← Κύπρος

Ελένης Χριστοδουλίδου ν. Sea Star Capital PLC κ.α., Αρ. Αγωγής: 5852/2008, 14/10/2016

Ελένης Χριστοδουλίδου ν. Sea Star Capital PLC κ.α., Αρ. Αγωγής: 5852/2008, 14/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A552 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5852/2008 Μεταξύ: Ελένης Χριστοδουλίδου Ενάγουσας και

  1. Sea Star Capital PLC
  2. Αντώνη Πισσαρίδη
  3. Γιώργου Πυρίση
  4. Αθανάσιου Οικονομόπουλου
  5. Θωμά Αχείμαστου
  6. Παναγιώτη Τσατσούλη
  7. Κωνσταντίνου Χρυσάγη
  8. Sharelink Securities and Financial Services Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 14.10.2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μαρία Κωνσταντίνου, για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1: κ.κ. Μάριος Μενελάου και Νεοκλής Νεοκλέους (ασκούμενος), για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 5 και 8: κα Μύρια Αγαθοκλέους, για Παμπορίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.10.2008 σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ακολούθησε στις 12.9.2011 η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας. Η αγωγή επιδόθηκε μόνο στους Εναγόμενους 1, 4, 5 και
  9. Η Έκθεση Υπεράσπισης (Ε/Υ) του Εναγόμενου 8 καταχωρήθηκε στις 14.6.2013, του Εναγόμενου 5 στις 12.11.2013 και της Εναγόμενης 1 στις 13.12.
  10. Συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα στη διαδικασία εναντίον των Εναγομένων 1, 5 και 8 με την καταχώρηση Απάντησης εκ μέρους της Ενάγουσας μόλις στις 12.5.
  11. Σημειωτέον ότι ο Εναγόμενος 4 παρέλειψε να καταχωρήσει Ε/Υ. Ο συνήγορος του ζήτησε και έλαβε άδεια του Δικαστηρίου να αποσυρθεί από δικηγόρος του στις 18.12.
  12. Εκδόθηκε απόφαση ερήμην του Εναγόμενου 4 στις 10.6.2014 στο πλαίσιο διαδικασίας απόδειξης της αγωγής, κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας, ημερ. 23.7.2012, για έκδοση απόφασης εναντίον του λόγω της παράλειψης του να καταχωρήσει Ε/Υ. Β. ΟΙ ΔΙΑΔΙΚΟΙ Η Ενάγουσα αγόρασε την 6.11.2007 με συναλλαγή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («ΧΑΚ»), μέσω του λογαριασμού εμπορίας αξιών που αυτή διατηρούσε με την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ, 197.396 Δικαιώματα Προτίμησης Μετοχών (στο εξής «ΔΠ») της Εναγομένης αρ.1 καταβάλλοντας για την αγορά αυτή το ποσό των €12.887,
  13. Τα 100.000 τεμάχια των ΔΠ αγοράστηκαν από την Ενάγουσα στην τιμή των €0.07/ΔΠ και 97,396 τεμάχια αγοράστηκαν από αυτήν στην τιμή των €0,01/ΔΠ. Η Εναγόμενη 1 ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία. Εξέδωσε στις 10.9.2007 Ενημερωτικό Δελτίο꞉ · για την έκδοση και εισαγωγή προς διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ 133.571.430 τεμάχια ΔΠ, με τιμή εξάσκησης €0,26 για κάθε νέα μετοχή, και · για την έκδοση και εισαγωγή προς διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ 384.615.384 συνήθων μετοχών ονοματικής αξίας €0,25 ανά μετοχή, οι οποίες θα εκδίδονταν και θα παραχωρούνταν σε περιορισμένο αριθμό επενδυτών. Ο Εναγόμενος 5 ήταν, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου («ΔΣ») της Εναγόμενης 1 και εκτελεστικός σύμβουλος αυτής. Ως μέλος του ΔΣ, ο Εναγόμενος 5 υπέγραψε το Ενημερωτικό Δελτίο κατά την έκδοσή του από την Εναγόμενη 1 και ανέλαβε συλλογική και ατομική ευθύνη για την ακρίβεια και την ορθότητα των πληροφοριών που περιείχε το εν λόγω Ενημερωτικό Δελτίο. Η Εναγόμενη 8 ήταν, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία και Ανάδοχη Υπεύθυνη Σύνταξης του πιο πάνω αναφερόμενου Ενημερωτικού Δελτίου της Εναγομένης
  14. Υπέγραψε το Ενημερωτικό Δελτίο ως υπεύθυνη σύνταξής του. Γ. Η ΕΚΔΟΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Κύρια και κεντρική θέση της Ενάγουσας είναι ότι αυτή βασίστηκε στην πληροφόρηση που περιείχε το πιο πάνω αναφερόμενο Ενημερωτικό Δελτίο και πείστηκε να αγοράσει τα προαναφερόμενα ΔΠ (βλ. την παρα. 6 της Ε/Α). Ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι το Ενημερωτικό Δελτίο συνιστά τη βάση συμφωνίας μεταξύ αυτής και της Εναγόμενης 1 για την αγορά των ΔΠ, γι' αυτό και προχωρεί και δικογραφεί την ύπαρξη ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου της εν λόγω συμφωνίας ότι το Ενημερωτικό Δελτίο θα περιείχε ακριβείς και/ή αληθείς και/ή πλήρεις πληροφορίες, ως θα ήταν απαραίτητες για την πλήρη και αντικειμενική πληροφόρηση των επενδυτών και/ή της Ενάγουσας (βλ. την παρα. 7 της Ε/Α). Εν τέλει, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι το επίδικο Ενημερωτικό Δελτίο ήταν παραπλανητικό και/ή ανακριβές και/ή απέκρυβε γεγονότα τα οποία υφίσταντο κατά το χρόνο της έκδοσής του και τα οποία, εάν ήταν γνωστά, θα αλλοίωναν την εκτίμηση του επενδυτή και/ή της Ενάγουσας για την αγορά των ΔΠ της Εναγόμενης
  15. Οι ισχυριζόμενες ανακρίβειες και/ή παραλείψεις στις παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις που δίδονταν στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερ. 10.9.2007, δικογραφούνται ρητά στην παρα. 10(α) έως (τ) της Ε/Α. Οι παραπλανητικές και/ή ανακριβείς παραστάσεις, συνίστανται ως η εκδοχή της Ενάγουσας, κατά κύριον λόγο, στα εξής (βλ. παρα. 10(στ) έως (η), (θ), (λ), (ο) της Ε/Α)꞉ «(στ) Στο εν λόγω ενημερωτικό δελτίο στην σελίδα 3 αυτού, υπάρχει ισχυρισμός ότι η εταιρεία με ένα ή περισσότερους στρατηγικούς επενδυτές θα πραγματοποιήσει νέες επενδύσεις για εξαγορές διεθνών εταιρειών ή μεριδίων συμμετοχής σε διεθνείς εταιρείες μεταξύ άλλων με τη ναυτιλία και εξόρυξη ορυκτού πλούτου. Κατονόμαζε δε ως στρατηγικούς επενδυτές και δήλωνε ότι η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε το ενδιαφέρον των κ.κ. Ιωάννη Βαρδινογιάννη και Γεώργιου Φράγκου για επένδυση ποσού €61 εκ. και €14 εκ. αντίστοιχα στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Με τα πιο πάνω έδωσαν λανθασμένα την εντύπωση στους επενδυτές ότι η εταιρεία θα εισέσπραττε τα πιο πάνω ποσά και/ή έδωσαν λανθασμένα την εντύπωση ότι δεν υπήρχαν άλλες υποχρεώσεις σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. (ζ) Παρέλειψαν να αναφέρουν στο εν λόγω Ενημερωτικό Δελτίο το γεγονός ότι υπήρξε λεπτομερής συμφωνία σε σχέση με τον τρόπο αποπληρωμής του εν λόγω ποσού αγοράς μετοχών από τον κ. Βαρδινογιάννη και ότι μέρος του ποσού το οποίο θα καταβάλλετο από τον κ. Βαρδινογιάννη θα χρησιμοποιείτο από την Εναγόμενη 1 για την αγορά μετοχών στη εταιρεία ΑΝΕΚ, της οποίας ήταν μέτοχος και ο κ. Βαρδινογιάννης. (η) Παρέλειψαν να αναφέρουν ότι η Εναγόμενη 1 αγόρασε 23.495.163 μετοχές στην εταιρεία ΑΝΕΚ ή ποσοστό 14,93%, συνολικού κόστους €58,8 εκ. Το εν λόγω ποσό της αγοράς των μετοχών στην ΑΝΕΚ θα εξοφλείτο με σύμβαση πίστωσης μέχρι του ποσού των €55 εκατ., η οποία εξασφαλίστηκε από την Proton Τράπεζα Α.Ε. καθώς και με χρήση του ποσού των €30,6 εκατ. που είχε καταβληθεί από τον Ιωάννη Βαρδινογιάννη στην Εναγόμενη 1 για συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. (θ) Παρέλειψαν να αναφέρουν στο εν λόγω Ενημερωτικό Δελτίο, ότι έγινε επένδυση στην ΑΝΕΚ για €58,8 εκατ. η οποία παρουσίαζε ζημία και συγκεκριμένα παρέλειψαν να αναφέρουν ότι παρόλο ότι το κόστος αγοράς των μετοχών στην ΑΝΕΚ ανήρθε στο ποσό των €58,8 εκατ. η χρηματιστηριακή αξία της επένδυσης στην ΑΝΕΚ με βάση την τιμή κλεισίματος στο ΧΑ της μετοχής της ΑΝΕΚ στις 10.9.2007 ανήρχετο στο ποσό των €50,044.697 άρα με ζημία σε €8,
  16. (λ) Υπήρχε λανθασμένη και/ή ανακριβής η αναφορά στο εν λόγω Ενημερωτικό Δελτίο της Εναγόμενης 1 ότι δεν είχαν λάβει χώρα σημαντικές μεταβολές στα δανειακά υπόλοιπα και στα ίδια κεφάλαια της Εταιρείας από της 30.6.2007 μέχρι και την ημερομηνία του Ενημερωτικού Δελτίου, γεγονός το οποίο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. (ο) Στον ισολογισμό της η εταιρεία δεν παρουσιάζει το χρέος της αγοράς των μετοχών της ΑΝΕΚ και στο ενημερωτικό δελτίο δεν αναφέρει πως αυτό το ποσό των 53εκ θα εξοφληθεί, δεν παρουσιάζει τη ζημία των €8 εκ περίπου ευρώ , με αποτέλεσμα να μην δίνει την ορθή και αντικειμενική εικόνα στους επενδυτές.». Ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι ως εκ των ανακριβών και/ή παραπλανητικών δηλώσεων και/ή παραστάσεων που περιείχε το Ενημερωτικό Δελτίο, υπήρξε παράβαση από τους Εναγόμενους της ισχυριζόμενης συμφωνίας μεταξύ αυτών και της Ενάγουσας (βλ. παρα. 14 της Ε/Α). Ισχυρίζεται, περαιτέρω, η Ενάγουσα ότι (βλ. παρα. 10(ν) της Ε/Α) τα στοιχεία τα οποία αναφέρονταν στο εν λόγω Ενημερωτικό Δελτίο έδιναν λανθασμένη και/ή ανακριβή εικόνα στον επενδυτή και/ή δεν του επέτρεπαν την αντικειμενική πληροφόρηση του. Παρακάτω επεξηγεί η Ενάγουσα ότι οι εν λόγω ανακρίβειες και/ή παραλείψεις αλλοιώνουν δραστικά την εικόνα της Εναγόμενης 1, όσον αφορά τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις και/ή μελλοντικές αποφάσεις της εν λόγω εταιρείας, ήτοι τη διαχειριστική της εικόνα, και επηρεάζουν την αξιολόγηση του επενδυτή (βλ. τελευταία υποπαράγραφο της παρα. 16 της Ε/Α). Στην παρα. 10(ν) η Ενάγουσα προωθεί τη θέση ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι το κοινό και/ή οι επενδυτές και/ή η Ενάγουσα θα βασίζονταν στο εν λόγω ενημερωτικό δελτίο για να αποφασίσουν για την επένδυση τους. Ισχυρίζεται, κατ' επέκταση, η Ενάγουσα ότι οι Εναγόμενοι αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως είχαν καθήκον επιμέλειας προς τους επενδυτές και την Ενάγουσα να τους παράσχουν πληροφορίες που ήσαν αληθείς και/ή ακριβείς και/ή πλήρεις και όχι παραπλανητικές (βλ. την παρα. 15 της Ε/Α). Εντούτοις, ενώ αυτοί γνώριζαν ότι το Ενημερωτικό Δελτίο δεν περιείχε αντικειμενική πληροφόρηση προς τον επενδυτή, δεν έλαβαν επαρκή μέτρα προς αποτροπή του γεγονότος τούτου, ή, ενώ το γνώριζαν, ήταν αμελείς και/ή αδιάφοροι ως προς το γεγονός (βλ. την παρα. 10(ν) και παρα. 15) και δεν άσκησαν την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, παραβιάζοντας το καθήκον επιμέλειας τους και/ή προβαίνοντας σε παραπλανητικές και/ή ανακριβείς και/ή αμελείς δηλώσεις, λεπτομέρειες των οποίων δίδονται στην παρα. 16 της Ε/Α. Έπειτα, στην παρα. 18 της Ε/Α, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με τις προαναφερόμενες παραπλανητικές και/ή ανακριβείς δηλώσεις του Ενημερωτικού Δελτίου, παραβιάστηκε ο περί Δημόσιας Προσφοράς Κινητών Αξιών για το Ενημερωτικό Δελτίο που Πρέπει να Δημοσιεύεται Κατά τη Δημόσια Προσφορά Κινητών Αξιών ή την Εισαγωγή του προς Διαπραγμάτευση σε Οργανωμένη Αγορά Και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του
  17. Λέγει η Ενάγουσα ότι στην πορεία των πραγμάτων οι Εναγόμενοι, παραδεχόμενοι τις πιο πάνω ανακρίβειες και/ή ελλείψεις και/ή παραπλανητικές δηλώσεις στο Ενημερωτικό Δελτίο, εξέδωσαν στις 18.12.2007 Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο (βλ. παρα. 11 της Ε/Α), η δε Ενάγουσα μόλις το αντιλήφθηκε απέστειλε επιστολή, ημερ. 4.1.2008, για να ακυρώσει (to rescind) τη συμφωνία (βλ. παρα. 12 της Ε/Δ). Εν τω μεταξύ, μετά την αγορά των ΔΠ από την Ενάγουσα και πριν την έκδοση του Συμπληρωματικού Ενημερωτικού Δελτίου, είχαν, ως η εκδοχή της Ενάγουσας, αρχίσει να κυκλοφορούν φήμες ότι το αρχικό Ενημερωτικό Δελτίο περιείχε ανακρίβειες και/ή παραπλανητικές πληροφορίες, οι οποίες φήμες είχαν, κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ως αποτέλεσμα σημαντική μείωση στην τιμή διαπραγμάτευσης των ΔΠ. Για να μειώσει τη ζημιά της, η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες για πώληση των ΔΠ που είχε αγοράσει. Όμως, δεν έγινε κατορθωτή η πώληση του συνόλου των ΔΠ που κατείχε, παρά μόνο η πώληση στις 8.11.2007 των 97,396 ΔΠ έναντι της συνολικής τιμής των €969,
  18. Σχετικά τα όσα δικογραφούνται στην παρα. 13 της Ε/Α. Τις επόμενες μέρες, ήτοι στις 9.11.2007, 13.11.2007 και/ή 14.11.2007 δημοσιοποιήθηκε καταγγελία της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου (στο εξής «η ΝΕΛ»), καθώς και άλλα δημοσιεύματα αναφορικά με την ισχυριζόμενη απόκρυψη και/ή μη πλήρη αποκάλυψη συγκεκριμένων πληροφοριών στο επίμαχο αρχικό Ενημερωτικό Δελτίο. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (στο εξής «η ΕΚΚ») διενήργησε έρευνα για ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 9 του Νόμου 116(Ι)/2005 για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν πληροφορίες και για τη χειραγώγηση της αγοράς, σε σχέση με την οποία έρευνα εξέδωσε Ανακοίνωση στις 22.4.
