί λουλούδια κοντά στην παραλία ενώ η Ενάγουσα στην πλατεία. (xxx) Και οι δύο γονείς της ηρωίδας είχαν πεθάνει ενώ όσον αφορά την Ενάγουσα είχε πεθάνει μόνο η μητέρα της. Εν πρώτοις είναι γεγονός πως οι διαφορές εστιάζονται σε κάποια γεγονότα της ζωής της ηρωίδας τα οποία διαψεύδονται όσον αφορά την Ενάγουσα, π.χ. ο βιασμός της ηρωίδας από τον πατέρα, η μετέπειτα επίσκεψη του, η προσωρινή φυγή της από την πλατεία και η τελική αποχώρηση της από εκεί. Κατά δεύτερον άλλα γεγονότα αφορούν και πτυχές για τις οποίες δεν υπάρχει καμία απολύτως μαρτυρία όσον αφορά την Ενάγουσα. Και τούτο καθότι ουδείς εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο ήταν σε θέση να αναφερθεί επί τούτων ούτε προκύπτει σχετική μαρτυρία από τις εξ ακοής δηλώσεις της Ενάγουσας. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί πως ευλόγως θα αναμένετο πως εάν υπήρχαν και άλλες ομοιότητες ηρωίδας - Ενάγουσας θα είχαν προωθηθεί από πλευράς της τελευταίας, πράγμα που δεν έχει συμβεί (π.χ. τα ονόματα των γονιών της Ενάγουσας). Ακόμα και η θέση της Εναγομένης πως η Ενάγουσα της διηγήθηκε την ιστορία της ζωής της παρέμεινε γενική χωρίς να δοθούν οποιαδήποτε στοιχεία ή λεπτομέρειες. Έτσι άγνωστο παραμένει το τι ακριβώς αφηγήθηκε η Ενάγουσα στην Εναγομένη. Παραμένει μόνο η δήλωση της Εναγομένης πως η ιστορία της Ενάγουσας ήταν μια συνήθης ιστορία χωρίς συναρπαστικά γεγονότα, σε αντίθεση βεβαίως με τη ζωή της ηρωίδας όπως σαφώς προκύπτει από το βιβλίο. Με δεδομένες τις πιο πάνω διαπιστώσεις, καθίσταται αντιληπτό πως η Ενάγουσα επιχειρεί να συνδέσει το βιβλίο με την ίδια στη βάση των ομοιοτήτων μεταξύ τους και ανεξαρτήτως του ότι υπάρχουν και διαφορές, τις οποίες αποδίδει στην προσπάθεια της συγγραφέως να παρουσιάσει μια δραματική και ενδιαφέρουσα ιστορία. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα εισηγείται πως με δεδομένο το ότι το βιβλίο αφορά την πραγματική ιστορία μιας πασίγνωστης ιερόδουλης με το όνομα Ελένη, Νίτσα ή Νιτσάκι, και το ότι δεν υπήρχε άλλη ιερόδουλη που να έχει τα ίδια χαρακτηριστικά, τότε οποιοσδήποτε γνώριζε την Ενάγουσα και διάβαζε το βιβλίο θα κατέληγε αντικειμενικά και εύλογα στο συμπέρασμα πως αυτό αφορά την ίδια με ενδεχομένως αλλοιωμένα κάποια στοιχεία από τη ζωή της. Κατ΄ αρχάς δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η ηρωίδα του βιβλίου είναι υπαρκτό πρόσωπο. Είναι γεγονός πως τα στοιχεία του Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη Ελένης Ευαγγέλου με βάση την ηλικία, την καταγωγή και τα στοιχεία της ηρωίδας που καταγράφονται στο βιβλίο. Όμως στο ίδιο το βιβλίο αναφέρεται εξαρχής πως τα πλείστα ονόματα δεν είναι τα πραγματικά, και δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ούτε ακόμη και από την ίδια την Εναγομένη πως η ηρωίδα όντως ονομάζεται Ευαγγέλου. Συνάγεται