ΚΟΙΤΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής:756/08, 5/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A535 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:756/08 Μεταξύ: ΚΟΙΤΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ Ενάγοντες και ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων ----------------- 5 Οκτωβρίου,
- Για τους ενάγοντες : κ. Σ Φασουλιώτης Για τους εναγόμενους : κα Λ. Αστραίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόντες αξιώνουν από τους εναγομένους €100.177.85 δυνάμει σύμβασης υπεργολαβίας που ανέλαβαν σε σχέση με την κατασκευή αντλιοστασίων. Είναι η θέση τους ότι οι εναγόμενοι παράνομα τερμάτισαν την μεταξύ τους συμφωνία, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές υπό μορφή διαφυγόντων κερδών συνολικού ποσού €73.606,55, πλέον οφειλόμενο υπόλοιπο €6.588.11 από εκτελεσθείσα εργασία, καθώς και τις κρατήσεις ανερχόμενες στο ποσό των €19.983,
- Η θέση των εναγομένων είναι ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν την μεταξύ τους συμφωνία με αποτέλεσμα να την τερματίσουν νομίμως. Ειδικότερα είναι η θέση τους ότι υπήρξε σωρεία κακοτεχνιών εκ μέρους των εναγόντων και δεν τηρούσαν τις οδηγίες αναφορικά με τις πρόνοιες του σχεδίου ασφάλειας και υγείας. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να γίνει εργατικό ατύχημα στο αντλιοστάσιο 12 και να τραυματιστεί μηχανικός των εναγομένων. Λόγω αυτού, ο επιθεωρητής του τμήματος εργασίας του Υπουργείου Εργασίας την 27.7.07 εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα για την εκτέλεση των εργασιών. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με την ρηθείσα ειδοποίηση και αντί αυτού, κάλεσαν τους υπαλλήλους τους σε ανταρσία, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να καλέσουν αστυνομία. Λόγω των πιο πάνω ενεργειών των εναγόντων, η εκτέλεση των εργασιών κατέστη παράνομη και ματαιώθηκε. Κατά συνέπεια ως είναι η θέση τους, νομίμως την 28.8.07, τερμάτισαν την μεταξύ τους συμφωνία. Ανταπαιτούν εναντίον των εναγόντων διάφορα ποσά λόγω κακοτεχνιών, διαφορά του κόστους για την συνέχιση των εργασιών καθώς και τα έξοδα για την συμμόρφωση με τα μέτρα ασφαλείας. Θα γίνει μια όσο το δυνατόν περιληπτική αναφορά στη μαρτυρία, ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης. Ο Νίκος Κοκκίνης, διευθυντής των εναγόντων κατέθεσε - με γραπτή δήλωση (έγγραφο Α) - τη συμφωνία υπεργολαβίας (τεκμ.3). Ήταν η θέση του ότι η συμφωνία τερματίστηκε στις 28.8.07 αρχικά προφορικά και στη συνέχεια, με την παρέμβαση της αστυνομίας, γραπτώς (τεκμ.5). Μέχρι την ημερομηνία τερματισμού οι εναγόμενοι ήταν πλήρως ικανοποιημένοι από την ποιότητα και τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών και ουδέποτε διατύπωσαν παράπονο, γεγονός που μπορεί να επιβεβαιώσει και ο μηχανικός του έργου. Ο τερματισμός της συμφωνίας έγινε γιατί ο διευθυντής των εναγομένων θεώρησε την απαίτηση του να πληρωθεί για κάποιες επιπρόσθετες εργασίες που του ανέθεσαν ως θρασύτητα εκ μέρους του. Πριν παραλάβει την επιστολή τερματισμού ζήτησε από υπάλληλο του να ανέβει πάνω στα καλούπια και να μην επιτρέψει σε κανένα να επέμβει στο εργοτάξιο, γιατί θεώρησε ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν παράνομος. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία, η οποία τον συμβούλευσε να αποχωρήσει. Ζήτησε γραπτώς τον τερματισμό και οι εναγόμενοι του έδωσαν την επιστολή (τεκμ.5). Μέχρι και τον τερματισμό της συμφωνίας είχε εκτελέσει εργασίες για τις οποίες υπήρχε υπόλοιπο €6.588,85, καθώς και το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό της κατακράτησης εκ €19.983,
- Τα ποσά αυτά εγκρίθηκαν από τον μηχανικό του έργου και έγιναν αποδεκτά από τους εναγόμενους, σύμφωνα με το πιστοποιητικό τεκμ.
- Έκαμε αναφορά στο διαφυγόν κέρδος που απώλεσε λόγω του παράνομου τερματισμού της συμφωνίας, ανερχόμενο στο ποσό των €73.606.55 σύμφωνα με αναλυτική κατάσταση του ελεγκτή των εναγόντων. Ήταν τέλος η θέση του ότι δεν υπήρχαν κακοτεχνίες. Αρνήθηκε αντεξεταζόμενος ότι υπήρξαν κακοτεχνίες και ούτε ο μηχανικός του έργου, αλλά ούτε και ο επιστάτης του ΣΑΛΑ του έκαμαν υποδείξεις για κακοτεχνίες. Αρνήθηκε ότι προειδοποιήθηκε από τους εναγομένους για την ύπαρξη κακοτεχνιών. Ήταν η θέση του ότι στον τόπο που εργαζόταν τηρούσε όλους τους κανόνες ασφαλείας και μέχρι να φύγει από το εργοτάξιο τα ανοίγματα ήταν κλειστά. Στην υποβολή ότι δεν τοποθετούσε κιγκλιδώματα, επανέλαβε ότι τηρούσε τους κανόνες ασφαλείας αναφορικά με την δική του εργασία και κανένας δεν του ανέφερε οτιδήποτε. Του δόθηκε εντολή για έξτρα εργασία, να τοποθετήσει κιγκλιδώματα εκεί που έφυγε και ζήτησε να πληρωθεί και ο κ. Χρυσοχός του είπε ότι έγινε θρασύς. Έμαθε ότι έβαλαν άλλο να κάμει τις εργασίες. Ήταν απλήρωτος για κάποιες άλλες εργασίες, δεν αρνήθηκε να το κάμει, αλλά ζήτησε να πληρωθεί και του είπε - ο κ. Χρυσοχός - ότι ήταν θρασύς. Ο επιστάτης Ανδρέας Γρηγοριάδης δεν του ανέφερε ποτέ ότι είχε πρόβλημα με την εργασία του και όταν έφυγε από το εργοτάξιο συνέχισαν κάποιοι άλλοι. Στην υποβολή ότι οι εναγόμενοι πλήρωσαν διάφορα ποσά για το υπόλοιπο της εργασίας, απάντησε ότι οι εναγόμενοι τερμάτισαν παράνομα τη συμφωνία και δεν ευθύνεται αν οι άλλοι ήταν πιο ακριβοί. Αντεξετάστηκε επί θεμάτων καθυστέρησης παράδοσης της εργασιών, γεγονός που αρνήθηκε, και διαφώνησε ότι δεν τήρησε τον όρο 18 της συμφωνίας. Επέμενε τέλος ότι υπέστη ζημιά υπό μορφή διαφυγόντος κέρδους. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι το ατύχημα του κ. Παλμύρη έγινε μετά που παράδωσε την εργασία και ποτέ δεν πήρε γραπτή ή προφορική ειδοποίηση για κακοτεχνίες και καθυστερήσεις. Ο Ιωάννης Ευέλθοντος (ΜΕ2), λογιστής - ελεγκτής ετοίμασε κατάσταση για τα αντλιοστάσια που τελείωσαν οι ενάγοντες και επιπρόσθετα, ετοίμασε καταστάσεις για το διαφυγόν κέρδος των εναγόντων για τα επόμενα αντλιοστάσια (τεκμ.10). Εξήγησε τις καταστάσεις που ετοίμασε και αναφέρθηκε διεξοδικά σε αυτές. Αντεξετάστηκε επί μακρόν επί παντός θέματος που αφορούσε τις καταστάσεις που κατέθεσε. Ως ανέφερε, βασίστηκε στην πείρα του σε ανάλογες εργασίες αλλά και στα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας. Σκοπός του ήταν η παρουσίαση μιας δίκαιης κατάστασης και κάθισε με τον ΜΕ1 ο οποίος του παρουσίασε αναλυτικά τα έξοδα με κάθε λεπτομέρεια, ακόμα και τα μικροέξοδα. Τα λογιστικά βιβλία είναι πέραν των 7 ετών και τα καταστρέφουν και έχει 7 χρόνια που ετοίμασε τις καταστάσεις. Το τεκμ.11 δεν το ετοίμασε ο ίδιος, αλλά διασταύρωσε όλες τις πληροφορίες του τεκμ.11 μαζί με άλλες πληροφορίες. Ο Κωνσταντίνος Λοΐζου (ΜΕ3) πολιτικός μηχανικός, ήταν ο μηχανικός του εργοταξίου. Το τεκ.6 το υπέγραψε ο ίδιος και το ενέκρινε και θεωρεί τα ποσά δικαιολογημένα. Η ποιότητα της εργασίας των εναγόντων ήταν αρκετά ικανοποιητική, δεδομένης της δυσκολίας του έργου. Ο ΜΕ1 ήταν συνεργάσιμος στις υποδείξεις. Στο αντλιοστάσιο στα Λατσιά έγινε ένα ατύχημα με κάποιο μηχανικό του εργοταξίου που πήγε να επαναμετρήσει την εκτελεσθείσα εργασία. Το συγκεκριμένο εργοτάξιο ήταν μέρος ολόκληρου του συμβολαίου και ήταν ο υπεύθυνος του εργοταξίου. Οι ενάγοντες τελείωσαν την εργασία τους και πήγαν σε άλλο εργοτάξιο και έλεγξαν την εργασία τους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν εργάζεται πλέον στους εναγομένους και ερωτώμενος επί της στερέωσης των καλουπιών των εναγόντων, απάντησε ότι δεν είχαν κανένα σοβαρό πρόβλημα και πάντα μπορεί να έχουν μικρή αστοχία. Εξήγησε επί κάποιας φωτογραφίας (Β1) ότι υπάρχει μια μη σοβαρή αστοχία που διορθώνεται εύκολα, ενώ επί κάποιας άλλης (Β2), αυτή αφορά καλούπι που δεν είναι της εργασίας που ήταν ο ίδιος, ούτε και γνώριζε ποιο αντλιοστάσιο αφορούσαν, αφού μπορεί να λήφθηκαν μετά. Το καλούπι της φωτογραφίας Β2 δεν έγινε στην παρουσία του, διαφωνώντας ότι αποτελούν παραδείγματα κακοτεχνιών. Ανέφερε επίσης ότι το ατύχημα έγινε στο αντλιοστάσιο αρ.12 που είχε αποπερατωθεί. Μετά το ατύχημα δόθηκαν οδηγίες στους ενάγοντες να βάλουν κάγκελο στο σημείο, και ο ΜΕ1 είπε ότι θα το έκαμνε σε 1-2 ημέρες. Τον έδιωξαν όμως και έτσι δεν το έκαμε. Αυτό έγινε πριν 8 χρόνια, θυμάται που πήγε ο κ. Χρυσοχός και συζήτησε με τον ΜΕ1, που δεν πήγε να βάλει το κάγκελο και του είπε ότι ήταν αυθάδης και τον έδιωξε. Θυμόταν επίσης ότι έγινε κάποια εξέγερση εκεί, αλλά δεν βγήκαν στα καλούπια. Λογομάχησαν και τερματίστηκε η συνεργασία. Ο ίδιος δεν είχε κανένα παράπονο από τους ενάγοντες, ούτε και ο κ. Μιχαηλίδης, που ήταν πολύ σχολαστικός, του εξέφρασε παράπονο. Επανεξεταζόμενος αναφορικά με την φωτογραφία Β2 ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος έκαμε την απεικονιζόμενη εργασία, μπορεί να ήταν επανάνοιγμα και γέμισε με σκυρόδεμα. Δεν έγινε ενόσω ήταν ο ίδιος στο έργο. Το επιπλέον πλακάζ δεν έγινε από την ενάγουσα. Για τις μικρές αστοχίες δεν πρόσεξε κανένα από τους εναγομένους να κάμνει παρατηρήσεις στους ενάγοντες για να τις διορθώσουν. Για τους εναγόμενους πρώτος μάρτυρας ήταν ο Ανδρέας Κωνσταντινίδης (ΜΥ1), πολιτικός μηχανικός. Κατέθεσε ότι η ενάγουσα ανέλαβε εργασίες στην κατασκευή αντλιοστασίων. Πήρε οδηγίες να εμπλακεί μετά από ένα εργατικό ατύχημα. Η εναγομένη έλαβε απαγόρευση λόγω του ατυχήματος και του ανατέθηκε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να επαναρχίσουν οι εργασίες. Πήραν 3 εργάτες δικούς τους που δούλεψαν 3 ημέρες προς €85 ημερησίως και με επιστάτη €100 ημερησίως, και με την χρήση κάποιων υλικών το ολικό κόστος υπολογίζεται στα €1.