  19. Ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι συνεπεία της προαναφερθείσας παράβασης συμφωνίας και/ή αμέλειας και/ή των αμελών και παραπλανητικών δηλώσεων και/ή της παράβασης του Νόμου, αυτή υπέστη ζημιά την οποία υπολογίζει ως εξής (βλ. παρα. 14(α) και 17(α) και 18 της Ε/Α)꞉ «Κόστος αγοράς των 197,396 ΔΠ εκ €12.887,44 μείον το ποσό των €969,08 το οποίο εισπράχθηκε από την πώληση 97,396 ΔΠ στις 8.11.2007 = €11.918,36.» Καταλήγει η Ενάγουσα στην παρα. 20 της Ε/Α της να συγκεκριμενοποιεί ή/και να περιορίζει τις αξιώσεις της, εν σχέση προς εκείνες που αναφέρονταν στη γενική οπισθογράφιση του κλητηρίου, στις εξής: «Α. Ακύρωση της συμφωνίας (Rescission), B. Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ύψους €11.918,
  20. Γ. Διαζευκτικά προς το Α και Β ανωτέρω, αποζημιώσεις ύψους €11.918,36 λόγω αμέλειας, Δ. Έξοδα. Ε. ΦΠΑ.». Δ. Η ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΚΔΟΧΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 Στο δικόγραφο της Ε/Υ της, η Εναγόμενη 1 εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1, διότι꞉ Το Ενημερωτικό Δελτίο δεν απευθυνόταν προς το ευρύ κοινό και/ή στους μη υφιστάμενους μετόχους της και/ή η Ενάγουσα δεν εμπίπτει εντός της κατηγορίας των προσώπων προς τους οποίους απευθυνόταν το Ενημερωτικό Δελτίο και/ή η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο να στηριχθεί επί του περιεχομένου του Ενημερωτικού Δελτίου για να προβεί στην αγορά των δικαιωμάτων προτίμησης μέσω του ΧΑΚ και/ή η Ενάγουσα ουδέποτε συνεβλήθη με την Ενάγουσα και/ή η Εναγόμενη 1 ουδέν καθήκον επιμέλειας όφειλε στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά αφού ουδέποτε μετέτρεψε τα υπό κρίση ΔΠ σε μετοχές. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν προωθήθηκε οποιαδήποτε αίτηση εκ μέρους της Εναγομένης 1 για να ακουστεί κατά προτεραιότητα η πιο πάνω προδικαστική ένστασή της, ως η δυνατότητα που παρέχεται δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ωστόσο, η προδικαστική ένσταση ως το (α) ανωτέρω επαναλαμβάνεται και ως λόγος υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης, στην παρα. 6 της Ε/Υ της Εναγομένης 1, οπόταν θα κριθεί δικαστικά στο παρόν τελικό στάδιο της δίκης αφού αξιολογηθεί η δοθείσα μαρτυρία. Σημειώνω ότι στην παρα. 6 της Ε/Υ η Εναγόμενη 1 προσθέτει ότι αυτή δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει ότι η Ενάγουσα θα βασιζόταν στο Ενημερωτικό Δελτίο για να προβεί στην αγορά των ΔΠ. Τονίζει στην ίδια παρα. 6 η Εναγόμενη 1 ότι τα ΔΠ δεν εκδόθηκαν προς το ευρύ κοινό, αλλά προς τους μετόχους οι οποίοι θα ήταν εγγεγραμμένοι κατά την ημερομηνία αρχείου. Η Ενάγουσα δεν ήταν μέτοχος κατά την ημερομηνία αρχείου. Σε συνέχεια της προδικαστικής ένστασης ως το (β) ανωτέρω, η Εναγόμενη 1 δικογραφεί και επί της ουσίας της υπεράσπισής της, στην παρα. 7 της Ε/Υ, ότι η Ενάγουσα ουδέποτε κατέστη μέτοχος της Εναγόμενης 1, αφού ουδέποτε εξάσκησε τα ΔΠ. Σημειώνει ότι η περίοδος εξάσκησης των ΔΠ, η οποία ήταν αρχικά προγραμματισμένη να λήξει στις 21.11.2007, παρατάθηκε μετά από αίτημα της Εναγόμενης 1 και έγκρισής του από το ΧΑΚ. Στις παρα. 11 και 13 της Ε/Υ η Εναγόμενη 1 αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί ειδικής ζημιάς και αντιτείνει ότι η Ενάγουσα δεν έχει υποστεί ζημιά ή/και ότι η ζημιά της Ενάγουσας δεν έχει αποκρυσταλλωθεί, εφόσον - αυτή δεν μετέτρεψε τα ΔΠ σε μετοχές και/ή αυτή δεν προέβηκε στην πώληση όλων των ΔΠ που ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματί της. Επί της ουσίας της εκδοχής της Ενάγουσας περί παραπλανητικών και/ή ανακριβών δηλώσεων στο Ενημερωτικό Δελτίο, η Εναγόμενη 1 απορρίπτει τους συναφείς ισχυρισμούς αυτούς (βλ. παρα. 8 της Ε/Υ) και λέγει ότι οι λεπτομέριες αμέλειας που αναφέρονται στην παρα. 10 της Ε/Α της Ενάγουσας είναι αποτέλεσμα παρερμηνείας του Ενημερωτικού Δελτίου από την Ενάγουσα και/ή είναι εσφαλμένες και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή είναι άσχετες με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης
  21. Η Εναγόμενη 1 θεωρεί άσχετους με την παρούσα υπόθεση τους ισχυρισμούς περί καταγγελίας της Εναγόμενης 1 από τη ΝΕΛ στην ΕΚΚ (βλ. παρα. 10 της Ε/Υ). Ε. Η ΕΚΔΟΧΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 5 ΚΑΙ 8 Οι Εναγόμενοι 5 και 8 αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας τόσον όσον αφορά την απόδοση ευθύνης σε αυτήν όσο και για την ειδική ζημιά που κατ' ισχυρισμόν υπέστη η Ενάγουσα. Την καλούν σε αυστηρή απόδειξή τους. Όσον αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν την έκδοση Συμπληρωματικού Ενημερωτικού Δελτίου, οι Εναγόμενοι 5 και 8 διευκρινίζουν τα εξής꞉ · (Βλ. παρα. 4(α) Ε/Υ Εν/μενου 5 και παρα 5(α) της Ε/Υ Εν/μενης 8)꞉ Κατά ή περί το τέλος Ιουλίου 2007 η Εναγόμενη 8 συνέταξε το Ενημερωτικό Δελτίο στηριζόμενη σε πληροφόρηση που έλαβε από την Εναγόμενη
  22. Η σύνταξή του έγινε βάσει των προνοιών του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.809/
  23. · (βλ. παρα. 4(β) Ε/Υ Εν/μενου 5 και παρα 5(β) της Ε/Υ Εν/μενης 8)꞉ Την 10.9.2007 η ΕΚΚ, κατόπιν σειράς υποδείξεων προς τους εναγομένους και διορθώσεων που επέφεραν, ενέκρινε το Ενημερωτικό Δελτίο. · (βλ. παρα. 4(γ) Ε/Υ Εν/μενου 5 και παρα 5(γ) της Ε/Υ Εν/μενης 8)꞉ Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2007 οι Εναγόμενοι συνέταξαν και υπέβαλαν στην ΕΚΚ Συμπληρωματικό Ενημεωτικό Δελτίο, με σκοπό την προστασία των μετόχων της Εναγόμενης 1 και για ενημέρωση του επενδυτικού κοινού. · (βλ. παρα. 4(δ) Ε/Υ Εν/μενου 5 και παρα 5(δ) της Ε/Υ Εν/μενης 8)꞉ Η ανάγκη σύνταξης του Συμπληρωματικού Ενημερωτικού Δελτίου προέκυψε μετά από τις καταγγελίες προς την ΕΚΚ στις οποίες προέβη η Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου (στο εξής «η ΝΕΛ»), η οποία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής των καταγγελιών κάτοχος 2000 μετοχών της Εναγόμενης
  24. · (βλ. παρα. 4(ε) Ε/Υ Εν/μενου 5 και παρα 5(ε) της Ε/Υ Εν/μενης 8)꞉ Μόλις οι Εναγόμενες 1 και 8 ενημερώθηκαν από την ΕΚΚ για τις καταγγελίες της ΝΕΛ, έλαβαν αμέσως μέτρα για την προστασία των επενδυτών της Εναγόμενης 1, όπως η άμεση αναστολή διαπραγμάτευσης των τίτλων της Εναγόμενης 1 και παράταση της περιόδου άσκησης των ΔΠ μέχρι να λάβουν οι κάτοχοι τους γνώση του περιεχομένου του Συμπληρωματικού Ενημερωτικού Δελτίου. · (βλ. παρα. 4(στ)(ζ)(η) Ε/Υ Εν/μενου 5 και παρα 5(στ)(ζ)(η) της Ε/Υ Εν/μενης 8)꞉ Το προτεινόμενο Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο, κατόπιν διορθώσεων και υποδείξεων, κατέλειξε να εγκρίνεται από την ΕΚΚ και να δημοσιοποιείται ως τελικό δελτίο στις 18/12/
  25. Είναι η γραμμή υπεράσπισης των Εναγόμενων 5 και 8 ότι꞉ · (βλ. παρα. 4(ι) Ε/Υ Εν/μενου 5 και παρα 5(ι) της Ε/Υ Εν/μενης 8)꞉ Η έγκριση του Ενημερωτικού Δελτίου και/ή του Συμπληρωματικού Ενημερωτικού Δελτίου δεν αποτελούσε παρότρυνση προς το επενδυτικό κοινό για επένδυση στον εκδότη. Το ίδιο το Δελτίο προειδοποιούσε για τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επένδυση στους τίτλους του εκδότη και επίσης περιείχε προβλέψεις για το μέλλον οι οποίες εμπεριείχαν κίνδυνο και αβεβαιότητα. · (βλ. παρα. 5 Ε/Υ Εν/μενου 5 και παρα. 6 της Ε/Υ Εν/μενης 8)꞉ Η Εναγόμενη 8 ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε παράσταση και/ή διαβεβαίωση προς την Ενάγουσα και ουδέποτε την παρότρυναν ή ώθησαν να συνάψει συμφωνία με την Εναγόμενη
  26. · (βλ. παρα. 5 Ε/Υ Εν/μενου 5 και παρα. 6 της Ε/Υ Εν/μενης 8)꞉ Η Ενάγουσα απέκτησε τα ΔΠ στις 6.11.2007 και τα πώλησε στις 8.11.2007, ήτοι πριν τις 9.11.2007 που έγινε η καταγγελία της ΝΕΛ προς την ΕΚΚ. Τα κίνητρα της Ενάγουσας για την πώληση των ΔΠ δεν ήταν τα γεγονότα τα οποία η ίδια ισχυρίζεται, αλλά η πτωτική τάση των ΔΠ στο ΧΑΚ και οι επενδυτικές συμβουλές που έλαβε η Ενάγουσα για την πωλησή τους από το χρηματιστή της, ήτοι την Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεις, ο οποίος και προέβηκε στη σύσταση προς την ίδια για την πώλησή τους ένεκα της πτωτικής τάσης που είχαν στο ΧΑΚ. Πέραν των πιο πάνω, η Εναγόμενη 8 ισχυρίζεται ότι (βλ. παρα. 6 Ε/Υ της) τα ΔΠ θεωρούνται περίπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο με βάση το Ν.144(Ι)/
  27. Η Ενάγουσα δεν είχε τη γνώση και την πείρα για να προβεί στην αγορά των ΔΠ. Για την αγορά των ΔΠ η Ενάγουσα ουδέποτε συμβουλεύτηκε το Ενημερωτικό Δελτίο, παρά μόνο βασίστηκε αποκλειστικά σε επενδυτική συμβουλή που έλαβε από τον επενδυτικό της σύμβουλο, στον οποίο όμως η Ενάγουσα δεν έδωσε τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε εκείνος να κρίνει αν η αγορά των ΔΠ ήταν συμβατή με την πείρα και τη γνώση της. Επίσης, ο Εναγόμενος 8 επισημαίνει ότι (βλ. παρα. 5 και 9 της Ε/Υ του)꞉ · Τα Ενημερωτικά Δελτία των εταιρειών δεν δίνουν εντυπώσεις στους ενδιαφερόμενους, αλλά ενημέρωση για γεγονότα και θέματα που αφορούν την εταιρεία που τα εκδίδει. · Η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας δεν είναι βέβαιο ότι θα αποφέρει κέρδη σε μια εταιρεία. Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου χρησιμοποιείται από τις εταιρείες για επενδύσεις, οι οποίες ενδέχεται να αποφέρουν ή να μην αποφέρουν κέρδος. · Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 πραγματοποιήθηκε κανονικά και με αυτήν η Εναγόμενη 1 προχώρησε σε επενδύσεις και συγκεκριμένα στην αγορά των μετοχών των εταιρειών MINOAN και HELLENIC SEAWAYS. · Η σχετική επένδυση της Ενάγουσας στην Εναγόμενη 1 ήταν καθαρά κερδοσκοπική, αφού διήρκησε μόνο 2 μέρες (αγόρασε τα ΔΠ στις 6/11/2007 και τα πώλησε στις 8/11/2007). · Εάν η Ενάγουσα είχε όντως επενδυτικό προσανατολισμό θα μπορούσε να είχε υπομονή στην επένδυσή της και να περιμένει για κάποιο καιρό. Μετά την πάροδο 4 μηνών από την επένδυση της Ενάγουσας, ήτοι στις 8.1.2008, ολοκληρώθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 και η τιμή της μετοχής της ΑΝΕΚ ανήλθε στα €2,63 (υψηλότερη από την τιμή της ίδιας μετοχής κατά την πραγματοποίηση της αγοράς των ΔΠ από την Ενάγουσα). ΣΤ. ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Στην Απάντηση που καταχώρησε η Ενάγουσα στις 12.5.2015 αναφορικά με την Ε/Υ των Εναγομένων 5 και 8, αυτή επέμεινε στους ισχυρισμούς της και συγκεκριμενοποίησε (βλ. παρα. 8 της Απάντησης) ότι αυτά που καταλόγισε στους Εναγόμενους 5 και 8 ότι συνιστούσαν παράβαση του Νόμου (βλ. παρα. 18 της Ε/Α) αφορούσαν σε꞉ · παράβαση του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005, άρθρα 20

(6)(β) και 23
(3), και/ή · παράβαση του περί των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση της Αγοράς) Νόμου του 2005 (Ν.116(Ι)/2005)και/ή του άρθρου 43 του περί Εταιρειών Νόμου. Δικογράφησε, συναφώς προς την πιο πάνω θέση της, η Ενάγουσα στην παρα. 8 της Απάντησης, ότι η ΕΚΚ επέβαλε διοικητικό πρόστιμο με αποφάσεις της ημερ. 4.8.2009, αναφορικά με τις πιο πάνω παραβάσεις. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στην παρα. 14 της Απάντησης στην Υπεράσπιση των Εναγομένων αρ. 5 και 8, ημερ. 12.5.2015, η Ενάγουσα επέμεινε στην αξίωση ως τη δικογράφησε στην παρα. 20 της Ε/Α. Όσον, δε, αφορά στην Εναγόμενη αρ. 1, με την Απάντηση που καταχώρησε στις 31.12.2014, η Ενάγουσα δεν μετέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο τη βάση αξίωσης αποζημιώσεων ως την είχε εξειδικεύσει στην παρα. 20 της Ε/Α. Ζ. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  1. Για την προώθηση της απαίτησης της Ενάγουσας κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η ίδια η Ενάγουσα («ΜΕ1») και η Λειτουργός της ΕΚΚ, κα Ειρήνη Πηδιά (ΜΕ2).
  2. Για την Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία.
  3. Για την Υπεράσπιση του Εναγόμενου 5, κατέθεσε ως μάρτυρας ο ίδιος ο Εναγόμενος 5, κ. Θωμάς Αχείμαστος («ΜΥ1»).
  4. Για την Υπεράσπιση του Εναγόμενου 8, κατέθεσε ως μάρτυρας ο ίδιος ο Εναγόμενος 8, κ. Φίλιππος Λάρκος («ΜΥ2»). Η. ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  5. Όλη η προφορικά δοθείσα μαρτυρία βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και τα τεκμήρια είναι καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Επιχειρώ πιο κάτω να αναφερθώ συνοπτικά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα και ακολούθως προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας με σκοπό να διατυπώσω τα ευρήματά μου όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης. Η.
  6. Η μαρτυρία της Ενάγουσας
  7. Η Ενάγουσα (ΜΕ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Α). · Οι συνθήκες αγοράς των επίδικων ΔΠ.
  8. Με το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, η Ενάγουσα απέδειξε, αφού δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου από τους συνηγόρους Υπεράσπισης, ότι αυτή αγόρασε επ' ονόματί της στις 6.11.2007 τα επίδικα ΔΠ, στην ποσότητα και την τιμή ως δικογραφήθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης. Όπως, μάλιστα, φαίνεται στο ίδιο Τεκμήριο και ως δήλωσε η Ενάγουσα (βλ. παρα. 1 του Εγγράφου Α), η αγορά έγινε μέσω της Ελληνικής Τράπεζας Επενδύσεις, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγοράς ήταν «ΚΕΠΕΥ», δηλαδή Κυπριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου.
  9. Σπεύδω, λοιπόν, να αναφέρω ότι κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας (ΜΕ1) από το συνήγορο της Εναγόμενης αρ. 1, αυτή διευκρίνισε ότι αγόρασε τα επίδικα ΔΠ από το Χρηματιστήριο, δηλαδή από τη δευτερογενή αγορά, κατά την περίοδο διαπραγμάτευσης των ΔΠ στο Χρηματιστήριο. Τούτο το γεγονός δεν αμφισβητείται.
  10. Έδωσε μαρτυρία η Ενάγουσα (βλ. παρα. 2 του Εγγράφου Α) ότι, για να προβεί στην εν λόγω αγορά των επίδικων ΔΠ, αυτή μελέτησε από κοινού με το σύζυγό της το Ενημερωτικό Δελτίο, το οποίο απαρτίζεται από τα Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ υπό Έγγραφο Α, και το οποίο είχε εκδοθεί από την εκδότρια εταιρεία (Εναγόμενη 1) με ανάδοχο της έκδοσης την Εναγόμενη 8 εταιρεία.
  11. Δήλωσε, επίσης, η Ενάγουσα (βλ. παρα. 8 του Εγγράφου Α) ότι αυτή βασίστηκε στην πληροφόρηση που περιείχετο στο εν λόγω Δελτίο προκειμένου να αποφασίσει για την αγορά των ΔΠ. Συγκεκριμένα, περιέγραψε η Ενάγουσα ότι, έχοντας διαβάσει αυτή και ο σύζυγός της το Ενημερωτικό Δελτίο, και αφού έλαβαν υπόψη τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας και το ότι παρουσίαζε πολύ χαμηλό δανεισμό, διαμόρφωσαν την εκτίμηση ότι «η Εταιρεία θα αποτελούσε μία καλή επένδυση» και «γι' αυτό το λόγο αποφασίσαμε να επενδύσουμε αγοράζοντας τα προαναφερόμενα ΔΠ».
  12. Κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας προέκυψε꞉ · αυτή προμηθεύτηκε το αρχικό ενημερωτικό δελτίο μέσω της ιστοσελίδας του ΧΑΚ και της ιστοσελίδας της Εναγομένης αρ. 1, · ότι αυτή προμηθεύτηκε το εν λόγω ενημερωτικό δελτίο μία ή δυο μέρες πριν να προβεί στην αγορά των επίδικων ΔΠ · ότι αυτή ολοκλήρωσε τη μελέτη του ενημερωτικού δελτίου μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα των 1 - 2 ημερών και έδωσε οδηγίες στο χρηματιστή της, με τη χρήση κωδικών μέσω διαδικτύου, να αγοράσει τα επίδικα ΔΠ, πράγμα που επετεύχθη αυθημερόν, τόσο η εντολή αγοράς όσο και η αγορά έγιναν στις 6.11.
  13. ότι αυτή δεν συμβουλεύτηκε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, πλην του συζύγου της, πριν αποφασίσει να αγοράσει τα επίδικα ΔΠ. · Οι συνθήκες πώλησης μέρους των επίδικων ΔΠ.
  14. Έδωσε μαρτυρία η Ενάγουσα (βλ. παρα. 9 του Εγγράφου Α) ότι μετά την αγορά των ΔΠ άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες στην αγορά ότι το Ενημερωτικό Δελτίο «περιείχε ανακρίβειες και/ή παραπλανητικές πληροφορίες και/ή απέκρυβε στοιχεία και/ή δεν περιείχε ουσιώδεις και σημαντικές πληροφορίες για την εκδότρια Εταιρεία και/ή ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την Εταιρεία».
  15. Ισχυρίστηκε η Ενάγουσα ότι ήταν «μετά την εξέλιξη αυτή», δηλαδή μετά από αυτές της φήμες, που η τιμή των ΔΠ στο ΧΑΚ «μειωνόταν σημαντικά» και εξήγησε ότι «σε μια προσπάθεια μείωσης της ζημιάς», αυτή έκανε προσπάθεια να πωλήσει τα επίδικα ΔΠ. Επέμεινε ότι παρά την προσπάθεια της να πωλήσει όλα τα ΔΠ που κατείχε, εντούτοις «έγινε κατορθωτή μόνο η πώληση 97.396 ΔΠ στις 8.11.2007 και το καθαρό προϊόν της πώλησης ανήλθε στα €969,08» (προς απόδειξη της ποσότητας των ΔΠ που πωλήθηκαν και της τιμής πώλησης, κατατέθηκε το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α).
  16. Κατά την αντεξέτασή της, κλήθηκε η Ενάγουσα να προσδιορίσει πότε ακριβώς άρχισαν να κυκλοφορούν οι ισχυριζόμενες φήμες. Με δεδομένο ότι αυτή αγόρασε τα επίδικα ΔΠ στις 6.11.2007, ήταν η θέση της Ενάγουσας ότι οι φήμες άρχισαν αμέσως μετά από την αγορά της και κυρίως στις 7.11.
  17. Ισχυρίσθηκε η Ενάγουσα ότι μόλις άρχισαν οι φήμες αυτές, μειώθηκε δραματικά η τιμή διαπραγμάτευσης των ΔΠ. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε η Ενάγουσα, παραπέμποντας στο Έγγραφο Β, ότι ενώ στις 7.11.2008 η μέση τιμή των ΔΠ ήταν 3 σεντ ενώ είχαν ανοίξει στα 6 σεντ. Η μέση τιμή της μετοχής την ίδια μέρα ήταν 29 σεντ, και λαμβάνοντας υπόψη την τιμή εξάσκησης που ήταν 26 σεντ, είναι αντιληπτό ότι διαπραγματεύονταν τα ΔΠ πιο χαμηλά από την τιμή που θα έπρεπε, από την αξία που θα έπρεπε να είχαν.
  18. Υπεδείχθη στην Ενάγουσα από τη συνήγορο των Εναγομένων 5 και 8 ότι το Έγγραφο Β δείχνει ότι οι τιμές είχαν πτωτική τάση πολύ πριν τις 6 ή 7.11.2007 που ισχυρίζεται ότι ξεκίνησαν οι φήμες. Της υπεβλήθη συγκεκριμένα ότι η διαπραγμάτευση άνοιξε με 11 σεντ, μετά πήγε στα 15 σεντ και ακολούθως στα 14 σεντ και κατέληξε στις 6.11.2007 στα 7 σεντ. Επέμεινε όμως η Ενάγουσα ότι «Η πτώση του παρατηρήθηκε από τις 6 μέχρι τις 7 είναι πιο έντονη και επίσης εάν δείτε και ενδοσυνεδριακά άνοιξε στα 6 σεντ και η μέση τιμή ήταν 3 σεντ. Είναι λογικό να είναι πτωτική η τιμή αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό και στην συγκεκριμένη περίπτωση η πτώση ήταν λόγω των ψιθύρων που κυκλοφορούσαν.».