λοιπόν με βεβαιότητα μόνο πως αυτή ονομάζεται Ελένη αλλά από την άλλη σημειώνεται πως είναι πιθανόν το πραγματικό της επίθετο να μην είναι Ευαγγέλου. Είναι επίσης γεγονός πως κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν και άλλες ιερόδουλες στην πλατεία Ηρώων με το όνομα Ελένη. Η Ενάγουσα ήταν όντως γνωστή και με το όνομα Νιτσού, ενώ δεν υπάρχει μαρτυρία κατά πόσον οι υπόλοιπες, Ελένη, Λένια, Λέλλα αποκαλούνταν με οποιοδήποτε άλλο υποκοριστικό όνομα και ειδικότερα Νίτσα ή Νιτσάκι. Μάλιστα προκύπτει πως καμία από αυτές δεν ταυτίζεται επακριβώς με την ηρωίδα του βιβλίου, και αυτό είτε λόγω καταγωγής, είτε γιατί δούλευαν μόνο σε μπαρ, είτε γιατί είχαν γυναίκα προαγωγό, είτε γιατί απέκτησαν παιδιά, είτε γιατί δεν βρίσκονται πλέον εν ζωή. Έτσι εξάγεται πως καμία από τις ιερόδουλες, οι οποίες βεβαίως έχουν κατονομαστεί στα πλαίσια της μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση, συμπεριλαμβανομένης και της Ενάγουσας, δεν μπορεί να ταυτιστεί πλήρως με την ηρωίδα του βιβλίου. Υπάρχουν όντως τα κοινά γνωρίσματα της Ενάγουσας τα οποία όντως συμπίπτουν με τη ζωή της ηρωίδας και θα μπορούσαν ενδεχομένως να παραπέμπουν και στην Ενάγουσα. Με άλλα λόγια οι αναφορές στη Νίτσα από την Πάφο, την πανέμορφη και δημοφιλή ιερόδουλη, η οποία εργάζετο στο μικρό σπιτάκι στην πλατεία, κάπνιζε Rothmans, ταξίδεψε στον Λίβανο και όταν σταμάτησε πωλούσε λουλούδια στην πλατεία θα μπορούσαν ίσως να θεωρηθούν πως σχετίζονται με την Ενάγουσα. Συνάμα όμως πρέπει να τονισθεί πως αυτά τα στοιχεία αποτελούν μόνο ένα πολύ μικρό μέρος της περιγραφής της ζωής της ηρωίδας. Υπάρχουν πολλά άλλα τα οποία δεν συνδέονται με κανένα τρόπο με την Ενάγουσα. Μάλιστα αυτά, τα διαφοροποιητικά στοιχεία, αφορούν σημαντικά και δραματικά γεγονότα στη ζωή της, τα οποία δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Έτσι από τη στιγμή που το βιβλίο αναφέρεται στην περιγραφή της ζωής κάποιου προσώπου, τότε εκτός από τη βασική κοινή περιγραφή ταυτόχρονα εύκολα εντοπίζονται και πάρα πολλές ουσιώδεις και έντονες διαφορές οι οποίες αφορούν σημαντικό κομμάτι της ζωής, των εμπειριών και των συναισθημάτων της ηρωίδας. Αυτές αναμφίβολα δεν φέρονται να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την Ενάγουσα και έτσι δεν δύναται να θεωρηθεί βάσιμα και με την αναγκαία βεβαιότητα ότι παραπέμπουν αποκλειστικά και μόνο σε αυτήν. Δεν κρίνεται τυχαίο άλλωστε και είναι γι΄ αυτό που και οι μάρτυρες της Ενάγουσας βασίστηκαν εξ ολοκλήρου στα κοινά χαρακτηριστικά. Οι ίδιοι θεώρησαν πως αυτά δεν συνάδουν με καμία άλλη ιερόδουλη της πλατείας και δικαιολογημένα αναζήτησαν κάποια άλλη (εφόσον πρόκειται για πραγματική ιστορία) η οποία να συνάδει με την ηρωίδα του βιβλίου. Βεβαίως παρόλο που οι ίδιοι είχαν στενή σχέση με την πλατεία, εντούτοις διεφάνη πως δεν