- Τα μέτρα ασφαλείας με βάση το συμβόλαιο ήταν ευθύνη των εναγόντων. Δεν έχει απόδειξη για τα υλικά τα οποία πήραν από την αποθήκη της εταιρείας. Οι ενάγοντες τελείωσαν το αντλιοστάσιο 12 και μεγάλο μέρος του αντλιοστασίου της Ανθούπολης. Στις εργασίες της Ανθούπολης πήγε τον Σεπτέμβριο του 2007 και του ζητήθηκε να τελειώσει την εργασία. Ήταν τελειωμένο το κάτω μέρος του αντλιοστασίου και έπρεπε να γίνει το πάνω μέρος. Σε επιθεώρηση που έκαμε έβγαλε φωτογραφίες που έδειχναν κάποιες κακοτεχνίες στα καλούπια (τεκμ.12
(1)-
(10)). Τις έβγαλε την 17.9.07 και απεικονίζουν κακοτεχνίες που δεν έπρεπε να υπάρχουν. Αναφέρθηκε διεξοδικά στις απεικονιζόμενες κακοτεχνίες επί εκάστης φωτογραφίας. Οι προδιαγραφές ήταν για ανεπίχριστο σκυρόδεμα, δηλαδή χωρίς σοβά, μπογιά ή άλλο τελείωμα και οι επιβλέποντες τους ανάγκασαν να λάβουν διορθωτικά μέτρα με διάφορα μηχανικά μέσα και εξειδικευμένα υλικά για να επιδιορθωθούν οι κακοτεχνίες. Εξήγησε τα διορθωτικά μέτρα που έλαβαν στα δυο αντλιοστάσια. Το κόστος για κάθε αντλιοστάσιο ήταν €1.500 στο κάθε ένα. Για τα υπόλοιπα αντλιοστάσια η εναγομένη έκαμε συμφωνία με άλλους καλουπσιήδες και χρησιμοποίησε και δικά της συνεργεία για να ολοκληρώσει την κατασκευή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν η απαγόρευση τέθηκε υπόψη των εναγόντων. Ούτε γνώριζε αν υποδείχθηκαν οι κακοτεχνίες στον ΜΕ
- Όταν η επίβλεψη διαπιστώσει κακοτεχνίες τις υποβάλει γραπτώς, αλλά δεν είχε τις γραπτές υποδείξεις. Ήταν η θέση του ότι από οποία οπτική γωνία και αν δει κάποιος τις φωτογραφίες, οι κακοτεχνίες είναι εκεί. Έβγαλε τις φωτογραφίες για να ξέρει τι παρέλαβε και δεν γνώριζε τότε για την αγωγή των εναγόντων. Αντεξετάστηκε επί των φωτογραφιών και κατά πόσο φαίνονται κακοτεχνίες και ήταν η θέση του ότι υπήρχαν κακοτεχνίες. Ήταν επίσης η θέση του ότι οι κακοτεχνίες ήταν των εναγόντων και όχι άλλου καλουπσιή, γιατί ο νέος καλουπσιής πήγε μαζί του. Έβγαλε τις φωτογραφίες και μετά θα αναλάμβανε ο νέος καλουπσιής. Σε σχετική υποβολή ότι επρόκειτο για αστοχίες και όχι για κακοτεχνίες και οι ενάγοντες θα τις αποκαθιστούσαν αν τους υποδεικνύονταν, ήταν η θέση του ότι πολύ πιθανό μέχρι να σπάσει τα μπετά, αλλά μετά θα χρειαζόταν κτίστη και εξειδικευμένα υλικά για τις επιδιορθώσεις. Ήταν τέλος η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν ακολούθησαν τις προδιαγραφές και παρέλαβαν από άποψη ποιότητας αυτό που φαίνεται στις φωτογραφίες. Αναφορικά με την παραλαβή του έργου στο αντλιοστάσιο 12, η γνώμη του διαφέρει από εκείνους που το παρέλαβαν. Η ΜΥ2 Μαρκέλλα Βιολάρη, τεχνικός μηχανικός εργάζεται στο τμήμα προσφορών και επιμετρήσεων στην εναγομένη και ασχολείται με την πληρωμή των υπεργολάβων. Ετοίμασε ανάλυση των κόστων (τεκμ.14) για αποκατάσταση των κακοτεχνιών. Η ενάγουσα έκαμε τα καλούπια στα δυο αντλιοστάσια και η εναγομένη, μέσω άλλου υπεργολάβου, έκαμε επιδιορθώσεις των κακοτεχνιών. Τα αντλιοστάσια που θα έφτιαχνε η ενάγουσα ήταν 7 και έφτιαξε σε μεγάλο βαθμό το 1 και
- Κατόπιν οδηγιών της επίβλεψης αναγκάστηκαν να κάμουν σπάτουλα και εμάλσιον και στα δυο αντλιοστάσια λόγω κακοτεχνιών. Εξήγησε τέλος το τεκμ.
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το αντλιοστάσιο 4 είχε 3 υπόγεια αντί 2 και είχε μεγαλύτερο όγκο, δηλαδή το υπ' αριθμό 4 είχε 3461 τμ. ενώ τα υπ' αριθμό 1 και 2 σχεδόν 5000 τ.μ. Ο Γιώργος Μιχαηλίδης, (ΜΥ3), διευθυντής των εναγομένων στην γραπτή του δήλωση - έγγραφο Β - αναφέρεται στους όρους της έγγραφης συμφωνίας και ότι οι ενάγοντες την παρέβηκαν λόγω σωρείας κακοτεχνιών, άρνηση συμμόρφωσης με οδηγίες των εναγομένων και παράληψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του σχεδίου ασφάλειας και υγείας. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 απομάκρυνε τις χειρολαβές από το αντλιοστάσιο 12 πριν τοποθετηθούν άλλες, εναπόθεσε ξύλα (πόντους) στο άνοιγμα του αντλιοστασίου επί των οποίων πάτησε ο Παλμύρης (μηχανικός του έργου) και δεν επανατοποθέτησε χειρολαβές, παρά την διαβεβαίωση ότι θα πληρωνόταν έξτρα. Την 27.7.07 το Υπουργείο Εργασίας εξέδωσε διάταγμα απαγόρευσης εκτέλεσης των έργων, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στους ενάγοντες προς συμμόρφωση. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και οι εναγόμενοι προειδοποίησαν τους ενάγοντες για τερματισμό της συμφωνίας αν συνέχιζαν την παράλειψη. Οι εναγόμενοι νόμιμα τερμάτισαν τη συμφωνία με επιστολή τους ημερ.28.8.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο καθοριστικός λόγος που τερμάτισαν τη συμφωνία ήταν η άρνηση του ΜΕ1 να εκτελέσει πρόσθετη εργασία αναφορικά με την ασφάλεια, που είχε σχέση με την επιστολή του Υπουργείου. Έδωσαν προσωπικά οδηγία στον ΜΕ1 να επανατοποθετήσει χειρολαβές, τις οποίες είχε απομακρύνει, στο αντλιοστάσιο που είχε τελειώσει. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε ρητά και είπε ότι δεν θα το έκαμνε. Αυτό ήταν το καθοριστικό, γιατί ήταν πολύ σοβαρό θέμα και σύμφωνα με το συμβόλαιο είχαν την ευχέρεια να δίνουν οδηγίες για έξτρα εργασίες. Ο ίδιος προσωπικά του είπε ότι θα πληρωνόταν για την εργασία αυτή και ο ΜΕ1 απάντησε αρνητικά. Η συζήτηση αυτή έγινε παρουσία και του κ. Χρυσοχού, τότε προέδρου και γενικού διευθυντή της εναγομένης και του Κωνσταντίνου Λοΐζου, υπεύθυνου του εργοταξίου. Δεν γνώριζε γιατί ο ΜΕ1 δεν ήθελε να κάμει την εργασία αυτή, ούτε και πήρε κάποια απάντηση ή εξηγήσεις. Ήταν η θέση του σε σχετική υποβολή ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Είπε του ΜΕ1 ότι θα πληρωθεί και ο κ. Χρυσοχός του είπε ότι κατάντησε θρασύς. Η άρνηση του να εκτελέσει την εργασία, «όχι δεν πάω» όπως τους είπε, μπορούσε να ερμηνευτεί ως θράσος. Διευκρίνισε ότι κιγκλιδώματα και χειρολαβές είναι το ίδιο πράγμα, πρόκειται για μια πρόχειρη κατασκευή από σανίδια, ξύλινους στύλους και μια χειρολαβή στο πάνω μέρος. Η επανατοποθέτηση ξύλων - πόντων είναι τα δάπεδα εργασίας. Όταν συνέβη το ατύχημα η ενάγουσα είχε ολοκληρώσει τις εργασίες και είχε παραδώσει στην εναγομένη. Μόλις έλαβαν την ειδοποίηση του Υπουργείου πήγαν εκεί που εργαζόταν ο ΜΕ1 μαζί με τον κ. Χρυσοχό και του ζήτησαν να πάει να βάλει τις χειρολαβές. Έγινε ο διάλογος που αναφέρθηκε και εκεί λήφθηκε η απόφαση τερματισμού. Είπαν προφορικά του ΜΕ1 για τον τερματισμό της συμφωνίας και η επιστολή συντάχθηκε αργότερα. Ο λόγος ήταν γιατί ήταν Αύγουστος και το προσωπικό έλειπε με άδεια. Ήταν επίσης η θέση του ότι με βάση το συμβόλαιο η εναγόμενη είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει και άλλα συνεργεία, ή δικό της προσωπικό για εκτέλεση κάποιων έργων και συνεπώς δεν ήταν απαραίτητο να πάρει την επιστολή τερματισμού η ενάγουσα για να εργαστεί εκεί άλλο συνεργείο. Τελευταίος μάρτυρας για την εναγομένη (ΜΥ4) ήταν ο Κυριάκος Χρυσοχός, ο τότε γενικός διευθυντής και Πρόεδρος του Δ.Σ. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι εναγόμενοι τερμάτισαν την συνεργασία τους με τους ενάγοντες γιατί δεν τηρούσαν τα μέτρα ασφαλείας, ως είχαν υποχρέωση, με αποτέλεσμα να έχουν σοβαρό εργατικό ατύχημα στο αντλιοστάσιο αρ.