  19. Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα ότι ο λόγος που πώλησε στις 8.11.2007 τα δικαιώματα προτίμησης, ήταν γιατί αυτή γνώριζε ότι στις 9.11.07 ήταν η τελευταία μέρα διαπραγμάτευσης και συνεπώς δεν είχε περιθώριο να ανακτήσει το κεφάλαιο. Το αρνήθηκε η Ενάγουσα και επέμεινε ότι αρχικά ο σκοπός της αγοράς των ΔΠ ήταν για να τα εξασκήσει και πως όταν άρχισαν να κυκλοφορούν οι φήμες και οι ψίθυροι στην αγορά, τότε αυτή αποφάσισε και προέβηκε στην πώληση τους, έτσι ώστε να μειώσει τη ζημιά της.
  20. Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα ότι τόσο στις 8.11.07 όσο και στις 9.11.07 πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές ύψους 13 και 7 εκ. τεμαχίων ΔΠ, και ότι, συνεπώς, υπήρχε περιθώριο πώλησης και του υπολοίπου των ΔΠ που αυτή κατείχε εάν πράγματι ήθελε να πωλήσει το σύνολο. Της υποβλήθηκε επίσης ότι η μη πώληση όλων των ΔΠ ήταν καθαρά απόφαση δική της, κερδοσκοπική, και δεν συνδεόταν σε καμία περίπτωση με την έλλειψη ζήτησης. Από την άλλη η Ενάγουσα επέμεινε στη δική της εκδοχή ότι δηλαδή αυτή είχε δώσει εντολή για πώληση όλων των ΔΠ που κατείχε, αλλά δεν εκτελέστηκε η εντολή. Σημείωσε, επίσης, η Ενάγουσα ότι η εκτέλεση των εντολών γίνεται ηλεκτρονικά, και δεν μπορεί ο εντολέας να την ελέγξει. · Τί επακολούθησε της πώλησης των επίδικων ΔΠ από την Ενάγουσα. (i) Η δημοσιοποίηση καταγγελιών αναφορικά με το περιεχόμενο του Ενημερωτικού Δελτίου.
  21. Έδωσε μαρτυρία η Ενάγουσα (βλ. παρα. 10 του Εγγράφου Α) ότι στις 9.11.2007, δηλαδή την αμέσως επόμενη της πώλησης των δικών της ΔΠ, δημοσιοποιήθηκε καταγγελία της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου στην ιστοσελίδα www.stockwatch.com.cy, «η οποία ήγειρε εύλογα ερωτήματα» σε σχέση με το περιεχόμενο του Ενημερωτικού Δελτίου, καθώς και ότι στις 13.11.2007 ακολούθησε δεύτερο δημοσίευμα στην ίδια ιστοσελίδα, που και πάλιν έθετε το ερώτημα γιατί δεν ενημερώθηκαν οι επενδυτές στο Ενημερωτικό δελτίο σε σχέση με τα εγερθέντα στην καταγγελία θέματα. Προς απόδειξη του γεγονότος ότι υπήρξαν αυτά τα δημοσιεύματα, κατατέθηκαν από την Ενάγουσα εκτυπώσεις ηλεκτρονικού αντίγραφου αυτών, ως τα Τεκμήρια 4 και 5 υπό Έγγραφο Α. (ii) Η έκδοση Συμπληρωματικού Ενημερωτικού Δελτίου.
  22. Η Ενάγουσα έδωσε περαιτέρω μαρτυρία (βλ. παρα. 11 του Εγγράφου Α) ότι στις 18.12.2007 η Εναγόμενη 1 δημοσίευσε Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο (στο εξής «το Σ.Ε/Δ»), ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α. Στο δελτίο αυτό, κατά τη γνώμη της Ενάγουσας, «υπάρχουν σαφείς και ρητές παραδοχές σχετικά με τα γεγονότα που ενώ υφίσταντο κατά τον χρόνο δημοσίευσης του Ενημερωτικού Δελτίου ημερ. 10.9.2007, εντούτοις δεν αναφέρονταν σε αυτό και δεδομένα τα οποία ήταν σε γνώση της Εταιρείας κατά το χρόνο δημοσίευσης του Ενημερωτικού Δελτίου και ήταν απαραίτητα προκειμένου να δοθεί στους επενδυτές η δυνατότητα να εκτιμήσουν με πληρότητα τα περιουσιακά στοιχεία και/ή υποχρεώσεις και/ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση και/ή τα κέρδη και/ή τις ζημιές και/ή τις προοπτικές της Εταιρείας και/ή τις εργασίες και ουσιώδεις συναλλαγές της εταιρείας με τα συνδεδεμένα με αυτή πρόσωπα και/ή που αφορούσαν την εταιρεία, εντούτοις δεν αποκαλύφθηκαν».
  23. Παρέπεμψε, ειδικότερα, η Ενάγουσα στα όσα εισήχθησαν στην παρα. 3.1, σελ. 5 του Σ.Ε/Δ, στην παρα. 3.2, σελ. 6 του Σ.Ε/Δ και στην παρα. 3.3., σελ. 6 του Σ.Ε/Δ., στην παρα. 3.4, σελ. 14 του Σ.Ε/Δ, στην παρα. 3.8, σελ. 8, 10 - 11 του Σ.Ε/Δ.
  24. Παρατίθενται στις σελ. 12 έως 18 του Εγγράφου Α, τα σχετικά αποσπάσματα από το Σ.Ε/Δ. Στη σελ. 19 του Εγγράφου Α, συνοψίζονται, όσα κατ' ισχυρισμόν αποκάλυψε για πρώτη φορά το Σ.Ε/Δ.꞉ - Ότι το πραγματικό ολικό χρέος / δανεισμός της Εναγόμενης 1 κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του Ενημερωτικού Δελτίου (10.9.2007) ήταν ΛΚ32.190.804, σε σύγκριση με το ποσό των ΛΚ687.150 το οποίο λανθασμένα παρουσιάζετο στο εν λόγω αρχικό Δελτίο. - Ότι από την επένδυση της Εναγόμενης 1 στην εταιρεία ΑΝΕΚ προέκυψε κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του αρχικου Ενημερωτικού Δελτίου (10.9.2007), ζημία ύψους ΛΚ5 εκ. (€8,5 εκ), η οποία αφορούσε ζημιά από επανεκτίμηση της συμμετοχής της Εναγόμενης 1 στην ΑΝΕΚ με βάση την τιμή κλεισίματος στο Χρηματιστήριο Αθηνών στις 10.9.2007, γεγονός που δεν είχε αποκαλυφθεί στο αρχικό Δελτίο.
  25. Εξέφρασε η Ενάγουσα το παράπονο ότι αυτή παραπλανήθηκε από το αρχικό Ενημερωτικό Δελτίο. Δήλωσε, ειδικότερα, τα εξής (βλ. σελ. 19)꞉ «Εάν γνωρίζαμε την ύπαρξη τεράστιου δανεισμού ύψους €32.190.804, την πρόκληση ζημιάς ύψους €8,5 εκ από την επένδυση στην αγορά των μετοχών της ΑΝΕΚ και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτή έγινε, ασφαλώς και δεν θα επένδυα στην Εταιρεία. Το τεράστιο ύψος του δανεισμού της Εταιρείας, το οποίο δεν αποκαλύφθηκε στο Ενημερωτικό Δελτίο, άλλαζε άρδιν την εικόνα της Εταιρείας και παρουσίαζε μία εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτήν που αναφερόταν στο Ενημερωτικό Δελτίο και ασφαλώς εάν γνωρίζαμε την πραγματική εικόνα δεν θα επενδύαμε.». (iii) Η έκδοση Ανακοινώσεων και Αποφάσεων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (ΕΚΚ).
  26. Κατέθεσε η Ενάγουσα ως Τεκμήρια 7, 8, 9 και 10 υπό Έγγραφο Α, αντίγραφα των Ανακοινώσεων και των Αποφάσεων που εξέδωσε η ΕΚΚ αναφορικά με το Ενημερωτικό Δελτίο που είχε εκδώσει η Εναγόμενη 1, και συγκεκριμένα꞉ o Την Ανακοίνωση ημερ. 4.8.2009 με την οποία η ΕΚΚ ανακοίνωσε ότι η Εναγόμενη 1 είχε ενεργήσει κατά παράβαση꞉ § των άρθρων 8, 9
(3), 20
(4)και 20
(6)(β) του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005, λόγω σημαντικών ελλείψεων που παρουσίαζε το αρχικό Ενημερωτικό δελτίο ημερ. 10.9.2007. § του άρθρου 14 του ιδίου Νόμου σχετικά με την κατάρτιση Σ.Ε/Δ. § του άρθρου 19 και 20
(1)(γ) του περί Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμου του 2005. και ότι η ΕΚΚ αποφάσισε να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €100.000 για τις πιο πάνω παραβάσεις (βλ. Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α). o Την Ανακοίνωση της ΕΚΚ ότι η Εναγόμενη 8, η οποία ενεργούσε υπό την ιδιότητα του αναδόχου υπεύθυνου σύνταξης του αρχικού Ενημερωτικού Δελτίου, είχε ενεργήσει κατά παράβαση του άρθρου 23
(2)του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005, λόγω σημαντικών ελλείψεων που παρουσίαζε το αρχικό Ενημερωτικό δελτίο ημερ. 10.9.2007, και ότι η ΕΚΚ αποφάσισε να επιβάλει στην Εναγόμενη 8 διοικητικό πρόστιμο €40.000 (βλ. Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α). o Την Ανακοίνωση της ΕΚΚ ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 5 οι οποίοι ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 κατά τη δημοσίευση του αρχικού Ενημερωτικού Δελτίου και το είχαν υπογράψει, παρέβησαν τα άρθρα 20
(4)και 20
(6)(β) του Νόμου σχετικά με το περιεχόμενό του και ότι η ΕΚΚ αποφάσισε να τους επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €2.000 στον καθένα. Επίσης η ΕΚΚ ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να επιβάλει στους Εναγόμενους 2 έως 7 διοικητικό πρόστιμο €3000 στον καθένα για παράβαση του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου (βλ. Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α). o Την Ανακοίνωση της ΕΚΚ, ημερ. 22.4.2010, με την οποία διαπίστωνε ότι παραβιάστηκε ο Νόμος που προνοεί για τις Πράξεις των Προσώπων που κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και τις Πράξεις Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση της Αγοράς) Νόμου του 2005 και ότι επέβαλλε διοικητικά πρόστιμα (βλ. Τεκμήριο 10 υπό Έγγραφο Α). · Η αντίδραση της Ενάγουσας στις πιο πάνω εξελίξεις.
  1. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. παρα. 16 του Εγγράφου Α) ότι «οι Εναγόμενοι γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η ακρίβεια του Ενημερωτικού Δελτίου ήταν σημαντική καθότι οι επενδυτές οι οποίοι θα επένδυαν στην αγορά θα βασίζονταν πάνω σε αυτό» και ότι προς τούτο οι ίδιοι περιέλαβαν δήλωση στο Ενημερωτικό δελτίο ότι꞉ «Οι Διοικητικοί Σύμβουλοι αναλαμβάνουν συλλογικά και ατομικά πλήρη ευθύνη όσον αφορά την ακρίβεια και ορθότητα των πληροφοριών και των στοιχείων που περιέχονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο και διαβεβαιώνουν ότι δεν υπάρχουν άλλα ουσιαστικά γεγονότα, η παράλειψη των οποίων θα καθιστούσε οποιαδήποτε δήλωση που περιέχεται σε αυτό παραπλανητική ή ελλιπή».
  2. Έδωσε μαρτυρία η Ενάγουσα ότι ενόψει των ανωτέρω, αυτή απέστειλε στις 4.1.2008 επιστολή προς τους Εναγόμενους (βλ. το Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α) με την οποία τους καθιστούσε υπεύθυνους για τη ζημιά που είχε υποστεί και τους καλούσε όπως εντός 7 ημερών της καταβάλουν το ποσό των €11.918,
  3. Ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στην επιστολή αυτή, η Ενάγουσα τους απέστειλε ακόμη μία επιστολή την 1.7.2008 (βλ. το Τεκμήριο 12 υπό Έγγραφο Α) ως τελευταία ειδοποίηση, με την οποία τους καλούσε να της καταβάλουν το πιο πάνω ποσό. · Η ζημιά της Ενάγουσας
  4. Το ποσό των €11.918,36 που αξιώνει η Ενάγουσα ως συνιστών τη ζημιά που υπέστη «από την αγορά» των επίδικων ΔΠ, αναλύεται από την ίδια (βλ. παρα. 17 του Εγγράφου Α) ως εξής꞉ Κόστος αγοράς των ΔΠ = €12.887,44 Μείον Το ποσό €969,08 που εισέπραξε από την πώληση μέρους των αγορασθέντων ΔΠ.
  5. Κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας υποβλήθηκε σε αυτήν ότι (βλ. πρακτικά δικασίμου ημερ. 5.2.2016) ότι αν αυτή είχε πράγματι διαβάσει το ενημερωτικό δελτίο στο σύνολό του, και ειδικότερα τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις στο Τεκμήριο 2Γ υπό Έγγραφο Α, στη σελίδα 9 όπου φαίνεται η στήλη «ενοποιημένοι λογαριασμοί αποτελεσμάτων», θα είχε διαπιστώσει ότι η Εναγομένη 1 ήταν ζημιογόνα από το
  6. Απαντώντας στην υποβολή, η Ενάγουσα δεν αρνήθηκε ότι υπήρχαν ζημιές, αλλά τόνισε ότι η ζημιά που εκαταγράφετο ήταν πολύ μικρή. Εξέθεσε, επίσης, τη γνώμη της ότι μια εταιρεία η οποία καταγράφει μια μικρή ζημιά δεν σημαίνει ότι δεν είναι αξιόλογη εταιρεία. Επεσήμανε, με την ευκαιρία αυτή, ότι το τί φαινόταν στο αρχικό ενημερωτικό δελτίο ήταν πως στην προηγούμενη περίοδο, ήταν πολύ περισσότερες οι ζημιές, οπότε έκτοτε υπήρξαν σαφείς βελτιώσεις. Ήταν 962 χιλιάδες και μετά έγιναν 113 χιλιάδες.
  7. Επέμεινε, αντεξεταζόμενη η Ενάγουσα ότι, η εικόνα που διδόταν στο ενημερωτικό δελτίο, ήταν εντελώς διαφορετική και παραπλανητική σε σχέση με τη συμφωνία που είχε συνάψει ο κύριος Βαρδινογιάννη και ότι εάν αυτή και ο σύζυγός της γνώριζαν την εικόνα ως αποκαλύφθηκε με το Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο, αυτό για τους ίδιους θα ήταν καθαρή ένδειξη ότι δεν υπάρχει καλή εταιρική διακυβέρνηση στην εταιρεία και ότι υπήρχε θέμα διαδοχής και θα τους οδηγούσε ίσως στο συμπέρασμα ότι προσπαθούσε να γίνει κάτι μεμπτό στην εταιρεία, ουσιαστικά από τους μεγαλομετόχους και τα συνδεδεμένα πρόσωπα εις βάρος των υπολοίπων μετόχων της εταιρείας. Όπως το έθεσε η Ενάγουσα «Εάν γνωρίζαμε την πραγματική φύση της συναλλαγής σίγουρα δεν θα αγγίζαμε πάνω σε αυτή την εταιρεία.».
  8. Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα ότι είναι εκ των υστέρων σκέψεις της τα όσα αυτή λέγει, για να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι έγιναν κάποιες προσθήκες στο συμπληρωματικό ενημερωτικό δελτίο. Το αρνήθηκε. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στην Ενάγουσα ότι η ίδια δεν επηρεάστηκε από την επενδυτική κίνηση της Εναγόμενης εταιρείας στη βάση της συμφωνίας της με τον κ. Βαρδινογιάννη. Διαφώνησε η Ενάγουσα επαναλαμβάνοντας ότι, εάν είχε ενώπιον της τη συγκεκριμένη πληροφόρηση όταν μελετούσε την επένδυση, σε καμία περίπτωση δεν θα επένδεε σε αυτή την εταιρεία. Όπως το έθεσε «Είναι κάτι που θεωρώ ότι φωνάζει από μακριά μην αγγίξεις.». Η.
  9. Η μαρτυρία της ΜΕ2
  10. Η ΜΕ2 έδωσε μαρτυρία για το γεγονός ότι αυτή είναι υπάλληλος της ΕΚΚ και ότι κατά τον ουσιώδη, για την παρούσα αγωγή, χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Εκδοτών της ΕΚΚ. Ανάμεσα στα καθήκοντά της ήταν η εξέταση των ενημερωτικών δελτίων. Σύμφωνα με οδηγίες που έλαβε από την προϊστάμενή της, αυτή ανέλαβε την εξέταση του επίδικου ενημερωτικού δελτίου της Εναγόμενης
  11. Διεξήγαγε τον έλεγχό του με βάση το Νόμο 114(Ι)/2005 και τον Κανονισμό (ΕΚ) 809/
  12. Η εξέταση έγινε για να διαπιστωθεί, όπως το έθεσε η ΜΕ2, «η πληρότητα» του Ενημερωτικού Δελτίου, δηλαδή αν αυτό συμπεριλάμβανε όλες τις πληροφορίες που απαιτούνταν δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) 809/
  13. Για σκοπούς καθοδήγησης όσον αφορά τον έλεγχο αυτό, η ΜΕ2 εξήγησε ότι η ΕΚΚ υιοθετούσε τις Συστάσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (τότε γνωστή ως "CESR", τώρα γνωστή ως "ESMA"). Διευκρίνισε η ΜΕ2 ότι το ζήτημα της «ορθότητας» των πληροφοριών που περιείχε το Ενημερωτικό Δελτίο παρέμενε αποκλειστική ευθύνη του αναδόχου της έκδοσης και των προσώπων που υπέγραφαν το Ενημερωτικό Δελτίο.
  14. Επιβεβαίωσε η ΜΕ2 με τη μαρτυρία της ότι το επίδικο Ενημερωτικό δελτίο εκδόθηκε αρχικά στις 10.9.
  15. Η ΜΕ2 αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 2Α, 2Β, και 2Γ ως τα αυτά που απάρτιζαν το αρχικό Ενημερωτικό Δελτίο.
  16. Επιβεβαίωσε, επίσης, η ΜΕ2 ότι, αργότερα, στις 9 και 12 Νοεμβρίου 2007 η ΕΚΚ έγινε δέκτης καταγγελιών, με επιστολές, ημερ. 9.11.2007 και 12.11.2007, του δικηγορικού γραφείου Κολοκασίδης & Σία εκ μέρους της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου, η οποία ήταν κάτοχος 2000 μετοχών της Εναγόμενης 1, ότι το Ενημερωτικό Δελτίο δεν παρείχε ορθή πληροφόρηση. Η ΜΕ2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, προς απόδειξη του γεγονότος ότι υποβλήθηκαν στην ΕΚΚ οι εν λόγω καταγγελίες, τις επιστολές ημερ. 9.11.2007 και 12.11.2007 ως τεκμήρια σημειωθέντα με την ένδειξη «Έγγραφο Γ» και «Έγγραφο Δ», αντίστοιχα. Όπως εξήγησε η ΜΕ2, η υποχρέωση της υπηρεσίας της ΕΚΚ ήταν να θέσει τις καταγγελίες αυτές υπόψη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΚ. Για τούτο, ετοιμάστηκε από την ΜΕ2, υπό την εποπτεία της προϊσταμένης της, εμπιστευτικό Ενημερωτικό Σημείωμα, το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο σημειωθέν με την ένδειξη «Έγγραφο Ε». Η ΕΚΚ το εξέτασε σε συνεδρία του ΔΣ ημερ.19.11.2007 και αποφάσισε να καταρτίσει Σ.Ε/Δ. Ακολούθησε, πράγματι, η έκδοση Σ.Ε/Δ στις 18.12.
  17. Αναγνώρισε η ΜΕ2 ενώπιον του Διακστηρίου το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, ως περιέχων το Σ.Ε/Δ στο οποίο αυτή αναφέρθηκε.
  18. Η ΜΕ2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο σημειωθέν με την ένδειξη «Έγγραφο Ζ» την απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ημερ. 13/4/2009, για επιβολή κυρώσεων στην Εναγόμενη 1 και στους Διοικητικούς της Συμβούλους που υπέγραφαν το αρχικό Ενημερωτικό Δελτίο. Δήλωσε περαιτέρω η ΜΕ2 ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στους επηρεαζόμενους που ήταν 6 φυσικά πρόσωπα και 2 νομικά πρόσωπα. Από έλεγχο που έκανε η ΜΕ2 με το Λογιστήριο της ΕΚΚ, διαπίστωσε ότι τα επιβληθέντα διοικητικά πρόστιμα καταβλήθηκαν. Προσφυγή κατά της επιβολής προστίμου είχε ασκηθεί από την ανάδοχο εταιρεία (εδώ Εναγόμενη 8), η οποία έλαβε αρ. 1414/2009, πλην όμως αυτή απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η.