είχαν πλήρη εικόνα και μνήμη όλων των ιερόδουλων που ζούσαν τότε στην πλατεία και κυρίως δεν γνώριζαν και δεν αναφέρθηκαν καθόλου στη ζωή τους. Έτσι εύλογα συνάγεται πως η ύπαρξη και άλλων ιερόδουλων με το όνομα Ελένη στην πλατεία, έστω και με τις διαφορές οι οποίες προκύπτουν με την ηρωίδα του βιβλίου, δεν αποκλείει την σύνδεση οποιασδήποτε εξ αυτών με την ηρωίδα. Άλλωστε αυτές οι διαφορές είναι και πάλι μικρές και θα μπορούσε εύλογα η ζωή κάποιας από αυτές να παρουσιάζει πολύ περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά με τη ζωή της ηρωίδας. Αυτό δικαιολογεί προφανώς και την εντύπωση την οποία σχημάτισαν και άλλα πρόσωπα που είχαν κάποια σχέση με την πλατεία, όπως η Μ.Υ.1 η οποία δεν μπόρεσε αυτομάτως να ταυτίσει το βιβλίο με την Ενάγουσα και η Μ.Υ.2 η οποία θεώρησε πως το βιβλίο πιθανόν να αναφέρετο στη μητέρα της. Με άλλα λόγια κρίνεται πως τα κοινά στοιχεία τα οποία έχουν παρουσιαστεί ως ομοιότητες είναι εν συγκρίσει με το περιεχόμενο του βιβλίου και τις διαφορές τόσο περιορισμένα και στοιχειώδη που υπό τις περιστάσεις θα μπορούσαν να αφορούν άλλο υπαρκτό πρόσωπο και πάντως δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα διασύνδεσης τους με την Ενάγουσα. Παράλληλα σημειώνεται πως δεν αποκλείστηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης ιερόδουλης, ονόματι Ελένης ή μη, της οποίας η ζωή να ταιριάζει με το μεγαλύτερο και ουσιαστικό μέρος του βιβλίου όσον αφορά στα σημεία όπου παρουσιάζονται οι διαφορές με την Ενάγουσα. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί πως η ιστορία του βιβλίου εύλογα παραπέμπει στην Ενάγουσα ως τη μόνη ιερόδουλη της πλατείας που συνάδει με την ηρωίδα του βιβλίου, αλλά αντιθέτως είναι πιθανόν η ηρωίδα να είναι κάποιο άλλο άτομο της πλατείας. Γι΄ αυτό τελικώς η θέση της Εναγομένης πως η ηρωίδα είναι υπαρκτό πρόσωπο, διαφορετικό από την Ενάγουσα, είναι βάσιμη. Είναι γεγονός πως η Εναγομένη δεν προσκόμισε συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει σαφώς την ύπαρξη αυτής της ηρωίδας του βιβλίου, κάτι το οποίο ενδεχομένως να έλυε εξ αρχής το καίριο ερώτημα της υπόθεσης. Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζεται πως το βάρος απόδειξης της υπόθεσης βαραίνει την Ενάγουσα και πως από πλευράς της Εναγομένης πιθανόν να υπάρχουν λόγοι οι οποίοι να συνηγορούν υπέρ της μη αποκάλυψης αυτού του προσώπου, όπως άλλωστε δεν αποκαλύφθηκε ούτε μέσα από τις εκπομπές (από την Εναγομένη). Κατά την άποψη του Δικαστηρίου εν τέλει η ουσία είναι πως γνωρίζοντας κάποιος αντικειμενικός και αμερόληπτος κριτής από τη μια τα στοιχεία από την εμφάνιση και την προσωπική ζωή της Ενάγουσας όπως έχουν διαπιστωθεί στην παρούσα διαδικασία και από την άλλη το περιεχόμενο του βιβλίου, σε καμιά περίπτωση δεν θα κατέληγε βάσιμα στο συμπέρασμα ότι αυτό διασυν