- Το Υπουργείο, εξ αυτού του λόγου, έκδωσε απαγόρευση ενώ οι ενάγοντες συνέχιζαν την εργασία τους στο άλλο αντλιοστάσιο. Επισκέφθηκε τον ΜΕ1 για να επιθεωρήσει μαζί με τους μηχανικούς τα μέτρα ασφαλείας και να επαναλάβει και ο ίδιος προσωπικά στον εργολάβο, ότι στο συγκεκριμένο που εργαζόταν, αλλά και στο προηγούμενο που είχε σχεδόν ολοκληρώσει, να τηρήσει τα μέτρα ασφαλείας, ώστε στο μεν που είχαν απαγόρευση να αρθεί, στο δε άλλο να μην έχουν τα ίδια ατυχήματα. Ο υπεργολάβος (ΜΕ1) αρνήθηκε να υλοποιήσει τις οδηγίες με προκλητικότατο ύφος και τρόπο, που δεν τους άφησε κανένα περιθώριο, για ένα τόσο σοβαρό θέμα, από το να τερματίσουν τις εργασίες. Ο λόγος του άμεσου τερματισμού ήταν η άρνηση του να τηρήσει τα μέτρα ασφαλείας. Η άρνηση του ήταν τόσο σοβαρή που δεν είχε έννοια για κάποια περαιτέρω προειδοποίηση. Αναφέρθηκε στις κρατήσεις και τον σκοπό τους, καθόσον δε αφορά τα διεκδικούμενα από τους ενάγοντες διαφυγόντα κέρδη, αυτό αποτελεί έκπληξη για τον ίδιο, γιατί όποτε πήγαινε στο εργοτάξιο, ο ΜΕ1 του έλεγε ότι δεν βγαίνουν και έχαναν χρήματα και ότι έπρεπε να του δώσει περισσότερα. Κατά την εκτίμηση του, και αυτό εκ των υστέρων, είναι ότι ο ΜΕ1 σκόπιμα προκάλεσε με την συμπεριφορά και την άρνηση του να πάρει τα μέτρα ασφαλείας τον τερματισμό του συμβολαίου, για να αποφύγει ενδεχομένως τη ζημιά που θα είχε από την εργασία. Μετά που του τερμάτισαν το συμβόλαιο έκαμε ανταρσία και εμπόδισε τους εργαζόμενους να εργαστούν. Είχε προειδοποιηθεί προηγουμένως για κακοτεχνίες και ήταν μέσα σε λάκκο και καλούπωνε. Η δυνατότητα εμφανίσεως κακοτεχνιών δεν ήταν στο στάδιο της κατασκευής. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας όταν μπήκαν μέσα στο λάκκο, όταν καθάρισε τα καλούπια και άναψαν φώτα, οι κακοτεχνίες ήταν πλέον εμφανείς. Αναφέρθηκε επίσης στις διάφορες κακοτεχνίες που υπήρχαν. Αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι είπε διάφορες φράσεις για την συμπεριφορά του ΜΕ1, λόγω της άρνησης του να υλοποιήσει τις οδηγίες των μέτρων ασφαλείας. Θέματα ασφαλείας που να θέτουν σε κίνδυνο τους εργαζόμενους, τεκμηριωμένα μετά το ατύχημα που έγινε, έχρηζαν άμεσης απόφασης τερματισμού τέτοιου υπεργολάβου. Ο Παλμύρης έπεσε στο κενό γιατί ο ΜΕ1 έπρεπε να βάλει σανίδια για να προστατεύσει τους εργαζόμενους από το να πέσουν. Οι ενάγοντες είχαν τελειώσει τα βασικά μπετά του αντλιοστασίου, παρέμειναν εξωτερικές εργασίες και κάποια κουτσοδούλεια στην οροφή. Είχε εργασίες να ολοκληρώσει, αλλά και να είχε τελειώσει, δεν μπορεί να ξηλώνει τα προστατευτικά και να αφήνει απροστάτευτο και επικίνδυνο το εργοτάξιο, για να έλθει ο επόμενος υπεργολάβος να ξανακάμει προστατευτικά. Ήταν αποκλειστική ευθύνη των εναγόντων να βάλουν σανίδια και να προστατεύσουν τις τρύπες και τα πατώματα στο κλιμακοστάσιο. Και να παραμείνουν αυτά μέχρι την πλήρη αποπεράτωση του έργου και να τα παραλάβουν στο τέλος, όπως γινόταν σε κάθε έργο. Στην υποβολή ότι με την αποχώρηση των εναγόντων δεν είχαν πλέον ευθύνη, ήταν η θέση του ότι είχαν ευθύνη να τα κρατήσουν, αλλά ούτε και σε αυτά που δούλευε είχε τοποθετήσει προστατευτικά. Η άρνηση του ΜΕ1 να λάβει προστατευτικά μέτρα, ήταν άρνηση στις οδηγίες τους. Γι' αυτό και σκέφτηκε ότι τους προκαλούσε να αναγκαστούν να τον διώξουν, γιατί δεν έβγαζε χρήματα. Είναι 30 χρόνια μηχανικός και δεν υπήρξε ξανά, ούτε και διανοείται να υπάρχει άρνηση του καλουπσιή να καρφώσει 5 σανίδια για να μην πέσει ο κόσμος κάτω. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας εντοπίστηκαν οι παραλείψεις και κακοτεχνίες των εναγόντων. Διαπιστώθηκαν όταν άδειασε το πρώτο αντλιοστάσιο και μπήκαν μέσα με φως για να ξεκινήσουν τις επόμενες εργασίες. Του υπεβλήθη ότι όταν ζήτησε από τον ΜΕ1 να κλείσει την τρύπα στο αντλιοστάσιο 12 αυτός δεν αρνήθηκε να το πράξει, αλλά του είπε αν «έχει κανένα φράγκο», κάνοντας με τα δάκτυλα του την κίνηση του χρήματος. Ήταν η θέση του, ότι ο ΜΕ1 σαφέστατα και ξεκάθαρα αρνήθηκε να υλοποιήσει τις οδηγίες για τα μέτρα ασφαλείας. Οι υποχρεώσεις του εργολάβου δεν προκύπτουν από ειδική συμφωνία πληρωμής κάποιας οδηγίας, είτε αυτή είναι ρητή υποχρέωση του εργολάβου, είτε επιπρόσθετη. Δεν θα κρίνει ο εργολάβος αν θα πληρωθεί έξτρα και αν αισθάνεται ότι δικαιούται κάποια επιπρόσθετα χρήματα για οδηγία που έχει πάρει, υπάρχουν οι διαδικασίες απαίτησης και διεκδίκησης των οικονομικών του δικαιωμάτων. Όπως το έθεσε, αλλοίμονο αν τα έργα λειτουργούν με την κρίση του υπεργολάβου να υλοποιήσει κάποιες οδηγίες. Μόλις παρέλαβαν την απαγόρευση του Υπουργείου ημερ.27.7.07 (τεκμ.15) το εργοτάξιο έκλεισε. Τις επόμενες μέρες, αρχές Αυγούστου, πριν τις διακοπές, έγινε η συνάντηση με τον ΜΕ
- Η επίσημη επιστολή τερματισμού καθυστέρησε λόγω των διακοπών του Αυγούστου. Δεν θυμόταν αν ο ΜΕ1 του έδωσε κάποιο ιδιαίτερο λόγο όταν αρνήθηκε να εκτελέσει την οδηγία. Η επιστολή τερματισμού (τεκμ.5) δεν δόθηκε αρχές Αυγούστου γιατί χρειάστηκε να πάρουν νομική συμβουλή πως θα την διατυπώσουν και λόγω των διακοπών του Αυγούστου. Αρνήθηκε ότι ο τερματισμός της συμφωνίας οφειλόταν στο γεγονός ότι θεώρησε τη συμπεριφορά του ΜΕ1 ως θρασεία, και αλλοίμονο για κάποια εταιρεία, αν κάποιος υπάλληλος εκφραστεί κάποια στιγμή με τρόπο που δεν πρέπει, να κόβουν κεφαλές. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν θέμα χρημάτων, αλλά ο ΜΕ1 αρνείτο να πάει. Ήταν επίσης η θέση του επί σχετικής υποβολής, ότι δεν υπήρχε λογικός λόγος άρνησης εκ μέρους του ΜΕ1 να βάλει τα καλούπια και όταν κατέγραψαν τα γεγονότα μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, σκέφτηκαν ότι επειδή ο ΜΕ1 καθημερινά γκρίνιαζε ότι δεν έβγαινε οικονομικά, ήθελε να τους εξωθήσει να του τερματίσουν το συμβόλαιο. Στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι δικηγόροι των δυο πλευρών στις αγορεύσεις τους αναφέρονται στη μαρτυρία και στις εκατέρωθεν αξιώσεις. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις αγορεύσεις των δικηγόρων και στην συνέχεια, όπου χρειαστεί, θα γίνει ειδική αναφορά σε ορισμένα ζητήματα που εγείρονται, κυρίως από την πλευρά του κ. Φασουλιώτη για τους ενάγοντες. Το δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες όταν κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα. Ως η νομολογία υποδεικνύει η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν μπορεί να απομονωθεί από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε με τεκμήρια. Σημειώνεται ότι είναι στα πιο πάνω πλαίσια που θα γίνει η αξιολόγηση της μαρτυρίας και των υπολοίπων μαρτύρων. Περαιτέρω στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, υπεδείχθη ότι η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Είναι συνεπώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα, που θα αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολό της. Εγείρεται εκ μέρους του κ. Φασουλιώτη ανακολουθία μεταξύ της μαρτυρίας των μαρτύρων των εναγομένων και της υπερασπίσεως. Ειδικότερα είναι η θέση του ότι, ενώ στην παράγραφο 7.3 της υπεράσπισης η θέση των εναγομένων είναι ότι το ατύχημα έγινε μετά που οι ενάγοντες αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες των εναγομένων, η μαρτυρία όμως που προσκόμισαν, ειδικότερα του ΜΥ4, είναι ότι η άρνηση των εναγόντων προς συμμόρφωση έγινε μετά το ατύχημα. Στην παράγραφο 7.1 της υπεράσπισης αναφέρεται ότι « πριν από τον τερματισμό της έγγραφης συμφωνίας παρατηρήθηκαν τα πιο κάτω για τα οποία η εναγομένη έδωσε την πρέπουσα ειδοποίηση». Στην συνέχεια καταγράφονται ορισμένες παρατηρήσεις, μεταξύ αυτών, η μη συμμόρφωση με τον όρο 7 της συμφωνίας και ότι, οι ενάγοντες, δεν τηρούσαν τις πρόνοιες του σχεδίου ασφαλείας κατά παράβαση του όρου
- Ακολούθως στην παράγραφο 7.3 αναφέρεται ότι «Ως αποτέλεσμα της άρνησης και παράλειψης . να συμμορφωθεί με τα πιο πάνω επεσυνέβη εργατικό ατύχημα ..». Κατά συνέπεια η εισήγηση του κ. Φασουλιώτη ότι η μαρτυρία δεν συνάδει με την υπεράσπιση δεν ευσταθεί. Διχογνωμία υπάρχει επίσης εκ μέρους των δυο πλευρών αναφορικά με τον τερματισμό της συμφωνίας υπεργολαβίας, τεκμ.
- Με αναφορά στον όρο 17 του συμβολαίου - τεκμ.3 - ο μεν κ. Φασουλιώτης εισηγείται ότι οι εναγόμενοι δεν άσκησαν αποτελεσματικά το ισχυριζόμενο δικαίωμα τους να τερματίσουν την συμφωνία και κατά συνέπεια ο τερματισμός είναι παράνομος, ενώ η κα Αστραίου εισηγείται ότι οι εναγόμενοι είχαν εκ του όρου 17 το δικαίωμα να τερματίσουν προφορικά τη συμφωνία. Το θέμα αυτό θα αντιμετωπιστεί και θα εξεταστεί μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την σχετική κατάληξη των ευρημάτων του δικαστηρίου. Δυο ακόμα θέματα που άπτονται της μαρτυρίας κρίνεται ότι θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν από τώρα. Το ένα αφορά την απαίτηση των εναγόντων για το ποσό των €6.588,11, παράγραφος (8(α)) της εκθέσεως απαιτήσεως), για υπόλοιπο οφειλόμενο από εκτελεσθείσες εργασίες. Το ποσό αυτό δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε, πιστοποιείται δε από το τεκμ.6, που αποτελεί πιστοποιητικό πληρωμής υπ' αριθμό 17, ημερ.8.8.