  19. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 5 (ΜΥ1)
  20. Ο ΜΥ1 υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Η. Επιβεβαίωσε ότι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο αυτός ήταν ένας εκ των έξι µελών του Διοικητικού Συµβουλίου της Εναγόμενης αρ.
  21. Ο ίδιος εντάχθηκε στο Διοικητικό Συµβούλιο της Εναγόµενης 1 (πρώην MEGABET) τον Φεβρουάριο του
  22. Ο ΜΥ1 εκπροσωπούσε τότε την Ελληνική εταιρεία ΖΗΝΩΝ, η οποία είχε τον ίδιο µήνα εξανοράσει το 50% της Εναγόµενης
  23. Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι αυτός προερχόταν από τον χρηµατοοικονοµικό κλάδο, υπό την έννοια ότι είχε υπηρετήσει από το 1999 στις θέσεις του Διευθυντή Πωλήσεων και του Γενικού Διευθυντή σε Ελληνικές χρηµατιστηριακές εταιρείες, έως και το 2005 όπου εντάχθηκε στο δυναµικό της ΖΗΝΩΝ (εταιρεία πληροφορικής) ως σύµβουλος διοίκησης και υπεύθυνος της εξαγοράς της εταιρείας στοιχηµάτων MEGABET. Από το 2006 έως το 2009 ζούσε στην Κύπρο εργαζόµενος στην εταιρεία Στοιχηµάτων MEGABET ως ειδικός σύµβουλος και µέλος του Διοικητικού Συµβουλίου. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι οι γνώσεις του στα µαθηµατικά και η εµπειρία του γενικότερα στην ανάπτυξη εταιρειών τέτοιου αντικειµένου, του έδωσαν την δυνατότητα έως και σήµερα να ασκεί το ίδιο επάγγελµα σε εταιρείες τυχερών παιγνίων και στοιχηµάτων της Ελλάδας και της Αγγλίας. Διευκρίνισε ο ΜΥ1 ότι αυτός ουδεµία σχέση είχε µε τον ναυτιλιακό κλάδο και τις εργασίες της Εναγόµενης αρ.
  24. Από την Εναγόµενη αρ.1 ο ΜΥ1 αποχώρησε τον Φεβρουάριο του 2008, αµέσως µετά την ολοκλήρωση της αύξησης και ακολούθησε την MEGABET, όταν αυτή πωλήθηκε από την Εναγόµενη αρ.
  25. Με τη μαρτυρία του ΜΥ1 επιβεβαιώθηκε το χρονικό της έκδοσης του αρχικού Ενημερωτικού Δελτίου και στη συνέχεια του Σ.Ε/Δ, ως εξής (βλ. παρα. 5 έως 12 του Εγγράφου Η)꞉ Κατά ή περί τον lουλιο του 2009, η Εναγόµενη 8 συνέταξε το ενηµερωτικό δελτίο της Εναγόµενης 1, σύµφωνα µε τις πρόνοιες του Περί Δηµόσιας Προσφοράς και Ενηµερωτικού Δελτίου Νόµου του 2005 και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 809/2004 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Κατά ή περί την 10.9.2007, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου κατόπιν σειράς διορθώσεων και υποδείξεων προς την Εναγόµενη 1 και την Εναγόµενη 8, ενέκρινε το ενηµερωτικό δελτίο. Στις 9.11.2007 η Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου προέβηκε σε καταγγελίες προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ζητώντας της να προστατεύσει τα συµφέροντα των επενδυτών της Εναγόµενης 1, πράγμα που οδήγησε στην ανάγκη για σύνταξη του συµπληρωµατικού ενηµερωτικού δελτίου. Αφού η Εναγόµενη 1 και η Εναγόµενη 8 ενηµερώθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τις καταγγελίες της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου, έλαβαν µέτρα όπως η άµεση αναστολή διαπραγµάτευσης των τίτλων της Εναγόµενης 1 και η παράταση της περιόδου άσκησης των Δικαιωµάτων Προτίµησης µέχρι να λάβουν οι κάτοχοι τους γνώση του περιεχοµένου του συµπληρωµατικού ενηµερωτικού δελτίου, το οποίο είχε στο µεταξύ αποφασιστεί να υποβληθεί, ούτως ώστε να συµπεριληφθούν σε αυτό όλες οι πληροφορίες και διευκρινίσεις. Περί τα τέλη Νοεµβρίου 2007 και µε σκοπό την προστασία των µετόχων της Εναγόµενης 1, καθώς επίσης και για σκοπούς ενηµέρωσης του επενδυτικού κοινού η Εναγόµενη 8 συνέταξε σύµφωνα τις πρόνοιες του Περί Δηµόσιας Προσφοράς και Ενηµερωτικού Δελτίου Νόµου του 2005 και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 809/2004 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και υπέβαλε για έγκριση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συµπληρωµατικό ενηµερωτικό δελτίο της Εναγόµενης
  26. Στις 7.12.2007, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενέκρινε, κατόπιν σειράς διορθώσεων και υποδείξεων προς την Εναγόµενη 8, το συµπληρωµατικό ενηµερωτικό δελτίο της Εναγόµενης
  27. Με επιστολή ηµεροµηνίας 7.12.2007 η Εναγόµενη 8 πληροφόρησε την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι επιθυµούσε την ανάκληση του συµπληρωµατικού ενηµερωτικού δελτίου και ζήτησε την έγκριση του µε σχετικές αναφορές τις οποίες και συµπεριέλαβε στην επιστολή της. Κατά ή περί την 18.12.2007, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενέκρινε προς δηµοσίευση το τελικό και επικαιοποιηµένο συµπληρωµατικό ενηµερωτικό δελτίο της Εναγόµενης 1, το οποίο υποβλήθηκε από την Εναγόµενη
  28. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έδωσε ο ΜΥ1, η καταγγέλλουσα Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου ήταν κατά τον χρόνο υποβολής των καταγγελιών επενδυτής στην Εναγόμενη αρ. 1, διότι ήταν κάτοχος 2.000 µετοχών της Εναγόµενης αρ. 1 (επί συνόλου 133.570.000 µετοχών). Επεσήμανε ο ΜΥ1 ότι, όπως φαίνεται και από το κείµενο του Ενηµερωτικού Δελτίου, στην πρώτη σελίδα όλων των τευχών που το απαρτίζουν (ήτοι των Τεκμηρίων 2Α, 2Β και 2Γ υπό Έγγραφο Α) η έγκριση του Ενηµερωτικού Δελτίου (και ομοίως του Συµπληρωµατικού Ενηµερωτικού Δελτίου) δεν αποτελούσε παρότρυνση προς το επενδυτικό κοινό για επένδυση στον εκδότη. Στο ίδιο κείµενο υπήρχε προειδοποίηση για τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επένδυση στους τίτλους του εκδότη, καθώς και προβλέψεις για το µέλλον και, ως εκ τούτου, οι προβλέψεις εµπεριείχαν κίνδυνο και αβεβαιότητα.
  29. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι αυτός προσωπικά δεν προέβηκε σε καμία παράσταση καl/ή διαβεβαίωση προς την Ενάγουσα και ότι σε καµία περίπτωση την έχει παραπλανήσει ή ωθήσει στη σύναψη οποιασδήποτε συµφωνίας µε την Εναγόµενη αρ.
  30. Κατά συνέπεια, πιστεύει ο ΜΥ1 ότι αυτός ουδεµία ευθύνη έχει σε σχέση µε οποιεσδήποτε ισχυριζόµενες παραστάσεις από ή εκ µέρους της Εναγοµένης αρ.
  31. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 επεσήμανε ότι (βλ. παρα. 14 και 35 του Εγγράφου Η) το Ενηµερωτικό Δελτίο απευθυνόταν στους µετόχους της Εναγοµένης 1 που θα κατείχαν µετοχές κατά την ηµεροµηνία αρχείου, καθώς και σε περιορισµένο αριθµό επενδυτών (στρατηγικών). Δεν απευθυνόταν στην Ενάγουσα και γενικότερα στο ευρύ επενδυτικό κοινό. Έδωσε μαρτυρία ο ΜΥ1 για το γεγονός ότι, κατά την ηµεροµηνία αρχείου, εξ όσων ο ίδιος ήταν σε θέση να γνωρίζει, η Ενάγουσα δεν ήταν ούτε µέτοχος της Εναγοµένης αρ.1, ούτε συµπεριλαµβανόταν στον περιορισµένο αριθµό επενδυτών προς τους οποίους θα παραχωρούνταν νεοεκδιδόµενες µετοχές.
  32. Επίσης, ο ΜΥ1 επεσήμανε ότι στο Ενημερωτικό Δελτίο αναφερόταν ρητά ότι οι επενδυτές µπορούν να απευθύνονται για διευκρινίσεις και επεξηγήσεις στην Εναγόµενη αρ. 8, η οποία ήταν σύµβουλος της συγκεκριµένης έκδοσης. Επεσήμανε, συναφώς, ο ΜΥ1 ότι από όσα ο ίδιος ήταν σε θέση να γνωρίζει, η Ενάγουσα ουδέποτε απευθύνθηκε στην Εναγόµενη αρ. 8 για οποιοδήποτε θέµα σχετικά µε το συγκεκριµένο δελτίο. Σε ό,τι αφορά την αγορά µετοχών της ΑΝΕΚ, ο ΜΥ1 εξήγησε (βλ. παρα. 16 του Εγγράφου Η) ότι το γεγονός αυτό αναφερόταν σε τουλάχιστον 3 σηµεία του αρχικού Ενηµερωτικού Δελτίου꞉ · Στη σελίδα 11 και συγκεκριµένα στην παράγραφο «Πρόσφατες Εξελίξεις». · Στη σελίδα 50 και συγκεκριµένα στην παράγραφο «Γεγονότα Μεταγενέστερα του Ισολογισµού». · Στη σελίδα 67 και συγκεκριµένα στην παράγραφο «Χρήση Κεφαλαίων / Δαπάνες της Έκδοσης».
  33. Στα πιο πάνω σηµεία του αρχικού Ενημερωτικού Δελτίου, αναφέρονταν ρητώς και λεπτοµερώς όλες οι αγορές τίτλων της ΑΝΕΚ, οι οποίες κόστισαν περίπου €58 εκ. στην Εναγόµενη αρ.
  34. Εξίσου ρητώς αναφερόταν στο ίδιο Ενημερωτικό δελτίο (σελίδα 38), αλλά και στις δηµοσιευµένες οικονοµικές καταστάσεις της Εναγόμενης αρ. 1 (όπως αυτές δηµοσιεύθηκαν στο Χρηµατιστήριο Αξιών Κύπρου) ότι η Εναγόμενη αρ. 1 διέθετε ρευστότητα µόλις ΛΚ1,7 εκ. Επομένως, ήταν η γνώμη του ΜΥ1 ότι ήταν φανερό ότι µόνο µε δανεισµό θα µπορούσε να αγοράσει τις µετοχές της ΑΝΕΚ.
  35. Επιπλέον, ο ΜΥ1 επεσήμανε (βλ. παρα. 18 του Εγγράφου Η) ότι στο αρχικό Ενηµερωτικό Δελτίο (σελίδα 9) καθίσταται σαφές ότι, από το 2003 έως τον Ιούνιο του 2007 (χρόνος στον οποίο αναφέρονται οι οικονοµικές καταστάσεις του δελτίου), η Εναγόμενη αρ.1 ήταν ζηµιογόνος. Άρα, ουδέποτε αυτό αποκρύβηκε από τους µετόχους και τους υποψήφιους επενδυτές.
  36. Επίσης, ο ΜΥ1 θέλησε να αναφέρει ότι µε την πραγµατοποίηση της αύξησης του µετοχικού κεφαλαίου µιας εταιρείας δεν δηµιουργείται κέρδος, αλλά η εταιρεία χρησιµοποιεί τα χρήµατα της αύξησης του µετοχικού της κεφαλαίου για επενδύσεις οι οποίες ενδέχεται να αποφέρουν ή να µην αποφέρουν κέρδη. Τόνισε ο ΜΥ1 (βλ. παρα. 20 του Εγγράφου Η) ότι η ζηµιά (στην ουσία θεωρητική και στιγμιαία µόνον) την οποία επικαλείται η Ενάγουσα, η οποία προκύπτει από το ότι η Εναγόμενη αρ. 1 αγόρασε τις µετοχές της ΑΝΕΚ, δεν θα µπορούσε να αποκρυβεί, αφού, αφενός, όλες οι αγορές μετοχών της ΑΝΕΚ αναφέρονταν καθαρά στο αρχικό Ενηµερωτικό Δελτίο της αύξησης του µετοχικού κεφαλαίου της Εναγοµένης αρ.1, και, αφετέρου, η ΑΝΕΚ ήταν εισηγµένη στο Χρηµατιστήριο Αθηνών και άρα η τιµή της διαµορφωνόταν και δηµοσιευόταν καθηµερινά στο Δελτίο Τιµών του Χρηµατιστηρίου Αθηνών, µετά από την διαπραγµάτευσή της. Για να αποδείξει τα λεγόμενά του, ο ΜΥ1 κατέθεσε σχετικό Διάγραμμα, το οποίο έχει παραχθεί από το πρόγραμμα Blomberg, ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Η. Διατύπωσε την προσωπική εκτίμηση ο ΜΥ1 ότι οι ενέργειες και/ή επιλογές της Ενάγουσας είχαν κερδοσκοπικό χαρακτήρα και όχι επενδυτικό προσανατολισµό. Τούτο, κατά τη γνώμη του, φάνηκε από το γεγονός ότι πώλησε τα επίδικα ΔΠ εντός 2 ηµερών από τη μέρα που τα αγόρασε και μάλιστα πριν η Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου προβεί στις καταγγελίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Εάν η Ενάγουσα είχε σκοπό την επένδυση στην Εναγόμενη αρ. 1 και ασκούσε τα ΔΠ για να αποκτήσει μετοχές σε αυτήν, ήταν η εκτίμηση του ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα δεν θα είχε υποστεί ζημιά. Επιχειρηματολόγησε κατά τα πιο πάνω ο ΜΥ1 στηριζόμενος στα πιο κάτω στοιχεία꞉ · Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της αύξησης του µετοχικού κεφαλαίου της Εναγόµενης 1, η τιµή της µετοχής της Εναγόµενης 1 στο χρηµατιστήριο κινήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα από αυτά του Σεπτεµβρίου του
  37. · Επίσης, όπως φάνηκε µετά την πάροδο 4 µηνών περίπου από την αγορά των ΔΠ και, συγκεκριµένα, στις 8.1.2008, η τιµή της μετοχής της ΑΝΕΚ (στην οποία επένδυσε η Εναγόμενη 1) ανήλθε στα €3,21, ενώ το Σεπτέμβριο του 2007, όταν είχε εκδοθεί το αρχικό Ενημερωτικό Δελτίο, η τιμή της ΑΝΕΚ ήταν χαμηλότερη, δηλαδή ανήρχετο στα €2,
  38. Ο ΜΥ1 θέλησε να επεξηγήσει, με βάση τις γνώσεις και την πείρα του, πώς αντιδρά συνήθως η αγορά κατά τη διαπραγμάτευση των ΔΠ στο χρηματιστήριο. Δήλωσε, ειδικότερα, τα εξής (βλ. παρα. 22 έως 24 του Εγγράφου Η)꞉ · Το δικαίωμα προτίμησης (ΔΠ) αντιπροσωπεύει τη διαφορά της αξίας µεταξύ της τρέχουσας προσαρµοσµένης τιµής της µετοχής και της τιµής διάθεσης των νέων µετοχών, δηλαδή της τιµής που η Γενική Συνέλευση των µετόχων ενέκρινε για να γίνει η αύξηση κεφαλαίου της εταιρείας. · Με αυτό τον τρόπο οι παλαιοί µέτοχοι µιας εταιρείας, δεν χάνουν σε συνδυασµένη αξία (µετοχή συν δικαίωµα) κάθε φορά που η εταιρεία κάνει αύξηση κεφαλαίου και έχουν την επιλογή να πουλήσουν τα δικαιώµατα τους ή να συµµετάσχουν στην αύξηση κεφαλαίου, εφόσον οι όροι της αύξησης κρίνονται ικανοποιητικοί. · Η τιµή του δικαιώµατος προτίµησης έχει πάντα δυναµικό χαρακτήρα. Επηρεάζεται από µια σειρά από παράγοντες οι οποίοι ασκούν διακυµάνσεις. Οι βασικές επιδράσεις που επιδρούν στην διαπραγµάτευση του δικαιώµατος είναι οι εξής: Α. Το ύψος της αύξησης κεφαλαίου και το ενδιαφέρον των επενδυτών. Οι αυξήσεις κεφαλαίου µε χαµηλό ενδιαφέρον τείνουν να µηδενίζουν την αξία των δικαιωµάτων, καθώς αποτελούν ένδειξη χαµηλού ενδιαφέροντος για την εταιρεία. Συνήθως, σε αυτήν την περίπτωση οι παλαιοί µέτοχοι µιας εταιρείας διαπιστώνοντας τη χαµηλή συµµετοχή στην αύξηση, ενδεχοµένως θα θελήσουν να µην εξασκήσουν τα δικαιώµατα τους ρευστοποιώντας τα στο χρηµατιστήριο. Β. Η χρονική φάση στην οποία βρίσκεται η αύξηση κεφαλαίου. Δεδοµένου ότι οι τιµές των δικαιωµάτων είθισται να διαπραγµατεύονται σε µικρές απόλυτες τιµές, έτσι µε κοντινά βήµατα τιµής παρατηρείται το φαινόµενο της εισόδου βραχυπρόθεσµων, οι οποίοι κινούνται καθαρά µε κριτήριο την τιµή και όχι τη συµµετοχή στην αύξηση του κεφαλαίου. Εφόσον οι κινήσεις τους δεν έχουν επιτυχία είναι υποχρεωµένοι, είτε να µπουν στην αύξηση του κεφαλαίου, µε το αντίστοιχο ποσό που απαιτείται από τους όρους, είτε να ρευστοποιήσουν τα ΔΠ τους προκειµένου να µην χάσουν το 100% της αξίας των κεφαλαίων τους. Παρατηρείται, συνήθως, προς την λήξη της διαπραγµάτευσης (τελευταίες συνεδριάσεις) η τιµή του ΔΠ να έχει φθίνουσα πορεία ή και µηδενισµό. Σηµειώνεται ότι, µετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπραγµάτευσης των ΔΠ η αξία τους δεν ανακτάται και δεν υπάρχει δυνατότητα µεταβίβασης τους.
  39. Για να αποδείξει την ορθότητα των λεγόμενών του, ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Η έναν Πίνακα με τις τιμές των ΔΠ των τραπεζών ΑΛΦΑ, ΚΥΠΡΟΥ, ΕΘΝΙΚΗΣ, ΠΕΙΡΑΙΩΣ, οι οποίες απομειώθηκαν περίπου όσο και της Εναγόμενης 1, ενώ κάποια από αυτά σχεδόν μηδενίστηκαν.