- Στο πιστοποιητικό αυτό καταγράφεται και το ποσό της κράτησης, ανεχόμενο μέχρι εκείνη την ημέρα στο ποσό των Λ.Κ.11.695,64, το οποίο ομοίως διεκδικούν οι ενάγοντες (€19.983,19, παράγραφος 8(β) της εκθέσεως απαιτήσεως). Ούτε το ποσό αυτό έχει αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου τα πιο πάνω εξάγονται και συνιστούν ευρήματα του δικαστηρίου. Αδιαμφισβήτητα επίσης και κοινώς αποδεκτά αποτέλεσαν δυο ακόμα γεγονότα. Πρώτο ότι στις 27.7.07 η Επιθεωρήτρια Εργασίας, δυνάμει του Αρ.46 των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων εξέδωσε Ειδοποίηση Απαγόρευσης στην εναγομένη (τεκμ.15), για τον λόγο παράλειψης λήψης ικανοποιητικών μέτρων για την διασφάλιση της ασφάλειας και της υγείας του προσώπων που επηρεάζονται από την εκτέλεση των εργασιών και ότι οι εργασίες στο αντλιοστάσιο στα Λατσιά δημιουργούν, ή αναμένεται να προκαλέσουν κίνδυνο σοβαρής σωματικής βλάβης (σελ.1 και 3). Αποτέλεσε επίσης κοινό έδαφος, ή τουλάχιστον καθόλου δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγόντων και του ΜΕ1, ότι η απαγόρευση εξεδόθη λόγω του γεγονότος ότι κάποιος μηχανικός του εργοταξίου, ο κ. Παλμύρης, κατέπεσε μέσα σε λάκκο - αντλιοστάσιο αρ.12 - εντός ή επί του οποίου οι ενάγοντες εκτέλεσαν εργασίες καλουπώματος, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας υπεργολαβίας. Παραδεκτό επίσης και κοινό έδαφος αποτέλεσε ότι ο λόγος που έγινε το ατύχημα, οφειλόταν στην απουσία μέτρων ασφαλείας που θα έπρεπε να υπήρχαν στο σημείο. Επίμαχο και καθοριστικό θέμα αποτέλεσε ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι τερμάτισαν την συμφωνία υπεργολαβίας των εναγόντων. Ο ΜΕ1 ιδιαίτερα λακωνικός στην γραπτή του δήλωση (παράγραφος 9), ανέφερε ότι ο τερματισμός έγινε γιατί ο διευθυντής της εναγομένης (ΜΥ1) θεώρησε την απαίτηση του να πληρωθεί κάποιες επιπρόσθετες εργασίες που του ανέθεσε, ως θρασύτητα. Απέφυγε επιμελώς να διευκρινίσει ποιες ήταν αυτές οι εργασίες, αλλά και να τις διασυνδέσει με το ατύχημα που έγινε στο εργοτάξιο του αντλιοστασίου
- Αντεξεταζόμενος εμμέσως προσπάθησε να αποσυνδεθεί από την ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι τηρούσε τους κανόνες ασφαλείας για το μέρος της δουλειάς του, χωρίς όμως να εξηγήσει γιατί εν τοιαύτη περιπτώσει, αφού τηρούσε τους κανόνες ασφαλείας έγινε το ατύχημα, ούτε και γιατί στο άλλο αντλιοστάσιο που εργαζόταν, ως αναντίλεκτα κατέθεσε ο ΜΥ4, και πάλι δεν τηρούσε τους κανόνες ασφαλείας. Συναφής προς τα ανωτέρω, ήταν η αναντίλεκτη θέση του ΜΥ4 ότι επί του κενού του αντλιοστασίου αρ.12, οι ενάγοντες θα έπρεπε να τοποθετήσουν σανίδια για να προστατεύσουν τους εργαζόμενους και ότι, ακόμα και να τελείωσε την εργασία του εκεί, όπως το έθεσε, «ουαί και αλλοίμονο» να ξηλώνει τα προστατευτικά και να αφήνει το εργοτάξιο απροστάτευτο, για να πάει ο επόμενος υπεργολάβος να ξανακάμει τα προστατευτικά. Ήταν ομοίως η θέση του (ΜΥ4), ότι δεν είναι δυνατόν το έργο στα διάφορα στάδια να μην πληροί τα μέτρα ασφαλείας. Η άρνηση δε του ΜΕ1 σύμφωνα με τον ΜΥ4 ήταν να τοποθετήσει προστατευτικά τόσο στο προηγούμενο - αντλιοστάσιο 12 - όσο και στο υφιστάμενο που εργαζόταν. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις και κρίσεις γίνονται ακριβώς για να καταδείξουν ότι ο ΜΕ1 απέφυγε να αναφερθεί στο θέμα αυτό, αλλά και στο ιστορικό των γεγονότων, με δεδομένο πάντοτε το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εκδόθηκε απαγόρευση συνέχισης των εργασιών από το αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εργασίας, περιοριζόμενος μόνο, ότι η απαίτηση του να πληρωθεί θεωρήθηκε θρασύτητα, με αποτέλεσμα ο ΜΥ4 να τερματίσει τη συμφωνία. Εκ των γεγονότων βέβαια προκύπτει ότι το θέμα δεν ήταν τόσο απλό όσο αρχικά επιχείρησε να το παρουσιάσει ο ΜΕ1, ο οποίος επιμελώς απέφυγε να τοποθετηθεί ευθέως. Άλλωστε η υποχρέωση τήρησης των κανονισμών ασφαλείας εκ μέρους των εναγόντων - υπεργολάβων - ρητώς προβλέπεται στον όρο 19 της μεταξύ τους συμφωνίας (τεκμ.3). Κατά συνέπεια και αν ακόμα ο ΜΕ1 θεωρούσε ότι για την λήψη των προστατευτικών μέτρων στο αντλιοστάσιο 12 δεν είχε κάποια υποχρέωση, αφού μετακινήθηκε σε άλλο αντλιοστάσιο και συνεπώς επρόκειτο για κάποια έξτρα εργασία, αυτά βέβαια ανεξάρτητα από όσα κατέθεσε επί τούτου ο ΜΥ4, αναντιλέκτως όμως, ο ΜΥ4 κατέθεσε ότι τέτοια μέτρα δεν είχαν παρθεί εκ μέρους των εναγόντων ούτε και στο άλλο αντλιοστάσιο όπου εργάζονταν. Και η υποχρέωση των εναγόντων για την λήψη τέτοιων μέτρων, ευθέως πήγαζε εκ του πιο πάνω όρου της συμφωνίας. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε, ακόμα και με την συλλογιστική του ΜΕ1, να θεωρηθεί ως έξτρα εργασία η λήψη μέτρων ασφαλείας επί του υφιστάμενου αντλιοστασίου, επί του οποίου εργαζόταν και να ζητήσει έστω να πληρωθεί. Το ερώτημα με άλλα λόγια που εγείρεται είναι για ποιο αντλιοστάσιο ήθελε, ή και ζήτησε να πληρωθεί. Δεν παραγνωρίζεται βέβαια ότι ο ΜΥ3 ανέφερε ότι οι ενάγοντες τελείωσαν την εργασία στο αντλιοστάσιο 12 και την παρέδωσαν στους εναγομένους, πλην όμως το γεγονός αυτό καθαυτό του ατυχήματος στον χώρο εργασίας των εναγόντων αναδεικνύει την υποχρέωση τους να εξακολουθούν να τηρούν τα μέτρα ασφαλείας. Ο όρος 19
(3)της συμφωνίας προνοεί την τήρηση του σχεδίου ασφαλείας που αφορούν την εργασία - των εναγόντων - καθώς και την υποχρέωσή τους να προμηθεύουν όλα τα υλικά και εργατικά. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι με τον τερματισμό της εργασίας, οι ενάγοντες θα αφαιρούν τα μέτρα ασφαλείας, ως εμμέσως ήταν η θέση του ΜΕ
- Ο ισχυρισμός συνεπώς του ΜΕ1 ότι τηρούσε τα μέτρα ασφαλείας για την δική του εργασία είναι εν μέρει ορθός, αφού και πάλι επιμελώς απέφυγε να αναφέρει ότι μετακίνησε τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε στο αντλιοστάσιο 12 με αποτέλεσμα να προξενηθεί το ατύχημα στο χώρο της δικής του εργασίας. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η εργασία των εναγόντων ήταν μέρος του κυρίως συμβολαίου που ανέλαβαν να εκτελέσουν οι εναγόμενοι, οι όροι 1 και 3(α)-(γ) της συμφωνίας τους είναι σχετικοί, και το γεγονός ότι οι ενάγοντες εκτέλεσαν την εργασία στο αντλιοστάσιο αρ.12 δεν τους απάλλασσε ως προς τα μέτρα ασφαλείας. Η απαλλαγή τους θα επερχόταν με την ολοκλήρωση και παράδοση του κυρίως συμβολαίου των εναγομένων προς τον εργοδότη. Κατά συνέπεια η μαρτυρία των ΜΥ3 και 4 ελέγχεται ως απόλυτα ορθή και συνάδουσα τόσο με τους όρους 3 και 19 της συμφωνίας, αλλά και με την λογική του πράγματος και την αλληλουχία των γεγονότων. Επιβεβαιώνεται δε εκ του αποτελέσματος, ήτοι του γεγονότος ότι το ατύχημα έγινε εκεί που θα έπρεπε οι ενάγοντες να διατηρούν μέτρα ασφαλείας. Αποτέλεσε κοινό έδαφος τόσο από την μαρτυρία του ΜΕ1, όσο και των ΜΥ3 και 4, ότι οι ενάγοντες, δια του ΜΕ1, έλαβαν συγκεκριμένη οδηγία να εκτελέσουν συγκεκριμένο έργο. Το δικαίωμα των εναγομένων να εκδίδουν οδηγίες προς τον υπεργολάβο ευθέως προκύπτει από τον όρο 7 (α) της μεταξύ τους συμφωνίας, με την ταυτόχρονη υποχρέωση του υπεργολάβου να συμμορφώνεται με αυτές. Ο ΜΕ1 ως λέχθηκε κατέθεσε ότι το γεγονός ότι ζήτησε να πληρωθεί για την οδηγία αυτή για την έξτρα εργασία, θεωρήθηκε θράσος από τον ΜΥ4 και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τερματιστεί η μεταξύ τους συμφωνία. Ο ΜΥ3 κατέθεσε ότι ζήτησαν από τον ΜΕ1 να επανατοποθετήσει τις χειρολαβές στο αντλιοστάσιο αρ.12 και τους απάντησε «όχι δεν πάω να το κάμω», μάλιστα ο ίδιος του είπε ότι θα πληρωνόταν για την εργασία αυτή και απάντησε αρνητικά, χωρίς να πάρει κάποια εξήγηση. Ο ΜΥ4 από την πλευρά του, κατέθεσε ότι ο υπεργολάβος όταν λάβει οδηγία για επιπρόσθετη εργασία υποχρεούται να την εκτελέσει. Αν δε αισθάνεται ότι δικαιούται χρήματα για την οδηγία αυτή, υπάρχουν οι διαδικασίες διεκδίκησης των δικαιωμάτων. Έχει γίνει αναφορά στον όρο 7 της συμφωνίας, άμεσα σχετικός όμως είναι και ο όρος 15 υπό τον τίτλο Πληρωμές, που συνάδει με αυτά που κατέθεσε ο ΜΥ
- Σύμφωνα με τον όρο 15(β) κάθε δεύτερη εβδομάδα ο εργολάβος - εναγόμενοι - θα πληρώνει τον υπεργολάβο - ενάγοντες - ενδιάμεση πληρωμή με βάση αναλυτική κατάσταση της εκτελεσθείσης εργασίας. Κατά συνέπεια η πληρωμή μεταξύ των διαδίκων σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας τους θα γινόταν ανά δεκαπενθήμερο, στην βάση της εκτελεσθείσης εργασίας, μέρος της οποίας είναι και κάθε οδηγία για επιπρόσθετη εργασία, ή άλλη οδηγία των εναγομένων προς τους ενάγοντες, αναφορικά με την εργασία. Με άλλα λόγια η στάση του ΜΕ1 και η επί τόπου απαίτηση του για πληρωμή δεν είχε έρεισμα στην μεταξύ τους συμφωνία, παρά την διαβεβαίωση του ΜΥ3 προς τον ίδιο ότι θα πληρωνόταν. Ορθή κατά συνέπεια με βάση την μεταξύ τους συμφωνία κρίνεται και η θέση του ΜΥ4 ότι ο υπεργολάβος υποχρεούται να εκτελέσει οδηγίες για πρόσθετες εργασίες και θα πληρωθεί με βάση την αναλυτική κατάσταση της εκτελεσθείσης εργασίας. Ο ΜΥ3 ανέφερε ότι ΜΕ1 δεν του ανέφερε κάποιο λόγο γιατί δεν ήθελε να κάμει την πρόσθετη εργασία. Κρίνεται όμως πως την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο ΜΕ1 όταν κατά αντεξέταση ανέφερε ότι για κάποιες εργασίες σε άλλες δουλειές δεν είχε πληρωθεί και γι' αυτό ζήτησε να πληρωθεί για τις έξτρα εργασίες. Απέφυγε βέβαια να διευκρινίσει και να δώσει εξηγήσεις για ποιες εργασίες δεν είχε πληρωθεί και αν τηρήθηκε ο όρος 15 της μεταξύ τους συμφωνίας, αλλά γεγονός παραμένει ότι έθεσε ως όρο να πληρωθεί. Και το ερώτημα παραμένει μετέωρο, αφού με δεδομένη την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ3 ότι του είπε πως θα πληρωθεί, παρά ταύτα αρνήθηκε και τελικά δεν εκτέλεσε την εργασία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνησθεί ότι το εργοτάξιο των εναγομένων στο αντλιοστάσιο αρ.12 ουσιαστικά έκλεισε μετά την σχετική απαγόρευση του Υπουργείου Εργασίας, γεγονός το οποίο γνώριζε ο ΜΕ1, ανεξάρτητα αν έλαβε την σχετική επιστολή, σημειώνεται πάντως πως ο ΜΥ3 κατέθεσε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι του έδωσε αντίγραφο προς συμμόρφωση με το περιεχόμενο της, το οποίο και γίνεται αποδεκτό με την εξαγωγή αναλόγου ευρήματος του δικαστηρίου. Κάτω από αυτή την κατάσταση πραγμάτων έγινε η συζήτηση και δόθηκε η σχετική οδηγία στον ΜΕ1 να εκτελέσει τα μέτρα ασφαλείας. Η μαρτυρία του ΜΥ4 έχει παρατεθεί και δεν θα επαναληφθεί, κρίνεται όμως ότι ήταν ιδιαίτερα παραστατικός ως προς την πραγματική κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε στο εργοτάξιο και που αφορούσε τα μέτρα ασφαλείας. Εκείνο που εξάγεται είναι ότι η άρνηση του ΜΕ1 να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της επιστολής του Υπουργείου, στην ουσία διατηρούσε το εργοτάξιο κλειστό, λόγω της σχετικής απαγόρευσης. Στο σημείο αυτό κρίνεται κατάλληλο να παρεμβληθεί επί του συγκεκριμένου η μαρτυρία του ΜΕ3 Κωνσταντίνου Λοίζου, που ήταν ο μηχανικός του έργου, ο οποίος σύμφωνα με τον ΜΥ3 ήταν παρόν στα διαμειφθέντα. Διαφοροποιημένος εντελώς από τον ΜΕ1, κατέθεσε ότι ο ΜΕ1 έλαβε οδηγίες για τα μέτρα ασφαλείας αλλά δεν πρόλαβε να τα εκτελέσει, γιατί προτίμησε να κάμει άλλη δουλειά επείγουσα και μετά να λάβει τα μέτρα ασφαλείας. Ερωτώμενος στη συνέχεια επί του ιδίου θέματος, ανέφερε ότι ο ΜΕ1 είπε δεν θα τα κάμω τώρα, αλλά π.χ. σε 2 ημέρες. Του είπαν «θέλω το σήμερα», αυτός είπε «αύριο» και του είπε - προφανώς υπονοούσε τον ΜΥ4 - φεύγεις. Θυμόταν επίσης ότι ο ΜΥ4 του είπε ότι είναι αυθάδης και τον έδιωξε. Κατέθεσε ότι δεν θυμόταν αν ο ΜΕ1 βγήκε στον γερανό και τελικά ανέφερε ότι μπορεί και να μην ήταν εκεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει σοβαρή και ανυπέρβλητη αντίφαση μεταξύ των ΜΕ1 και ΜΕ3 ως προς το συγκεκριμένο, το οποίο αποτελεί στο τέλος της ημέρας το κύριο, αν όχι και το μοναδικό επίδικο θέμα που αφορά τον λόγο του τερματισμού της συμφωνίας. Σημειώνεται πάντως ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν τέθηκε στους ΜΥ3 και
- Ο ΜΕ3 στην προσπάθεια του προφανώς να βοηθήσει τους ενάγοντες, άφησε να νοηθεί ότι ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε να εκτελέσει την εργασία, ήταν απλώς ζήτημα χρόνου, σήμερα ή αύριο, που ευθέως όμως είναι σε κάθετη αντίφαση με όσα κατέθεσε ο ΜΕ
- Πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικές εκδοχές, άσχετες, αντιφατικές και ασύνδετες μεταξύ τους, που εκ των πραγμάτων αφήνουν τελείως έκθετους τους ισχυρισμούς τους και καθιστούν την μαρτυρία τους πλήρως αναξιόπιστη και απορριπτέα. Και τι πραγματικά νόημα μπορεί να προσδοθεί στον ισχυρισμό του ΜΕ3, ότι ο ΜΕ1 είπε «δεν θα τα κάμω τώρα», γιατί είχε άλλη επείγουσα εργασία. Τι πιο επείγον υπήρχε από το να επαναρχίσουν οι εργασίες στο αντλιοστάσιο αρ.12 μετά την απαγόρευση του Υπουργείου Εργασίας. Κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο ΜΕ3 στην ουσία επιχείρησε με μισόλογα, και αυτά αντιφατικά, να καλύψει την άρνηση του ΜΕ1 να εκτελέσει την οδηγία που έλαβε από τους ΜΥ3 και 4, όπως ακριβώς ήταν και η μαρτυρία τους. Η μαρτυρία των ΜΕ1 και 3, πέραν του ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, αναδεικνύει και την προσπάθεια του ΜΕ1, αλλά και του ΜΕ3, να αποφύγουν να παραθέσουν όλη την αλήθεια στο δικαστήριο. Που δεν είναι άλλη από την άρνηση του ΜΕ1 να εκτελέσει την οδηγία που έλαβε για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας. Αντίθετα, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί και εξηγηθεί, η μαρτυρία των ΜΥ3 και 4 γίνεται αποδεκτή, όχι μόνο γιατί συνάδει με την πραγματική φύση των πραγμάτων, αλλά και γιατί οι μάρτυρες ήταν σαφείς και η μαρτυρία τους ήταν άμεση, συνεπής και χωρίς σκαμπανεβάσματα και υπεκφυγές. Κρίνεται ως συνάδουσα πλήρως με την αλληλουχία των γεγονότων και την πραγματική κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε στο εργοτάξιο, ως αποτέλεσμα της έκδοσης απαγόρευσης των εργασιών υπό του Υπουργείου Εργασίας. Η εκδοχή των ΜΥ3 και 4 υποστηρίζεται πλήρως και από την λογική των πραγμάτων, αλλά και εκ του αποτελέσματος. Αφού ο ΜΕ1, ως και ο ίδιος κατέθεσε, ζήτησε να πληρωθεί για τις επιπρόσθετες εργασίες και ο ΜΥ3 του είπε ότι θα πληρωθεί, γιατί δεν εκτέλεσε την οδηγία και απάντησε αρνητικά. Αλλά και αν ακόμα ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε, όπως υπεβλήθη στον ΜΥ3, τότε και πάλι γιατί δεν εκτέλεσε την εργασία. Αν το ζητούμενο για τον ΜΕ1 ήταν η πληρωμή, υπήρχε ο όρος 15 της συμφωνίας τους και όπως για όλες τις άλλες εργασίες που θα εκτελούσε θα υπέβαλλε αναλυτική κατάσταση, έτσι και για την εργασία αυτή θα υπέβαλλε κατάσταση προς πληρωμή, όπως ορθά κατέθεσε ο ΜΥ
- Είναι για τους λόγους αυτούς που το δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι ο τερματισμός της συμφωνίας έγινε, έτσι απλά όπως κατέθεσε ο ΜΕ1, γιατί ο ΜΥ4 θεώρησε την απαίτηση του προς πληρωμή ως θρασύτητα. Σε τελική ανάλυση είτε είχε υποχρέωση είτε όχι για τα μέτρα ασφαλείας, που δεν είναι αυτό το ζητούμενο ως επίδικο θέμα, ήταν υπόχρεος να ακολουθήσει τις οδηγίες του εργολάβου, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου τους και να υποβάλει κατάσταση πληρωμής για τις εργασίες που θα εκτελούσε, όπως και για κάθε άλλη εργασία που λάμβανε οδηγίες να εκτελέσει. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΥ3 και 4 είναι η, ομολογουμένως, ανεξήγητη αλλά και αντισυμβατική άρνηση του ΜΕ1 να συμμορφωθεί με τις οδηγίες και να εκτελέσει την πρόσθετη εργασία που επέφερε τον τερματισμό του συμβολαίου εκ μέρους των εναγομένων. Και αυτό κρίνεται ότι είναι το επίδικο θέμα. Ο ουσιαστικός λόγος τερματισμού του συμβολαίου, ως πλειστάκις κατέθεσαν οι ΜΥ3 και 4 ήταν η άρνηση του ΜΕ1 να ακολουθήσει την οδηγία τους για την εκτέλεση πρόσθετης εργασίας. Και αυτό ως γεγονός εξάγεται και συνιστά εύρημα του δικαστηρίου. Θα πρέπει να υπομνησθεί ξανά, γιατί αυτό το γεγονός αποτελεί την γενεσιουργό αιτία του προβλήματος, ότι οι εναγόμενοι βρίσκονταν κάτω από καθεστώς απαγόρευσης των εργασιών στο αντλιοστάσιο αρ.12 και στην ουσία, όπως το έθεσαν και οι δυο μάρτυρες (ΜΥ3 και 4), έδωσαν οδηγία στον ΜΕ1 προς εκτέλεση εργασιών που είχαν άμεση σχέση με την ασφάλεια και την εντολή απαγόρευσης από το Υπουργείο. Οδηγία την οποία ο ΜΕ1 αρνήθηκε να εκτελέσει. Ο ΜΥ4 έκαμε διάφορες εικασίες για τους λόγους που ώθησαν τον ΜΕ1 να αρνηθεί να εκτελέσει τις εργασίες και ουσιαστικά να αρνηθεί να τηρήσει τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Ασφαλή συμπεράσματα και ευρήματα επί του προκειμένου προφανώς και δεν μπορούν να εξαχθούν. Ούτε και έχουν σημασία οι πραγματικοί λόγοι που ώθησαν τον ΜΕ1 να αρνηθεί να εκτελέσει την εργασία. Οι σχέσεις των διαδίκων ρυθμίζονταν από την μεταξύ τους συμφωνία και όχι από τους ενδόμυχους λόγους και τα απώτερα κίνητρα ενός εκάστου μέρους. Για τους σκοπούς της παρούσης είναι αρκετό το γεγονός, ως το εύρημα του δικαστηρίου, ότι ο ΜΕ1 αρνήθηκε να εκτελέσει τις εργασίες που του υποδείχθηκαν. Αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στις 28.8.07, όση σημασία και αν έχουν, η ουσία είναι ότι οι εναγόμενοι την ημέρα εκείνη παρέδωσαν γραπτώς τον τερματισμό της συμφωνίας στον ΜΕ
- Η αντίδραση του ΜΕ1 να μην επιτρέψει σε κανένα να επέμβει στο εργοτάξιο και η κλήση της αστυνομίας, ήταν κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, αφού ως ορθά κατέθεσαν οι ΜΥ3 και 4, αλλά και σύμφωνα με τον όρο 5(β) δεν υπήρξε αφενός μαρτυρία ότι οι ενάγοντες ανέλαβαν αποκλειστική κατοχή του τμήματος που εργάζονταν και αφετέρου, ως οι μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν, χωρίς να αμφισβητηθούν, δεν δόθηκε στους ενάγοντες τέτοια αποκλειστική κατοχή. Ομοίως δια του όρου 5(γ), οι ενάγοντες ήταν υπόχρεοι να επιτρέπουν την είσοδο, μεταξύ άλλων και σε άλλους εργολάβους στο τμήμα που τους παραχωρήθηκε. Ειδικότερα όμως, ο όρος 7(β), ευθέως δίνει δικαίωμα στους εναγομένους να δίνουν οδηγίες για την εκτέλεση εργασιών και από άλλους υπεργολάβους. Κατά συνέπεια η αντίδραση του ΜΕ1 να μην επιτρέψει την είσοδο στο εργοτάξιο ήταν αντισυμβατική, και ανεξάρτητη βεβαίως από τον γραπτό τερματισμό της συμφωνίας. Πέραν αυτού, αν ο ΜΕ1 είχε σκοπό να συμμορφωθεί με την επιστολή του Υπουργείου Εργασίας είχε όλο τον χρόνο, αν ήθελε, από τις αρχές Αυγούστου που έγινε η συνάντηση με τους ΜΥ3 και 4 μέχρι και την 28.8.07 που αντέδρασε στην είσοδο άλλων στο εργοτάξιο, να προβεί στην εκτέλεση των οδηγιών που του δόθηκαν. Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, συνοψίζοντας, γίνεται εύρημα του δικαστηρίου ότι μετά την λήψη της επιστολής του Υπουργείου Εργασίας από τους εναγομένους για την απαγόρευση της εργασίας στο αντλιοστάσιο αρ.12, αρχές Αυγούστου του 2007, οι ΜΥ3 και 4 πήγαν στο αντλιοστάσιο όπου εργάζονταν οι ενάγοντες. Ο ΜΥ3 παρέδωσε την επιστολή του Υπουργείου Εργασίας στον ΜΕ1 και μαζί με τον ΜΥ4 έδωσαν οδηγία στον ΜΕ1, διευθυντή των εναγόντων, να εκτελέσει τα μέτρα ασφαλείας σύμφωνα με την ρηθείσα επιστολή του Υπουργείου Εργασίας, τόσο στο αντλιοστάσιο αρ.12 που έγινε το εργατικό ατύχημα, όσο και στον χώρο εργασίας του άλλου αντλιοστασίου που εργάζονταν οι ενάγοντες. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε να την εκτελέσει με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι δια του ΜΥ4 επί τόπου προφορικά, όπως κατέθεσε και ο ΜΥ3, είπαν στον ΜΕ1 ότι θα τερματίσουν την συμφωνία υπεργολαβίας μεταξύ τους. Στην συνέχεια οι εναγόμενοι γραπτώς, δι' επιστολής τους ημερ.28.8.07, τερμάτισαν την μεταξύ τους συμφωνία (τεκμ.5). Το δικαστήριο αποδεχόμενο τη μαρτυρία των ΜΥ3 και 4, εξάγει ως περαιτέρω εύρημα ότι ο λόγος για τον οποίο η επιστολή τερματισμού αποστάληκε την 28.8.07 οφειλόταν στο γεγονός ότι ήταν η περίοδος των διακοπών του Αυγούστου και χρειάστηκε να πάρουν νομική συμβουλή από τους δικηγόρους τους, με τους οποίους θα συζητούσαν το θέμα. Το επόμενο θέμα που εγείρεται και θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο, συμβατικά, ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν νόμιμος. Σχετικός είναι ο όρος 17 του συμβολαίου, ο οποίος και καταγράφεται αυτούσιος. ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ (α) Αν ο υπεργολάβος: (i) παραλείψει να αρχίσει εργασίες σύμφωνα με το άρθρο
- (ii) Παραβεί το άρθρο 6 και 7 της παρούσης (iii) Παραλείψει ή αρνηθεί να επιδιορθώσει ή να απομακρύνει ελαττωματική εργασία κατά παράβαση του άρθρου
- (v) κηρυχθεί κατάσταση πτώχευσης (iv) παραβεί πρόνοιες του άρθρου 18 και 19 του παρόντος Μετά που ο εργολάβος, πλην της περίπτωσης (v), δώσει γραπτή προειδοποίηση, τότε ο εργολάβος μπορεί να τερματίσει το παρόν με νέα γραπτή ειδοποίηση. (β) Ο τερματισμός σύμφωνα με την υποπαρ.(α) μπορεί να αφορά μέρος μόνο της εργασίας. (γ) Στην περίπτωση τερματισμού σύμφωνα με αυτή την παράγραφο ο εργολάβος δικαιούται να τελειώσει την εργασία με άλλα μέσα. (δ) Ο Υπεργολάβος θα είναι εξ' ολοκλήρου υπεύθυνος απέναντι στον εργολάβο για οποιαδήποτε ζημιά, κόστος ή έξοδα τυχόν υποστεί εξ αιτίας του τερματισμού. Σημειώνεται ότι οι ενάγοντες ένα σχεδόν μήνα μετά την επιστολή τερματισμού, ήτοι την 24.9.07 απέστειλαν, δια του δικηγόρου τους, επιστολή προς την εναγομένη αρνούμενοι τον τερματισμό της συμφωνίας, προβάλλοντας ότι δεν τηρήθηκε «η διαδικασία που προβλέπεται με απόλυτη καθαρότητα», του όρου 17(α) και ο τερματισμός της συμφωνίας είναι πρόωρος και άνευ οποιουδήποτε αποτελέσματος. Το επίμαχο σημείο που ενδιαφέρει εδώ, είναι κατά πόσο θα έπρεπε να δοθεί γραπτή προειδοποίηση προς τους ενάγοντες πριν τον τερματισμό της συμφωνίας που αναντιλέκτως έγινε την 28.8.