  40. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 θέλησε να επεξηγήσει, με βάση την πείρα και τις γνώσεις του, πώς συμπεριφέρονται συνήθως οι μέτοχοι μιας εταιρείας όταν υπάρχει σε εξέλιξη διαδικασία αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου. Δήλωσε συγκεκριμένα τα εξής (βλ. παρα. 25 του Εγγράφου Η)꞉ «Η εµπειρία των τελευταίων δέκα ετών δείχνει ότι οι αυξήσεις κεφαλαίου ανεξάρτητα από το ύψος των κεφαλαίων που αναζητά η εταιρεία και την τάση της αγοράς έχουν ένα επαναλαµβανόµενο µοτίβο µε πολύ υψηλή συχνότητα. Αυτό συνιστά ταυτόχρονα µια ευκαιρία και ένα κίνδυνο για τους επενδυτές. Έτσι, συνήθως, συµβαίνουν δύο πράγµατα: · Εφόσον είναι µέτοχοι της εταιρείας και επιθυµούν να µπουν στην αύξηση συνήθως προσπαθούν να ρευστοποιήσουν αµέσως τα δικαιώµατα τους κατά την έναρξη εισαγωγής τους στην οργανωµένη αγορά και να τα επαναγοράσουν στο τέλος της προθεσµίας (ώστε να έχουν το δικαίωµα να συµµετάσχουν στην αύξηση) κερδίζοντας, ενδεχοµένως, από την διαφορά των τιµών που µε µεγάλη πιθανότητα παρατηρείται. · Εφόσον δεν είναι µέτοχοι και αποφασίσουν να κινηθούν αµιγώς κερδοσκοπικά πάντα αποφεύγουν κινήσεις προς το τέλος της λήξης διαπραγµάτευσης του δικαιώµατος καθώς αυτή η τακτική στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων οδηγεί σε κεφαλαιακές απώλειες.». Ακολούθως, ο ΜΥ1 σχολίασε τη συμπεριφορά που επέδειξε η Ενάγουσα, ως εξής (βλ. παρα. 26 του Εγγράφου Η): α) Η Ενάγουσα αγόρασε τα δικαιώµατα προτίµησης τρεις ηµέρες πριν την λήξη της προθεσµίας (6/11/2007), όταν η τιµή του δικαιώµατος είχε υποχωρήσει ήδη 30% από την αρχική τιµή διαπραγµάτευσης (22/10/2007) και 53% από το υψηλό διακύµανσης που σηµειώθηκε στις 23 Οκτωβρίου. Αγόρασε σε ηµέρα υψηλότατης συναλλακτικής δραστηριότητας (15,96 εκατ. δικαιώµατα) και µετά από υποχώρηση 30% από την προηγούµενη συνεδρίαση. β) Το κόστος κτήσης αυτής της αγοράς, ανήλθε σε 0,065 Ευρώ ανά ΔΠ (€12.887,44/197.396). Η πλήρης άσκηση των ΔΠ αυτών προϋπόθετε την επένδυση και άλλων χρηµάτων. Και αυτό γιατί για κάθε ΔΠ, εφόσον ήθελε να συµµετάσχει στην αύξηση, θα έπρεπε σύµφωνα µε τους όρους της αύξησης της Εναγόµενης αρ.1 να καταβάλλει €0,26 επί 197.396 δικαιώµατα επΙ 2=102.645,92€. Διαφορετικά εφόσον πούλησε τα 97.396 ΔΠ θα µπορούσε τα υπόλοιπα 100.000 να τα εξασκήσει και να καταβάλει εναλλακτικά €0,26 επί 100.000 δικαιώµατα επί 2=€52.
  41. Τίποτα όµως από τα δύο δεν έκανε η Ενάγουσα. Έτσι, την ηµέρα που καταγράφηκε η µεγαλύτερη απώλεια (8/11) για τον κάτοχο του ΔΠ, η Ενάγουσα πούλησε µέρος (97.396) των ΔΠ της αισθανόµενη ότι δεν θα ανακτούσε το κεφάλαιο της, καθώς υπολειπόταν µία ηµέρα μέχρι τη λήξη της προθεσµίας και το ΔΠ είχε πλέον, στο κλείσιµο της ηµέρας, υποχωρήσει κατά 85% από την τιµή κτήσης. Πούλησε στην τιμή των €0,01 Ευρώ η οποία ήταν και η χαµηλότερη τιµή στην διάρκεια ζωής των ΔΠ. Για να αποδείξει την ορθότητα των πιο πάνω αναφορών του, ο ΜΥ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ένα διάγραµµα µε σχετικό πίνακα τιµών ως Τεκµήριο 2 υπό Έγγραφο Η. Στη βάση των πιο πάνω αναφορών του, ο ΜΥ1 διατύπωσε το ακόλουθο προσωπικό του συμπέρασμα αναφορικά με το ποια ήταν η επιδίωξη της Ενάγουσας όταν αγόρασε τα επίδικα ΔΠ (βλ. παρα. 26(γ) του Εγγράφου Η)꞉ «Είναι σαφές, ότι αρχικός σκοπός της δεν ήταν η επένδυση αλλά η εκµετάλλευση των διακυµάνσεων του δικαιώµατος που είχαν δηµιουργηθεί από την ηµέρα της τοποθέτησης της (6/11/2007) ήτοι ,-30%. Περίµενε δηλαδή να αντιδράσει η τιµή του δικαιώµατος ανοδικά να καλύψει µέρος των απωλειών των πρώτων ηµερών και στη συνέχεια να ρευστοποιήσει αποκοµίζοντας γρήγορο κέρδος. Ποτέ δεν ήθελε να επενδύσει στην Εναγόµενη 1, άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ µέτοχός της.»
  42. Αρνήθηκε ο ΜΥ1 ότι η φθίνουσα τιμή διαπραγμάτευσης των ΔΠ οφειλόταν στις φήμες / ψίθυρους που ισχυρίστηκε η Ενάγουσα. Ήταν η θέση του ότι (βλ. παρα. 28 του Εγγράφου Η)꞉ · Η τιµή των ΔΠ της Εναγόµενης 1 δεν έπεσε λόγω των φηµών που δήθεν υπήρχαν στην αγορά, ούτε όταν αγόρασε αλλά ούτε και όταν πούλησε (2 ηµέρες µετά την αγορά), όπως διατείνεται η Ενάγουσα, αλλά λόγω του ότι η διαπραγµάτευση έβαινε προς ολοκλήρωση µε αποτέλεσµα οι µέτοχοι οι οποίοι δεν ήθελαν να ασκήσουν τα δικαιώµατά τους και να συµµετάσχουν στην αύξηση κεφαλαίου τα ρευστοποιούσαν αφού ήξεραν ότι µετά την λήξη διαπραγµάτευσής τους η τιµή τους θα µηδενίζονταν. Η πτωτική τάση στην τιµή του δικαιώµατος, όπως προκύπτει και από το Έγγραφο Β που κατέθεσε η Ενάγουσα και από το διάγραµµα µε τον σχετικό πίνακα τιµών, αρχίζει από πολλές µέρες πριν, η τιµή µειώνεται ακόµα περισσότερο την ηµέρα της αγοράς και εν συνεχεία παρουσιάζει περαιτέρω πτώση εφόσον βαίνει η διαπραγµάτευση στο τέλος της. · Επίσης είναι προφανές ότι η τιµή των δικαιωµάτων προτίµησης έπεφτε πριν τις φήµες τις οποίες επικαλείται η Ενάγουσα και έπεφτε διότι αφενός οι επενδυτές οι οποίοι δεν ήθελαν να συµµετάσχουν στην αύξηση δεν είχαν λόγο να µην πουλήσουν τα δικαιώµατά τους και αφετέρου αυτοί που ήθελαν να µπουν µερικώς, επίσης πούλαγαν µέρος των δικαιωµάτων τους ώστε να χρησιµοποιήσουν την ρευστότητα αυτή ώστε να καλύψουν την αύξηση. · Η Ενάγουσα είχε πωλήσει τα επίµαχα δικαιώµατα προτίµησης µια ηµέρα πριν την καταγγελία της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου στις 9.11.2007, ως αποτέλεσµα επενδυτικών συµβουλών που ενδεχοµένως να έλαβε και όχι λόγω φηµών, καθότι πριν την καταγγελία της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου δεν υπήρχε οτιδήποτε ούτε ακόµα και υπό µορφή ψιθύρου. Πληροφόρησε ο ΜΥ1 το Δικαστήριο (βλ. παρα. 31 του Εγγράφου Η) ότι, εν τέλει, η αύξηση κεφαλαίου της Εναγόµενης 1 πραγµατοποιήθηκε κανονικά, και µε την αύξηση αυτή πραγµατοποιήθηκαν επενδύσεις. Συγκεκριµένα, το 2008 η Εναγόµενη 1 εξαγόρασε το 26,4 των Μινωικών Γραµµών και το 34,7 της HELLENIC SEAWAYS. Οι δε επενδύσεις αυτές υπήρξαν όπως αποδεικνύεται ακόµα και σήµερα σωστές µια και οι δύο εταιρείες είναι ηγέτιδες του χώρου τους. Η δε τιµή της Εναγόµενης 1 στο Χρηµατιστήριο κινήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα µετά τη συγκεκριµένη αύξηση. Το δίµηνο Αυγούστου - Σεπτεµβρίου 2008 η τιµή της µετοχής της ήταν 0,31€, πολύ υψηλότερα από την περίοδο του Δεκεµβρίου του 2007 (περίοδο δηµοσίευσης του συµπληρωµατικού ενηµερωτικού δελτίου της αύξησης) κατά την οποία κινούνταν µεταξύ 0,24€-0,28€ και επιπλέον η απόδοσή της µετοχής της Εναγόµενης 1, ήταν για τουλάχιστον 1,5 χρόνο µετά την ολοκλήρωση της αύξησης καλύτερη από την απόδοση του Γενικού Δείκτη του Κυπριακού Χρηµατιστηρίου. Προς απόδειξη της ορθότητας των θέσεων του αυτών, ο ΜΥ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 υπό Έγγραφο Η .
  43. Αμφισβήτησε ο ΜΥ1 την αλήθεια του ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι αυτή έδωσε εντολή να πωλήσει όλα τα ΔΠ, αλλά κατάφερε να πωλήσει µόνο µέρος των ΔΠ της. Ήταν η θέση του ΜΥ1 (βλ. παρα. 26(δ) του Εγγράφου Η) ότι, αυτό δεν ήταν ακριβές διότι τόσο στις 8/11 όσο και στις 9/11 πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές ύψους 13 και 7 εκατ. τεμαχίων, αντιστοίχως, πλήθος ικανό να απορροφήσει και την υπόλοιπη θέση των 100 χιλιάδων δικαιωµάτων της Ενάγουσας, που είχαν αποµείνει ως υπόλοιπο.
  44. Τέλος, ο ΜΥ1 σημείωσε ότι ουδείς µέτοχος ή επενδυτής προς τον οποίο απευθύνετο το ενηµερωτικό δελτίο δεν έχει εγείρει αγωγές ή απαιτήσεις είτε εναντίον του προσωπικά είτε εναντίον της Εναγοµένης 1 και εξ όσων αυτός γνωρίζει ούτε και εναντίον της Εναγοµένης
  45. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή του και απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση της συνηγόρου του, ο ΜΥ1 εξέφρασε την άποψη ότι ένας μέσος επενδυτής, υποψήφιος επενδυτής, χρειάζεται τουλάχιστον 30 μέρες για να μελετήσει και να κατανοήσει το ενημερωτικό δελτίο, για να αποφασίσει εάν θα προβεί σε επένδυση ή όχι, δεδομένου ότι ο όγκος του είναι πέραν των 80 - 90 σελίδων κατά μέσο όρο. Περαιτέρω, διατύπωσε ο ΜΥ1 την άποψη ότι από την πείρα του, εάν κάποιος δεν κατέχει ειδικές γνώσεις, δεν μπορεί να το εκτιμήσει. Η.
  46. Η μαρτυρία του ΜΥ2
  47. Ο ΜΥ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφό Θ. Αναφέρθηκε ο μάρτυρας στον ρόλο της Εναγόμενης 8 στην σύνταξη του ΕΔ και ότι για την σύνταξη και υποβολή του ΕΔ η Εναγόμενη 8 ήταν σε συνεχή επαφή και συνεννόηση με την ΕΚΚ για τη διαδικασία έκδοσης του αρχικού ΕΔ προς εξασφάλιση της έγκρισής της. Αναφέρθηκε επίσης στις ενέργειες στις οποίες προέβησαν η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 8 μετά την κοινοποίηση προς αυτές των καταγγελιών της ΝΕΛ και διευκρίνισε ότι ήταν με δική τους πρωτοβουλία που αναστάληκε η διαπραγμάτευση των ΔΠ στο Χρηματιστήριο μόλις τους κοινοποιήθηκε από την ΕΚΚ η καταγγελία που υπέβαλε η ΝΕΛ, με σκοπό ακριβώς να μην επηρεασθεί η τιμή διαπραγμάτευσης.
  48. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι η αγορά των μετοχών της ΑΝΕΚ από την Εναγόμενη 1 αναφερόταν σε τουλάχιστον τρία σημεία του Ενημερωτικού Δελτίου, συνεπώς δεν υπήρχε καμία απόκρυψη πληροφόρησης. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι, ως η θέση του, το ΕΔ δεν ήταν παραπλανητικό, και ότι με το συμπληρωματικό ενημερωτικό δελτίο δεν προστέθηκαν νέες πληροφορίες, αλλά διευκρινίστηκαν ήδη υπάρχουσες πληροφορίες και τις αποτύπωσε σε πίνακες. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το αρχικό ΕΔ περιείχε ανακρίβειες.
  49. Υποστήριξε και αυτός ο μάρτυρας ότι η Ενάγουσα, με τον τρόπο που ενήργησε, προέβηκε σε μια καθαρά κερδοσκοπική πράξη και ότι εάν αυτή είχε ως στόχο την επένδυση και επένδυε στη μετοχή της Εναγομένης 1, θα είχε αποκομίσει και κέρδος. Ήταν, επίσης, η θέση του μάρτυρα ότι στο χρηματιστηριακό επάγγελμα οι βραχυπρόθεσμες επενδύσεις σε δικαιώματα προτίμησης ή παράγωγα θεωρούνται ως τζόγος. Θ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η Ενάγουσα μου έδωσε την εντύπωση ενός σοβαρού προσώπου, το οποίο με προθυμία απαντούσε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, με πολλή μάλιστα περίσκεψη και όχι επιπολαιότητα. Κατά την αντεξέτασή της, προέκυψε ότι η Ενάγουσα είναι νομικός και ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν στο νομικό τμήμα της Ελληνικής Τράπεζας, ενώ ανέφερε ότι είχε και η ίδια ασχοληθεί με τα χρηματοοικονομικά όταν είχε προσληφθεί στην Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ. Η μαρτυρία της αξιολογείται, λοιπόν, υπό το φως αυτού του μορφωτικού και επαγγελματικού υπόβαθρου, το οποίο της επιτρέπει να έχει βαθύτερη αντίληψη των πράξεων, επιλογών και αποφάσεών της από κάποιο άλλο άτομο που δεν έχει τη συγκεκριμένη κατάρτιση. Διακρίνω στη μαρτυρία της Ενάγουσας στοιχεία τα οποία είναι αντικειμενικά αποδεδειγμένα ως αληθή και στοιχεία τα οποία είναι υποκειμενικά και μη αρκούντως αποδεδειγμένα. Ειδικότερα, κρίνω ως αντικειμενικά αποδεδειγμένα όσα αυτή ανέφερε όσον αφορά το χρονικό της έκδοσης του αρχικού ενημερωτικού δελτίου και ακολούθως της έκδοσης του συμπληρωματικού ενημερωτικού δελτίου, καθώς και όσα αφορούν τις αποφάσεις, ανακοινώσεις και γενικά παρεμβάσεις της ΕΚΚ. Από τη μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΥ1 και ΜΥ2 έχουν επιβεβαιωθεί τα λεγόμενα της Ενάγουσας όσον αφορά το συγκεκριμένο χρονικό και την παρέμβαση της ΕΚΚ. Δεν αμφισβητήθηκαν, εξάλλου, από τους μάρτυρες υπεράσπισης οι ημερομηνίες, τιμές και ποσότητες αγοράς και πώλησης των ΔΠ της Ενάγουσας όπως η ίδια τα περίγραψε. Το τμήμα της μαρτυρίας της Ενάγουσας το οποίο είχε υποκειμενική διάσταση αφορά στα εξής επιμέρους στοιχεία της μαρτυρίας της꞉ o Πρώτον, ότι αυτή βασίσθηκε στο αρχικό ενημερωτικό δελτίο προκειμένου να επενδύσει στα ΔΠ και ότι δεν θα αποφάσιζε την επένδυση αυτή αν είχε υπόψη της την εικόνα που αποκάλυψε αργότερα το συμπληρωματικό ενημερωτικό δελτίο, o δεύτερον, ότι αυτή αντιλήφθηκε να υπήρχαν φήμες στη χρηματιστηριακή αγορά οι οποίες συνέβαλαν στο να μειωθεί δραστικά η τιμή διαπραγμάτευσης των ΔΠ και ότι οι φήμες αυτές την επηρέασαν στο να λάβει την απόφαση να πωλήσει τα ΔΠ, o τρίτον, ότι αυτή προσπάθησε να πωλήσει όλα τα ΔΠ, αλλά κατέστη αδύνατο. Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, επιχειρήθηκε από τον ΜΥ1 να υποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι ένα πρόσωπο ως η Ενάγουσα δεν είχε την ικανότητα να μελετήσει από μόνη της το συγκεκριμένο ενημερωτικό δελτίο, για να το αντιληφθεί χωρίς άλλη επιστημονική συμβουλή και να βασισθεί σε αυτό. Έχουμε όμως εδώ τη μαρτυρία της Ενάγουσας ότι αυτή είχε κάποια κατάρτιση για να αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο ενός ενημερωτικού δελτίου, καθώς επίσης ότι το μελέτησε μαζί με το σύζυγό της, ο οποίος είχε γνώσεις χρηματοοικονομικών. Συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η Ενάγουσα μελέτησε το αρχικό ενημερωτικό δελτίο και βασίσθηκε σε αυτό καθ' ον χρόνο έλαβε την απόφασή της να αγοράσει τα ΔΠ. Ούτε μπορεί να αποκλειστεί η υποκειμενική της τοποθέτηση ότι δεν θα αποφάσιζε να επενδύσει στα ΔΠ αν είχε εξ αρχής την πληροφόρηση που παρουσίασε το Συμπληρωματικό Ε/Δ. Όσον, όμως, αφορά τον ισχυρισμό ότι υπήρξαν φήμες στην αγορά που επηρέασαν την τιμή διαπραγμάτευσης των ΔΠ, έχω να παρατηρήσω ότι ουδεμία άλλη μαρτυρία η οποία να ενισχύει τη μαρτυρία της Ενάγουσας για την ύπαρξη τέτοιων φημών δεν υπάρχει ενώπιόν μου. Υπήρξε σθεναρή μη παραδοχή από τους μάρτυρες υπεράσπισης του ισχυρισμού της Ενάγουσας για την ύπαρξη τέτοιων ψιθύρων. Δεν υπάρχει αντικειμενική βάση στην οποία να μπορεί να επιβεβαιωθεί η αλήθεια του ισχυρισμού της Ενάγουσας. Δεδομένου του πόσο καθοριστικό ήταν το σημείο αυτό για την υπόθεση της ίδιας, για να αιτιολογήσει την απόφασή της να πωλήσει στη συγκεκριμένη τιμή τη συγκεκριμένη ημερομηνία, θα ανέμενα να έδινε η ίδια περισσότερες λεπτομέρειες για το πως περιήλθαν οι ψίθυροι αυτή στα δικά της αυτιά και για το ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενό τους. Θα μπορούσε επίσης να έφερνε ως μάρτυρα το χρηματιστή της για να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς την αντίδραση της αγοράς και να εξηγήσει γιατί η μείωση της τιμής των ΔΠ δεν ήταν φυσιολογική ή αναμενόμενη. Διστακτική ήταν, εξάλλου, η Ενάγουσα στο να προσδιορίσει πότε ακριβώς άρχισαν να ακούγονται αυτοί οι ψίθυροι στην αγορά. Δεν βρήκα πειστικό αυτό το τμήμα της μαρτυρίας της.
  1. Απεναντίας, σημαντικά είναι τα όσα επισημαίνει ο συνήγορος της Εναγομένης 1 στην τελική του αγόρευση με βάση τα όσα δήλωσαν στη μαρτυρία τους οι ΜΥ1 και ΜΥ2꞉ ότι δεν μπορεί να υπήρξαν οι ισχυριζόμενοι ψίθυροι ή φήμες, αφού διαφορετικά θα ήταν παράδοξο το ότι δεν επηρεάστηκε η τιμή της μετοχής της Εναγόμενης 1 που ήταν ήδη εισηγμένη. Παραθέτει ο εν λόγω συνήγορος το άνοιγμα, το κλείσιμο και την μέγιστη τιμή των μετοχών της Ενάγουσας από τις 6.11.2007 μέχρι τις 8.11.2007 (βλ. Έγγραφο Β και Τεκμήριο 6 υπό έγγραφο Η): · 6.11.2007 - Άνοιγμα: €0,31 Κλείσιμο: €0,31 Μέγιστη Τιμή: €0,32 · 7.11.2007 - Άνοιγμα: €0,30 Κλείσιμο: €0,28 Μέγιστη Τιμή: €0,30 · 8.11.2007 - Άνοιγμα: €0,28 Κλείσιμο: €0,29 Μέγιστη Τιμή: €0,29 Εύλογα εντοπίζει ότι η πιο πάνω διακύμανση της τιμής των μετοχών δεν αντικατοπτρίζει οποιοδήποτε πανικό στην αγορά και συνεπώς δεν επαληθεύει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για πανικό και δραματική πτώση στη χρηματιστηριακή αγορά λόγω ψιθύρων. Επίσης, πολύ σημαντικό είναι αυτό που επισημαίνει ο συνήγορος υπεράσπισης της Εναγόμενης 1, ότι η Ενάγουσα ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ήταν η Εναγόμενη 1 αυτή που κυκλοφόρησε τις ισχυριζόμενες φήμες ή ψιθύρους στην αγορά. Δεν είναι τέτοια δηλαδή η περίπτωση που, αν πράγματι υπήρχαν ψίθυροι οι οποίοι να προκάλεσαν πανικό στην αγορά, αυτοί να αποδίδονταν στην Εναγόμενη. Περαιτέρω, δεν δόθηκε μαρτυρία του χρηματιστή που χρησιμοποίησε η Ενάγουσα για να πωλήσει τα ΔΠ της για να αποδείξει ότι πράγματι αυτή έδωσε εντολή πώλησης όλων των ΔΠ και ότι δεν κατέστη τούτο δυνατό. Ούτε η ίδια κράτησε οποιοδήποτε έντυπο με τις οδηγίες που είχε δώσει προς τον εν λόγω πράκτορα για να το παρουσιάσει στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Συνεπώς, έμεινε μετέωρο και αυτό το στοιχείο της μαρτυρίας της. Επομένως, ως προς τα δύο τελευταία υποκειμενικά στοιχεία της μαρτυρίας της Ενάγουσας, δεν τα αποδέχομαι ως αξιόπιστα και τα απορρίπτω ως αναληθή. Όσον αφορά τη μαρτυρία της ΜΕ2, κρίνω ότι αυτή έθεσε στην ορθή του βάση το νομοθετικό πλαίσιο δράσης της ΕΚΚ και η μαρτυρία της έμεινε αναντίλεκτη όσον αφορά το ποιες αποφάσεις και ανακοινώσεις εκδόθηκαν από την ΕΚΚ σε συνέχεια των καταγγελιών της ΝΕΛ, ποιες ήταν οι ημερομηνίες έγκρισης και έκδοσης του αρχικού Ε/Δ και του συμπληρωματικού και ποια ήταν η τύχη των προσφυγών που ασκήθηκαν κατά των αποφάσεων της ΕΚΚ στο Ανώτατο Διακστήριο. Όσον αφορά τους ΜΥ1 και ΜΥ2 κρίνω ότι αυτοί προσήλθαν με ειλικρινή διάθεση στο Δικαστήριο για να εκθέσουν τα πραγματικά γεγονότα ως εκτυλίχθηκαν αναφορικά με την έκδοση του αρχικού Ε/Δ και του Σ.Ε/Δ. Ο λόγος του ΜΥ1 ήταν χειμαρρώδης και τεκμηριωμένος. Ο λόγος του ΜΥ2 ήταν πιο συγκρατημένος, αλλά εξίσου πειστικός. Δεν αμφισβητήθηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας, η θέση των ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι η Ενάγουσα δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε κα' ιδίαν επαφή ή επικοινωνία είτε με την Εναγόμενη 1 είτε με τους Εναγόμενους 5 και 8 είτε με τον ΜΥ
  2. Επιβεβαιώθηκε, επίσης, η θέση τους ότι ουδέποτε τους ζητήθηκε από την Ενάγουσα να τη συμβουλεύσουν κατ' ιδίαν ή να τις διευκρινίσουν κατ' ιδίαν οποιεσδήποτε πληροφορίες περιέχονταν στο αρχικό Ε/Δ. Συγχρόνως, οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν αμφισβήτησαν οποτεδήποτε την αλήθεια της δήλωσης της Ενάγουσας ότι αυτή προμηθεύτηκε το αρχικό Ε/Δ από την ιστοσελίδα της Εναγόμενης
  3. Το μόνο υποκειμενικό στοιχείο της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2 αφορά στην προσπάθειά τους να αποδώσουν κερδοσκοπικό αντί επενδυτικό χαρακτήρα στις επιλογές και αποφάσεις της Ενάγουσας. Μόνο η Ενάγουσα μπορεί να έχει επακριβώς γνώση της δικής της πρόθεσης. Ωστόσο, το ότι η Ενάγουσα ενήργησε βραχυπρόθεσμα και όχι με μακροπρόθεσμο επενδυτικό σκοπό, είναι δυνατόν να λεχθεί ότι αποδεικνύεται αντικειμενικά από το γεγονός ότι αυτή δεν εξάσκησε τα ΔΠ, παρά μόνο τα αγόρασε και προσπάθησε εντός 2 ημερών να τα πωλήσει. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω πως για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να καταλήξει σε εύρημα γεγονότων για το ποιος ήταν ο στόχος ή σκοπός της Ενάγουσας. Ούτε χρειάζεται να πιθανολογήσει ή να αποφασίσει αν, στη βάση των εκ των υστέρων δεδομένων της χρηματιστηριακής αγοράς, η Ενάγουσα θα είχε κέρδος αν μετέτρεπε τα ΔΠ σε μετοχές. Εδώ είναι δεδομένο ότι η Ενάγουσα πώλησε σε ζημιά της τα ΔΠ εντός 2 ημερών από τη μέρα που τα αγόρασε. Το κρίσιμο ερώτημα είναι, αν αυτή η ζημιά μπορεί νομικά να αποδοθεί σε τυχόν υπαίτια συμπεριφορά των Εναγομένων ή όχι και πώς αποδεικνύεται τυχόν αιτιώδης συνάφεια. Θα αναφερθώ στο ζήτημα αυτό στη συνέχεια, παραπέμποντας σε Αγγλική νομολογία. Ι. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Από το σύνολο της προφορικής και έγγραφς μαρτυρίας, ως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω, καταλήγω στα εξής ευρήματα γεγονότων꞉ i. Η Εναγόμενη 1 εξέδωσε ενημερωτικό δελτίο, το οποίο εγκρίθηκε στις 10.9.
  4. ii. Το ΕΔ αφορούσε στην έκδοση δικαιωμάτων προτίμησης και μετοχών προς όσους ήταν μέτοχοι της Εναγομένης 1 κατά την ημερομηνία αρχείου καθώς και σε περιορισμένο αριθμό στρατηγικών επενδυτών. iii. Τόσο τα δικαιώματα προτίμησης όσο και οι μετοχές που θα παραχωρούνταν, αναφερόταν ρητά στο ενημερωτικό δελτίο ότι θα εισάγονταν και στο Χρηματιστήριο για διαπραγμάτευση. iv. Η Ενάγουσα δεν υπήρξε μέτοχος της Εναγόμενης 1 κατά την ημερομηνία αρχείου ούτε στρατηγικός επενδυτής. Δεν της παραχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 1 είτε δικαιώματα προτίμησης είτε μετοχές. v. Η Ενάγουσα βρήκε το ενημερωτικό δελτίο δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα της Εναγόμενης 1 ή/και στην ιστοσελίδα του Χρηματιστηρίου και το μελέτησε. Βασιζόμενη στις πληροφορίες που περιέχονταν σε αυτό, αποφάσισε να αγοράσει τα ΔΠ από την δευτερογενή αγορά, δηλαδή από το Χρηματιστήριο. Προτού λάβει την απόφασή της αυτή, η Ενάγουσα δεν επικοινώνησε με οποιοδήποτε μέλος του ΔΣ της Εναγόμενης 1 ή με οποιοδήποτε μέλος της Εναγόμενης 8 για να ζητήσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις. vi. Το ενημερωτικό δελτίο ανέφερε ρητά ότι αυτό δεν αποτελούσε παρότρυνση στο επενδυτικό κοινό για επένδυση στον εκδότη. Το ΕΔ προειδοποιούσε για τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επένδυση στους τίτλους του εκδότη και για το ότι περιείχε προβλέψεις για το μέλλον, οι οποίες προβλέψεις εμπεριείχαν κίνδυνο και αβεβαιότητα. vii. Η Ενάγουσα αγόρασε στις 6.11.2007 197,396 ΔΠ. Πώλησε 97,396 ΔΠ στις 8.11.
  5. viii. Κατά τον χρόνο αγοράς και πώλησης των ΔΠ από την Ενάγουσα, η τιμή των ΔΠ παρουσίαζε φθίνουσα πορεία, εφόσον η διαπραγμάτευση έβαινε προς ολοκλήρωση. ix. Δεν τεκμηριώθηκε η ύπαρξη οποιωνδήποτε ψιθύρων στις 7.11.2007 ή στις 8.11.2007, οι οποίοι να προκάλεσαν πανικό στη χρηματιστηριακό αγορά ή δραματική πτώση στην τιμή διαπραγμάτευσης των δικαιωμάτων προτίμησης. x. Κατά την ημερομηνία πώλησης των ΔΠ από την Ενάγουσα, ήτοι στις 8.11.2007, και την επόμενη, ήτοι στις 9.11.2007, πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές ύψους 13 και 7 εκατομμυρίων, αντιστοίχως. xi. Στις 9.11.2007 υπήρξαν καταγγελίες από τη ΝΕΛ σε σχέση με την αγορά μετοχών της εταιρείας ΑΝΕΚ από την Εναγόμενη
  6. xii. Αναστάληκε η διαπραγμάτευση των δικαιωμάτων προτίμησης στο Χρηματιστήριο μέχρι που, κατόπιν αιτήματος της ΕΚΚ, εκδόθηκε Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο από την Εναγόμενη 1 στις 8.12.
  7. Ακολούθως παρατάθηκε η διαπραγμάτευσή των δικαιωμάτων προτίμησης. Η Ενάγουσα δεν επιχείρησε να πωλήσει τα υπόλοιπα ΔΠ που είχε στην κατοχή της, καθ΄ον χρόνο επανάνοιξε η διαπραγμάτευσή τους. Ούτε τα εξάσκησε, δηλαδή δεν τα μετέτρεψε σε μετοχές. xiii. Στις 4.8.2009 η ΕΚΚ ανακοίνωσε ότι υπήρξε παράβαση των άρθρων 8, 9
(3), 20
(4)και 20
(6)(β) του Ν.114(Ι)/2005 σχετικά με το περιεχόμενο του αρχικού ενημερωτικού δελτίου και ότι επέβαλε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία διοικητικό πρόστιμο (βλ. Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α). Ομοίως επέβαλε διοικητικό πρόστιμο στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 που υπέγραφαν το αρχικό ενημερωτικό δελτίο, περιλαμβανόμενου του Εναγόμενου 5 (βλ. Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α). Περαιτέρω διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 23
(2)του ιδίου Νόμου και επέβαλε διοικητικό πρόστιμο στην Εναγόμενη 8 (βλ. Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α). ΙΑ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΙΑ.1. ΠΟΙΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΑΓΩΓΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΘΗΚΑΝ ΔΕΟΝΤΩΣ Ή/ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΗΘΗΚΑΝ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ Το πρώτο θέμα που συζητείται στις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 5 και 8 αφορά στο ότι η Ενάγουσα εμφανίζεται, ως εκ των δικογράφων της ή/και της μαρτυρίας που προσκόμισε, να μην δικογράφησε δεόντως ή/και να μην προώθησε ή/και να εγκατέλειψε κάποιες από τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής που αναφέρονταν στο γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο, ενώ εισήγαγε χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου, νέα βάση αγωγής στην Ε/Α. Τίθενται, συγκεκριμένα, τα εξής ζητήματα꞉ Πρώτον, ότι δεν δικογραφήθηκε και/ή δεν προωθήθηκε στην Ε/Α βάση αγωγής που να εδράζεται στο αστικό αδίκημα της «παράβασης θέσμιου καθήκοντος» (παρά το ότι εγειρόταν στο κλητήριο). Δεύτερον, ότι δεν δικογραφήθηκε και/ή δεν προωθήθηκε στην Ε/Α βάση αγωγής που να εδράζεται στο αστικό αδίκημα της «απάτης» (παρά το ότι εγειρόταν στο κλητήριο). Τρίτον, ότι ηγέρθηκε στην Ε/Α νέα βάση αγωγής που αφορά σε «παράβαση συμφωνίας» και αξίωση για «ακύρωση συμφωνίας» ή «αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας», χωρίς αυτές να είχαν δικογραφηθεί στο κλητήριο. Τέταρτον, ότι η μόνη βάση αγωγής που δικογραφήθηκε στο κλητήριο και προωθήθηκε με την Ε/Α είναι εκείνη που αφορά στο αστικό αδίκημα της «αμέλειας», περιλαμβανομένων των αμελών ή αμελών ανακριβών δηλώσεων (negligent misstatements) στη σφαίρα του κοινοδικαίου (common law). Κρίνω πως η πιο πάνω εικόνα, ως την έχουν εντοπίσει και συζητήσει στις τελικές αγορεύσεις τους οι συνήγοροι Υπεράσπισης ευσταθεί. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξουσία ενός διάδικου να τροποποιεί ή να επεκτείνει τις αξιώσεις του μέσω της Έκθεσης Απαίτησης χωρίς να απαιτείται τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου, η οποία προβλέπεται στη Δ.20, θ. 1Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν είναι απεριόριστη.[1] Ο εν λόγω διαδικαστικός θεσμός αντιστοιχεί στη Δ.20, θ.4, των παλαιών Αγγλικών Θεσμών (The Annual Practice 1958, page 493), όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «''Alter, modify, or extend.'' - This Rule applies only where the writ has been generally indorsed, and duly served, and the defendant has appeared thereto, and a statement of claim, separate from the writ, has been delivered to the defendant or his solicitor. In a general indorsement it is ''not essential to set forth the precise ground of complaint, or the precise remedy or relief to which the plaintiff considers himself entitled'' (O.3, r.2). Hence the plaintiff is permitted in his subsequent statement of claim, to alter, modify, or extend his original claim to any extend, and to claim further or other relief, without amending his writ (Large v. Large [1877] W.N. 198; Johnson v. Palmer, 4 C.P.D. 258); provided he does not completely change the cause of action indorsed on the writ without amending the latter (Cane v. Crew, 62 L.J. Ch.530; Ker v. Williams, 30 S.J.238); or introduce an entirely new and additional cause of action which cannot be conveniently tried with the original claim (United Telephone Co v. Tasker, 59 L.T. 852).» Πουθενά στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου δεν είχε γίνει αναφορά σε βάση αγωγής αφορώσα σε «παράβαση συμφωνίας» ή σε αξίωση για «αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνίας» ή για «ακύρωση συμφωνίας». Πρωτοεμφανίστηκε, πράγματι, τέτοια βάση αγωγής και/ή αξίωση στην παρα. 20Α και 20Β της Ε/Α. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι χρήζει να διατυπωθεί δικαστική κρίση αναφορικά με το ζήτημα της συμβατότητας με τη Δ.20, θ.1Α της έγερσης της συγκεκριμένης βάσης αγωγής στην Ε/Α, αφού με τη μαρτυρία της η ίδια η Ενάγουσα εξανέμισε κάθε πιθανότητα στοιχειοθέτησης μιας τέτοιας βάσης αγωγής. Συγκεκριμένα, όπως ορθά επισημαίνει ο συνήγορος της Εναγόμενης 1 στην τελική του αγόρευση, κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας από τον ίδιο στη δικάσιμο ημερ. 18.1.2016, ερωτήθηκε η Ενάγουσα αν αυτή σύναψε οποιαδήποτε συμφωνία με την Εναγόμενη 1 και απάντησε απερίφραστα «όχι». Ερωτήθηκε επίσης αν αγόρασε τα επίδικα ΔΠ απευθείας από την Εναγόμενη 1 και η Ενάγουσα απάντησε χωρίς δισταγμό ότι τα αγόρασε από το το Χρηματιστήριο. Της δόθηκε η ευκαιρία να αλλάξει αν ήθελε τις προηγηθείσες απαντήσεις της, όταν της υποβλήθηκε ότι αυτή δεν υπέγραψε ποτέ οποιαδήποτε συμφωνία με την Εναγόμενη 1, αλλά η Ενάγουσα ήταν κατηγορηματική ότι δεν είχε συνάψει κάποια συμφωνία με την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην τελική της αγόρευση η συνήγορος της Ενάγουσας, δεν ασχολήθηκε με τη συγκεκριμένη βάση αγωγής ή/και αξίωση. Ενόψει των πιο πάνω παρατηρήσεων, απορρίπτονται οι αξιώσεις ως οι παρα. 20Α και 20Β της Ε/Α που αφορούν σε ακύρωση συμφωνίας ή αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Όσον αφορά τις υπόλοιπες αξιώσεις που προώθησε η Ενάγουσα με την Ε/Α της, είναι φανερό ότι στην παρα. 20 αυτής, όπου συγκεντρωτικά και καταληκτικά καταγράφονται οι αξιώσεις, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε αποζημιώσεις για το αστικό αδίκημα της «απάτης» ή για «ψευδείς δηλώσεις», εν αντιθέσει με το κλητήριο ένταλμα στο οποίο είχε δικογραφηθεί ρητά, στην παρα. Γ αυτού, μια τέτοια αξίωση. Το αστικό αδίκημα της «απάτης», το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 146, είναι διαφορετικό από το αστικό αδίκημα της «αμέλειας», το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 51 του ιδίου Νόμου.[2] Χρειαζόταν συνεπώς εξειδικευμένη δικογράφηση «λεπτομερειών απάτης» ενώ δικογραφήθηκαν μόνο «λεπτομέρειες αμέλειας» και προωθήθηκε στην παρα. 20Γ μόνο η αξίωση για αποζημιώσεις «λόγω αμέλειας», όχι λόγω απάτης. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, ευσταθεί η εισήγηση των συνηγόρων Υπεράσπισης ότι εγκαταλείφθηκε η εγερθείσα στο κλητήριο αξίωση αποζημιώσεων για απάτη. Πιο προβληματικό εμφανίζεται να είναι το ζήτημα του κατά πόσον η Ενάγουσα δικογράφησε δεόντως την αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Είναι ορθή η επισήμανση των συνηγόρων υπεράσπισης ότι η αξίωση αποζημιώσεων «λόγω αμέλειας» δεν είναι το ίδιο πράγμα με την αξίωση αποζημιώσεων «λόγω παράβασης θέσμιου καθήκοντος», εφόσον τα αδικήματα είναι διαφορετικά. Γι' αυτό και η δικογράφιση των αξιώσεων επιβάλλεται να γίνεται κατά τρόπο ρητό και ξεκάθαρο. Οι λεπτομέρειες που πρέπει να δικογραφούνται προκειμένου περί «παράβασης θέσμιου καθήκοντος» αναδεικνύονται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 516, κάτω από τον τίτλο «Actions based on Breach of Statutory Duty». Στη σελ. 517, κάτω από τον τίτλο «Pleading», αναφέρεται: "If a plaintiff's cause of action, depends on a statute, he must plead all facts necessary to bring him within that statute (Seear v. Lawson
(1880)16 Ch. D.121; Read v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 128); accordingly, in every claim based upon a breach of any provision of the Factories Act 1961, or of any regulation or order made thereunder, all facts necessary to bring the case within the particular provision relied on must be pleaded, and the breach must be alleged by reference to the particular provision in question which must be specifically referred to or identified". Προκύπτει από το ανωτέρω απόσπασμα ότι όλοι οι ισχυρισμοί γεγονότων που κατατάσσουν την υπόθεση εντός του πεδίου εφαρμογής μιας νομοθετικής διάταξης, καθώς και η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη, θα πρέπει να δικογραφούνται ρητά. Όπου ο Νόμος ή ο Κανονισμός επιβάλλει καθήκον ή υποχρέωση, γεννάται το ερώτημα κατά πόσον πρόσωπα που υφίστανται ζημιά ή βλάβη, από την παράβαση αυτού του καθήκοντος, έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του παραβάτη για αποζημιώσεις (βλ. Σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα», στον 2ον τόμο, σελ. 69). Το κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει ν' αποφασιστεί, το οποίο δεν είναι εύκολο στις πλείστες περιπτώσεις, είναι κατά πόσον ο νομοθέτης είχε πρόθεση να δώσει σε ιδιώτη δικαίωμα αγωγής από παράβαση των διατάξεων του συγκεκριμένου νομοθετήματος, βλ. Clerk & Lindsell on Torts, 20η εκδ., παρά 9-04, σελ. 567. Έτσι, δεν αρκεί να δικογραφηθεί μια νομοθετική διάταξη που θεσπίζει υποχρεώσεις μιας τάξης προσώπων, όπως είναι εν προκειμένω οι εκδότες του ενημερωτικού δελτίου ή οι ανάδοχοι της έκδοσης. Θα πρέπει να δικογραφηθεί και η νομοθετική διάταξη που φανερώνει την πρόθεση του Νομοθέτη να δώσει θεραπεία (εν προκειμένω αστική) προς όφελος μιας άλλης τάξης προσώπων, στην οποία να εμπίπτει, εν προκειμένω η Ενάγουσα. Διότι υπάρχουν νομοθετήματα που ενώ επιβάλλουν συγκεκριμένη υποχρέωση, εντούτοις προβλέπουν μόνο για την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή ποινής σε περίπτωση μη τήρησής της ή είναι σιωπηρά ως προς τη χορήγηση αστικής θεραπείας για τους ζημιωθέντες. Στο Σύγγραμμα Markesinis & Deakins Tort Law 7th εκδ., αναφέρονται, σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, τα πιο κάτω, στην σελίδα 294: «It is also possible for a statute to be entirely silent on the question of remedies, making no reference to either civil or criminal sanctions. Unless the statute is explicit on the presence or absence of a private action, it is the task of the Court to determine whether, on its proper construction a civil action arises by implication.» Στρέφομαι τώρα στο να εξετάσω τί δικογράφησε η Ενάγουσα. Στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου, η Ενάγουσα δικογράφησε ρητά ως βάση αξίωσης αποζημιώσεων, αφενός, στην παρα. Α του κλητηρίου, «την έλλειψη της εκ του Νόμου προσήκουσας επιμέλειας εκ μέρους τους κατά τη σύνταξη του Ενημερωτικού Δελτίου που εξέδωσε η Εναγόμενη 1» και, αφετέρου, στην παρα. Δ του κλητηρίου αξίωσε «αποζημιώσεις συμφώνως του περί Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου καθώς και του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου». Ωστόσο, είναι η θέση του συνηγόρου της Εναγομένης 1 (βλ. παρα. 18, σελ. 7 της τελικής αγόρευσης), ο οποίος έχει προφανώς κατά νου την παρα. 20 της Ε/Α, ότι - «είναι πασιφανές ακόμη και από μια απλή ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης ότι η Ενάγουσα δεν αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση θέσμιου καθήκοντος (παράβαση νόμιμου καθήκοντος). Αξιώνει από τους Εναγόμενους ακύρωση συμφωνίας (rescission), αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ύψους €11,918.36 και διαζευτικώς αποζημιώσεις ύψους €11,918.36 λόγω αμέλειας.». Ισχυρίζεται μάλιστα ο συνήγορος της Εναγόμενης 1, ότι αιφνιδιάστηκαν όταν κατά την ακρόαση η Ενάγουσα επιχείρησε να εισάξει ως μαρτυρία τις Ανακοινώσεις και αποφάσεις της ΕΚΚ για να αποδείξει την παράβαση των εκ του Νόμου καθηκόντων των Εναγομένων. Ομοίως, η συνήγορος των Εναγομένων 5 και 8 εντοπίζει την παράλειψη της Ενάγουσας να αναφέρει στην παρα. 20 της Ε/Α τυχόν αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης θέσμιου καθήκοντος και υποδεικνύει στην τελική του αγόρευση ότι στη σελίδα 372 του Annual Practice 1957 αναφέρονται τα εξής: «If in his statement of claim the plaintiff drops all mention of any cause of action mentioned or any relief claimed on the writ, he will be deemed to have elected to abandon it. Cargill v. Bower, 10 Ch. D. p. 508; followed by Swinfen Eady, J in Lewis & Lewis v. Burnford
(1907), 24 T.L.R. 64)». Εισηγείται η συνήγορος των Εναγομένων 5 και 8, ότι, ως εκ της παράλειψης της Ενάγουσας στην παρα. 20 να αξιώσει «θεραπεία» για την παράβαση θέσμιου καθήκοντος, έπεται ότι αυτή εγκατέλειψε τη συγκεκριμένη θεραπεία. Δεν θεωρώ ότι το περιεχόμενο της παρα. 20 της Ε/Α είναι δυνατό να έχει τέτοια καταλυτική σημασία. Λέγω τούτο έχοντας κατά νου ότι, όπως είναι νομολογημένο, ο διάδικος δικαιούται σε θεραπεία που δίδει ο νόμος, με την προϋπόθεση πως τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αποτέλεσμα είναι δικογραφημένα (Demil Co. Ltd v A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 661). Έστω και αν ο τρόπος που διατυπώνονται οι θεραπείες δεν είναι ορθός, εντούτοις μπορεί να χορηγηθούν αν από το όλο πνεύμα του σώματος της έκθεσης απαίτησης τεκμαίρεται η ορθή αξίωσή της (Marketventures Ltd v Δικωμίτη
(2009)1 ΑΑΔ 383). Έρχομαι, λοιπόν, να εξετάσω αν από το όλο πνεύμα του σώματος της έκθεσης απαίτησης τεκμαίρεται ότι η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Πρώτα εξετάζω αν η Ενάγουσα είχε δεόντως δικογραφήσει τα αναγκαία γεγονότα που να εξάγουν προς όφελός της το συγκεκριμένο νομικό αποτέλεσμα, δηλαδή το δικαίωμα σε αποζημιώσεις για αυτή τη βάση αγωγής. Η συνήγορος της Ενάγουσας επιμένει στη δική της τελική αγόρευση, όπως το είχε θέσει και κατά την ακρόαση, ότι ρητά δικογράφησε στην Ε/Α ότι οι αμελείς ή ανακριβείς ή παραπλανητικές δηλώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 16 της Ε/Α υπό στοιχεία (α έως φ) αποτελούν παράβαση του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005 (114(Ι)/2005). Πράγματι, διαπιστώνω ότι η τοποθέτηση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι είχαν δικογραφηθεί στην Ε/Α τα γεγονότα που αφορούν σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος βρίσκει έρεισμα στα δικογραφηθέντα παρα. 18 της Ε/Α όπου αναφέρθηκε ότι οι λεπτομέρειες ισχυρισμών γεγονότων που συνθέτουν την ισχυριζόμενη παράβαση του Νόμου αποτυπώνονται ρητά στην παρα. 16 της Ε/Α.[3] Δικογραφείται, περαιτέρω, εκεί ότι ως εκ της παράβασης αυτής, η Ενάγουσα υπέστη την ίδια ειδική ζημιά ως την δικογράφησε στην παρα. 17, όπου περιέγραφε τη ζημιά λόγω αμέλειας. Είναι, δε, σημαντικό να σημειωθεί ότι, στην Ε/Υ της, η Εναγόμενη 1 δεν αρνήθηκε το περιεχόμενο της παρα. 18 της Ε/Α. Ήταν σιωπηρή ως προς αυτήν την πτυχή. Μόνο οι Εναγόμενοι 5 και 8 δικογράφησαν ρητά στην Ε/Υ τους (βλ. την παρα. 11 της Ε/Υ του Εναγόμενου 5 και την παρα. 13 της Ε/Υ των Εναγόμενων 8) άρνηση του περιεχομένου της παρα. 18 της Ε/Α. Γι' αυτό και με όλο το σεβασμό, δεν είναι δίκαιο να παραπονείται εκ των υστέρων ο συνήγορος της Εναγόμενης 1 για αιφνιδιασμό (βλ. σελ. 5 της τελικής αγόρευσής του) ως εκ της προσκόμισης μαρτυρίας από την Ενάγουσα που να αφορά σε απόδειξη της παράβασης του Νόμου. Ενδεικτικό της πρόθεσης της Ενάγουσας να προωθήσει τη συγκεκριμένη βάση αγωγής που αφορά σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος, είναι το γεγονός ότι, απαντώντας στις Ε/Υ των Εναγομένων 5 και 8, που είχαν αρνηθεί το περιεχόμενο της παρα. 18 της Ε/Α, προχώρησε να εξειδικεύσει τα άρθρα του Νόμου που ως η εκδοχή της παραβιάστηκαν από αυτούς, λέγοντας ότι επρόκειτο για παράβαση των άρθρων 20
(6)(β)[4] και 23
(3)[5] του Ν.114(Ι)/2005, και/ή παράβαση του περί των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση της Αγοράς) Νόμου του 2005 (Ν.116(Ι)/2005)και/ή του άρθρου 43 του περί Εταιρειών Νόμου. Εάν η Ενάγουσα δεν είχε πρόθεση να προωθήσει τη βάση αγωγής που αφορά σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος, δεν θα προχωρούσε να εξειδικεύσει το θέμα αυτό στην Απάντηση. Δεν μου διαφεύγει, βεβαίως, ότι η Απάντηση δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε για να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποποίησης (βλ. Borna Alikhani, ως Διαχειριστής της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Hossein Alikhani ν Γεώργιου Προδρόμου
(2012)1 ΑΑΔ 657). Είναι, επίσης, ορθό ότι, με βάση τους κανόνες βέλτιστης δικογράφησης όπως τους έχω εκθέσει ανωτέρω, παραπέμποντας στο σύγγραμμα των Bullen and Leake, όφειλε η Ενάγουσα να είχε εξειδικεύσει από την αρχή στην Ε/Α της, τα άρθρα του Νόμου που προσδιόριζαν, αφενός, το νομοθετικό καθήκον των Εναγομένων έναντί της και, αφετέρου, την αστική θεραπεία που προέβλεπε ο Νόμος για την τάξη προσώπων στην οποία κατ' ισχυρισμόν αυτή εντασσόταν σε περίπτωση που ζήμιωναν από παράβαση του εν λόγω καθήκοντος. Δεν είχε δικογραφήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις διατάξεις αυτές στην Ε/Α της. Ο λόγος που όφειλε να το πράξει δεν είναι απλώς τυπικός. Έχει και ουσιαστικές προεκτάσεις για τους αντιδίκους της. Επισημαίνω, για παράδειγμα πως το βάρος της απόδειξης για το αδίκημα της παράβασης εκ του Νόμου καθήκοντος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 21
(1)του Ν.114(Ι)/2005, είναι διαφορετικό από το βάρος απόδειξης του αδικήματος της αμέλειας. Αντιστρέφεται το βάρος βάσει του άρθρου 21
(1).[6] Ομοίως, η περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαίωματος είναι διαφορετική για το αστικό αδίκημα της παράβασης εκ του Νόμου καθήκοντος βάσει των άρθρων 21
(3)και 23
(7)του Ν.114(Ι)/2005), απ' ότι για το αδίκημα της αμέλειας.[7] Υπάρχουν συγκεκριμένες υπερασπίσεις που επιτρέπεται εκ του Νόμου να εγερθούν από τους αναδόχους ή που τεκμαίρονται εκ του Νόμου (βλ. το άρθρο 23
(4)του Ν.114(Ι)/2005). Γι' αυτό και η δέουσα δικογράφηση των συγκεκριμένων άρθρων του Νόμου που χορηγούν δικαίωμα σε αναζήτηση αστικής θεραπείας για αποζημιώσεις για παράβαση συγκεκριμένου εκ του Νόμου καθήκοντος, επιδρούν στη δυνατότητα της άλλης πλευράς να αμυνθεί αποτελεσματικά. Παραπέμπω στα λεχθέντα στην Ελπινίκη Παναγή κ.α. ν Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145, όπου ο Ναθαναήλ, Δ. επεσήμανε τα εξής꞉ «η νομοθετική βάση έπρεπε όμως να τίθετο με την ακρίβεια και τη λεπτομέρεια που απαιτούν και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (Δ.19, θ.13), ιδιαίτερα σ' ό,τι αφορά την παραβίαση των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου 5 και των αντιπροσώπων αυτού. (Δέστε The Annual Practice, 1958, O.19, r.15, σελ. 468-9 και Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 14η Έκδ., Τόμος 1, σελ. 19, παρ. 1-29 και για παράδειγμα προτύπου, Τόμος 2, σελ. 1153-54, παρ. 71-S.19). Η ορθή δικογράφηση θα έδινε και το στίγμα της ανάλογης τοποθέτησης της υπεράσπισης στη δική της δικογραφία.». Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ πως στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε η βέλτιστη δικογράφηση της βάσης αγωγής που αφορά σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Έπεται, ότι η μόνη βάση αγωγής που η Ενάγουσα δικογράφησε δεόντως και επαρκώς στην Ε/Α είναι αυτή που αφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας και αυτή είναι και η μόνη βάση αγωγής που το παρόν Δικαστήριο είναι δίκαιο να εκδικάσει. Επισημαίνω, πάντως, ότι, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Trustee της Περιουσίας του Κύπρου Κυπριανού, Πτωχεύσαντα κ.α. ν Γεώργιου Εφρέμ Δημητρίου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 336, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν αποκλείεται το Δικαστήριο να αποδώσει αποζημιώσεις για αμέλεια, η οποία συνίσταται στην παράβαση εκ του Νόμου (θέσμιου) καθήκοντος, ακόμη και αν για λόγους δικογράφησης δεν μπορεί να αποδώσει αποζημιώσεις για την παράβαση θέσμιου καθήκοντος ως ξεχωριστής αιτίας αγωγής. ΙΑ.2. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΤΩΝ ΑΜΕΛΩΝ ΑΝΑΚΡΙΒΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ. ΠΟΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΘΗΚΟΝ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ. ΕΝΑΝΤΙ ΠΟΙΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, η «αμέλεια» συvίσταται - (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.
(2)Υπoχρέωση, vα μηv επιδεικvύεται αμέλεια υφίσταται στις πιo κάτω περιπτώσεις, δηλαδή- (α) έως (δ) [.] (ε) Πρόσωπo πoυ ασκεί με αμoιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχoλία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλo πρόσωπo υπέχει τέτoια υπoχρέωση έvαvτι κάθε πρoσώπoυ, επί τoυ oπoίoυ ή επί της ιδιoκτησίας τoυ oπoίoυ ασκεί τo επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχoλία ή πρoς στov oπoίo παρέχει τηv υπηρεσία. Στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148 Αστικά «Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 2, σελ. 8 και 9 αναλύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αμέλειας ως εξής: «Η αμέλεια ως αυτοτελές αδίκημα, μπορεί να ορισθεί ως η παράβαση υποχρέωσης επιμέλειας που οφείλεται από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, η οποία προκαλεί ζημιά στον Ενάγοντα. Εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή, ότι ο εναγόμενος υπείχε υποχρέωση επιμέλειας έναντι του, ότι ο εναγόμενος παρέβη την υποχρέωση αυτή και ότι, ως συνέπεια της παράβασης, ο ενάγων υπέστη ζημιά.» Συνεπώς, για να επιτύχει η αξίωση της Ενάγουσας για αποζημιώσεις για αμέλεια θα πρέπει να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι 1, 5 και 8 είχαν υποχρέωση επιμέλειας έναντι της, την οποία υποχρέωση παρέβησαν και ότι, ως αποτέλεσμα της παράβασης αυτής, η Ενάγουσα έχει υποστεί ζημιά. Από νωρίς, στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562, 619, αναγνωρίσθηκε ότι δεν μπορεί να σχηματιστεί ένας εξαντλητικός κατάλογος κατηγοριοποίησης των περιπτώσεων αμέλειας (των σχέσεων δηλαδή από τις οποίες ανακύπτει σχέση καθήκοντος επιμέλειας). Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο Λόρδος Macmillan «The categories of negligence are never closed». Ωστόσο, εξίσου νωρίς διαπιστώθηκε η ανάγκη να τεθούν κάποια λογικά όρια στην αναγνώριση νέων κατηγοριών αμέλειας, για να μην υπάρξουν υπερβολικές συνέπειες που να διασαλεύουν την πρακτικότητα της εμπορικής ζωής. Όπως το έθεσε ο Λόρδος Oliver στην υπόθεση Caparo Industries plc v. Dickman a.o.