- Η εισήγηση της κας Αστραίου περί τυπογραφικού σφάλματος στη αρίθμηση των περιπτώσεων της υποπαραγράφου 17(α), επειδή η αρίθμηση τοποθετήθηκε αντίστροφα, δεν ενέχει κάποια σημασία, γιατί εκείνο που ρητώς εξαιρείται από την υποχρέωση του γραπτού τερματισμού είναι το υπό στοιχείο (v), ανεξάρτητα από την αρίθμηση. Και κρίνεται ότι είναι και λογικό γιατί σε περίπτωση πτώχευσης του υπεργολάβου, η επιστολή τερματισμού είναι αχρείαστη. Ως είναι αντιληπτό εκείνο που εγείρεται εκ μέρους των εναγόντων σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Φασουλιώτη, είναι ότι θα έπρεπε να δοθεί γραπτή προειδοποίηση στους ενάγοντες πριν τον τερματισμό της συμφωνίας. Εγείρεται συνεπώς θέμα ερμηνείας του όρου 17 της συμφωνίας. Στην υπόθεση Χατζησωτηρίου ν. ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1406, υποδεικνύεται ότι: «Η ερμηνεία των εγγράφων, όπως είναι νομολογημένο, είναι έργο του δικαστηρίου, το οποίο, μέσα από το λεκτικό τους, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σ' αυτά είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο - (βλ. Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204· Γεωργ. Ετ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 168· Λάμπρου ν. Παράσχου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. ν. Ττοφίνη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). ΄Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- (σελ. 413) «..., συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.» Για την ανεύρεση όμως της ουσίας της συμφωνίας και της ορθής ταξινόμησης της, η περιγραφή που δίνεται από τους ιδίους τους διαδίκους ή ακόμη και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται δεν παρέχουν αφ΄ εαυτών και κατ΄ ανάγκην στερεά βάση. Σημασία αποκτά όχι μόνο η κοινή πρόθεση των μερών αλλά και η εν γένει φύση, σκοπός και στόχος της συμφωνίας, οι όλες συνθήκες που την περιβάλλουν και το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο αυτή συνομολογήθηκε (Απολλώνειο Ιδιωτικό νοσοκομείο Λτδ ν. C & S American Heart Institute Ltd κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ 379). Η συμφωνία επίσης θα πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, ούτως ώστε να αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των συμβαλλομένων. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 26η έκδοση, παρά.124 σελ.91, υποδεικνύεται ότι: «It is accordingly the duty of the court to construe such documents fairly and broadly, without being to astute or subtle in finding defects .» Αποτελεί ήδη εύρημα του δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ3, παρέδωσαν αντίγραφο της επιστολής του Υπουργείου στους ενάγοντες, τους οποίους και κάλεσαν δια των ΜΥ3 και 4, να συμμορφωθούν με όλες τις πρόνοιες του διατάγματος του Υπουργείου. Σχετική είναι η παράγραφος 5 της γραπτής δήλωσης του Γιώργου Μιχαηλίδη (ΜΥ3, έγγραφο Β). Το ερώτημα που προβάλλει είναι αν η επιστολή του Υπουργείου Εργασίας που παραδόθηκε στους ενάγοντες από τον ΜΥ3, αποτελεί επαρκή προειδοποίηση προς αυτούς, σύμφωνα με τον όρο 17(α) της συμφωνίας, ή θα έπρεπε αυτή να παραδοθεί με συνοδευτική επιστολή των εναγομένων, ή να αντιγραφεί το μέρος που αφορούσε τους ενάγοντες σε ξεχωριστή επιστολή των εναγομένων προς αυτούς. Η συμφωνία των διαδίκων αποτελεί συμβόλαιο υπεργολαβίας του κυρίως συμβολαίου που ανέλαβαν οι εναγόμενοι για την κατασκευή αντλιοστασίων (SPS). Σχετικός είναι ο όρος 1 της συμφωνίας αλλά και οι όροι 3 και 16 στους οποίους ευθέως γίνεται αναφορά στο κυρίως συμβόλαιο. Μάλιστα να αναφερθεί ότι ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ούτε ο μηχανικός του έργου, αλλά ούτε και η επίβλεψη του ΣΑΛΑ του έκαμαν υποδείξεις για κακοτεχνίες. Το ίδιο συνεπώς ερώτημα τίθεται και στην περίπτωση γραπτών υποδείξεων του ΣΑΛΑ προς τους εναγομένους, για εργασίες που αφορούν την υπεργολαβία των εναγόντων. Κατά την κρίση του δικαστηρίου ο επίδικος όρος 17(α) δεν προνοεί οτιδήποτε σε αυτή την περίπτωση. Ο όρος αυτός αναφέρεται και αφορά τις απευθείας σχέσεις μεταξύ των διαδίκων και όχι για υποδείξεις τρίτων. Η μόνη σχετική, και κατά ένα τρόπο βοηθητική διατύπωση, υπάρχει στον όρο 16(γ), σύμφωνα με τον οποίο, αν η λύση του κυρίως συμβολαίου επέλθει λόγω παραβίασης από τον υπεργολάβο - ενάγοντες - της συμφωνίας υπεργολαβίας, τότε θα θεωρείται ότι ο εργολάβος, δηλαδή οι εναγόμενοι, τερμάτισαν την συμφωνία δυνάμει του όρου
- Με άλλα λόγια και ο υπεργολάβος υπόκειται, υπό τους όρους του κυρίως συμβολαίου, στις οδηγίες του εργοδότη, δηλαδή του ΣΑΛΑ. Το περιεχόμενο της επιστολής του Υπουργείου Εργασίας και η υποχρέωση συμμόρφωσης με αυτή, στο αναλογούν μέρος που αφορούσε τους ενάγοντες, εντάσσεται στα πλαίσια των όρων 7 και 19 της μεταξύ τους συμφωνίας. Κατά συνέπεια η άρνηση και η μη συμμόρφωση των εναγόντων αποτελούσε νόμιμο λόγο τερματισμού της συμφωνίας. Ο όρος 17(α) παραπέμπει στους όρους 6, 7, 10, 18 και 19 του μεταξύ τους συμβολαίου που διέπει τις σχέσεις εργολάβου και υπεργολάβου, αλλά δεν υπάρχει αναφορά ή πρόνοια στην περίπτωση, όπως στην παρούσα, που οι υποδείξεις προέρχονται από τρίτους. Θα ήταν άκαμπτη και εξαιρετικά στεγνή γραμματική ερμηνεία της συμφωνίας εκτός του συνολικού της πνεύματος, της φύσης και του σκοπού της, αλλά και των γενικότερων συνθηκών που την περιβάλλουν, υπό την έννοια του ευρύτερου πλαισίου στο οποίο αυτή συνομολογήθηκε, ως υπεργολαβία κυρίως συμβολαίου, να ερμηνευτεί στενά και κατά ένα άτεγκτο και τελείως περιοριστικό τρόπο, ώστε να θεωρηθεί ή και να κριθεί ότι η παράδοση της επιστολής του Υπουργείου, δια του ΜΥ3, στους ενάγοντες να μην συνιστά συμμόρφωση με τον όρο 17(α). Όταν κυρίως, σαφής και ξεκάθαρη πρόνοια περί του προκειμένου, με την έννοια που έχει αναφερθεί, δεν υπάρχει. Και για να τεθεί το ερώτημα διαφορετικά, ή και αντίστροφα, αν η επιστολή επιδιδόταν από το Υπουργείο απευθείας στους ενάγοντες, για ότι αφορά την δική τους εργασία, εγείρεται το ερώτημα αν οι ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να αρνηθούν να εκτελέσουν τα μέτρα ασφαλείας, απλά γιατί δεν τους δόθηκε η ειδοποίηση από τους εναγομένους, σύμφωνα με τον όρο 17(α). Κατά την κρίση του δικαστηρίου η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Δεν θα ήταν λογικό σε μια υπεργολαβία, όπου η εργασία είναι σε πλήρη εξέλιξη και που υπάρχουν σαφείς όροι για χρονοδιαγράμματα, κακοτεχνίες και άλλα συναφή περί την εργασία, η ερμηνευτική προσέγγιση να είναι σε τέτοιο βαθμό ανελαστική ώστε να επιβάλλει στα μέρη, σε μια τέτοια περίπτωση, μια αχρείαστη γραφειοκρατική διαδικασία. Με την έννοια ότι, η επιστολή του Υπουργείου, θα έπρεπε είτε να επισυναφθεί σε επιστολή των εναγομένων, είτε να την αντιγράψουν οι εναγόμενοι σε δική τους επιστολή προς τους ενάγοντες. Τόσο οι ενάγοντες όσο και οι εναγόμενοι, ήταν υπόλογοι τόσο προς τρίτους, όσο και προς τον Εργοδότη, δηλαδή τον ΣΑΛΑ. Και κυρίως προς τον νόμο. Ως λέχθηκε, ευθέως γίνεται αναφορά στην μεταξύ τους συμφωνία στο Κυρίως Συμβόλαιο, τόσο στο προοίμιο της συμφωνίας τους όσο και στον όρο 1, αλλά και στον όρο 16(γ). Και στην παρούσα υπόθεση, η ουσία είναι ότι δόθηκε, από τους εναγόμενους, η γραπτή ειδοποίηση απαγόρευσης στους ενάγοντες προς συμμόρφωση, η οποία επενεργούσε, ως προειδοποίηση εντός του πνεύματος του όρου 17 της μεταξύ τους συμφωνίας. Κατά την κρίση του δικαστηρίου είναι διαφορετικό από την κρινόμενη περίπτωση, να δοθούν οδηγίες από τον εργολάβο προς τον υπεργολάβο για επιδιόρθωση για παράδειγμα κακοτεχνιών, δεδομένου μάλιστα ότι τέθηκε τέτοιο θέμα στη μαρτυρία και αυτός να αρνηθεί να τις εκτελέσει, οπόταν, σύμφωνα με τον όρο 17(α) της συμφωνίας, θα πρέπει οι οδηγίες να είναι γραπτές από τον εργολάβο, στην περίπτωση που θα ακολουθήσει τερματισμός της συμφωνίας. Πρόκειται για θέμα που ρυθμίζεται και προκύπτει άμεσα από τις μεταξύ τους σχέσεις. Δεν προέρχεται από τρίτους και ανεξάρτητα από την μεταξύ των μερών συμφωνία υπεργολαβίας και τους όρους αυτής. Ο κύριος λόγος τερματισμού της συμφωνίας, όπως και οι δυο μάρτυρες υπεράσπισης, Μιχαηλίδης και Χρυσοχός κατέθεσαν, και αποτέλεσε εύρημα του δικαστηρίου, ήταν η άρνηση του ΜΕ1 να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Υπουργείου, τις οποίες έλαβε γνώση γιατί του παρέδωσαν την σχετική επιστολή, ζητώντας του να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της. Έπεται στην βάση όσων έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από τους εναγομένους και αυτή είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, ήταν σύμφωνα με το πνεύμα και τις πρόνοιες του όρου 17(α). Η άρνηση των εναγόντων να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του Υπουργείου Εργασίες που του παραδόθηκαν, έδινε το δικαίωμα στους εναγομένους να τερματίσουν την συμφωνία υπεργολαβίας, όπως και έγινε στις 28.8.
- Οι εναγόμενοι ανταπαιτούν από τους ενάγοντες διάφορα ποσά, τα οποία θα μπορούσαν να καταταχθούν σε τρεις ενότητες. Ζημιές για αποκατάσταση κακοτεχνιών των εναγόντων, διαφορά κόστους και εξόδων καλουπιών από την εκτέλεση των υπολειπομένων εργασιών στα αντλιοστάσια και τέλος, ζημιές για την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας και υγείας. Προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ
- Σύμφωνα με το όρο 17(γ) της συμφωνίας, σε περίπτωση τερματισμού ο εργολάβος δικαιούται να τελειώσει την εργασία με άλλα μέσα, ενώ ο όρος 17(δ) προβλέπει ότι οι ενάγοντες θα είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνοι για οποιαδήποτε ζημιά, κόστος ή έξοδα που θα υποστούν οι εναγόμενοι εξ αιτίας του τερματισμού. Αναφορικά με τις ελαττωματικές εργασίες σχετικός είναι ο όρος 10 της συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο στην περίπτωση που υπεργολάβος δεν επιδιορθώσει τις ελαττωματικές εργασίες, ο εργολάβος έχει το δικαίωμα να τις επιδιορθώσει και να αφαιρεί το κόστος από τις πληρωμές του υπεργολάβου, ή να ζητήσει να τις πληρώσει ο υπεργολάβος. Ο Ανδρέας Κωνσταντινίδης (ΜΥ1) σύμφωνα με την μαρτυρία του ενεπλάκη μετά το εργατικό ατύχημα στο αντλιοστάσιο αρ.
- Του ανέθεσαν οι εναγόμενοι να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για να επαναρχίσουν οι εργασίες. Αφού ασχολήθηκε με την άρση της απαγόρευσης του Υπουργείου, του ζητήθηκε να συνεχίσει ως υπεύθυνος κατασκευής όλων των αντλιοστασίων και έτσι ενεπλάκη στο αντλιοστάσιο αρ.
- Πήγε τον Σεπτέμβριο του 2007, δεν υπήρχε καλουπσιής εκεί, και ήταν τελειωμένο το κάτω μέρος του αντλιοστασίου και έπρεπε να γίνει το πάνω μέρος. Επιθεώρησε το μέρος και έβγαλε φωτογραφίες που έδειχναν κάποιες κακοτεχνίες στα καλούπια. Πρόκειται για τις φωτογραφίες του τεκμ.12
(1)-
(10), στις οποίες έκαμε εκτεταμένη αναφορά, εξηγώντας λεπτομερώς τις κακοτεχνίες που απεικονίζονται και έχρηζαν επιδιόρθωσης. Περιληπτικά, το καλούπι άνοιγε και χύθηκε μπετόν, δεν έγινε κάποιο σκαλί, υπήρχε ανομοιομορφία στα καλούπια, κόγχες που έπρεπε να αφαιρεθούν, γωνιές που δεν ήταν 90 μοίρες και μετά από αφαίρεση καλουπιών των εναγόντων που είχαν μείνει, δημιουργήθηκε μεγάλη ανωμαλία στον μπετόν λόγω λανθασμένου τρόπου καλουπώματος. Οι προδιαγραφές ήταν χωρίς σουβά, μπογιά, ή άλλο τελείωμα και οι επιβλέποντες τους ανάγκασαν να προβούν σε διορθωτικά μέτρα. Εξήγησε με λεπτομέρεια τι ακριβώς επιδιορθώσεις έγιναν. Ανέφερε ότι από τα υπόλοιπα αντλιοστάσια η ενάγουσα ολοκλήρωσε το υπ' αριθμό 12 και την υπόγεια κατασκευή του υπ' αριθμό
- Για τα υπόλοιπα οι εναγόμενοι έκαμαν συμφωνία με άλλους καλουπσιήδες και χρησιμοποίησαν και δικά τους συνεργεία για να ολοκληρωθεί το έργο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν υποδείχθηκαν οι κακοτεχνίες στους ενάγοντες και αν δόθηκαν γραπτές υποδείξεις σε αυτούς. Επέμενε ότι όσα απεικονίζονται στις φωτογραφίες αποτελούν κακοτεχνίες και ο λόγος που έβγαλε τις φωτογραφίες ήταν για να γνωρίζει ο ίδιος τι παρέλαβε για να ολοκληρώσει την εργασία και δεν γνώριζε για την αγωγή των εναγόντων. Για το αντλιοστάσιο αρ.12 δεν έβγαλε φωτογραφίες γιατί δεν θα το αναλάμβανε για συνέχιση. Δεν μπορεί να πήγε προηγουμένως άλλος καλουπσιής στο αντλιοστάσιο αρ.17, γιατί πήγε μαζί με τον νέο καλουπσιή, έβγαλε τις φωτογραφίες και στην συνέχεια θα αναλάμβανε ο νέος καλουπσιής. Συνολικά πήγαν τρεις καλουπσιήδες, πλέον δικό τους προσωπικό. Εξήγησε ότι τα αντλιοστάσια σχεδιάστηκαν με τρόπο ώστε να μπορεί να μπαίνει μέσα οποιαδήποτε ώρα το προσωπικό για έλεγχο καθαριότητας και γι' αυτόν το λόγο η γεννήτρια αλλά και οι εγκέφαλοι των αντλιοστασίων ήταν στο πρώτο υπόγειο. Οι σχεδιαστές και μελετητές του έργου τοποθέτησαν ψηλά μέτρα ασφαλείας και ανιχνευτές αερίων, ώστε το προσωπικό που μεταβαίνει καθημερινά να είναι ασφαλισμένο, διαφορετικά θα ήταν φρεάτια. Όπως το έθεσε, το προσωπικό πηγαίνει κάτω στα φρεάτια για συντήρηση και έλεγχο και αυτός δεν είναι λόγος ώστε η ποιότητα να είναι χάλια. Η συμφωνία ήταν για ανεπίχριστο μπετόν, δηλαδή λεία επιφάνεια, γυμνό μπετόν. Αρνήθηκε ότι πιο ειδικός επί του θέματος είναι ο ΜΕ1, αυτός έχει το πτυχίο και είδε πολλές κακοτεχνίες και οι ενάγοντες δεν ακολούθησαν τις προδιαγραφές. Το δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα καθώς και όσα κατέθεσε επί του θέματος. Είναι πολιτικός μηχανικός και συνεπώς ειδικός επί των θεμάτων που κατέθεσε. Αναμφίβολα ως επιβλέπον μηχανικός, ο καλουπσιής, όπως και ο ΜΕ1, υπόκεινται στις υποδείξεις και τις παρατηρήσεις του. Δεν εγείρεται συνεπώς θέμα ότι ο ΜΕ1 είναι πλέον ειδικός από τον μάρτυρα. Κάθε άλλο. Η μαρτυρία του κρίνεται ως απόλυτα ειλικρινής και ανεπιτήδευτη. Το γεγονός ότι φωτογράφισε αυτά που βρήκε όταν ανέλαβε τη συμπλήρωση των εργασιών στα υπόλοιπα αντλιοστάσια, σε χρόνο ανύποπτο σε σχέση με την αγωγή των εναγόντων, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η φωτογράφιση έγινε την 17.9.2007, η επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων φέρει ημερομηνία 24.9.07, ενώ η κρινόμενη αγωγή καταχωρήθηκε το
- Ο μάρτυρας άφησε πολύ καλή εντύπωση στο δικαστήριο, ήταν απόλυτα σταθερός και συνεπής σε αυτά που κατέθεσε και η μαρτυρία του σε κανένα σημείο της δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση. Μάλιστα, εκ της αντεξέτασης διαφάνηκε ότι υπήρχαν ορισμένες κακοτεχνίες των εναγόντων, που δεν ήταν όμως ορατές, και κατά την εισήγηση των εναγόντων, δεν θα έπρεπε οι εναγόμενοι να τις κατατάξουν ως τέτοιες. Ο μάρτυρας έδωσε όλες τις απαντήσεις και εξηγήσεις σε όλα τα θέματα που ερωτήθηκε και αιτιολόγησε με επάρκεια τις θέσεις και τις απόψεις του. Το δικαστήριο δεν έχει κανένα ενδοιασμό να αποδεχθεί την μαρτυρία του ως αληθή και να την αποδεχθεί πλήρως, με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί το εξής. Αναφορικά με τις κακοτεχνίες που αφορούσαν το αντλιοστάσιο αρ.12, εκ της μαρτυρίας φάνηκε ότι αυτό παραδόθηκε στους εναγομένους, ανεξάρτητα αν τα μέτρα ασφαλείας θα έπρεπε να παραμείνουν εκεί. Ο επιβλέπον μηχανικός του συγκεκριμένου εργοταξίου ΜΕ3, σύμφωνα με την μαρτυρία του, έλεγξε την εργασία, δεν παρατήρησε κάποιο σοβαρό πρόβλημα και η εργασία ήταν ικανοποιητική. Ενέκρινε μάλιστα τα ποσά που αφορούσαν το συγκεκριμένο αντλιοστάσιο. Σχετικό είναι το τεκμ.6 που αποτελεί πιστοποιητικό εκτελεσθείσης εργασίας. Κατά συνέπεια ο εναγόμενοι δια του ΜΕ3, που τους εκπροσωπούσε στο αντλιοστάσιο αρ.12, αποδέχθηκαν την εργασία των εναγόντων και εμποδίζονται να εγείρουν αξιώσεις για κακοτεχνίες αναφορικά με αυτό. Κατά συνέπεια και παρά την μαρτυρία του ΜΥ4 Χρυσοχού όσο και του ΜΥ1 Κωνσταντινίδη, ο ΜΕ3 Λοίζου δέσμευε τους εναγομένους και αποδέχτηκε την εργασία των εναγόντων στο αντλιοστάσιο αρ.
- Καθ' όσον δε αφορά το αντλιοστάσιο αρ.17 που κατέθεσε και τις σχετικές φωτογραφίες και αναφέρθηκε σε αυτές ο ΜΥ1, δεν εγείρετο θέμα να κληθούν οι ενάγοντες να επιδιορθώσουν τις κακοτεχνίες, όπως τέθηκε στον ΜΥ1, για τον λόγο ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία τερματίστηκε. Η ΜΥ2 Βιολάρη που εργάζεται στο τμήμα προσφορών και επιμετρήσεων κατέθεσε ανάλυση των κόστων για τις κακοτεχνίες που περιλαμβάνονται στο τεκμ.