(1990)1 All E.R. 568, 585 - «The opportunities for the infliction of pecuniary loss from the imperfect performance of everyday tasks on the proper performance of which people rely for regulating their affairs are illimitable and the effects are far reaching. [...] Thus the postulate of a simple duty to avoid any harm that is, with hindsight, reasonably capable of being foreseen becomes untenable without the imposition of some intelligible limits to keep the law of negligence within the bounds of common sense and practicality». Έτσι, όταν το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μια νέα κατηγορία σχέσης στη βάση της οποίας να υφίσταται καθήκον επιμέλειας, το δικαστήριο οφείλει να την αντιπαραβάλει με τις ήδη αναγνωρισμένες από το δίκαιο κατηγορίες (βλ. Reeman v. Department of Transport
(1997)P.N.L.R 618, 625). Στην παρούσα υπόθεση, η αξίωση της Ενάγουσας προωθείται, πιο συγκεκριμένα, στη βάση της αρχής δικαίου ως διαμορφώθηκε από την απόφαση Hedley Byrne Co. Ltd. V. Heller and Partners
(1963)3 W.L.R. 101, όπως αυτή υιοθετήθηκε από την Κυπριακή νομολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Pentaliotis & Papapetrou Estates Limited κ.α.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1931, Premier Chemical Co Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.α.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1951 και Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.α. ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 322). Για να επιτύχει στην απαίτησή της αυτή πρέπει να αποδείξει τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία (βλ. Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, twelfth edition, London, Sweet and Maxwell, 1975, σελ. 701): Ότι υπήρξε δημοσίευση δήλωσης, προφορικής ή γραπτής, η οποία αφορά σε γεγονός, γνώμη, συμβουλή ή πληροφορία. Ότι η δήλωση αυτή έγινε από πρόσωπο ευρισκόμενο, λόγω επαγγέλματος, γνώσης ή άλλων περιστάσεων, σε τέτοια θέση ώστε τρίτος να αναμένεται ευλόγως να βασισθεί σε αυτήν. Ότι η δήλωση αυτή έγινε από πρόσωπο που επιδιώκει όπως ή γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι ο τρίτος, στον οποίον απευθύνεται η δήλωση, ή ο τρίτος, στον οποίον ευλόγως αναμένεται να μεταδοθεί η δήλωση, θα βασισθεί σε αυτήν και θα παρακινηθεί να ενεργήσει αναλόγως. Ότι αυτός ο οποίος προέβηκε στη δήλωση υπήρξε αμελής ή παρέβηκε το καθήκον του να προβεί επιμελώς στη δήλωση και, συνεπεία τούτου, η δήλωση υπήρξε εσφαλμένη, αναληθής, ανακριβής ή παραπλανητική. Ότι ο τρίτος προς τον οποίον έγινε η δήλωση ή προς τον οποίο μεταδόθηκε η δήλωση βασίσθηκε σε αυτήν και παρακινήθηκε να ενεργήσει επί τη βάσει της αλήθειας αυτής. Ότι συνεπεία των ως άνω ενεργειών του ο τρίτος υπέστηκε ζημιά. Εδώ, εν προκειμένω, η Ενάγουσα καλεί, κατ' ουσίαν, το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι - · εφόσον μία εταιρεία, η οποία επιθυμεί να εκδώσει δικαιώματα προτίμησης και να τα εισάξει προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο, δεν δύναται να πράξει τούτο χωρίς προηγουμένως να εκδώσει ενημερωτικό δελτίο το οποίο να δημοσιευθεί προς το ευρύ κοινό, το οποίο θ' αποτελέσει τους εν δυνάμει ενδιαφερόμενους επενδυτές στο Χρηματιστήριο (ήτοι στη δευτερογενή αγορά), · έπεται ότι είναι εύλογο να αναμένει η εταιρεία ότι οι εν λόγω επενδυτές θα βασισθούν στο ενημερωτικό δελτίο που αυτή θα εκδώσει, ή/και είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η εταιρεία είχε πρόθεση να βασισθούν οι επενδυτές στο ενημερωτικό δελτίο, για να λάβουν την απόφαση αν θα επενδύσουν ή όχι στην εταιρεία αυτή, · με αποτέλεσμα η εταιρεία να οφείλει καθήκον επιμέλειας προς κάθε εν δυνάμει επενδυτή της δευτερογενούς αγοράς ότι οι δηλώσεις που περιέχονται στο εκδοθέν ενημερωτικό δελτίο είναι ορθές και ακριβείς. Πέραν της εταιρείας, ζητεί η Ενάγουσα από το Δικαστήριο να κρίνει ότι αντίστοιχο καθήκον επιμέλειας επωμίζονται συλλογικά και αλληλέγγυα οι διευθυντές της εκδότριας εταιρείας και ο ανάδοχος της έκδοσης, όπου υπάρχει. Είναι ευδιάκριτη στις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων η διαφορετική νομική αντίκρυση του εγερθέντος ζητήματος. Οι συνήγοροι των Εναγομένων επιλέγουν να παραπέμπουν το Δικαστήριο στην πιο συντηρητική γραμμή που υιοθέτησαν τα Αγγλικά Δικαστήρια στο παρελθόν, ενώ η συνήγορος της Ενάγουσας επιλέγει να βασίζεται σε μια πιο μοντέρνα και φιλελεύθερη προσέγγιση την οποία απηχεί μία τουλάχιστον πιο πρόσφατη απόφαση των Αγγλικών Δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, οι συνήγοροι Υπεράσπισης, επικαλούνται την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Peek v Gurney [1873] LR 6 HL 377, όπου περιορίστηκε το καθήκον επιμέλειας των εκδοτών, το οποίο αναγνωρίσθηκε ότι εγείρετο ως εκ της έκδοσης ενημερωτικού δελτίου, μόνο προς όφελος των προσώπων στα οποία αναφερόταν το ενημερωτικό δελτίο ότι θα απευθυνόταν πρωτογενώς η έκδοση των κινητών αξιών (δηλαδή προτού αυτές διατεθούν για διαπραγμάτευση στη δευτερογενή αγορά). Η απόφαση αυτή λήφθηκε στη βάση της απουσίας της απαιτούμενης σχέσης εγγύτητας μεταξύ των εκδοτών και των επενδυτών στη δευτερογενή αγορά. Χαρακτηριστικό το εξής απόσπασμα από τη μνημονευθείσα απόφαση: «.when the allotment was completed the office of the prospectus was exhausted, and that a person who had not become an allottee, but was only a subsequent purchaser of shares in the market, was not so connected with the prospectus as to render those who had issued it liable to indemnify him against the losses which he had suffered in consequence of his purchase.» (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Η ίδια συντηρητική γραμμή είχε υιοθετηθεί και στην Al-Nakib Investments Ltd v. Longeraft
(1990)3 ALL ER 321, όπου σημειώθηκαν τα εξής: «...... - Although directors of a company owed a duty of care to persons who subscribed for shares in reliance on a prospectus, they did not owe a duty of care to a shareholder or anyone else who relied on the prospectus for the purpose of deciding whether to purchase shares in the company through the stock market, because the prospectus was addressed to shareholders for the particular purpose of inviting a subscription for shares and if it was used by a shareholder for the different purpose of buying shares in the stock market there was not a sufficiently proximate relationship between the directors and the shareholder for a duty of care to arise on the part of the directors. It followed that any reliance on the part of the plaintiff of the prospectus or the interim report issued by the company in connection with a rights issue to buy shares in CT plc and M Ltd in the stock market did not give rise to a duty of care on the part of the defendants. It followed that the claims in the statement of claim arising out of transactions 2 to 6 would be struck out on the grounds that they disclosed no reasonable cause of action ......». (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Από την άλλη η συνήγορος της Ενάγουσας επικαλείται την σχετικά πιο πρόσφατη απόφαση Possfund Custodian Trustee Ltd and another v Diamond and others [1996] 1 WLR 1351, υποστηρίζοντας ότι οι σύγχρονες συνθήκες χρηματοικονομικής αγοράς και το σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, δείχνουν να έχει ξεπεραστεί ή να είναι αναγκαίο να ξεπεραστεί η προμνησθείσα συντηρητική γραμμή της νομολογίας, η οποία αποκλείει από το πεδίο προστασίας της το επενδυτικό κοινό που βασίζεται στο ενημερωτικό δελτίο καθ' ον χρόνο επενδύει σε κινητές αξίες στη δευτερογενή αγορά. Έχω μελετήσει την απόφαση Possfund, ανωτέρω, και κρίνω χρήσιμο να προβώ στις εξής επισημάνσεις꞉ Το Δικαστήριο είχε ενώπιον του αίτηση, δυνάμει της Ord.18 r.19, για παραμερισμό του κλητηρίου της αγωγής επί τω ότι δεν απεκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα, εφόσον οι ενάγοντες, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι βασίσθηκαν στο ενημερωτικό δελτίο που εξέδωσε η Εναγόμενη και το οποίο κατ' ισχυρισμόν περιείχε αμελείς ανακριβείς και παραπλανητικές δηλώσεις, αγόρασαν τις μετοχές τους από τη δευτερογενή αγορά. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι υπήρχε συζητήσιμη υπόθεση αγώγιμου δικαιώματος. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο στην Possfund κλήθηκε να προβληματιστεί για το αν το άρθρο 166 του περί Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών Νόμου του 1986, το οποίο άρθρο αφορούσε σε μη εισηγμένες μετοχές, ήταν ορθό να ερμηνευθεί ότι θέσπιζε νομοθετική βάση αγωγής προς όφελος όσων αγόραζαν τέτοιες μετοχές από τη δευτερογενή αγορά. Συνεπώς, η υπόθεση εκείνη ήταν διαφορετική από την παρούσα, υπό την έννοια ότι εδώ οι κινητές αξίες για τις οποίες γίνεται λόγος (τα ΔΠ) ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εισηγμένες για διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο. Η χρησιμότητα της απόφασης στην Possfund, όπως αντιλαμβάνομαι την επικαλείται η συνήγορος της Ενάγουσας, έγκειται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο εκεί άδραξε την ευκαιρία να προβεί σε μια ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη της Αγγλικής νομοθεσίας και, συνδυαστικά προς αυτήν, της νομολογίας και ανέδειξε την προοδευτική διαφοροποίηση του σκοπού ενός ενημερωτικού δελτίου, ο οποίος σκοπός θα πρέπει να αποτελεί την αφετηρία της συζήτησης του κατά πόσον υπάρχει καθήκον επιμέλειας του εκδότη του έναντι τρίτων προσώπων. Καταγράφηκαν στην ίδια υπόθεση Possfund ορισμένες σκέψεις obiter και/ή επισημάνσεις και/ή παρατηρήσεις του Δικαστηρίου που δείχνουν ότι, προκειμένου περί έκδοσης κινητών αξιών με σκοπό την εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο για διαπραγμάτευση, υπάρχει ξεκάθαρο νομοθετικό καθήκον επιμέλειας των εκδοτών προς όλους όσους αγοράζουν τις εν λόγω κινητές αξίες, είτε απευθείας από την εκδότρια εταιρεία είτε από τη δευτερογενή αγορά. Παραθέτω ένα εκτενές απόσπασμα από την απόφαση (σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά)꞉ «Κατά τον 19ο αιώνα, όταν ανέκυψε το ζήτημα των ενημερωτικών δελτίων ως στοιχείο της εμπορικής ζωής, το κοινοδίκαιο επέτρεπε την έγερση αγωγής για αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της ζημιάς του επενδυτή που υπέστη, εφόσον αυτός επένδυσε βασιζόμενος στο περιεχόμενο ενός αναληθούς ή παραπλανητικού ενημερωτικού δελτίου, (ελλείψει παράβασης συμβατικής υποχρέωσης ή καθήκοντος επίδειξης καλής πίστης και πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιώδών στοιχείων), μόνο εάν αυτός μπορούσε να αποδείξει δόλο ή απάτη (Derry v. Peek
(1889)14 App.Cas. 337). Το ενημερωτικό δελτίο θεωρείτο ότι ήταν μια πρόσκληση προς το κοινό για να συνεισφέρει για μετοχές, και όχι για να αγοράσει μετοχές από την αγορά. Έτσι, το ενημερωτικό δελτίο μπορούσε να αποτελέσει τη βάση ευθύνης έναντι ενός προσώπου, μόνο εάν εκείνο το πρόσωπο βασίστηκε στο δελτίο αυτό για το σκοπό για τον οποίο εκδόθηκε, δηλαδή για να λάβει απόφαση για συνεισφορά στις μετοχές, και όχι για την αγορά μετοχών από τη [δευτερογενή] αγορά (Peek v. Gurney
(1873)L.R. 6 H.L. 377). Η πιο πάνω αρχή διατυπώθηκε γλαφυρά με την έκφραση ότι οι παραστάσεις που περιέχονταν μέσα στο ενημερωτικό δελτίο, εξαντλούνταν μόλις συμπληρωνόταν η παραχώρηση μετοχών. Ήδη από το 1890, ο Νομοθέτης αντιλήφθηκε πως το κοινοδίκαιο δεν παρείχε επαρκή προστασία προς τους επενδυτές, γι' αυτό και θέσπισε το Νόμο που τιτλοφορείται the Directors Liability Act 1890 (53 & 54 Vict. c. 64), ο οποίος προέβλεπε τα εξής꞉ ότι
(1)οι διευθυντές, ανάδοχοι και τα πρόσωπα που ενέκριναν την έκδοση του ενημερωτικού δελτίου έπρεπε να είναι υπόλογοι να πληρώσουν αποζημίωση σε όλα τα πρόσωπα που συνεισέφεραν για μετοχές δείχνοντας πίστη στο ενημερωτικό δελτίο, για κάθε ζημιά που υπέστηκαν λόγω μιας αναληθούς παράστασης στο ενημερωτικό δελτίο και
(2)θα έπρεπε να έχουν μια νομοθετική υπεράσπιση (αναφορικά με την οποία το βάρος θα ήταν στους δικούς τους ώμους) ότι είχαν εύλογους λόγους να πιστεύουν και πίστευαν ότι οι δηλώσεις / παραστάσεις που περιέχονταν στο ενημερωτικό δελτίο ήταν αληθείς ή ότι πίστεψαν στη γνώμη ενός εμπειρογνώμονα.Ουδεμία όμως νομοθετική προστασία προβλέφθηκε για όσους αγόραζαν μετοχές από τη δευτερογενή αγορά. Οι διατάξεις της νομοθεσίας του 1890 ενσωματώθηκαν στη νομοθεσία περί Εταιρειών, αρχικά ως το άρθρο 84 του Companies (Consolίdation) Act 1908 και αργότερα ως το άρθρο 37 του Companies Act 1929, χωρίς ουσιαστική αλλαγή. Η περί Εταιρειών νομοθεσία του 1948 συμπλήρωσε τις προηγούμενες νομοθετικές διατάξεις σε τρεις πτυχές. Πρώτον, προέβλεψε ότι θα ήταν παράνομο να υπάρξει πρόσκληση προς το κοινό για να συνεισφέρουν σε μετοχές χωρίς να εκδοθεί προηγουμένως ενημερωτικό δελτίο, το οποίο να περιέχει καθορισμένη πληροφόρηση. Δεύτερον, πρόσθεσε εμπειρογνώμονες οι οποίοι συγκατατίθονταν στην επίκληση των εκθέσεών τους που περιέχονταν στο ενημερωτικό δελτίο από εκείνους που είχαν ευθύνη έναντι όσων βασίστηκαν στο ενημερωτικό δελτίο για να συνεισφέρουν σε μετοχές και έγινε νομοθετική πρόνοια υπεράσπισης των εν λόγω εμπειρογνωμόνων επί τω ότι αυτοί είχαν εύλογους λόγους να πιστεύουν για την αλήθεια των δηλώσεών τους. Τρίτον, με το άρθρο 45
(1)του περί Εταιρειών Νόμου του 1948 (αργότερα άρθρο 58 του περί Εταιρειών Νόμου του 1985) εισήχθηκε πρόνοια, βάσει της οποίας επεκτάθηκε η έννοια των συνεισφορέων για να καλύψει τους αγοραστές και η έννοια της προσφοράς προς συνεισφορά για να καλύψει την προσφορά προς πώληση στο κοινό. Το 1963, η Βουλή των Λόρδων, εκδίδοντας την απόφαση Hedley Byrne & Co. Ltd. v. Heller & Partners Ltd [1964] A.C. 465 καθόρισε ότι στο κοινοδίκαιο υπάρχει μια αιτία αγωγής που επιτρέπει να χορηγηθούν αποζημιώσεις για αμελείς ανακριβείς δηλώσεις που προκαλούν ζημιά και απώλεια, νοουμένου ότι υπάρχει η αναγκαία εγγύτητα μεταξύ αυτού που προβαίνει στις παραστάσεις και αυτού προς τον οποίο γίνονται οι παραστάσεις. Η περί Εταιρειών νομοθεσία του 1985 (η οποία ήταν σε ισχύ την ώρα έκδοσης του ενημερωτικού δελτίου), στα άρθρα 56 έως 71 δεν έχει ουσιώδεις αλλαγές εν σχέσει προς τις διατάξεις της νομοθεσίας του 1948. Το άρθρο 67 της νομοθεσίας του 1985 είναι εκείνο που περιέχει την πρόνοια για την πληρωμή αποζημιώσεων σε όσους τοποθετήθηκαν σε μετοχές. Μετά από την έκθεση του Καθηγητή Gower με τίτλο «Review of Investor Protection
(1984)(Cmnd. 9125)» θεσπίστηκε ο περί Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών Νόμος του 1986. Αυτός ο νόμος περιέχει έναν κάθετο διαχωρισμό ανάμεσα στα δελτία που αφορούν σε εισηγμένες μετοχές και στα δελτία που αφορούν σε μη εισηγμένες μετοχές. Στην περίπτωση των εισηγμένων μετοχών, ο Νόμος και οι κανόνες περί εισαγωγής στο Χρηματιστήριο απαιτούσαν τη συνεχή επικαιροποίηση των δελτίων με οποιαδήποτε πληροφόρηση, η οποία δυνατόν να επιδρούσε στην αξία των μετοχών. Το άρθρο 150 του Νόμου του 1986 θέσπισε το δικαίωμα σε θεραπεία, κατά των προσώπων που ήταν υπεύθυνα για την εισαγωγή του δελτίου, προς όφελος οποιουδήποτε προσώπου το οποίο αποκτούσε εισηγμένες μετοχές και πάθαινε ζημιά ως αποτέλεσμα των αναληθών και ανακριβών δηλώσεων που περιέχονταν στο δελτίο ή ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε παράλειψης αναφοράς οποιουδήποτε θέματος που απαιτείτο να περιληφθεί στο δελτίο. Εδίδετο προστασία προς όλους τους αγοραστές εισηγμένων μετοχών (είτε ήταν συνεισφορείς είτε ήταν αγοραστές από τη δευτερογενή αγορά) και οι οποίοι βασίστηκαν στο δελτίο και στις από καιρό εις καιρό επικαιροποιήσεις του. Το άρθρο 166
(1)προβλέπει ότι πρόσωπα τα οποία είναι υπεύθυνα για το ενημερωτικό δελτίο θα είναι υπόχρεα να πληρώσουν αποζημίωση σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο απέκτησε τις μετοχές στις οποίες αναφέρεται το δελτίο και το οποίο υπέστη ζημιά σε σχέση με αυτές ως αποτέλεσμα οποιωνδήποτε αναληθών ή ανακριβών δηλώσεων στο ενημερωτικό δελτίο. Στην περίπτωση των μη εισηγμένων μετοχών, δεν υπήρχε ισοδύναμη νομοθετική πρόνοια για επικαιροποίηση του δελτίου. Για χάριν ολοκλήρωσης της ιστορικής αναδρομής στη νομοθεσία, σημειώθηκε ότι το 1995 θεσπίστηκαν οι περί Δημόσιας Προσφοράς Κινητών Αξιών Κανονισμοί του 1995 (8.
  1. 1995 Νο. 1537) σε εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία (89/298/E.E.C.) και τέθηκαν σε ισχύ από 19.6.
  2. Έθεσαν ένα λεπτομερές πλαίσιο για τη διενέργεια δημόσιας προσφοράς κινητών αξιών. Οποιαδήποτε τέτοια προσφορά επιβάλλεται να συνοδεύεται με ενημερωτικό δελτίο το οποίο θα διατίθεται στο κοινό κατά τη διάρκεια της προσφοράς. Ένα συμπληρωματικό δελτίο πρέπει να δημοσιεύεται σε περίπτωση που υπάρξουν ουσιώδεις αλλαγές ή ανακύψουν ουσιώδη θέματα κατά τη διάρκεια της περιόδου προσφοράς και επιπλέον πρέπει να υπάρχει θεραπεία, εάν τα ενημερωτικά δελτία για μη εισηγμένες μετοχές περιέχουν αναληθείς και ανακριβείς δηλώσεις, προς όφελος «οποιουδήποτε προσώπου που απέκτησε τις μετοχές στις οποίες αναφέρεται το ενημερωτικό δελτίο». Ακολούθως, σχολιάζοντας την παλαιότερη νομολογία Peek v Gurney [1873] LR 6 HL 377 και Al-Nakib Investments (Jersey) Lld. ν. Longcroft [1990] 1 W.L.R. 1390, το Δικαστήριο στην Possfund προέβηκε στις εξής παρατηρήσεις (παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο το κείμενο στα αγγλικά)꞉ «
(3)Negligence and prospectus. Ιn Peek ν. Gurney, L.R. 6 Η.Ι. 377 the House of Lords held that (at common law) the object of a prospectus was tο proνide the necessary information tο enable an inνestor tο make an informed decision whether tο accept the offer thereby made to take up shares οn the proposed allotment, but not a decision whether tο make aftermarket purchases. The later legislation (including the Acts of 1948 and 1985 which required and regulated the contents of prospectuses) had the same objectiνe. The Act of 1986 recognises a wider object ίn the case of lίstίng particulars in respect of lίsted securities: the object includes properly informing aftermarket purchasers and creates a corresponding duty of care. Parliament refrained from so widening the object of a prospectus in unlisted securities. The question before me is whether it is properly arguable that the common law can, in changed market conditions, recognise a duty of care in case of prospectuses for unlisted securities which is substantially equiνalent tο the duty of care statutorily created in respect of lίsted securities, but statutorily withheld from unlisted. The starting ροint ίn determining the ambit of the duty of care ίn respect of a prospectus is the statutory purpose of the prospectus. In the same way the starting ροίnt ίn determining the ambit of the duty of auditors ίη respect of their audit and audit report is the lίmited statutory purpose of that statutory requirement, namely tο enable shareholders to exercise their class rights ίn general meeting ίn an informed manner: see Caparo Industries Plc. ν. Dickmαn [1990] 2 A.C. 605, 629-630. But that is only the beginning: it is not necessarily also the end. It does not necessarily preclude a superadded purpose if a superadded purpose can positiνely be shown to exist. The burden of establishing such a superadded purpose may be heaνy or indeed oνerwhelming, but whether the burden can or cannot be discharged is a matter for the triaI. But, the plaintiffs say, the prospectus must be examined in the light of changed market practice and philosophy current at its date of preparation and circulation. The plaintiffs claim that there has deνeloped and been generally recognised an additionaI purpose, an additional perceiνed intention οn the part of the issuer and other parties tο a prospectus, namely to inform and encourage aftermarket purchasers, and that this is the basis for the pleaded purpose attributed by the plaintiffs tο the prospectus. If this is established, then it does seem to me tο be at least arguabIe that a duty of care is assumed and owed tο those investors who, as intended, rely οn the contents of the prospectus in making such purchases. Νο doubt the court should think carefully before recognising a duty, ίn the case of unlisted securities, which has been withheld by the legίslature. Though the plaintiffs may find some support ίn the recurring provision ίn the legislation that it should not affect any liability which a party may incur apart from the legίslatίon (see e.g. section 160 of the Financial Services Act 1986), Ι do not think that it provides the complete answer. What is significant is that the courts have since 1873 (before any legislation) recognised a duty of care in case of prospectuses when there is sufficient direct connection between those responsible for the prospectuses and the party acting ίn reliance (see Peek ν. Gurney, L.R. 6 Η.Ι. 377), and the plaintiffs' claim may be recognised as merely an application of this established

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.