- Εξήγησε ότι το SPS12 είναι το πρώτο αντλιοστάσιο (αρ.12) και το SPSA το δεύτερο (αρ.17). Για το κόστος του προσωπικού σε ημερομίσθια έλαβε στοιχεία από τον μηχανικό του έργου και πολλαπλασίασε με το κόστος των εργατών. Το τεκμ.14 αποτελεί ανάλυση εργασίας όπως πληρώθηκε ο κάθε υπεργολάβος. Αντεξεταζόμενη εξήγησε ότι το SPS04 είχε τρία υπόγεια αντί 2 και είχε και μεγαλύτερο όγκο. Ουσιαστικά τα στοιχεία που κατέθεσε η ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκαν, αλλά πέραν αυτού, το δικαστήριο έχει μελετήσει το περιεχόμενο του τεκμ.14 καθώς και όλα όσα καταγράφονται και υπάρχουν εντός του τεκμηρίου. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων του δικαστηρίου. Αναφορικά με το αντλιοστάσιο αρ.12 για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, τα επιπρόσθετα κόστη για τις κακοτεχνίες που απαιτήθηκαν για το αντλιοστάσιο αυτό δεν θα ληφθούν υπόψη. Για το αντλιοστάσιο αρ.17, SPSA, σχετική είναι η πρώτη σελίδα του τεκμ.14, σύμφωνα με την οποία το συνολικό κόστος αποκατάστασης των κακοτεχνιών ανέρχεται στο ποσό των €7.637.
- Τα ποσά αυτά δικαιολογούνται με το πιστοποιητικό αρ.54, ημερ.22.3.11 με υπεργολάβο την Trialeti Constructions Ltd. Παρεμβάλλεται εδώ ότι ο ΜΥ1 Κωνσταντινίδης κατέθεσε, αναντιλέκτως, ότι δούλεψαν και τρεις δικοί τους εργάτες με ένα επιστάτη για τρεις ημέρες, με ολικό κόστος €1.500 ανά αντλιοστάσιο. Εξάγεται συνεπώς ως εύρημα του δικαστηρίου ότι για τις κακοτεχνίες στο αντλιοστάσιο αρ.17 οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των €7.637.
- Στο σύγγραμμα Hudson's Building & Engineering Contracts, 9η έκδοση, σελ.442, αναφορικά με τις κακοτεχνίες αναφέρεται το εξής: «In those cases where, in breach of contract, the work has been left incomplete, whether by abandonment, termination or otherwise, or containing defects, the direct measure of damage will be the difference between the reasonable cost to the employer of repairing the defects or completing the work, together with any sums paid by or due from him under the contract, and the sums which would have been payable by him under the contract if it had been properly carried out..» Βασική αρχή είναι βεβαίως ότι οι ζημιές υπολογίζονται κατά τον χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας. Στην προκειμένη υπόθεση δεν εγείρεται τέτοιο θέμα, αφού οι εναγόμενοι αμέσως μετά τον τερματισμό της συμφωνίας προχώρησαν στην ολοκλήρωση των εργασιών με άλλους εργολάβους. Αναφορικά με την διαφορά του επιπρόσθετου κόστους για ολοκλήρωση του έργου, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, η μάρτυρας ετοίμασε αναλυτική κατάσταση (σελ.2 τεκμ.14) στην οποία κατέγραψε από την μια την συμφωνηθείσα τιμή με τους ενάγοντες ανά αντλιοστάσιο, και το επιπρόσθετο κόστος ανά νέο υπεργολάβο που ανέλαβε την εκτέλεση των υπολοίπων εργασιών. Προκύπτει ότι οι εναγόμενοι ανέθεσαν σε τρεις υπεργολάβους την συμπλήρωση των εργασιών καλουπώματος των αντλιοστασίων, ήτοι σε κάποιο Μιχάλη Ανδρέου, Δημήτρη Μαυρόπετρο και Αλέξη Γρηγορίου. Επίσης σύμφωνα και με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ1, χρησιμοποιήθηκε και προσωπικό των εναγομένων το οποίο περιλαμβάνεται στην κοστολόγηση που ετοίμασε η ΜΥ
- Περαιτέρω για κάθε αντλιοστάσιο που ανέλαβε ο κάθε υπεργολάβος υπάρχει αναλυτική κατάσταση και σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις των Ανδρέου και Μαυρόπετρου και αναλυτικές καταστάσεις για τον Γρηγορίου. Δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκαν ούτε οι αναλυτικές καταστάσεις που ετοίμασε η μάρτυρας, σελ.1 και 2 του τεκμ.14, αλλά ούτε και τα σχετικά έγγραφα που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο αυτό, κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, γίνονται αποδεκτά από το δικαστήριο. Προκύπτει ότι το συνολικό ποσό, ως επιπρόσθετο κόστος, που οι εναγόμενοι κατέβαλαν για τα έξη από τα επτά αντλιοστάσια, και τούτο αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.12.116.78, ή €20.702,
- Το συνολικό συνεπώς ποσό που δικαιούνται οι εναγόμενοι ως ζημιά που υπέστησαν από τον τερματισμό της συμφωνίας, ήτοι για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών στο αντλιοστάσιο αρ.17, αλλά και για το επιπρόσθετο κόστος για την αποπεράτωση της εργασίας, ανέρχεται στο ποσό των €28.340,
- Αναφορικά με την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας, οι εναγόμενοι διεκδικούν ένα ξεχωριστό κονδύλι ύψους €4.
- Διαπιστώνεται όμως, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση και κατά συνέπεια το ποσό αυτό δεν έχει αποδειχθεί. Οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €19.983,19 για κρατήσεις από πληρωμές σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες. Σχετικό είναι το τεκμ.
- Ο ΜΥ4 κατέθεσε ότι οι κρατήσεις αποβλέπουν αφενός στην περίπτωση που ο υπεργολάβος δεν ολοκληρώσει ποιοτικώς την εργασία, δηλαδή αν υπάρχουν κακοτεχνίες και δεν τις διορθώσει, ή αφετέρου, αν εγκαταλείψει το εργοτάξιο για να καλύψει ο εργοδότης τις απώλειες που θα έχει από το τυχόν επιπρόσθετο κόστος, λόγω ψηλότερων τιμών μονάδος από άλλους προσφοροδότες, αφού ο συγκεκριμένος επιλέγηκε ως ο χαμηλότερος προσφοροδότης. Με άλλα λόγια καλύπτουν το μέρος ή την ζημιά του εργοδότη. Σύμφωνα με τον Hudson's ανωτέρω, σελ.446 : « . the measure should be the difference in cost to the builder or in diminution in value of the works, whichever is the greater». Ομοίως, στην σελ.284, επεξηγείται ότι οι κρατήσεις συνιστούν εγγύηση και αφορούν την εκτέλεση των υποχρεώσεων του εργολάβου για την συμπλήρωση του έργου. Από την άλλη, ως επεξηγείται στην σελ.198, οι κρατήσεις τελούν υπό την αίρεση της επιδιόρθωσης των κακοτεχνιών (defects), ή την λήξη της περιόδου της συντήρησης (maintenance). Στην σελ.199 το θέμα τίθεται ως εξής: «where the second instalment is clearly retention money, i.e, a portion of the value of the work retained as security to cover the making good of defects and insufficiencies not immediate apparent, it may well be that completion of the work or of the making good the defects would be required in the strict sense in order to render the second instalment payable» Γίνεται στην συνέχεια παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του L. Denning στην υπόθεση Hoening v. Isaacs
(1952)1 All.E.R, 176, 181: « . If the balance could be regarded as retention money then it might well be that the contractor ought to have done all the work correctly, without defects or omissions, in order to be entitled to the balance». Εξάγεται συνεπώς ότι η κράτηση δεν είναι, ούτε και καθίσταται άμεσα απαιτητή και καταβλητέα στον εργολάβο, αλλά κατακρατείται από τον εργοδότη ως εγγύηση (security), για την πιστή εκτέλεση του αναληφθέντος έργου, για να καλύψει διάφορες ζημιές του εργοδότη. Συνήθως, ως επεξηγείται στον Hudson's, τα θέματα αυτά ρυθμίζονται από την συμφωνία των μερών. Ο όρος 3(γ) της συμφωνίας προνοεί ότι σε περίπτωση παράβασης της από τον υπεργολάβο, δίνει δικαίωμα στον εργοδότη να αφαιρεί τις ζημιές του από τις πληρωμές του υπεργολάβου. Κατά συνέπεια το οφειλόμενο στους ενάγοντες ποσό των €6.588,85 για εκτελεσθείσα εργασία σύμφωνα με το τεκμ.6, σε περίπτωση παράβασης της συμφωνίας από αυτούς, δίνει δικαίωμα στους εναγομένους να το αφαιρέσουν από την ζημιά που υπέστησαν λόγω της παράβασης της συμφωνίας. Καθόσον δε αφορά τις ελαττωματικές εργασίες σχετικός είναι ο όρος 10, που δίνει δικαίωμα στους εναγόμενους να τις επιδιορθώνουν και το κόστος να αφαιρείται από τις πληρωμές του υπεργολάβου. Αναφορικά με την κράτηση, ο όρος 15(γ) προνοεί ότι είναι 10% και είναι επιστρεπτέα όταν ο υπεργολάβος εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει η μεταξύ τους συμφωνία. Ο δε όρος 15(δ) προβλέπει ότι από τα οφειλόμενα ποσά στον υπεργολάβο, αφαιρούνται όλα τα ποσά που οφείλει αυτός στον εργολάβο δυνάμει της συμφωνίας. Προστίθεται ότι στον όρο 2(α) αναφέρεται ότι ο υπεργολάβος θα πρέπει να εκτελέσει πλήρως και ικανοποιητικώς την εργασία. Τέλος και άμεσα σχετικός είναι και ο όρος 17(δ) στον οποίο έχει γίνει αναφορά. Κατά συνέπεια οι εναγόμενοι, στην βάση των πιο πάνω, έχουν το συμβατικό δικαίωμα να αφαιρέσουν ως ζημιά που υπέστησαν, από τις κρατήσεις που κατακρατούν ως εγγύηση, αλλά και τα οφειλόμενα στους ενάγοντες ποσά, εκείνα τα ποσά που κατέβαλαν λόγω των κακοτεχνιών αφενός, αλλά και των επιπρόσθετων εξόδων αφετέρου για την ολοκλήρωση του έργου, λόγω του τερματισμού της μεταξύ τους συμφωνίας, για λόγους οφειλόμενους στους ενάγοντες. Με βάση τα ευρήματα του δικαστηρίου, οι εναγόμενοι, λόγω της παραβάσεως της συμφωνίας υπό των εναγόντων υπέστησαν ζημιά ύψους €28.340,17. Το ποσό αυτό δικαιούνται να το αφαιρέσουν από το οφειλόμενο ποσό στους ενάγοντες για εκτελεσθείσα εργασία, ήτοι το ποσό των €6.588,55, καθώς και από το ποσό της κράτησης εκ €19.983,19. Αφαιρουμένων των ποσών αυτών από τις ζημιές των εναγομένων, οι ενάγοντες δεν έχουν να λαμβάνουν οποιοδήποτε ποσό, αντίθετα οφείλουν στους εναγομένους την διαφορά, ήτοι €1.768,43. Διευκρινίζεται ότι δεν πρόκειται για συμψηφισμό, αλλά για κατακράτηση και αφαίρεση των οφειλομένων ποσών, προς μείωση της ζημιάς των εναγομένων. Πρόκειται για επιτρεπτή συμβατική ρύθμιση και δικαίωμα που είχαν δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας οι εναγόμενοι, σύμφωνα και με τα υποδειχθέντα στην υπόθεση Παπαδοπούλου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ.
- Κατά συνέπεια και για τους πιο πάνω λόγους, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται και δεν έχουν να λαμβάνουν οποιοδήποτε ποσό από τους εναγομένους, λόγω της εκ μέρους τους παραβάσεως της συμφωνίας. Η αγωγή ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέα και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί απορρίπτεται. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγομένων και σε βάρος των εναγόντων για το ποσό των €1.768,43, πλέον νόμιμο τόκο, με το ανάλογο ποσοστό ως αυτό καθορίζεται σύμφωνα με τις τροποποιήσεις του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Αναφορικά με τα έξοδα, κατά την πάγια πρακτική ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων στην κλίμακα της ανταπαίτησης. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Δεδομένου ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνδικάστηκαν, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων υπέρ των εναγομένων. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο